ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MANUEL CAMPOS SÁNCHEZ-BORDONA
της 20ής Ιουλίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑256/16
Deichmann SE
κατά
Hauptzollamt Duisburg
[αίτηση του Finanzgericht Düsseldorf
(δικαστηρίου φορολογικών διαφορών του Ντίσελντορφ, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Ντάμπινγκ – Αίτηση επιστροφής εισαγωγικών δασμών καταβληθέντων δυνάμει κανονισμού που κηρύχθηκε ανίσχυρος – Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2016/223 – Κανονισμός εκδοθείς σε εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου – Κύρος»
|
1. |
Το ζήτημα που εγείρεται με την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά τις συνέπειες εκ της ακυρώσεως κανονισμού θεσπίζοντος δασμούς αντιντάμπινγκ. Κατά την απάντησή του επί των ερωτημάτων του εθνικού δικαστηρίου, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να σκιαγραφήσει τη νομολογία του ως προς τα αποτελέσματα των αποφάσεών του με τις οποίες ακυρώνονται πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. |
|
2. |
Εν προκειμένω, οι αμφιβολίες ανακύπτουν στο πλαίσιο προδικαστικού ερωτήματος περί του κύρους του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2016/223 ( 2 ), με τον οποίο η Επιτροπή ανέλαβε συγκεκριμένες δράσεις για τη θεραπεία των παρανομιών που είχε διαπιστώσει το Δικαστήριο με προγενέστερη απόφασή του ( 3 ), κηρύσσουσα το ανίσχυρο ορισμένων κανονισμών αντιντάμπινγκ. |
|
3. |
Οι κανονισμοί αυτοί, ακυρωθέντες μεταγενέστερα, είχαν αποτελέσει τη βάση επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ στην εταιρία Deichmann SE ( 4 ), εισαγωγέα στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποδημάτων καταγωγής Κίνας και Βιετνάμ, η οποία, κατόπιν της ακυρώσεως των εν λόγω κανονισμών, αξίωσε την επιστροφή των καταβληθέντων από αυτήν ποσών. |
|
4. |
Το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο εάν ο εκτελεστικός κανονισμός 2016/223 είναι έγκυρος, καθόσον, σε αντίθετη περίπτωση, θα πρέπει να επιστραφούν στην Deichmann τα ποσά που αυτή κατέβαλε ως δασμούς αντιντάμπινγκ. |
|
5. |
Εν προκειμένω, ανακύπτει σύγκρουση μεταξύ, αφενός, της εξουσίας των θεσμικών οργάνων της Ένωσης να κινούν εκ νέου διαδικασία κατά το πέρας της οποίας είναι δυνατή η επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ, σε αντικατάσταση των ακυρωθέντων, και, αφετέρου, του δικαιώματος των πολιτών για τη σταθερότητα των παγιωμένων καταστάσεων, καθώς και για την αποτελεσματική προστασία της έννομης θέσεώς τους. |
I. Νομικό πλαίσιο
Α. Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης
|
6. |
Το άρθρο 263 ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής: «[…] Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του πρώτου και του δευτέρου εδαφίου, να ασκεί προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα. […] Οι προσφυγές που προβλέπονται στο παρόν άρθρο ασκούνται εντός δύο μηνών, υπολογιζομένων, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση της πράξεως, την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, από την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως.» |
|
7. |
Το άρθρο 266 ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής: «Το θεσμικό ή λοιπό όργανο ή οργανισμός των οποίων η πράξη εκηρύχθη άκυρη ή των οποίων η παράλειψη εκηρύχθη αντίθετη προς τις Συνθήκες, οφείλουν να λαμβάνουν τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. […]» |
Β. Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 ( 5 )
|
8. |
Το άρθρο 221 έχει ως εξής: «[…] 3. Η γνωστοποίηση στον οφειλέτη δεν είναι δυνατόν να γίνει μετά τη λήξη τριετούς προθεσμίας από την ημερομηνία γένεσης της τελωνειακής οφειλής. Η προθεσμία αυτή αναστέλλεται από τη στιγμή που υποβάλλεται προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 243 και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας προσφυγής ( 6 ). […]» |
|
9. |
Το άρθρο 236 έχει ως εξής: «1. Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών πραγματοποιείται εφόσον αποδεικνύεται ότι κατά τη στιγμή της πληρωμής τους το ποσό τους δεν οφειλόταν νομίμως ή ότι το ποσό βεβαιώθηκε κατά παράβαση του άρθρου 220, παράγραφος 2. […] 2. Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών παραχωρείται κατόπιν υποβολής αιτήσεως στο αρμόδιο τελωνείο πριν από την εκπνοή προθεσμίας τριών ετών από την ημερομηνία της γνωστοποίησης των εν λόγω δασμών στον οφειλέτη. […]» |
Γ. Κανονισμός (ΕΚ) 1225/2009 ( 7 )
|
10. |
Το άρθρο 10 («Αναδρομική ισχύς») ορίζει τα εξής: «1. Προσωρινά μέτρα και οριστικοί δασμοί αντιντάμπινγκ εφαρμόζονται μόνον ως προς προϊόντα που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία μετά τον χρόνο θέσης σε ισχύ της απόφασης που λαμβάνεται βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, και του άρθρου 9, παράγραφος 4, αντιστοίχως, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπει ο παρών κανονισμός. […]» |
|
11. |
Το άρθρο 14 («Γενικές διατάξεις») προβλέπει τα εξής: «1. Οι δασμοί αντιντάμπινγκ, προσωρινοί ή οριστικοί, επιβάλλονται με κανονισμό και εισπράττονται από τα κράτη μέλη υπό τη μορφή, στο ύψος και με βάση τα λοιπά κριτήρια που προβλέπει ο κανονισμός με τον οποίο επιβάλλονται οι δασμοί. Επίσης οι δασμοί αντιντάμπινγκ εισπράττονται ανεξάρτητα από τους τελωνειακούς δασμούς, τους φόρους και τις λοιπές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται συνήθως στις εισαγωγές. Κανένα προϊόν δεν υπόκειται ταυτόχρονα σε δασμούς αντιντάμπινγκ και σε αντισταθμιστικούς δασμούς για την αντιμετώπιση των συνεπειών μιας και της αυτής κατάστασης, η οποία είναι αποτέλεσμα πρακτικής ντάμπινγκ ή επιδότησης των εξαγωγών. […]» |
|
12. |
Το άρθρο 23 («Κατάργηση») προβλέπει τα εξής: «Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 384/96 καταργείται. Ωστόσο η κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 δεν επηρεάζει το κύρος των διαδικασιών που έχουν κινηθεί δυνάμει του εν λόγω κανονισμού. Οι αναφορές στον καταργούμενο κανονισμό νοούνται ως αναφορές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος ΙΙ.» |
II. Πραγματικά περιστατικά
|
13. |
Κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΚ) 1472/2006 ( 8 ) και του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 1294/2009 ( 9 ), το Hauptzollamt Duisbourg (κεντρικό τελωνειακό γραφείο του Duisburg, Γερμανία) επέβαλε στην Deichmann, στις 10 Μαΐου 2010, δασμούς αντιντάμπινγκ ύψους 11181,92 ευρώ. |
|
14. |
Η εκκαθάριση αφορούσε έξι εισαγωγές υποδημάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Βιετνάμ, τα οποία η Deichmann είχε διασαφήσει τον Απρίλιο το 2010 για τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία. |
|
15. |
Προμηθευτές και κατασκευαστές των εισαχθέντων από την Κίνα και το Βιετνάμ υποδημάτων ήταν οι εταιρίες Chengdu Sunshine Shoes Co. Ltd. και Tripos Enterprises Inc, αντίστοιχα. Αμφότερες οι εταιρίες είχαν υποβάλει τον Ιούλιο του 2005 αιτήσεις περί υπαγωγής σε καθεστώς οικονομίας της αγοράς (ΚΟΑ) επισυνάπτοντας τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 ( 10 ). |
|
16. |
Το Δικαστήριο, με τις αποφάσεις του Zhejiang Aokang Shoes Co. Ltd και Brosmann Footwear ( 11 ), ακύρωσε τον κανονισμό 1472/2006. |
|
17. |
Επικαλούμενη ειδικώς την απόφαση Brosmann ( 12 ), η Deichmann ζήτησε, στις 12 Ιουνίου 2012, από το κεντρικό τελωνειακό γραφείο του Duisburg την επιστροφή των δασμών αντιντάμπινγκ που της είχαν επιβληθεί, αίτημα που απερρίφθη στις 15 Νοεμβρίου 2013. |
|
18. |
Σε μεταγενέστερο χρόνο, το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση C & J Clark International και Puma ( 13 ), κηρύσσουσα ανίσχυρους τον κανονισμό 1472/2006 και τον εκτελεστικό κανονισμό 1294/2009 ( 14 ). |
|
19. |
Η Επιτροπή, σε συμμόρφωση προς την απόφαση αυτή, θέσπισε τον εκτελεστικό κανονισμό 2016/223, με τον οποίο κίνησε τη διαδικασία για την εξατομικευμένη αξιολόγηση των υποβληθεισών αιτήσεων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ. Επεχείρησε, με τον τρόπο αυτόν, να αντικαταστήσει τις ακυρωθείσες πράξεις από νέες, οι οποίες δεν θα έπασχαν από τις παρανομίες που είχε διαπιστώσει το Δικαστήριο, συνεχίζοντας τη διαδικασία από τον χρόνο κατά τον οποίο είχαν διαπραχθεί οι εν λόγω παρανομίες. |
|
20. |
Ταυτοχρόνως, η Επιτροπή έκρινε σκόπιμο να δώσει εντολή στις εθνικές τελωνειακές αρχές να μην επιστρέψουν τα ποσά των δασμών, έως ότου ολοκληρωνόταν η διαδικασία. |
|
21. |
Επιπλέον, η Επιτροπή διέταξε, για λόγους αποδοτικής χρήσεως των πόρων, να μη ληφθεί υπόψη το σύνολο των αιτήσεων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ, αλλά μόνον όσες αφορούσαν εξαγωγείς οι οποίοι είχαν προμηθεύσει υποδήματα σε ορισμένο εισαγωγέα, εφόσον ο τελευταίος είχε αιτηθεί την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στηριζόμενος στην ακύρωση των κανονισμών περί θεσπίσεως δασμών αντιντάμπινγκ. Ζήτησε, για τον λόγο αυτόν, από τις εθνικές τελωνειακές αρχές να της κοινοποιήσουν τις εν λόγω αιτήσεις καθώς και τα δικαιολογητικά έγγραφα ώστε να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός των περιπτώσεων αυτών. |
|
22. |
Η Deichmann υποστήριξε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι ο εκτελεστικός κανονισμός 2016/223 ήταν ανίσχυρος, καθόσον το άρθρο 14, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ του 1996 δεν παρείχε στην Επιτροπή την εξουσία να επιβάλλει εκ των υστέρων υποχρεώσεις στις εθνικές τελωνειακές αρχές ή στους αιτούντες την επιστροφή των οικείων ποσών εισαγωγείς. |
|
23. |
Η Deichmann προέβαλε ομοίως παράβαση του άρθρου 266 ΣΛΕΕ στον βαθμό κατά τον οποίον η εξέταση αφορούσε μόνον τους παραγωγούς-εξαγωγείς που είχαν υποβάλει αίτηση περί υπαγωγής σε ΚΟΑ ή χορηγήσεως ΑΜ, και τη μη λήψη της αποφάσεως εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ του 1996. Επικαλέστηκε, επιπλέον, παράβαση του άρθρου 266 ΣΛΕΕ καθ’ ο μέρος κινήθηκε διαδικασία επανεξετάσεως μέτρων αντιντάμπινγκ των οποίων η ισχύς είχε λήξει. |
|
24. |
Το δικαστήριο φορολογικών διαφορών του Ντίσελντορφ εκφράζει αμφιβολίες ως προς το κύρος του εκτελεστικού κανονισμού 2016/223. Μια πρώτη ομάδα λόγων αφορά τυπικώς την επιλεγείσα από την Επιτροπή για τη θέσπισή του νομική βάση:
|
|
25. |
Μια δεύτερη ομάδα λόγων αφορά το κατά πόσον είναι δυνατό να υποχρεωθούν οι εθνικές τελωνειακές αρχές, δυνάμει του εκτελεστικού κανονισμού 2016/223, να αναβάλουν την κρίση τους επί των αιτήσεων επιστροφής δασμών αντιντάμπινγκ, έως ότου η Επιτροπή αποφανθεί επί των αιτήσεων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ. Σύμφωνα με το άρθρο 236, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, κρίσιμο είναι μόνον το εάν, κατά τον χρόνο κατά οποίον καταβλήθηκαν οι δασμοί αντιντάμπινγκ, το ποσό οφειλόταν πράγματι, όπερ απόκειται στις τελωνειακές αρχές να εκτιμήσουν. Η Επιτροπή, στον βαθμό κατά τον οποίον ενεπλάκη στη διαδικασία αυτή αποφάσεως, παρέβη το άρθρο 5 ΣΕΕ. |
|
26. |
Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει διάφορους συλλογισμούς σχετικά με το άρθρο 266 ΣΛΕΕ και τις εξουσίες της Επιτροπής να αντικαθιστά τις ακυρούμενες πράξεις με νέες, οι οποίες εξαλείφουν την διαπιστούμενη από το Δικαστήριο παρανομία. Επικρίνει το γεγονός ότι επιχειρείται να προσδοθεί στον δασμό αντιντάμπινγκ αναδρομικό αποτέλεσμα από τον χρόνο κατά τον οποίον θεσπίστηκαν οι ακυρωθέντες κανονισμοί, καίτοι η ισχύς του μέτρου αντιντάμπινγκ είχε λήξει στις 31 Μαρτίου 2011. |
|
27. |
Το άρθρο 10 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ του 1996 δεν επιτρέπει, κατά την κρίση του αιτούντος δικαστηρίου, την εκ νέου επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ. Επιπλέον, για λόγους ασφάλειας δικαίου, δεν θα έπρεπε να χωρήσει εκ των υστέρων είσπραξη, κάτι που το άρθρο 221, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα απαγορεύει. |
|
28. |
Τέλος, το αιτούν δικαστήριο επικαλείται πρακτικούς λόγους αναγόμενους στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα (βάσει των οποίων δεν θα ήταν δυνατή η επιβολή νέων δασμών αντιντάμπινγκ) καθώς επίσης τις δυσχέρειες που θα επαγόταν για τον εξαγωγέα η προσκόμιση, μετά την παρέλευση του χρονικού αυτού διαστήματος, εγγράφων και πληροφοριών, όπερ θα μπορούσε να υπονομεύσει το δικαίωμά του άμυνας. Διερωτάται εάν η σχεδιασθείσα από την Επιτροπή διαδικασία συνιστά κατάχρηση των εξουσιών της και αναφέρει άλλες επλογές οι οποίες, κατά την κρίση του, θα μπορούσαν να είναι καταλληλότερες. |
|
29. |
Με το σκεπτικό αυτό, το Finanzgericht Düsseldorf (δικαστήριο φορολογικών διαφορών του Ντίσελντορφ) υποβάλλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Είναι έγκυρος ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2016/223 της Επιτροπής, της 17ης Φεβρουαρίου 2016, για τη θέσπιση διαδικασίας για την αξιολόγηση ορισμένων αιτήσεων περί υπαγωγής σε καθεστώς οικονομίας της αγοράς και περί ατομικής μεταχείρισης που υπέβαλαν παραγωγοί-εξαγωγείς από την Κίνα και το Βιετνάμ και για την εφαρμογή της αποφάσεως του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑659/13 και C‑34/14;» |
III. Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
|
30. |
Η διάταξη περί παραπομπής περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Μαΐου 2016. |
|
31. |
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Deichmann και η Επιτροπή, οι οποίες παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 11ης Μαΐου 2017. |
IV. Σύνοψη των παρατηρήσεων των διαδίκων
A. Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
|
32. |
Κατά την Επιτροπή, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου, πρόσωπο το οποίο, αναμφιβόλως, θα μπορούσε να έχει ασκήσει ευθεία προσφυγή κατά πράξεως της Ένωσης, αλλά άφησε να παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητά της ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. |
|
33. |
Εν προκειμένω, κατά την Επιτροπή, η Deichmann νομιμοποιείτο να ζητήσει την ακύρωση του επίμαχου κανονισμού ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, καθ’ ο μέρος την αφορούσε άμεσα και δεν έχρηζε εκτελεστικών μέτρων, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Εφόσον δεν προσέβαλε τον εν λόγω κανονισμό εντός της αντίστοιχης προθεσμίας, δεν μπορεί να ζητεί την ακύρωσή του ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι ο κανονισμός αυτός θεσπίστηκε μετά την προσφυγή της Deichmann ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. |
|
34. |
Η Deichmann αντέκρουσε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τις ενστάσεις αυτές, ισχυριζόμενη ότι δεν νομιμοποιείτο να προσβάλει ευθέως τον κανονισμό, καθόσον δεν την αφορούσε άμεσα. Επιπλέον, η διάταξη αυτή έχρηζε εκτελεστικών μέτρων, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο Ένωσης. |
B. Επί της ουσίας
|
35. |
Η Deichmann, επικαλούμενη το άρθρο 5 ΣΕΕ, υποστηρίζει ότι υπήρξε προσβολή του προβλεπόμενου από τη Συνθήκη ΛΕΕ συστήματος κατανομής αρμοδιοτήτων. Κατά την κρίση της, στον βαθμό κατά τον οποίον οι κηρυχθέντες ως ανίσχυροι από το Δικαστήριο κανόνες θεσπίστηκαν ενόσω ήταν σε ισχύ ο βασικός κανονισμός αντιντάμπινγκ του 1996, ο τελευταίος αυτός κανονισμός είχε εφαρμογή. Πράγματι, το άρθρο 23 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ του 2009 θεσπίζει μεταβατικό καθεστώς που συνηγορεί υπέρ της κατευθύνσεως αυτής. Συνεπώς, κατά την άποψή της, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ του 1996, αρμόδιο θα ήταν το Συμβούλιο και όχι η Επιτροπή. |
|
36. |
Η Deichmann εστιάζει την προσοχή της στο άρθρο 14 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ του 2009, μνημονευόμενο ρητώς στον εκτελεστικό κανονισμό 2016/223, ισχυριζόμενη ότι το άρθρο αυτό δεν επιτρέπει τη θέσπιση κανονισμού προς εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως. |
|
37. |
Αν υποτεθεί ότι είναι εφαρμοστέο, το άρθρο 14, παράγραφος 1, επιτρέπει μόνο στα θεσμικά όργανα της Ένωσης να επιβάλλουν δασμούς αντιντάμπινγκ, προσωρινούς ή οριστικούς, τους οποίους τα κράτη μέλη εισπράττουν υπό τους όρους που θέτει ο βασικός κανονισμός αντιντάμπινγκ του 2009. Ο επίμαχος κανονισμός δεν επιβάλλει δασμό αντιντάμπινγκ ούτε θέτει τα κριτήρια για την είσπραξή του, περιοριζόμενος να ρυθμίσει τα της επιστροφής των ήδη εκκαθαρισθέντων δασμών αντιντάμπινγκ (η οποία προβλέπεται από το άρθρο 236 του τελωνειακού κώδικα), όπερ εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. |
|
38. |
Η Deichmann υποστηρίζει ότι ούτε το άρθρο 266 ΣΛΕΕ παρέχει κάλυψη στον επίμαχο κανονισμό. Παραπέμποντας στο σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής, επισημαίνει ότι η εκτελεστική πράξη δεν μπορεί να πάσχει από τις ίδιες παρανομίες με την ακυρωθείσα. Εν προκειμένω, ο εκτελεστικός κανονισμός 2016/223 περιορίζεται, κατά παράβαση της αποφάσεως C & J Clark International και Puma ( 15 ), στην εξέταση ενός περιορισμένου αριθμού αιτήσεων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ, με αποτέλεσμα να επαναλαμβάνει την ίδια παρανομία η οποία είχε διαπιστωθεί με την απόφαση αυτή. |
|
39. |
Κατά την Deichmann, η δυνατότητα κινήσεως εκ νέου διαδικασίας αντιντάμπινγκ αφορά μόνον τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η διαδικασία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, ήτοι, εφόσον η ισχύς των μέτρων αντιντάμπινγκ δεν έχει λήξει. Δεδομένου ότι, εν προκειμένω, η εν λόγω ισχύς έληξε στις 31 Μαρτίου 2011, η διαδικασία δεν μπορούσε να επαναληφθεί χωρίς να παραβιάζονται οι αρχές της μη αναδρομικής ισχύος και της ασφάλειας δικαίου (άρθρο 10 των βασικών κανονισμών αντιντάμπινγκ του 1996 και 2009), καθώς επίσης ο κανόνας παραγραφής του άρθρου 221, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα. |
|
40. |
Η Deichmann, στηριζόμενη στο άρθρο 236 του τελωνειακού κώδικα, υποστηρίζει ότι οι αιτήσεις επιστροφής αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών πρέπει να εξετάζονται το ταχύτερο δυνατό. Εξάλλου, το άρθρο αυτό δεν παρέχει κανενός είδους εξουσία στην Επιτροπή να αναστείλει την προθεσμία επιστροφής. |
|
41. |
Κατά την Deichmann, η Επιτροπή, καθ’ o μέρος δεν κινήθηκε εντός των πλαισίων που είχε θέσει η απόφαση C & J Clark International και Puma ( 16 ), δεδομένου ότι ανέστειλε την εφαρμογή του άρθρου 236 του τελωνειακού κώδικα, ενήργησε κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, καθυστερώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την επιστροφή των δασμών αντιντάμπινγκ. Επιπλέον, το θεσπισθέν μέτρο δεν είναι το λιγότερο περιοριστικό μεταξύ των δυνάμενων να ληφθούν μέτρων, και τούτο διότι συναρτά την επιστροφή στους Ευρωπαίους εισαγωγείς των οικείων ποσών από την εξέταση των υποβληθεισών από τους Κινέζους εξαγωγείς αιτήσεων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ. Οι τελευταίοι, ωστόσο, δεν είναι σε θέση να συνεργαστούν με τον δέοντα τρόπο, καθόσον υπέβαλαν τις αιτήσεις αυτές πριν από δέκα τουλάχιστον έτη και δεν ενδιαφέρονται πλέον για την έκβασή τους, δεδομένου ότι δεν ασκεί επιρροή στα δικαιώματά τους. |
|
42. |
Τέλος, η Deichmann επικαλείται την κατ’ αναλογίαν εφαρμογή του άρθρου 54 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή ενήργησε καταχρώμενη τις εξουσίες της. |
|
43. |
Κατά την Επιτροπή, εφαρμογή έχει ο βασικός κανονισμός αντιντάμπινγκ του 2009 και όχι του 1996. Αναγνωρίζει ότι υφίστανται αποκλίσεις μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων, αλλά, οι αποκλίσεις αυτές, πρέπει, κατά την κρίση της, να επιλυθούν υπέρ της ισχύος του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ του 2009, λαμβανομένου υπόψη του κωδικοποιητικού σκοπού του. |
|
44. |
Η Επιτροπή υπεραμύνεται της επιλογής του άρθρου 14 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ του 2009 ως νομικού θεμελίου του επίμαχου εν προκειμένω κανονισμού, καθόσον εκτιμά ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ δεν συνιστούν εισαγωγικούς δασμούς στους οποίους μπορεί να ανάγεται μια τελωνειακή οφειλή. Θα επρόκειτο για ειδικά μέτρα ως προς τα οποία η νομοθεσία της Ένωσης δεν έχει αυτομάτως εφαρμογή, παρά μόνο στον βαθμό κατά τον οποίον το Συμβούλιο και η Επιτροπή το αποφασίζουν, ανά περίπτωση, κατά τον χρόνο της θεσπίσεως κανονισμού περί επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ. |
|
45. |
Εν προκειμένω, το Συμβούλιο αποφάσισε ότι ο τελωνειακός κώδικας θα έχει εφαρμογή στην είσπραξη των επιβαλλόμενων δυνάμει των οριστικών και των εκτελεστικών κανονισμών δασμών αντιντάμπινγκ. Ωστόσο, ουδόλως θα εμποδιζόταν η χρήση, κατά περίπτωση, του άρθρου 14 υπό την αντίστροφη έννοια, κατά τρόπο ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή του τελωνειακού κώδικα και, ως εκ τούτου, η προβλεπόμενη από αυτόν αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. |
|
46. |
Όσον αφορά τις εντολές προς τις εθνικές αρχές (να αναστείλουν τη διαδικασία επιστροφής και να κοινοποιήσουν ορισμένες πληροφορίες), η Επιτροπή φρονεί ότι είναι έγκυρες. Μολονότι ενδέχεται να οδηγήσουν σε αποδυνάμωση των διατάξεων του άρθρου 236 του τελωνειακού κώδικα, εδράζονται, εντούτοις, στην εξουσία που το άρθρο 14, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ του 2009, παρέχει στην Επιτροπή να καθορίζει όχι μόνον τη μορφή και το ύψος των δασμών αυτών, αλλά και τα «λοιπά κριτήρια» που πρέπει να εφαρμόζουν τα κράτη μέλη όσον αφορά την είσπραξή τους. |
|
47. |
Η Επιτροπή εκτιμά ότι οι εντολές αυτές ήταν κατάλληλες, καθόσον με την απόφαση C & J Clark Internacional και Puma ( 17 ) δεν αμφισβητήθηκε η ύπαρξη της οφειλής, αυτής καθαυτής, παρά μόνον ο εφαρμοστέος συντελεστής υπολογισμού της. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η ενδεχόμενη επιστροφή δεν θα αφορούσε το σύνολο της ήδη εξοφληθείσας οφειλής, αλλά μόνον εκείνη που θα προέκυπτε από την εφαρμογή των συντελεστών επιβαρύνσεως, κατόπιν εξετάσεως μιας εκάστης των αιτήσεων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ ή χορηγήσεως ΑΜ. Ευλόγως η Επιτροπή πραγματοποιεί την εξέταση αυτή προτού οι εθνικές αρχές προβούν στην επιστροφή. |
|
48. |
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 266 ΣΛΕΕ δεν κωλύει την επανάληψη της διαδικασίας. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, είναι δυνατή η επανάληψή της μετά την ακύρωση ή την κήρυξη πράξεως της Ένωσης ως ανίσχυρης, ακόμη και ελλείψει συγκεκριμένης νομικής βάσεως ( 18 ). Επιπλέον, η προβλεπόμενη από το άρθρο 221, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα (τριετής) αποσβεστική προθεσμία δεν θα είχε εκπνεύσει, καθόσον είχε ανασταλεί, ενώ θα ήταν δυνατή, εν πάση περιπτώσει, η παράκαμψη της προθεσμίας αυτής κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ του 2009. |
|
49. |
Η προαναφερθείσα επανάληψη της διαδικασίας δεν θα είχε αναδρομικό αποτέλεσμα, καθόσον, σε περίπτωση μη εξετάσεως των αιτήσεως περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ, η οφειλή των εισαγωγέων, όπως της Deichmann, θα έπρεπε να θεωρηθεί ως μη οριστικώς καθορισθείσα. Ακόμη και αν γινόταν δεκτό το αναδρομικό αυτό αποτέλεσμα, η εκ νέου κίνηση της διαδικασίας θα ήταν δυνατή, εφόσον διαφυλασσόταν η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των εμπλεκομένων προσώπων ( 19 ). Εισαγωγέας όπως η Deichmann δεν μπορεί να επικαλείται την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ενόσω η Επιτροπή δεν έχει περατώσει τη διαδικασία με οριστική πράξη. |
V. Εκτίμηση
Α. Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
|
50. |
Υπό περιστάσεις όπως αυτές που επικαλείται η Επιτροπή, το απαράδεκτο του προδικαστικού ερωτήματος εξαρτάται, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 20 ), από δύο προϋποθέσεις: i) να πρόκειται για πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, το οποίο, αναμφισβήτητα, θα μπορούσε να έχει ασκήσει ευθεία προσφυγή αλλά άφησε να παρέλθει η αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, και ii) η διάταξη της οποίας η νομιμότητα αμφισβητείται να μη χρήζει εκτελεστικών μέτρων, κατά την έννοια του ιδίου άρθρου, τέταρτο εδάφιο. |
|
51. |
Θα μπορούσε να αμφισβητηθεί, από διαλεκτικής απόψεως, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος του άρθρου 1, παράγραφος 1, το αν ο εκτελεστικός κανονισμός 2016/223 επηρέαζε άμεσα την Deichmann. Μολονότι αποδέκτες του είναι οι εθνικές τελωνειακές αρχές, θα μπορούσε, εντούτοις, ο εν λόγω κανονισμός να ασκήσει άμεση επιρροή στην έννομη κατάσταση όσων, όπως η Deichmann, είχαν αιτηθεί την επιστροφή των δασμών αντιντάμπινγκ επί τη βάσει του άρθρου 236 του τελωνειακού κώδικα. Ο εκτελεστικός κανονισμός 2016/223 τους εμποδίζει, ευθέως, να επιτύχουν την επιστροφή των αχρεωστήτως εισπραχθέντων δασμών (παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 1). |
|
52. |
Φρονώ, ωστόσο, ότι παρέλκει η κρίση επί της ενεργητικής νομιμοποιήσεως της Deichmann, καθ’ ο μέρος από την ανάγνωση απλώς και μόνον του άρθρου 1, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού 2016/223 προκύπτει ότι το άρθρο αυτό χρήζει εκτελεστικών μέτρων. Η εκ νέου επιβολή του κατάλληλου δασμού είναι δυνατή μόνον κατόπιν επαληθεύσεως και αξιολογήσεως των αιτήσεων των παραγωγών-εξαγωγέων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ, δυνάμει (νέου) κανονισμού. |
|
53. |
Με άλλα λόγια, ο εκτελεστικός κανονισμός 2016/223 προηγείται, στην πραγματικότητα, των μεταγενέστερων κανονισμών δυνάμει των οποίων πρέπει να αξιολογηθούν οι διάφορες αιτήσεις περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ που έχουν υποβάλει οι παραγωγοί-εξαγωγείς ( 21 ). Στον βαθμό κατά τον οποίον απαιτούνται, επομένως, εκτελεστικά μέτρα, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την απόρριψη της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως ως απαράδεκτης. |
|
54. |
Προστίθεται ότι ο εκτελεστικός κανονισμός 2016/223 θεσπίστηκε ενόσω εκκρεμούσε η προσφυγή της Deichmann ( 22 ). Οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου οι οποίες οδήγησαν στην υποβολή της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως ανέκυψαν ακριβώς κατά τη διάρκεια της διαδικασίας σχετικά με το δικαίωμα της Deichmann για την επιστροφή των δασμών. Ως εκ τούτου, η Deichmann θα μπορούσε ευλόγως να υποθέσει ότι δεν ήταν αναγκαία η προσβολή του εν λόγω κανονισμού ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, λαμβανομένου υπόψη του σταδίου στο οποίο τελούσε η διαφορά όταν αυτός δημοσιεύτηκε. |
|
55. |
Κατά συνέπεια, η προβληθείσα από την Επιτροπή ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί. |
B. Επί της ουσίας
|
56. |
Για την καλύτερη κατανόηση των επίμαχων προβλημάτων, θα υπενθυμίσω, συνοπτικώς, το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται η υποβληθείσα από την Deichmann αίτηση επιστροφής δασμών αντιντάμπινγκ. |
|
57. |
Το Δικαστήριο έκρινε, με πλείονες αποφάσεων ( 23 ), άκυρο τον κανονισμό 1472/2006 και τον εκτελεστικό κανονισμό 1294/2009, διότι η Επιτροπή είχε παραλείψει να εξετάσει εξατομικευμένα εκάστη εκ των αιτήσεων των εξαγωγέων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ. Αντ’ αυτού, η Επιτροπή διενέργησε δειγματοληψία την οποία επεξέτεινε στο σύνολο των περιπτώσεων και, επί τη βάσει αυτή, καθόρισε το ύψος του δασμού αντιντάμπινγκ που έπρεπε να καταβληθεί. |
|
58. |
Όσον αφορά ειδικώς την υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή, μετά την έκδοση της αποφάσεως C & J Clark International και Puma ( 24 ), καθιέρωσε μια διαδικασία για τον έλεγχο της υποβολής αιτήσεων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ από παραγωγούς-εξαγωγείς μη περιλαμβανόμενους στο δείγμα και, εφόσον αυτές είχαν υποβληθεί, για την αξιολόγησή τους δυνάμει εκτελεστικού κανονισμού με τον οποίον, κατά περίπτωση, θα επιβαλλόταν εκ νέου ο κατάλληλος δασμός. |
|
59. |
Ο εκτελεστικός κανονισμός 2016/223, το κύρος του οποίου αποτελεί το αντικείμενο του ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου, αποτελεί το πρώτο στάδιο της διαδικασίας αυτής. Το νομοθετικό αυτό κείμενο χαρακτηρίζεται από τη λακωνικότητα του, καθόσον αποτελείται από δύο άρθρα (το δεύτερο περιορίζεται στον ορισμό της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος του). |
|
60. |
Το άρθρο 1 απευθύνεται στις εθνικές τελωνειακές αρχές ενώπιον των οποίων έχει υποβληθεί αίτηση επιστροφής –εφόσον ο μη περιληφθείς στο δείγμα παραγωγός-εξαγωγέας ζητεί να υπαχθεί σε ΚΟΑ ή να του χορηγηθεί ΑΜ– και τους δίδει εντολή να διαβιβάσουν τις αιτήσεις αυτές στην Επιτροπή ( 25 ). Οι εθνικές τελωνειακές αρχές δεν μπορούν να αποφανθούν επί της εν λόγω αιτήσεως (και, οφείλουν, ως εκ τούτου, να αναστείλουν τη διαδικασία επιστροφής) έως ότου η Επιτροπή δημοσιεύσει εκτελεστικό κανονισμό περί θεσπίσεως δασμών αντιντάμπινγκ. |
|
61. |
Δεδομένου ότι η εξέταση του κύρους πράξεως της Ένωσης, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, πρέπει να περιορίζεται στο εκτεθέν από το αιτούν δικαστήριο σκεπτικό, χωρίς να μπορεί να επεκταθεί περαιτέρω ( 26 ), στις ακόλουθες ενότητες θα αναλύσω τις αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου όπως αποτυπώνονται στη διάταξή του περί παραπομπής και οι οποίες αφορούν: i) τη νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται η Επιτροπή για την έκδοση του εκτελεστικού κανονισμού 2016/223 ( 27 ), ii) την αρμοδιότητα της Επιτροπής να επαναλάβει τη διαδικασία αντιντάμπινγκ ( 28 ), iii) το ενδεχόμενο αποδυναμώσεως του άμεσου αποτελέσματος του άρθρου 236 του τελωνειακού κώδικα ( 29 ), iv) το εύρος της κινούμενης εκ νέου διαδικασίας και τα διαχρονικά αποτελέσματα του νέου κανονισμού ( 30 ), και v) τις ιδιαιτερότητες της επαναλαμβανομένης διαδικασίας και τη διαπίστωση των κρίσιμων για την απόφανση επί των αιτήσεων αυτών πραγματικών περιστατικών ( 31 ). |
1. Επί της νομικής βάσεως
|
62. |
Σύμφωνα με το άρθρο 236 του τελωνειακού κώδικα, σε περίπτωση ακυρώσεως κανονισμού που θεσπίζει δασμούς αντιντάμπινγκ, προσήκει, κατ’ αρχήν, η επιστροφή των καταβληθέντων, δυνάμει αυτού, ποσών. Μετά την εξαφάνιση της νομικής βάσεως επιβολής τους, τα ποσά αυτά καθίστανται αχρεώστητα από τον χρόνο της καταβολής τους. |
|
63. |
Η διαφορά ανακύπτει διότι η Επιτροπή έθεσε, με τον εκτελεστικό κανονισμό 2016/223, ορισμένους περιορισμούς στην εφαρμογή του άρθρου 236 του τελωνειακού κώδικα. |
|
64. |
Η υπό κρίση υπόθεση παρουσιάζει ορισμένα κοινά σημεία με εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2017, Wortmann ( 32 ). Στην υπόθεση εκείνη, η διαφορά επικεντρωνόταν στην εφαρμογή του άρθρου 241 του τελωνειακού κώδικα, το οποίο περιορίζει τη λήψη τόκων σε περίπτωση επιστροφής αχρεωστήτως ληφθέντων δασμών. Εν προκειμένω, το πρόβλημα έγκειται στη δυνατότητα της Επιτροπής να θέσει ανασταλτική προθεσμία, κατά τη διάρκεια της οποίας οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να προβούν στην εφαρμογή του άρθρου 236 του ιδίου κώδικα, εν αναμονή της αποφάσεως της Επιτροπής επί των αιτήσεων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ. Σε αμφότερες τις υποθέσεις υφίστανται προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου κηρύσσουσες ανίσχυρο τον κανονισμό περί θεσπίσεως δασμών αντιντάμπινγκ. |
|
65. |
Με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Wortmann ( 33 ), αναφέρθηκα στον μηχανισμό της εκκαθαρίσεως των δασμών αντιντάμπινγκ, ο οποίος στηρίζεται κατ’ ουσίαν στη δομή του μηχανισμού εκκαθαρίσεως των τελωνειακών δασμών ( 34 ). Οι διατάξεις του τελωνειακού κώδικα σε σχέση με την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων δασμών συνδέονται με αυτό που στην περίπτωση εκείνη είχα αποκαλέσει «συνήθεις», οι οποίες παραπέμπουν στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκκαθάριση της οφειλής φαίνεται πλημμελής λόγω του εσφαλμένου προσδιορισμού των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της τελωνειακής οφειλής. Διαφορετικές είναι οι περιπτώσεις κατά τις οποίες η επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων από τους εισαγωγείς ποσών απορρέει από την κήρυξη ως άκυρου του κανονισμού που θέσπισε τον δασμό αντιντάμπινγκ. |
|
66. |
Οσάκις τα θεσμικά όργανα της Ένωσης έρχονται αντιμέτωπα με τη δικαστική κήρυξη των πράξεών τους ως ανίσχυρων, έχουν στη διάθεσή τους διάφορες επιλογές, αναλόγως του περιεχομένου της αποφάσεως και του πεδίων των ίδιων εξουσιών τους. |
|
67. |
Πρώτον, οφείλουν να εξετάσουν εάν η κηρυσσόμενη με την απόφαση ακυρότητα είναι μη θεραπεύσιμη ή εάν, αντιθέτως, η πράξη ή η παράλειψη του θεσμικού οργάνου επιδέχονται διορθώσεις. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, μεταξύ των εξουσιών του θεσμικού οργάνου περιλαμβάνεται, συνήθως, η αποκατάσταση της νομιμότητας της δράσεώς του, σύμφωνα με το περιεχόμενο της δικαστικής αποφάσεως. Δυνάμει της αποφάσεως αυτής, είναι, επομένως, δυνατή η επανάληψη της διαδικασίας, είτε εξαρχής, είτε από τον χρόνο στον οποίον ανάγεται η διαπιστωθείσα παρανομία. |
|
68. |
Όσον αφορά τους δασμούς αντιντάμπινγκ, το Δικαστήριο αντιμετώπισε τα προβλήματα αυτά, με την απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, CM Eurologistik και GLS, η σημασία της οποίας για την υπό κρίση υπόθεση είναι, κατά την άποψή μου, αναμφισβήτητη ( 35 ). Εξέτασε, συγκεκριμένα, εάν, παρά την απουσία κανόνων σε βασικό κανονισμό αντιντάμπινγκ, η διαδικασία μπορούσε να κινηθεί εκ νέου, αφ’ ης στιγμής η επίμαχη διάταξη κηρυχθεί ανίσχυρη κατόπιν προδικαστικής παραπομπής. |
|
69. |
Το Δικαστήριο έκρινε, στις περιπτώσεις αυτές, εφαρμοστέα κατ’ αναλογίαν, την κατά το άρθρο 266 ΣΛΕΕ υποχρέωση σε περίπτωση ακυρωτικών αποφάσεων: «[…] η απόφασή του έχει ως έννομη συνέπεια ότι επιβάλλει στα αρμόδια θεσμικά όργανα την υποχρέωση να λάβουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να αρθεί η διαπιστωθείσα έλλειψη νομιμότητας». Και, συγκεκριμένα προκειμένου να «εκπληρώσουν την υποχρέωση αυτή, τα θεσμικά όργανα υποχρεούνται να συμμορφωθούν όχι μόνο με το διατακτικό της ακυρωτικής ή της διαπιστώνουσας το ανίσχυρο δικαστικής αποφάσεως, αλλά και με το σκεπτικό που οδήγησε στο διατακτικό αυτό και το οποίο αποτελεί το αναγκαίο του στήριγμα» ( 36 ). |
|
70. |
Επιπλέον, το Δικαστήριο εντόπισε στην περίπτωση εκείνη (κάτι που συμβαίνει και σε σχέση με τις διαπιστώσασες το ανίσχυρο δικαστικές αποφάσεις στις οποίες ανάγεται η υπό κρίση υπόθεση) μια παρανομία η οποία δεν συνεπαγόταν την ακυρότητα ολόκληρης της διαδικασίας. Τα θεσμικά όργανα, προσέθετε, δύνανται, «προκειμένου να θεσπίσουν πράξη η οποία σκοπεί στην αντικατάσταση προηγούμενης πράξεως η οποία ακυρώθηκε ή κρίθηκε ανίσχυρη, να επαναλάβουν τη διαδικασία από το στάδιο κατά το οποίο διαπράχθηκε η παρανομία» ( 37 ). Στο ίδιο πνεύμα, έκρινε ότι «η ακύρωση πράξεως της Ένωσης δεν επηρεάζει αναγκαστικά τις προπαρασκευαστικές της πράξεις» ( 38 ). |
|
71. |
Με την απόφαση CM Eurologistik και GLS, το Δικαστήριο επισήμανε ότι «δεν είναι αναγκαίο να προβλέπεται ρητώς η δυνατότητα επαναλήψεως της διαδικασίας από την εφαρμοστέα νομοθεσία προκειμένου τα θεσμικά όργανα που εξέδωσαν την πράξη η οποία ακυρώθηκε ή κρίθηκε ανίσχυρη να είναι σε θέση να προβούν στην επανάληψη αυτή. Το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει, χωρίς να αναφερθεί σε συγκεκριμένη νομική βάση, ότι τα θεσμικά όργανα είχαν τη δυνατότητα αυτή κατόπιν της εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως η οποία ακυρώνει κανονισμό που θέσπισε δασμούς αντιντάμπινγκ (βλ., συναφώς, απόφαση Industrie des poudres sphériques κατά Συμβουλίου, C‑458/98 P, EU:C:2000:531, σκέψεις 82 και 94)» ( 39 ) |
|
72. |
Επομένως, το γεγονός ότι ο βασικός κανονισμός δεν προβλέπει τη δυνατότητα επαναλήψεως της διαδικασίας αφότου ένας κανονισμός αντιντάμπινγκ κριθεί ανίσχυρος δεν είναι δυνατό να συνεπάγεται το ανίσχυρο του κανονισμού που εκδίδεται προς εκτέλεση αποφάσεως ( 40 ). |
|
73. |
Βάσει των διευκρινήσεων αυτών, η Επιτροπή νομιμοποιείται, αφενός, να ενεργήσει κατά τρόπο που να αποκαθιστά τη νομιμότητα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην κηρύσσουσα το ανίσχυρο δικαστική απόφαση, και υποχρεούται, αφετέρου, δυνάμει του άρθρου 266 ΣΛΕΕ, να εναρμονίσει τη δράση της με το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως. |
|
74. |
Συγκεκριμένα, δεν είναι καν αναγκαία η επίκληση του άρθρου 14 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ του 2009, αφ’ ης στιγμής η πραγματική νομική κάλυψη για την επανάληψη της διαδικασίας ανάγεται στη δυνατότητα-υποχρέωση της Επιτροπής η οποία, επαναλαμβάνω, πρέπει να αποκαταστήσει τη νομιμότητα σύμφωνα με το διατακτικό και το σκεπτικό της προδικαστικής αποφάσεως με την οποία κηρύχθηκαν ανίσχυροι οι κανονισμοί αντιντάμπινγκ. |
|
75. |
Φρονώ ότι η νομολογιακή αυτή γραμμή δεν έχει ανατραπεί από την απόφαση της 14ης Ιουνίου 2016, Επιτροπή κατά McBride κ.λπ. ( 41 ), η οποία εξεδόθη σε πλαίσιο κατά το οποίο ο κανονισμός που είχε αποτελέσει τη βάση της ακυρωθείσας πράξεως καταργήθηκε χωρίς να αντικατασταθεί από νέο. |
|
76. |
Είναι αληθές ότι, με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η υποχρέωση ανάληψης δράσης η οποία απορρέει από το άρθρο 266 ΣΛΕΕ δεν θεμελιώνει αρμοδιότητα της Επιτροπής ούτε της παρέχει τη δυνατότητα να στηρίζεται σε νομική βάση που έχει εν τω μεταξύ καταργηθεί» ( 42 ). Η υπόθεση, όμως, εκείνη διέφερε από την υπό κρίση κατά το ότι οι κανόνες περί απονομής αρμοδιότητας για την έκδοση πράξεως (σε αντικατάσταση της ακυρωθείσας) δεν υφίσταντο πλέον στην έννομη τάξη της Ένωσης και το θεσμικό όργανο δεν μπορούσε να θεμελιώσει την εξουσία του για ανάληψη δράσεως αποκλειστικά στο άρθρο 266 ΣΛΕΕ. Εν προκειμένω, αντιθέτως, δεν έχει εξαφανιστεί το νομικό θεμέλιο, παρά μόνον έχει επέλθει μεταβολή των αρμοδιοτήτων υπέρ της Επιτροπής, όπως ευθύς αμέσως πρόκειται να εκθέσω. |
|
77. |
Εν πάση περιπτώσει, φρονώ ότι η παράθεση του άρθρου 14 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ του 2009 δεν είναι άτοπη. Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού προβλέπει ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ επιβάλλονται με κανονισμό και εισπράττονται από τα κράτη μέλη υπό τη μορφή, στο ύψος και με βάση τα λοιπά κριτήρια που προβλέπει ο κανονισμός με τον οποίο επιβάλλονται. |
|
78. |
Η ιδιαιτερότητα της υπό κρίση περιπτώσεως συνίσταται στο ότι η Επιτροπή ενήργησε σε δύο χρονικά στάδια. Αρχικώς, ενέκρινε τον εκτελεστικό κανονισμό 2016/223, βάζει του οποίου ζητεί από τις τελωνειακές αρχές πληροφορίες σε σχέση με τις υποβληθείσες αιτήσεις επιστροφής και στις οποίες δίδει εντολή να αναστείλουν προσωρινώς την εφαρμογή του άρθρου 236 του τελωνειακού κώδικα. Εν συνεχεία, εξέδωσε τους εκτελεστικούς κανονισμούς με τους οποίους αξιολογεί τις αιτήσεις περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ των μη περιληφθέντων στο δείγμα παραγωγών-εξαγωγέων. |
|
79. |
Ζήτημα θα μπορούσε να τεθεί περί του εάν η αναφορά στα «λοιπά κριτήρια» στα οποία παραπέμπει το άρθρο 14, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ του 2009 παρείχε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να θεσπίσει όλα τα μέτρα που περιελήφθησαν στον εκτελεστικό κανονισμό 2016/223. Όμως, ακόμη και αν κάποιο αυτά κρινόταν ακατάλληλο ή δυσανάλογο, η Επιτροπή δεν θα είχε υποπέσει εκ του λόγου αυτού σε σφάλμα (λόγω ελλείψεως νομικής βάσεως) κατά τη θέσπιση του εν λόγω εκτελεστικού κανονισμού. |
|
80. |
Εκ νέου, είναι αναγκαία η αναδρομή στο σφάλμα που προκάλεσε την ακυρότητα του κανονισμού 1472/2006, με τον οποίον είχαν επιβληθεί οριστικοί δασμοί αντιντάμπινγκ από 9,7 % έως 16,5 % επί των εισαγωγών υποδημάτων. Το Δικαστήριο δεν έκρινε ότι οι δασμοί αυτοί είναι ανίσχυροι, αλλά ότι η Επιτροπή όφειλε να είχε εξετάσει τις αντίστοιχες αιτήσεις προκειμένου να διαπιστώσει εάν οι συνθήκες της οικονομίας της αγοράς συνέτρεχαν και στην περίπτωση των προσφευγόντων. Μόνον κατόπιν της εξετάσεως και της διαπιστώσεως αυτής ήταν δυνατό να καθοριστεί ο εφαρμοστέος σε έκαστον αιτούντα συντελεστής (16,5 % ή 9,7 %). |
|
81. |
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η επανάληψη της διαδικασίας, μετά την έκδοση των ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων, δεν ήταν μόνο συνεπής αλλά και υποχρεωτική, δεδομένου ότι έπρεπε να δοθεί απάντηση επί των υποβληθεισών αιτήσεων και να κριθεί εάν σε μερικές εξ εαυτών είχε εφαρμογή ο πιο χαμηλός συντελεστής (9,7 %), έναντι του γενικού που αρχικώς είχε εφαρμοστεί (16,5 %). Η νομική βάση για την έκδοση της τελικής αυτής αποφάσεως ήταν, κατ’ ουσίαν, η ίδια η οποία είχε νομιμοποιήσει κατά τον κρίσιμο χρόνο (2006) την επιβολή των οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ. |
|
82. |
Ο εκτελεστικός κανονισμός 2016/223 δεν αποτελεί παρά μέσο στην υπηρεσία του σκοπού της εκκαθαρίσεως, κατά τρόπο οριστικό, των αναλογούντων δασμών αντιντάμπινγκ. Διαπνεόμενος από κριτήρια αποτελεσματικότητας, έχει ως σκοπό να αποφεύγονται οι μη αναγκαίες αξιολογήσεις αιτήσεων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ ή χορηγήσεως ΑΜ, ενώ ταυτοχρόνως αναστέλλονται, προσωρινώς, οι επιστροφές ποσών η νομιμότητα των οποίων εξαρτάται από τη διενέργεια των εν λόγω αξιολογήσεων. |
2. Επί της αρμοδιότητας της Επιτροπής
|
83. |
Με τη διάταξη περί παραπομπής τίθεται υπό αμφισβήτηση η αρμοδιότητα της Επιτροπής να εγκρίνει τον εκτελεστικό κανονισμό 2016/223, καθόσον, κατά τον χρόνο εκδόσεως των κηρυχθέντων ως ανίσχυρων από το Δικαστήριο κανονισμών αντιντάμπινγκ, η αρμοδιότητα αυτή ανήκε στο Συμβούλιο ( 43 ). |
|
84. |
Με την απόφαση Επιτροπή κατά McBride κ.λπ. ( 44 ), το Δικαστήριο αναφέρθηκε, πάντοτε σε σχέση με τους δασμούς αντιντάμπινγκ, στη δράση των θεσμικών οργάνων εντός των ορίων αρμοδιότητάς τους, από τις σκέψεις της οποίας μπορούν να εξαχθούν οι ακόλουθες παρατηρήσεις:
|
|
85. |
Ο βασικός κανονισμός αντιντάμπινγκ του 1996 είχε αναθέσει στο Συμβούλιο την αρμοδιότητα να εκδώσει τον κανονισμό περί επιβολής οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ (άρθρο 9, παράγραφος 4), όπως έπραξε ο βασικός κανονισμός αντιντάμπινγκ του 2009 (άρθρο 9, παράγραφος 4). |
|
86. |
Ωστόσο, η απονομή αυτή αρμοδιότητας τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 37/2014 ( 48 ) προκειμένου, μεταξύ άλλων μέτρων, να παρασχεθεί στην Επιτροπή. Μολονότι το άρθρο 3 του κανονισμού 37/2014 προβλέπει διάφορες περιπτώσεις στις οποίες δεν έχει εφαρμογή ( 49 ), εντούτοις, καμία εξ αυτών δεν συντρέχει εν προκειμένω, δεδομένου ότι η διαδικασία κινήθηκε εκ νέου μετά την έναρξη ισχύος του. Ως εκ τούτου, κατά την ημερομηνία ενάρξεως της διαδικασίας εγκρίσεως του εκτελεστικού κανονισμού 2016/223, η Επιτροπή ήταν, σύμφωνα με την παρατεθείσα στο προηγούμενο σημείο νομολογία, το νομιμοποιούμενο θεσμικό όργανο προς έκδοση της πράξεως με την οποία θα θεραπευόταν η παρανομία. |
|
87. |
Όπως έχω ήδη εκθέσει, η κατάσταση που είχε διαπιστωθεί με την απόφαση Επιτροπή κατά McBride ( 50 ) δεν συντρέχει εν προκειμένω, τουναντίον δε, επήλθε μεταφορά αρμοδιοτήτων υπέρ της Επιτροπής, στην οποία απόκειται να εφαρμόσει τους ισχύοντες κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών και εκδόσεως της πράξεως, αντιστοίχως, κρίσιμους ουσιαστικούς και διαδικαστικούς κανόνες ( 51 ). |
3. Η αναστολή ισχύος του άρθρου 236 του τελωνειακού κώδικα
|
88. |
Το άρθρο 236 του τελωνειακού κώδικα δεν προβλέπει αναστολή των διαδικασιών επιστροφής των τελωνειακών εσόδων που κρίνονται αχρεωστήτως εισπραχθέντα. Φρονώ, ωστόσο, ότι η γραμματική ερμηνεία του άρθρου αυτού μπορεί να αμβλυνθεί εφόσον πρόκειται για επιστροφές που επηρεάζονται από (προηγούμενη) απόφαση του Δικαστηρίου. |
|
89. |
Οι πρακτικές επιπτώσεις του εκτελεστικού κανονισμού 2016/223 εκτείνονται, αφενός, στις εθνικές τελωνειακές αρχές και, αφετέρου, στους εισαγωγείς που επιδιώκουν την επιστροφή των καταβληθέντων από αυτούς δασμών αντιντάμπινγκ. |
|
90. |
Σε σχέση με τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών (καμία εξ αυτών δεν προκύπτει ότι προσέβαλε τον εκτελεστικό κανονισμό 2016/223 για προσβολή των ίδιων αρμοδιοτήτων τους), δεν πρέπει να παροράται ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ εντάσσονται στα ίδια έσοδα της Ένωσης ( 52 ). Όπως τόνισα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Wortmann ( 53 ), «[η] διαχείριση των ιδίων πόρων […] πραγματοποιείται βάσει ενός σχήματος κατά το οποίο οι Διοικήσεις των κρατών μελών επιφορτίζονται με την εκκαθάριση και είσπραξή τους, ενώ τα εισπραττόμενα έσοδα τα μοιράζονται με την Ένωση. Το κράτος ενεργεί, επομένως, ως εντολοδόχος των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το γεγονός αυτό έχει ως συνέπεια οι εθνικές αρχές να δεσμεύονται κατά τρόπο ειδικό από την απόφαση περί ακυρώσεως κανονισμού αντιντάμπινγκ και να ενισχύεται η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του τη σχετική προς τον τομέα αυτό νομολογία του Δικαστηρίου, καθώς επίσης τα απορρέοντα από το άρθρο 266 ΣΛΕΕ κριτήρια εκτελέσεως». |
|
91. |
Στο πλαίσιο αυτό, εντός του οποίου τα πεδία αρμοδιοτήτων των δημοσίων αρχών που μετέχουν στη διαδικασία καθορισμού, διαχειρίσεως και εισπράξεως των δασμών αντιντάμπινγκ διασταυρώνονται, δυσχερώς, κατά την άποψή μου, θα μπορούσε να αποκλεισθεί ότι οι ενέργειες της Επιτροπής, μετά την έκδοση ακυρωτικής δικαστικής αποφάσεως ή προδικαστικής αποφάσεως κηρύσσουσας το ανίσχυρο κανονισμού αντιντάμπινγκ, δεν δύνανται να έχουν αντίκτυπο στη συμπεριφορά των εθνικών τελωνειακών αρχών. |
|
92. |
Τόσο η αίτηση επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων δασμών αντιντάμπινγκ, όσο και η προηγούμενη εκκαθάρισή τους ανάγονται στον τότε καθορισμό τους από την Επιτροπή. Ο χαρακτηρισμός ως αχρεωστήτως καταβληθέντων συνδέεται άρρηκτα με την έλλειψη νομικής καλύψεως, ήτοι, με το ανίσχυρο, είτε της μεμονωμένης πράξεως εκκαθαρίσεώς τους, είτε της νομοθετικής πράξεως περί της θεσπίσεώς τους. Εν προκειμένω, συντρέχει η δεύτερη αυτή περίπτωση. |
|
93. |
Είναι αληθές ότι η νομολογία του Δικαστηρίου ( 54 ) έθεσε τη σαφή αρχή ότι ο φορολογούμενος που έχει καταβάλει αχρεωστήτως χρηματικά ποσά απαιτηθέντα κατά παράβαση του δικαίου της Ένωσης έχει δικαίωμα επιστροφής τους. |
|
94. |
Η συγκεκριμενοποίηση του όρου «αχρεωστήτως» πρέπει, εν προκειμένω, να συσχετιστεί με το διατακτικό και το σκεπτικό της αποφάσεως με την οποία ο κανονισμός 1472/2006 και ο εκτελεστικός κανονισμός 1294/2009 κρίθηκαν ανίσχυροι. Εάν, όπως έχει ήδη εκτεθεί, η ακύρωση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η Επιτροπή επέβαλε τον δασμό αντιντάμπινγκ χωρίς να εξετάσει εξατομικευμένα τις αιτήσεις των παραγωγών-εξαγωγέων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ (εξέτασε απλώς και μόνον ένα δείγμα), η διαπραχθείσα παράβαση σημειώθηκε σε συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας και ήταν θεραπεύσιμη, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομολογία. |
|
95. |
Είναι, επομένως, νόμιμη, κατ’ αρχήν, η συνέχιση της διαδικασίας από τον χρόνο στον οποίο συντελέστηκε η παρανομία, όπως έπραξε η Επιτροπή. Παρέβη το θεσμικό αυτό όργανο το άρθρο 236 του τελωνειακού κώδικα επιβάλλοντας στις εθνικές αρχές περίοδο αναμονής εντός της οποίας επρόκειτο να επαληθεύσει εάν η επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών ήταν επιβεβλημένη; |
|
96. |
Κατά την κρίση μου, όχι. Λαμβανομένων υπόψη των όρων της αποφάσεως με την οποία κρίθηκαν ανίσχυροι οι κανονισμοί, δεν είναι σαφές, στην πραγματικότητα, εάν τα ποσά καταβλήθηκαν «αχρεωστήτως» ή όχι. Το Δικαστήριο απεφάνθη επί της διαδικασίας που προηγήθηκε της αποφάσεως, όχι όμως επί της ουσίας (ήτοι, ως προς το ποσό των προς εκκαθάριση δασμών αντιντάμπινγκ). |
|
97. |
Προκειμένου να δοθεί απάντηση επί της ουσίας, η οποία ακόμη εκκρεμεί, η Επιτροπή οφείλει να συνεχίσει τη διαδικασία από το σημείο κατά το οποίο συνέβη η παρανομία και να εξετάσει μία εκάστη των αιτήσεων των εξαγωγέων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ. Ενόσω δε διαρκεί η εν λόγω διαδικασία, είναι εύλογο, κατά την άποψή μου, οι εθνικές αρχές να αναστείλουν την έκδοση των δικών τους αποφάσεων, εν αναμονή της αποφάσεως της Επιτροπής. Έως τον χρόνο αυτόν, δεν δύνανται να γνωρίζουν μετά βεβαιότητας εάν ο καταβληθείς δασμός αντιντάμπινγκ ήταν αχρεώστητος και σε ποιο βαθμό ( 55 ). |
|
98. |
Σε σχέση με τους εξαγωγείς οι οποίοι αιτούνται την επιστροφή, είναι αληθές ότι δεν πρόκειται να έχουν στη διάθεσή τους τα αιτηθέντα χρήματα έως ότου η Επιτροπή περατώσει τη διαδικασία. Ωστόσο, όπως έκρινε το Δικαστήριο ( 56 ), «όταν εισαγωγικοί δασμοί, περιλαμβανομένων των δασμών αντιντάμπινγκ, επιστρέφονται λόγω του ότι εισπράχθηκαν κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, υφίσταται υποχρέωση των κρατών μελών, απορρέουσα από το δίκαιο της Ένωσης, να καταβάλουν στους έχοντες δικαίωμα επιστροφής φορολογούμενους τους αναλογούντες τόκους, οι οποίοι υπολογίζονται από την ημερομηνία κατά την οποία οι φορολογούμενοι αυτοί κατέβαλαν τους επιστραφέντες δασμούς». |
|
99. |
Κατά συνέπεια, δεν προκαλείται κανενός είδους πραγματική ζημία στον εισαγωγέα από την αναστολή, καθόσον εάν κριθεί, τελικώς, ότι οι εισαγωγικοί δασμοί «εισπράχθηκαν κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης», η επιστροφή τους θα συνοδεύεται από τόκους υπολογιζόμενους από την ημερομηνία καταβολής τους έως την επιστροφή τους, όπερ επάγεται την αποζημίωση οιασδήποτε καθυστερήσεως. |
|
100. |
Τέλος, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, φρονώ ότι η απόφαση περί αναστολής της διαδικασίας επιστροφής δεν αντιβαίνει στην αρχή αυτή. Η εναλλακτική λύση θα ήταν να επιστραφούν τα ποσά αυτά και, αναλόγως της περιπτώσεως, να απαιτηθούν εκ νέου, μετά την εξέταση των αιτήσεων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ. Επιμένω ότι κρίνω ορθότερη τη διατήρηση του status quo, στον βαθμό κατά τον οποίο η (ενδεχόμενη) πλήρης αποκατάσταση για την αδυναμία χρήσεως των χρημάτων, ενόσω η Επιτροπή αποφαίνεται, διασφαλίζεται από την τοκογονία. |
4. Επί της εκτάσεως της εξετάσεως των αιτήσεων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ και των διαχρονικών αποτελεσμάτων του εκτελεστικού κανονισμού 2016/223
|
101. |
Προσάπτεται στην Επιτροπή ότι, με τον εκτελεστικό κανονισμό 2016/223, περιορίζει την εξέταση των αιτήσεων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ σε ορισμένους μόνον παραγωγούς-εξαγωγείς και δεν την επεκτείνει στο σύνολό τους, όπερ θα μπορούσε να αντιβαίνει στην υπό εκτέλεση απόφαση. |
|
102. |
Δεν συμμερίζομαι τον ισχυρισμό αυτόν. Η δράση της Επιτροπής, οσάκις κινεί έρευνα μόνον επί των αιτήσεων το περιεχόμενο των οποίων θα μπορούσε να επηρεάσει τους εισαγωγείς που έχουν αιτηθεί την επιστροφή των δασμών αντιντάμπινγκ, υπαγορεύεται από εύλογες εκτιμήσεις πρακτικού χαρακτήρα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση στην οποία αναφέρεται το προδικαστικό ερώτημα, η ένσταση θα είχε σημασία εφόσον ο εκτελεστικός κανονισμός 2016/223 εμπόδιζε την αξιολόγηση των αιτήσεων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ των εξαγωγέων υποδημάτων προμηθευθέντων από την Deichmann, όπερ δεν συμβαίνει. |
|
103. |
Παραβιάζει ο εκτελεστικός κανονισμός 2016/223 τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της μη αναδρομικής ισχύος (στις οποίες ερείδεται το άρθρο 10 τόσο του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ του 1996 όσο και του κανονισμού του 2009) ή τον περιεχόμενο στο άρθρο 221, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα κανόνα παραγραφής ( 57 ); |
|
104. |
Φρονώ πως όχι. Όπως ήδη επισήμανα, τα θεσμικά όργανα δύνανται, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, να κινήσουν εκ νέου διαδικασία που έχει επηρεασθεί από ακυρωτική απόφαση, υπό τον όρο ότι εφαρμογή θα έχει ο ισχύων κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών κανόνας, ότι θα τηρηθεί η ισχύουσα κατά τον χρόνο εκδόσεως της νέας πράξεως διαδικασία καταρτίσεως και ότι κατά τον χρόνο αυτόν το οικείο θεσμικό όργανο θα έχει αρμοδιότητα. |
|
105. |
Η αναδρομική ισχύς θα επαγόταν ότι μεταγενέστερος κανόνας εφαρμόζεται σε ήδη παγιωθείσα νομική κατάσταση. Τούτο δεν ισχύει εν προκειμένω καθόσον, ακριβώς, οι εφαρμοστέοι κανόνες είναι οι ισχύοντες κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, και τα είδη των προς εκκαθάριση δασμών αντιντάμπινγκ δεν ποικίλλουν. Το μόνο εκκρεμές ζήτημα είναι εάν, σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς, οι οικείες εκκαθαρίσεις πρέπει να πραγματοποιηθούν βάσει του ενός (του γενικού) ή του άλλου (του μειωμένου) συντελεστή επιβολής, σε συνάρτηση με την ιδιότητα του εξαγωγέα ο οποίος αιτήθηκε την υπαγωγή σε καθεστώς ΚΟΑ ή τη χορήγηση ΑΜ. Το τελικό αποτέλεσμα θα αποτυπωθεί σε ποσό το οποίο, εφόσον είναι ευνοϊκό για τον εισαγωγέα, θα του παράσχει δικαίωμα προς επιστροφή χωρίς μείωση της αξίας, στον βαθμό κατά τον οποίον το ποσό αυτό θα προσαυξηθεί με τους αναλογούντες τόκους υπολογιζόμενους από την ημερομηνία της αχρεώστητης καταβολής. |
|
106. |
Σε σχέση με την παραγραφή, οι προϋποθέσεις είναι ανάλογες με αυτές που διατυπώθηκαν κατά την εξέταση της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 236 του τελωνειακού κώδικα, στο πλαίσιο εκτελέσεως ορισμένης δικαστικής αποφάσεως. Αφ’ ης στιγμής ετέθη ζήτημα κύρους των κανονισμών επί των οποίων στηριζόταν ο καθορισμός του δασμού αντιντάμπινγκ, δημιουργήθηκε μια κατάσταση εκκρεμότητας. Οι επιβληθείσες εκκαθαρίσεις τελούσαν εν αναμονή της δικαστικής αποφάσεως που θα εκδιδόταν. Μετά την έκδοση της αποφάσεως, το περιεχόμενό της προβάλλεται επί των καταστάσεων αυτών, έως τούδε προσωρινών, οι οποίες πρέπει να αναθεωρηθούν προκειμένου να συμμορφωθούν προς αυτήν. |
|
107. |
Ο προσωρινός αυτός χαρακτήρας εκφράζεται ισόρροπα υπό αμφότερες τις έννοιες. Οι εισαγωγείς επιδιώκουν την υπαγωγή τους στο καθεστώς του άρθρου 221, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα ούτως ώστε η άσκηση των εξουσιών της Επιτροπής και των εθνικών αρχών να περιορίζεται στα αναφερόμενα στο άρθρο αυτό τρία έτη. Εάν, όμως, γινόταν δεκτή η θέση αυτή, όπως υποστηρίζει η Deichmann, θα μπορούσε επίσης να υποστηριχθεί ότι το μεσολαβήσαν διάστημα είχε ως συνέπεια να εκπέσει η αξίωσή τους προς επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, καθ’ ο μέρος η προβλεπόμενη στο άρθρο 236, παράγραφος 2, του ιδίου κώδικα τριετής προθεσμία έχει συμπληρωθεί. Η αυτόματη εφαρμογή των προθεσμιών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι οι δικαστικές και οι διοικητικές ενέργειες τις διακόπτουν, θα έθιγε την αποτελεσματικότητα των δικαστικών αποφάσεων, διότι το διανυθέν χρονικό διάστημα θα τις καθιστούσε μη εκτελεστές σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες η απόφαση θα αποκτούσε ισχύ δεδικασμένου μετά την παρέλευση του χρονικού αυτού διαστήματος. |
|
108. |
Είναι αληθές, όπως αναφέρεται στη διάταξη περί παραπομπής, ότι το Συμβούλιο, με εκτελεστική απόφαση της 18ης Μαρτίου 2014 ( 58 ), δεν έκανε δεκτή την υποβληθείσα από την Επιτροπή σε συμμόρφωση προς την απόφαση Brosmann ( 59 ) πρόταση εκτελεστικού κανονισμού. Η απόφαση αυτή στηρίχτηκε στο άρθρο 221, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα και στην απόρριψη τυχόν αναδρομικής εκ νέου επιβολής. |
|
109. |
Φρονώ, ωστόσο, ότι η απόφαση αυτή του Συμβουλίου δεν δεσμεύει την Επιτροπή, αφ’ ης στιγμής η τελευταία απέκτησε αρμοδιότητα λήψεως αποφάσεως, δεδομένου ότι οι τότε ισχύουσες προϋποθέσεις διαφέρουν από τις παρούσες. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 10 του εκτελεστικού κανονισμού 2016/223, καθοριστικό στοιχείο, κατά τον χρόνο εκείνο, ήταν οι αρμόδιες εθνικές αρχές να έχουν επιστρέψει τους δασμούς αντιντάμπινγκ σύμφωνα με το άρθρο 236 του τελωνειακού κώδικα, ενώ, εν προκειμένω, δεν έχει λάβει χώρα τέτοιου είδους επιστροφή. |
|
110. |
Η ύπαρξη εκκρεμών δικαστικών διαδικασιών σχετικά με το κύρος των κανονισμών αντιντάμπινγκ αποκλείει κάθε ισχυρισμό περί προσβολής της ασφάλειας δικαίου. Η διαφωνία ήταν δημοσίας φύσεως και είχε ως συνέπεια οι εκκαθαρίσεις να εξαρτώνται από την έκβαση των αντίστοιχων δικών ( 60 ). |
5. Επί της διαδικασίας και των αποδεικτικών στοιχείων για την απόφανση επί των αιτήσεων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ
|
111. |
Το αιτούν δικαστήριο εκφράζει, με τη διάταξη περί παραπομπής, αμφιβολίες ως προς ορισμένες πτυχές σχετικές με τη διαδικασία αξιολογήσεως και τα αποδεικτικά στοιχεία των αιτήσεων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ ή χορηγήσεως ΑΜ. |
|
112. |
Εκτιμώ, ωστόσο, ότι πρόκειται για προώρως προβαλλόμενα επιχειρήματα. Ο εκτελεστικός κανονισμός 2016/223, όπως έχω ήδη αναφέρει, σκοπεί στην προετοιμασία ( 61 ) της διαδικασίας εξετάσεως των αιτήσεων περί υπαγωγής σε ΚΟΑ ή χορηγήσεως ΑΜ που δεν είχαν αρχικώς εξεταστεί. Η συζήτηση ως προς τους όρους υπό τους οποίους διεξάγεται η διαδικασία αυτή και ως προς τις κατά το μάλλον ή το ήττον δυσκολίες αποδείξεως που ενδεχομένως ανακύψουν στον πλαίσιό της, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου που έχει μεσολαβήσει από την υποβολή των αιτήσεων αυτών, θα λάβει χώρα σε περίπτωση προσβολής των μεταγενέστερων εκτελεστικών κανονισμών ( 62 ). |
|
113. |
Με τους τελευταίους αυτούς κανονισμούς –οι οποίοι έχουν ήδη δημοσιευθεί ( 63 )– η Επιτροπή «επέβαλε εκ νέου» τους οριστικούς δασμούς αντιντάμπινγκ, κατόπιν εξετάσεως των αιτήσεων ενός εκάστου εκ των παραγωγών-εξαγωγέων, των ισχυρισμών των οικείων επιχειρήσεων και των περιεχομένων στον φάκελο αποδεικτικών στοιχείων. Εάν η δράση της Επιτροπής, ως προς το τελικό αυτό αποτέλεσμα, είναι σύννομη, μπορεί να διαπιστωθεί μόνον κατόπιν αναλύσεως των αντίστοιχων σταδίων τα οποία οδήγησαν στη θέσπιση των νέων αυτών εκτελεστικών κανονισμών. |
VI. Πρόταση
|
114. |
Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στο Finanzgericht Düsseldorf (δικαστήριο φορολογικών διαφορών του Ντίσελντορφ, Γερμανία) η ακόλουθη απάντηση: «Από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο δυνάμενο να θίξει το κύρος του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2016/223 της Επιτροπής, της 17ης Φεβρουαρίου 2016, για τη θέσπιση διαδικασίας για την αξιολόγηση ορισμένων αιτήσεων περί υπαγωγής σε καθεστώς οικονομίας της αγοράς και περί ατομικής μεταχείρισης που υπέβαλαν παραγωγοί-εξαγωγείς από την Κίνα και το Βιετνάμ και για την εφαρμογή της αποφάσεως του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑659/13 και C‑34/14.» |
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 2 ) Εκτελεστικός κανονισμός της Επιτροπής, της 17ης Φεβρουαρίου 2016, για τη θέσπιση διαδικασίας για την αξιολόγηση ορισμένων αιτήσεων περί υπαγωγής σε καθεστώς οικονομίας της αγοράς και περί ατομικής μεταχείρισης που υπέβαλαν παραγωγοί-εξαγωγείς από την Κίνα και το Βιετνάμ και για την εφαρμογή της απόφασης του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑659/13 και C‑34/14 (ΕΕ 2016, L 41, σ. 3).
( 3 ) Με την απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2016, C & J Clark International και Puma (C‑659/13 και C‑34/14, EU:C:2016:74), το Δικαστήριο κήρυξε άκυρους τον κανονισμό (ΕΚ) 1472/2006 και τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 1294/2009.
( 4 ) Στο εξής: Deichmann.
( 5 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 1992, L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας).
( 6 ) Όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2700/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2000 (ΕΕ 2000, L 311, σ. 17).
( 7 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 2009, L 343, σ. 51, στο εξής: βασικός κανονισμός αντιντάμπινγκ του 2009).
( 8 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 5ης Οκτωβρίου 2006, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και για την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ορισμένων υποδημάτων που έχουν το πάνω μέρος από δέρμα, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Βιετνάμ (ΕΕ 2006, L 275, σ. 1).
( 9 ) Εκτελεστικός κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2009, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων υποδημάτων με το άνω μέρος από δέρμα, καταγωγής Βιετνάμ και Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, όπως επεκτάθηκε στις εισαγωγές ορισμένων υποδημάτων με το άνω μέρος από δέρμα που αποστέλλονται από την ΕΔΠ Μακάο, ανεξάρτητα από το αν δηλώνονται ως καταγωγής ΕΔΠ Μακάο ή όχι, μετά τη διαδικασία επανεξέτασης εν όψει της λήξης της ισχύος των μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου (ΕΕ 2009, L 352, σ. 1).
( 10 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 1996, L 56, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς (ΕΚ) του Συμβουλίου 905/98, της 27ης Απριλίου 1998 (ΕΕ 1998, L 128, σ. 18), και 2238/2000, της 9ης Οκτωβρίου 2000 (ΕΕ 2000, L 257, σ. 2) (στο εξής: βασικός αντιντάμπινγκ κανονισμός του 1996).
( 11 ) Αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 2012, Brosmann Footwear (HK) κ.λπ. κατά Συμβουλίου (C‑249/10 P, EU:C:2012:53), και της 15ης Νοεμβρίου 2012, Zhejiang Aokang Shoes κατά Συμβουλίου (C‑247/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:710). Στο εξής, οι αναφορές στις αποφάσεις αυτές θα γίνονται με μνεία μόνον της αποφάσεως Brosmann.
( 12 ) Όπ.π.
( 13 ) Απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2016 (C‑659/13 και C‑34/14, EU:C:2016:74).
( 14 ) Η ακύρωση στηρίχθηκε στη μη εξέταση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή των υποβληθεισών από παραγωγούς-εξαγωγείς από την Κίνα και το Βιετνάμ αιτήσεων περί υπαγωγής σε καθεστώς οικονομίας της αγοράς και χορηγήσεως ατομικής μεταχειρίσεως (ΑΜ), οι οποίοι δεν είχαν περιληφθεί στο δείγμα, κατά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, και του άρθρου 9, παράγραφος 5, του κανονισμού 384/96.
( 15 ) Απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2016 (C‑659/13 και C‑34/14, EU:C:2016:74).
( 16 ) Όπ.π.
( 17 ) Απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2016 (C‑659/13 και C‑34/14, EU:C:2016:74).
( 18 ) Αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 2000, Industrie des poudres sphériques κατά Συμβουλίου (C‑458/98 P, EU:C:2000:531, σκέψεις 82 και 94), και της 28ης Ιανουαρίου 2016, CM Eurologistik και GLS (C‑283/14 και C‑284/14, EU:C:2016:57, σκέψη 52).
( 19 ) Απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 1990, SAFA (C‑337/88, EU:C:1990:1, σκέψη 13).
( 20 ) Βλ., παραδείγματος χάρη, αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 2017, A κ.λπ. (C‑158/14, EU:C:2017:202, σκέψεις 67 έως 70), και της 5ης Μαρτίου 2015, Banco Privado Português και Massa Insolvente do Banco Privado Português (C‑667/13, EU:C:2015:151, σκέψεις 28 έως 30).
( 21 ) Πράγματι, εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως σε σχέση με τους εκτελεστικούς κανονισμούς με τους οποίους ολοκληρώνεται η προαναφερθείσα διαδικασία [εκτελεστικοί κανονισμοί (ΕΕ) 2016/1395 και 2016/2257]. Πρόκειται για τις υποθέσεις C‑612/16, C & J Clark International, και C‑631/16, X BV κατά Inspecteur van de Belastingdienst/Douane kantoor Rotterdam Rijnmond. Αμφότερες έχουν ανασταλεί, εν αναμονή της αποφάσεως που πρόκειται να εκδοθεί επί της υπό κρίση υποθέσεως. Πέραν των προπαρατεθέντων κανονισμών, έχουν θεσπιστεί οι εκτελεστικοί κανονισμοί (ΕΕ) 2016/1647 και 2016/1731.
( 22 ) Η αίτηση επιστροφής υποβλήθηκε στις 12 Ιουνίου 2012 και ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2016/223 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 18ης Φεβρουαρίου 2016.
( 23 ) Αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 2012, Zhejiang Aokang Shoes κατά Συμβουλίου (C‑247/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:710), της 2ας Φεβρουαρίου 2012, Brosmann Footwear (HK) κ.λπ. κατά Συμβουλίου (C‑249/10 P, EU:C:2012:53), και της 4ης Φεβρουαρίου 2016, C & J Clark International και Puma (C‑659/13 και C‑34/14, EU:C:2016:74).
( 24 ) Απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2016 (C‑659/13 και C‑34/14, EU:C:2016:74).
( 25 ) Σκοπός της διαβιβάσεως αυτής είναι ο εντοπισμός των παραγωγών-εξαγωγέων των οποίων οι αιτήσεις περί υπαγωγής σε ΚΟΑ και χορηγήσεως ΑΜ πρέπει να υποβληθούν σε αξιολόγηση διότι σχετίζονται με αιτήματα επιστροφής των εισαγωγέων.
( 26 ) Απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, CM Eurologistik και GLS (C‑283/14 και C‑284/14, EU:C:2016:57, σκέψη 46).
( 27 ) Διάταξη περί παραπομπής, σημεία 13 έως 24.
( 28 ) Όπ.π., σημεία 19 και 32.
( 29 ) Όπ.π., σημεία 25 έως 30.
( 30 ) Όπ.π., σημεία 31 έως 37.
( 31 ) Όπ.π., σημεία 38 έως 42.
( 32 ) Υπόθεση C‑365/15, EU:C:2017:19.
( 33 ) Προτάσεις στην υπόθεση Wortmann (C‑365/15, EU:C:2016:663, σημείο 43).
( 34 ) Με τον κανονισμό 1472/2006 καθορίστηκαν ως ποσοστό επί των τελωνειακών δασμών. Το στάδιο που προηγείτο της εκκαθαρίσεως συνίστατο στην εφαρμογή επί της δασμολογητέας αξίας του αντίστοιχου συντελεστή προκειμένου να καθοριστεί το ποσό των τελωνειακών δασμών. Εν συνεχεία, επί του ποσού αυτού προστίθετο το ποσοστό που αντιστοιχούσε στον δασμό αντιντάμπινγκ (άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1472/2006).
( 35 ) Υποθέσεις C‑283/14 και C‑284/14, EU:C:2016:57.
( 36 ) Όπ.π., σκέψεις 48 και 49, με παράθεση της αποφάσεως της 22ας Δεκεμβρίου 2008, Régie Networks (C‑333/07, EU:C:2008:764, σκέψη 124 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Η υπογράμμιση δική μου.
( 37 ) Όπ.π., σκέψη 51.
( 38 ) Όπ.π., σκέψη 50.
( 39 ) Όπ.π., σκέψη 52.
( 40 ) Όπ.π., σκέψη 55.
( 41 ) Υπόθεση C‑361/14 P, EU:C:2016:434.
( 42 ) Όπ.π., σκέψη 38.
( 43 ) Στη διάταξη περί παραπομπής μνημονεύεται το άρθρο 23 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ του 2009 ως δικαιολογητικός λόγος για την εφαρμογή του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ του 1996. Ωστόσο, η μεταφορά της αρμοδιότητας συντελέστηκε με μεταγενέστερη τροποποίηση, γεγονός που καθιστά άνευ σημασίας την επίκληση του άρθρου αυτού.
( 44 ) Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2016, C‑361/14 P, EU:C:2016:434.
( 45 ) Όπ.π., σκέψη 40.
( 46 ) Επικαλείται τις αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 2007, SP κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑27/03, T‑46/03, T‑58/03, T‑79/03, T‑80/03, T‑97/03 και T‑98/03, EU:T:2007:317), και της 29ης Μαρτίου 2011, Λουξεμβούργο κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά ArcelorMittal Luxembourg κ.λπ. (C‑201/09 P και C‑216/09 P, EU:C:2011:190).
( 47 ) Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2016, Επιτροπή κατά McBride κ.λπ. (C‑361/14 P, EU:C:2016:434, σκέψη 45).
( 48 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2014, για την τροποποίηση ορισμένων κανονισμών σχετικών με την κοινή εμπορική πολιτική όσον αφορά τις διαδικασίες θέσπισης ορισμένων μέτρων (ΕΕ 2014, L 18, σ. 1), ο οποίος ετέθη σε ισχύ 30 ημέρες μετά τη δημοσίευσή του στις 21 Ιανουαρίου 2014.
( 49 ) Πρόκειται για «τις διαδικασίες θέσπισης μέτρων που προβλέπονται στους κανονισμούς που απαριθμούνται στο παράρτημα του [εν λόγω] κανονισμού (μεταξύ των οποίων ο 1225/09), [ως προς τις οποίες] κατά την έναρξη ισχύος του [εν λόγω] κανονισμού ή πριν απ’ αυτήν: α) η Επιτροπή έχει εκδώσει πράξη· ή β) απαιτείται διαβούλευση βάσει κάποιου από τους εν λόγω κανονισμούς του παραρτήματος και η διαβούλευση αυτή έχει αρχίσει· ή, γ) απαιτείται πρόταση βάσει κάποιου από τους εν λόγω κανονισμούς του παραρτήματος και η Επιτροπή έχει εγκρίνει την πρόταση αυτή».
( 50 ) Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2016 (C‑361/14 P, EU:C:2016:434).
( 51 ) Είναι, επίσης, σημαντική η παράθεση της αποφάσεως της 29ης Μαρτίου 2011, ArcelorMittal Luxembourg κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά ArcelorMittal Luxembourg κ.λπ. (C‑201/09 P και C‑216/09 P, EU:C:2011:190, σκέψη 63), κατά την οποία «σύμφωνα με μια κοινή αρχή των νομικών συστημάτων των κρατών μελών, της οποίας η καταγωγή ανατρέχει στο ρωμαϊκό δίκαιο, σε περίπτωση μεταβολής της νομοθεσίας πρέπει να εξασφαλίζεται η συνέχεια των νομικών δομών, εκτός αν ο νομοθέτης εκφράσει αντίθετη βούληση».
( 52 ) Ο γενικός προϋπολογισμός της Ένωσης του 2016 (ΕΕ 2016, L 48, σ. 1) περιέχει στον τίτλο «Ίδιοι πόροι» (σ. 36) το κεφάλαιο 12 «Τελωνειακοί δασμοί και λοιποί δασμοί που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της απόφασης 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ», που, πέραν των δασμών του κοινού δασμολογίου, περιλαμβάνει «λοιπούς δασμούς που έχουν θεσπιστεί ή θα θεσπιστούν από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί των συναλλαγών με τρίτες χώρες».
( 53 ) Υπόθεση C‑365/15 (EU:C:2016:663, σημείο 65).
( 54 ) Αποφάσεις της 8ης Μαρτίου 2001, Metallgesellschaft κ.λπ. (C‑397/98 και C‑410/98, EU:C:2001:134), της 12ης Δεκεμβρίου 2006, Test Claimant in the FII Group Litigation (C‑446/04, EU:C:2006:774), της 19ης Ιουλίου 2012, Littlewoods Retail κ.λπ. (C‑591/10, EU:C:2012:478), της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, Zuckerfabrik Jülich κ.λπ. (C‑113/10, C‑147/10 και C‑234/10, EU:C:2012:591), και της 18ης Απριλίου 2013, Irimie (C‑565/11, EU:C:2013:250).
( 55 ) Το ίδιο το αιτούν δικαστήριο, στη σκέψη 40 της διατάξεώς του, φαίνεται να υπονοεί τη λύση αυτή καθ’ ο μέρος επισημαίνει ότι, για την εκ νέου επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ, αρκεί η εξέταση των αιτήσεων υπαγωγής σε ΚΟΑ ή χορηγήσεως ΑΜ κατά το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 384/96, χωρίς να απαιτείται, κατ’ αρχήν, έκδοση κανονισμού, καθόσον απομένει μόνον η εξέταση των εκάστοτε αιτήσεων, οι οποίες έχουν διαβιβασθεί στην Επιτροπή.
( 56 ) Απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2017, Wortmann (C‑365/15, EU:C:2017:19, διατακτικό).
( 57 ) Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Deichmann ενέμεινε στην εκπνοή της δυνατότητας επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ στις 31 Μαρτίου 2011. Πρέπει, ωστόσο, να ληφθεί υπόψη ότι υποκείμενες σε έλεγχο εκκαθαρίσεις αφορούν εισαγωγές προγενέστερες της ημερομηνίας αυτής. Δεν κινήθηκαν νέες διαδικασίες επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ, παρά μόνο, στον βαθμό κατά τον οποίον οι βάσεις υπολογισμού των προηγούμενων εκκαθαρίσεων (κανονισμός 1472/2006 και εκτελεστικός κανονισμός 1294/2009) προσεβλήθησαν και ακυρώθηκαν, οι εκκαθαρίσεις αυτές ελέγχονται εκ νέου προκειμένου να θεραπευθούν απλώς και μόνον οι διαπιστωθείσες με τη δικαστική απόφαση παρανομίες.
( 58 ) Εκτελεστική απόφαση του Συμβουλίου 2014/149/ΕΕ, της 18ης Μαρτίου 2014, που απορρίπτει την πρόταση εκτελεστικού κανονισμού για την εκ νέου επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ορισμένων υποδημάτων με το πάνω μέρος από δέρμα, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, που κατασκευάζονται από τη Brosmann Footwear (HK) Ltd, Seasonable Footwear (Zhongshan) Ltd, Lung Pao Footwear (Guangzhou) Ltd, Risen Footwear (HK) Co Ltd και Zhejiang Aokang Shoes Co. Ltd (ΕΕ 2014, L 82, σ. 27).
( 59 ) Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 2012, Brosmann Footwear (HK) κ.λπ. κατά Συμβουλίου (C‑249/10 P, EU:C:2012:53).
( 60 ) Η Επιτροπή γνωστοποίησε, μέσω ανακοινώσεως δημοσιευθείσας στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2013, C 295, σ. 6), την απόφασή της να συνεχίσει τη διαδικασία αντιντάμπινγκ από το συγκεκριμένο σημείο κατά το οποίο συνέβη η παρανομία και να εξετάσει κατά πόσον συνέτρεχαν συνθήκες οικονομίας της αγοράς για τους αιτούντες για την περίοδο από την 1η Απριλίου 2004 έως την 31η Μαρτίου 2005, κάλεσε δε τα ενδιαφερόμενα μέρη να εμφανιστούν και να αναγγελθούν..
( 61 ) Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι το αίτημα για την παροχή πληροφοριών που απηύθυνε στις τελωνειακές αρχές είχε ως σκοπό τον εντοπισμό των οικείων παραγωγών-εξαγωγέων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ήταν δυνατή η εξέταση των προσκομισθέντων από έκαστο εξ αυτών με τις αρχικές τους αιτήσεις περί υπαγωγής σε ΚΟΑ ή χορηγήσεως ΑΜ εγγράφων και η αποφυγή της καθυστερήσεως που θα επαγόταν η εξέταση περιπτώσεων ως προς τις οποίες δεν είχαν υποβληθεί αιτήματα επιστροφής.
( 62 ) Εκκρεμεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου η προσφυγή T‑154/17 ασκηθείσα από την Deichmann κατά του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2016/2257 της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 2016, για την εκ νέου επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ορισμένων υποδημάτων που έχουν το πάνω μέρος από δέρμα, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και που παράγονται από την Chengdu Sunshine Shoes Co. Ltd., τη Foshan Nanhai Shyang Yuu Footwear Ltd. και τη Fujian Sunshine Footwear Co. Ltd., και για την εφαρμογή της απόφασης του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑659/13 και C‑34/14.
( 63 ) Βλ. υποσημείωση 21.