Υπόθεση C-247/16

Heike Schottelius

κατά

Falk Seifert

(αίτηση του Landgericht Hannover
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Οδηγία 1999/44/ΕΚ – Πώληση καταναλωτικών αγαθών και σχετικές εγγυήσεις – Έννοια της “συμβάσεως πωλήσεως” – Μη εφαρμογή της οδηγίας αυτής – Αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου»

Περίληψη – Απόφαση του Δικαστηρίου (δέκατο τμήμα)
της 7ης Σεπτεμβρίου 2017

  1. Προδικαστικά ερωτήματα–Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου–Όρια–Αίτηση ερμηνείας διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που προδήλως δεν έχουν εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης–Μη εφαρμογή της οδηγίας 1999/44 σε σύμβαση έργου

    (Άρθρο 267 ΣΛΕΕ· οδηγία 1999/44 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου)

  2. Προστασία των καταναλωτών–Πώληση καταναλωτικών αγαθών και σχετικές εγγυήσεις–Οδηγία 1999/44–Πεδίο εφαρμογής–Σύμβαση πωλήσεως–Έννοια

    (Οδηγία 1999/44 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 1 §§ 1 και 4 και 2 § 5)

  1.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 23-25, 44 και 46)

  2.  Το κείμενο της οδηγίας 1999/44 δεν περιλαμβάνει ορισμό της έννοιας της «συμβάσεως πωλήσεως», ούτε παραπέμπει στις εθνικές νομοθεσίες όσον αφορά την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στην έννοια αυτή. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό, για την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας, ότι πρόκειται για αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης η οποία χρήζει ενιαίας ερμηνείας εντός του εδάφους της Ένωσης (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2011, Brüstle,C-34/10, EU:C:2011:669, σκέψη 26).

    Πράγματι, τόσο από τις διατάξεις της οδηγίας 1999/44 όσο και από το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται προκύπτει ότι η έννοια «πώληση» καταλαμβάνει ορισμένες μόνον από τις συμβάσεις οι οποίες κατά τα εθνικά δίκαια χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ή συμβάσεις έργου.

    Ειδικότερα, αφενός, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, της ως άνω οδηγίας «λογίζονται επίσης ως συμβάσεις πωλήσεως οι συμβάσεις προμήθειας κατα[να]λωτικών αγαθών τα οποία πρόκειται να κατασκευασθούν ή να παραχθούν». Κατά συνέπεια, η σύμβαση που έχει ως αντικείμενο την πώληση αγαθού το οποίο πρέπει πρώτα να κατασκευαστεί ή να παραχθεί από τον πωλητή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.

    Αφετέρου, το άρθρο 2, παράγραφος 5, της οδηγίας 1999/44 εξομοιώνει την έλλειψη συμμόρφωσης που απορρέει από κακή εγκατάσταση του καταναλωτικού αγαθού με έλλειψη συμμόρφωσης προς τους όρους της συμβάσεως, όταν η εγκατάσταση αποτελεί μέρος της συμβάσεως πωλήσεως του εν λόγω αγαθού. Συνεπώς, η υπηρεσία εγκαταστάσεως του αγαθού εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω οδηγίας, εφόσον συνδέεται με την πώληση.

    Από τις ανωτέρω διαπιστώσεις προκύπτει, αφενός, ότι η οδηγία 1999/44 δεν εφαρμόζεται αποκλειστικώς στις εν στενή εννοία συμβάσεις πωλήσεως, αλλά επίσης και σε ορισμένες κατηγορίες συμβάσεων που περιλαμβάνουν παροχή υπηρεσιών και οι οποίες σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο ενδέχεται να χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ή έργου, ήτοι στις συμβάσεις προμήθειας καταναλωτικών αγαθών τα οποία πρόκειται να κατασκευαστούν ή να παραχθούν καθώς και στις συμβάσεις που προβλέπουν τη συνδεόμενη με την πώληση εγκατάσταση καταναλωτικών αγαθών.

    Αφετέρου, προκειμένου οι κατηγορίες αυτές συμβάσεων, που περιλαμβάνουν παροχή υπηρεσιών, να μπορούν να χαρακτηριστούν ως «συμβάσεις πωλήσεως» κατά την έννοια της ως άνω οδηγίας, η παροχή των υπηρεσιών πρέπει να είναι μόνο παρεπόμενη σε σχέση με την πώληση.

    (βλ. σκέψεις 32, 34-38)