ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 23ης Ιανουαρίου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C‑635/16 P
Spliethoff’s Bevrachtingskantoor BV
«Αίτηση αναιρέσεως – Προσφυγή ακυρώσεως – Παραδεκτό – Προσδιορισμός του αντικειμένου της προσφυγής – Εκτελεστικός Οργανισμός Καινοτομίας και Δικτύων (INEA) – Πρόγραμμα της Ένωσης σχετικά με τη διευκόλυνση “Συνδέοντας την Ευρώπη” (ΔΣΕ) – Ενημέρωση για απόφαση με την οποία απορρίπτεται πρόταση που υποβλήθηκε κατόπιν προσκλήσεως για την υποβολή προτάσεων στο πλαίσιο της διευκολύνσεως “Συνδέοντας την Ευρώπη” – Αποτελεσματική δικαστική προστασία»
I. Εισαγωγή
|
1. |
Η υπό κρίση υπόθεση καταδεικνύει παραστατικά τα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσουν οι αιτούντες έννομη προστασία για τον λόγο ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χρησιμοποιεί κάποιον οργανισμό, ήτοι εν προκειμένω τον Εκτελεστικό Οργανισμό Καινοτομίας και Δικτύων (Innovation and Networks Executive Agency, στο εξής: INEA), στο πλαίσιο της εκτελέσεως των καθηκόντων της. |
|
2. |
Τούτο ισχύει ιδίως στις περιπτώσεις που, όπως στην υπό εξέταση υπόθεση, η επικοινωνία είναι προβληματική: τόσο από την πλευρά του INEA και από την πλευρά της Επιτροπής έναντι του ενδιαφερομένου όσο και μεταξύ της Επιτροπής και του INEA. |
|
3. |
Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα είχε υποβάλει μια ογκώδη αίτηση ενισχύσεως της τάξεως των 20 εκατομμυρίων ευρώ. Η απόφαση σιωπηρής απορρίψεως της ως άνω αιτήσεως δεν κοινοποιήθηκε χωριστά στην αναιρεσείουσα ούτε από την Επιτροπή ούτε από τον ΙΝΕΑ. Η εν λόγω απόφαση της Επιτροπής, με την οποία καταρτίστηκε ο κατάλογος των επιλεγεισών προτάσεων, εκδόθηκε στις 31 Ιουλίου 2015 και δημοσιεύθηκε στο διαδίκτυο μόλις τρεις μήνες αργότερα. |
|
4. |
Ο INEA, αντιθέτως, έστειλε στην αναιρεσείουσα στις 17 Ιουλίου 2015, ήτοι δύο εβδομάδες πριν από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με το οποίο ενημέρωσε την αναιρεσείουσα σχετικώς και της παρέθεσε τους λόγους για τους οποίους η πρότασή της δεν περιλήφθηκε στον προσωρινό κατάλογο των έργων στα οποία επρόκειτο να χορηγηθεί ενίσχυση. Στο μήνυμα αυτό ο ΙΝΕΑ περιέλαβε και μια, όπως μετά λύπης της παραδέχεται η Επιτροπή, παραπλανητική ενημέρωση για τα διαθέσιμα ένδικα βοηθήματα, η οποία δημιουργούσε την εντύπωση ότι η Επιτροπή είχε ήδη εκδώσει την απόφασή της και ότι είχε ήδη αρχίσει να τρέχει η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής. |
|
5. |
Το εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου παρώθησε, προδήλως, την αναιρεσείουσα να ασκήσει την προσφυγή της και της προκάλεσε κάποια σύγχυση, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στο ότι η προσφυγή βάλλει κατά «της αποφάσεως της Επιτροπής της 17ης Ιουλίου 2015», η οποία είναι η ημερομηνία αποστολής του μηνύματος ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, και στο ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν ορίζεται κατά τρόπο ομοιόμορφο στο δικόγραφο της προσφυγής. Η Επιτροπή απάντησε προβάλλοντας ένσταση απαραδέκτου. Χωρίς να υπεισέλθει στην εξέταση του αντικειμένου της προσφυγής, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με διάταξη της 11ης Οκτωβρίου 2016 ( 2 ), ότι η προσφυγή βάλλει κατά του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και δέχθηκε την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή, με το σκεπτικό ότι η Επιτροπή δεν αποτελεί το όργανο που εξέδωσε την προσβαλλομένη πράξη και ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει απλώς προσωρινό χαρακτήρα. |
|
6. |
Η εν λόγω διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου προσβάλλεται με την υπό εξέταση αίτηση αναιρέσεως. Παρέχεται στο Δικαστήριο η ευκαιρία να τονίσει τη σημασία που προσλαμβάνει η πρόσφορη ερμηνεία της προσφυγής χάριν της παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Τούτο ισχύει, αν μη τι άλλο, λαμβανομένου υπόψη ότι, στην υπό εξέταση υπόθεση, ο διοικούμενος «παραπλανήθηκε» λόγω ακριβώς της ανεπαρκούς επικοινωνίας. |
|
7. |
Επισημαίνεται, συμπληρωματικώς, ότι η αναιρεσείουσα έχει εν τω μεταξύ ασκήσει νέα προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, με την οποία αναδιατυπώνει το αίτημά της. Με την εν λόγω προσφυγή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει την «εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής […] της 31ης Ιουλίου 2015 με την οποία καταρτίστηκε ο κατάλογος των προτάσεων που επελέγησαν» ( 3 ). Η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου και στην παρούσα διαδικασία, στηριζόμενη, στην περίπτωση αυτή, στο επιχείρημα ότι η προσφυγή κατατέθηκε εκπρόθεσμα. Καίτοι τούτο δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την εκτίμηση της εν προκειμένω υπό εξέταση αιτήσεως αναιρέσεως, ωστόσο τονίζει επιπροσθέτως τη σημασία που προσλαμβάνει η πρόσφορη ερμηνεία της προσφυγής για την παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Η εν λόγω ερμηνεία θα καθιστούσε εν προκειμένω περιττή την άσκηση νέας προσφυγής και θα απέτρεπε, ως εκ τούτου, τον κίνδυνο να μην αποτελέσει τελικώς καθόλου αντικείμενο δικαστικού ελέγχου η ουσιαστική νομιμότητα των ενεργειών της Επιτροπής, παρά την άσκηση δύο προσφυγών. |
II. Το νομικό πλαίσιο
|
8. |
Ο κανονισμός (ΕΚ) 58/2003 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2002, περί θεσπίσεως του καταστατικού των εκτελεστικών οργανισμών που είναι επιφορτισμένοι με ορισμένα καθήκοντα σχετικά με τη διαχείριση κοινοτικών προγραμμάτων ( 4 ), καθορίζει το νομικό πλαίσιο για την ίδρυση και τον τρόπο λειτουργίας των εκτελεστικών οργανισμών. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να ιδρύει εκτελεστικούς οργανισμούς για να τους αναθέτει ορισμένα καθήκοντα σχετικά με τη διαχείριση ενός ή περισσοτέρων κοινοτικών προγραμμάτων. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, οι εκτελεστικοί οργανισμοί έχουν νομική προσωπικότητα. Το άρθρο 6 περιγράφει τα καθήκοντα τα οποία η Επιτροπή μπορεί να αναθέτει στους εκτελεστικούς οργανισμούς, πλην των καθηκόντων που προϋποθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως για την έκφραση πολιτικών επιλογών. Οι λεπτομέρειες σχετικά με τα καθήκοντα αυτά προβλέπεται ότι θα καθορίζονται στην πράξη της αναθέσεως. |
|
9. |
Δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 58/2003, ιδρύθηκε o INEA με την εκτελεστική απόφαση 2013/801/ΕΕ της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2013 ( 5 ). Στον ΙΝΕΑ, ως διάδοχο του Εκτελεστικού Οργανισμού Διευρωπαϊκών Δικτύων Μεταφορών, ανατέθηκε ιδίως η διαχείριση τμημάτων του προγράμματος της Ένωσης σχετικά με τη διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» (Connecting Europe Facility, στο εξής: ΔΣΕ). |
|
10. |
Το πρόγραμμα ΔΣΕ της Ένωσης έχει σκοπό να επιταχύνει τις επενδύσεις στα διευρωπαϊκά δίκτυα. Οι πόροι που διατίθενται για τον εν λόγω σκοπό στον τομέα των μεταφορών ανέρχονται, για την περίοδο 2014-2020, σε 22 δισεκατ. ευρώ ( 6 ). |
|
11. |
Το άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) 1316/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, για τη σύσταση της ΔΣΕ, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 913/2010 και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΚ) 680/2007 και (ΕΚ) 67/2010 ( 7 ), ορίζει τα εξής: «Χορήγηση δημοσιονομικής συνδρομής από την Ένωση (1) Μετά από κάθε πρόσκληση υποβολής προτάσεων […] η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 25, αποφασίζει το ποσό της δημοσιονομικής συνδρομής που χορηγείται στα έργα ή τμήματα έργων που επιλέγονται. […] (2) Η Επιτροπή ενημερώνει τους δικαιούχους και τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη για κάθε απόφαση χορήγησης δημοσιονομικής συνδρομής.» |
|
12. |
Το άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 1316/2013 προβλέπει ότι η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή συντονισμού της ΔΣΕ. |
|
13. |
Όσον αφορά τη διαδικασία εξετάσεως, το άρθρο 25, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) 1316/2013 παραπέμπει στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή ( 8 ), το οποίο ορίζει τα εξής: «(1) Οσάκις εφαρμόζεται η διαδικασία εξέτασης, η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της […]. […] (2) Εφόσον η γνώμη της επιτροπής είναι θετική, η Επιτροπή εκδίδει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης.» |
|
14. |
Η αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού (ΕΕ) 182/2011 υπογραμμίζει ότι η διαδικασία εξετάσεως έχει σκοπό να διασφαλίσει «ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις εάν δεν είναι σύμφωνες με τη γνώμη της επιτροπής, εκτός από άκρως εξαιρετικές περιπτώσεις […]». |
|
15. |
Η απόφαση C(2013) 9235 τελικό της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την ανάθεση αρμοδιοτήτων στον INEA με σκοπό την άσκηση καθηκόντων που συνδέονται με την υλοποίηση προγραμμάτων της Ένωσης στον τομέα των υποδομών μεταφορών, ενέργειας και τηλεπικοινωνιών και στον τομέα της έρευνας και καινοτομίας στο πεδίο των μεταφορών και της ενέργειας, τα οποία περιλαμβάνουν, ιδίως, την εκτέλεση πιστώσεων που έχουν εγγραφεί στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, διευκρινίζει ποια είναι τα καθήκοντα που ανατίθενται στην Επιτροπή και ποια εκείνα που ανατίθενται στον INEA. |
|
16. |
Το άρθρο 5 της αποφάσεως, το οποίο φέρει τον τίτλο «Καθήκοντα που ασκεί μόνον η Επιτροπή», ορίζει, στην παράγραφο 2, ότι ο INEA δεν αναλαμβάνει ιδίως τα ακόλουθα καθήκοντα: «[…] την έκδοση αποφάσεων επιδοτήσεως στο πλαίσιο της διευκολύνσεως “Συνδέοντας την Ευρώπη”, και τυχόν τροποποιήσεων των αποφάσεων αυτών· […]» Το παράρτημα I, στοιχείο Β, της αποφάσεως ορίζει ότι ο ΙΝΕΑ επιφορτίζεται με τα ακόλουθα καθήκοντα: «[…]
|
III. Ιστορικό της αναιρετικής διαδικασίας
|
17. |
Η αναιρεσείουσα, Spliethoff’s Bevrachtingskantoor BV (στο εξής: αναιρεσείουσα), είναι επιχείρηση με έδρα στις Κάτω Χώρες, η οποία διαχειρίζεται έναν στόλο 50 φορτηγών πλοίων. |
A. Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία επιλογής
|
18. |
Στις 11 Σεπτεμβρίου 2014 ο ΙΝΕΑ δημοσίευσε πρόσκληση για την υποβολή προτάσεων στο πλαίσιο της ΔΣΕ στον τομέα των μεταφορών. Στις προτεραιότητες των προτάσεων έπρεπε να καταλέγεται η προώθηση φιλικών προς το περιβάλλον δράσεων στο πλαίσιο της δημιουργίας «θαλάσσιων αρτηριών» (motorways of the Sea) ( 9 ). |
|
19. |
Στις 25 Φεβρουαρίου 2015 η αναιρεσείουσα υπέβαλε πρόταση. Ειδικότερα, πρότεινε να εξοπλίσει είκοσι πέντε από τα σκάφη της που κυκλοφορούν στις θαλάσσιες αρτηρίες της Βόρειας Θάλασσας και της Βαλτικής με συστήματα καθαρισμού των καυσαερίων. |
|
20. |
Για την επιλογή των προτάσεων εφαρμόστηκε διαδικασία δύο σταδίων, στο πλαίσιο της οποίας προηγήθηκε μία εξωτερική φάση επιλογής από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες και ακολούθησε μία εσωτερική φάση επιλογής υπό τη διεύθυνση της αρμόδιας Γενικής Διευθύνσεως της Επιτροπής. Εν συνεχεία, ο κατάλογος με τις προτάσεις που επελέγησαν στο πλαίσιο της ανωτέρω διαδικασίας υποβλήθηκε στην προβλεπόμενη στο άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) 1316/2013 επιτροπή συντονισμού της ΔΣΕ, η οποία διατύπωσε θετική γνώμη. |
|
21. |
Στις 17 Ιουλίου 2015 η αναιρεσείουσα έλαβε από τον INEA ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (στο εξής: μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015) με το ακόλουθο περιεχόμενο: «[π]ραγματοποιήθηκε η αξιολόγηση των επιλέξιμων προτάσεων και η Επιτροπή κατήρτισε κατάλογο των προτάσεων που επελέγησαν για τη χορήγηση δημοσιονομικής ενισχύσεως από την [Ευρωπαϊκή] Ένωση. Στις 10 Ιουλίου 2015 η […] επιτροπή συντονισμού της ΔΣΕ διατύπωσε θετική γνώμη επί του εν λόγω προσωρινού καταλόγου. Βρισκόμαστε στη δυσάρεστη θέση να σας ενημερώσουμε ότι η πρότασή σας δεν έγινε δεκτή στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, για τους ακόλουθους λόγους: [ακολουθεί απαρίθμηση των λόγων] Η διαδικασία για την έκδοση από την […] Επιτροπή αποφάσεως σχετικά με την επιλογή και τη χορήγηση επιδοτήσεων […] βρίσκεται σε εξέλιξη. Στην απίθανη περίπτωση που η έκδοση της εν λόγω αποφάσεως επιφέρει τροποποιήσεις όσον αφορά την πρότασή σας, θα ενημερωθείτε χωριστά με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. […] Κάθε [τυχόν αίτημα, απάντηση ή καταγγελία] δεν θα έχει ούτε ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα την αναστολή της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής περί ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής που σας κοινοποιείται με το παρόν μήνυμα, μια τέτοια δε προσφυγή πρέπει να ασκηθεί εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση του παρόντος μηνύματος. [Ακολουθεί μνεία ότι αρμόδιο δικαστήριο είναι το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με παράθεση της διευθύνσεως.] […]» |
|
22. |
Στις 31 Ιουλίου 2015 η Επιτροπή εξέδωσε την εκτελεστική απόφαση C(2015) 5274 τελικό σχετικά με την κατάρτιση του καταλόγου των προτάσεων που επελέγησαν για τη χορήγηση δημοσιονομικής ενισχύσεως από την Ένωση στο πλαίσιο της Διευκολύνσεως «Συνδέοντας την Ευρώπη» (ΔΣΕ) –τομέας μεταφορών κατόπιν των προσκλήσεων υποβολής προτάσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2014 και βάσει του πολυετούς προγράμματος εργασίας (στο εξής: εκτελεστική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2015). Η εν λόγω απόφαση προβλέπει, στο μοναδικό άρθρο της, τα εξής: «Εγκρίνονται ο κατάλογος με τα επιλεγέντα έργα κοινού ενδιαφέροντος στο πλαίσιο της Διευκολύνσεως “Συνδέοντας την Ευρώπη” (ΔΣΕ) στα οποία χορηγείται δημοσιονομική ενίσχυση από την ΕΕ, τα εκτιμώμενα ποσά συνολικών επιλέξιμων δαπανών για την υλοποίηση των δράσεων, το ποσοστό χρηματοδοτικής συνδρομής που αναλογεί στις εκτιμώμενες συνολικές επιλέξιμες δαπάνες και τα κατά περίπτωση προβλεπόμενα ανώτατα ποσά χρηματοδοτικής συνδρομής, τα οποία παρατίθενται όλα στο παράρτημα.» |
|
23. |
Το σχεδιαζόμενο από την αναιρεσείουσα έργο δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των επιλεγέντων έργων. |
|
24. |
Η εκτελεστική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2015 δημοσιεύθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2015 στην ιστοσελίδα της Γενικής Διευθύνσεως MOVE της Επιτροπής και στις 14 Οκτωβρίου 2015 στην ιστοσελίδα του INEA. |
B. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
|
25. |
Η αναιρεσείουσα άσκησε, στις 25 Σεπτεμβρίου 2015, προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, με την οποία ζητούσε από το εν λόγω δικαστήριο να ακυρώσει την «απόφαση της Επιτροπής της 17ης Ιουλίου 2015 με την οποία απορρίφθηκε η πρότασ[ή] [της]». Η εν λόγω προσφυγή πρωτοκολλήθηκε από τη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου ως υπόθεση T‑564/15. |
|
26. |
Η αναιρεσείουσα στήριξε την προσφυγή της σε δύο λόγους. Αφενός, προσάπτει στην Επιτροπή ότι υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά την αξιολόγηση της προτάσεώς της. Αφετέρου, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, επειδή δεν δέχθηκε την πρόταση της αναιρεσείουσας, ενώ δέχθηκε άλλες παρόμοιες προτάσεις, χωρίς να υφίσταται ευδιάκριτος λόγος για την άνιση αυτή μεταχείριση. |
|
27. |
Στις 18 Δεκεμβρίου 2015 η Επιτροπή προέβαλε, με χωριστό δικόγραφο, ένσταση απαραδέκτου. Το δικόγραφο αυτό επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 12 Φεβρουαρίου 2016. |
|
28. |
Η Επιτροπή στήριξε την ένσταση απαραδέκτου σε δύο επιχειρήματα. Πρώτον, το επίμαχο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 αποτελεί προπαρασκευαστική πράξη και, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί πράξη υποκείμενη σε προσφυγή. Δεύτερον, η προσφυγή δεν μπορεί να στραφεί κατά της ίδιας, καθότι το όργανο που εξέδωσε την προσβαλλομένη πράξη δεν είναι αυτή, αλλά ο INEA. |
|
29. |
Με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε στις 21 Μαρτίου 2016 επί της ενστάσεως απαραδέκτου, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ενημερώθηκε από το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 για την οριστική απόφαση της Επιτροπής να απορρίψει την πρότασή της ή, εν πάση περιπτώσει, το εν λόγω μήνυμα μπορούσε να ερμηνευθεί από αυτήν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Μολονότι το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 εστάλη από τον INEA, ωστόσο ο σκοπός του ήταν απλώς να διαβιβαστεί μια απόφαση της Επιτροπής, κατά της οποίας βάλλει με την υπό εξέταση προσφυγή. Κατά τα λοιπά, η προσφυγή της πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι συμπροσβάλλει την εκτελεστική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2015. Για τους ανωτέρω λόγους, η αναιρεσείουσα ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή. |
|
30. |
Με την εκδοθείσα κατά την έγγραφη διαδικασία διάταξή του, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή και απέρριψε αντιστοίχως την εν λόγω προσφυγή ως απαράδεκτη (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη) ( 10 ). |
|
31. |
Στη σκέψη 9 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι η προσφυγή της αναιρεσείουσας βάλλει κατά του «μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015». Ερμηνεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την προσφυγή, το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή απαραδέκτως στρέφεται κατά της Επιτροπής, επειδή το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 δεν προέρχεται από την Επιτροπή, αλλά από τον ΙΝΕΑ. Επίσης, η προσφυγή ασκείται απαραδέκτως, επειδή δεν βάλλει κατά οριστικής αποφάσεως. Τέτοια απόφαση προέκυψε μόνο όταν εκδόθηκε η εκτελεστική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2015. Τέλος, η προσφυγή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε εκ των υστέρων υπό την έννοια ότι βάλλει και κατά της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015. |
IV. Η αναιρετική διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
|
32. |
Με δικόγραφο της 8ης Δεκεμβρίου 2016, η αναιρεσείουσα άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως και ζητεί από το Δικαστήριο
|
|
33. |
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο, με δικόγραφο της 16ης Φεβρουαρίου 2017,
|
|
34. |
Η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου διεξήχθη εγγράφως. |
V. Εκτίμηση
|
35. |
Η αναιρεσείουσα στηρίζει την αίτησή της αναιρέσεως σε τρεις λόγους. Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη, για τον λόγο ότι στρέφεται κατά της Επιτροπής, μολονότι αυτή δεν είναι το όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη. Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε περαιτέρω πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν συνιστά οριστική απόφαση. Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον αρνήθηκε να ερμηνεύσει την προσφυγή ακυρώσεως ως βάλλουσα και κατά της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015. |
|
36. |
Προτείνω στο Δικαστήριο να εξετάσει από κοινού τον πρώτο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και να αποφανθεί ότι η προσφυγή δεν έβαλλε κατά του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του INEA, αλλά κατά της εκτελεστικής αποφάσεως της Επιτροπής της 31ης Ιουλίου 2015. Βάσει της ανωτέρω παραδοχής, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη θα πρέπει να αναιρεθεί. Ως εκ τούτου, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως. Αρχικώς, εξετάζω όμως τις αιτιάσεις της Επιτροπής κατά του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως. |
Α. Επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως
|
37. |
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως απαράδεκτη. Επαναλαμβάνοντας τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν σε πρώτο βαθμό και διατυπώνοντας νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, η αίτηση αναιρέσεως επιδιώκει την επανεκτίμηση από το Δικαστήριο. |
|
38. |
Φρονώ ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν είναι πειστικός. |
|
39. |
Κατά πάγια νομολογία, από το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το άρθρο 58, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και από το άρθρο 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, και το άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζει με ακρίβεια τα σημεία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου που αμφισβητούνται, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα στα οποία στηρίζεται ειδικότερα η εν λόγω αίτηση. Αίτηση αναιρέσεως η οποία περιορίζεται στην επανάληψη ή στην κατά γράμμα παράθεση των λόγων και επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, περιλαμβανομένων και εκείνων που στηρίζονται σε πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ρητώς απορριφθεί από αυτό, δεν πληροί τις επιταγές περί αιτιολογήσεως που απορρέουν από τις ανωτέρω διατάξεις ( 11 ). |
|
40. |
Εντούτοις, σε περίπτωση που ο αναιρεσείων αμφισβητεί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης από το Γενικό Δικαστήριο, τα πρωτοδίκως εξετασθέντα νομικά ζητήματα μπορούν να αποτελέσουν εκ νέου αντικείμενο συζητήσεως στην κατ’ αναίρεση διαδικασία. Και τούτο διότι, αν ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να στηρίξει την αίτησή του περί αναιρέσεως σε λόγους και επιχειρήματα που προέβαλε ήδη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η κατ’ αναίρεση διαδικασία θα καθίστατο εν μέρει άνευ αντικειμένου ( 12 ). Πράγματι, η αίτηση αναιρέσεως αποβλέπει ακριβώς στην εξέταση των νομικών σκέψεων που εξέθεσε το Γενικό Δικαστήριο όσον αφορά τους προβληθέντες σε πρώτο βαθμό ισχυρισμούς. |
|
41. |
Στην υπό εξέταση υπόθεση, παρά τον αντίθετο ισχυρισμό της Επιτροπής, δεν διαπιστώνεται ότι η αναιρεσείουσα περιορίζεται εν γένει απλώς στην επανάληψη των ήδη προβληθέντων σε πρώτο βαθμό επιχειρημάτων, χωρίς να προβάλλει επιχειρήματα κατά ουσιώδους σκέλους του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως. |
|
42. |
Καθόσον η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναιρεσείουσα προβάλλει νέους πραγματικούς ισχυρισμούς ή επιχειρήματα ή ότι συντρέχουν άλλοι λόγοι αμφισβητήσεως του παραδεκτού των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, θα επανέλθω στα ζητήματα αυτά, όπου τούτο απαιτείται, στο πλαίσιο της εξετάσεως των επιμέρους λόγων αναιρέσεως. |
B. Ο πρώτος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως
|
43. |
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέλαβε κακώς τον ΙΝΕΑ ως το όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Αυτή ήταν η αιτία που το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η στρεφόμενη κατά της Επιτροπής προσφυγή στρεφόταν κατά εσφαλμένου αποδέκτη. Με το δεύτερο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει ορισμένους λόγους κατά τους οποίους, ακόμη και αν ο ΙΝΕΑ εκληφθεί ως το όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, η πράξη αυτή είναι πάντως καταλογιστέα στην Επιτροπή και, ως εκ τούτου, η προσφυγή παραδεκτώς στρέφεται κατά της Επιτροπής. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς αρνήθηκε να ερμηνεύσει την προσφυγή της ως (συμ)προσβάλλουσα την εκτελεστική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2015. |
|
44. |
Η Επιτροπή αρνείται τους ανωτέρω ισχυρισμούς. Κατά την άποψή της, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς απέρριψε τη στρεφόμενη κατά της Επιτροπής προσφυγή ως απαράδεκτη. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς δεν δέχθηκε τη διεύρυνση του αντικειμένου της προσφυγής, ώστε να περιληφθεί σε αυτό και η εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής της 31ης Ιουλίου 2015. Περαιτέρω, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας, καθόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό περί συγγνωστής πλάνης, είναι νέα και, ως εκ τούτου, προβάλλεται απαραδέκτως. Εξίσου απαραδέκτως επικαλείται η αναιρεσείουσα, με το δικόγραφο της αιτήσεώς της αναιρέσεως, μια συνάντηση που είχε με την Επιτροπή στις 20 Οκτωβρίου 2015, την οποία δεν μνημόνευσε σε πρώτο βαθμό. |
|
45. |
Με τον πρώτο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζεται κατ’ ουσίαν, αφενός, ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς έκρινε ότι η προσφυγή στρέφεται κατά του INEA και, αφετέρου, ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς δεν δέχθηκε ότι η προσφυγή βάλλει κατά της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015. |
|
46. |
Φρονώ ότι δεν προκύπτει η ύπαρξη στοιχείων τα οποία θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το απαράδεκτο του πρώτου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως. Ειδικότερα, οι προβαλλόμενοι από την Επιτροπή λόγοι απαραδέκτου δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν. Το αν η αναιρεσείουσα δύναται να επικαλεστεί, με την αίτηση αναιρέσεως, παραδεκτώς μια συνάντηση με την Επιτροπή ή την ύπαρξη συγγνωστής πλάνης δεν ασκεί επιρροή, καθότι οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί, ανεξαρτήτως των ανωτέρω. |
|
47. |
Συγκεκριμένα, αποφασιστικής σημασίας είναι το ότι το Γενικό Δικαστήριο, με τη διάταξή του, παρερμήνευσε το νόημα της προσφυγής. Κακώς δέχθηκε ( 13 ) ότι η προσβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα πράξη ήταν το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015. |
|
48. |
Στηριζόμενο στην ως άνω παραδοχή, το Γενικό Δικαστήριο κακώς απεφάνθη ότι η προσφυγή ασκήθηκε απαραδέκτως ( 14 ), επειδή στρεφόταν κατά της Επιτροπής και όχι κατά του INEA ως συντάκτη του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015. Για τον ανωτέρω λόγο, το Γενικό Δικαστήριο κακώς επίσης έκρινε ( 15 ) ότι απαιτείται μεταβολή του αντικειμένου της προσφυγής, προκειμένου να θεωρηθεί ότι προσβάλλεται η εκτελεστική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2015, πράγμα που, βάσει του άρθρου 86 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται στην υπό εξέταση υπόθεση. |
|
49. |
Ωστόσο, βάσει της δικής του νομολογίας, κατά την οποία ο προσδιορισμός της προσβαλλομένης πράξεως μπορεί να προκύπτει εμμέσως από φράσεις που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της προσφυγής και από το σύνολο των εκεί εκτιθέμενων ισχυρισμών ( 16 ), το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να αναγνωρίσει ότι αντικείμενο της προσφυγής, η οποία στρεφόταν ρητώς κατά της Επιτροπής, δεν αποτελούσε το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015, αλλά η απόφαση της Επιτροπής της 31ης Ιουλίου 2015, με την οποία απορρίφθηκε η πρόταση της αναιρεσείουσας στο πλαίσιο της διαδικασίας επιλογής. |
|
50. |
Ευσταθεί μεν ότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει, με το δικόγραφο της προσφυγής της, πάντοτε ομοιόμορφα την προσβαλλόμενη πράξη. Επί παραδείγματι, αρχικώς, ορίζει την προσβαλλόμενη πράξη ως την «απόφαση της Επιτροπής, της 17ης Ιουλίου 2015, με την οποία απορρίφθηκε η πρότασ[ή] [της] […] (στο εξής: απόφαση)». Σε επόμενο σημείο του δικογράφου της προσφυγής της, επισημαίνεται, αντιθέτως, ότι η Επιτροπή έστειλε στη αναιρεσείουσα ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 17 Ιουλίου 2015 και η αναιρεσείουσα ορίζει το εν λόγω «μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015» ως «απόφαση». Ομοίως, στους λόγους που προβάλλει προς στήριξη της προσφυγής της, η αναιρεσείουσα αναφέρεται στην «απόφαση» και βάλλει κατά της αιτιολογίας της, παραθέτοντας το κείμενο του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015. Στο δικόγραφο της προσφυγής της, η αναιρεσείουσα αναφέρεται απλώς στην «απόφαση», η οποία θα πρέπει να ακυρωθεί, μεταξύ άλλων, λόγω «ελλιπούς ή ανεπαρκούς αιτιολογίας». |
|
51. |
Ωστόσο, η αναιρεσείουσα κατέστησε σαφές, με την απάντησή της στην προβληθείσα από την Επιτροπή ένσταση απαραδέκτου, ότι, κατά την άποψή της, το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 του INEA έχει την έννοια ότι απλώς κοινοποιεί μια απορριπτική απόφαση της Επιτροπής και ότι η προσφυγή της στρέφεται ρητώς, όχι κατά του INEA, αλλά κατά της Επιτροπής ως οργάνου που εξέδωσε την απορριπτική απόφαση. |
|
52. |
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, ήτοι ιδίως το γεγονός ότι, μολονότι η αναιρεσείουσα αναφέρει την προσβαλλόμενη από αυτήν πράξη με διαφορετικούς τρόπους, εντούτοις στο δικόγραφο της απαντήσεώς της στην ένσταση απαραδέκτου διατυπώνει κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο την άποψή της όσον αφορά το αντικείμενο της προσφυγής, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε άνευ ετέρου να δεχθεί ότι η προσφυγή είχε ως αντικείμενο το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015. |
|
53. |
Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 18 και 23, επισημαίνει ρητώς ότι, κατά την άποψη της προσφεύγουσας, η προσφυγή της δεν βάλλει κατά πράξεως του INEA, αλλά κατά πράξεως της Επιτροπής, η οποία απλώς κοινοποιήθηκε με την πρώτη. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 32 έως 36 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, αποφαίνεται ρητώς, κατόπιν σχετικής εξετάσεως, ότι η απόφαση της Επιτροπής που μνημονεύεται στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 δεν ήταν ακόμα οριστική. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο αντιφάσκει στη δική του ερμηνεία όσον αφορά το αντικείμενο της προσφυγής. |
|
54. |
Εν τέλει, η προσφυγή στρεφόταν ρητώς κατά της Επιτροπής, πράγμα που, βάσει των νομικών σκέψεων που εξέθεσε το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο ( 17 ), ήταν επίσης συνεπές, καθόσον προκύπτει ότι μόνον η Επιτροπή, αλλά όχι ο INEA, είχε εξουσία να αποφανθεί επί της αναθέσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας επιλογής ( 18 ). Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο ερμηνεύει το αντικείμενο της προσφυγής κατά τέτοιον τρόπο ώστε να καθίσταται, βάσει των δικών του επισημάνσεων, αδύνατη η ευδοκίμησή της. |
|
55. |
Εξάλλου, στο πλαίσιο προσήκουσας ερμηνείας της προσφυγής, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να αντιληφθεί ότι η εκτελεστική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2015 περιλαμβανόταν στο αντικείμενο της προσφυγής. |
|
56. |
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από όσα εκτέθηκαν στο σημείο 49, η προσφυγή σκοπούσε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία απορρίφθηκε η πρόταση της αναιρεσείουσας στο πλαίσιο της διαγωνιστικής διαδικασίας. |
|
57. |
Σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 25 του κανονισμού (ΕΕ) 1316/2013 ( 19 ), η Επιτροπή εξέδωσε, σε συνέχεια της προβλεπόμενης διαδικασίας εξετάσεως, την εκτελεστική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2015, με την οποία καθόρισε τα επιλεγέντα έργα και το ποσό της χορηγούμενης χρηματοδοτικής στηρίξεως. Η πρόταση της αναιρεσείουσας δεν καταλέγεται μεταξύ των επιλεγέντων έργων και, ως εκ τούτου, απορρίφθηκε σιωπηρώς. |
|
58. |
Δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα αναφέρθηκε, στο πλαίσιο αυτό, με το δικόγραφο της προσφυγής της, σε μια απόφαση της Επιτροπής της 17ης Ιουλίου 2015, η οποία είναι η ημερομηνία αποστολής του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Τούτο δεν αποκλείει τη δυνατότητα να θεωρηθεί ότι η εκτελεστική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2015 περιλαμβάνεται στο αντικείμενο της προσφυγής. |
|
59. |
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά την ημερομηνία καταθέσεως της προσφυγής της αναιρεσείουσας στο Γενικό Δικαστήριο, ήτοι στις 25 Σεπτεμβρίου 2015, η αναιρεσείουσα είχε στη διάθεσή της μόνον το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015. Όπως το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο αναγνωρίζει ( 20 ), το περιεχόμενό του, σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν σαφές. Η αναιρεσείουσα ερμήνευσε το εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 υπό την έννοια ότι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, της κοινοποιείται η απορριπτική απόφαση της Επιτροπής. |
|
60. |
Εντούτοις, κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής, η Επιτροπή είχε, ήδη από καιρού, εκδώσει την εκτελεστική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2015. |
|
61. |
Κατά παράβαση όμως των σχετικών διατάξεων, η εν λόγω απόφαση δεν κοινοποιήθηκε χωριστά στην αναιρεσείουσα. Συναφώς, από την απόφαση C(2013) 9235 τελικό της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την ανάθεση αρμοδιοτήτων στον INEA, προκύπτει ότι, βάσει της καθορισθείσας κατανομής καθηκόντων μεταξύ της Επιτροπής και του INEA, η Επιτροπή εκδίδει την κρίσιμη απόφαση και ο INEA μεριμνά για την κοινοποίηση της εν λόγω αποφάσεως σε κάθε ενδιαφερόμενο χωριστά ( 21 ). |
|
62. |
Περαιτέρω, είναι αναμφισβήτητο ότι η εκτελεστική απόφαση της 31ης Ιουλίου 2015 δημοσιεύθηκε το πρώτον στις 12 Οκτωβρίου 2015 στην ιστοσελίδα της ΓΔ MOVE της Επιτροπής και στις 14 Οκτωβρίου 2015 στην ιστοσελίδα του INEA, ήτοι λίγες μόνον εβδομάδες μετά την άσκηση της προσφυγής. |
|
63. |
Επομένως, η αναφορά σε απόφαση της Επιτροπής της 17ης Ιουλίου 2015 συνιστά απλώς μια απολύτως κατανοητή, λόγω των περιστάσεων της υπό εξέταση υποθέσεως, παραδρομή της αναιρεσείουσας, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εγείρει σοβαρές αμφιβολίες όσον αφορά το ακριβές αντικείμενο της ασκηθείσας από την αναιρεσείουσα προσφυγής ( 22 ). |
|
64. |
Ως εκ τούτου, η ερμηνεία της προσφυγής υπό την έννοια ότι βάλλει κατά της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015 δεν θίγει, εξάλλου, ούτε τα δικαιώματα άμυνας της Επιτροπής. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον η αναιρεσείουσα δήλωσε ρητώς, με το δικόγραφο της απαντήσεώς της στην προβληθείσα από την Επιτροπή ένσταση απαραδέκτου, ότι το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να θεωρήσει την προσφυγή της ως βάλλουσα κατά της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015. |
|
65. |
Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει αναγνωρίσει ότι η ρητώς ζητηθείσα από την αναιρεσείουσα ερμηνεία του αντικειμένου της προσφυγής είναι και η μόνη πρόσφορη. |
|
66. |
Όπως επισημάνθηκε ήδη ανωτέρω στο σημείο 54, το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η προσφυγή δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει, εφόσον με αυτήν ζητείτο η ακύρωση του «μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015». Περαιτέρω δε, από τη σκέψη 35 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως προκύπτει, τουλάχιστον εμμέσως, ότι το Γενικό Δικαστήριο εκτιμούσε ότι προσφυγή ακυρώσεως μπορεί να ασκηθεί μόνο κατά της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015. Εκ νέου αποδεικνύεται, επομένως, ότι το Γενικό Δικαστήριο ενστερνίζεται μια ερμηνεία της προσφυγής, η οποία, κατά τη δική του άποψη, συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης. |
|
67. |
Ως εκ τούτου, είναι επιβεβλημένη η ερμηνεία της προσφυγής υπό την έννοια ότι βάλλει και κατά της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015 και προκειμένου να διασφαλιστεί η παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας ( 23 ). |
|
68. |
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το Γενικό Δικαστήριο, αποφαινόμενο ότι η προσφυγή βάλλει κατά του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 17ης Ιουλίου 2015 και όχι κατά της εκτελεστικής αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2015, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της προσφυγής και ότι κακώς την απέρριψε ως απαράδεκτη. |
|
69. |
Βάσει των ανωτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πρέπει να αναιρεθεί, χωρίς να συντρέχει λόγος εξετάσεως του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως ή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως. |
VI. Συμπέρασμα
|
70. |
Υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πρέπει να αναιρεθεί. Καθότι η Επιτροπή δεν έχει ακόμη εκφέρει άποψη επί της ουσίας της διαφοράς, η υπόθεση δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση και πρέπει να αναπεμφθεί στο Γενικό Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Δικαστήριο πρέπει να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα (επιχείρημα εξ αντιδιαστολής από το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας). |
VII. Πρόταση
|
71. |
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί της υποθέσεως C‑635/16 P ως εξής:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Οκτωβρίου 2016, Spliethoff’s Bevrachtingskantoor κατά Επιτροπής (T‑564/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:611).
( 3 ) Υπόθεση T‑149/16, Spliethoff’s Bevrachtingskantoor κατά Επιτροπής, ΕΕ 2016, C 211, σ. 56. Μέχρι σήμερα, το Γενικό Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί ακόμη.
( 4 ) ΕΕ 2003, L 11, σ. 1.
( 5 ) ΕΕ 2013, L 352, σ. 65.
( 6 ) Εκτελεστική απόφαση C(2014) 1921 τελικό της Επιτροπής, της 26ης Μαρτίου 2014, σχετικά με τη θέσπιση πολυετούς προγράμματος εργασίας του 2014 για χρηματοδοτική συνδρομή στο πλαίσιο της Διευκολύνσεως «Συνδέοντας την Ευρώπη» (ΔΣΕ) – Τομέας μεταφορών για την περίοδο 2014-2020, όπως τροποποιήθηκε με τις εκτελεστικές αποφάσεις της Επιτροπής C(2015) 2192 τελικό, της 8ης Απριλίου 2015, C(2015) 7358 τελικό, της 30ής Οκτωβρίου 2015, και C(2017) 5437 τελικό, της 3ης Αυγούστου 2017.
( 7 ) ΕΕ 2013, L 348, σ. 129.
( 8 ) ΕΕ 2011, L 55, σ. 13.
( 9 ) Βλέπε παράρτημα ΙΙ, σημείο 3.3.4, της εκτελεστικής αποφάσεως C(2014) 1921 τελικό της Επιτροπής.
( 10 ) Διάταξη της 11ης Οκτωβρίου 2016, Spliethoff’s Bevrachtingskantoor κατά Επιτροπής (T‑564/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:611).
( 11 ) Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 12 ) Απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 13 ) Στις σκέψεις 9, 19, 22 και 40 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως.
( 14 ) Στη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως.
( 15 ) Στις σκέψεις 38 έως 40 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως.
( 16 ) Βλ., ενδεικτικά, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 13ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Verile και Gjergji (T‑104/14 P, EU:T:2015:776, σκέψη 108).
( 17 ) Στις σκέψεις 21 και 23 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως.
( 18 ) Βλέπε ανωτέρω σημείο 15. Παρεμπιπτόντως, αξίζει να επισημανθεί ότι οι παρατιθέμενες στη σκέψη 21 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως αρμοδιότητες του INEA είναι εν μέρει μόνον κρίσιμες όσον αφορά την υπό εξέταση υπόθεση.
( 19 ) Βλ. ανωτέρω σημεία 11 έως 14.
( 20 ) Στη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως.
( 21 ) Βλ. ανωτέρω σημείο 16.
( 22 ) Βλ. διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 2011, PPG και SNF κατά ECHA (Τ-1/10, EU:T:2011:507, σκέψεις 33 και 34), η οποία επικυρώθηκε με την απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, Polyelectrolyte Producers Group και SNF κατά ECHA (C‑626/11 P, EU:C:2013:595, σκέψη 29).
( 23 ) Βλ., επίσης, ανωτέρω σημείο 7.