ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 30ής Μαρτίου 2017 ( 1 )

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑196/16 και C‑197/16

Comune di Corridonia κ.λπ. (C‑196/16)

και

Aldo Alessandrini κ.λπ. (C‑197/16)

κατά

Provincia di Macerata κ.λπ.

[αίτηση του Tribunale Amministrativo Regionale per le Marche (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο Marche, Ιταλία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Περιβάλλον – Οδηγία 2011/92/EE – Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον – Μονάδες Βιοαερίου – Εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων μετά την κατασκευή των μονάδων»

I. Εισαγωγή

1.

Με την παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ζητείται να διευκρινιστεί εάν, κατά την οδηγία ΕΠΕ ( 2 ), η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων δύναται να διενεργηθεί εκ των υστέρων, ήτοι αφού το επίμαχο έργο έχει ήδη υλοποιηθεί. Οι συναφείς ερμηνευτικές δυσχέρειες απορρέουν από το ότι ο σκοπός της εν λόγω εκτιμήσεως δύναται να επιτευχθεί πλήρως μόνον πριν από τη χορήγηση άδειας και την υλοποίηση του έργου. Εξάλλου, πρέπει επίσης να εξεταστεί ποιες εναλλακτικές επιλογές υπάρχουν αντί της εκ των υστέρων εκτιμήσεως σε περίπτωση τέτοιου είδους ουσιωδών διαδικαστικών πλημμελειών.

II. Νομοθετικό πλαίσιο

Α. Το διεθνές δίκαιο

2.

Το άρθρο 6 της Συμβάσεως για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε θέματα περιβάλλοντος ( 3 ) (στο εξής: Σύμβαση του Aarhus) προβλέπει τη συμμετοχή του κοινού σε ενέργειες που είναι πιθανόν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Το χρονικό σημείο της συμμετοχής αυτής ρυθμίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 4:

«Κάθε μέρος προβλέπει πρώιμη συμμετοχή του κοινού, όταν είναι ανοικτές όλες οι επιλογές και μπορεί να λάβει χώρα πραγματική συμμετοχή του κοινού.»

Β. Το δίκαιο της Ένωσης

3.

Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας ΕΠΕ υπενθυμίζει τις γενικές αρχές στις οποίες στηρίζεται:

«Σύμφωνα με το άρθρο 191 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος στηρίζεται στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος, κατά προτεραιότητα στην πηγή, καθώς και στην αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”. Οι επιπτώσεις στο περιβάλλον όλων των τεχνικών διαδικασιών σχεδιασμού και λήψης αποφάσεων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όσο το δυνατό πιο έγκαιρα.»

4.

Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας ΕΠΕ ορίζει την «άδεια» ως εξής:

«[Α]πόφαση της ή των αρμόδιων αρχών που δίνει το δικαίωμα στον κύριο του έργου να πραγματοποιήσει το έργο».

5.

Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ ρυθμίζει τη σχέση μεταξύ άδειας και εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλισθεί ότι πριν χορηγηθεί η άδεια, τα έργα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς τους, υπόκεινται σε παροχή άδειας και εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. […]»

6.

Από το άρθρο 3 της οδηγίας ΕΠΕ απορρέουν οι βασικές απαιτήσεις για το περιεχόμενο της εκτιμήσεως:

«Η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων εντοπίζει, περιγράφει και αξιολογεί δεόντως, υπό το πρίσμα κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης και σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 12, τις άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις ενός έργου:

α)

στον άνθρωπο, στην πανίδα και στη χλωρίδα·

β)

στο έδαφος, στα ύδατα, στον αέρα, στο κλίμα και στο τοπίο·

γ)

στα υλικά αγαθά και στην πολιτιστική κληρονομιά·

δ)

στην αλληλεπίδραση μεταξύ των παραγόντων που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ).»

7.

Κατά το άρθρο 5 της οδηγίας ΕΠΕ, ο κύριος του έργου παρέχει τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτίμηση, ενώ τα άρθρα 6 και 7 ρυθμίζουν τη συμμετοχή των κρατικών αρχών και του κοινού.

8.

Κατά το άρθρο 8 της οδηγίας ΕΠΕ, τα «αποτελέσματα των διαβουλεύσεων και οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται βάσει των άρθρων 5, 6 και 7 λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της διαδικασίας χορήγησης άδειας».

Γ. Το ιταλικό δίκαιο

9.

Κατά το αιτούν δικαστήριο, δεν υφίσταται στην ιταλική έννομη τάξη διάταξη που να προβλέπει εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων εκ των υστέρων, ήτοι μετά την κατασκευή της μονάδας.

10.

Για τις ήδη αδειοδοτηθείσες μονάδες, το άρθρο 29, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 152/2006 ορίζει απλώς ότι οι αποφάσεις περί αδειοδοτήσεως ή εγκρίσεως που εκδίδονται χωρίς να έχει προηγηθεί εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων είναι ακυρώσιμες λόγω παραβάσεως νόμου, όπως συνέβη εν προκειμένω.

11.

Σε περίπτωση που η μονάδα κατασκευαστεί χωρίς να έχει προηγουμένως εξεταστεί αν έπρεπε να υποβληθεί σε εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή χωρίς να έχει διεξαχθεί τέτοια εκτίμηση, το άρθρο 29, παράγραφος 4, του νομοθετικού διατάγματος 152/2006 ορίζει ότι η αρμόδια αρχή, κατόπιν εκτιμήσεως του εύρους της προκληθείσας περιβαλλοντικής ζημίας, καθώς και αυτής που εξακολουθεί να υφίσταται κατόπιν της επιβολής κυρώσεων, διατάσσει την αναστολή των εργασιών και δύναται να διατάξει την κατεδάφιση της μονάδας και την αποκατάσταση του χώρου και των περιβαλλοντικών συνθηκών στην προτέρα κατάσταση, υπ’ ευθύνη και δαπάναις του υπευθύνου της μονάδας, ή, σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς του, να προβεί στις ενέργειες αυτές αυτεπαγγέλτως.

12.

Κατά το άρθρο 29, παράγραφος 5, του νομοθετικού διατάγματος 152/2006 «σε περίπτωση ακυρώσεως κατόπιν δικαστικής αποφάσεως ή ανακλήσεως των αδειών ή εγκρίσεων που χορηγήθηκαν πριν από τη διενέργεια εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ή σε περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως περί περιβαλλοντικής συμβατότητας, οι εξουσίες που μνημονεύονται στην παράγραφο 4 ασκούνται μόνον κατόπιν νέας εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων».

III. Τα πραγματικά περιστατικά και η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως

13.

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά δύο μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από βιοαέριο, το οποίο προέρχεται από την αναερόβια ζύμωση βιομάζας, ονομαστικής ισχύος 999 kW, που κατασκεύασαν η εταιρία VBio1 Società Agricola S.r.l. (στο εξής: VBio1) στον δήμο Corridonia (υπόθεση C‑196/16) και η εταιρία VBio2 Società Agricola S.r.l. (στο εξής:VBio2) στον δήμο Loro Piceno (υπόθεση C‑197/16).

14.

Η περιφέρεια Μάρκε χορήγησε άδεια στη μεν μονάδα της Corridonia στις 5 Ιουνίου 2012, κατόπιν αιτήσεως που είχε υποβληθεί τον Οκτώβριο του 2011, στη δε μονάδα του Loro Piceno στις 29 Ιουνίου του 2012, κατόπιν αιτήσεως που είχε υποβληθεί τον Δεκέμβριο 2011.

15.

Αρμόδια για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ήταν η Provincia di Macerata (επαρχία Macerata), η οποία ωστόσο δεν αποφάνθηκε σχετικώς, δεδομένου ότι κατά τη νομοθεσία της περιφέρειας Marche δεν απαιτείτο τέτοια εκτίμηση για μονάδες τέτοιου μεγέθους. Ωστόσο, η κανονιστική αυτή ρύθμιση που ίσχυε στην επίμαχη περιφέρεια κρίθηκε στη συνέχεια άκυρη από το ιταλικό συνταγματικό δικαστήριο. Ως εκ τούτου, έγιναν δεκτές οι προσφυγές που είχαν ασκήσει κατά των αδειών οι δύο δήμοι και οι λοιποί προσφεύγοντες. Εν τω μεταξύ, οι VBio1 και VBio2 είχαν ήδη κατασκευάσει τις αντίστοιχες μονάδες, οι οποίες είχαν τεθεί σε λειτουργία.

16.

Κατόπιν της ακυρώσεως των αδειών, οι αρμόδιες υπηρεσίες της επαρχίας Macerata διαπίστωσαν αρχικά ότι έπρεπε να προβούν σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων για αμφότερες τις μονάδες και, στη συνέχεια στις 7 Ιουλίου 2014 (Corridonia) και στις 10 Φεβρουαρίου 2015 (Loro Piceno), αποφάσισαν ότι αυτές πληρούσαν τις προϋποθέσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Κατά των τελευταίων αυτών αποφάσεων βάλλουν οι προσφυγές των κυρίων δικών.

17.

Κατά συνέπεια, το Tribunale Amministrativo Regionale per le Marche (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο Marche) υποβάλλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:

«Είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 191 ΣΛΕΕ και του άρθρου 2 της οδηγίας 2011/92/ΕΕ, η διεξαγωγή διαδικασίας ελέγχου περί υποχρεώσεως υποβολής σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων (και, ενδεχομένως, η υποβολή σε εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων), μετά την κατασκευή της μονάδας, εάν η άδεια ακυρώθηκε από το εθνικό δικαστήριο λόγω παραλείψεως διενέργειας ελέγχου περί υποχρεώσεως υποβολής σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, διότι ο έλεγχος αυτός είχε παραλειφθεί δυνάμει εθνικής νομοθεσίας αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο;»

18.

Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι δήμοι Corridonia και Loro Piceno καθώς και οι A. Alessandrini κ.λπ., ως προσφεύγοντες, η επαρχία Macerata και η περιφέρεια Marche, ως καθών, οι εταιρίες VBio1 και VBio2, ως μετέχουσες στις κύριες δίκες, καθώς και η Ιταλική Δημοκρατία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Εκτός από τους A. Alessandrini κ.λπ., οι λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 8ης Μαρτίου 2017.

IV. Νομική εκτίμηση

19.

Το περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν δύναται να διενεργηθεί εκ των υστέρων εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που παραλείφθηκε παρανόμως, στην περίπτωση που η επίμαχη μονάδα έχει ήδη κατασκευαστεί βάσει αδείας που ακυρώθηκε στη συνέχεια.

20.

Αρχικά θα αποσαφηνίσω περαιτέρω το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας (υπό Α), στη συνέχεια θα αναλύσω τις διατάξεις της οδηγίας ΕΠΕ που αφορούν τον χρόνο διεξαγωγής της εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (υπό Β) και, τέλος, θα αναφερθώ στις συνέπειες που έχει η παράλειψη διενέργειας εκτιμήσεως στην περίπτωση έργων που έχουν ήδη υλοποιηθεί (υπό Γ).

Α. Εισαγωγική παρατήρηση

21.

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, στο οποίο αναφέρεται το περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο, δεν δύναται να αποτελέσει από μόνο του κριτήριο για την εκτίμηση μέτρων που λαμβάνονται από κράτος μέλος. Όπως αναφέρει εύστοχα η Επιτροπή, η εν λόγω διάταξη απευθύνεται στην Ένωση. Ωστόσο, μπορεί να έχει σημασία για την ερμηνεία του παράγωγου δικαίου ( 4 ).

22.

Επομένως, ορθώς η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως επικαλείται την οδηγία 2011/92. Ομολογουμένως, οι πρώτες αιτήσεις για τη χορήγηση αδείας υποβλήθηκαν στις 4 Οκτωβρίου 2011 ( 5 ) και στις 16 Δεκεμβρίου 2011 ( 6 ) αντιστοίχως, ενώ η οδηγία 2011/92 τέθηκε σε ισχύ μόλις τον Φεβρουάριο του 2012. Ωστόσο, ένας νέος κανόνας δικαίου έχει κατά κανόνα εφαρμογή, ιδίως στο πλαίσιο εν εξελίξει διαδικασίας, από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της πράξεως με την οποία θεσπίζεται ( 7 ). Παρέκκλιση από τον κανόνα αυτόν δικαιολογείται μόνον κατ’ εξαίρεση και, συγκεκριμένα, όταν η εφαρμογή του συνεπάγεται δυσανάλογη επιβάρυνση ( 8 ). Ωστόσο, εν προκειμένω δεν υφίσταται λόγος παρεκκλίσεως, δεδομένου ότι οι προϊσχύσασες διατάξεις και οι διατάξεις της οδηγίας 2011/92 ουσιαστικά ταυτίζονται ( 9 ). Κατά συνέπεια, οι άδειες που χορηγήθηκαν για τις δύο μονάδες τον Ιούνιο του 2012 εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2011/92.

23.

Περαιτέρω πρέπει επίσης να διευκρινιστεί ότι το Δικαστήριο δεν καλείται να αποφανθεί επί του ζητήματος αν οι επίμαχες μονάδες βιοαερίου χρήζουν πράγματι εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή με βάση ποια κριτήρια θα πρέπει να ληφθεί η σχετική απόφαση. Ως εκ τούτου, τα επιχειρήματα των VBio1 και VBio2 που αφορούν τις ισχύουσες σήμερα ιταλικές ρυθμίσεις, οι οποίες αποκλείουν την υποχρέωση υπαγωγής σε εκτίμηση, είναι άνευ σημασίας. Συνακόλουθα, δεν χρήζει εν προκειμένω περαιτέρω αναλύσεως ούτε το ζήτημα της συμβατότητας των νέων αυτών ρυθμίσεων με την οδηγία ΕΠΕ όσον αφορά τους περιβαλλοντικούς κινδύνους από εγκαταστάσεις παραγωγής βιοαερίου –π.χ. τον κίνδυνο εκρήξεων, τις εκπομπές μεθανίου και φορμαλδεΰδης ή τις αποθέσεις νιτρικού άλατος από κατάλοιπα ζυμώσεων για λιπάσματα.

Β. Ως προς τον χρόνο εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων

24.

Κατά το άρθρο 3 της οδηγίας ΕΠΕ, η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων εντοπίζει, περιγράφει και αξιολογεί δεόντως τις άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις ενός έργου. Προς τούτο, βασίζεται, μεταξύ άλλων, και στη συμμετοχή του κοινού κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 6. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο και το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων διενεργείται πριν από τη χορήγηση άδειας που παρέχει το δικαίωμα υλοποιήσεως του έργου.

25.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας ΕΠΕ, οι επιπτώσεις στο περιβάλλον όλων των τεχνικών διαδικασιών σχεδιασμού και λήψεως αποφάσεων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όσο το δυνατό πιο έγκαιρα. Όπως επισημαίνεται στη σκέψη αυτή, τούτο είναι σύμφωνο με τις αρχές της προφυλάξεως και της προληπτικής δράσεως, της επανορθώσεως των καταστροφών του περιβάλλοντος, κατά προτεραιότητα στην πηγή, καθώς και με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», οι οποίες κατά το άρθρο 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αποτελούν τις βάσεις της πολιτικής της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος. Κατά το Δικαστήριο, η αιτιολογική αυτή σκέψη έχει την έννοια ότι σκοπός της εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων είναι να αποφεύγεται εξ αρχής η δημιουργία ρυπάνσεων ή οχλήσεων και όχι να καταπολεμούνται οι συνέπειές τους εκ των υστέρων ( 10 ).

26.

Επιπλέον, πρέπει να γίνει αναφορά στο άρθρο 6 της Συμβάσεως του Aarhus, το οποίο τίθεται σε εφαρμογή με την οδηγία ΕΠΕ ( 11 ). Η προβλεπόμενη εκεί συμμετοχή του κοινού σε αποφάσεις που δύνανται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις για το περιβάλλον πρέπει να είναι πρώιμη, ήτοι όταν είναι ανοικτές όλες οι επιλογές και μπορεί να λάβει χώρα πραγματική συμμετοχή του κοινού ( 12 ). Η διευκρίνιση αυτή αναδεικνύει τον σκοπό της έγκαιρης συμμετοχής του κοινού: αυτή είναι πιο αποτελεσματική, αν μπορεί να ληφθεί πλήρως υπόψη κατά την υλοποίηση του σχεδίου. Ειδικότερα, από αυτή μπορεί να υποδειχθεί τρόπος κατασκευής της μονάδας χωρίς περιττή επιβάρυνση, προκειμένου να μειωθούν στο ελάχιστο οι αρνητικές επιπτώσεις για το περιβάλλον.

27.

Στην περίπτωση όμως που η μονάδα έχει ήδη κατασκευαστεί, κατά κανόνα δεν είναι πλέον ανοικτές όλες οι επιλογές. Η μετατροπή μιας υφιστάμενης μονάδας είναι συνήθως δαπανηρότερη σε σχέση με μέτρα που έχουν ληφθεί εξ αρχής υπόψη κατά τον σχεδιασμό του έργου.

28.

Όταν η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων διεξάγεται αφού έχει ήδη κατασκευαστεί η μονάδα, η συμβολή της περιορίζεται πλέον είτε στην επισήμανση περιβαλλοντικών απαιτήσεων που καθιστούν αναγκαία την υποχρεωτική μετατροπή της μονάδας και την συνακόλουθη τροποποίηση αποφάσεων που έχουν εκδοθεί κατά διακριτική ευχέρεια είτε σε παροχή υποδείξεων για άλλες εναλλακτικές λύσεις, δυνάμενες να διασφαλίσουν μια φιλική προς το περιβάλλον λειτουργία.

29.

Εάν, όμως, η εκτίμηση καταδείξει ότι η μονάδα θα μπορούσε να έχει κατασκευαστεί με καλύτερο τρόπο ώστε να ελαχιστοποιούνται τυχόν δυσμενείς για το περιβάλλον συνέπειες, τουλάχιστον από την οδηγία ΕΠΕ δεν προκύπτει υποχρέωση του κυρίου του έργου να το τροποποιήσει αναλόγως. Ειδικότερα, η οδηγία δεν περιέχει ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που να αφορούν στάθμιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων με άλλους παράγοντες και δεν απαγορεύει την υλοποίηση έργων που θα μπορούσαν να έχουν περιβαλλοντικές επιπτώσεις ( 13 ).

30.

Κατά τα λοιπά, οι πρακτικές δυσχέρειες που συνεπάγεται ο ορθός προσδιορισμός των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενισχύουν την άποψη ότι η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων θα πρέπει να διεξάγεται πριν από την κατασκευή της μονάδας. Συγκεκριμένα, η κατασκευή της μονάδας μεταβάλλει τις τοπικές περιβαλλοντικές συνθήκες, χωρίς να είναι βέβαιο ότι οι μεταβολές αυτές μπορούν να διαπιστωθούν εκ των υστέρων. Πράγματι, εάν εξοντωθεί πληθυσμός αυστηρά προστατευόμενου είδους, η παρουσία του οποίου δεν είχε εντοπιστεί, π.χ. πληθυσμός νυχτερίδων ή ορισμένου είδους σαύρας, δεν είναι δεδομένο ότι η ύπαρξή του μπορεί να διαπιστωθεί εκ των υστέρων.

31.

Τα αναπόφευκτα αυτά πρακτικά μειονεκτήματα της εκ των υστέρων εκτιμήσεως θα μπορούσαν να αντισταθμιστούν, τουλάχιστον εν μέρει, από το γεγονός ότι αυτή λαμβάνει υπόψη απτές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, προερχόμενες από τη λειτουργία της μονάδας, ενώ η ορθή εκτίμηση μπορεί απλώς να τις προβλέψει.

32.

Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις ορισμένου σχεδίου πρέπει οπωσδήποτε να εκτιμώνται πριν από τη χορήγηση της άδειας, η δε εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που διενεργείται εκ των υστέρων, ήτοι μετά την κατασκευή της μονάδας, δεν δύναται να υποκαταστήσει επαρκώς την παράλειψη της εκ των προτέρων εκτιμήσεως ( 14 ).

33.

Κατά τα λοιπά, το ως άνω συμπέρασμα αναδεικνύει την αναγκαιότητα αποτελεσματικής προσωρινής έννομης προστασίας επί διαφορών σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των έργων. Σε περίπτωση που δεν παρέχεται προσωρινή έννομη προστασία, η ευδοκίμηση της προσφυγής δεν εγγυάται αποτελεσματική άρση των συνεπειών. Αυτό είναι κατά μείζονα λόγο αποδοκιμαστέο, εάν –όπως εκθέτουν οι VBio1 και VBio2– τα αρμόδια δικαστήρια απέρριψαν όντως το αίτημα αναστολής της άδειας, καθιστώντας έτσι δυνατή την πρόωρη κατασκευή της μονάδας.

Γ. Ως προς τις συνέπειες παραλείψεως της εκτιμήσεως

34.

Τι γίνεται όμως εάν, έστω και μετά την υλοποίηση ενός σχεδίου, διαπιστωθεί ότι θα έπρεπε να είχαν εκτιμηθεί οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις του; Τα επιχειρήματα των δήμων Corridonia και Loro Piceno, καθώς και των A. Alessandrini κ.λπ. βασίζονται κατά τα φαινόμενα στην παραδοχή ότι τα ένδικα έργα δεν πρέπει πλέον να έχουν άδεια και, κατά συνέπεια, οι μονάδες θα πρέπει να παύσουν να λειτουργούν.

35.

Μολονότι αυτή η έννομη συνέπεια είναι θεωρητικώς πιθανή, θα πρέπει κατ’ αρχήν να αποκλείεται. Συγκεκριμένα, ναι μεν η πλήρης θεραπεία της διαδικαστικής πλημμέλειας είναι αδύνατη μετά την υλοποίηση του έργου (κατωτέρω υπό 1), υπάρχει όμως ακόμα δυνατότητα αμβλύνσεως των συνεπειών της σε μεγάλο βαθμό (κατωτέρω υπό 2).

1.  Ως προς τη θεραπεία της διαδικαστικής πλημμέλειας

36.

Η θεραπεία της μη διενεργηθείσας εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων απετέλεσε αντικείμενο έντονης αντιπαραθέσεως μεταξύ των μετεχόντων στη διαδικασία, ιδίως όσον αφορά την ερμηνεία αποφάσεως, εκδοθείσας κατά της Ιρλανδίας. Σύμφωνα με αυτήν, η νομιμοποίηση παράτυπων, κατά το δίκαιο της Ένωσης, δραστηριοτήτων ή πράξεων, θα πρέπει, αφενός, να εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι δεν παρέχει στους ενδιαφερομένους την ευκαιρία να παρακάμψουν το δίκαιο της Ένωσης ή να αποφύγουν να το εφαρμόσουν και, αφετέρου, να παρέχεται κατ’ εξαίρεση ( 15 ).

37.

Ωστόσο διέλαθε την προσοχή των μετεχόντων στη διαδικασία ότι το Δικαστήριο, παραπέμποντας στην απόφαση αυτή, έχει ήδη διευκρινίσει τις απαιτήσεις για θεραπεία της παραλείψεως συμμετοχής του κοινού στο πλαίσιο της οδηγίας για την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρυπάνσεως ( 16 ). Συγκεκριμένα, κατά τον χρόνο χορηγήσεως της άδειας θα πρέπει να είναι ανοικτές όλες οι εναλλακτικές, ενώ στο στάδιο αυτό της διαδικασίας η νομιμοποίηση της καταστάσεως θα πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα αποτελεσματικής συμμετοχής του κοινού αναφορικά με την έκβαση της διαδικασίας λήψεως αποφάσεως ( 17 ). Τα ως άνω ισχύουν και στην περίπτωση της εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

38.

Δεδομένου όμως ότι μετά την υλοποίηση ενός έργου δεν είναι πλέον ανοικτές όλες οι επιλογές και ότι, ως εκ τούτου, περιορίζεται η αποτελεσματικότητα της συμμετοχής του κοινού, στο στάδιο αυτό δεν δύναται πλέον να θεραπευθεί πλήρως η παράλειψη διενέργειας εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Κατά συνέπεια, στο έργο δεν είναι δυνατόν να επιφυλαχθεί μεταχείριση της οποίας τυγχάνουν έργα που έχουν αδειοδοτηθεί με τήρηση των υποχρεώσεων εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

2.  Ως προς την άρση των συνεπειών της διαδικαστικής πλημμέλειας

39.

Δεν έχει αποσαφηνιστεί όμως πλήρως με ποιον τρόπο θα αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της διαδικαστικής πλημμέλειας. Για το ζήτημα αυτό φρονώ ότι επιβάλλονται ρεαλιστικά μέτρα, τα οποία όμως δεν θα πρέπει να παρέχουν κίνητρο για παράκαμψη της οδηγίας ΕΠΕ.

40.

Το Δικαστήριο έχει ήδη τονίσει ότι, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μεριμνούν για την άρση των παράνομων συνεπειών της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης. Η υποχρέωση αυτή βαρύνει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, κάθε αρχή του οικείου κράτους μέλους. Κατά συνέπεια, αποτελεί καθήκον της αρμόδιας αρχής να λαμβάνει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, όλα τα αναγκαία, γενικά ή ειδικά, μέτρα προκειμένου να εκτιμάται εάν υπάρχει κίνδυνος τα έργα να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον ώστε, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να εξετάζονται ως προς τις εν λόγω επιπτώσεις. Τέτοιου είδους μέτρα είναι, για παράδειγμα, η ανάκληση ή η αναστολή ήδη χορηγηθείσας άδειας προς τον σκοπό διενέργειας εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου υπό το πρίσμα της οδηγίας ΕΠΕ. Παράλληλα όμως θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η διαδικαστική αυτονομία των κρατών μελών ( 18 ).

41.

Επιπλέον, σε περίπτωση ανακλήσεως ή αναστολής της άδειας, κατά κανόνα -όπως και στις υποθέσεις των κυρίων δικών- είναι καίριας σημασίας η παύση της λειτουργίας της επίμαχης μονάδας ( 19 ). Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, και το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, η άδεια συνιστά προϋπόθεση για την πραγματοποίηση του έργου, ήτοι για τη λειτουργία του. Εξάλλου, η προσέγγιση αυτή συνάδει με τις αρχές της προφυλάξεως και της προληπτικής δράσεως. Πράγματι, στην περίπτωση που η διενέργεια εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων είναι επιβεβλημένη, είναι αμφίβολο εάν η άδεια που χορηγείται χωρίς την εκτίμηση αυτή είναι σύμφωνη με τα ισχύοντα πρότυπα προστασίας του περιβάλλοντος. Κατά τα λοιπά, ο κίνδυνος παύσεως της λειτουργίας αποτελεί ισχυρό κίνητρο, ώστε κατά τη διαδικασία για τη χορήγηση άδειας για τέτοιου είδους σχέδια να καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια τηρήσεως της οδηγίας ΕΠΕ.

42.

Εάν όμως η ανάκληση ή η αναστολή της αδείας αποκλείεται, επειδή αυτή έχει ήδη καταστεί απρόσβλητη, τα κράτη μέλη οφείλουν τουλάχιστον να λάβουν υπόψη την έλλειψη εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατά τη μεταγενέστερη χορήγηση αδείας σχετικής με το επίμαχο έργο, προκειμένου με τον τρόπο αυτόν να διασφαλιστεί η πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω οδηγίας, λαμβανομένης μέριμνας ώστε να διενεργηθεί εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας ( 20 ).

43.

Αντιθέτως, η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του κυρίου του έργου και η ασφάλεια δικαίου, την οποία επικαλούνται οι VBio1 και VBio2, δεν είναι κρίσιμες για τις υποθέσεις των κύριων δικών.

44.

Συγκεκριμένα, εφόσον η άδεια δεν έχει καταστεί απρόσβλητη, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Εάν ο κύριος του έργου υλοποιήσει το σχέδιό του, παρά το γεγονός ότι έχει ασκηθεί προσφυγή κατά της άδειας, φέρει τον κίνδυνο η άδεια να κριθεί αργότερα παράνομη. Σε διαφορετική περίπτωση θα ετίθετο υπό αμφισβήτηση η αποτελεσματική έννομη προστασία των τρίτων, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και επιβάλλεται, προκειμένου περί διαδικασίας που άπτεται του δικαίου περιβάλλοντος, από το άρθρο 9, παράγραφος 4, της συμβάσεως του Aarhus.

45.

Στον βαθμό που η εμπιστοσύνη του κυρίου του έργου θεμελιώνεται επί εθνικών ρυθμίσεων, αντίθετων προς το δίκαιο της Ένωσης, θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί στην έσχατη περίπτωση, αξίωση αποζημιώσεως κατά των αρμόδιων εθνικών αρχών ( 21 ).

46.

Σε ό,τι αφορά την αρχή της ασφάλειας δικαίου, αυτή δεν επιτρέπει να δημιουργούνται υποχρεώσεις για τους ιδιώτες με τις οδηγίες. Όσον αφορά τους ιδιώτες, οι διατάξεις μιας οδηγίας μπορούν να δημιουργούν μόνο δικαιώματα. Κατά συνέπεια, ένας ιδιώτης δεν μπορεί να επικαλεσθεί μια οδηγία κατά κράτους μέλους, εφόσον πρόκειται περί κρατικής υποχρεώσεως άμεσα συνδεόμενης με την εκπλήρωση άλλης υποχρεώσεως την οποία υπέχει τρίτος δυνάμει της οδηγίας αυτής. Αντιθέτως, απλές αρνητικές συνέπειες επί των δικαιωμάτων τρίτων, ακόμη και αν είναι βέβαιες, δεν δικαιολογούν το να μην επιτρέπεται σε έναν ιδιώτη να επικαλεσθεί την οδηγία κατά του οικείου κράτους μέλους ( 22 ).

47.

Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η υποχρέωση του οικείου κράτους μέλους να διασφαλίσει την εκ μέρους των αρμόδιων αρχών διενέργεια εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων δεν συνδέεται άμεσα προς την εκπλήρωση υποχρεώσεως την οποία υπέχει ο κύριος του έργου δυνάμει της οδηγίας ΕΠΕ. Το γεγονός ότι η λειτουργία πρέπει να ανασταλεί εν αναμονή των αποτελεσμάτων αυτής της εκτιμήσεως, αποτελεί βεβαίως τη συνέπεια της καθυστερημένης εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εν λόγω κράτους. Πάντως, η συνέπεια αυτή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αντίστροφο άμεσο αποτέλεσμα των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας έναντι του κυρίου του έργου ( 23 ).

48.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η έλλειψη εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων θα πρέπει να τακτοποιείται σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον τούτο είναι ακόμα εφικτό. Η πραγματοποίηση του επίμαχου έργου, όπως, στην περίπτωση των υποθέσεων των κύριων δικών, η κατασκευή των μονάδων βιοαερίου, δεν δύναται να συνιστά εμπόδιο.

49.

Τέτοια εκ των υστέρων εκτίμηση είναι σκόπιμη για τον επιπλέον λόγο ότι συμβάλλει, έστω και εν μέρει, στην πραγμάτωση των προαναφερθέντων στο σημείο 25 σκοπών της οδηγίας ΕΠΕ.

50.

Ειδικότερα, η εκτίμηση μπορεί να αναδείξει, κατά περίπτωση, αρκετές ή ακόμη και όλες τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του έργου. Με τον τρόπο αυτόν παρέχει τη βάση για να εκτιμηθεί εάν το έργο πληροί τις συναφείς προϋποθέσεις. Εάν δε προκύψει ότι το έργο παραβιάζει νομοθετικές απαιτήσεις δεσμευτικού χαρακτήρα, θα πρέπει να προσαρμόζεται αναλόγως ή, ενδεχομένως, ακόμα και να τερματίζεται. Το γεγονός της πραγματοποιήσεως του έργου δεν θα πρέπει να ασκεί επιρροή στην περίπτωση εκ νέου εκτιμήσεως ( 24 ), προκειμένου να αποφεύγεται οποιαδήποτε παροχή κινήτρων για καταχρηστική, ήτοι χωρίς εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, υλοποίηση έργων ( 25 ).

51.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι για την εκ των υστέρων εκτίμηση η διακριτική ευχέρεια που τυχόν αναγνωρίζεται στην αρχή που εξέδωσε την άδεια. Συγκεκριμένα, κατά την άσκηση της ευχέρειας αυτής, η ως άνω αρχή οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα της εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση εκ των υστέρων εκτιμήσεως, αποφάσεις που λαμβάνονται κατά διακριτική ευχέρεια της διοικήσεως θα πρέπει να εξετάζονται υπό το πρίσμα των πορισμάτων και, ενδεχομένως, να τροποποιούνται. Ωστόσο, στην περίπτωση αποφάσεως που λαμβάνεται κατά διακριτική ευχέρεια θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη και τα θεμελιώδη δικαιώματα του κυρίου του έργου ( 26 ).

52.

Επιπλέον, μέσω της εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενημερώνονται για τις συνέπειες και τους πιθανούς κινδύνους το ενδιαφερόμενο κοινό, οι αρμόδιες αρχές και ο κύριος του έργου ( 27 ).

53.

Το παράδειγμα των μονάδων βιοαερίου είναι ενδεικτικό της σημασίας που έχει η ενημέρωση αυτή για τον κύριο του έργου. Ιδίως δε όταν, όπως συμβαίνει συχνά, η λειτουργία των εν λόγω μονάδων αποτελεί δευτερεύουσα δραστηριότητα, δεν είναι αυτονόητο ότι οι υπεύθυνοι διαθέτουν ήδη εξειδικευμένη κατάρτιση και την απαιτούμενη πείρα στον συγκεκριμένο τομέα, οι οποίες θα παρείχαν τα εχέγγυα ότι ακόμα και χωρίς τη διενέργεια εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, θα ήταν δυνατή η ελαχιστοποίηση των επιβαρύνσεων και κινδύνων που προκαλούνται από την καθημερινή λειτουργία της μονάδας.

54.

Περαιτέρω τίθεται το ζήτημα αν η άρση των συνεπειών πρέπει να αφορά και την περίπτωση κατά την οποία, λόγω μη διενέργειας εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ενδεχομένως κατά την κατασκευή του έργου, δεν κατέστη δυνατό να ληφθούν οικειοθελώς υπόψη όλες οι εναλλακτικές επιλογές για την άμβλυνση των αρνητικών περιβαλλοντικών συνεπειών. Η καταφατική απάντηση συνάδει μεν με την υποχρέωση άρσεως των συνεπειών που απορρέουν από την παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, ωστόσο, από την άλλη πλευρά, ακόμα και σε περίπτωση που η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων διενεργείται εγκαίρως, η οδηγία ΕΠΕ δεν υποχρεώνει τον κύριο του έργου να το κατασκευάσει κατά τρόπο που να ελαχιστοποιούνται κατά το δυνατό οι επιπτώσεις στο περιβάλλον.

55.

Άλλωστε, στην υπό κρίση περίπτωση το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει στο τελευταίο αυτό ζήτημα, δεδομένου ότι δεν προκύπτουν ενδείξεις για τη σημασία που θα μπορούσε να έχει για την επίλυση της διαφοράς ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.

56.

Συνεπώς, μολονότι επιτρέπεται η διενέργεια εκτιμήσεως περιβαλλοντικών επιπτώσεων μετά την κατασκευή της οικείας μονάδας, η εκτίμηση αυτή δεν μπορεί να αποτελεί πλήρη θεραπεία της διαδικαστικής πλημμέλειας και να ισοδυναμεί με νομιμοποίηση της μονάδας και των επιπτώσεών της. Πέραν δε του προαναφερθέντος κινδύνου παύσεως λειτουργίας της μονάδας, η παράλειψη διενέργειας εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων δύναται να στοιχειοθετήσει αξίωση για αποζημίωση κατά της αρχής που χορηγεί την άδεια και, ενδεχομένως, αξίωση παύσεως των οχληρών δραστηριοτήτων, ιδίως με δεδομένο ότι δεν επιτελέστηκε (εγκαίρως) η προειδοποιητική λειτουργία ( 28 ) της εκτιμήσεως.

V. Πρόταση

57.

Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως ακολούθως:

Η οδηγία 2011/92/ΕΕ, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 191 ΣΛΕΕ, επιβάλλει τη διεξαγωγή διαδικασίας ελέγχου περί υποχρεώσεως υποβολής σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων και, ανάλογα με την περίπτωση, τη διεξαγωγή της ίδιας της εκτιμήσεως πριν από την αδειοδότηση και την πραγματοποίηση του εκάστοτε σχεδίου. Σε περίπτωση παραβιάσεως της εν λόγω υποχρεώσεως, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να διεξάγουν τη διαδικασία εκ των υστέρων και, με βάση το αποτέλεσμα, να λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί γίνει δεκτό ότι το έργο αδειοδοτήθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με την οδηγία 2011/92.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.

( 2 ) Οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ 2012, L 26, σ. 1). Οι τροποποιήσεις που επήλθαν με την οδηγία 2014/52/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014 (ΕΕ 2014, L 124, σ. 1), δεν έχουν εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά των κύριων δικών.

( 3 ) ΕΕ 2005, L 124, σ. 4, που εγκρίθηκε με την απόφαση 2005/370/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 2005 (ΕΕ 2005, L 124, σ. 1).

( 4 ) Βλ. αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 2010, ERG κ.λπ. (C‑378/08, EU:C:2010:126, σκέψη 46), και ERG κ.λπ. (C‑379/08 και C‑380/08, EU:C:2010:127, σκέψη 39), καθώς και της 4ης Μαρτίου 2015, Fipa Group κ.λπ. (C‑534/13, EU:C:2015:140, σκέψη 42).

( 5 ) Παρατηρήσεις της VBio1, σημείο 34.

( 6 ) Παρατηρήσεις της VBio2, σημείο 33.

( 7 ) Απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2013, Gemeinde Altrip κ.λπ. (C‑72/12, EU:C:2013:712, σκέψη 22).

( 8 ) Αυτή την έννοια έχει κατ’ εμέ η απόφαση της 18ης Ιουνίου 1998, Gedeputeerde Staten van Noord-Holland (C‑81/96, EU:C:1998:305, σκέψη 23) και η βάσει αυτής μετέπειτα νομολογία.

( 9 ) Βλ. απόφαση της 16ης Απριλίου 2015, Gruber (C‑570/13, EU:C:2015:231, σκέψεις 26 έως 28).

( 10 ) Απόφαση της 3ης Ιουλίου 2008, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑215/06, EU:C:2008:380, σκέψη 58).

( 11 ) Ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003, σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον και με την τροποποίηση, όσον αφορά τη συμμετοχή του κοινού και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, των οδηγιών 85/337/ΕΟΚ και 96/61/ΕΚ, του Συμβουλίου (ΕΕ 2003, L 156, σ. 17).

( 12 ) Βλ. αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 2013, Križan κ.λπ. (C‑416/10, EU:C:2013:8, σκέψεις 88 έως 90), καθώς και της 8ης Νοεμβρίου 2016, Lesoochranárske zoskupenie VLK (C‑243/15, EU:C:2016:838, σκέψη 46).

( 13 ) Απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Leth (C‑420/11, EU:C:2013:166, σκέψη 46).

( 14 ) Απόφαση της 3ης Ιουλίου 2008, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑215/06, EU:C:2008:380, σκέψη 61).

( 15 ) Απόφαση της 3ης Ιουλίου 2008, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑215/06, EU:C:2008:380, σκέψη 57).

( 16 ) Οδηγία 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1996, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (ΕΕ 1996, L 257, σ. 26), νυν τμήμα της οδηγίας 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης) (ΕΕ 2010, L 334, σ. 17).

( 17 ) Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2013, Križan κ.λπ. (C‑416/10, EU:C:2013:8, σκέψη 90).

( 18 ) Αποφάσεις της 7ης Ιανουαρίου 2004, Wells (C‑201/02, EU:C:2004:12, σκέψεις 64, 65 και 68), καθώς και της 17ης Νοεμβρίου 2016, ASA Abfall Service (C‑348/15, EU:C:2016:882, σκέψη 46).

( 19 ) Βλ. απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, Wells (C‑201/02, EU:C:2004:12, σκέψη 58).

( 20 ) Αποφάσεις της 17ης Μαρτίου 2011, Brussels Hoofdstedelijk Gewest κ.λπ. (C‑275/09, EU:C:2011:154, σκέψη 37), και της 17ης Νοεμβρίου 2016, ASA Abfall Service (C‑348/15, EU:C:2016:882, σκέψη 44).

( 21 ) Βλ. τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Ε. Sharpston στην υπόθεση Grüne Liga Sachsen κ.λπ. (C‑399/14, EU:C:2015:631, σημείο 65).

( 22 ) Απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, Wells (C‑201/02, EU:C:2004:12, σκέψεις 56 έως 57).

( 23 ) Απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, Wells (C‑201/02, EU:C:2004:12, σκέψη 58).

( 24 ) Βλ. απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2016, Grüne Liga Sachsen κ.λπ. (C‑399/14, EU:C:2016:10, σκέψη 77).

( 25 ) Βλ. τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στην υπόθεση Grüne Liga Sachsen κ.λπ. (C‑399/14, EU:C:2015:631, σημείο 70).

( 26 ) Για το θέμα της οριοθετήσεως μεταξύ θεμελιωδών δικαιωμάτων στο επίπεδο της Ένωσης και θεμελιωδών δικαιωμάτων στο επίπεδο των κρατών μελών, βλ. απόφαση της 6ης Μαρτίου 2014, Siragusa (C‑206/13, EU:C:2014:126).

( 27 ) Βλ., για το ζήτημα της ενημερώσεως του ενδιαφερόμενου κοινού, προτάσεις μου στην υπόθεση Leth (C‑420/11, EU:C:2012:701, σημείο 51).

( 28 ) Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση Leth (C‑420/11, EU:C:2012:701, σημείο 51).