ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 20ής Σεπτεμβρίου 2017 ( *1 )

«Αίτηση αναιρέσεως – Γεωργία – Κρέας πουλερικών – Κατεψυγμένα κοτόπουλα – Επιστροφές κατά την εξαγωγή – Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 689/2013 περί καθορισμού μηδενικού ποσού επιστροφών – Νομιμότητα – Κανονισμός (ΕΚ) 1234/2007 – Άρθρα 162 και 164 – Αντικείμενο και φύση των επιστροφών – Κριτήρια καθορισμού των ποσών των επιστροφών – Αρμοδιότητα του γενικού διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως (ΓΔ) Γεωργίας και Αγροτικής Αναπτύξεως προς υπογραφή του επίδικου κανονισμού – Κατάχρηση εξουσίας – “Επιτροπολογία” – Κανονισμός (ΕΕ) 182/2011 – Άρθρο 3, παράγραφος 3 – Διαβούλευση της επιτροπής διαχειρίσεως της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών – Υποβολή του σχεδίου του εκτελεστικού οργανισμού κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής αυτής – Τήρηση των προθεσμιών – Παράβαση ουσιώδους τύπου – Ακύρωση με διατήρηση των αποτελεσμάτων»

Στην υπόθεση C-183/16 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 23 Μαρτίου 2016,

Tilly-Sabco SAS, με έδρα την Guerlesquin (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τους R. Milchior, F. Le Roquais και S. Charbonnel, avocats,

αναιρεσείουσα,

όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον A. Lewis και την K. Skelly, en qualité d’agents,

καθής πρωτοδίκως,

η Doux SA, με έδρα τη Châteaulin (Γαλλία),

παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο τμήματος, J.‑C. Bonichot, A. Arabadjiev (εισηγητή), C. G. Fernlund και S. Rodin, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Wahl

γραμματέας: K. Malacek, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 1ης Μαρτίου 2017,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Μαΐου 2017,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Tilly-Sabco SAS ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 14ης Ιανουαρίου 2016, Tilly-Sabco κατά Επιτροπής (T-397/13, EU:T:2016:8, στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση), με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 689/2013 της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 2013, για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του κρέατος πουλερικών (ΕΕ 2013, L 196, σ. 13, στο εξής: επίδικος κανονισμός).

Το νομικό πλαίσιο

Ο κανονισμός 1234/2007

2

Οι αιτιολογικές σκέψεις 65 και 77 του κανονισμού (ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (ΕΕ 2007, L 299, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 517/2013 του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013 (ΕΕ 2013, L 158, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός 1234/2007), έχουν ως εξής:

«(65)

Μια ενιαία [ενωσιακή] αγορά συνεπάγεται τη θέσπιση καθεστώτος συναλλαγών στα εξωτερικά σύνορα της [Ένωσης]. Το εν λόγω καθεστώς συναλλαγών θα πρέπει να περιλαμβάνει εισαγωγικούς δασμούς και επιστροφές κατά την εξαγωγή και να σταθεροποιεί, κατ’ αρχήν, την [εσωτερική] αγορά. Το καθεστώς συναλλαγών θα πρέπει να βασίζεται στις επιχειρήσεις που έγιναν δεκτές στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης.

[…]

(77)

Οι διατάξεις για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες, οι οποίες βασίζονται στη διαφορά μεταξύ των τιμών εντός της [Ένωσης] και των τιμών στη διεθνή αγορά και οι οποίες εμπίπτουν εντός των ορίων που θέτουν οι δεσμεύσεις της [Ένωσης] στον ΠΟΕ, θα πρέπει να χρησιμεύουν για να διασφαλίζουν τη συμμετοχή της [Ένωσης] στις διεθνείς συναλλαγές ορισμένων από τα προϊόντα που υπάγονται στον παρόντα κανονισμό. Οι επιδοτούμενες εξαγωγές θα πρέπει να υπόκεινται σε όρια όσον αφορά την αξία και την ποσότητα.»

3

Το άρθρο 162 του κανονισμού 1234/2007 προέβλεπε, στην παράγραφο 1, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Στον βαθμό που είναι αναγκαίο για να καταστούν δυνατές οι εξαγωγές με βάση τις τιμές της διεθνούς αγοράς και εντός των ορίων που απορρέουν από συμφωνίες οι οποίες συνάπτονται δυνάμει του άρθρου [218 ΣΛΕΕ], η διαφορά μεταξύ των εν λόγω τιμών και των τιμών στην [Ένωση] μπορεί να καλύπτεται με τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή:

α)

των προϊόντων των ακόλουθων τομέων που πρόκειται να εξαχθούν ως έχουν:

[…]

viii)

του κρέατος των πουλερικών».

4

Το άρθρο 164 του κανονισμού 1234/2007, με τίτλο «Καθορισμός των επιστροφών κατά την εξαγωγή» όριζε, στις παραγράφους 1 έως 3, τα εξής:

«1.   Οι επιστροφές κατά την εξαγωγή είναι οι ίδιες για ολόκληρη την [Ένωση]. Είναι δυνατή η διαφοροποίησή τους ανάλογα με τον τόπο προορισμού, ιδίως αν η κατάσταση της διεθνούς αγοράς, οι ειδικές ανάγκες ορισμένων αγορών ή οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο [218 ΣΛΕΕ] το καθιστούν αναγκαίο.

2.   Οι επιστροφές καθορίζονται από την Επιτροπή.

Οι επιστροφές καθορίζονται:

α)

τακτικά,

β)

μέσω διαγωνισμού για τα προϊόντα για τα οποία η διαδικασία είχε προβλεφθεί πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 204, παράγραφος 2.

Εκτός των περιπτώσεων καθορισμού με διαγωνισμό, ο κατάλογος των προϊόντων για τα οποία χορηγείται επιστροφή κατά την εξαγωγή, και το ποσό της επιστροφής καθορίζονται τουλάχιστον μία φορά ανά τρίμηνο. Ωστόσο, το ποσό της επιστροφής μπορεί να διατηρείται στο ίδιο επίπεδο για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών και, αν απαιτείται, να τροποποιείται ενδιαμέσως από την Επιτροπή χωρίς την επικουρία της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 195, παράγραφος 1, είτε μετά από αίτημα κράτους μέλους είτε με δική της πρωτοβουλία.

3.   Κατά τον καθορισμό των επιστροφών για ένα συγκεκριμένο προϊόν λαμβάνονται υπόψη ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

η επικρατούσα κατάσταση και οι μελλοντικές τάσεις όσον αφορά:

τις τιμές και τις διαθέσιμες ποσότητες του εν λόγω προϊόντος στην [εσωτερική] αγορά,

τις τιμές του εν λόγω προϊόντος στη διεθνή αγορά,

β)

οι στόχοι της κοινής οργάνωσης αγοράς, που συνίστανται στη διασφάλιση της ισορροπίας της εν λόγω αγοράς και της φυσικής ανάπτυξης των τιμών και των συναλλαγών,

γ)

η ανάγκη να αποφευχθούν διαταραχές οι οποίες ενδέχεται να δημιουργήσουν παρατεταμένη ανισορροπία μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης στην κοινοτική αγορά,

δ)

η οικονομική πλευρά των σχεδιαζόμενων εξαγωγών,

ε)

όρια που απορρέουν από συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο [218 ΣΛΕΕ],

στ)

η ανάγκη εξισορρόπησης της χρήσης βασικών προϊόντων [της Ένωσης] στην παρασκευή μεταποιημένων εμπορευμάτων που προορίζονται για εξαγωγή σε τρίτες χώρες και της χρήσης των προϊόντων τρίτων χωρών που γίνονται δεκτά υπό καθεστώς τελειοποίησης,

ζ)

τα ευνοϊκότερα έξοδα εμπορίας και μεταφοράς από τις αγορές [της Ένωσης] μέχρι τα λιμάνια ή άλλους τόπους εξαγωγής της [Ένωσης] καθώς και τα έξοδα διακίνησης μέχρι τις χώρες προορισμού,

η)

η ζήτηση στην [εσωτερική] αγορά,

θ)

όσον αφορά τους τομείς του χοιρείου κρέατος, των αυγών και του κρέατος των πουλερικών, η διαφορά μεταξύ των τιμών, στην [Ένωση] αφενός, και στη διεθνή αγορά αφετέρου, της ποσότητας κτηνοτροφικών σιτηρών που είναι αναγκαία για την παραγωγή των προϊόντων των εν λόγω τομέων στην [Ένωση].»

5

Το άρθρο 195 του κανονισμού 1234/2007, με τίτλο «Επιτροπή», προέβλεπε, στις παραγράφους 1 και 2, τα εξής:

«1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή διαχείρισης της κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών (εφεξής καλούμενη “η επιτροπή”).

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 4 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

Η περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται σε ένα μήνα.»

6

Το άρθρο 196 του κανονισμού 1234/2007, με τίτλο «Οργάνωση της επιτροπής», είχε ως εξής:

«Κατά την οργάνωση των συνεδριάσεων της επιτροπής διαχείρισης που αναφέρεται στο άρθρο 195, παράγραφος 1, λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, το πεδίο των αρμοδιοτήτων της, οι ιδιαιτερότητες του υπό εξέταση θέματος και η ανάγκη σύμπραξης των κατάλληλων εμπειρογνωμόνων.»

7

Ο κανονισμός 1234/2007 καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 922/72, (ΕΟΚ) 234/79, (ΕΚ) 1037/2001 και (ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 671).

Ο κανονισμός 182/2011

8

Η πρώτη περίοδος του προοιμίου του κανονισμού (ΕΕ) 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ 2011, L 55, σ. 13), έχει ως εξής:

«Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 291, παράγραφος 3».

9

Οι αιτιολογικές σκέψεις 4 έως 9 του κανονισμού 182/2011 έχουν ως εξής:

«(4)

Η ΣΛΕΕ απαιτεί τώρα από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να θεσπίσουν κανόνες και γενικές αρχές σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή.

(5)

Είναι ανάγκη να εξασφαλισθεί ότι οι διαδικασίες για τον έλεγχο αυτόν είναι σαφείς, αποτελεσματικές και αναλογικές προς τη φύση των εκτελεστικών πράξεων και ότι λαμβάνουν υπόψη τις θεσμικές απαιτήσεις της ΣΛΕΕ, καθώς και την πείρα που αποκτήθηκε και την κοινή πρακτική που ακολουθήθηκε κατά την εφαρμογή της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

(6)

Σε αυτές τις βασικές πράξεις οι οποίες απαιτούν τον έλεγχο των κρατών μελών για την έκδοση από την Επιτροπή των εκτελεστικών πράξεων, ενδείκνυται, για τους σκοπούς αυτού του ελέγχου, να συσταθούν επιτροπές οι οποίες θα απαρτίζονται από τους αντιπροσώπους των κρατών μελών και θα προεδρεύονται από την Επιτροπή.

(7)

Όπου χρειάζεται, ο τρόπος ελέγχου θα πρέπει να περιλαμβάνει παραπομπή σε επιτροπή προσφυγών που θα πρέπει να συνέρχεται στο αρμόζον επίπεδο.

(8)

Για λόγους απλούστευσης, η Επιτροπή θα πρέπει να ασκεί εκτελεστικές αρμοδιότητες σύμφωνα με μία από δύο μόνο διαδικασίες, δηλαδή τη συμβουλευτική διαδικασία ή τη διαδικασία εξέτασης.

(9)

Για λόγους περαιτέρω απλούστευσης, θα πρέπει να ισχύουν κοινοί διαδικαστικοί κανόνες για τις επιτροπές, συμπεριλαμβανομένων των βασικών διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία τους και τη δυνατότητα να διατυπώνουν γνώμη μέσω γραπτής διαδικασίας.»

10

Το άρθρο 2 του κανονισμού 182/2011, με τίτλο «Επιλογή των διαδικασιών», προβλέπει, στις παραγράφους 1 και 2, τα εξής:

«1.   Μια βασική πράξη μπορεί να προβλέπει την εφαρμογή της συμβουλευτικής διαδικασίας ή της διαδικασίας εξέτασης, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση ή την επίπτωση της απαιτούμενης εκτελεστικής πράξης.

2.   Η διαδικασία εξέτασης εφαρμόζεται, συγκεκριμένα, για την έκδοση:

α)

εκτελεστικών πράξεων γενικής εμβέλειας·

β)

άλλων εκτελεστικών πράξεων που αφορούν:

i)

προγράμματα με ουσιαστικές επιπτώσεις,

ii)

την κοινή γεωργική και την κοινή αλιευτική πολιτική,

iii)

το περιβάλλον, την ασφάλεια, ή την προστασία της υγείας ή της ασφάλειας ανθρώπων, ζώων ή φυτών,

iv)

κοινή εμπορική πολιτική.

v)

τη φορολόγηση.»

11

Ο κανονισμός 182/2011 ορίζει, στις παραγράφους 1 έως 4 και 7 του άρθρου 3, με τίτλο «Κοινές διατάξεις», τα εξής:

«1.   Οι κοινές διατάξεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες που αναφέρονται στα άρθρα 4 έως 8.

2.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους των κρατών μελών. Στην επιτροπή την προεδρία ασκεί ο εκπρόσωπος της Επιτροπής. Ο πρόεδρος δεν συμμετέχει σε ψηφοφορία στην επιτροπή.

3.   Ο πρόεδρος υποβάλλει στην επιτροπή το σχέδιο εκτελεστικής πράξης που είναι προς έκδοση από την Επιτροπή.

Πλην δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων, ο πρόεδρος συγκαλεί συνεδρίαση τουλάχιστον 14 ημέρες μετά την υποβολή του σχεδίου εκτελεστικής πράξης και του σχεδίου ημερήσιας διάταξης στην επιτροπή. Η επιτροπή εκδίδει τη γνώμη της σχετικά με το σχέδιο εκτελεστικής πράξης εντός προθεσμίας την οποία μπορεί να καθορίσει ο πρόεδρος σύμφωνα με το επείγον του θέματος. Οι προθεσμίες χαρακτηρίζονται από αναλογικότητα και παρέχουν έγκαιρα και πραγματικά στα μέλη της επιτροπής δυνατότητες να εξετάσουν το σχέδιο εκτελεστικής πράξης και να εκφράσουν τις απόψεις τους.

4.   Έως την έκδοση γνώμης από την επιτροπή, οιοδήποτε μέλος της επιτροπής μπορεί να προτείνει τροποποιήσεις και ο πρόεδρος μπορεί να υποβάλει τροποποιημένες εκδοχές του σχεδίου εκτελεστικής πράξης.

Ο πρόεδρος καταβάλλει προσπάθειες να εξεύρει λύσεις που έχουν τύχει της ευρύτερης δυνατής υποστήριξης εντός της επιτροπής. Ο πρόεδρος γνωστοποιεί στην επιτροπή με ποιο τρόπο έχουν ληφθεί υπόψη οι συζητήσεις και προτάσεις τροποποιήσεων, ιδίως όσον αφορά τις προτάσεις εκείνες που έχουν τύχει ευρείας υποστήριξης εντός της επιτροπής.

[…]

7.   Κατά περίπτωση, ο μηχανισμός ελέγχου περιλαμβάνει παραπομπή σε επιτροπή προσφυγών.

Η επιτροπή προσφυγών εκδίδει τον εσωτερικό κανονισμό της με απλή πλειοψηφία των μελών που την αποτελούν, κατόπιν προτάσεως από την Επιτροπή.

Όταν παραπέμπεται θέμα ενώπιόν της, η επιτροπή προσφυγών συνέρχεται το νωρίτερο δεκατέσσερις ημέρες, εξαιρουμένων δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων, και το αργότερο έξι εβδομάδες μετά την ημερομηνία παραπομπής. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, η επιτροπή προσφυγών διατυπώνει τη γνώμη της εντός διμήνου από την ημερομηνία παραπομπής.

Στην επιτροπή την προεδρία ασκεί ο εκπρόσωπος της Επιτροπής.

Ο πρόεδρος ορίζει την ημερομηνία συνεδριάσεως της επιτροπής προσφυγών σε στενή συνεργασία με τα μέλη της επιτροπής, για να παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη και στην Επιτροπή να εξασφαλίζουν εκπροσώπηση στο αρμόζον επίπεδο. Έως την 1η Απριλίου 2011, η Επιτροπή συγκαλεί την επιτροπή προσφυγών σε πρώτη συνεδρίαση για να εκδώσει τον εσωτερικό κανονισμό της.»

12

Το άρθρο 5 του κανονισμού 182/2011, με τίτλο «Διαδικασία εξέτασης», ορίζει στις παραγράφους 1 έως 4 τα εξής:

«1.   Οσάκις εφαρμόζεται η διαδικασία εξέτασης, η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της με την πλειοψηφία που ορίζεται στο άρθρο 16 παράγραφοι 4 και 5 [ΣΛΕΕ] και, κατά περίπτωση, στο άρθρο 238, παράγραφος 3, [ΣΛΕΕ], για πράξεις που εκδίδονται κατόπιν προτάσεως από την Επιτροπή. Οι ψήφοι των εκπροσώπων των κρατών μελών εντός της επιτροπής σταθμίζονται όπως ορίζουν τα άρθρα αυτά.

2.   Εφόσον η γνώμη της επιτροπής είναι θετική, η Επιτροπή εκδίδει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης.

3.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, αν η γνώμη της επιτροπής είναι αρνητική, η Επιτροπή δεν εκδίδει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης. Οσάκις η έκδοση εκτελεστικής πράξης κρίνεται αναγκαία, ο πρόεδρος μπορεί είτε να υποβάλει τροποποιημένη εκδοχή του σχεδίου εκτελεστικής πράξης στην ίδια επιτροπή εντός διμήνου από την έκδοση αρνητικής γνώμης είτε να υποβάλει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης εντός μηνός από αυτήν την έκδοση στην επιτροπή προσφυγών για περαιτέρω συζήτηση.

4.   Εφόσον δεν διατυπωθεί γνώμη, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο. Εφόσον η Επιτροπή δεν εκδώσει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης, ο πρόεδρος μπορεί να υποβάλει στην επιτροπή τροποποιημένη εκδοχή του.

[…]»

13

Το άρθρο 8 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή», προβλέπει, στις παραγράφους 1 έως 4:

«1.   Κατά παρέκκλιση των άρθρων 4 και 5, βασική πράξη μπορεί να προβλέπει ότι, όταν συντρέχουν δεόντως αιτιολογημένοι επιτακτικοί λόγοι επείγουσας ανάγκης, θα εφαρμόζεται το παρόν άρθρο.

2.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη που έχει άμεση εφαρμογή, χωρίς προηγούμενη υποβολή της σε επιτροπή, και παραμένει σε ισχύ για διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, εκτός εάν ορίζει άλλως η βασική πράξη.

3.   Το αργότερο 14 ημέρες μετά την έκδοσή της, ο πρόεδρος υποβάλλει στη σχετική επιτροπή την πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 2, για να λάβει τη γνώμη της.

4.   Εφόσον εφαρμόζεται η διαδικασία εξέτασης, σε περίπτωση έκδοσης αρνητικής γνώμης από την επιτροπή, η Επιτροπή καταργεί αμέσως την εκτελεστική πράξη που εκδόθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 2.»

14

Το άρθρο 9 του κανονισμού 182/2011, με τίτλο «Εσωτερικός κανονισμός», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Κάθε επιτροπή εκδίδει με απλή πλειοψηφία των μελών που την απαρτίζουν τον εσωτερικό της κανονισμό μετά από πρόταση του προέδρου της, με βάση πρότυπους κανόνες που εκπονούνται από την Επιτροπή μετά τη διενέργεια διαβουλεύσεων με τα κράτη μέλη. Αυτοί οι πρότυποι κανόνες δημοσιεύονται από την Επιτροπή στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι υπάρχουσες επιτροπές προσαρμόζουν τους εσωτερικούς τους κανονισμούς προς τους πρότυπους κανόνες, εφόσον είναι αναγκαίο.»

Οι αποφάσεις περί επιτροπολογίας

15

Το δεύτερο εδάφιο και οι δύο πρώτες περίοδοι του έκτου εδαφίου του άρθρου 2 της αποφάσεως 87/373/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1987, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (ΕΕ 1987, L 197, σ. 33), καθώς και το άρθρο 3, παράγραφος 2, και οι δύο πρώτες περίοδοι του άρθρου 4, παράγραφος 2, της αποφάσεως 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (ΕΕ 1999, L 184, σ. 23), η οποία κατήργησε την απόφαση 87/373 (στο εξής, από κοινού: αποφάσεις περί επιτροπών), έχουν πανομοιότυπο περιεχόμενο ως εξής:

«Ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει στην επιτροπή σχέδιο των ληπτέων μέτρων. Η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της επί του σχεδίου αυτού εντός προθεσμίας που μπορεί να ορίσει ο Πρόεδρος ανάλογα με το επείγον του θέματος.»

16

Η απόφαση 1999/468 καταργήθηκε με τον κανονισμό 182/2011.

Ο εσωτερικός κανονισμός της επιτροπής διαχειρίσεως

17

Το άρθρο 3 του εσωτερικού κανονισμού της επιτροπής διαχειρίσεως έχει ως εξής:

«1.   Για τον σκοπό του άρθρου 3, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011, η σύγκληση, η ημερήσια διάταξη καθώς και το σχέδιο της εκτελεστικής πράξης για το οποίο ζητείται η γνώμη της επιτροπής διαβιβάζονται από τον πρόεδρο στα μέλη της επιτροπής εγκαίρως πριν από την ημερομηνία της συνεδρίασης, λαμβανομένων υπόψη του επείγοντος καθώς και του σύνθετου χαρακτήρα του ζητήματος και, το αργότερο, 14 ημερολογιακές ημέρες πριν από την ημερομηνία της συνεδρίασης. Άλλα έγγραφα που έχουν σχέση με τη συνεδρίαση, ιδίως τα έγγραφα που συνοδεύουν την εκτελεστική πράξη υποβάλλονται, στο μέτρο του δυνατού, εντός της ίδιας προθεσμίας.

Εντούτοις, στις περιπτώσεις που απαιτείται τακτικώς τάχιστη δράση, ή όταν η βασική πράξη προβλέπει συγκεκριμένες και υποχρεωτικές προθεσμίες για ανάληψη δράσεως, μπορεί να τύχουν εφαρμογής συντομότερες προθεσμίες.[…]

2.   Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, ο πρόεδρος μπορεί, είτε με δική του/της πρωτοβουλία είτε ύστερα από αίτηση ενός μέλους της επιτροπής, να συντομεύσει την προθεσμία υποβολής των εγγράφων που αναφέρεται στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο. Πλην περιπτώσεων κατεπείγοντος, ειδικότερα προς αποφυγή σημαντικής διαταράξεως των αγορών στον τομέα της γεωργίας ή για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 325 […] ΣΛΕΕ, η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη των πέντε ημερολογιακών ημερών.»

Ιστορικό της διαφοράς

18

Η Tilly-Sabco είναι γαλλική εταιρία που δραστηριοποιείται στον τομέα της εξαγωγής ολόκληρων κατεψυγμένων κοτόπουλων προς τις χώρες της Μέσης Ανατολής.

19

Σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με τα άρθρα 162 και 164 του κανονισμού 1234/2007, η Επιτροπή καθορίζει τακτικά, μέσω εκτελεστικών κανονισμών, το ποσό των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του κρέατος πουλερικών.

20

Μετά την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) 525/2010 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2010, για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του κρέατος πουλερικών (ΕΕ 2010, L 152, σ. 5), το ποσό των επιστροφών αυτών μειώθηκε σταδιακά για τρεις κατηγορίες κατεψυγμένων κοτόπουλων. Κατ’ αρχάς, μειώθηκε από 40 ευρώ ανά 100 kg σε 32,50 ευρώ ανά 100 kg. Το τελευταίο αυτό ποσό, αφού διατηρήθηκε με οκτώ διαδοχικούς εκτελεστικούς κανονισμούς, μειώθηκε στη συνέχεια σε 21,70 ευρώ ανά 100 kg δυνάμει του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 962/2012 της Επιτροπής, της 18ης Οκτωβρίου 2012, για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του κρέατος πουλερικών (ΕΕ 2012, L 288, σ. 6).

21

Νέα μείωση, καθορίζουσα το ποσό των επιστροφών σε 10,85 ευρώ ανά 100 kg για τις εν λόγω τρεις κατηγορίες κατεψυγμένων κοτόπουλων, επήλθε με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 33/2013 της Επιτροπής, της 17ης Ιανουαρίου 2013, για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του κρέατος πουλερικών (ΕΕ 2013, L 14, σ. 15). Το ποσό αυτό διατηρήθηκε στη συνέχεια με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 360/2013 της Επιτροπής, της 18ης Απριλίου 2013, για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του κρέατος πουλερικών (ΕΕ 2013, L 109, σ. 27).

22

Με τον επίδικο κανονισμό, η Επιτροπή κατήργησε τον εκτελεστικό κανονισμό 360/2013 και όρισε μηδενικό ποσό επιστροφών κατά την εξαγωγή για τρεις κατηγορίες κατεψυγμένων κοτόπουλων, των οποίων οι κωδικοί είναι 0207 12 10 9900, 0207 12 90 9190 και 0207 12 90 9990. Το ποσό των επιστροφών για τα λοιπά έξι προϊόντα –κυρίως νεοσσούς– το οποίο επαναλαμβάνεται στο παράρτημα του επίδικου κανονισμού και είχε ορισθεί στο μηδέν με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 1056/2011 της Επιτροπής, της 20ής Οκτωβρίου 2011, για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του κρέατος πουλερικών (ΕΕ 2011, L 276, σ. 31), δεν τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με το παράρτημα του επίδικου κανονισμού, οι τόποι προορισμού τους οποίους αφορούν οι επιστροφές κατά την εξαγωγή είναι, μεταξύ άλλων, χώρες της Μέσης Ανατολής.

23

Το σχέδιο του επίδικου κανονισμού υποβλήθηκε και τέθηκε σε ψηφοφορία στη συνεδρίαση της 18ης Ιουλίου 2013 της επιτροπής διαχειρίσεως.

24

Όσον αφορά την ακολουθηθείσα συναφώς διαδικασία, η Επιτροπή διευκρίνισε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου τα ακόλουθα.

25

Στις 16 Ιουλίου 2013, ήτοι δύο ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της επιτροπής διαχειρίσεως, η Επιτροπή απέστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στα μέλη της επιτροπής διαχειρίσεως έγγραφο με τίτλο «EU Market situation for poultry» (Κατάσταση της αγοράς πουλερικών της Ένωσης).

26

Κατά τη διάρκεια του πρωινού της συνεδριάσεως της επιτροπής διαχειρίσεως της 18ης Ιουλίου 2013, η Επιτροπή παρουσίασε την κατάσταση της αγοράς πουλερικών. Η συνεδρίαση αυτή συνεχίστηκε το απόγευμα και μετά τις 13:00 η Επιτροπή υπέβαλε στην επιτροπή διαχειρίσεως το σχέδιο του επίδικου κανονισμού. Επρόκειτο για τυποποιημένο κανονισμό με επικαιροποιημένα μόνον τα αριθμητικά στοιχεία. Συγκεκριμένα, επρόκειτο για φωτοτυπία του προηγούμενου κανονισμού περί καθορισμού των επιστροφών κατά την εξαγωγή, στον οποίο είχαν διαγραφεί με μολύβι οι σχετικές με τα ποσά των επιστροφών αναφορές.

27

Στη συνέχεια, το σχέδιο του επίδικου κανονισμού τέθηκε σε ψηφοφορία. Ο γενικός διευθυντής της Γενικής Διευθύνσεως (ΓΔ) Γεωργίας και Αγροτικής Αναπτύξεως της Επιτροπής ολοκλήρωσε αυθημερόν, στις 15:46, τις διατυπώσεις επικυρώσεως, προκειμένου να καταστεί δυνατή η δημοσίευση του επίδικου κανονισμού την επόμενη ημέρα στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς άμεση θέση σε ισχύ και εφαρμογή.

28

Οι αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 3, 6 και 7 του επίδικου κανονισμού έχουν ως εξής:

«(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 162, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1234/2007, η διαφορά μεταξύ των τιμών των προϊόντων που απαριθμούνται στο μέρος ΧΧ του παραρτήματος Ι του εν λόγω κανονισμού στην παγκόσμια αγορά και των τιμών των εν λόγω προϊόντων στην Ένωση μπορεί να καλυφθεί με επιστροφή κατά την εξαγωγή.

(2)

Λαμβανομένης υπόψη της παρούσας κατάστασης της αγοράς κρέατος πουλερικών, είναι σκόπιμο να καθοριστούν επιστροφές κατά την εξαγωγή σύμφωνα με τους κανόνες και τα κριτήρια που προβλέπονται στα άρθρα 162, 163, 164, 167 και 169 του κανονισμού (ΕΚ) 1234/2007.

(3)

Το άρθρο 164, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1234/2007 προβλέπει ότι είναι δυνατή η διαφοροποίηση των επιστροφών τους ανάλογα με τον τόπο προορισμού, ιδίως αν η κατάσταση της διεθνούς αγοράς, οι ειδικές ανάγκες ορισμένων αγορών ή οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο [218 ΣΛΕΕ] το καθιστούν αναγκαίο.

[…]

(6)

Προκειμένου να αποφευχθούν αποκλίσεις από την τρέχουσα κατάσταση της αγοράς, να αποτραπεί η κερδοσκοπία στην αγορά και να εξασφαλιστεί αποτελεσματική διαχείριση, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(7)

Η [επιτροπή διαχείρισης] δεν διατύπωσε γνώμη στην προθεσμία που όρισε ο πρόεδρός της.»

29

Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του επίδικου κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Επιστροφές κατά την εξαγωγή, όπως αυτές προβλέπονται στο άρθρο 164 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, χορηγούνται για τα προϊόντα και για τα ποσά τα οποία παρατίθενται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού […]».

30

Στο εν λόγω παράρτημα, καθορίζονται μηδενικά ποσά επιστροφών κατά την εξαγωγή για το σύνολο των σχετικών προϊόντων.

31

Ο επίδικος κανονισμός υπογράφηκε από τον γενικό διευθυντή της ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Αναπτύξεως, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 19 Ιουλίου 2013 και τέθηκε σε ισχύ αυθημερόν.

Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

32

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 6 Αυγούστου 2013, η Tilly-Sabco άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση του επίδικου κανονισμού.

33

Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προέβαλε πέντε λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αφορούν, ο πρώτος, παράβαση ουσιώδους τύπου και καταστρατήγηση διαδικασίας, ο δεύτερος, διαδικαστική πλημμέλεια και αναρμοδιότητα, ο τρίτος, έλλειψη αιτιολογίας, ο τέταρτος, παράβαση νόμου ή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και, ο πέμπτος, παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

34

Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο, κατ’ αρχάς, έκρινε την προσφυγή παραδεκτή, κρίνοντας ότι ο επίδικος κανονισμός εμπίπτει στο πεδίο των μη επαγομένων εκτελεστικά μέτρα κανονιστικών πράξεων, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, στη συνέχεια απέρριψε την προσφυγή επί της ουσίας και, τέλος, καταδίκασε την Tilly-Sabco στα δικαστικά της έξοδα.

Αιτήματα των διαδίκων

35

Η Tilly-Sabco ζητεί από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση,

να ακυρώσει τον επίδικο κανονισμό, και

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

36

Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και

να καταδικάσει την Tilly-Sabco στα δικαστικά έξοδα.

Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

37

Προς στήριξη των αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Tilly-Sabco προβάλλει τέσσερις λόγους αναιρέσεως. Ο πρώτος, ο οποίος διαιρείται σε πέντε σκέλη, αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία τόσο του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011 όσο και των άρθρων 162 και 164 του κανονισμού 1234/2007, ο δεύτερος, από αναρμοδιότητα του γενικού διευθυντή της ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Αναπτύξεως προς υπογραφή του επίδικου κανονισμού, ο τρίτος, ο οποίος διαιρείται σε πέντε σκέλη, από παράβαση του άρθρου 296 ΣΛΕΕ, από πλείονες αντιφατικές αιτιολογίες καθώς και από παραβάσεις του άρθρου 164, παράγραφος 3, του κανονισμού 1234/2007 και, ο τέταρτος, ο οποίος διαιρείται σε τρία σκέλη, από αντιφατική αιτιολογία, παραβάσεις του άρθρου 164, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1234/2007 και παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων.

38

Κατ’ αρχάς, πρέπει να συνεξετασθούν το πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο δεύτερος λόγος, το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου καθώς και το πρώτο και δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου, που αντλούνται, κατ’ ουσίαν, από εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 162 και 164 του κανονισμού 1234/2007, ενώ, στη συνέχεια πρέπει να συνεξετασθούν το πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011.

Επί του πέμπτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως καθώς και του πρώτου και του δεύτερου σκέλους του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, που αντλούνται από εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 162 και 164 του κανονισμού 1234/2007

Επιχειρήματα των διαδίκων

39

Με το πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Tilly-Sabco προβάλλει αντιφατική αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου καθ’ ο μέρος αυτό απέρριψε το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της προσφυγής.

40

Συναφώς, η Tilly-Sabco είναι της γνώμης ότι, στις σκέψεις 149 και 255 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου παράθεση της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής καταδεικνύει την κατάχρηση εξουσίας, καθόσον η Επιτροπή βασίστηκε στο άρθρο 164 του κανονισμού 1234/2007, χρησιμοποιώντας την επιτροπή διαχειρίσεως για να λάβει την πολιτική απόφαση καταργήσεως των επιστροφών κατά την εξαγωγή, απόφαση η οποία έπρεπε να ληφθεί βάσει μόνον του άρθρου 162 του εν λόγω κανονισμού.

41

Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 162 έως 164 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αγνόησε τον αντίκτυπο της παραλείψεως της Επιτροπής, τον Οκτώβριο του 2013, να εκδώσει νέο περιοδικό κανονισμό για διατήρηση, ενδεχομένως, μηδενικού ποσού επιστροφών, λόγω της καταστάσεως της αγοράς, όπως είχε πράξει στο παρελθόν σε περίπτωση διατηρήσεως του συντελεστή επιστροφών.

42

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Tilly-Sabco προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι ερμήνευσε εσφαλμένως το άρθρο 164, παράγραφος 2, του κανονισμού 1234/2007 και αιτιολόγησε αντιφατικώς την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καθ’ ο μέρος απέρριψε τον δεύτερο λόγο της προσφυγής της, με τον οποίο προβάλλεται αναρμοδιότητα του γενικού διευθυντή της ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Αναπτύξεως προς υπογραφή του επίδικου κανονισμού, απορρίπτοντας στη σκέψη 200 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το επιχείρημά της ότι ο επίδικος κανονισμός δεν μπορεί να χαρακτηριστεί περιοδικό γεωργικό μέσο.

43

Συναφώς, η Tilly Sabco επισημαίνει ότι συνομολογείται ότι ο επίδικος κανονισμός δεν ανανεώθηκε και συνάγει ότι δεν μπορεί να χαρακτηριστεί περιοδικό γεωργικό μέσο. Υπενθυμίζει ότι η πρακτική της Επιτροπής ήταν η ανά τρεις μήνες έκδοση κανονισμών για τις επιστροφές και ότι η Επιτροπή αποφάσισε να μη συγκαλέσει την επιτροπή διαχειρίσεως για να επαναξιολογήσει, τον Οκτώβριο του 2013, τον συντελεστή των επιστροφών. Αν επρόκειτο όμως για περιοδικό γεωργικό μέσο, η Επιτροπή υποχρεούνταν να προβεί στην εν λόγω επαναξιολόγηση.

44

Με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Tilly-Sabco υποστηρίζει ότι οι σκέψεις 253 έως 259 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ενέχουν αντιφατική αιτιολογία καθόσον αναφέρουν ότι ο καθορισμός μηδενικού ποσού επιστροφών κατά την εξαγωγή εντάσσεται σε σταδιακή μείωση του ποσού των εν λόγω επιστροφών και η τελευταία αυτή μείωση δεν διέφερε διαρθρωτικώς από τις προηγούμενες μειώσεις. Συγκεκριμένα, κατά την Tilly-Sabco, η εν λόγω σταδιακή μείωση ήταν πολιτική απόφαση και όχι εφαρμογή των κριτηρίων που θέτει το άρθρο 164, παράγραφος 3, του κανονισμού 1234/2007, όπως αναγνώρισε πρωτοδίκως η Επιτροπή στο υπόμνημά της αντικρούσεως, αναφερόμενη σε αναληφθείσα συναφώς διεθνή δέσμευση.

45

Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η Tilly-Sabco προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι αιτιολόγησε αντιφατικώς την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και ότι παρέβη το άρθρο 164, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1234/2007 κάνοντας δεκτές, στις σκέψεις 301 και 302 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, διαφορετικές περιόδους αναφοράς και λαμβάνοντας υπόψη πολλά έτη για την κατά τη διάταξη αυτή απαιτούμενη αξιολόγηση της «επικρατούσας καταστάσεως» των διεθνών αγορών και της εσωτερικής αγοράς.

46

Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, η Tilly-Sabco υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 164, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1234/2007 επικυρώνοντας την πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στην οποία υπέπεσε η Επιτροπή. Η Tilly-Sabco επισημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 289 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η διαφορά τιμών με τα κοτόπουλα προελεύσεως Βραζιλίας υπολογιζόταν σε 44,73 ευρώ ανά 100 kg. Παρατηρεί ότι η διαφορά αυτή είναι σημαντική και επιβάλλει τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή. Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη μόνον τη διεθνή αγορά και όχι και την εσωτερική αγορά, όπως απαιτεί η διάταξη αυτή.

47

Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία της Tilly-Sabco και ισχυρίζεται, ειδικότερα, ότι η επιχειρηματολογία ερείδεται σε παρανόηση των σκοπών που επιδιώκονται με τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

48

Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι η Tilly-Sabco, με την επιχειρηματολογία της περί αντιφατικής αιτιολογίας την οποία ενέχει η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, αμφισβητεί στην πραγματικότητα την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτίμηση της νομιμότητας του επίδικου κανονισμού σε σχέση με τα άρθρα 162 και 164 του κανονισμού 1234/2007, δεδομένου ότι το δικαστήριο αυτό απέρριψε το σύνολο των λόγων και επιχειρημάτων της ως άνω εταιρίας με τα οποία αμφισβητείται η εν λόγω νομιμότητα.

49

Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι, από το σύνολο των άρθρων 39 και 40 ΣΛΕΕ, των αιτιολογικών σκέψεων 65 και 77 του κανονισμού 1234/2007 καθώς και του άρθρου 164, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού, προκύπτει ότι ο πρωταρχικός σκοπός που επιδιώκεται με την κατά περίπτωση χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή είναι η σταθεροποίηση της εσωτερικής αγοράς, όπως ορθώς ισχυρίζεται η Επιτροπή.

50

Συναφώς, το άρθρο 162 του κανονισμού 1234/2007 παρέχει διακριτική ευχέρεια στην Επιτροπή για τη θέσπιση ή τη μη θέσπιση επιστροφών κατά την εξαγωγή καθώς και, ως εκ τούτου, για την κατάργηση κάθε θεσπισθείσας επιστροφής.

51

Κατά το άρθρο 164, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, η Επιτροπή καθορίζει τις επιστροφές, μεταξύ άλλων, περιοδικώς τουλάχιστον μία φορά κάθε τρεις μήνες, οι δε επιστροφές αυτές μπορούν να διατηρούνται στο ίδιο επίπεδο για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών ή, εάν απαιτείται, να τροποποιούνται ενδιαμέσως.

52

Το άρθρο 164, παράγραφος 3, του κανονισμού 1234/2007 διευκρινίζει τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ποσού των επιστροφών, επιτρέποντας συγχρόνως στην Επιτροπή να δέχεται ένα ή πλείονα από τα στοιχεία αυτά.

53

Επομένως, κατά το άρθρο 164, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού, μπορεί να λαμβάνεται υπόψη η επικρατούσα κατάσταση και οι μελλοντικές τάσεις όσον αφορά τις τιμές του εν λόγω προϊόντος στην εσωτερική αγορά, καθώς και οι τιμές του προϊόντος αυτού στη διεθνή αγορά. Βάσει του ως άνω άρθρου, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη οι σκοποί της κοινής οργανώσεως των αγορών, που συνίστανται στη διασφάλιση της ισορροπίας των εν λόγω αγορών και της φυσικής αναπτύξεως των τιμών και των συναλλαγών.

54

Κατ’ αρχάς, προκύπτει ότι, εφόσον δεν επιβάλλεται κανένα συγκεκριμένο ποσό και καμία ιδιαίτερη μέθοδος υπολογισμού, ειδικότερα, από το άρθρο 164, παράγραφος 3, του κανονισμού 1234/2007, τίποτα δεν εμποδίζει τον προσωρινό καθορισμό μηδενικού ποσού κατόπιν της εξετάσεως, από την Επιτροπή, των στοιχείων που αφορά η διάταξη αυτή.

55

Εν συνεχεία, εφόσον το άρθρο 164, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού επιτρέπει στην Επιτροπή είτε να διατηρήσει τις επιστροφές στο ίδιο επίπεδο για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών είτε να τις τροποποιήσει ενδιαμέσως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η διάταξη αυτή της επιβάλλει να συγκαλεί συστηματικώς, κάθε τρεις μήνες, συνεδριάσεις της επιτροπής διαχειρίσεως, με μοναδικό σκοπό να επικυρώνει την ανανέωση των προηγουμένως καθορισθεισών επιστροφών. Πράγματι, η ερμηνεία αυτή, η οποία θα υποχρέωνε την Επιτροπή και την επιτροπή διαχειρίσεως να συνεδριάζουν ασκόπως, δεν συνάδει με την αρχή της χρηστής διοικήσεως.

56

Τέλος, δεδομένου ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 164, παράγραφος 3, του κανονισμού 1234/2007, η Επιτροπή μπορεί να καθορίσει τις επιστροφές κατά την εξαγωγή βάσει ενός ή περισσοτέρων στοιχείων της διατάξεως αυτής, πρέπει να θεωρηθεί ότι κανονισμός εκδοθείς βάσει της εν λόγω διατάξεως δεν ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, αν η εκτίμηση αυτή μπορεί θεμιτώς να βασίζεται τουλάχιστον σε ένα από τα εν λόγω στοιχεία.

57

Εν προκειμένω, πρώτον, από το άρθρο 1, παράγραφος 1, του επίδικου κανονισμού καθώς και από τις αιτιολογικές του σκέψεις 2 και 3 προκύπτει ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας τον κανονισμό αυτόν, δεν κατήργησε, βάσει του άρθρου 162 του κανονισμού 1234/2007, τις προηγουμένως χορηγηθείσες επιστροφές κατά την εξαγωγή που είχαν καθορισθεί σε ποσό άνω του μηδενός, αλλά καθόρισε σε μηδενικό ποσό, βάσει του άρθρου 164 του κανονισμού 1234/2007, τις επίδικες επιστροφές κατά την εξαγωγή.

58

Δεύτερον, δεν αμφισβητείται ότι ο καθορισμός αυτός βασιζόταν, μεταξύ άλλων, στο κριτήριο που θέτει το άρθρο 164, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1234/2007.

59

Η μομφή όμως της Tilly-Sabco προς το Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά την εκτίμησή του, την εσωτερική αγορά και παρερμήνευσε το γεγονός ότι η διαφορά τιμών με τα κοτόπουλα προελεύσεως Βραζιλίας επέβαλε τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή ερείδεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε λεπτομερώς, στα σημεία 282 έως 294 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την επικρατούσα στην εσωτερική αγορά κατάσταση κατά τον χρόνο εκδόσεως του επίδικου κανονισμού.

60

Εξάλλου, η επιχειρηματολογία αυτή ερείδεται, όπως ορθώς ισχυρίζεται η Επιτροπή, σε παρανόηση των σκοπών των επιστροφών κατά την εξαγωγή γενικώς και του άρθρου 164, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1234/2007 ειδικότερα, δεδομένου ότι διαφορά τιμής ουδόλως επιβάλλει, αφεαυτής, τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή.

61

Επομένως, η επιχειρηματολογία της Tilly-Sabco που αντλείται από την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου παράβαση του άρθρου 164, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1234/2007 στερείται παντελώς ερείσματος.

62

Υπό τις συνθήκες αυτές και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 56 της παρούσας αποφάσεως, η επιχειρηματολογία με την οποία η Tilly-Sabco αμφισβητεί την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου περί της νομιμότητας του επίδικου κανονισμού σε σχέση με το άρθρο 164, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1234/2007 πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.

63

Τρίτον, η επιχειρηματολογία της Tilly-Sabco σχετικά με την παράλειψη της Επιτροπής να εκδώσει, τον Οκτώβριο του 2013, νέο κανονισμό, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είναι παραδεκτή, δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να ευδοκιμήσει, λαμβανομένων υπόψη όσων εκτέθηκαν στη σκέψη 55 της παρούσας αποφάσεως. Εντεύθεν προκύπτει, εξάλλου, ότι η αρμοδιότητα του γενικού διευθυντή της ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Αναπτύξεως προς υπογραφή του επίδικου κανονισμού ουδόλως τίθεται εν αμφιβόλω από την επιχειρηματολογία αυτή.

64

Τέταρτον, καθόσον η Tilly-Sabco εκτιμά ότι τα στοιχεία που προέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου μπορούν να στοιχειοθετήσουν κατάχρηση εξουσίας, υπενθυμίζεται ότι πράξη ενέχει κατάχρηση εξουσίας μόνον όταν προκύπτει, βάσει αντικειμενικών, λυσιτελών και συγκλινουσών ενδείξεων, ότι εκδόθηκε με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό διαφορετικό από τους προβαλλόμενους ή προς παράκαμψη μιας διαδικασίας που προβλέπει ειδικά η Συνθήκη για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων περιστάσεων (βλ. απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2013, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C-117/10, EU:C:2013:786, σκέψη 96).

65

Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση ότι η Tilly-Sabco δεν προσκόμισε τέτοιες ενδείξεις.

66

Πράγματι, αφενός, όσον αφορά τους επιδιωκόμενους από την Επιτροπή σκοπούς κατά την έκδοση του επίδικου κανονισμού, βάσει ουδενός στοιχείου της δικογραφίας μπορεί να υποστηριχθεί ότι το θεσμικό αυτό όργανο επιδίωκε αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό διαφορετικό από τον προβαλλόμενο με τις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 3 του κανονισμού αυτού, ήτοι τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή σύμφωνα με το άρθρο 164 του κανονισμού 1234/2007.

67

Συναφώς, επισημαίνεται ότι η διάταξη αυτή παρέχει διακριτική ευχέρεια στην Επιτροπή και η παράλειψη του θεσμικού αυτού οργάνου να εκδώσει, τον Οκτώβριο του 2013, νέο κανονισμό καθώς και η υποτιθέμενη μνεία της Επιτροπής περί διεθνών δεσμεύσεων αναληφθεισών πριν από την έκδοση του επίδικου κανονισμού δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αντικειμενικές, λυσιτελείς και συγκλίνουσες ενδείξεις, δυνάμενες να αποδείξουν ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο επιδίωκε σκοπούς διαφορετικούς από τους προβαλλόμενους, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 164, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1234/2007.

68

Αφετέρου, η Tilly-Sabco δεν ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή επεδίωξε να παρακάμψει διαδικασία προβλεπόμενη από το πρωτογενές δίκαιο.

69

Από τις προεκτεθείσες σκέψεις δεν προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δυνάμενη να δικαιολογήσει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

70

Υπό τις συνθήκες αυτές, το πέμπτο σκέλος του πρώτου λόγου, ο δεύτερος λόγος, το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου καθώς και το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Επί του πρώτου, του δεύτερου, του τρίτου και του τέταρτου σκέλους του πρώτου λόγου, που αντλούνται από εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011

Επιχειρήματα των διαδίκων

71

Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Tilly-Sabco ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως, στις σκέψεις 89 και 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την έννοια της «προθεσμίας που χαρακτηρίζεται από αναλογικότητα» κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011.

72

Η διάταξη αυτή, καθόσον προβλέπει ότι «οι προθεσμίες χαρακτηρίζονται από αναλογικότητα και παρέχουν έγκαιρα και πραγματικά στα μέλη της [επιτροπής διαχειρίσεως] δυνατότητες να εξετάσουν το σχέδιο εκτελεστικής πράξης και να εκφράσουν τις απόψεις τους», σκοπεί στο να διασφαλίσει στην επιτροπή αυτή επαρκή προθεσμία διασκέψεως και αναλύσεως.

73

Η υποβολή όμως στα μέλη της επιτροπής διαχειρίσεως, μετά τις 13.00, του σχεδίου του επίδικου κανονισμού όπου περιλαμβάνονταν τα αριθμητικά στοιχεία των επιστροφών, ενώ η συνεδρίαση της επιτροπής αυτής τελείωσε στις 15.46, δεν τους παρέσχε, κατά την άποψη της Tilly-Sabco, «έγκαιρα και πραγματικά, δυνατότητες να εξετάσουν το σχέδιο εκτελεστικής πράξης και να εκφράσουν τις απόψεις τους» και, επομένως, δεν συνιστά «προθεσμία που χαρακτηρίζεται από αναλογικότητα» κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.

74

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Tilly-Sabco υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τη διάταξη αυτή κρίνοντας ότι η επίδικη κατάσταση ήταν επείγουσα ενώ η Επιτροπή δεν είχε προβάλει κανέναν λόγο επείγοντος.

75

Η Τilly-Sabco παρατηρεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011 επιτρέπει τη μη τήρηση της προβλεπόμενης προθεσμίας σε «δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις» και, επομένως, η προθεσμία αυτή μπορεί να μειωθεί «σύμφωνα με το επείγον του θέματος». Ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 111 και 112 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν προέβαλε την ύπαρξη επείγοντος εν προκειμένω και ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, παρά ταύτα, στις σκέψεις 113 έως 119 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η εν λόγω κατάσταση ήταν επείγουσα, όπερ δικαιολογούσε τη μη τήρηση της ως άνω προθεσμίας.

76

Με το σκεπτικό αυτό, το Γενικό Δικαστήριο όχι μόνον έκανε δεκτή δικαιολογία που δεν είχε επικαλεσθεί η Επιτροπή, αλλά και αιτιολόγησε αντιφατικώς την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Εξάλλου, ο κίνδυνος διαρροής των προτεινομένων αξιών δεν αποδεικνύεται, δεν αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011 και, επομένως, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μη ύπαρξη προθεσμίας εξετάσεως του υπό κρίση σχεδίου. Πράγματι, ο πρότυπος εσωτερικός κανονισμός αναφέρει ότι συντρέχει εξαιρετικά επείγουσα περίπτωση «ιδίως όταν απειλείται η υγεία των ανθρώπων ή των ζώων».

77

Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Tilly-Sabco ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως τον σκοπό της προθεσμίας που αφορά η εν λόγω διάταξη.

78

Η Tilly-Sabco επισημαίνει, αφενός, ότι η ίδια διάταξη απαιτεί το σχέδιο εκτελεστικής πράξεως, στο οποίο περιλαμβάνεται το ποσό των προτεινομένων επιστροφών, να υποβάλλεται εντός της προβλεπομένης προθεσμίας και, αφετέρου, ότι το Γενικό Δικαστήριο ανέφερε, στη σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι στοιχεία περί της καταστάσεως της εξεταζόμενης αγοράς εστάλησαν εγκαίρως στα μέλη της επιτροπής διαχειρίσεως. Η αποστολή όμως των εγγράφων αυτών δεν αντισταθμίζει τη μη τήρηση της προθεσμίας υποβολής του σχεδίου του επίδικου κανονισμού.

79

Αντιθέτως προς όσα αφήνει να εννοηθούν το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η υποβολή των εγγράφων αυτών δεν έδωσε στα εν λόγω μέλη τη δυνατότητα να θέσουν ερωτήσεις στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η αναιρεσείουσα, περί του σχεδιαζόμενου ποσού των επιστροφών. Εξάλλου, σε καμία περίπτωση τα εν λόγω έγγραφα δεν αρκούσαν για να έχουν τα μέλη της επιτροπής διαχειρίσεως τη δυνατότητα να δώσουν εμπεριστατωμένη γνώμη, δεδομένου ότι στα έγγραφα αυτά δεν περιλαμβανόταν το προτεινόμενο ποσό.

80

Κατά συνέπεια, δεν μπόρεσε να λάβει χώρα πραγματική συζήτηση μεταξύ των κρατών μελών, πριν από τη συνεδρίαση της επιτροπής διαχειρίσεως, ή μεταξύ των μελών της επιτροπής αυτής κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως η οποία διεξήχθη στο πρωί της 18ης Ιουλίου 2013, κατά παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011, το οποίο απαιτεί ρητώς να παρέχονται «πραγματικά δυνατότητες» στα μέλη της εν λόγω επιτροπής για να εξετάσουν το σχέδιο της εκτελεστικής πράξεως και να εκφράσουν τις απόψεις τους.

81

Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Tilly-Sabco προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη τη διάταξη αυτή επικυρώνοντας παράνομη πρακτική της Επιτροπής, περιγραφείσα ως πάγια από το 1962, και απαλλάσσοντας την Επιτροπή από κάθε υποχρέωση αιτιολογήσεως της συντομότερης προθεσμίας. Παρατηρεί ότι, αν η πρακτική αυτή ήταν πράγματι πάγια και απαραίτητη, τίποτα δεν θα είχε εμποδίσει την Επιτροπή να τη λάβει υπόψη, μετά 39 έτη εφαρμογής, κατά την έκδοση του κανονισμού 182/2011.

82

Η Επιτροπή θεωρεί ότι το πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως αποσκοπούν μόνον σε επίκριση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως υπό την έννοια ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς έκρινε ότι η διαβούλευση της Επιτροπής με την επιτροπή διαχειρίσεως ήταν σύννομη. Η περιλαμβανόμενη όμως στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011 και του άρθρου 3 του εσωτερικού κανονισμού της επιτροπής διαχειρίσεως δεν ενέχει καμία πλάνη.

83

Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στο πλαίσιο της κυριαρχικής εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, ότι τα μέλη της επιτροπής διαχειρίσεως ήσαν, χάρη στις προσκομισθείσες από την Επιτροπή πληροφορίες περί της καταστάσεως της αγοράς, σε θέση να συζητήσουν για το σχέδιο του επίδικου κανονισμού κατά τη διάρκεια του πρωινού πριν από την έκδοσή του και δεν διαμαρτυρήθηκαν για τον τρόπο δράσεως της Επιτροπής.

84

Εν πάση περιπτώσει, κατά την Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς επισήμανε, στις σκέψεις 123 και 124 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι κανόνες διαβουλεύσεως με μια επιτροπή αποσκοπούν στη διασφάλιση της τηρήσεως των προνομίων των μελών της και όχι στην προστασία των δικαιωμάτων των οικονομικών φορέων. Κατά συνέπεια, οι οικονομικοί φορείς δεν μπορούν να επικαλεστούν τυχόν παραβίαση των κανόνων αυτών.

85

Η Επιτροπή προσθέτει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, επιπλέον, στις σκέψεις 125 έως 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Tilly-Sabco δεν απέδειξε, όπως απαιτεί η νομολογία του Δικαστηρίου, ότι, εάν δεν συνέτρεχε η προβαλλομένη παραβίαση, το αποτέλεσμα της διαδικασίας θα ήταν διαφορετικό. Η αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχει κανένα στοιχείο δυνάμενο να ανατρέψει τη διαπίστωση αυτή, μολονότι δεν υφίσταται κανένα νομικό ή ουσιαστικό κώλυμα για τη μη προσκόμιση της αποδείξεως αυτής εν προκειμένω. Διαπιστώνεται ότι το αποτέλεσμα της διαβουλεύσεως με την επιτροπή διαχειρίσεως θα ήταν το ίδιο αν η επιτροπή αυτή είχε στη διάθεσή της συμπληρωματική προθεσμία δέκα ημερών για να εξετάσει το σχέδιο του επίδικου κανονισμού εφόσον όλα τα δεδομένα οδηγούσαν σε καθορισμό μηδενικών επιστροφών.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

86

Στις σκέψεις 83 έως 120 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι συνάδει με τις απαιτήσεις του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011 η επίδικη πρακτική της Επιτροπής που περιγράφεται στις σκέψεις 76 έως 78 της αποφάσεως αυτής και συνίσταται, κατ’ ουσίαν, στην υποβολή μόνον κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων της επιτροπής διαχειρίσεως των σχεδίων κανονισμών οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως «τυποποιημένοι» και διαφέρουν από τους κανονισμούς που αντικαθιστούν απλώς και μόνον λόγω τροποποιήσεως των αριθμητικών στοιχείων.

87

Ενώ η Tilly-Sabco αμφισβητεί τη συμβατότητα της πρακτικής αυτής με τις εν λόγω απαιτήσεις, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου είναι βάσιμο και ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι η Tilly-Sabco δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να επικαλεστεί παραβίαση της διατάξεως αυτής, ακόμη και αν υποτεθεί ότι στοιχειοθετείται.

88

Συναφώς, πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, καίτοι το άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ περιλαμβάνει ενιαίο ορισμό της έννοιας του «κανονισμού», η Συνθήκη ΛΕΕ διακρίνει τους «νομοθετικούς» κανονισμούς που εκδίδονται σύμφωνα με τη συνήθη τακτική ή ειδική νομοθετική διαδικασία, τους οποίους αφορά το άρθρο 289 ΣΛΕΕ, τους «κατ’ εξουσιοδότηση» κανονισμούς που εκδίδει η Επιτροπή, οι οποίοι αποσκοπούν στη συμπλήρωση ή τροποποίηση ορισμένων μη ουσιωδών στοιχείων των νομοθετικών πράξεων και προβλέπονται στο άρθρο 290 ΣΛΕΕ, και, τέλος, τους «εκτελεστικούς» κανονισμούς που καθορίζονται στο άρθρο 291 ΣΛΕΕ.

89

Κατά το άρθρο 291, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη θεσπίζουν κατ’ αρχήν όλα τα μέτρα εσωτερικού δικαίου που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των νομικά δεσμευτικών πράξεων της Ένωσης. Κατά το γράμμα της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, πλην ειδικών περιπτώσεων, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει εκτελεστικές πράξεις μόνον όταν απαιτούνται ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση των νομικά δεσμευτικών πράξεων της Ένωσης και οι πράξεις αυτές αναθέτουν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή.

90

Επί του τελευταίου αυτού σημείου, το άρθρο 291, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ θεσπίζει τον εκ μέρους των κρατών μελών έλεγχο της ασκήσεως των εκτελεστικών αυτών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή και διευκρινίζει ότι εναπόκειται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να θεσπίζουν εκ των προτέρων, μέσω «εκτελεστικού» κανονισμού, τους γενικούς κανόνες και αρχές σχετικά με τους λεπτομέρειες του ελέγχου αυτού.

91

Από την πρώτη περίοδο του προοιμίου και την αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού 182/2011, που παραπέμπουν στο άρθρο 291, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και επαναλαμβάνουν το γράμμα της διατάξεως αυτής, την αιτιολογική σκέψη 7 του εν λόγω κανονισμού και το άρθρο 3, παράγραφος 7, που διευκρινίζουν ότι ο ίδιος κανονισμός θεσπίζει τον μηχανισμό ελέγχου που απαιτεί το άρθρο 291, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, καθώς και την αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού 182/2011, κατά την οποία ο κανονισμός αυτός αποσκοπεί στο να ληφθούν υπόψη οι θεσμικές απαιτήσεις της Συνθήκης ΛΕΕ, προκύπτει ότι ο εν λόγω κανονισμός είναι «εκτελεστικός».

92

Ως εκ τούτου, ο κανονισμός 182/2011, ο οποίος αντικατέστησε την απόφαση 1999/468, θεσπίζει τους γενικούς κανόνες και αρχές περί των λεπτομερειών του εν λόγω ελέγχου.

93

Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις 8 και 9 του κανονισμού 182/2011, για λόγους απλουστεύσεως, ο αριθμός των διαδικασιών μειώθηκε σε δύο, οπότε διατηρήθηκαν μόνον η συμβουλευτική διαδικασία και η διαδικασία εξετάσεως, και θεσπίστηκαν κοινοί διαδικαστικοί κανόνες για τις επιτροπές, συμπεριλαμβανομένων των βασικών διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία τους.

94

Στο πλαίσιο της διαδικασίας εξετάσεως, την οποία αφορά το άρθρο 5 του κανονισμού 182/2011 και είναι εφαρμοστέα εν προκειμένω, η επιτροπή εκδίδει τη γνώμη της με την πλειοψηφία που καθορίζεται, κατά περίπτωση, στο άρθρο 16, παράγραφοι 4 και 5, ΛΕΕ ή στο άρθρο 238, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011, αν η γνώμη αυτή είναι αρνητική, εμποδίζει την έκδοση του σχεδίου εκτελεστικής πράξεως.

95

Οι ουσιώδεις διατάξεις που διέπουν τη συμβουλευτική διαδικασία και τη διαδικασία εξετάσεως περιλαμβάνονται στο άρθρο 3 του κανονισμού 182/2011.

96

Όσον αφορά το περιεχόμενο των κανόνων που θεσπίζει το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011, οι κανόνες αυτοί πρέπει να συγκριθούν με τις αντίστοιχες διατάξεις των αποφάσεων περί επιτροπολογίας που ίσχυαν κατά το χρονικό διάστημα που καθιερώθηκε η επίδικη πρακτική της Επιτροπής.

97

Συναφώς, πρώτον, επισημαίνεται ότι, καίτοι οι αποφάσεις περί επιτροπολογίας προέβλεπαν ότι σχέδιο προς λήψη μέτρων πρέπει να υποβληθεί σε επιτροπή, ο κανονισμός 182/2011 απαιτεί, στο άρθρο 3, παράγραφος 3, το σχέδιο εκτελεστικής πράξεως να υποβάλλεται στην επιτροπή αυτή.

98

Δεύτερον, ενώ οι αποφάσεις περί επιτροπολογίας δεν επέβαλαν καμία προθεσμία μεταξύ της υποβολής του σχεδίου μέτρων, της αποστολής σχεδίου ημερησίας διατάξεως και της διεξαγωγής της αντίστοιχης συνεδριάσεως της επιτροπής διαχειρίσεως, ο κανονισμός 182/2011 τάσσει προθεσμία τουλάχιστον δεκατεσσάρων ημερών, πλην δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων, μεταξύ της υποβολής του σχεδίου εκτελεστικής πράξεως και του σχεδίου ημερησίας διατάξεως στην επιτροπή διαχειρίσεως και της συγκλήσεως συνεδριάσεως της επιτροπής αυτής.

99

Τρίτον, διαπιστώνεται ότι τα προβλεπόμενα στον κανονισμό 182/2011 για τον καθορισμό της προθεσμίας εντός της οποίας η επιτροπή εκδίδει τη γνώμη της ταυτίζονται με όσα αναφέρουν οι αποφάσεις περί επιτροπολογίας. Επομένως, η δεύτερη αυτή προθεσμία μπορεί να καθορισθεί από τον πρόεδρο της επιτροπής σε συνάρτηση με το επείγον του υπό κρίση ζητήματος.

100

Τέταρτον, η θέσπιση, στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011, δύο διαφορετικών προθεσμιών που πρέπει να τηρηθούν ενισχύεται από τη χρήση του πληθυντικού αριθμού στη συντριπτική πλειονότητα των γλωσσικών αποδόσεων της τελευταίας περιόδου της διατάξεως αυτής, ήτοι «[ο]ι προθεσμίες χαρακτηρίζονται από αναλογικότητα και παρέχουν», καθώς και από το γεγονός ότι το άρθρο 3, παράγραφος 7, τρίτο εδάφιο, θεσπίζει δύο παρεμφερείς προθεσμίες στο πλαίσιο της νέας διαδικασίας παραπομπής σε επιτροπή προσφυγών.

101

Πέμπτον, διαπιστώνεται ότι, καίτοι η πρώτη από τις δύο αυτές προθεσμίες μπορεί να μειωθεί «σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις» και η δεύτερη καθορίζεται «σε συνάρτηση με το επείγον του ζητήματος», αμφότερες πρέπει να «χαρακτηρίζονται από αναλογικότητα και [να] παρέχουν έγκαιρα και πραγματικά στα μέλη της επιτροπής δυνατότητες να εξετάσουν το σχέδιο εκτελεστικής πράξης και να εκφράσουν τις απόψεις τους».

102

Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι η πρώτη προθεσμία αποσκοπεί στην παροχή δυνατότητας νηφάλιας εξετάσεως, πριν από κάθε συνεδρίαση, του σχεδίου εκτελεστικής πράξεως από τα μέλη της επιτροπής διαχειρίσεως, ενώ η δεύτερη πρέπει να τους παρέχει τη δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις τους επί του σχεδίου αυτού. Η θεώρηση αυτή ενισχύεται από το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού 182/2011 το οποίο διευκρινίζει ότι, έως «την έκδοση γνώμης από την επιτροπή, οιοδήποτε μέλος της επιτροπής μπορεί να προτείνει τροποποιήσεις».

103

Εξάλλου, εφόσον το άρθρο 291, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ προβλέπει ρητώς έλεγχο εκ μέρους των κρατών μελών της ασκήσεως από την Επιτροπή των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, πρέπει να θεωρηθεί ότι η πρώτη προθεσμία σκοπεί επίσης στη διασφάλιση της πληροφορήσεως των κυβερνήσεων των κρατών μελών, μέσω των μελών τους στην επιτροπή διαχειρίσεως, σχετικά με τις προτάσεις της Επιτροπής, ώστε οι κυβερνήσεις αυτές να μπορούν, μέσω εσωτερικών και εξωτερικών διαβουλεύσεων, να λάβουν θέση με σκοπό να διαφυλάξουν, εντός της επιτροπής διαχειρίσεως, τα συμφέροντά τους.

104

Πράγματι, όπως προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφος 7, του κανονισμού 182/2011, τα μέλη της επιτροπής διαχειρίσεως είναι οι εκπρόσωποι των εν λόγω κυβερνήσεων στους οποίους εναπόκειται να αποφασίσουν τη δέουσα εκπροσώπηση των κυβερνήσεών τους στα διάφορα στάδια της διαδικασίας.

105

Λαμβανομένων όμως υπόψη των θεωρήσεων αυτών, διαπιστώνεται ότι πρακτική συνιστάμενη στην υποβολή του σχεδίου εκτελεστικής πράξεως στην επιτροπή διαχειρίσεως μόνον κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως που έχει συγκληθεί για την εξέτασή του δεν συνάδει με το γράμμα και τους σκοπούς που επιδιώκει το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011. Πράγματι, με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή δεν τηρεί την πρώτη προθεσμία των δεκατεσσάρων ημερών.

106

Επιπλέον, η πρακτική αυτή προσκρούει στην οικονομία του κανονισμού 182/2011 του οποίου το άρθρο 8 επιτρέπει στην Επιτροπή να εκδίδει, εφόσον απαιτείται, κανονισμούς με άμεση εφαρμογή χωρίς προηγούμενη διαβούλευση της επιτροπής διαχειρίσεως.

107

Τέλος, η εν λόγω πρακτική, η οποία καθιστά αδύνατο στα μέλη της επιτροπής διαχειρίσεως να εκφράσουν τις απόψεις τους και να προτείνουν τροποποιήσεις πριν από την αντίστοιχη συνεδρίαση, προσκρούει στο άρθρο 3, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, κατά το οποίο τα ως άνω μέλη πρέπει να μπορούν να προτείνουν τροποποιήσεις ανά πάσα στιγμή πριν από την έκδοση της πράξεως.

108

Αν γινόταν δεκτή η προβαλλόμενη από την Επιτροπή αιτιολόγηση της μη τηρήσεως της πρώτης προθεσμίας των 14 ημερών, ήτοι ο κίνδυνος διαρροών, τούτο θα κατέληγε σε συστηματική απαλλαγή της Επιτροπής από την υποχρέωση τηρήσεως της πρώτης αυτής προθεσμίας, δεδομένου ότι τέτοιοι κίνδυνοι υφίστανται, κατ’ αρχήν, πάντοτε, όπως δηλώνει η ίδια η Επιτροπή. Ομοίως, αν γίνει δεκτό, όπως δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 113 έως 115 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δημιουργείται αιφνίδια επείγουσα ανάγκη κάθε φορά που πρέπει να εκδοθεί εκτελεστικός κανονισμός, η προβλεπόμενη εξαίρεση θα αποκτούσε συστηματικό χαρακτήρα.

109

Κατά τα λοιπά, κανένα άλλο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από τη μνεία του σκοπού αποτελεσματικότητας των διαδικασιών στην αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού 182/2011, καθώς και από την πείρα που αποκτήθηκε και τη συνήθη πρακτική που ακολουθήθηκε κατά την εφαρμογή της αποφάσεως 1999/468, όσον αφορά ειδικότερα την έκδοση τυποποιημένων εκτελεστικών κανονισμών οι οποίοι διαφέρουν από τους κανονισμούς που αντικαθιστούν απλώς και μόνον λόγω τροποποιήσεως των αριθμητικών στοιχείων, τα οποία επικαιροποιούνται και καθορίζονται μετά από κάθε συνεδρίαση της επιτροπής διαχειρίσεως.

110

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011 δεν διαιωνίζει τη συνήθη πρακτική αλλά την τροποποιεί ουσιωδώς, μεταξύ άλλων, εισάγοντας μια πρώτη προθεσμία δεκατεσσάρων ημερών και διακρίνοντας το αντικείμενο της προθεσμίας αυτής από το αντικείμενο της προθεσμίας που προηγείται της εκδόσεως της γνώμης της επιτροπής διαχειρίσεως, και απαγορεύει τη συντόμευση των προθεσμιών αυτών με δυσανάλογο τρόπο ή κατά τρόπο που να τις καθιστά άνευ αντικειμένου.

111

Υπενθυμίζεται επίσης ότι το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μείωσαν τον αριθμό των διαδικασιών ελέγχου σε δύο και ότι οι διαδικασίες αυτές διέπονται από ένα σύνολο κοινών διατάξεων για λόγους απλουστεύσεως. Η υιοθέτηση όμως διαφορετικής πρακτικής για τη θέσπιση των συνηθέστερων εκτελεστικών κανονισμών θα ισοδυναμούσε, κατ’ ουσίαν, με τη δημιουργία νέας υποκατηγορίας διαδικασιών που ακολουθούν διαφορετικούς κανόνες.

112

Η επιλογή αυτή όχι μόνον δεν θα έβρισκε κανένα έρεισμα στον κανονισμό 182/2011, αλλά θα προσέκρουε και στους δηλωμένους από τον νομοθέτη της Ένωσης σκοπούς.

113

Συνεπώς, καίτοι η πάγια πρακτική της Επιτροπής εντασσόταν στο προγενέστερο της εκδόσεως του εν λόγω κανονισμού νομικό πλαίσιο, ήτοι στο καθοριζόμενο από τις αποφάσεις περί επιτροπολογίας πλαίσιο, οι τροποποιήσεις του πρωτογενούς δικαίου, που απορρέουν από τη θέσπιση της Συνθήκης ΛΕΕ, καθώς και, στη συνέχεια, οι τροποποιήσεις του παραγώγου δικαίου, που απορρέουν από την έκδοση του κανονισμού 182/2011, αντιτίθενται στη συνέχιση της πρακτικής αυτής.

114

Δεύτερον, λαμβανομένων, μεταξύ άλλων, υπόψη των διαπιστώσεων που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 90, 91, 94, 95 και 102 έως 104 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι απαιτήσεις που θέτει το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011 συνιστούν θεμελιώδεις διαδικαστικούς κανόνες κατά τη Συνθήκη ΛΕΕ, οι οποίοι εμπίπτουν στους ουσιώδεις τύπους της νομιμότητας της διαδικασίας και των οποίων η μη τήρηση συνεπάγεται την ακυρότητα της οικείας πράξεως (βλ., συναφώς και κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 10ης Φεβρουαρίου 1998, Γερμανία κατά Επιτροπής, C-263/95, EU:C:1998:47, σκέψη 32, της 24ης Ιουνίου 2014, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, C-658/11, EU:C:2014:2025, σκέψη 80, και της 23ης Δεκεμβρίου 2015, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, C-595/14, EU:C:2015:847, σκέψη 35).

115

Ειδικότερα, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η μη τήρηση των διαδικαστικών κανόνων που διέπουν την έκδοση βλαπτικής πράξεως συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου και, αν ο δικαστής της Ένωσης διαπιστώσει, κατά την εξέταση της οικείας πράξεως, ότι αυτή δεν έχει εκδοθεί συννόμως, σε αυτόν εναπόκειται να συναγάγει τις συνέπειες της παραβάσεως ουσιώδους τύπου και, επομένως, να ακυρώσει την πράξη που παρουσιάζει το ελάττωμα αυτό (αποφάσεις της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Ισπανία κατά Επιτροπής, C-197/13 P, EU:C:2014:2157, σκέψη 103, και της 24ης Ιουνίου 2015, Ισπανία κατά Επιτροπής, C-263/13 P, EU:C:2015:415, σκέψη 56).

116

Χωρίς πάντως να απαιτείται να εξετασθεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η Tilly-Sabco απαραδέκτως προβάλλει παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 182/2011, αρκεί η παρατήρηση ότι εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης, όταν διαπιστώνει τέτοια παρατυπία, να την εξετάσει αυτεπαγγέλτως (απόφαση της 24ης Ιουνίου 2015, Ισπανία κατά Επιτροπής, C-263/13 P, EU:C:2015:415, σκέψη 56).

117

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, το πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να κριθούν βάσιμα.

118

Υπό τις συνθήκες αυτές, χωρίς να απαιτείται να εξετασθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί.

Επί της προσφυγής σε πρώτο βαθμό

119

Σύμφωνα με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση, ή να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο για να αποφανθεί επ’ αυτής.

120

Εν προκειμένω, η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση.

121

Βάσει των στοιχείων που εκτίθενται στις σκέψεις 86 έως 118 της παρούσας αποφάσεως, ο επίδικος κανονισμός πρέπει να ακυρωθεί λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου.

Επί της διατηρήσεως των αποτελεσμάτων του επίδικου κανονισμού έως την αντικατάστασή του με νέο κανονισμό

122

Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να προσδιορίσει τα αποτελέσματα της ακυρωθείσας πράξεως που θεωρούνται οριστικά.

123

Εν προκειμένω, καίτοι από την αναιρετική διαδικασία προέκυψε ότι ο επίδικος κανονισμός θεσπίσθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου, τουναντίον δεν προέκυψε καμία πλάνη θίγουσα τη συμβατότητα της πράξεως αυτής, η οποία περιλαμβάνει τα απαραίτητα για την εφαρμογή του κανονισμού 1234/2007 μέτρα, με τον τελευταίο αυτόν κανονισμό.

124

Ως εκ τούτου, η ακύρωση του επίδικου κανονισμού χωρίς να προβλεφθεί η διατήρηση των αποτελεσμάτων του έως ότου αντικατασταθεί με νέα πράξη δεν θα θίξει μόνο την εφαρμογή του αλλά και την ασφάλεια δικαίου.

125

Υπό τις συνθήκες αυτές, τα αποτελέσματα του επίδικου κανονισμού πρέπει να διατηρηθούν μέχρι την έναρξη ισχύος νέας πράξεως που θα εκδοθεί προς αντικατάστασή του.

Επί των δικαστικών εξόδων

126

Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αυτό αποφαίνεται επί των εξόδων.

127

Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

128

Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε και η Tilly-Sabco είχε προβάλει τέτοιο αίτημα, η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:

 

1)

Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 14ης Ιανουαρίου 2016, Tilly-Sabco κατά Επιτροπής (T-397/13, EU:T:2016:8).

 

2)

Ακυρώνει τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 689/2013 της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 2013, για τον καθορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του κρέατος πουλερικών.

 

3)

Τα αποτελέσματα του εκτελεστικού κανονισμού 689/2013 διατηρούνται μέχρι την έναρξη ισχύος νέας πράξεως που θα εκδοθεί προς αντικατάστασή του.

 

4)

Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.