ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 1ης Μαρτίου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C‑116/16
Skatteministeriet
κατά
T Danmark
[αίτηση του Østre Landsret (εφετείο της ανατολικής περιφέρειας, Δανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 2011/96/ΕΕ σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς το οποίο ισχύει για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρείες διαφορετικών κρατών μελών (λεγόμενη οδηγία για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες) – Ανάγκη προσδιορισμού δικαιούχου σε περιπτώσεις καταβολής μερισμάτων – Κατάχρηση των δυνατοτήτων διευθετήσεως στο πλαίσιο της φορολογικής νομοθεσίας – Κριτήρια για τη διαπίστωση καταχρηστικής αποφυγής της φορολογήσεως στην πηγή – Επιρροή των σχολίων του υποδείγματος φορολογικής συμβάσεως του ΟΟΣΑ επί της ερμηνείας οδηγίας της Ένωσης – Άμεση εφαρμογή διατάξεως οδηγίας που δεν έχει μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη – Σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία εθνικών αρχών που αφορούν την πρόληψη των καταχρήσεων»
I. Εισαγωγή
|
1. |
Στην υπό κρίση υπόθεση και στην υπόθεση C‑117/16 –όπως και σε άλλες τέσσερις παράλληλες διαδικασίες ( 2 ) που αφορούν την οδηγία περί τόκων και δικαιωμάτων– το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης καλείται να κρίνει υπό ποιες περιστάσεις μπορεί να αποκλεισθεί μια θυγατρική εταιρία, η οποία έχει διανείμει μερίσματα στη μητρική της εταιρία, από την προβλεπόμενη στην οδηγία 90/435/ΕΟΚ ( 3 ) (στο εξής: οδηγία για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες) απαλλαγή από την παρακράτηση φόρου στην πηγή. |
|
2. |
Η υπόθεση ανάγεται σε (σχεδιαζόμενη) διανομή μερισμάτων σε λουξεμβουργιανή μητρική εταιρία. Η δική της μητρική εταιρία είναι επίσης εγκατεστημένη στο Λουξεμβούργο, ενώ τις μετοχές της τελευταίας αυτής εταιρίας κατέχουν διάφορες εταιρίες επενδύσεως κεφαλαίων. Ωστόσο, δεν είναι γνωστός ο τόπος εγκαταστάσεως των εν λόγω εταιριών. Το Υπουργείο Οικονομικών της Δανίας δεν θέλει να χορηγήσει απαλλαγή από την παρακράτηση φόρου στην πηγή, ενόσω δεν έχει διευκρινιστεί πού καταλήγουν τα μερίσματα. |
|
3. |
Συναφώς, για το αιτούν δικαστήριο τίθεται, ιδίως, ζήτημα σχετικά με τον ορισμό και τη δυνατότητα άμεσης εφαρμογής της απαγορεύσεως των καταχρήσεων που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης, καθώς και σχετικά με τον τρόπο προσδιορισμού του δικαιούχου των μερισμάτων. Πάντως, σε αντίθεση προς την οδηγία περί τόκων και δικαιωμάτων, στο πλαίσιο της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες δεν είναι κρίσιμος ο προσδιορισμός «δικαιούχου». |
|
4. |
Η Δανία χρησιμοποιεί όμως την έννοια αυτή στη μεταξύ Δανίας και Λουξεμβούργου σύμβαση για την αποφυγή της διπλής φορολογίας (στο εξής: σύμβαση αποφυγής διπλής φορολογίας). Για τον λόγο αυτόν, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει ερώτημα σχετικά με το ποιος πρέπει να ερμηνεύσει αυτήν την έννοια της συμβάσεως αποφυγής διπλής φορολογίας και αν απαιτείται, συναφώς, να ληφθούν υπόψη μεταγενέστερα σχόλια του ΟΟΣΑ επί του υποδείγματος φορολογικής συμβάσεώς του. |
|
5. |
Στην πραγματικότητα, πάντως, καθοριστικό ερώτημα αποτελεί το αν είναι κρίσιμη για την απαλλαγή από την παρακράτηση φόρου στην πηγή στο πλαίσιο της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες η τελική χρήση των μερισμάτων σε περιπτώσεις πολυεπίπεδων εταιρικών διαρθρώσεων, ιδίως όταν αυτές οι δομές ομίλων σκοπούν επίσης να μειώσουν τη φορολογική επιβάρυνση η οποία επιβάλλεται υπό μορφή οριστικής φορολογήσεως στην πηγή επί των μερισμάτων που διανέμονται εντός του ομίλου. Επομένως, ανακύπτει εκ νέου ζήτημα σχετικά με το πού και το πώς τίθεται το όριο μεταξύ επιτρεπόμενων φορολογικών διευθετήσεων και φορολογικών διευθετήσεων οι οποίες είναι μεν νόμιμες, αλλά ενδέχεται να είναι καταχρηστικές. |
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
|
6. |
Από απόψεως δικαίου της Ένωσης, το νομικό πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως συνιστούν η οδηγία για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες και τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ, 54 ΣΛΕΕ και 63 ΣΛΕΕ. |
|
7. |
Η οδηγία για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες εφαρμόζεται, κατά το άρθρο της 1, παράγραφος 1, από κάθε κράτος μέλος, μεταξύ άλλων, στις διανομές κερδών οι οποίες πραγματοποιούνται προς εταιρίες αυτού του κράτους και προέρχονται από θυγατρικές τους εταιρίες άλλων κρατών μελών. |
|
8. |
Το άρθρο 1 της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες ορίζει τα εξής: «1. Κάθε κράτος μέλος εφαρμόζει την παρούσα οδηγία:
2. Η παρούσα οδηγία δεν εμποδίζει την εφαρμογή εθνικών διατάξεων ή διατάξεων διεθνών συμβάσεων που είναι αναγκαίες για να αποφεύγονται φορολογικές απάτες και καταχρήσεις.» |
|
9. |
Το άρθρο 4 της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες προβλέπει τα ακόλουθα: «1. Όταν η μητρική εταιρεία ή η μόνιμη εγκατάστασή της, δυνάμει της σύνδεσης της μητρικής εταιρείας με τη θυγατρική της, λαμβάνει κέρδη διανεμόμενα για λόγους άλλους από την εκκαθάριση της θυγατρικής εταιρείας, το κράτος στο οποίο βρίσκεται η μητρική εταιρεία και το κράτος στο οποίο βρίσκεται η μόνιμη εγκατάστασή της,
2. Τα κράτη μέλη διατηρούν πάντως την ευχέρεια να προβλέψουν ότι τα βάρη που απορρέουν από τη συμμετοχή και οι μειώσεις αξίας που απορρέουν από τη διανομή των κερδών της θυγατρικής εταιρείας δεν εκπίπτονται από τα φορολογητέα κέρδη της μητρικής εταιρείας. Εάν, στην περίπτωση αυτή, τα έξοδα διαχείρισης που έχουν σχέση με τη συμμετοχή οριστούν σε ποσό κατ’ αποκοπήν, το ποσό αυτό δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 5 % των κερδών που διανέμει η θυγατρική εταιρεία. […]» |
|
10. |
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες περιέχει την εξής διάταξη: «1. Τα κέρδη τα οποία η θυγατρική εταιρεία καταβάλλει κατά τη διανομή στη μητρική εταιρεία απαλλάσσονται από την παρακράτηση του φόρου στη πηγή.» |
Β. Το διεθνές δίκαιο
|
11. |
Η μεταξύ Δανίας και Λουξεμβούργου σύμβαση της 17ης Νοεμβρίου 1980 για την αποφυγή της διπλής φορολογίας (στο εξής: σύμβαση για την αποφυγή της διπλής φορολογίας) προβλέπει, στο άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, τα ακόλουθα σχετικά με την κατανομή της εξουσίας φορολογήσεως των μερισμάτων: «1. Μερίσματα καταβαλλόμενα από εταιρία εγκατεστημένη εντός συμβαλλομένου κράτους σε κάτοικο του αντισυμβαλλομένου κράτους φορολογούνται στο αντισυμβαλλόμενο αυτό κράτος. 2. Ωστόσο, τα εν λόγω μερίσματα μπορούν επίσης να φορολογούνται στο συμβαλλόμενο κράτος όπου είναι εγκατεστημένη η εταιρία που καταβάλλει τα μερίσματα και σύμφωνα με τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους, αλλά αν ο λήπτης είναι ο δικαιούχος των μερισμάτων ο φόρος που επιβάλλεται δεν υπερβαίνει:
|
|
12. |
Βάσει της εν λόγω διατάξεως, το κράτος της προελεύσεως των μερισμάτων, εν προκειμένω η Δανία, μπορεί να φορολογήσει τα μερίσματα, που καταβάλλονται σε μητρική εταιρία εγκατεστημένη στο Λουξεμβούργο, με χαμηλό συντελεστή μόνον όταν η εν λόγω εταιρία είναι ο «δικαιούχος» των μερισμάτων. Η έννοια του «δικαιούχου» δεν ορίζεται περαιτέρω στη σύμβαση για την αποφυγή της διπλής φορολογίας. |
Γ. Το δανικό δίκαιο
|
13. |
Κατά το αιτούν δικαστήριο, το δανικό νομικό καθεστώς που ισχύει για τα επίδικα έτη έχει ως εξής: |
|
14. |
Τη φορολόγηση των μερισμάτων των ημεδαπών εταιριών διέπει το άρθρο 13, παράγραφος 1, σημείο 2, του Selskabsskattelov (νόμου περί φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων), το οποίο, για το φορολογικό έτος 2011, όπως περιλήφθηκε τροποποιημένο στον κωδικοποιημένο νόμο 1376 της 7ης Δεκεμβρίου 2010, όριζε τα εξής: «Άρθρο 13. Το φορολογητέο εισόδημα δεν περιλαμβάνει: […] 2) Μερίσματα που οι εταιρίες, οι ενώσεις, κ.λπ. που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, σημεία 1 έως 2a, 2d έως 2i, 3a έως 5b, λαμβάνουν από μετοχές ή μερίδια σε εταιρίες που εμπίπτουν στο άρθρο 1, παράγραφος 1, σημεία 1 έως 2a, 2d έως 2i, 3a έως 5b, ή σε εδρεύουσες στην αλλοδαπή εταιρίες. Ωστόσο, αυτό ισχύει μόνο ως προς τα μερίσματα από μετοχές σε θυγατρικές και σε εταιρίες συνδεδεμένες μέσω ομίλου βάσει των άρθρων 4 Α και 4 Β του aktieavancebeskatningslov (νόμου για τη φορολόγηση της υπεραξίας επί μεταβιβάσεως κινητών αξιών). […]» |
|
15. |
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο c, του νόμου περί φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων προβλέπει την περιορισμένη φορολογική υποχρέωση αλλοδαπών εταιριών όσον αφορά τα μερίσματα. |
|
16. |
Εν τέλει, η περιορισμένη φορολογική υποχρέωση κατά το έτος 2011 δεν κάλυπτε τα μερίσματα που διανέμονται σε μητρική εταιρία επί των οποίων δεν επιβάλλεται ή επιβάλλεται μόνον μειωμένος φόρος βάσει της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες ή συμβάσεως αποφυγής διπλής φορολογίας. |
|
17. |
Εάν βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο c, του νόμου περί φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων συντρέχει περίπτωση περιορισμένης φορολογικής υποχρεώσεως για τα μερίσματα που προέρχονται από τη Δανία, κατά τον δανικό νόμο περί του φόρου στην πηγή ( 4 ), ο Δανός πληρωτής των μερισμάτων υποχρεούται να παρακρατήσει στην πηγή φόρο ύψους 28 %. Σε περίπτωση καθυστερημένης πληρωμής φόρου παρακρατηθέντος στην πηγή (όταν υφίσταται περιορισμένη φορολογική υποχρέωση) επιβάλλεται τόκος στην απαίτηση για την καταβολή του φόρου. Η υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας βαρύνει το πρόσωπο που υποχρεούται να παρακρατήσει τον φόρο στην πηγή. |
|
18. |
Κατά το έτος 2011, δεν υπήρχε στη Δανία γενική νομοθετική πρόβλεψη για την αποτροπή των καταχρήσεων. Στη νομολογία όμως αναπτύχθηκε η λεγόμενη «θεωρία της πραγματικότητας», κατά την οποία η φορολόγηση πραγματοποιείται βάσει συγκεκριμένης εκτιμήσεως της πραγματικής καταστάσεως. Τούτο σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι πλασματικές και τεχνητές φορολογικές διευθετήσεις μπορεί να μη ληφθούν υπόψη υπό συγκεκριμένες συνθήκες και ότι, αντ’ αυτού, η φορολόγηση στηρίζεται στην πραγματική κατάσταση («substance-over-form», προσέγγιση βάσει της οποίας η ουσία υπερισχύει του τύπου). Οι διάδικοι της κύριας δίκης συμφωνούν ότι η εν λόγω θεωρία δεν παρέχει κανένα έρεισμα για να μη ληφθούν υπόψη οι συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως. |
|
19. |
Περαιτέρω, στο πλαίσιο της δανικής νομολογίας έχει αναπτυχθεί η λεγόμενη αρχή του «πραγματικού λήπτη του εισοδήματος». Κατά την εν λόγω αρχή, η οποία στηρίζεται στη βασική διάταξη περί της φορολογίας εισοδήματος στο άρθρο 4 του δανικού φορολογικού κώδικα (statsskatteloven), οι φορολογικές αρχές δεν υποχρεούνται να δέχονται επίπλαστο διαχωρισμό μεταξύ της οικονομικής δραστηριότητας από την οποία προέκυψε το εισόδημα και του καταλογισμού του εξ αυτής εισοδήματος. Επομένως, πρέπει να προσδιοριστεί το πρόσωπο –ανεξαρτήτως της μορφής υπό την οποία αυτό εμφανίζεται– που πραγματικά εισέπραξε συγκεκριμένο εισόδημα και, κατά συνέπεια, υπέχει φορολογική υποχρέωση. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι σε ποιον πρέπει να καταλογιστεί το εισόδημα από φορολογικής απόψεως. Συνεπώς, ο «πραγματικός λήπτης του εισοδήματος» θα είναι ο υποκείμενος στον φόρο επί του επίμαχου εισοδήματος. |
III. Η διαφορά της κύριας δίκης
|
20. |
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης (T Danmark) είναι δανική εταιρία η οποία ανήκει σε ποσοστό ανώτερο του 50 % στην N Luxembourg 2 και παρέχει συγκεκριμένες υπηρεσίες στη Δανία ως όμιλος T Danmark. Οι υπόλοιπες μετοχές της T Danmark ανήκουν σε χιλιάδες μετόχους. |
|
21. |
Η N Luxembourg 2 είναι εταιρία με έδρα στο Λουξεμβούργο, η οποία συστάθηκε από την εγκατεστημένη στο Λουξεμβούργο εταιρία N Luxembourg. Η N Luxembourg (οι μετοχές της οποίας, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέσχε η N Luxembourg 2, ανήκουν σε διάφορες εταιρίες επενδύσεως κεφαλαίων) κατέχει ποσοστό ανώτερο του 99 % του κεφαλαίου της N Luxembourg 2. Το υπόλοιπο κεφάλαιο (λιγότερο από 1 %) ανήκει στην N Luxembourg 3 που είναι επίσης εγκατεστημένη στο Λουξεμβούργο. |
|
22. |
Όπως προκύπτει από «πιστοποιητικό εγκαταστάσεως» («Certificate of Residence») που εξέδωσαν οι φορολογικές αρχές του Λουξεμβούργου την άνοιξη του 2011, η N Luxembourg 2 αποτελεί εταιρία εγκατεστημένη στο Λουξεμβούργο, εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες, η διοίκηση της οποίας όντως ασκείται στο Λουξεμβούργο όπου και υπόκειται στον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων χωρίς καμία δυνατότητα απαλλαγής από τον φόρο και είναι ο πραγματικός δικαιούχος (beneficial owner) των μερισμάτων που της καταβάλλονται. To πιστοποιητικό αυτό εκδόθηκε από τις φορολογικές αρχές του Λουξεμβούργου κατόπιν αιτήσεως των δανικών φορολογικών αρχών. |
|
23. |
Η T Danmark ζήτησε να διευκρινισθεί, στο πλαίσιο δεσμευτικής πληροφορίας, αν τα μερίσματα που πρόκειται να διανείμει στην N Luxembourg 2 απαλλάσσονται από τον φόρο βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο c, τρίτο εδάφιο, του νόμου περί φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων και, επομένως, από τον δανικό φόρο που παρακρατείται στην πηγή. |
|
24. |
Στην αίτηση για την παροχή δεσμευτικής πληροφορίας αναφέρθηκε ότι, κατά το τρίτο τέταρτο του 2011, η T Danmark είχε σκοπό να διανείμει προς την N Luxembourg 2 μερίσματα συνολικού ύψους περίπου 6 δισεκατομμυρίων δανικών κορώνων (DKK). Δεδομένου ότι η N Luxembourg 2 αποτελεί ανεξάρτητη οντότητα με δική της διοίκηση και εξουσία λήψεως αποφάσεων, δεν είναι δυνατό, λόγω της φύσεως της υποθέσεως, να καταστεί εκ των προτέρων γνωστό μετά βεβαιότητος αν και πότε η διοίκηση της N Luxembourg 2 θα λάβει απόφαση σχετικά με τον τρόπο διαθέσεως των προερχόμενων από την T Danmark μερισμάτων. |
|
25. |
Κατά την εκτίμηση του Skatteministeriet (Υπουργείου Οικονομικών, Δανία), δεν ήταν δυνατή η παροχή δεσμευτικής πληροφορίας χωρίς προηγούμενη διευκρίνιση του τρόπου κατά τον οποίο η N Luxembourg 2 προτίθετο να διαθέσει τα προερχόμενα από την T Danmark μερίσματα. |
|
26. |
Ως εκ τούτου, η T Danmark ενημέρωσε το Skatteråd (συμβούλιο φορολογικών ζητημάτων, Δανία) ότι για τους σκοπούς της δεσμευτικής πληροφορίας θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος των μερισμάτων θα διανεμηθεί από την N Luxembourg 2 ως μερίσματα προς τις ιδιοκτήτριές της, την N Luxembourg 3 και την N Luxembourg. Μικρό ποσοστό των μερισμάτων (πιθανώς μεταξύ του 3 % και του 5 %) αναμένεται να χρησιμοποιηθεί από τις N Luxembourg 2, N Luxembourg 3 και N Luxembourg για την πληρωμή εξόδων ή ως αποθεματικό για την κάλυψη μελλοντικών δαπανών. Η αιτούσα αναμένει περαιτέρω ότι τα διανεμόμενα προς την N Luxembourg μερίσματα θα μεταφερθούν περαιτέρω (ως μερίσματα και/ή τόκοι και/ή αποπληρωμή οφειλής), μέσω των οικείων εταιριών επενδύσεως κεφαλαίων, στους μετόχους των εν λόγω εταιριών επενδύσεως κεφαλαίων· δεν γνωρίζει όμως με ποιον τρόπο θα πραγματοποιηθούν οι εν λόγω μεταφορές ούτε πώς θα αντιμετωπιστούν από φορολογικής απόψεως. |
|
27. |
Στο πλαίσιο της δεσμευτικής πληροφορίας, το Skatteråd (συμβούλιο φορολογικών ζητημάτων) απάντησε αρνητικά στο υποβληθέν ερώτημα. Η T Danmark προσέβαλε την εν λόγω δεσμευτική πληροφορία ενώπιον της Landsskatteret (ανώτατης εθνικής φορολογικής επιτροπής, Δανία), ως ανώτατης φορολογικής αρχής, και η Landsskatteret (ανώτατη εθνική φορολογική επιτροπή) μετέβαλε την απάντηση στο σχετικό ερώτημα σε «Ναι». |
|
28. |
Το Skatteministeriet (Υπουργείο Οικονομικών, Δανία) προσέφυγε κατά της αποφάσεως της Landsskatteret (ανώτατης εθνικής φορολογικής επιτροπής) ενώπιον του Østre Landsret (εφετείου της ανατολικής περιφέρειας, Δανία). Το Østre Landsret (εφετείο της ανατολικής περιφέρειας) εξέδωσε, πλέον, διάταξη προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. |
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
|
29. |
Το Østre Landsret (εφετείο της ανατολικής περιφέρειας) υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
|
30. |
Με διάταξη της 13ης Ιουλίου 2016 αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑116/16 και C‑117/16. Επί των προδικαστικών ερωτημάτων κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο των συνεκδικαζόμενων υποθέσεων, η T Danmark, η Y Denmark Aps, το Βασίλειο της Δανίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο της Σουηδίας, η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 10ης Οκτωβρίου 2017 –η οποία αφορούσε και τις υποθέσεις C‑115/16, C‑118/16, C‑119/16 και C‑299/16– συμμετείχαν η T Danmark, η Y Denmark Aps, το Βασίλειο της Δανίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. |
V. Νομική εκτίμηση
Α. Επί του προσδιορισμού του λήπτη των μερισμάτων σε περίπτωση καταχρήσεως εκ μέρους του υποκειμένου στον φόρο (ερωτήματα 1 έως 5)
|
31. |
Οι μετέχοντες στη διαδικασία συμφωνούν ότι οι επίμαχες καταβολές μερισμάτων εμπίπτουν, καταρχήν, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες. Κατά συνέπεια, η Δανία, ως κράτος εγκαταστάσεως της διανέμουσας εταιρίας, θα έπρεπε να απαλλάξει τα μερίσματα από τον φόρο που παρακρατείται στην πηγή βάσει του άρθρου 5 της εν λόγω οδηγίας. Η Δανία όμως εκτιμά ότι η άρνηση της φοροαπαλλαγής αυτής καλύπτεται προφανώς από το άρθρο 1, παράγραφος 2 της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες. Η συγκεκριμένη διάταξη ορίζει ότι η οδηγία δεν εμποδίζει την εφαρμογή εθνικών διατάξεων που είναι αναγκαίες για να αποφεύγονται φορολογικές απάτες και καταχρήσεις. |
|
32. |
Με τα προδικαστικά ερωτήματα 1 έως 5, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, βεβαίως, πρωτίστως να διευκρινισθεί αν κράτος μέλος δύναται να στηριχθεί στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες για να αντιμετωπίσει φορολογικές απάτες και καταχρήσεις, μόνον υπό την προϋπόθεση ότι έχει θεσπίσει εθνική διάταξη για τη μεταφορά του εν λόγω άρθρου στο εσωτερικό του δίκαιο (B.1), καθώς και αν, σε τέτοια περίπτωση, το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο c, του νόμου περί φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων ή μια διάταξη συμβάσεως αποφυγής διπλής φορολογίας, που χρησιμοποιεί την έννοια του «δικαιούχου», πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά επαρκή μεταφορά του ανωτέρω άρθρου στο εθνικό δίκαιο (B.2). Εάν τούτο επαρκεί, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί από ποιόν και με ποιον τρόπο πρέπει να ερμηνεύεται η έννοια του δικαιούχου. |
|
33. |
Ωστόσο, όλα αυτά τα ερωτήματα έχουν νόημα μόνον εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες. Αυτό προϋποθέτει τη διαπίστωση, στην υπό κρίση περίπτωση, φορολογικής απάτης ή καταχρήσεως εκ μέρους της T Danmark, όσον αφορά την απαλλαγή από την παρακράτηση φόρου στην πηγή. Επομένως, επιβάλλεται να δοθεί πρώτα απάντηση στο ερώτημα 5. |
|
34. |
Συναφώς όμως πρέπει να σημειωθεί, κατ’ αρχάς, ότι το πέμπτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου δεν ανταποκρίνεται στα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά. Η μητρική εταιρία της λήπτριας των μερισμάτων N Luxembourg 2 (η N Luxembourg) είναι εγκατεστημένη στο Λουξεμβούργο και όχι σε τρίτο κράτος, όπως υπονοεί το προδικαστικό ερώτημα. Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτει επίσης αν και ποιοι εταίροι της εν λόγω «μητρικής της μητρικής εταιρίας» είναι εγκατεστημένοι σε τρίτα κράτη. Τούτο καθιστά ήδη αδύνατη την εκτίμηση σχετικά με την ύπαρξη καταχρήσεως. Ωστόσο, το Δικαστήριο μπορεί να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο ορισμένες χρήσιμες κατευθύνσεις επί του συγκεκριμένου ζητήματος. |
|
35. |
Συναφώς, θα διευκρινισθεί ποιες είναι οι προϋποθέσεις για τη διαπίστωση καταχρήσεως στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες (2). Προηγουμένως όμως θα εξετασθεί αναλυτικότερα η έκταση της απαγορεύσεως παρακρατήσεως φόρου στην πηγή βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες (1). |
1. Η λογική της απαγορεύσεως παρακρατήσεως φόρου στην πηγή βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες
|
36. |
Όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική της σκέψη, σκοπός της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες είναι να εξαλείψει, με τη θέσπιση κοινού φορολογικού καθεστώτος, κάθε δυσμενή μεταχείριση της συνεργασίας μεταξύ εταιριών διαφορετικών κρατών μελών σε σχέση με τη συνεργασία μεταξύ εταιριών του ιδίου κράτους μέλους και να διευκολύνει επομένως τη συνένωση εταιριών σε κλίμακα Ένωσης. Η οδηγία αποβλέπει δηλαδή στο να εξασφαλίσει την ουδετερότητα, σε επίπεδο φορολογίας, της διανομής κερδών από μια εγκατεστημένη σε κράτος μέλος θυγατρική εταιρία στην εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος μητρική της εταιρία ( 5 ). |
|
37. |
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες αφήνει στα κράτη μέλη την επιλογή μεταξύ δύο συστημάτων, ήτοι μεταξύ του συστήματος της απαλλαγής και του συστήματος του συμψηφισμού. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις 7 και 9 της οδηγίας αυτής, η εν λόγω διάταξη διευκρινίζει ότι, όταν μια μητρική εταιρία, δυνάμει της σύνδεσης της μητρικής εταιρίας με τη θυγατρική της, λαμβάνει κέρδη διανεμόμενα για λόγους άλλους από την εκκαθάριση της θυγατρικής εταιρίας, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η μητρική εταιρία είτε δεν φορολογεί τα κέρδη αυτά, στον βαθμό που τα εν λόγω κέρδη δεν εκπίπτουν από τη θυγατρική, και φορολογεί τα ίδια κέρδη στον βαθμό που εκπίπτουν από τη θυγατρική, είτε φορολογεί τα κέρδη αυτά, επιτρέποντας όμως παράλληλα στη μητρική εταιρία να αφαιρεί από το ποσό του οφειλόμενου φόρου το τμήμα του φόρου που αναλογεί στα κέρδη αυτά και το οποίο καταβλήθηκε από τη θυγατρική εταιρία και κάθε χαμηλότερου επιπέδου θυγατρική, μέχρι του ποσού του αντιστοιχούντος οφειλόμενου φόρου ( 6 ) |
|
38. |
Επομένως, σκοπός του άρθρου 4 της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες είναι να αποτρέψει το ενδεχόμενο τα κέρδη που καταβάλλονται κατά τη διανομή σε ημεδαπή μητρική εταιρία από αλλοδαπή θυγατρική να φορολογούνται, μια πρώτη φορά, σε επίπεδο θυγατρικής στο κράτος μέλος εγκαταστάσεώς της και, μια δεύτερη φορά, σε επίπεδο μητρικής εταιρίας στο κράτος μέλος εγκαταστάσεώς της ( 7 ). |
|
39. |
Το άρθρο 4 της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες αφορά διπλή φορολόγηση σε οικονομικό επίπεδο, καθόσον τα μερίσματα προέρχονται, κατά κανόνα, από φορολογημένα έσοδα της θυγατρικής εταιρίας (δηλαδή έχουν επιβαρυνθεί ήδη με τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων ενός κράτους μέλους) και λαμβάνονται υπόψη ως έσοδα της μητρικής εταιρίας (επομένως, επιβαρύνονται εκ νέου με φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων άλλου κράτους μέλους). Ως εκ τούτου, η φορολογική επιβάρυνση στο πλαίσιο ενός μεγάλου ομίλου εξαρτάται από τον συνολικό αριθμό των διαρθρωτικών επιπέδων του ομίλου τα οποία, ως επί το πλείστον, εξυπηρετούν αμιγώς οργανωτικούς σκοπούς. Το άρθρο 4 της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες λαμβάνει, συνεπώς, υπόψη και το γεγονός ότι τα νομικά πρόσωπα μπορεί να πολλαπλασιάζονται κατά το δοκούν, χωρίς να μεταβάλλονται τα πρόσωπα που βρίσκονται πίσω από αυτά, και συνεπώς ούτε τα κέρδη τους από τη δραστηριοποίησή τους μέσω αυτών των νομικών προσώπων. |
|
40. |
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες ολοκληρώνει τη λογική αυτή, καθόσον προβλέπει ότι, προκειμένου να εξασφαλισθεί η φορολογική ουδετερότητα, πρέπει να απαλλάσσονται από την παρακράτηση στην πηγή τα κέρδη που η θυγατρική εταιρία διανέμει στη μητρική της ( 8 ). Επομένως, προκειμένου να αποφευχθεί η διπλή φορολόγηση, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας εισάγει την αρχή της απαγορεύσεως των παρακρατήσεων στην πηγή επί των κερδών που διανέμει η εγκατεστημένη σε ένα κράτος μέλος θυγατρική εταιρία στην εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος μητρική της εταιρία ( 9 ). |
|
41. |
Απαγορεύοντας στα κράτη μέλη να προβαίνουν σε παρακράτηση στην πηγή επί των κερδών που διανέμει η εγκατεστημένη στην ημεδαπή θυγατρική εταιρία στην εγκατεστημένη στην αλλοδαπή μητρική της εταιρία, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες περιορίζει την αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον αφορά τη φορολόγηση των κερδών που διανέμουν οι εγκατεστημένες στο έδαφός τους εταιρίες σε εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος εταιρίες ( 10 ). Τα κράτη μέλη δεν δύνανται, ως εκ τούτου, να λαμβάνουν μονομερώς περιοριστικά μέτρα και να εξαρτούν από όρους το προβλεπόμενο στο άρθρο 5, παράγραφος 1, δικαίωμα απαλλαγής από την παρακράτηση στην πηγή ( 11 ). Κατά συνέπεια, αυτό το δικαίωμα απαλλαγής από την παρακράτηση φόρου στην πηγή δεν εξαρτάται από το αν οι μέτοχοι της μητρικής εταιρίας είναι εγκατεστημένοι στην ημεδαπή ή αν ο πληρωτής των μερισμάτων αποδεικνύει την περαιτέρω χρήση των μερισμάτων από τον λήπτη τους. |
|
42. |
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες αφορά την αποφυγή διπλής φορολογήσεως σε άλλο (μάλλον νομικό) επίπεδο. Πιο συγκεκριμένα, όπως έχει κρίνει ήδη το Δικαστήριο, σε περίπτωση παρακρατήσεως φόρου στην πηγή, φορολογείται στην πραγματικότητα ο λήπτης του εισοδήματος (εν προκειμένω, των μερισμάτων) ( 12 ). Επομένως, η παρακράτηση φόρου στην πηγή στο κράτος εγκαταστάσεως του διανέμοντος τα μερίσματα δεν συνιστά ιδιαίτερο είδος φόρου, παρά μόνο συγκεκριμένη μέθοδο φορολογήσεως. Η φορολόγηση στην πηγή όσον αφορά τον πληρωτή εκ μέρους του κράτους εγκαταστάσεώς του και η «κανονική» φορολόγηση όσον αφορά τον λήπτη των μερισμάτων από το δικό του κράτος εγκαταστάσεως οδηγεί per se σε διπλή φορολόγηση και, κατά κανόνα, και σε δυσμενέστερη μεταχείριση έναντι περιπτώσεων χωρίς στοιχείο αλλοδαπότητας. |
|
43. |
Σε περιπτώσεις, μάλιστα, που η διάρθρωση ενός ομίλου είναι εκτεταμένη και υπερβαίνει αρκετά εθνικά σύνορα, η απουσία απαλλαγής και στα δύο επίπεδα θα πολλαπλασίαζε το φαινόμενο της προαναφερθείσας διαδοχικής φορολογήσεως, ιδίως εάν σε κάθε στάδιο εφαρμοζόταν παρακράτηση φόρου στην πηγή. Είναι προφανές ότι τούτο θα έθιγε τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. |
|
44. |
Πάντως, για την αποφυγή τέτοιων φαινομένων διαδοχικής διπλής φορολογήσεως, τόσο σε οικονομικό όσο και σε νομικό επίπεδο, δεν έχει σημασία αν ο λήπτης των μερισμάτων είναι και «δικαιούχος» των μερισμάτων ή κάτι παρόμοιο. Κρίσιμο είναι, αντιθέτως, αν ο πληρωτής των μερισμάτων είχε επιβαρυνθεί με φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων και αν ο λήπτης των μερισμάτων πρέπει να καταβάλει εκ νέου φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων επί των μερισμάτων. Το ίδιο ισχύει και για την απαγόρευση παρακρατήσεως φόρου στην πηγή. Ως προς τούτο, έχει καθοριστική σημασία αν τα εισοδήματα από μερίσματα υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων στο κράτος εγκαταστάσεως. Αυτό επιβεβαιώθηκε ρητώς, για την εξεταζόμενη περίπτωση, από τη φορολογική αρχή του Λουξεμβούργου. |
|
45. |
Υπό αυτό το πρίσμα, είναι λογικό το ότι η οδηγία για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες (αντιθέτως προ την οδηγία περί τόκων και δικαιωμάτων ( 13 )) στηρίζεται «μόνο» στο ότι θυγατρική εταιρία διανέμει κέρδη στη μητρική της εταιρία (από ορισμένο ποσοστό συμμετοχής). Δεδομένου ότι τα μερίσματα –αντιθέτως προς τις καταβολές τόκων– δεν συνιστούν, καταρχήν, λειτουργικές δαπάνες που μειώνουν τα κέρδη, είναι επίσης εύλογο ότι η οδηγία για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες δεν περιλαμβάνει, με βάση το γράμμα της, κανένα περαιτέρω ουσιαστικό κριτήριο (όπως την είσπραξη μερισμάτων ιδίω ονόματι και για ίδιο λογαριασμό ή κάτι παρόμοιο). |
|
46. |
Το δικαίωμα λήψεως μερισμάτων απορρέει, εν τέλει, από την κατά το δίκαιο των εταιριών θέση μιας εταιρίας ως μητρικής εταιρίας, θέση την οποία μπορεί μια εταιρία να κατέχει μόνον ιδίω ονόματι. Επίσης, η διενέργεια πράξεων για λογαριασμό τρίτου δύσκολα είναι νοητή εν προκειμένω. Οπωσδήποτε, δεν μπορεί να συναχθεί μόνον από την ύπαρξη «μητρικής της μητρικής εταιρίας». Συνεπώς, καλύπτονται, καταρχήν, όλες οι καταβολές μερισμάτων από θυγατρική εταιρία προς τη μητρική της που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον η εταιρία –όπως συμβαίνει αναμφίβολα στην προκειμένη περίπτωση– πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες. |
|
47. |
Όρια τίθενται συναφώς μόνον από το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες, το οποίο προβλέπει ότι η οδηγία δεν εμποδίζει την εφαρμογή εθνικών διατάξεων ή διατάξεων διεθνών συμβάσεων που είναι αναγκαίες για να αποφεύγονται φορολογικές απάτες και καταχρήσεις. |
2. Η έννοια της καταχρήσεως στο δίκαιο της Ένωσης
|
48. |
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες αντανακλά τη γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης κατά την οποία ουδείς δύναται να απολαύει καταχρηστικώς ή δολίως των δικαιωμάτων που προβλέπει το νομικό σύστημα της Ένωσης ( 14 ). Η εφαρμογή ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης δεν μπορεί να εκτείνεται μέχρι τέτοιου σημείου ώστε να συγκαλύπτονται καταχρηστικές πρακτικές οικονομικών φορέων, δηλαδή πράξεις οι οποίες δεν διενεργούνται στο πλαίσιο φυσιολογικών εμπορικών συναλλαγών, αλλά έχουν ως μοναδικό σκοπό την καταχρηστική εκμετάλλευση των πλεονεκτημάτων που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης ( 15 ). |
|
49. |
Συναφώς, το γράμμα της διατάξεως δεν παρέχει κάποιο αναλυτικότερο περίγραμμα της έννοιας της καταχρήσεως στην οποία στηρίζεται ( 16 ) Ωστόσο, ως διάταξη με την οποία θεσπίζεται εξαίρεση, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς ( 17 ). Τούτο επιτάσσει ιδίως, όσον αφορά τα μέτρα που αποβλέπουν στην αποτροπή των καταχρήσεων, και η αρχή της ασφάλειας δικαίου. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση που ένας ιδιώτης πληροί από τυπικής απόψεως όλες τις προϋποθέσεις ασκήσεως δικαιώματος, η απαγόρευση ασκήσεως του δικαιώματος αυτού, βάσει ενστάσεως περί καταχρήσεως, πρέπει να είναι δυνατή μόνο σε ειδικές περιπτώσεις. |
|
50. |
Ωστόσο, ενδείξεις σχετικά με την έννοια της καταχρήσεως απορρέουν από άλλες οδηγίες της Ένωσης. Παραδείγματος χάρη, στην οδηγία περί συγχωνεύσεων ( 18 ) και συγκεκριμένα στο άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερο εδάφιο, αναφέρεται ως γενικό παράδειγμα τέτοιου κινήτρου η απουσία οικονομικά βιώσιμων λόγων για την εκάστοτε συναλλαγή. Επιπλέον, το άρθρο 6 της –μη ακόμη εφαρμοστέας για τα επίμαχα έτη– οδηγίας για τη θέσπιση κανόνων κατά πρακτικών φοροαποφυγής ( 19 ) (στο εξής: οδηγία 2016/1164) ορίζει την έννοια της καταχρήσεως. Κατά τον ορισμό αυτόν, έχει αποφασιστική σημασία το αν υφίσταται μη γνήσια διευθέτηση η οποία έχει συσταθεί με κύριο σκοπό ή με έναν εκ των κύριων σκοπών την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος που ματαιώνει το αντικείμενο ή τον σκοπό των εφαρμοστέων φορολογικών διατάξεων. Βάσει της παραγράφου 2, μια διευθέτηση θεωρείται μη γνήσια στον βαθμό που δεν τίθεται σε εφαρμογή για βάσιμους εμπορικούς λόγους που απηχούν την οικονομική πραγματικότητα. |
|
51. |
Τέλος, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι περιορισμός της ελευθερίας εγκαταστάσεως μπορεί να δικαιολογηθεί για λόγους καταπολεμήσεως των καταχρηστικών πρακτικών, μόνον εάν ο ειδικός σκοπός τέτοιου περιορισμού έγκειται στην παρεμπόδιση συμπεριφορών που συνίστανται στη δημιουργία αμιγώς τεχνητών μεθοδεύσεων, οι οποίες δεν έχουν πραγματική οικονομική υπόσταση και αποσκοπούν στην αποφυγή του φόρου που θα βάρυνε κανονικά τα κέρδη που προκύπτουν από δραστηριότητες ασκούμενες στην ημεδαπή ( 20 ). Όπως έχει, εν τω μεταξύ, αποφανθεί, επίσης κατ’ επανάληψη, το Δικαστήριο, η απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος αρκεί να αποτελεί τον κύριο και όχι οπωσδήποτε τον αποκλειστικό ( 21 ) σκοπό της εκάστοτε μεθοδεύσεως ( 22 ). |
|
52. |
Αυτή η νομολογία του Δικαστηρίου περιλαμβάνει δύο αλληλοεξαρτώμενα στοιχεία. Αφενός, αποκλείεται εκ προοιμίου η αναγνώριση αμιγώς επίπλαστων διευθετήσεων οι οποίες, εν τέλει, υφίστανται μόνον σε τυπικό επίπεδο. Πέραν αυτού, έχει καθοριστική σημασία η καταστρατήγηση της φορολογικής νομοθεσίας η οποία μπορεί να επιτευχθεί και με τη χρήση μεθοδεύσεων που έχουν πραγματική οικονομική υπόσταση. Η τελευταία κατηγορία θα πρέπει να είναι η συνηθέστερη και καλύπτεται πλέον ρητώς και με το νέο άρθρο 6 της οδηγίας 2016/1164. Ακόμα και το ίδιο το Δικαστήριο εκτιμά, σε πρόσφατη απόφασή του, ότι ο αμιγώς τεχνητός χαρακτήρας είναι μόνον ένα στοιχείο που μαρτυρά ότι η εξασφάλιση φορολογικού πλεονεκτήματος αποτελεί τον κύριο επιδιωκόμενο σκοπό ( 23 ). |
|
53. |
Η ύπαρξη καταχρήσεως εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση όλων των περιστάσεων της εκάστοτε συγκεκριμένης περιπτώσεως, τις οποίες οφείλουν να διαπιστώνουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές και οι οποίες πρέπει να υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο ( 24 ). Η συνολική αυτή εκτίμηση απόκειται, ασφαλώς, στο αιτούν δικαστήριο ( 25 ). Προκειμένου να κριθεί όμως αν οι συγκεκριμένες πράξεις διενεργούνται στο πλαίσιο φυσιολογικών εμπορικών συναλλαγών ή έχουν ως μοναδικό σκοπό την καταχρηστική εκμετάλλευση των πλεονεκτημάτων που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης ( 26 ), το Δικαστήριο μπορεί να παράσχει χρήσιμες κατευθύνσεις στο αιτούν δικαστήριο ( 27 ). |
3. Τα κριτήρια για την υπό κρίση περίπτωση
α) Επί της υπάρξεως αμιγώς τεχνητής διευθετήσεως
|
54. |
Το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει αν υφίσταται αμιγώς τεχνητή μεθόδευση χωρίς πραγματική οικονομική υπόσταση. Αφενός, για τον σκοπό αυτό δεν αρκούν τα πραγματικά περιστατικά που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο. Αφετέρου, η εκτίμηση των εν λόγω περιστατικών απόκειται στο αιτούν δικαστήριο. Το Δικαστήριο μπορεί να παράσχει μόνο σχετικές κατευθύνσεις: |
|
55. |
Όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο πρόσφατα, το γεγονός ότι η δραστηριότητα συνίσταται μόνο στη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και τα έσοδα προέρχονται μόνον από τη διαχείριση αυτή δεν συνεπάγεται την ύπαρξη αμιγώς τεχνητής μεθοδεύσεως, η οποία δεν έχει πραγματική οικονομική υπόσταση ( 28 ). Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ιδίως οι εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων (μπορούν να) αναπτύσσουν, καθεαυτές, λίγες δραστηριότητες, οι απαιτήσεις ως προς το κριτήριο τούτο πρέπει να είναι επίσης περιορισμένες. Εάν η εταιρία έχει συσταθεί πράγματι εγκύρως, είναι πράγματι προσβάσιμη στην έδρα της και διαθέτει, επί τόπου, τα αντίστοιχα υλικά μέσα και το προσωπικό για να εκπληρώσει τον σκοπό της (εν προκειμένω, τη διαχείριση συμβάσεως δανείου) δεν μπορεί να γίνει λόγος για μεθόδευση χωρίς πραγματική οικονομική υπόσταση. |
|
56. |
Επίσης, η διαπίστωση τεχνητής διευθετήσεως δεν μπορεί να στηριχθεί στο γεγονός ότι ο λήπτης των μερισμάτων διανέμει περαιτέρω τα κέρδη του στους μετόχους του. Ο σκοπός των κεφαλαιουχικών εταιριών συνίσταται στο να διανείμουν στους εταίρους τους, σε κάποια χρονική στιγμή, τα κέρδη από τα εισοδήματά τους (συμπεριλαμβανομένων και εισοδημάτων από κεφάλαια, όπως είναι τα μερίσματα). Από την οδηγία για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες δεν προκύπτει ότι η απαλλαγή από την παρακράτηση φόρου στην πηγή βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες (και, εφόσον υπάρχει δυνατότητα, και η απαλλαγή από την φορολόγηση των μερισμάτων βάσει του άρθρου 4 της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες) πρέπει να εξαρτάται από τη συμπεριφορά της μητρικής εταιρίας σε σχέση με τη διανομή μερισμάτων. Άλλωστε, το προαναφερθέν φαινόμενο διαδοχικής φορολογήσεως, το οποίο επιδιώκει να εξαλείψει η οδηγία (συναφώς, ανωτέρω, υπό σημεία 36 επ.), ενισχύεται σε περίπτωση περαιτέρω διανομής. |
|
57. |
Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός ότι οι εταίροι της «μητρικής της μητρικής εταιρίας» (οι εταιρίες επενδύσεως κεφαλαίων) είναι, πιθανώς, εγκατεστημένοι σε τρίτα κράτη. Και τούτο διότι, όπως έχει επίσης κρίνει το Δικαστήριο, το γεγονός και μόνον ότι η εταιρία που λαμβάνει τα μερίσματα ελέγχεται άμεσα ή έμμεσα από πρόσωπα που δεν είναι κάτοικοι της Ένωσης δεν αποτελεί τεκμήριο περί καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως της απαλλαγής από την παρακράτηση του φόρου στην πηγή ( 29 ). Πράγματι, εάν ίσχυε τέτοιο τεκμήριο, θα επιβαλλόταν στον υποκείμενο στον φόρο συστηματικώς η υποχρέωση αποδείξεως της συνδρομής μη φορολογικών λόγων, χωρίς η διοίκηση να υπέχει υποχρέωση προσκομίσεως επαρκών στοιχείων ενδεικτικών φοροαποφυγής ( 30 ). |
|
58. |
Ως εκ τούτου, η άρνηση χορηγήσεως απαλλαγής από την παρακράτηση του φόρου στην πηγή θα στηριζόταν σε ένα γενικό τεκμήριο περί διαπράξεως φοροαποφυγής. Εντούτοις, τέτοιο τεκμήριο είναι ανεπίτρεπτο ( 31 ). Απαιτείται να εξετάζονται πάντοτε οι αντικειμενικές και επαληθεύσιμες περιστάσεις της κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως ( 32 ). Εν προκειμένω όμως δεν προκύπτουν ενδείξεις για την ύπαρξη τεχνητής μεθοδεύσεως χωρίς πραγματική οικονομική υπόσταση. Αντιθέτως, η βεβαίωση που έχει εκδοθεί από τη φορολογική αρχή του Λουξεμβούργου (βλ. σημείο 22) συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι δεν υφίσταται αμιγώς τεχνητή μεθόδευση χωρίς πραγματική οικονομική υπόσταση. |
|
59. |
Τούτο όμως δεν αποκλείει, κατά την εκτίμησή μου, το ενδεχόμενο υπάρξεως, παρ’ όλα αυτά, καταχρηστικής από απόψεως φορολογικού δικαίου διευθετήσεως, όπως προκύπτει και από το γράμμα του νέου άρθρου 6 της οδηγίας 2016/1164. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ήδη, σε σχέση με την οδηγία για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες, ότι τα σχήματα συμμετοχής τα οποία έχουν μοναδικό σκοπό την εκμετάλλευση των προβλεπομένων στην οδηγία φορολογικών πλεονεκτημάτων αποτελούν μια μορφή καταχρήσεως ( 33 ). Ως εκ τούτου, ισχύει και στο πλαίσιο της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες ότι πρέπει να συντρέχουν οικονομικοί λόγοι που να δικαιολογούν την επιλογή της συγκεκριμένης διευθετήσεως. Δεν προστατεύεται η επιδίωξη μόνον αμιγώς φορολογικών πλεονεκτημάτων τα οποία δεν έχουν πραγματική οικονομική υπόσταση ( 34 ). |
β) Λόγοι μη απτόμενοι του φορολογικού δικαίου, οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη
|
60. |
Στην προκειμένη περίπτωση έχουν, συνεπώς, καθοριστική σημασία άλλα κριτήρια, ιδίως οι μη απτόμενοι του φορολογικού δικαίου λόγοι που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. |
|
61. |
Συναφώς, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, αυτό και μόνο το γεγονός ότι μια εταιρία όρισε την καταστατική ή πραγματική έδρα της σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους με σκοπό να υπαχθεί σε ευνοϊκότερη νομοθεσία δεν συνιστά κατάχρηση ( 35 ). Επομένως, το γεγονός ότι στην αλυσίδα συμμετοχών μεσολάβησαν και εταιρίες από το Λουξεμβούργο δεν αρκεί από μόνο του για να στηρίξει τη διαπίστωση καταχρήσεως. |
|
62. |
Επίσης, όταν ο υποκείμενος στον φόρο μπορεί να επιλέξει μεταξύ δύο δυνατοτήτων, δεν είναι υποχρεωμένος να επιλέξει εκείνη που συνεπάγεται την καταβολή υψηλότερου φόρου, αλλά έχει, αντιθέτως, το δικαίωμα να επιλέξει τη δομή της δραστηριότητάς του κατά τρόπον ώστε να περιορίσει τη φορολογική οφειλή του ( 36 ). Ως εκ τούτου, οι υποκείμενοι στον φόρο –όπως επισημαίνει περαιτέρω το Δικαστήριο– είναι εν γένει ελεύθεροι να επιλέγουν τις οργανωτικές δομές και τους τρόπους ασκήσεως της επιχειρηματικής τους δράσεως που κρίνουν ως πλέον κατάλληλους για τις οικονομικές τους δραστηριότητες και με σκοπό τον περιορισμό της φορολογικής επιβαρύνσεώς τους ( 37 ). Επομένως, το γεγονός και μόνον ότι στην εξεταζόμενη περίπτωση επιλέχθηκε μια δομή για τη συναλλαγή η οποία δεν συνεπάγεται την υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση (εν προκειμένω, επιπρόσθετη και οριστική φορολόγηση στην πηγή) δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάχρηση. |
|
63. |
Περαιτέρω –πέραν της αμιγώς τεχνητής μεθοδεύσεως χωρίς πραγματική οικονομική υπόσταση–, λόγω του γεγονότος και μόνον ότι ένας πολίτης της Ένωσης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, θέλησε να επωφεληθεί της ευνοϊκής φορολογίας που ισχύει εντός κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο κατοικεί ή έχει την έδρα του, αντιστοίχως, δεν επιτρέπεται ο πολίτης αυτός να στερηθεί τη δυνατότητα επικλήσεως των διατάξεων της Συνθήκης ( 38 ). Συνεπώς, δομή συναλλαγής –όπως η εξεταζόμενη– η οποία στηρίζεται στη σύνδεση με κράτος μέλος που δεν εφαρμόζει παρακράτηση φόρου στην πηγή, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί μόνο για αυτόν τον λόγο ως καταχρηστική. |
|
64. |
Στο μέτρο αυτό, η ελευθερία εγκαταστάσεως καλύπτει και την ελεύθερη επιλογή του κράτους μέλους που εξασφαλίζει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση το καλύτερο, κατά τη δική της εκτίμηση, φορολογικό περιβάλλον. Εάν η αρχή αυτή ισχύει ήδη στο πλαίσιο της σαφώς ευρύτερα εναρμονισμένης νομοθεσίας περί ΦΠΑ ( 39 ), ισχύει, κατά μείζονα λόγο, στο πλαίσιο της νομοθεσίας περί φορολογίας εισοδήματος, η οποία δεν έχει τύχει τόσο ευρείας εναρμονίσεως και ως προς την οποία οι αποκλίσεις μεταξύ των φορολογικών καθεστώτων ( 40 ) των κρατών μελών είναι, από πλευράς δικαίου της Ένωσης, ηθελημένες ή συνειδητά αποδεκτές σε πολιτικό επίπεδο. |
|
65. |
Το Δικαστήριο έχει αποσαφηνίσει, επίσης, ότι η φοροαπαλλαγή των μερισμάτων που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης δεν εξαρτάται από την καταγωγή ή τον τόπο κατοικίας ή εγκαταστάσεως των μετόχων, καθόσον αυτό δεν έχει καμία σημασία στο πλαίσιο της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες ( 41 ). Επομένως, ούτε το γεγονός ότι οι μέτοχοι της T Danmark είναι εγκατεστημένοι στο Λουξεμβούργο και οι μέτοχοι της μητρικής της εταιρίας είναι εγκατεστημένοι σε τρίτο κράτος, αν εξεταστεί μεμονωμένα, συνιστά κατάχρηση. |
γ) Επί της καταστρατηγήσεως του σκοπού του νόμου
|
66. |
Ίσως όμως είναι πιο σημαντικό το ότι οι τελικοί λήπτες των μερισμάτων –εν προκειμένω, οι εταιρίες επενδύσεως κεφαλαίων, ανεξαρτήτως του αν αυτές πρέπει να θεωρηθούν διαφανείς ή αδιαφανείς από φορολογικής απόψεως– είναι συνήθως εγκατεστημένοι σε συγκεκριμένα τρίτα κράτη (κατά κανόνα σε συγκεκριμένες μικρότερες νήσους, όπως οι νήσοι Κέιμαν ( 42 ), οι Βερμούδες ( 43 ) ή η νήσος Τζέρσεϊ ( 44 )) τα οποία είναι γνωστό ότι δεν συνεργάζονται με άλλες φορολογικές αρχές. Τούτο θα μπορούσε να υποδηλώνει ενδεχομένως μια ασυνήθιστη, συνολικά, προσέγγιση, της οποίας ο οικονομικός λόγος δεν είναι σαφής εκ πρώτης όψεως. |
|
67. |
Εντούτοις, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν υφίστανται στοιχεία σχετικά με τον τόπο εγκαταστάσεως των μετόχων που βρίσκονται στην κορυφή της εταιρικής διαρθρώσεως (δηλαδή των εταιριών επενδύσεως κεφαλαίων). Το Δικαστήριο όμως μπορεί να παράσχει, συναφώς, ορισμένες χρήσιμες κατευθύνσεις στο αιτούν δικαστήριο. |
|
68. |
Εάν οι εταιρίες επενδύσεως κεφαλαίων είναι όντως εγκατεστημένες σε τέτοια τρίτα κράτη, η συνολική μεθόδευση θα μπορούσε να θεωρηθεί καταχρηστική διευθέτηση περισσότερο λόγω της «εγκαταστάσεως» των εταιριών επενδύσεως κεφαλαίων σε συγκεκριμένα τρίτα κράτη παρά λόγω της «μεσολαβήσεως» εταιρίας με έδρα στο Λουξεμβούργο. Στο σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ο σκοπός της συγκεκριμένης διευθετήσεως ή ο σκοπός του φορολογικού νόμου που καταστρατηγήθηκε (εν προκειμένω, της φορολογήσεως στη Δανία). |
1) Καταστρατήγηση του δανικού καθεστώτος ως προς τα έσοδα από τη φορολογία εισοδήματος;
|
69. |
Κατ’ αρχάς επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν αποκλείστηκε η εκ μέρους της Δανίας φορολόγηση των κερδών της ενεργού εταιρίας (T Danmark). Τα κέρδη αυτά φορολογήθηκαν κανονικά στο κράτος εγκαταστάσεως (δηλαδή στη Δανία). Επομένως, τα μερίσματα έχουν επιβαρυνθεί ήδη με τον δανικό φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων. |
|
70. |
Οι δύο λουξεμβουργιανές εταιρίες (η μητρική και η δική της μητρική) έχουν απεριόριστη φορολογική υποχρέωση στο Λουξεμβούργο, όπου και υπόκεινται στον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων όσον αφορά τα εισοδήματά τους. Επομένως, πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 2 της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες. Η φοροαπαλλαγή των μερισμάτων στο Λουξεμβούργο συνάδει με το πνεύμα της οδηγίας και λαμβάνει υπόψη την ήδη επιβληθείσα επιβάρυνση του δανικού φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων. |
|
71. |
Συναφώς, δεν έχει σημασία το ότι το Λουξεμβούργο δεν επιβάλλει παρακράτηση φόρου στην πηγή όταν τα μερίσματα καταβάλλονται σε μετόχους σε τρίτα κράτη. Η επιλογή αυτή είναι αποτέλεσμα της φορολογικής αυτονομίας κάθε κράτους. Εάν εντός της Ένωσης επιτρέπεται ο φορολογικός ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών μελών λόγω της μη εναρμονίσεως των φόρων εισοδήματος, δεν μπορεί να προσαφθεί σε υποκείμενο στον φόρο ότι εκμεταλλεύεται όντως στην πραγματικότητα (δηλαδή όχι μόνον στα χαρτιά) τα συνδεόμενα με τον τόπο εγκαταστάσεως πλεονεκτήματα που παρέχουν μεμονωμένα κράτη μέλη. |
2) Αποτροπή εκμεταλλεύσεως των ελλείψεων του συστήματος διασυνοριακής ανταλλαγής πληροφοριών
|
72. |
Κατόπιν προσεκτικότερης εξετάσεως, η μεσολάβηση των λουξεμβουργιανών εταιριών έχει ως αποτέλεσμα, εν τέλει, «μόνον» την αποφυγή φορολογήσεως στην πηγή των καταβαλλόμενων μερισμάτων στη Δανία. Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε ήδη ανωτέρω (σημείο 42), σε περίπτωση παρακρατήσεως φόρου στην πηγή, φορολογείται στην πραγματικότητα ο λήπτης του εισοδήματος (εν προκειμένω, των μερισμάτων) ( 45 ). Τούτο συμβαίνει διότι κατά τη στιγμή της πληρωμής, ένα τμήμα του εισοδήματος πρέπει να παρακρατείται στην πηγή από τον πληρωτή. |
|
73. |
Επομένως, η παρακράτηση φόρου στην πηγή στο κράτος εγκαταστάσεως του οφειλέτη των μερισμάτων δεν συνιστά ιδιαίτερο είδος φόρου, παρά μόνο συγκεκριμένη μέθοδο φορολογήσεως, η οποία εξασφαλίζει, κατ’ ουσίαν, μια (ελάχιστη) φορολόγηση του λήπτη των μερισμάτων. Και τούτο διότι, ιδίως σε περιπτώσεις με στοιχείο αλλοδαπότητας δεν είναι πάντοτε βέβαιο ότι ο λήπτης φορολογείται δεόντως για το εισόδημά του. Πράγματι, κατά κανόνα, το κράτος εγκαταστάσεως του λήπτη των μερισμάτων σπανίως ενημερώνεται για τα εισοδήματα αλλοδαπής προελεύσεως, εάν δεν υφίστανται λειτουργικά συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των φορολογικών αρχών –όπως συμβαίνει πλέον εντός της Ένωσης. |
|
74. |
Για να διαπιστωθεί, συνεπώς, καταστρατήγηση αυτού του σκοπού του νόμου (της εξασφαλίσεως της φορολογήσεως του λήπτη των μερισμάτων) θα έπρεπε να πληρούνται δύο προϋποθέσεις. Αφενός, σε περίπτωση άμεσης καταβολής πρέπει να υφίσταται εν γένει φορολογική απαίτηση της Δανίας (συναφώς, σημεία 87 επ.). Αφετέρου, πρέπει να συντρέχει κίνδυνος μη φορολογήσεως λόγω μη συνυπολογισμού των σχετικών εισοδημάτων στο κράτος εγκαταστάσεως του λήπτη. |
|
75. |
Συνεπώς, εάν ο λόγος επιλογής της συγκεκριμένης δομής συναλλαγών είναι η καταβολή μερισμάτων στους επενδυτές μέσω τρίτου κράτους, ώστε τα κράτη εγκαταστάσεως τους να μην ενημερωθούν για τα εισοδήματά τους, εκτιμώ ότι η συνολική αυτή μεθόδευση είναι καταχρηστική. |
|
76. |
Τέτοια αιτίαση περί καταχρήσεως θα μπορούσε πάντως να αποδυναμωθεί, εάν οι εταιρίες επενδύσεως κεφαλαίων παρείχαν στα κράτη εγκαταστάσεως των επενδυτών τις αντίστοιχες φορολογικές πληροφορίες ή αν το κράτος εγκαταστάσεως των εταιριών επενδύσεως κεφαλαίων είχε στη διάθεσή του σχετικές πληροφορίες και τις διαβίβαζε περαιτέρω στα οικεία κράτη. Σε τέτοια περίπτωση, η εν λόγω επιχειρηματική διάρθρωση δεν θα υπονόμευε τον σκοπό της αποφευχθείσας φορολογήσεως στην πηγή (συναφώς, ανωτέρω, σημείο 73). Το αιτούν δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη και το στοιχείο αυτό στο πλαίσιο της συνολικής του εκτιμήσεως. |
δ) Συμπέρασμα επί του ερωτήματος 5
|
77. |
Σε σχέση με την αποφυγή της φορολογήσεως στην πηγή για τις καταβολές μερισμάτων σε εταιρίες επενδύσεως κεφαλαίων που είναι εγκατεστημένες σε τρίτα κράτη, τίθεται πρωτίστως ζήτημα αποφυγής της φορολογήσεως των μερισμάτων για τους πραγματικούς λήπτες (δηλαδή τους χρηματοδότες). Εν προκειμένω, μπορεί να γίνει δεκτό ότι υφίσταται κατάχρηση, ιδίως εάν η επιχειρηματική διάρθρωση που επιλέχθηκε σκοπεί στην εκμετάλλευση ορισμένων ελλείψεων του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των εμπλεκόμενων κρατών, ώστε να αποτραπεί η αποτελεσματική φορολόγηση των επενδυτών αυτών. Τούτο πρέπει να κριθεί από το αιτούν δικαστήριο. |
4. Ερμηνεία της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες με βάση τα σχόλια επί του υποδείγματος φορολογικής συμβάσεως του ΟΟΣΑ; (ερωτήματα 3 και 4)
|
78. |
Με τα ερωτήματα 3 και 4, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί, μεταξύ άλλων, αν η άρνηση χορηγήσεως της προβλεπόμενης στην οδηγία για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες απαλλαγής από τον φόρο που παρακρατείται στην πηγή βάσει διεθνούς συμβάσεως (δηλαδή, συμβάσεως αποφυγής διπλής φορολογίας) συναφθείσας μεταξύ της Δανίας και άλλου κράτους, πρέπει να στηρίζεται σε βασική εκτίμηση υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης, υποκείμενη στον έλεγχο του Δικαστηρίου. Επιπλέον ζητεί να διευκρινισθεί αν για μια τέτοια ερμηνεία σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα σχόλια επί του υποδείγματος ΟΟΣΑ και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν είναι κρίσιμα και τα σχόλια επί υποδείγματος ΟΟΣΑ που εκπονήθηκε μετά την έκδοση της οδηγίας. |
|
79. |
Στα μεταγενέστερα σχόλια επί του υποδείγματος ΟΟΣΑ, οι λεγόμενες εταιρίες-οχήματα δεν θεωρούνται, κατά κανόνα, ως δικαιούχοι όταν –ενώ είναι μεν τυπικά δικαιούχοι– στην πράξη έχουν πολύ περιορισμένες εξουσίες οι οποίες τις καθιστούν, σε σχέση με το επίμαχο εισόδημα, μόνον καταπιστευτικούς ή απλούς διαχειριστές που ενεργούν για λογαριασμό των ενδιαφερόμενων μερών. |
|
80. |
Στον βαθμό που κράτος μέλος θέλει να περιορίσει, σε βάρος των ιδιωτών, μια φοροαπαλλαγή προκύπτουσα από το δίκαιο της Ένωσης, η περιοριστική αυτή ρύθμιση πρέπει να ερμηνεύεται πάντοτε υπό το φως του δικαίου της Ένωσης. Επομένως, προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, επιβάλλεται η ερμηνεία της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες. Για την εν λόγω ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και τα υποδείγματα φορολογικών συμβάσεων του ΟΟΣΑ, καθώς και τα σχόλια επ’ αυτών. |
|
81. |
Ωστόσο, τα υποδείγματα φορολογικών συμβάσεων του ΟΟΣΑ δεν αποτελούν δίκαιο της Ένωσης ούτε δεσμεύουν το Δικαστήριο. Δεν συνιστούν πολυμερείς διεθνείς συμφωνίες, αλλά μονομερείς πράξεις ενός διεθνούς οργανισμού υπό μορφή συστάσεων προς τα κράτη μέλη του. Ακόμη και κατά τον ίδιο τον ΟΟΣΑ, οι συστάσεις αυτές δεν είναι δεσμευτικές· αντιθέτως, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά τον κανονισμό διαδικασίας του ΟΟΣΑ, να ελέγξουν αν είναι σκόπιμη η συμμόρφωσή τους προς αυτές ( 46 ). Αυτό ισχύει, κατά μείζονα λόγο, για τα σχετικά σχόλια που έχει δημοσιεύσει ο ΟΟΣΑ, τα οποία περιέχουν, εν τέλει, μόνον νομικές απόψεις. |
|
82. |
Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, δεν είναι παράλογο τα κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη τη διεθνή πρακτική, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στα υποδείγματα συμβάσεων του ΟΟΣΑ, προκειμένου να εξασφαλίσουν την ισόρροπη κατανομή των φορολογικών αρμοδιοτήτων ( 47 ). Τούτο ισχύει επίσης και για την ευθυγράμμιση με τη διεθνή νομική αντίληψη η οποία μπορεί να αντικατοπτρίζεται στα σχόλια επί του υποδείγματος ΟΟΣΑ. |
|
83. |
Τα σχόλια επί του υποδείγματος ΟΟΣΑ όμως δεν μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την ερμηνεία οδηγίας της Ένωσης (επομένως, ούτε τη σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία του εθνικού δικαίου). Συναφώς, τα σχόλια αυτά εκφράζουν απλώς τις απόψεις εκείνων που έχουν εκπονήσει τα υποδείγματα ΟΟΣΑ, αλλά όχι τις θέσεις των κοινοβουλευτικών νομοθετών ή του νομοθέτη της Ένωσης. Μόνον εάν προέκυπτε από το γράμμα και από το ιστορικό εκδόσεως της οδηγίας ότι ο νομοθέτης της Ένωσης στηρίχθηκε στο γράμμα ενός υποδείγματος ΟΟΣΑ και στα σχόλια (της ίδιας χρονολογικής περιόδου) επί του συγκεκριμένου υποδείγματος ΟΟΣΑ, θα μπορούσε να θεωρηθεί ενδεδειγμένη μια ανάλογη ερμηνεία. |
|
84. |
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ήδη ότι ρύθμιση συμβάσεως αποφυγής διπλής φορολογίας, ερμηνευόμενη υπό το φως των σχολίων επί του σχετικού υποδείγματος ΟΟΣΑ, δεν δύναται να περιορίσει το δίκαιο της Ένωσης ( 48 ). Αυτό ισχύει ιδίως σε περίπτωση τροποποιήσεων του υποδείγματος ΟΟΣΑ και των σχολίων οι οποίες πραγματοποιούνται μετά την έκδοση της οδηγίας. Ειδάλλως, τα συμβαλλόμενα κράτη του ΟΟΣΑ θα είχαν την ευχέρεια να καθορίζουν τον τρόπο ερμηνείας μιας οδηγίας της Ένωσης. |
|
85. |
Επομένως, στα προδικαστικά ερωτήματα 3 και 4 μπορεί να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς στο δίκαιο της Ένωσης και ανεξάρτητα από το άρθρο 10 του υποδείγματος φορολογικής συμβάσεως του ΟΟΣΑ του 1977 ή των μεταγενέστερων εκδόσεών του. |
|
86. |
Περαιτέρω, ζητείται να διευκρινισθεί αν ο λήπτης των μερισμάτων κατά την έννοια της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες πρέπει να ερμηνεύεται όπως ο δικαιούχος κατά την έννοια της οδηγίας περί τόκων και δικαιωμάτων. Στο ερώτημα αυτό μπορεί να δοθεί, επίσης, αρνητική απάντηση, διότι, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω (σημείο 36), στην οδηγία για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες ακολουθείται διαφορετική προσέγγιση από ό,τι στην οδηγία περί τόκων και δικαιωμάτων και, ως εκ τούτου, συνειδητά δεν χρησιμοποιείται σε αυτήν η έννοια του δικαιούχου. |
Β. Επί της αναφοράς του πραγματικού λήπτη των μερισμάτων (ερώτημα 8)
|
87. |
Με το όγδοο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί εάν το κράτος μέλος το οποίο αρνείται να αναγνωρίσει ότι ο λήπτης των μερισμάτων είναι και δικαιούχος κατά την έννοια της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες, επειδή πρόκειται για επίπλαστη εταιρία-όχημα, οφείλει να αναφέρει ποιον θεωρεί πραγματικό λήπτη των μερισμάτων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το αιτούν δικαστήριο θέτει, κατ’ ουσίαν, το ζήτημα του βάρους αποδείξεως όσον αφορά την ύπαρξη καταχρήσεως. |
|
88. |
Η κατάχρηση των δυνατοτήτων διευθετήσεως που παρέχει ο νόμος προϋποθέτει την επιλογή μιας νόμιμης διευθετήσεως η οποία παρεκκλίνει από τη διευθέτηση που επιλέγεται συνήθως και οδηγεί σε ευνοϊκότερο αποτέλεσμα από εκείνο της «συνήθους» διευθετήσεως. Η «συνήθης διευθέτηση», στην υπό κρίση περίπτωση, θα ήταν η άμεση διανομή μερισμάτων μεταξύ των εταιριών επενδύσεως κεφαλαίων και της προσφεύγουσας της κύριας δίκης. Αυτή η «συνήθης διευθέτηση» θα έπρεπε να έχει ως αποτέλεσμα και αυξημένη φορολογική επιβάρυνση. |
|
89. |
Καταρχήν, απόκειται στη φορολογική αρχή να αποδείξει ότι η προσέγγιση που επιλέχθηκε είναι πιο ευνοϊκή, από φορολογικής απόψεως, σε σύγκριση με τη συνήθη διευθέτηση, ενώ ο υποκείμενος στον φόρο ενδέχεται να υπέχει, ως έναν βαθμό, υποχρέωση συνεργασίας. Ο υποκείμενος στο φόρο μπορεί όμως, στην περίπτωση αυτή, να προσκομίσει «τυχόν στοιχεία σχετικά με τους εμπορικούς λόγους που δικαιολογούν τη συγκεκριμένη συναλλαγή» ( 49 ). Εάν από τα ανωτέρω προκύψει ότι ο κύριος σκοπός ( 50 ) δεν είναι η αποφυγή των φόρων που θα επιβάλλονταν κανονικά, η επιλεγείσα προσέγγιση δεν δύναται να θεωρηθεί ως καταχρηστική, ιδίως εφόσον το ίδιο το κράτος παρέχει στον υποκείμενο στον φόρο τη δυνατότητα επιλογής αυτής της διευθετήσεως. |
|
90. |
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 51 ) προκύπτει, περαιτέρω, ότι η διαπίστωση καταχρηστικής συμπεριφοράς συνεπάγεται τον προσδιορισμό του πώς θα είχε η κατάσταση εάν δεν υπήρχαν οι πράξεις που συνιστούν την καταχρηστική πρακτική και, εν συνεχεία, την εκτίμηση αυτής της αναχαρακτηρισμένης καταστάσεως με γνώμονα τις σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου και του δικαίου της Ένωσης. Ωστόσο, για τον σκοπό αυτόν πρέπει να έχει καθορισθεί ποιος είναι ο πραγματικός λήπτης των μερισμάτων. |
|
91. |
Επομένως, από τη σκοπιά της Δανίας, κατάχρηση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες μπορεί να προκύπτει μόνον εάν σε περίπτωση άμεσης καταβολής των μερισμάτων θα επιβαλλόταν αντίστοιχη φορολόγηση στη Δανία. Τούτο όμως αποκλείεται κατά το δανικό δίκαιο, εάν, μη λαμβανομένης υπόψη της λεγόμενης ενδιάμεσης εταιρίας, ο πραγματικός λήπτης των μερισμάτων θα ήταν επίσης επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος μέλος ή ο λήπτης των μερισμάτων θα ήταν εγκατεστημένος σε κράτος με το οποίο η Δανία έχει συνάψει σύμβαση αποφυγής διπλής φορολογίας. Εάν οι εταιρίες επενδύσεως κεφαλαίων έπρεπε όντως να θεωρηθούν ως διαφανείς από φορολογικής απόψεως εταιρίες, θα έπρεπε να ληφθεί συναφώς υπόψη η κατάσταση των εκάστοτε χρηματοδοτών, προκειμένου να καταστεί δυνατή, εν γένει, η απάντηση στο ερώτημα αυτό. |
|
92. |
Συνεπώς, στο ερώτημα 8 μπορεί να δοθεί η απάντηση ότι το κράτος μέλος το οποίο αρνείται να αναγνωρίσει ότι εταιρία εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος –στην οποία καταβάλλονταν τα μερίσματα– είναι ο λήπτης των μερισμάτων, οφείλει να αναφέρει, καταρχήν, ποιον θεωρεί πραγματικό λήπτη των μερισμάτων προκειμένου να γίνει δεκτό ότι υφίσταται κατάχρηση. Αυτό είναι αναγκαίο για να μπορεί να εξακριβωθεί αν με τη χαρακτηριζόμενη ως καταχρηστική διευθέτηση επιτυγχάνεται, εν γένει, ένα ευνοϊκότερο από άποψη φορολογικού δικαίου αποτέλεσμα. Ιδίως σε περιπτώσεις με στοιχείο αλλοδαπότητας, ο υποκείμενος στον φόρο μπορεί όμως να υπέχει συναφώς αυξημένη υποχρέωση συνεργασίας. |
Γ. Επί της επικλήσεως του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες (ερωτήματα 1, 1.1, και 2)
|
93. |
Με τα ερωτήματα 1, 1.1 και 2, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί (1) αν η Δανία δύναται να επικαλεσθεί ευθέως το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες για να αρνηθεί στον υποκείμενο στον φόρο την προβλεπόμενη στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας απαλλαγή από τη φορολόγηση στην πηγή. Εάν δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα, πρέπει να διευκρινισθεί (2) αν η Δανία, με βάση την υφιστάμενη εθνική της νομοθεσία, έχει μεταφέρει επαρκώς το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες στην εσωτερική της έννομη τάξη. |
1. Δεν είναι δυνατή η άμεση εφαρμογή οδηγίας με σκοπό τη θεμελίωση υποχρεώσεων σε βάρος ιδιωτών
|
94. |
Σε περίπτωση που διαπιστωθεί κατάχρηση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες με βάση τα ανωτέρω κριτήρια, η παρούσα υπόθεση χαρακτηρίζεται από την ιδιαιτερότητα, ότι το δανικό δίκαιο δεν περιείχε συγκεκριμένη διάταξη για τη μεταφορά του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες στην εσωτερική έννομη τάξη. Επίσης, δεν υφίστατο –κατά το αιτούν δικαστήριο– καμία γενική νομοθετική διάταξη για την πρόληψη των καταχρήσεων. Για τον λόγο αυτόν, ορισμένοι από τους μετέχοντες στη διαδικασία υποστηρίζουν ότι ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι υφίστατο κατάχρηση, δεν θα ήταν δυνατόν να αποκλεισθεί για αυτούς η φοροαπαλλαγή που προβλέπει το εθνικό δίκαιο. |
|
95. |
Ωστόσο, δεν απαιτείται σε όλες τις περιπτώσεις η τυπική επανάληψη των διατάξεων της οδηγίας (εν προκειμένω του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες) με ειδικές διατάξεις του εθνικού δικαίου. Αντιθέτως, για τη μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο μπορεί, αναλόγως του περιεχομένου αυτής, να αρκεί ένα γενικό νομικό πλαίσιο –συμπεριλαμβανομένων των γενικών αρχών του εθνικού συνταγματικού ή διοικητικού δικαίου–, εφόσον έτσι εξασφαλίζεται η πλήρης εφαρμογή της οδηγίας κατά αρκούντως ακριβή και σαφή τρόπο ( 52 ). |
|
96. |
Στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο κάνει λόγο για την ύπαρξη δύο αρχών (της λεγόμενης θεωρίας της πραγματικότητας και της αρχής του «πραγματικού λήπτη του εισοδήματος»). Εντούτοις, οι μετέχοντες στη διαδικασία συμφωνούν ότι αυτές δεν είναι κρίσιμες εν προκειμένω, εφόσον τα μερίσματα καταβάλλονταν στην πραγματικότητα, επίσημα, όντως πρώτα στις λουξεμβουργιανές εταιρίες. |
|
97. |
Πάντως, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες επιτρέπει στα κράτη μέλη να αναλάβουν πρωτοβουλίες για τη δέουσα καταπολέμηση των καταχρήσεων. Η καταπολέμηση αυτή συνάδει και με μια πρακτική σε επίπεδο Ένωσης. Συγκεκριμένα, όλα τα κράτη μέλη έχουν αναπτύξει, σε μεγάλο βαθμό, εργαλεία για την πρόληψη της καταστρατηγήσεως του νόμου με σκοπό τη φοροαποφυγή ( 53 ). Στις εθνικές φορολογικές έννομες τάξεις, επομένως, επικρατεί συμφωνία ως προς το ότι η εφαρμογή των κανόνων δικαίου δεν μπορεί να εκτείνεται μέχρι τέτοιου σημείου ώστε να συγκαλύπτονται καταχρηστικές πρακτικές οικονομικών φορέων. Έκφραση της αρχής αυτής, η οποία αναγνωρίζεται σε ολόκληρη την Ένωση ( 54 ), αποτελεί πλέον και το άρθρο 6 της οδηγίας 2016/1164. |
|
98. |
Υπό αυτό το πρίσμα, όλες οι εθνικές διατάξεις, ανεξαρτήτως του αν έχουν εκδοθεί ή όχι για τη μεταφορά της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες στην εσωτερική έννομη τάξη, πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται σύμφωνα με αυτή τη γενική αρχή του δικαίου και, ιδίως, σύμφωνα με το γράμμα και τους σκοπούς της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες, καθώς και του άρθρου της 1, παράγραφος 2 ( 55 ). Η σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία του εθνικού δικαίου δεν εμποδίζεται από το ότι αυτή μπορεί, ενδεχομένως, να αποβαίνει σε βάρος του ιδιώτη. Πράγματι, μια μέσω διατάξεων του εθνικού δικαίου, δηλαδή έμμεση, εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης σε βάρος του ιδιώτη είναι επιτρεπτή ( 56 ). |
|
99. |
Μόνον η άμεση εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες σε βάρος της προσφεύγουσας της κύριας δίκης θα απαγορευόταν –και για λόγους ασφάλειας δικαίου– στις δανικές αρχές ( 57 ). Συγκεκριμένα, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεσθεί έναντι του ιδιώτη διάταξη οδηγίας που το ίδιο δεν έχει μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο ( 58 ). Πράγματι, κατά πάγια νομολογία μια οδηγία δεν γεννά αφ’ εαυτής υποχρεώσεις εις βάρος ιδιώτη και επομένως δεν μπορεί να γίνει επίκληση αυτής καθεαυτήν έναντι αυτού ( 59 ). Σε τέτοια περίπτωση, το ίδιο το κράτος μέλος θα συμπεριφερόταν «καταχρηστικά». Αφενός, θα παρέλειπε (ενώ θα μπορούσε) να μεταφέρει στην εθνική έννομη τάξη οδηγία που απευθύνεται σε αυτό και, αφετέρου θα επικαλούνταν δυνατότητα για την καταπολέμηση των καταχρήσεων η οποία προβλέπεται στη μη μεταφερθείσα στην εθνική έννομη τάξη οδηγία. |
|
100. |
Πολλώ μάλλον δεν επιτρέπεται οι αρμόδιες αρχές στην υπόθεση της κύριας δίκης να στηρίζονται άμεσα, έναντι του ιδιώτη, στην υφιστάμενη γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης κατά την οποία δεν επιτρέπεται καταστρατήγηση νόμου. Πράγματι, τουλάχιστον για περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες, μια τέτοια αρχή εκφράζεται ειδικά και συγκεκριμενοποιείται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες ( 60 ). Εάν επιτρεπόταν παράλληλα και η άμεση επίκληση γενικής αρχής, της οποίας το περιεχόμενο είναι λιγότερο σαφές και συγκεκριμένο, θα υφίστατο ο κίνδυνος να μην επιτευχθεί πλήρως η σκοπούμενη με την οδηγία για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες –καθώς και με όλες τις άλλες οδηγίες που περιέχουν συγκεκριμένους κανόνες για την πρόληψη των καταχρήσεων (όπως, παραδείγματος χάρη, το άρθρο 6 της οδηγίας 2016/1164) – εναρμόνιση. Εξάλλου, μια τέτοια προσέγγιση θα υπέσκαπτε και την προαναφερθείσα απαγόρευση της άμεσης εφαρμογής σε βάρος ιδιώτη διατάξεων οδηγιών που δεν έχουν μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη ( 61 ). |
2. Αδυναμία εφαρμογής των λύσεων της νομολογίας που αφορά τη νομοθεσία περί ΦΠΑ
|
101. |
Αυτό δεν αποκλείεται με βάση τις αποφάσεις του Δικαστηρίου ( 62 ) στις υποθέσεις Italmoda και Cussens. Στις εν λόγω αποφάσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αρχή της απαγορεύσεως καταχρηστικών πρακτικών έχει την έννοια ότι δύναται, ανεξαρτήτως εθνικού μέτρου που να την θέτει σε ισχύ στην εσωτερική έννομη τάξη, να εφαρμοστεί άμεσα προκειμένου να αποκλεισθεί η απαλλαγή από τον ΦΠΑ, χωρίς να αντιτίθενται σε αυτό οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. |
|
102. |
Ωστόσο, οι δύο αυτές αποφάσεις αφορούσαν αποκλειστικώς τη νομοθεσία περί ΦΠΑ. Η νομοθεσία αυτή διαφέρει από το ζήτημα το οποίο αφορά η υπό κρίση υπόθεση. Αφενός, σε σύγκριση με τη νομοθεσία των κρατών μελών που διέπει τη φορολογία εισοδήματος, η νομοθεσία περί ΦΠΑ έχει εναρμονισθεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό βάσει του δικαίου της Ένωσης και άπτεται σε ευρύτερη κλίμακα συμφερόντων ενωσιακού δικαίου λόγω των συνδεδεμένων με αυτήν κονδυλίων χρηματοδοτήσεως της Ένωσης. |
|
103. |
Αφετέρου, το δίκαιο της Ένωσης, δυνάμει του άρθρου 325, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ, επιβάλλει στα κράτη μέλη την (αποτελεσματική) επιβολή ΦΠΑ ( 63 ), ενώ αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση της νομοθεσίας περί φορολογίας εισοδήματος. Επιπλέον, η νομοθεσία περί ΦΠΑ είναι εξαιρετικά ευάλωτη σε απάτες και τούτο επιτάσσει ιδιαιτέρως αποτελεσματική επιβολή των φορολογικών απαιτήσεων. Συναφώς, ακόμη και το ίδιο το Δικαστήριο διακρίνει, στην πλέον πρόσφατη απόφασή του, μεταξύ της νομοθεσίας περί ΦΠΑ και του παράγωγου δικαίου της Ένωσης που επιτρέπει ρητώς την καταπολέμηση των καταχρήσεων ( 64 ). Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άμεση εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες σε βάρος του υποκειμένου στον φόρο ( 65 ). |
3. Επί της υπάρξεως ειδικής εθνικής διατάξεως κατά των καταχρήσεων
|
104. |
Το αιτούν δικαστήριο, πάντως, θα πρέπει να εξετάσει μήπως υφίστανται γενικές διατάξεις ή αρχές του εθνικού δικαίου (συμπεριλαμβανομένων και των αρχών που έχουν αναπτυχθεί στη νομολογία) οι οποίες, ερμηνευόμενες σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν στην υπό κρίση υπόθεση, προκειμένου να θεμελιωθεί, για παράδειγμα, η μη συνεκτίμηση των εικονικών συναλλαγών για φορολογικούς σκοπούς ή η απαγόρευση της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως συγκεκριμένων φορολογικών πλεονεκτημάτων. |
|
105. |
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, για να μπορεί να δικαιολογηθεί ένας περιορισμός της ελευθερίας εγκαταστάσεως από λόγους καταπολεμήσεως των καταχρήσεων, ο περιορισμός πρέπει να σκοπεί ειδικά στην παρεμπόδιση συμπεριφορών που συνίστανται στη δημιουργία αμιγώς τεχνητών μεθοδεύσεων, χωρίς πραγματική οικονομική υπόσταση, με σκοπό την αποφυγή του φόρου που κανονικά θα βάρυνε τα κέρδη που πηγάζουν από δραστηριότητες ασκούμενες στην ημεδαπή ( 66 ). |
|
106. |
Για τον λόγο αυτόν, στα ερωτήματα 1.1 και 2 μπορεί να δοθεί η απάντηση ότι ούτε το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο c, του δανικού νόμου περί φορολογίας νομικών προσώπων ούτε ρύθμιση συμβάσεως αποφυγής διπλής φορολογίας η οποία εξαρτά τη φορολόγηση των διανεμόμενων μερισμάτων από τον προσδιορισμό του δικαιούχου επαρκούν για να θεωρηθεί ότι μεταφέρουν στην εσωτερική έννομη τάξη το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες. |
|
107. |
Ωστόσο, διαφορετική θα ήταν η εκτίμηση, εάν η λεγόμενη θεωρία της πραγματικότητας και η αρχή του «πραγματικού λήπτη του εισοδήματος» εφαρμόζονταν στη Δανία ερμηνευόμενες σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης. Οι αρχές αυτές έχουν αναπτυχθεί ακριβώς για να αντιμετωπισθεί το ζήτημα ότι το αστικό δίκαιο επιτρέπει πολλές διευθετήσεις, ενώ η φορολογική νομοθεσία φορολογεί οικονομικές καταστάσεις. Συνεπώς, οι εν λόγω αρχές στοχοποιούν ειδικώς τεχνητές διευθετήσεις ή την καταστρατήγηση του νόμου εκ μέρους των ιδιωτών και, ως εκ τούτου, συνιστούν, καταρχήν, επαρκώς συγκεκριμένη νομική βάση για τον περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Κατά συνέπεια, στο μέτρο που οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης επισήμαναν επανειλημμένως, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η Δανία δεν έχει μεταφέρει ρητώς στο εσωτερικό της δίκαιο το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/49, η εν λόγω απουσία ρητής μεταφοράς θα μπορούσε να θεωρηθεί άνευ σημασίας. Ωστόσο, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει το ζήτημα αυτό κατά τρόπο πιο συγκεκριμένο. |
|
108. |
Η «θεωρία της πραγματικότητας» που αναπτύχθηκε στη Δανία, ερμηνευόμενη κατά τρόπο σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης, θα μπορούσε, επομένως, να αποτελέσει επαρκή βάση, προκειμένου να μην λαμβάνονται υπόψη κατά τη φορολόγηση αμιγώς τεχνητές ή καταχρηστικές διευθετήσεις –εφόσον αυτές υφίστανται (συναφώς, πιο αναλυτικά, σημεία 53 επ.). Κατά την εκτίμησή μου, η «θεωρία της πραγματικότητας» είναι απλώς μια ιδιαίτερη μορφή της αρχής της υπεροχής της ουσίας έναντι του τύπου, στην οποία στηρίζονται οι περισσότεροι κανόνες για την πρόληψη των καταχρήσεων των μεμονωμένων κρατών μελών ( 67 ). Τούτο καθίσταται σαφές και σε επίπεδο δικαίου της Ένωσης, παραδείγματος χάριν, στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2016/1164, το οποίο ορίζει ότι μια διευθέτηση θεωρείται μη γνήσια στον βαθμό που δεν τίθεται σε εφαρμογή για βάσιμους εμπορικούς λόγους που απηχούν την οικονομική πραγματικότητα. Αυτό όμως πρέπει να κριθεί από το εθνικό δικαστήριο. |
|
109. |
Εάν η διευθέτηση έχει ως σκοπό να αποτρέψει τη φορολόγηση των πραγματικών επενδυτών, η διανομή των μερισμάτων διενεργείται στην πραγματικότητα, βάσει της αρχής της υπεροχής της ουσίας έναντι του τύπου, προς τις εταιρίες επενδύσεως κεφαλαίων και τους επενδυτές τους, παρά την τυπική διανομή προς τη λουξεμβουργιανή μητρική εταιρία. Στην περίπτωση αυτή, η διανομή προς τη λουξεμβουργιανή μητρική εταιρία δεν αντικατοπτρίζει την οικονομική πραγματικότητα, αλλά μόνον την (τυπική) πραγματικότητα από απόψεως αστικού δικαίου. |
Δ. Παραβίαση των θεμελιωδών ελευθεριών (ερωτήματα 6, 7, 9 και 10)
|
110. |
Δεδομένου ότι στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν υφίστανται ενδείξεις για ποιον λόγο δεν θα έπρεπε να εφαρμοσθεί η απαγόρευση της φορολογήσεως στην πηγή με βάση το άρθρο 5 της οδηγίας για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες, παρέλκει η εξέταση των ερωτημάτων 6, 7, 9 και 10 που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο. |
|
111. |
Βεβαίως, στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο, εφαρμόζοντας τις αρχές του εθνικού δικαίου κατά τρόπο σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υφίσταται καταχρηστική διευθέτηση, η φορολόγηση στην πηγή εφαρμόζεται υπό όρους. Τότε όμως, στην υπό κρίση περίπτωση δεν τίθενται πλέον τέτοια ζητήματα, διότι η εν λόγω φορολόγηση είναι αποτέλεσμα καταχρήσεως και κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται η καταχρηστική επίκληση κανόνων του δικαίου της Ένωσης ( 68 ). |
|
112. |
Ανεξαρτήτως αυτού, το Δικαστήριο έχει όμως ήδη κρίνει ότι η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών ληπτών τόκων, η οποία οφείλεται σε διαφορετική μέθοδο φορολογήσεως, αφορά καταστάσεις οι οποίες δεν είναι συγκρίσιμες ( 69 ). Τούτο ισχύει και για ημεδαπούς και αλλοδαπούς λήπτες μερισμάτων. Ακόμη και αν οι καταστάσεις αυτές έπρεπε να εκτιμηθούν ως συγκρίσιμες, περιορισμός θεμελιώδους ελευθερίας θα δικαιολογούνταν, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, εφόσον η δανική φορολογική επιβάρυνση στην πηγή για τον λήπτη μερισμάτων που είναι εγκατεστημένος στην αλλοδαπή δεν είναι υψηλότερη από την επιβάρυνση του δανικού φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων για ημεδαπό λήπτη μερισμάτων ( 70 ). |
|
113. |
Το ίδιο ισχύει και ως προς το διαφορετικό επιτόκιο και τη γένεση της οφειλής δανικού φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων για τον λήπτη των μερισμάτων και της δανικής υποχρεώσεως παρακρατήσεως φόρου στην πηγή για τον πληρωτή των μερισμάτων. Οι καταστάσεις αυτές δεν είναι συγκρίσιμες, δεδομένου ότι στη μία περίπτωση οφείλεται ίδιος φόρος (φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων) και στην άλλη περίπτωση παρακρατείται και καταβάλλεται αλλότριος φόρος για τον λήπτη των τόκων (ο δικός του φόρος εισοδήματος φυσικών ή νομικών προσώπων). Η διαφοροποίηση ως προς τη γένεση της οφειλής και το επιτόκιο οφείλεται στη διαφορετική μέθοδο και λειτουργία της φορολογήσεως με παρακράτηση του φόρου στην πηγή (συναφώς, σημείο 73). |
|
114. |
Όσον αφορά το ερώτημα 10, πρέπει να επισημανθεί ότι αυτό αφορά υποθετική περίπτωση. Το αιτούν δικαστήριο δεν γνωστοποίησε ούτε τα ποσοστά συμμετοχής των (άμεσων ή έμμεσων) μετόχων της «μητρικής της μητρικής εταιρίας» της T Danmark ούτε ποιοι από τους μετόχους αυτούς είναι εγκατεστημένοι σε τρίτα κράτη. Μόνον από την προαναφερθείσα αίτηση της T Danmark για την παροχή δεσμευτικής πληροφορίας προκύπτει ότι ορισμένοι από τους επενδυτές είναι εγκατεστημένοι στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Συνεπώς, η περίπτωση είναι υποθετική όσον αφορά τα ποσοστά συμμετοχής. Το Δικαστήριο όμως δεν οφείλει να απαντά σε ερωτήματα υποθετικής φύσεως ( 71 ). |
VI. Πρόταση
|
115. |
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Østre Landsret (εφετείο της ανατολικής περιφέρειας, Δανία) ως εξής:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Συγκεκριμένα, πρόκειται για τις υποθέσεις C‑118/16, C‑119/16 (αμφότερες συνεκδικαζόμενες με την C‑115/16) και C‑299/16.
( 3 ) Οδηγία 90/435/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1990, σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς το οποίο ισχύει για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρείες διαφορετικών κρατών μελών (ΕΕ 1990, L 225, σ. 6), η οποία καταργήθηκε εν τω μεταξύ και αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2011/96/ΕΕ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2011 (ΕΕ 2011, L 345, σ. 8).
( 4 ) Kildeskatteloven – Lovbekendtgørelse nr. 1086 af 14. november 2005 (κωδικοποιημένος νόμος 1086 της 14ης Νοεμβρίου 2005).
( 5 ) Αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Eqiom και Enka (C‑6/16, EU:C:2017:641, σκέψη 20), της 17ης Μαΐου 2017, AFEP κ.λπ. (C‑365/16, EU:C:2017:378, σκέψη 21), και της 8ης Μαρτίου 2017, Wereldhave Belgium κ.λπ. (C‑448/15, EU:C:2017:180, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 6 ) Απόφαση της 17ης Μαΐου 2017, X (C‑68/15, EU:C:2017:379, σκέψη 71), της 17ης Μαΐου 2017, AFEP κ.λπ. (C‑365/16, EU:C:2017:378, σκέψη 22), της 12ης Δεκεμβρίου 2006, Test Claimants in the FII Group Litigation (C‑446/04, EU:C:2006:774, σκέψη 44).
( 7 ) Απόφαση της 17ης Μαΐου 2017, AFEP κ.λπ. (C‑365/16, EU:C:2017:378, σκέψη 24).
( 8 ) Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Eqiom και Enka (C‑6/16, EU:C:2017:641, σκέψη 21).
( 9 ) Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Eqiom και Enka (C‑6/16, EU:C:2017:641, σκέψη 22)· βλ. συναφώς, επίσης, απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1996, Denkavit κ.λπ. (C‑283/94, C‑291/94 και C‑292/94, EU:C:1996:387, σκέψη 22), καθώς και της 25ης Σεπτεμβρίου 2003, Océ van der Grinten (C‑58/01, EU:C:2003:495, σκέψη 83).
( 10 ) Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Eqiom και Enka (C‑6/16, EU:C:2017:641, σκέψη 23), συναφώς και απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2009, Gaz de France – Berliner Investissement (C‑247/08, EU:C:2009:600, σκέψη 38).
( 11 ) Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Eqiom και Enka (C‑6/16, EU:C:2017:641, σκέψη 24), διάταξη της 4ης Ιουνίου 2009, KBC Bank και Beleggen, Risicokapitaal, Beheer (C‑439/07 και C‑499/07, EU:C:2009:339, σκέψη 38 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 12 ) Αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2010, P. Ferrero και General Beverage Europe, (C‑338/08 και C‑339/08, EU:C:2010:364, σκέψεις 26 και 34), και της 26ης Ιουνίου 2008, Burda (C‑284/06, EU:C:2008:365, σκέψη 52).
( 13 ) Οδηγία 2003/49/ΕΚ.
( 14 ) Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Eqiom και Enka (C‑6/16, EU:C:2017:641, σκέψη 26), προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Eqiom και Enka (C‑6/16, EU:C:2017:34, σημείο 24).
( 15 ) Αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2017, Cussens κ.λπ. (C‑251/16, EU:C:2017:881, σκέψη 27), της 5ης Ιουλίου 2007, Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:408, σκέψη 38), της 6 Απριλίου 2006, Agip Petroli (C‑456/04, EU:C:2006:241, σκέψη 20), της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, Cadbury Schweppes και Cadbury Schweppes Overseas (C‑196/04, EU:C:2006:544, σκέψη 35), της 21ης Φεβρουαρίου 2006, Halifax κ.λπ. (C‑255/02, EU:C:2006:121, σκέψεις 68 και 69), και της 9ης Μαρτίου 1999, Centros (C‑212/97, EU:C:1999:126, σκέψη 24, με περαιτέρω παραπομπές)· βλ., επίσης, προτάσεις μου στην υπόθεση Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:86, σημείο 57).
( 16 ) Βλ, αντιθέτως, παραδείγματος χάριν το άρθρο 15 της οδηγίας 2009/133/ΕΚ του Συμβουλίου της 19ης Οκτωβρίου 2009 (οδηγία περί συγχωνεύσεων, ΕΕ 2009, L 310, σ. 34).
( 17 ) Βλ. αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1996, Denkavit κ.λπ. (C‑283/94, C‑291/94 και C‑292/94, EU:C:1996:387, σκέψη 27), της 17ης Ιουλίου 1997, Leur-Bloem (C‑28/95, EU:C:1997:369, σκέψεις 38 και 39), της 5ης Ιουλίου 2007, Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:408, σκέψη 37), της 11ης Δεκεμβρίου 2008, A.T. (C‑285/07, EU:C:2008:705, σκέψη 31), της 20ής Μαΐου 2010, Zwijnenburg (C‑352/08, EU:C:2010:282, σκέψη 46), και της 10ης Νοεμβρίου 2011, FOGGIA-Sociedade Gestora de Participações Sociais (C‑126/10, EU:C:2011:718, σκέψη 44).
( 18 ) Οδηγία 90/434/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1990, σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών που αφορούν εταιρείες διαφορετικών κρατών μελών (ΕΕ 1990, L 225, σ. 1).
( 19 ) Οδηγία (ΕΕ) 2016/1164 του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2016, για τη θέσπιση κανόνων κατά πρακτικών φοροαποφυγής που έχουν άμεση επίπτωση στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ 2016, L 193, σ. 1).
( 20 ) Αποφάσεις της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Deister Holding και Juhler Holding (C‑504/16 και C‑613/16, EU:C:2017:1009, σκέψη 60), της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses (C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 35), της 18ης Ιουνίου 2009, Aberdeen Property Fininvest Alpha (C‑303/07, EU:C:2009:377, σκέψη 64), της 13ης Μαρτίου 2007, Test Claimants in the Thin Cap Group Litigation (C‑524/04, EU:C:2007:161, σκέψη 74), ομοίως απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, Cadbury Schweppes και Cadbury Schweppes Overseas (C‑196/04, EU:C:2006:544, σκέψη 55).
( 21 ) Βλ. και αποφάσεις της 20ής Ιουνίου 2013, Newey,C‑653/11, EU:C:2013:409, σκέψη 46), της 12ης Ιουλίου 2012, J. J. Komen en Zonen Beheer Heerhugowaard (C‑326/11, EU:C:2012:461, σκέψη 35), της 27ης Οκτωβρίου 2011, Tanoarch (C‑504/10, EU:C:2011:707, σκέψη 51), και της 22ας Μαΐου 2008, Ampliscientifica και Amplifin (C‑162/07, EU:C:2008:301, σκέψη 28).
( 22 ) Για τη νομοθεσία περί έμμεσης φορολογίας: αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2017, Cussens κ.λπ. (C‑251/16, EU:C:2017:881, σκέψη 53), της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses (C‑419/14, EU: C: 2015:832, σκέψη 36), και της 21ης Φεβρουαρίου 2008, Part Service (C‑425/06, EU:C:2008:108, σκέψη 45)· ομοίως στο πεδίο εφαρμογής της λεγόμενης οδηγίας περί συγχωνεύσεων: απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2011, FOGGIA-Sociedade Gestora de Participações Sociais (C‑126/10, EU:C:2011:718, σκέψεις 35 και 36).
( 23 ) Αυτό αναφέρεται ρητώς στην απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2017, Cussens κ.λπ. (C‑251/16, EU:C:2017:881, σκέψη 60).
( 24 ) Απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, Leur-Bloem (C‑28/95, EU:C:1997:369, σκέψη 41), καθώς και προτάσεις μου στην υπόθεση Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:86, σημείο 60).
( 25 ) Ομοίως, αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2017, Cussens κ.λπ. (C‑251/16, EU:C:2017:881, σκέψη 59), και της 20ής Ιουνίου 2013, Newey,C‑653/11, EU:C:2013:409, σκέψη 49).
( 26 ) Αποφάσεις της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, Cadbury Schweppes και Cadbury Schweppes Overseas (C‑196/04, EU:C:2006:544, σκέψη 35), της 6ης Απριλίου 2006, Agip Petroli (C‑456/04, EU:C:2006:241, σκέψη 20), της 21ης Φεβρουαρίου 2006, Halifax κ.λπ. (C‑255/02, EU:C:2006:121, σκέψεις 68 και 69), της 9ης Μαρτίου 1999, Centros (C‑212/97, EU:C:1999:126, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· βλ., επίσης, προτάσεις μου στην υπόθεση Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:86, σημείο 57).
( 27 ) Αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses (C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 34), της 21ης Φεβρουαρίου 2008, Part Service (C‑425/06, EU:C:2008:108, σκέψη 56), και της 21ης Φεβρουαρίου 2006, Halifax κ.λπ. (C‑255/02, EU:C:2006:121, σκέψη 77).
( 28 ) Απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Deister Holding και Juhler Holding (C‑504/16 και C‑613/16, EU:C:2017:1009, σκέψη 73).
( 29 ) Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Eqiom και Enka (C‑6/16, EU:C:2017:641, σκέψεις 27 επ.).
( 30 ) Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Eqiom και Enka (C‑6/16, EU:C:2017:641, σκέψη 28), και της 5ης Ιουλίου 2012, SIAT (C‑318/10, EU:C:2012:415, σκέψη 55).
( 31 ) Βλ. απoφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Eqiom και Enka (C‑6/16, EU:C:2017:641, σκέψη 30), της 4ης Μαρτίου 2004, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑334/02, EU:C:2004:129, σκέψη 27), της 9ης Νοεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑433/04, EU:C:2006:702, σκέψη 35), της 28ης Οκτωβρίου 2010, Établissements Rimbaud (C‑72/09, EU:C:2010:645, σκέψη 34), καθώς και της 5ης Ιουλίου 2012, SIAT (C‑318/10, EU:C:2012:415, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 32 ) Βλ. απoφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Eqiom και Enka (C‑6/16, EU:C:2017:641, σκέψη 30), της 17ης Ιουλίου 1997, Leur-Bloem (C‑28/95, EU:C:1997:369, σκέψεις 41 και 44), της 9ης Μαρτίου 1999, Centros (C‑212/97, EU:C:1999:126, σκέψη 25), της 21ης Νοεμβρίου 2002, X και Y (C‑436/00, EU:C:2002:704, σκέψη 42), της 20ής Μαΐου 2010, Zwijnenburg (C‑352/08, EU:C:2010:282, σκέψη 44), και της 10ης Νοεμβρίου 2011, FOGGIA-Sociedade Gestora de Participações Sociais (C‑126/10, EU:C:2011:718, σκέψη 37).
( 33 ) Βλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1996, Denkavit κ.λπ. (C‑283/94, C‑291/94 και C‑292/94, EU:C:1996:387, σκέψη 31).
( 34 ) Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2017, Eqiom και Enka (C‑6/16, EU:C:2017:641, σκέψη 26), βλ., σχετικά με την οδηγία περί συγχωνεύσεων, αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, Leur-Bloem (C‑28/95, EU:C:1997:369, σκέψη 47), και της 10ης Νοεμβρίου 2011, FOGGIA-Sociedade Gestora de Participações Sociais (C‑126/10, EU:C:2011:718, σκέψη 34).
( 35 ) Βλ. αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2017, Polbud – Wykonawstwo (C‑106/16, EU:C:2017:804, σκέψη 40), της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Inspire Art (C‑167/01, EU:C:2003:512, σκέψη 96), και της 9ης Μαρτίου 1999, Centros (C‑212/97, EU:C:1999:126, σκέψη 27).
( 36 ) Αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses (C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 42), της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Weald Leasing (C‑103/09, EU:C:2010:804, σκέψη 27), της 21ης Φεβρουαρίου 2008, Part Service (C‑425/06, EU:C:2008:108, σκέψη 47), και της 21ης Φεβρουαρίου 2006, Halifax κ.λπ. (C‑255/02, EU:C:2006:121, σκέψη 73).
( 37 ) Αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses (C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 42), και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, RBS Deutschland Holdings (C‑277/09, EU:C:2010:810, σκέψη 53).
( 38 ) Απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, Cadbury Schweppes και Cadbury Schweppes Overseas (C‑196/04, EU:C:2006:544, σκέψη 36)· βλ., συναφώς, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2003, Barbier (C‑364/01, EU:C:2003:665, σκέψη 71).
( 39 ) Αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses (C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 42), και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, RBS Deutschland Holdings (C‑277/09, EU:C:2010:810, σκέψη 53).
( 40 ) Βλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, Cadbury Schweppes και Cadbury Schweppes Overseas (C‑196/04, EU:C:2006:544, σκέψη 36)· βλ. επίσης, επί της επιτρεπόμενης, κατά το δίκαιο της Ένωσης, αποκλίσεως των φορολογικών συντελεστών ακόμη και στην εναρμονισμένη φορολογική νομοθεσία, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses (C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψεις 39 και 40).
( 41 ) Απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Deister Holding και Juhler Holding (C‑504/16 και C‑613/16, EU:C:2017:1009, σκέψη 66).
( 42 ) Όπως στην υπόθεση C‑119/16.
( 43 ) Όπως στην υπόθεση C‑117/16.
( 44 ) Όπως στην υπόθεση C‑299/16.
( 45 ) Αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2010, P. Ferrero και General Beverage Europe, (C‑338/08 και C‑339/08, EU:C:2010:364, σκέψεις 26 και 34), και της 26ης Ιουνίου 2008, Burda (C‑284/06, EU:C:2008:365, σκέψη 52).
( 46 ) Κανόνας 18, στοιχείο b, του κανονισμού διαδικασίας του ΟΟΣΑ: «Recommendations of the Organisation, made by the Council in accordance with Articles 5, 6 and 7 of the Convention, shall be submitted to the Members for consideration in order that they may, if they consider it opportune, provide for their implementation». Διαθέσιμο στο https://www.oecd.org/legal/rules%20of%20Procedure%20OECD%20Oct%202013.pdf.
( 47 ) Αποφάσεις της 15ης Μαΐου 2008, Lidl Belgium (C‑414/06, EU:C:2008:278, σκέψη 22), της 13ης Μαρτίου 2007, Test Claimants in the Thin Cap Group Litigation (C‑524/04, EU:C:2007:161, σκέψη 49), της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, N (C‑470/04, EU:C:2006:525, σκέψη 45), της 12ης Μαΐου 1998, Gilly (C‑336/96, EU:C:1998:221, σκέψη 31), της 23ης Φεβρουαρίου 2006, van Hilten-van der Heijden,C‑513/03 (EU:C:2006:131, σκέψη 48)· βλ. όμως, συναφώς, και απόφαση της 16ης Μαΐου 2017, Berlioz Investment Fund (C‑682/15, EU:C:2017:373, σκέψη 67).
( 48 ) Απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2006, Bouanich (C‑265/04, EU:C:2006:51, σκέψεις 50 και 56).
( 49 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 2007, Test Claimants in the Thin Cap Group Litigation (C‑524/04, EU:C:2007:161, σκέψη 92).
( 50 ) Αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2017, Cussens κ.λπ. (C‑251/16, EU:C:2017:881, σκέψη 53), της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses (C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 36), και της 21ης Φεβρουαρίου 2008, Part Service,C‑425/06, EU:C:2008:108, σκέψη 45).
( 51 ) Αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2017, Cussens κ.λπ. (C‑251/16, EU:C:2017:881, σκέψη 47), της 17ης Δεκεμβρίου 2015, WebMindLicenses (C‑419/14, EU:C:2015:832, σκέψη 52), και της 21ης Φεβρουαρίου 2008, Part Service (C‑425/06, EU:C:2008:108, σκέψη 58).
( 52 ) Στο πνεύμα αυτό η πάγια νομολογία, βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 5ης Ιουλίου 2007, Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:408, σκέψη 44), της 6ης Απριλίου 2006, Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑428/04, EU:C:2006:238, σκέψη 99), της 16ης Ιουνίου 2005, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑456/03, EU:C:2005:388, σκέψη 51), και προτάσεις μου στην υπόθεση Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:86, σημείο 62).
( 53 ) Ορισμένα κράτη μέλη διαθέτουν γενικές ρήτρες για την απαγόρευση της καταχρηστικής συμπεριφοράς, όπως το άρθρο 42 του Abgabenordnung (φορολογικού κώδικα) στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το άρθρο 6 του Steueranpassungsgesetz (νόμου για τη φορολογική προσαρμογή) στο Λουξεμβούργο, το άρθρο 344, παράγραφος 1, του code des impôts sur les revenus (κώδικα φορολογίας εισοδήματος) στο Βέλγιο, το άρθρο 2 του νόμου (1995:575) στη Σουηδία ή το άρθρο 28 του νόμου περί της διαδικασίας φορολογίας εισοδήματος στη Φινλανδία· σε ορισμένες περιπτώσεις προβλέπονται ειδικοί κανόνες (όπως στη Δανία όσον αφορά τις τιμές μεταβιβάσεως βάσει του άρθρου 2 του Ligningslovens [νόμου περί της φορολογητέας βάσεως]) ή γενικές αρχές του δικαίου (στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχύει, για παράδειγμα, η αρχή της υπεροχής της ουσίας έναντι του τύπου, η οποία απορρέει, μεταξύ άλλων, από τα άρθρα 39 επ. του [γερμανικού] φορολογικού κώδικα).
( 54 ) Βλ., ενδεικτικώς, αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2017, Cussens κ.λπ. (C‑251/16, EU:C:2017:881, σκέψη 27), της 21ης Φεβρουαρίου 2006, Halifax κ.λπ. (C‑255/02, EU:C:2006:121, σκέψη 68), της 3ης Μαρτίου 2005, Fini H (C‑32/03, EU:C:2005:128, σκέψη 32), της 14ης Δεκεμβρίου 2000, Emsland-Stärke (C‑110/99, EU:C:2000:695, σκέψη 51), και της 23ης Μαρτίου 2000, Διαμαντής (C‑373/97, EU:C:2000:150, σκέψη 33).
( 55 ) Σχετικά με την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων να ερμηνεύουν το εθνικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο με τις οδηγίες, βλ. πάγια νομολογία και, ιδίως, αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ. (C‑212/04, EU:C:2006:443, σκέψεις 108 επ.), της 5ης Οκτωβρίου 2004, Pfeiffer κ.λπ. (C‑397/01 έως C‑403/01, EU:C:2004:584, σκέψεις 113 επ.), και της 10ης Απριλίου 1984, von Colson και Kamann (14/83, EU:C:1984:153, σκέψη 26).
( 56 ) Αποφάσεις της 5ης Ιουλίου 2007, Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:408, σκέψη 45), της 7ης Ιανουαρίου 2004, Wells (C‑201/02, EU:C:2004:12, σκέψη 57), της 14ης Ιουλίου 1994, Faccini Dori (C‑91/92, EU:C:1994:292, σκέψεις 20, 25 και 26), και της 13ης Νοεμβρίου 1990, Marleasing (C‑106/89, EU:C:1990:395, σκέψεις 6 και 8), καθώς και προτάσεις μου στην υπόθεση Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:86, σημείο 65).
( 57 ) Βλ. ρητή αναφορά στην απόφαση της 5ης Ιουλίου 2007, Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:408, σκέψη 42).
( 58 ) Αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2017, Cussens κ.λπ. (C‑251/16, EU:C:2017:881, σκέψη 49), της 21ης Σεπτεμβρίου 2017, DNB Banka (C‑326/15, EU:C:2017:719, σκέψη 41), της 5ης Ιουλίου 2007, Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:408, σκέψη 42), της 19ης Νοεμβρίου 1991, Francovich κ.λπ. (C‑6/90 και C‑9/90, EU:C:1991:428, σκέψη 21)· βλ. επίσης προτάσεις μου στην υπόθεση Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:86, σημείο 66).
( 59 ) Απόφαση της 5ης Ιουλίου 2007, Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:408, σκέψη 42), και προτάσεις μου στην υπόθεση Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:86, σημείο 65)· βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2004, Pfeiffer κ.λπ. (C‑397/01 έως C‑403/01, EU:C:2004:584, σκέψη 108 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 60 ) Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:86, σημείο 67) και απόφαση της 5ης Ιουλίου 2007, Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:408, σκέψεις 38 επ.). Βλ., ομοίως, και προτάσεις μου στην υπόθεση Satakunnan Markkinapörssi και Satamedia (C‑73/07, EU:C:2008:266, σημείο 103).
( 61 ) Ασαφής, ως προς το σημείο αυτό, η απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2005, Mangold (C‑144/04, EU:C:2005:709, σκέψεις 74 έως 77), βλ., συναφώς, προτάσεις μου στην υπόθεση Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:86, σημείο 67)· ακριβής και η απόφαση της 5ης Ιουλίου 2007, Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:408, σκέψη 42).
( 62 ) Αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2017, Cussens κ.λπ. (C‑251/16, EU:C:2017:881) και της 18ης Δεκεμβρίου 2014, Schoenimport Italmoda Mariano Previti (C‑131/13, C‑163/13 και C‑164/13, EU:C:2014:2455).
( 63 ) Αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, Taricco κ.λπ. (C‑105/14, EU:C:2015:555, σκέψεις 36 επ.), και της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Åkerberg Fransson (C‑617/10, EU:C:2013:105, σκέψη 26).
( 64 ) Βλ. ρητή αναφορά στην απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2017, Cussens κ.λπ. (C‑251/16, EU:C:2017:881, σκέψεις 28, 31 και 38).
( 65 ) Έτσι έχει αποφανθεί το Δικαστήριο στην απόφαση της 5ης Ιουλίου 2007, Kofoed (C‑321/05, EU:C:2007:408, σκέψη 42).
( 66 ) Αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 2009, Aberdeen Property Fininvest Alpha (C‑303/07, EU:C:2009:377, σκέψη 64), της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, Cadbury Schweppes και Cadbury Schweppes Overseas (C‑196/04, EU:C:2006:544, σκέψη 55), και της 13ης Μαρτίου 2007, Test Claimants in the Thin Cap Group Litigation (C‑524/04, EU:C:2007:161, σκέψη 74).
( 67 ) Πολύ συχνά, στα κράτη μέλη λαμβάνεται υπόψη το πραγματικό περιεχόμενο μιας πράξεως ή συναλλαγής –αυτό συμβαίνει στη Φινλανδία, στην Ουγγαρία, στην Ιρλανδία, στην Ιταλία, στη Λιθουανία, στις Κάτω Χώρες, στην Πορτογαλία και στη Σλοβενία.
( 68 ) Βλ., ενδεικτικώς: αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2017, Cussens κ.λπ. (C‑251/16, EU:C:2017:881, σκέψη 27), της 21ης Φεβρουαρίου 2006, Halifax κ.λπ. (C‑255/02, EU:C:2006:121, σκέψη 68), και της 14ης Δεκεμβρίου 2000, Emsland-Stärke (C‑110/99, EU:C:2000:695, σκέψη 51) και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 69 ) Απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2008, Truck Center (C‑282/07, EU:C:2008:762, σκέψη 41)· επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2012, X (C‑498/10, EU:C:2012:635, σκέψη 26).
( 70 ) Βλ. αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Miljoen κ.λπ. (C‑10/14, C‑14/14 και C‑17/14, EU:C:2015:608, σκέψη 90), και της 18ης Οκτωβρίου 2012, X (C‑498/10, EU:C:2012:635, σκέψεις 42 επ.).
( 71 ) Βλ., ενδεικτικώς, απoφάσεις της 28ης Νοεμβρίου 2017, Rodrigues de Andrade (C‑514/16, EU:C:2017:908, σκέψη 44) και της 20ής Ιουλίου 2017, Piscarreta Ricardo (C‑416/16, EU:C:2017:574, σκέψη 56 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).