ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
NILS WAHL
της 22ας Μαρτίου 2018 ( 1 ) ( 2 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-96/16 και C-94/17
Banco Santander, SA
κατά
Mahamadou Demba,
Mercedes Godoy Bonet
[αίτηση του Juzgado de Primera Instancia no 38 de Barcelona
(πρωτοδικείου αριθ. 38 Βαρκελώνης, Ισπανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
και
Rafael Ramón Escobedo Cortés
κατά
Banco de Sabadell SA
[αίτηση του Tribunal Supremo
(Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ισπανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές – Καταχρηστικές ρήτρες – Εκχώρηση απαιτήσεων – Μη ύπαρξη δικαιώματος υπαναχωρήσεως – Κριτήρια εκτιμήσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας καθορίζουσας τους τόκους υπερημερίας – Συνέπειες του καταχρηστικού χαρακτήρα»
I. Εισαγωγή
|
1. |
Οι υπό εξέταση αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως των ισπανικών δικαστηρίων υποβλήθηκαν αμφότερες στο πλαίσιο ένδικων διαφορών μεταξύ τραπεζικών ιδρυμάτων και καταναλωτών σχετικά με την εκτέλεση συμβάσεων δανείων που συνήψαν μεταξύ τους. |
|
2. |
Οι υποθέσεις αυτές αφορούν ιδίως τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα με την οδηγία 93/13/ΕΟΚ ( 3 ), εθνικής νομολογιακής κατευθύνσεως κατά την οποία, αφενός, τεκμαίρονται καταχρηστικές οι ρήτρες που δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο διαπραγματεύσεως στο πλαίσιο συμβάσεων καταναλωτικών δανείων οι οποίες καθορίζουν επιτόκιο υπερημερίας προσαυξημένο κατά περισσότερες από δύο ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το συμβατικό (ανταποδοτικό) επιτόκιο και, αφετέρου, πρέπει να συνάγονται ορισμένες συνέπειες από τη διαπίστωση αυτή τόσο για τα δάνεια χωρίς εμπράγματη ασφάλεια όσο και για τα ενυπόθηκα δάνεια. Ο κανόνας αυτός καθιερώθηκε από το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο, Ισπανία) με διάφορες αποφάσεις ( 4 ), οι οποίες εκδόθηκαν κατόπιν των αποφάσεων του Δικαστηρίου επί των υποθέσεων Aziz ( 5 ) και Unicaja Banco SA ( 6 ). |
II. Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
|
3. |
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 ορίζει ότι οι «ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου […] δεν υπόκεινται στις διατάξεις της οδηγίας [αυτής]». |
|
4. |
Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 93/13 έχει ως εξής: «1. Ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση. […] 3. Το παράρτημα περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που είναι δυνατόν να κηρυχθούν καταχρηστικές.» |
|
5. |
Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής: «Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση και όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιέβαλαν την εν λόγω σύναψη, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.» |
|
6. |
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα: «Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.» |
|
7. |
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 προβλέπει τα ακόλουθα: «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.» |
|
8. |
Κατά το άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας: «Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή [να] διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή.» |
|
9. |
Το άρθρο 8α της ίδιας οδηγίας ορίζει: «1. Εάν κράτος μέλος εγκρίνει διατάξεις δυνάμει του άρθρου 8, ενημερώνει σχετικώς την Επιτροπή, καθώς και για κάθε μεταγενέστερη μεταβολή, ειδικότερα εφόσον οι εν λόγω διατάξεις: […]
2. Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι καθίσταται εύκολη η πρόσβαση των καταναλωτών και των εμπόρων στα κατά την παράγραφο 1 στοιχεία, μεταξύ άλλων και από αποκλειστική ιστοσελίδα. […]» |
Το ισπανικό δίκαιο
Οι διατάξεις περί καταχρηστικών ρητρών
|
10. |
Το άρθρο 82, παράγραφος 1, του texto refundido de la Ley General para la Defensa de los Consumidores y Usuarios y otras leyes complementarias (κωδικοποιημένου κειμένου του γενικού νόμου για την προστασία των καταναλωτών και των χρηστών και άλλων συμπληρωματικών νόμων), το οποίο εγκρίθηκε με το Real Decreto Legislativo 1/2007 (βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 1/2007), της 16ης Νοεμβρίου 2007 ( 7 ), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των διαφορών των υποθέσεων των κύριων δικών, ορίζει ότι: «Συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες όλοι οι όροι που δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως και όλες οι πρακτικές για τις οποίες δεν υπήρξε ρητή συμφωνία και οι οποίες προκαλούν εις βάρος του καταναλωτή, κατά παράβαση των απαιτήσεων της καλής πίστεως, σημαντική ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση.» |
|
11. |
Κατά το άρθρο 83 του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1/2007: «1. Οι καταχρηστικές ρήτρες είναι αυτοδικαίως άκυρες και λογίζονται ως μη τεθείσες. 2. Το τμήμα της συμβάσεως που πάσχει ακυρότητα διορθώνεται κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1258 του Código Civil (Αστικού Κώδικα) και τηρουμένης της αρχής της αντικειμενικής καλής πίστεως. Προς τούτο, το δικαστήριο που κηρύσσει την ακυρότητα των καταχρηστικών ρητρών συμπληρώνει τη σύμβαση και διαθέτει διαπλαστική εξουσία όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των αντισυμβαλλομένων, στις περιπτώσεις στις οποίες η σύμβαση εξακολουθεί να ισχύει, καθώς και όσον αφορά τις συνέπειες της λήξεώς της, σε περίπτωση σημαντικής ζημίας του καταναλωτή και του χρήστη. Το δικαστήριο μπορεί να απαγγείλει την ακυρότητα της συμβάσεως μόνον οσάκις οι ρήτρες που εξακολουθούν να ισχύουν συνεπάγονται τη δημιουργία καταστάσεως ανισότητας ως προς τη θέση των αντισυμβαλλομένων η οποία δεν είναι δυνατόν να θεραπευθεί.» |
Οι σχετικές με την εκχώρηση απαιτήσεως διατάξεις
|
12. |
Το άρθρο 1535 του Código Civil (αστικού κώδικα), που ρυθμίζει το δικαίωμα του οφειλέτη να εξαγοράσει την οφειλή του σε περίπτωση εκχωρήσεως απαιτήσεως, ορίζει τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση πωλήσεως επίδικης απαιτήσεως, ο οφειλέτης έχει δικαίωμα αποσβέσεώς της, αποδίδοντας στον εκδοχέα το ποσό που κατέβαλε, τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε και τους τόκους του ποσού από την ημερομηνία κατά την οποία εξοφλήθηκε. Η απαίτηση θεωρείται επίδικη από της αντικρούσεως της σχετικής αγωγής. Ο οφειλέτης δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του εντός εννέα ημερών από τότε που θα του ζητηθεί από τον εκδοχέα η καταβολή.» |
|
13. |
Η υπεισέλευση του εκδοχέα απαιτήσεως στη δικονομική θέση του εκχωρητή διέπεται από τα άρθρα 17 και 540 του Ley 1/2000 de Enjuiciamiento Civil (νόμου 1/2000 περί του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), της 7ης Ιανουαρίου 2000 (στο εξής: κώδικας πολιτικής δικονομίας), καθόσον το άρθρο 17 εφαρμόζεται στο πλαίσιο επί της ουσίας διαδικασιών το δε άρθρο 540 στο πλαίσιο διαδικασιών εκτελέσεως. |
Οι σχετικές με τον καθορισμό των τόκων υπερημερίας διατάξεις
|
14. |
Το άρθρο 1108 του Código Civil (αστικού κώδικα) ορίζει τα ακόλουθα: «Εάν η υποχρέωση συνίσταται στην καταβολή χρηματικού ποσού και ο οφειλέτης περιέρχεται σε κατάσταση υπερημερίας, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, η προκληθείσα ζημία καλύπτεται από την καταβολή των συμφωνηθέντων τόκων ως προς τους οποίους, ελλείψει σχετικής συμφωνίας, ισχύει το εκ του νόμου προβλεπόμενο επιτόκιο.» |
|
15. |
Κατά το άρθρο 114, παράγραφος 3, του Ley Hipotecaria (νόμος περί υποθηκών), όπως τροποποιήθηκε με τον Ley 1/2013 de medidas para reforzar la protección a los deudores hipotecarios, reestructuración de deuda y alquiler social (νόμο 1/2013 περί μέτρων για την ενδυνάμωση της προστασίας των ενυπόθηκων οφειλετών και περί της αναδιαρθρώσεως του χρέους και του κοινωνικού μισθώματος), της 14ης Μαΐου 2013 ( 8 ). «Οι τόκοι υπερημερίας για δάνεια ή πιστώσεις που προορίζονται για την απόκτηση κύριας κατοικίας και εξασφαλίζονται με υποθήκες συσταθείσες επί του οικείου ακινήτου, δεν μπορούν να υπερβαίνουν το τριπλάσιο του νομίμου τόκου και μπορούν να εισπραχθούν μόνον επί του καταβλητέου κεφαλαίου. […]» |
Οι διαφορές της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
Στην υπόθεση C-96/16
|
16. |
Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής στην υπόθεση C‑96/16, η Mercedes Godoy Bonet και ο Mahamadou Demba συνήψαν με την τράπεζα Banco Santander SA δύο συμβάσεις δανείου, αντιστοίχως στις 2 Νοεμβρίου 2009 και στις 22 Σεπτεμβρίου 2011, ποσού 30750 ευρώ, με ημερομηνία λήξεως στις 2 Νοεμβρίου 2014 για την πρώτη σύμβαση και ποσού 32153,63 ευρώ με ημερομηνία λήξεως στις 22 Σεπτεμβρίου 2019 για τη δεύτερη. |
|
17. |
Κατά τους γενικούς όρους των εν λόγω συμβάσεων, το εφαρμοστέο συμβατικό επιτόκιο και το εφαρμοστέο επιτόκιο υπερημερίας ήταν αντίστοιχα 8,50 % και 18,50 % για την πρώτη σύμβαση, και 11,20 % και 23,70 % για τη δεύτερη σύμβαση. |
|
18. |
Δεδομένου ότι η Μ. Godoy Bonet και ο M. Demba έπαυσαν να καταβάλλουν στην Banco Santander τις προβλεπόμενες στις επίμαχες συμβάσεις δανείου μηνιαίες δόσεις, η τράπεζα αυτή κήρυξε την πρόωρη λήξη των συμβάσεων αυτών, κατά τα προβλεπόμενα στο σημείο 8 των γενικών όρων των εν λόγω συμβάσεων, και υπέβαλε στο αιτούν δικαστήριο αίτηση περί κινήσεως διαδικασίας εκτελέσεως της απαιτήσεώς της κατά του M. Demba και της M. Godoy Bonet για συνολικό ποσό ύψους 53664,14 ευρώ. |
|
19. |
Μολονότι η δυνατότητα αυτή δεν προβλεπόταν στους γενικούς όρους, η Banco Santander εκχώρησε, στις 16 Ιουνίου 2015, την απαίτηση αυτή με δημόσιο έγγραφο σε τρίτο έναντι εκτιμώμενου τιμήματος 3215,72 ευρώ, βάσει των άρθρων 1112 και 1255 του αστικού κώδικα. |
|
20. |
Ο τρίτος αυτός ζήτησε συνεπώς να υπεισέλθει στη θέση της Banco Santander στην κινηθείσα από αυτήν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαδικασία εκτελέσεως. |
|
21. |
Το δικαστήριο αυτό διερωτάται αν η Μ. Godoy Bonet και ο M. Demba έχουν ενδεχομένως δικαίωμα να εξαγοράσουν την οφειλή τους, και ως εκ τούτου να την αποσβέσουν, καταβάλλοντας στον εν λόγω τρίτο το ποσό που ο ίδιος κατέβαλε στο πλαίσιο της επίμαχης εκχωρήσεως, πλέον των τόκων, δαπανών και εξόδων (στο εξής: δικαίωμα εξαγοράς). |
|
22. |
Το εν λόγω δικαστήριο διατυπώνει ιδίως αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, με την οδηγία 93/13, επιχειρηματικής πρακτικής που συνίσταται, ελλείψει σχετικής ειδικής συμβατικής ρήτρας, στην εκχώρηση ή αγορά απαιτήσεως έναντι χαμηλού τιμήματος, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του οφειλέτη σχετικά με την εκχώρηση αυτή ή συγκατάθεσή του και χωρίς να του παρέχεται η δυνατότητα αποσβέσεως της οφειλής του με καταβολή στον εκδοχέα του ποσού που αυτός κατέβαλε στο πλαίσιο της εν λόγω εκχωρήσεως, πλέον των παρεπόμενων εξόδων. |
|
23. |
Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται σχετικά με τα στοιχεία τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη για την εξέταση του ενδεχομένως καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών των γενικών αυτών όρων οι οποίες καθορίζουν το εφαρμοστέο επιτόκιο υπερημερίας και σχετικά με τις συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από τον καταχρηστικό αυτόν χαρακτήρα. |
|
24. |
Συναφώς, το δικαστήριο αυτό επισημαίνει ότι, κατά παγιωθείσα πλέον νομολογία του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου), στις συμβάσεις δανείου χωρίς εμπράγματη ασφάλεια που συνάπτονται με καταναλωτές, ρήτρα η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεως και η οποία καθορίζει το επιτόκιο υπερημερίας πρέπει να θεωρείται καταχρηστική εφόσον το επιτόκιο αυτό υπερβαίνει κατά περισσότερες από δύο ποσοστιαίες μονάδες το συμφωνηθέν μεταξύ των μερών συμβατικό επιτόκιο. Κατά τη νομολογία αυτή, σε τέτοιες περιπτώσεις, εξακολουθεί να εφαρμόζεται το συμβατικό επιτόκιο έως την αποπληρωμή των οφειλομένων. |
|
25. |
Εντούτοις, το εν λόγω δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες σχετικά με τη συμβατότητα της νομολογίας αυτής με την οδηγία 93/13. Συγκεκριμένα, αφενός, ορίζοντας αντικειμενικό και αυτόματο κριτήριο για την εξέταση του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικών ρητρών οι οποίες καθορίζουν το εφαρμοστέο επιτόκιο υπερημερίας, η νομολογία αυτή δεν παρέχει στον εθνικό δικαστή τη δυνατότητα να συνεκτιμήσει το σύνολο των συγκεκριμένων περιστάσεων εκάστης υποθέσεως. Αφετέρου, καθόσον προβλέπει ότι οι συμβατικοί τόκοι εξακολουθούν να οφείλονται έως την πλήρη αποπληρωμή της οφειλής όταν ρήτρα καθορίζουσα τους τόκους υπερημερίας κηρύσσεται καταχρηστική, η εν λόγω νομολογία επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο να αναθεωρεί το περιεχόμενο της συμβάσεως. |
|
26. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Juzgado de Primera Instancia no 38 de Barcelona (πρωτοδικείο αριθ. 38 Βαρκελώνης, Ισπανία) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
Στην υπόθεση C-94/17
|
27. |
Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής στην υπόθεση C‑94/17, στις 11 Ιανουαρίου 1999, ο Rafael Ramón Escobedo Cortés συνήψε με την Caja de Ahorros del Mediterrráneo, νυν Banco de Sabadell, σύμβαση ενυπόθηκου δανείου για ποσό ύψους 17633,70 ευρώ για την απόκτηση της κύριας κατοικίας του, το οποίο έπρεπε να αποπληρωθεί σε μηνιαίες δόσεις. Οι ρήτρες 3 και 3α της συμβάσεως αυτής προέβλεπαν ετήσιο συμβατικό επιτόκιο ύψους 5,5 %, κυμαινόμενο μετά το πρώτο έτος. Κατά τον χρόνο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης το επιτόκιο αυτό ανερχόταν σε 4,75 % ετησίως. Η ρήτρα 6 της εν λόγω συμβάσεως όριζε το επιτόκιο υπερημερίας σε 25 % ετησίως. |
|
28. |
Ο R. R. Escobedo Cortés, περιελθών σε υπερημερία, άσκησε ενώπιον του αρμόδιου Juzgado de Primera Instancia (πρωτοδικείο, Ισπανία), προσφυγή κατά της Banco de Sabadell με αίτημα την ακύρωση μεταξύ άλλων της ως άνω ρήτρας, για τον λόγο ότι η ρήτρα αυτή είχε καταχρηστικό χαρακτήρα. |
|
29. |
Το δικαστήριο αυτό κήρυξε την εν λόγω ρήτρα καταχρηστική. Κατά συνέπεια, έκρινε ότι το επίμαχο επιτόκιο υπερημερίας έπρεπε να μειωθεί στο κατά το άρθρο 114, παράγραφος 3, του νόμου περί υποθηκών όριο, το οποίο αντιστοιχεί σε επιτόκιο τριπλάσιο του νόμιμου επιτοκίου. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε κατ’ έφεση με απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2014 του Audiencia Provincial de Alicante (εφετείου Αλικάντε, Ισπανία). |
|
30. |
Ο R. R. Escobedo Cortés άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αίτηση αναιρέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως, προβάλλοντας ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13. |
|
31. |
Κατά το ίδιο δικαστήριο, η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως εγείρει αμφιβολίες όσον αφορά την ερμηνεία διαφόρων διατάξεων της οδηγίας αυτής τις οποίες επικαλείται ο R. R. Escobedo Cortés και των οποίων η εφαρμογή έχει καθοριστική σημασία για την επίλυση της εξεταζόμενης διαφοράς. |
|
32. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
|
33. |
Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 2016, απορρίφθηκε το αίτημα του Juzgado de Primera Instancia no 38 de Barcelona (πρωτοδικείο αριθ. 38 Βαρκελώνης) περί υπαγωγής της υποθέσεως C-96/16 στην ταχεία διαδικασία κατά το άρθρο 23α του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 105, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. |
|
34. |
Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 5ης Απριλίου 2017, απορρίφθηκε το αίτημα του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) περί υπαγωγής της υποθέσεως C-94/17 στην ταχεία διαδικασία κατά το άρθρο 23α του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 105, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. |
|
35. |
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Banco Santander, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή για την υπόθεση C-96/16 και η Banco de Sabadell, η Ισπανική και η Πολωνική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή για την υπόθεση C‑94/17. |
|
36. |
Με απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2017, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C-96/16 και C-94/17 προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως. |
|
37. |
Στις 10 Ιανουαρίου 2018 διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στην οποία παρέστησαν η Banco Santander, η Banco de Sabadell, η Ισπανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή. |
Ανάλυση
|
38. |
Οι αμφιβολίες των αιτούντων δικαστηρίων αφορούν, κατ’ ουσίαν, τρία ζητήματα, τα οποία θα εξετάσω διαδοχικά. Πρώτον, τα δικαστήρια αυτά εκφράζουν αμφιβολίες σχετικά με τη συμβατότητα επιχειρηματικής πρακτικής η οποία αφορά την εκχώρηση από επαγγελματία απαιτήσεως την οποία κατέχει έναντι καταναλωτή. Δεύτερον, τα αιτούντα δικαστήρια διερωτώνται αν αντίκειται στο δίκαιο της Ένωσης για την προστασία των καταναλωτών η πρόσφατη νομολογία του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) στο μέτρο που η νομολογία αυτή προβλέπει ότι ρήτρα καθορίζουσα το επιτόκιο υπερημερίας είναι καταχρηστική εφόσον υπερβαίνει κατά περισσότερες από δύο ποσοστιαίες μονάδες το προβλεπόμενο στη σύμβαση επιτόκιο δανεισμού. Τρίτον και τελευταίο, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το ζήτημα αν, σε περίπτωση κατά την οποία η ρήτρα που καθορίζει το επιτόκιο υπερημερίας κηρυχθεί καταχρηστική κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας αυτής, μπορούν να εξακολουθούν να οφείλονται οι συμβατικοί τόκοι έως την αποπληρωμή της οφειλής. |
Επί του πρώτου ερωτήματος, υπό αʹ και βʹ, στην υπόθεση C-96/16: συμβατότητα της [επιχειρηματικής] πρακτικής εκχωρήσεως της επίμαχης απαιτήσεως με το δίκαιο της Ένωσης
|
39. |
Με τα δύο πρώτα ερωτήματα στην υπόθεση C-96/16, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η επιχειρηματική πρακτική που συνίσταται στην εκχώρηση ή αγορά απαιτήσεως έναντι καταναλωτή, η οποία δεν προβλέπεται στη συνομολογηθείσα με τον καταναλωτή αυτόν σύμβαση δανείου, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση ή τη συγκατάθεσή του και χωρίς να του παρέχεται η δυνατότητα εξαγοράς και, επομένως, αποσβέσεως της οφειλής του με καταβολή στον εκδοχέα του ποσού που αυτός κατέβαλε στο πλαίσιο της εν λόγω εκχωρήσεως, πλέον των παρεπόμενων εξόδων, πρέπει να θεωρηθεί συμβατή με ορισμένες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. |
|
40. |
Από τα ερωτήματα αυτά, τα οποία πρέπει να συνεξετασθούν, προκύπτει, όπως επισήμαναν ιδίως η Banco Santander και η Ισπανική Κυβέρνηση, ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η οδηγία 93/13 ( 9 ) αντιτίθεται στις ισπανικές εθνικές διατάξεις που διέπουν εν προκειμένω την εκχώρηση απαιτήσεως, ήτοι στο άρθρο 1535 του αστικού κώδικα καθώς και στα άρθρα 17 και 540 του κώδικα πολιτικής δικονομίας. |
|
41. |
Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι είναι δυνατή η αμφισβήτηση του κύρους των διατάξεων αυτών υπό το πρίσμα της προστασίας των καταναλωτών. Συναφώς, επισημαίνει ότι, μολονότι προβλέπει δικαίωμα εξαγοράς, το άρθρο 1535 του αστικού κώδικα περιορίζει εντούτοις το δικαίωμα αυτό στις λεγόμενες «επίδικες» απαιτήσεις, ήτοι στις απαιτήσεις που αποτελούν αντικείμενο επί της ουσίας αμφισβητήσεως στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας δηλωτικού χαρακτήρα. Επομένως, το άρθρο αυτό δεν προβλέπει τη δυνατότητα για τον οφειλέτη να επικαλεστεί τέτοιο δικαίωμα στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως απαιτήσεως, όπως είναι η διαδικασία της κύριας δίκης, ή στο πλαίσιο εξωδικαστικής εκχωρήσεως, όπερ, κατά το αιτούν δικαστήριο, δεν διασφαλίζει επαρκώς την προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών. Κατά το δικαστήριο αυτό, η προστασία των καταναλωτών δεν διασφαλίζεται ούτε από τα άρθρα 17 και 540 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, που ρυθμίζουν την υπεισέλευση του εκδοχέα στη δικονομική θέση του εκχωρητή στις ένδικες διαδικασίες, δεδομένου ιδίως ότι οι διατάξεις αυτές δεν μνημονεύουν το προβλεπόμενο στο άρθρο 1535 του αστικού κώδικα δικαίωμα εξαγοράς. |
|
42. |
Φρονώ ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στα ερωτήματα αυτά όπως αναδιατυπώθηκαν στο σημείο 40 των παρουσών προτάσεων. |
|
43. |
Συγκεκριμένα, από το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 1, του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, καθώς και από τη γενική οικονομία αυτής, προκύπτει σαφώς ότι η εν λόγω οδηγία εφαρμόζεται μόνον στις «συμβατικές ρήτρες», εξαιρουμένων των απλών πρακτικών, όπως αυτές της κύριας δίκης ( 10 ). Εν προκειμένω, και όπως επισήμανε το ίδιο το αιτούν δικαστήριο, η εκχώρηση της επίμαχης απαιτήσεως αναφέρεται σε επιχειρηματική πρακτική και όχι σε συμβατική ρήτρα που περιέχεται σε συναφθείσα με καταναλωτή σύμβαση. Η πρακτική αυτή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13. |
|
44. |
Εξάλλου και αν υποτεθεί, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, ότι οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου αφορούν στην πραγματικότητα τη συμβατότητα με την εν λόγω οδηγία των ισπανικών ουσιαστικών και δικονομικών διατάξεων που διέπουν την εκχώρηση απαιτήσεων, και ειδικότερα, του δικαιώματος εξαγοράς της οφειλής από τον οφειλέτη, ήτοι του άρθρου 1535 του αστικού κώδικα καθώς και των άρθρων 17 και 540 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, στο μέτρο που οι διατάξεις αυτές δεν παρέχουν στον οφειλέτη τη δυνατότητα να επικαλεστεί τέτοιο δικαίωμα στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως απαιτήσεως όπως η επίμαχη της κύριας δίκης ( 11 ), φρονώ ότι η εφαρμογή των διατάξεων αυτών δεν μπορεί να αποκλειστεί υπό το πρίσμα της οδηγίας 93/13. |
|
45. |
Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, η εν λόγω οδηγία δεν έχει εφαρμογή σε νομοθετικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου όπως το άρθρο 1535 του αστικού κώδικα ( 12 ) και τα άρθρα 17 και 540 του κώδικα πολιτικής δικονομίας. |
|
46. |
Στο πλαίσιο αυτό, εκτιμώ ότι είναι σημαντικό να επισημάνω ότι η εκχώρηση της επίμαχης απαιτήσεως εν προκειμένω ουδόλως μεταβάλλει το περιεχόμενο και την έκταση των υποχρεώσεων του οφειλέτη καταναλωτή. Τέτοια εκχώρηση, η οποία πραγματοποιείται δια συμβάσεως μεταξύ του εκχωρητή επαγγελματία και τρίτου εκδοχέα –σύμβαση στην οποία δεν συμβάλλεται ο καταναλωτής–, δεν δύναται, όπως απαιτεί το άρθρο 3 της οδηγίας 93/13, να δημιουργήσει εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών. |
|
47. |
Περαιτέρω, είναι μάλλον προφανές ότι τέτοια πρακτική εκχωρήσεως απαιτήσεως, η οποία αντιστοιχεί σε μια πολύ γνωστή δυνατότητα κατά το αστικό δίκαιο των κρατών μελών, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τις συμβατικές ρήτρες που μνημονεύονται στο παράρτημα σχετικά με τις «ρήτρες που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3, στοιχείο στ’, της οδηγίας 93/13», ήτοι τις ρήτρες που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα να «επιτρέπουν στον επαγγελματία να καταγγέλλει τη σύμβαση κατά την κρίση του». Η εκχώρηση της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης απαιτήσεως διακρίνεται, εξάλλου, σαφώς από τις διαλαμβανόμενες στο ίδιο αυτό παράρτημα, στοιχείο ο’, ρήτρες, διότι δεν μπορεί να «δημιουργεί ελάττωση των εγγυήσεων για τον καταναλωτή, χωρίς αυτός είναι σύμφωνος» ( 13 ). Η εν λόγω εκχώρηση απαιτήσεως είναι πράγματι ουδέτερη από πλευράς του καταναλωτή. Το γεγονός, που αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, ότι η εκχώρηση ευνοεί «αρπακτικά κεφάλαια», τα οποία ενεργούν κερδοσκοπικά, καθόσον πραγματοποιείται έναντι πολύ χαμηλού ή και αμελητέου τιμήματος σε σχέση με την αρχική οφειλή, δεν συνδέεται με αυτή καθεαυτή τη φύση της συμβατικής υποχρεώσεως που βαρύνει τον καταναλωτή ( 14 ). |
|
48. |
Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα, υπό αʹ και βʹ, στην υπόθεση C-96/16 προτείνω να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 93/13 δεν αντιτίθεται σε επιχειρηματική πρακτική η οποία συνίσταται στην εκχώρηση ή αγορά απαιτήσεων όπως η περιγραφόμενη στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς παροχή στον καταναλωτή της δυνατότητας αποσβέσεως της οφειλής του με καταβολή στον εκδοχέα του ποσού της εκχωρήσεως, καθώς και των τόκων, των δαπανών και των εξόδων. |
Επί του δευτέρου ερωτήματος, υπό αʹ, στην υπόθεση C-96/16 και επί του πρώτου ερωτήματος στην υπόθεση C-94/17: συμβατότητα της νομολογίας του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) με την οδηγία 93/13
|
49. |
Με το δεύτερο ερώτημα, υπό αʹ, στην υπόθεση C-96/16 και με το πρώτο ερώτημα στην υπόθεση C-94/17, τα αιτούντα δικαστήρια ζητούν, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η οδηγία 93/13 αντιτίθεται σε εθνική νομολογία, εν προκειμένω του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου), κατά την οποία πρέπει να κηρύσσεται καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση δανείου –χωρίς εμπράγματη ασφάλεια στην υπόθεση C-96/16 και ενυπόθηκου στην υπόθεση C-94/17– η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεως και η οποία ορίζει επιτόκιο υπερημερίας προσαυξημένο κατά περισσότερες από δύο ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το συμφωνηθέν στη σύμβαση αυτή επιτόκιο δανεισμού [συμβατικό επιτόκιο]. |
Επί του παραδεκτού
|
50. |
Κρίνω σκόπιμο να διατυπώσω ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις επί του παραδεκτού των ερωτημάτων που αφορούν τη συμβατότητα της νομολογίας του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) με την οδηγία 93/13, στο μέτρο που το παραδεκτό αυτό αμφισβητήθηκε συγκεκριμένα από την Banco Santander και την Ισπανική Κυβέρνηση στην υπόθεση C-96/16 καθώς και από την Banco de Sabadell στην υπόθεση C-94/17, τούτο δε για το λόγο ότι το ερώτημα αυτό αφορά υποθετικό ζήτημα. |
|
51. |
Στην υπόθεση C-96/16, η Banco Santander και η Ισπανική Κυβέρνηση έχουν την άποψη ότι είναι προφανές ότι το αιτούν δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι οι ρήτρες που καθορίζουν τους επίμαχους στην υπόθεση της κύριας δίκης τόκους υπερημερίας πρέπει να κηρυχθούν καταχρηστικές (πράγμα που καθιστά περιττή την υποβολή του ερωτήματος). Στην υπόθεση C-94/17, η Banco de Sabadell προβάλλει παρόμοιο επιχείρημα. Διευκρινίζει ότι η ασκηθείσα ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αίτηση αναιρέσεως δεν αφορά το ζήτημα του κριτηρίου βάσει του οποίου αποδείχθηκε ο καταχρηστικός χαρακτήρας της επίμαχης ρήτρας, αλλά αφορά μόνον τις συνέπειες του εν λόγω χαρακτήρα. Συναφώς, προσθέτει ότι το κατ’ έφεση δικάζον δικαστήριο διαπίστωσε τον καταχρηστικό χαρακτήρα της επίμαχης ρήτρας χωρίς να παραπέμψει στη νομολογία του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) η οποία αποτελεί αντικείμενο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, δεδομένου ότι το δικαστήριο αυτό αποφάνθηκε πριν από την έκδοση των αποφάσεων που διαμόρφωσαν την εν λόγω νομολογία. Συνεπώς, ακόμη και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται σε τέτοια νομολογία, το αιτούν δικαστήριο δεν μπορεί να αναιρέσει ως προς το σημείο αυτό την εκδοθείσα κατ’ έφεση απόφαση. |
|
52. |
Συναφώς, φρονώ ότι, καίτοι από τις αποφάσεις περί παραπομπής προκύπτει ότι τα αιτούντα δικαστήρια κλίνουν σαφώς υπέρ της διαπιστώσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών των οποίων έχουν επιληφθεί, τα δικαστήρια αυτά εντούτοις δεν έχουν επιλύσει οριστικώς το ζήτημα του καταχρηστικού χαρακτήρα των εν λόγω ρητρών υπό το πρίσμα ιδίως του κριτηρίου που καθιέρωσε το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) με την πλέον πρόσφατη νομολογία του. |
|
53. |
Τα υποβληθέντα από τα αιτούντα δικαστήρια ερωτήματα σε σχέση με τη συμβατότητα του συναχθέντος από το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) κριτηρίου εξακολουθούν συνεπώς να έχουν σημασία για τα δικαστήρια αυτά. Συγκεκριμένα, τα εν λόγω δικαστήρια ζητούν να διευκρινιστεί αν ένα τέτοιο νομολογιακώς διαμορφωθέν κριτήριο συνάδει με το σύστημα προστασίας των καταναλωτών που καθιερώνεται με την οδηγία 93/13, ιδίως με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, στο μέτρο που το εν λόγω κριτήριο εφαρμόζεται κατά τρόπο αυτόματο, χωρίς να παρέχει στο επιλαμβανόμενο δικαστήριο τη δυνατότητα να συνεκτιμήσει το σύνολο των περιστάσεων της εκάστοτε περιπτώσεως. |
|
54. |
Όσον αφορά, ειδικότερα, την κρισιμότητα λυσιτέλεια των αμφιβολιών του αιτούντος δικαστηρίου στην υπόθεση C-94/17, το εν λόγω δικαστήριο επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ότι η ασκηθείσα ενώπιον του αίτηση αναιρέσεως, μολονότι αφορά συγκεκριμένα τις συνέπειες του καταχρηστικού χαρακτήρα της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης ρήτρας, εγείρει επίσης αμφιβολίες όσον αφορά την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 93/13 σχετικά με τη διαπίστωση του χαρακτήρα αυτού. Εξάλλου, δεν αποκλείεται, σύμφωνα με το ισπανικό δικονομικό δίκαιο, το δικαστήριο αυτό να δύναται ή να υποχρεούται να εξετάσει εκ νέου αυτεπαγγέλτως τον εν λόγω χαρακτήρα στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως που εκκρεμεί ενώπιόν του και, ειδικότερα, τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να αποδειχθεί ο χαρακτήρας αυτός, τούτο δε λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου μας, το ζήτημα αν συμβατική ρήτρα πρέπει να κηρυχθεί καταχρηστική συνιστά ζήτημα δημοσίας τάξεως ( 15 ). |
|
55. |
Κατά συνέπεια, δεν προκύπτει προδήλως από τις αποφάσεις περί παραπομπής ότι τα ερωτήματα σχετικά με το κριτήριο που καθιερώθηκε από το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) για τον ορισμό του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας καθορίζουσας το επιτόκιο υπερημερίας, ερωτήματα τα οποία, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, είναι κατά τεκμήριο λυσιτελή ( 16 ), πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα. |
Επί της ουσίας
|
56. |
Επί της ουσίας, τίθεται το ζήτημα αν απαρέγκλιτο κριτήριο, όπως το συναχθέν από το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο), κατά το οποίο ρήτρα η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεως σε σύμβαση δανείου συναφθείσα με καταναλωτή και η οποία καθορίζει το εφαρμοστέο επιτόκιο υπερημερίας είναι καταχρηστική εφόσον το επιτόκιο αυτό υπερβαίνει κατά περισσότερες από δύο ποσοστιαίες μονάδες το συμφωνηθέν συμβατικό επιτόκιο, είναι συμβατό με το σύστημα προστασίας των καταναλωτών που καθιερώνεται με την οδηγία 93/13, ειδικότερα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, στο μέτρο που προκύπτει ότι το κριτήριο αυτό εφαρμόζεται αυτομάτως, χωρίς να παρέχει στο επιλαμβανόμενο δικαστήριο τη δυνατότητα να συνεκτιμήσει το σύνολο των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως. |
|
57. |
Πριν από την εξέταση του ζητήματος αν η νομολογία αυτή είναι προβληματική από απόψεως αποτελεσματικότητας της προστασίας που παρέχεται από την οδηγία 93/13, θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με το πλαίσιο εντός του οποίου διαμορφώθηκε η εθνική αυτή νομολογία καθώς και με τη συγκεκριμένη έκταση εφαρμογής της νομολογίας αυτής για τους εθνικούς δικαστές που καλούνται να αποφασίσουν, κατόπιν αιτήματος ή αυτεπαγγέλτως, επί του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών που περιέχονται σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές. |
– Προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με το πλαίσιο διαμορφώσεως και την έκταση εφαρμογής του νομολογιακού κανόνα που καθιέρωσε το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο)
|
58. |
Η σχετική με την οδηγία 93/13 νομολογία του Δικαστηρίου ανέδειξε τη σημασία, στο πλαίσιο της προστασίας που παρέχεται από την οδηγία αυτή, του ενεργού ρόλου των εθνικών δικαστών στον εντοπισμό καταχρηστικών ρητρών και στην επιβολή κυρώσεων για τέτοιες ρήτρες που περιέχονται σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές, όπως μεταξύ άλλων, αυτές που καθορίζουν τους τόκους υπερημερίας ( 17 ). |
|
59. |
Ωστόσο και όπως γίνεται παγίως δεκτό, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να καθορίσει ακριβώς –και πέραν της υπομνήσεως των γενικών κριτηρίων που απορρέουν ρητώς από την οδηγία 93/13– το είδος των συμβατικών ρητρών που πρέπει να κρίνονται καταχρηστικές κατά την έννοια της οδηγίας αυτής. Ο εθνικός δικαστής είναι ο καταλληλότερος –αν όχι ο μόνος– που μπορεί να καθορίσει, συνεκτιμώντας το σύνολο των σχετικών περιστάσεων, τις περιπτώσεις κατά τις οποίες συμβατική ρήτρα, όπως η καθορίζουσα τους τόκους υπερημερίας, πρέπει να κηρυχθεί καταχρηστική καθόσον μπορεί να δημιουργήσει σημαντική –εις βάρος του καταναλωτή– ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων που απορρέουν από τη σύμβαση ( 18 ). |
|
60. |
Εξάλλου, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο τα ανώτατα δικαστήρια κράτους μέλους να μπορούν, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς τους εναρμονίσεως της ερμηνείας του εθνικού δικαίου, να διαμορφώνουν ορισμένες νομολογιακές κατευθύνσεις με σκοπό την καθοδήγηση των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων κατά την εκτίμησή τους σχετικά με τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικών ρητρών, υπό την προϋπόθεση ότι οι κατευθύνσεις αυτές συνάδουν με τη νομολογία του Δικαστηρίου. |
|
61. |
Αυτό ακριβώς είναι το αντικείμενο της επίμαχης στις προκείμενες υποθέσεις των κυρίων δικών νομολογίας του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου), η οποία απορρέει ιδίως από τρεις αποφάσεις της 22ας Απριλίου (εκδοθείσα από την ολομέλεια), της 7ης και της 8ης Σεπτεμβρίου 2015. |
|
62. |
Είναι ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι ο κανόνας που καθιερώθηκε νομολογιακά από το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) με τις αποφάσεις αυτές απηχεί ευθέως τις αρχές που έχουν συναχθεί από το Δικαστήριο με την απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C-415/11, EU:C:2013:164). Το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) παραπέμπει, συγκεκριμένα, στη σκέψη 74 της αποφάσεως αυτής, κατά την οποία: «[…] όσον αφορά τη ρήτρα περί καθορισμού των τόκων υπερημερίας, υπενθυμίζεται ότι, υπό το πρίσμα του σημείου 1, στοιχείο εʹ, του παραρτήματος της οδηγίας [93/13], σε συνδυασμό με τις διατάξεις [του άρθρου 3], παράγραφος 1, και [του άρθρου 4], παράγραφος 1, της [εν λόγω] οδηγίας, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να επαληθεύσει, μεταξύ άλλων […] το ύψος του καθορισθέντος τόκου υπερημερίας σε σχέση με τον νόμιμο τόκο, προκειμένου να εξακριβώσει ότι ο τόκος αυτός είναι ικανός να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των επιδιωκόμενων σκοπών στο οικείο κράτος μέλος και δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου για την εκπλήρωσή του ορίου» |
|
63. |
Συναφώς, παρατηρείται ότι οι τράπεζες διάδικοι στις προκείμενες υποθέσεις των κύριων δικών, προέβαλαν, τόσο στα δικόγραφά τους όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι, από τις αποφάσεις του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) της 22ας, της 7ης και της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, δεν προκύπτει ότι το κριτήριο κατά το οποίο πρέπει να κηρύσσεται καταχρηστική ρήτρα που καθορίζει επιτόκιο υπερημερίας υψηλότερο κατά περισσότερες από δύο ποσοστιαίες μονάδες από το συμβατικό επιτόκιο εφαρμόζεται αυτομάτως και ότι είναι δεσμευτικό. Κατά τις τράπεζες αυτές, το εν λόγω κριτήριο έχει ως αποκλειστικό σκοπό να διευκολύνει τον εθνικό δικαστή, ο οποίος παραμένει ελεύθερος να μην το εφαρμόσει αν τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως. |
|
64. |
Φρονώ ότι η ερμηνεία αυτή δεν συνάδει με τη διατύπωση που χρησιμοποίησε το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) ιδίως στην απόφασή του της 22ας Απριλίου 2015 η οποία εκδόθηκε από την Pleno de la Sala de lo Civil (Ολομέλεια του τμήματος αστικών υποθέσεων). |
|
65. |
Στην απόφαση αυτή, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο), διαπίστωσε, καταρχάς, ότι, αντιθέτως προς την κατάσταση που επικρατεί σε άλλα κράτη μέλη, στην Ισπανία δεν υφίσταται κανένα εκ του νόμου προβλεπόμενο όριο όσον αφορά τον καθορισμό του επιτοκίου υπερημερίας στις συμβάσεις δανείων που συνάπτονται με καταναλωτές, γεγονός που υποχρεώνει τα ισπανικά δικαστήρια να προβαίνουν σε στάθμιση. Στο πλαίσιο αυτό, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε αναγκαίο να μην περιοριστεί στην υπενθύμιση των γενικών αρχών, αλλά να θέσει έναν ακριβέστερο κανόνα προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο τα πρωτοβάθμια δικαστήρια να συνάγουν διαφορετικά κριτήρια κατά την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα ρητρών που ορίζουν το επιτόκιο υπερημερίας, κατάσταση η οποία ελλοχεύει κινδύνους αυθαιρεσιών και ανασφάλειας δικαίου. Βάσει των κριτηρίων που έχει θέσει το Δικαστήριο καθώς και των κριτηρίων που έχουν καθοριστεί σε διάφορους τομείς της ισπανικής έννομης τάξεως, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) έκρινε ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 576 του κώδικα πολιτικής δικονομίας προσαύξηση κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες για τον υπολογισμό των νόμιμων τόκων ήταν το πλέον κατάλληλο νομικό κριτήριο για τον καθορισμό του επιτοκίου υπερημερίας στα προσωπικά δάνεια που χορηγούνται σε καταναλωτές. Με το κριτήριο αυτό αποτρέπεται το ενδεχόμενο να επιβληθεί σε καταναλωτή ο οποίος αθετεί τις υποχρεώσεις του υψηλή χρηματική ποινή ενώ «αποζημιώνεται» κατά τρόπο αναλογικό ο δανειστής για τη ζημία που υπέστη λόγω της διαπιστωθείσας από δικαστήριο εκπρόθεσμης εκπληρώσεως της υποχρεώσεως. |
|
66. |
Συνεπώς, από τη διατύπωση που χρησιμοποίησε το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) στην απόφασή του της 22ας Απριλίου 2015, προκύπτει ότι το δικαστήριο αυτό έθεσε ένα αμάχητο τεκμήριο κατά το οποίο συμβατική ρήτρα η οποία καθορίζει επιτόκιο υπερημερίας προσαυξημένο κατά περισσότερες από δύο ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το συμφωνηθέν συμβατικό επιτόκιο είναι καταχρηστική. |
|
67. |
Κατά τη γνώμη μου, η νομολογία αυτή προσλαμβάνει αναμφίβολα δεσμευτικό χαρακτήρα για τα ισπανικά πρωτοβάθμια δικαστήρια, υπό την έννοια ότι τα δικαστήρια αυτά υποχρεούνται πλέον να κηρύσσουν καταχρηστική κάθε συμβατική ρήτρα που καθορίζει επιτόκιο υπερημερίας προσαυξημένο κατά περισσότερες από δύο ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το συμβατικό επιτόκιο. Μολονότι, όπως διευκρίνισε η Ισπανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση απαντώντας σε γραπτή ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο, η εν λόγω νομολογία δεν έχει ισχύ νόμου, οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων οι οποίες αποκλίνουν από τις κατευθύνσεις που έχει κατ’ επανάληψη θέσει το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) –οι οποίες συνεπώς επέχουν θέση «υποδείγματος»– διατρέχουν τον κίνδυνο αναιρέσεως στο πλαίσιο αναιρετικών διαδικασιών. |
|
68. |
Ως εκ τούτου, και αντιθέτως προς τα συμπεράσματα τυχόν επιφανειακής εξετάσεως, φρονώ ότι η διαμόρφωση τέτοιας νομολογίας δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν από τις εθνικές αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 93/13. |
|
69. |
Υπενθυμίζεται ότι, βάσει της διατάξεως αυτής, «[τ]α κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την [οδηγία 93/13], αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή». Κατ’ εφαρμογή του άρθρου αυτού, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν καταλόγους καταχρηστικών ρητρών, υπό την προϋπόθεση ότι ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 8α της εν λόγω οδηγίας. |
|
70. |
Πέραν του γεγονότος ότι έχει θεωρηθεί ότι η δυνατότητα αυτή επιφυλάσσεται στον εθνικό νομοθέτη και στις εθνικές ρυθμιστικές ή διοικητικές αρχές, εξαιρουμένων των εθνικών δικαστηρίων ( 19 ), εκτιμώ ότι το κρίσιμο στην πραγματικότητα ζήτημα δεν είναι εν προκειμένω η διαμόρφωση ενός εθνικού κανόνα με σκοπό την ενίσχυση του επιπέδου προστασίας των καταναλωτών που παρέχεται από την οδηγία 93/13 μέσω της διαμορφώσεως μιας «μαύρης ρήτρας», αλλά η νομολογία ανώτατου δικαστηρίου η οποία, ελλείψει ειδικών διατάξεων περί καθορισμού επιτοκίου υπερημερίας, επιχειρεί να παράσχει ακριβείς κατευθύνσεις στα εθνικά δικαστήρια προκειμένου να προσδιοριστούν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμβατική ρήτρα που καθορίζει το επιτόκιο υπερημερίας πρέπει οπωσδήποτε να κηρύσσεται καταχρηστική. |
|
71. |
Όπως επιβεβαιώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η νομολογία αυτή, καίτοι συμπληρώνει το εθνικό δίκαιο και συνεπώς δεσμεύει τα ισπανικά δικαστήρια ( 20 ), δεν μπορεί εντούτοις να εξομοιωθεί με τα μέτρα που δύνανται να θεσπίζουν τα κράτη μέλη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8 της οδηγίας 93/13. |
|
72. |
Ωστόσο, και όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια της αναλύσεώς μου, όσο δεσμευτική και αν είναι, η νομολογία αυτή δεν είναι πάντως προβληματική υπό το πρίσμα της προστασίας των καταναλωτών που επιδιώκεται από την οδηγία 93/13. |
– Εξέταση του ζητήματος αν η νομολογία του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) είναι προβληματική υπό το πρίσμα της παρεχόμενης από την οδηγία 93/13 προστασίας
|
73. |
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η οδηγία 93/13 αποκλείει τη διαμόρφωση κριτηρίου περί του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας όταν εμποδίζει τον εθνικό δικαστή ο οποίος επιλαμβάνεται ρήτρας μη πληρούσας το κριτήριο αυτό να εκτιμήσει τον ενδεχόμενο καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας και, αν χρειαστεί, να αποκλείσει την εφαρμογή της ( 21 ). |
|
74. |
Αντιθέτως, φρονώ ότι από την εν λόγω νομολογία δεν μπορεί να συναχθεί ότι η οδηγία αυτή αποκλείει επίσης την εφαρμογή τέτοιου κριτηρίου από τα εθνικά δικαστήρια στο μέτρο που συνεπάγεται ότι κάθε ρήτρα που πληροί το κριτήριο αυτό πρέπει αυτομάτως να κηρύσσεται καταχρηστική, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις της εκάστοτε περιπτώσεως. Εν τέλει, για την αποτελεσματικότητα της οδηγίας 93/13, καθοριστικής σημασίας είναι να μη διακυβεύεται η εξουσία των εθνικών δικαστηρίων να κηρύσσουν καταχρηστικές τις συμβατικές ρήτρες που εξετάζουν. |
|
75. |
Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως ρητρών οι οποίες καθορίζουν τα επιτόκια υπερημερίας και τα συμβατικά επιτόκια, εκείνο που έχει σημασία είναι η διαμόρφωση του κριτηρίου αυτού να μη στερεί από τον εθνικό δικαστή τη δυνατότητα να κηρύσσει καταχρηστική συμβατική ρήτρα η οποία καθορίζει επιτόκιο υπερημερίας που υπερβαίνει το συμφωνηθέν συμβατικό επιτόκιο κατά λιγότερες από δύο ποσοστιαίες μονάδες αν οι ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως το επιβάλουν. Ομοίως, ο εθνικός δικαστής δεν πρέπει να παρακωλύεται στην εκτίμησή του σχετικά με τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας που περιέχεται σε συναφθείσα με καταναλωτή σύμβαση η οποία καθορίζει το συμβατικό επιτόκιο σε περίπτωση κατά την οποία το επιτόκιο αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεως μεταξύ των συμβαλλομένων ( 22 ). |
|
76. |
Ωστόσο, εν προκειμένω, όλοι οι διάδικοι συμφωνούν ότι τα ισπανικά δικαστήρια διατηρούν τη δυνατότητα να κηρύσσουν καταχρηστικές ρήτρες που καθορίζουν επιτόκιο υπερημερίας το οποίο δεν υπερβαίνει κατά περισσότερες από δύο ποσοστιαίες μονάδες το συμβατικό επιτόκιο, υπό το πρίσμα των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν τη σύναψη της συμβάσεως. Εξάλλου, είμαι της γνώμης ότι η νομολογία του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) δεν εμποδίζει τα επιλαμβανόμενα δικαστήρια να εκτιμούν τον καταχρηστικό χαρακτήρα του συμβατικού επιτοκίου που καθορίζεται σε συναφθείσα με καταναλωτή σύμβαση σε περίπτωση κατά την οποία δεν προβλέφθηκε καμία συμφωνία στο πλαίσιο της συνάψεως της συμβάσεως. |
|
77. |
Βεβαίως, υπενθυμίζεται ότι δεν υφίσταται απόλυτος κανόνας για την κατά αφηρημένο τρόπο εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας η οποία καθορίζει το επιτόκιο υπερημερίας ( 23 ). Δεν υπάρχουν, δηλαδή, αλάνθαστα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να συναχθεί, και μάλιστα ανεξαρτήτως των περιστάσεων της εκάστοτε περιπτώσεως, ότι μια τέτοια ρήτρα είναι καταχρηστική. |
|
78. |
Εντούτοις, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τεκμήριο, έστω και αμάχητο, κατά το οποίο είναι καταχρηστική ρήτρα που καθορίζει το επιτόκιο υπερημερίας άνω ορισμένου επιπέδου, συνάδει με τον σκοπό της οδηγίας 93/13 ο οποίος συνίσταται, υπενθυμίζω, στην αποτροπή της δημιουργίας ανισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών (βλ., άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας) εις βάρος του καταναλωτή και, εν τέλει, στην προστασία των καταναλωτών. Το γεγονός ότι εθνικό δικαστήριο δεσμεύεται να κηρύξει καταχρηστική συμβατική ρήτρα η οποία καθορίζει επιτόκιο υπερημερίας υψηλότερο ορισμένου ορίου δεν είναι προβληματικό υπό το πρίσμα της επιδιώξεως των σκοπών αυτών ακόμη και αν μπορεί να εγείρει προβλήματα ως προς τη συνολική συμβατική ισορροπία θεωρούμενη κατά τρόπο αφηρημένο. |
|
79. |
Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να υπομνησθεί ότι, προκειμένου να κριθεί αν μια ρήτρα δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή «σημαντική ανισορροπία» μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση, πρέπει, μεταξύ άλλων, να ληφθούν υπόψη οι κανόνες που εφαρμόζονται βάσει της εθνικής νομοθεσίας στην περίπτωση κατά την οποία δεν υπάρχει σχετική συμφωνία των μερών. Μέσω της συγκριτικής αυτής αναλύσεως θα μπορέσει ο εθνικός δικαστής να εκτιμήσει αν, και, ενδεχομένως, σε ποιο βαθμό η σύμβαση περιάγει τον καταναλωτή σε δυσμενέστερη νομική θέση από εκείνη την οποία προβλέπει η ισχύουσα εθνική νομοθεσία ( 24 ). |
|
80. |
Εν προκειμένω, το κριτήριο κατά το οποίο το επιτόκιο υπερημερίας δεν μπορεί να αντιστοιχεί σε προσαύξηση κατά περισσότερες από δύο ποσοστιαίες μονάδες του ετήσιου συμβατικού επιτοκίου δεν προκύπτει ευθέως από την ισπανική νομοθεσία, αλλά βασίζεται εμμέσως σε αυτήν. Όπως διευκρίνισε το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) στην απόφαση περί παραπομπής στην υπόθεση C-94/17, το συναχθέν από τη νομολογία αυτή κριτήριο όσον αφορά τον καθορισμό του επιτοκίου υπερημερίας στηρίζεται στο κριτήριο που μπορεί να θεωρηθεί ως εύλογο λαμβανομένων υπόψη των εθνικών διατάξεων που εφαρμόζονται σε άλλους τομείς. |
|
81. |
Λαμβανομένων υπόψη των σκέψεων που προεκτέθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα, υπό αʹ, στην υπόθεση C‑96/16 και στο πρώτο ερώτημα στην υπόθεση C-94/17 ότι η οδηγία 93/13 δεν αντιτίθεται σε εθνική νομολογία κατά την οποία ρήτρα συμβάσεως δανείου η οποία προβλέπει επιτόκιο υπερημερίας προσαυξημένο κατά περισσότερες από δύο ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το καθορισθέν ετήσιο συμβατικό επιτόκιο είναι καταχρηστική, υπό την επιφύλαξη ότι η νομολογία αυτή δεν θίγει τη δυνατότητα του εθνικού δικαστή να εκτιμά, αυτοτελώς και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της εκάστοτε περιπτώσεως, τον ενδεχόμενο καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών που δεν πληρούν το κριτήριο αυτό και υποβάλλονται στην κρίση του. |
Επί του δεύτερου ερωτήματος, υπό βʹ, στην υπόθεση C-96/16, καθώς και επί του δεύτερου και του τρίτου ερωτήματος στην υπόθεση C-94/17
|
82. |
Με το δεύτερο ερώτημα, υπό βʹ, στην υπόθεση C-96/16 και με το δεύτερο και τρίτο ερώτημα στην υπόθεση C-94/17, τα αιτούντα δικαστήρια ζητούν να διευκρινιστεί αν η οδηγία 93/13 αντιτίθεται στη λύση που προκρίθηκε με τις αποφάσεις του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου), κατά την οποία η συνέπεια της διαπιστώσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας συμβάσεως δανείου η οποία καθορίζει το επιτόκιο υπερημερίας συνίσταται στην κατάργηση της σχετικής επιβαρύνσεως, ούτως ώστε να εξακολουθήσει να οφείλεται μόνο ο συμβατικός τόκος. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) διερωτάται, στην υπόθεση C-94/17, ποια είναι η εξ αυτού απορρέουσα συνέπεια, ιδίως δε αν η συνέπεια αυτή πρέπει να συνίσταται στην ακύρωση όχι μόνον των τόκων υπερημερίας, αλλά επίσης των προβλεπόμενων από τη σύμβαση αυτή συμβατικών τόκων, ή και στην καταβολή των τόκων υπερημερίας βάσει του νομίμου επιτοκίου. |
|
83. |
Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, οι καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεως μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες. |
|
84. |
Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να αφήνουν ανεφάρμοστη μια καταχρηστική συμβατική ρήτρα ώστε αυτή να μην παράγει δεσμευτικά αποτελέσματα έναντι του καταναλωτή, χωρίς να έχουν αρμοδιότητα να αναθεωρούν το περιεχόμενο της εν λόγω ρήτρας. Συγκεκριμένα, η οικεία σύμβαση πρέπει να εξακολουθήσει να ισχύει, καταρχήν, χωρίς τροποποιήσεις πέραν εκείνων που προκύπτουν από την απάλειψη των καταχρηστικών ρητρών, κατά το μέτρο που, βάσει των κανόνων του εσωτερικού δικαίου, η εξακολούθηση της ισχύος της συμβάσεως είναι νομικώς εφικτή ( 25 ). |
|
85. |
Ασφαλώς, το Δικαστήριο αναγνώρισε επίσης τη δυνατότητα του εθνικού δικαστή να υποκαθιστά την εφαρμογή καταχρηστικής ρήτρας με την εφαρμογή εθνικής διατάξεως ενδοτικού δικαίου. Εντούτοις, η δυνατότητα αυτή είναι σαφώς περιορισμένη στις περιπτώσεις στις οποίες η κήρυξη της ακυρότητας της καταχρηστικής ρήτρας θα υποχρέωνε τον εθνικό δικαστή να ακυρώσει τη σύμβαση στο σύνολό της, με συνέπεια να περιέλθει ο καταναλωτής σε δυσμενή θέση. Από την άποψη αυτή, όπως έχει επισημάνει, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο, η ακύρωση ρήτρας σχετικής με τους τόκους υπερημερίας σε σύμβαση δανείου δεν μπορεί, καταρχήν, να έχει αρνητικές συνέπειες για τον καταναλωτή, δεδομένου ότι τα απαιτούμενα από τον δανειστή ποσά θα είναι κατ’ ανάγκη μικρότερα, καθόσον δεν θα έχουν προσαυξηθεί με τους εν λόγω τόκους ( 26 ). |
|
86. |
Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας αυτής, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η οδηγία 93/13 δεν αντιτίθεται στη λύση που προκρίθηκε από το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) με την προαναφερθείσα νομολογία, στο μέτρο που η λύση αυτή συνεπάγεται ότι ο εθνικός δικαστής, ο οποίος διαπίστωσε τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία καθορίζει το επιτόκιο υπερημερίας, αφενός, αποκλείει ρητώς την εφαρμογή της ρήτρας αυτής, διατηρώντας ωστόσο το κύρος των λοιπών ρητρών της συμβάσεως αυτής, και, αφετέρου, δεν υποκαθιστά την κηρυχθείσα καταχρηστική ρήτρα με νομοθετικές διατάξεις ενδοτικού δικαίου, όπως, ιδίως, με διατάξεις που καθορίζουν το εφαρμοστέο εκ του νόμου επιτόκιο υπερημερίας σε περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται σχετική συμφωνία των μερών στη σύμβαση. |
|
87. |
Αν ρήτρα η οποία καθορίζει το επιτόκιο υπερημερίας κριθεί καταχρηστική από τον εθνικό δικαστή, ο δικαστής αυτός θα αποκλείσει την εφαρμογή της, αλλά δεν δύναται αντ’ αυτού να επιλέξει να μειώσει το ποσό της χρηματικής ποινής που βαρύνει τον καταναλωτή. Οι δε λοιπές συμβατικές ρήτρες (συμπεριλαμβανομένων ενδεχομένως των σχετικών με τους συμβατικούς τόκους) θα εξακολουθήσουν να ισχύουν και να παράγουν κανονικά τα υπό τις συνήθεις συνθήκες αναμενόμενα αποτελέσματα. |
|
88. |
Αντιθέτως, η κήρυξη ως ανενεργού ρήτρας που καθορίζει τα συμβατικά επιτόκια, μολονότι η ρήτρα αυτή δεν έχει κηρυχθεί καταχρηστική, θα έβαινε πολύ πέραν των συνεπειών που σχετίζονται με την αποτελεσματικότητα της προστασίας που παρέχεται από την οδηγία 93/13. |
|
89. |
Τούτο δε ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον, όσον αφορά δανειακή σύμβαση, οι ρήτρες που ορίζουν τα συμβατικά επιτόκια πρέπει να διακρίνονται σαφώς από τις ρήτρες που καθορίζουν το επιτόκιο υπερημερίας. Οι συμβατικοί τόκοι επιτελoύν τη λειτουργία του ανταλλάγματος για τη διάθεση του χρηματικού ποσού από τον δανειστή μέχρι την εξόφλησή του, ενώ οι τόκοι υπερημερίας αποσκοπούν στην επιβολή κυρώσεων λόγω της αθετήσεως από τον οφειλέτη της υποχρεώσεώς του να καταβάλλει τις δόσεις του δανείου εντός των προβλεπομένων από τη σύμβαση προθεσμιών. Οι σχετικές με το συμβατικό επιτόκιο ρήτρες αποτελούν συνεπώς τον πυρήνα της συμβάσεως δανείου και ως εκ τούτου αφορούν το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως, αντικείμενο το οποίο δεν υπόκειται, καταρχήν, στον έλεγχο του δικαστή δυνάμει της οδηγίας 93/13 ( 27 ). |
|
90. |
Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται κατά τη γνώμη μου ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο διατυπώνονται οι συμβατικές ρήτρες που καθορίζουν τα επιτόκια. Ανεξαρτήτως του αν η ρήτρα η οποία καθορίζει τα επιτόκια υπερημερίας είναι διακριτή από τη ρήτρα που ρυθμίζει τα συμβατικά επιτόκια ή του αν τα δύο αυτά είδη ρητρών συγχέονται, η διαπίστωση κατά την οποία η ρήτρα που αφορά τα επιτόκια υπερημερίας είναι καταχρηστική δεν μπορεί να επηρεάζει την εφαρμογή των συμβατικών τόκων. Στην περίπτωση που το επιτόκιο υπερημερίας αντιστοιχεί σε προσαύξηση των συμβατικών επιτοκίων, μόνον η προσαύξηση αυτή πρέπει να κριθεί ανίσχυρη. Τούτο ουδόλως μπορεί να εξομοιωθεί με «προσαρμογή» της συμβάσεως η οποία είναι ανεπίτρεπτη βάσει της νομολογίας· πρόκειται ακριβώς για μη εφαρμογή μόνον της ρήτρας η οποία κηρύχθηκε καταχρηστική. |
|
91. |
Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, στο δεύτερο ερώτημα, υπό βʹ, στην υπόθεση C-96/16 και στο δεύτερο ερώτημα στην υπόθεση C-94/17 προτείνω να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 δεν αντιτίθενται, συνεπεία της διαπιστώσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας συμβάσεως δανείου η οποία καθορίζει επιτόκιο υπερημερίας προσαυξημένο κατά περισσότερες από δύο ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το συμφωνηθέν συμβατικό επιτόκιο, βάσει της προαναφερθείσας νομολογίας, στην εξακολούθηση της εφαρμογής της ρήτρας που καθορίζει το συμβατικό επιτόκιο έως την πλήρη εξόφληση της οφειλής. |
|
92. |
Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως αυτής, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στην υπόθεση C-94/17. |
Πρόταση
|
93. |
Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Στο σημείο 85 του παρόντος κειμένου έγινε τροποποίηση γλωσσικής φύσεως μετά την αρχική ανάρτησή του στην ψηφιακή Συλλογή Νομολογίας.
( 3 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011 (ΕΕ 2011, L 304, σ. 64) (στο εξής: οδηγία 93/13).
( 4 ) Οι αποφάσεις αυτές, όσον αφορά τα δάνεια χωρίς εμπράγματη ασφάλεια, εκδόθηκαν στις 22 Απριλίου, 7 και 8 Σεπτεμβρίου 2015, αντιστοίχως. Το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάνθηκε επί των ενυπόθηκων δανείων με αποφάσεις της 23ης Δεκεμβρίου 2015 καθώς και της 18ης Φεβρουαρίου και 3ης Ιουνίου 2016.
( 5 ) Απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C-415/11, EU:C:2013:164).
( 6 ) Απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2015, Unicaja Banco και Caixabank (C-482/13, C-484/13, C‑485/13 και C-487/13, EU:C:2015:21).
( 7 ) BOE αριθ. 287, της 30ής Νοεμβρίου 2007, σ. 49181.
( 8 ) BOE αριθ. 116, της 15ης Μαΐου 2013, σ. 36373.
( 9 ) Στο μέτρο που ο σκοπός της προστασίας των καταναλωτών ο οποίος κατοχυρώνεται με τις παρατιθέμενες στην απόφαση περί παραπομπής διατάξεις της ΣΛΕΕ επιδιώκεται μέσω διατάξεων του παράγωγου δικαίου, επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη ακριβώς αυτή η οδηγία, η οποία εφαρμόζεται rationae materiae.
( 10 ) Βλ., σχετικά με την αναγκαία διάκριση μεταξύ των διαφορών αυτού του είδους και των εκκρεμών διαφορών που αφορούν άμεσα συμβατικές ρήτρες ή/και τον ενδεχόμενο περιορισμό των εξουσιών του εθνικού δικαστή να κρίνει τον καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών αυτών, απόφαση της 30ής Απριλίου 2014, Barclays Bank (C-280/13, EU:C:2014:279, σκέψεις 38 έως 42). Επ’ αυτού, επίσης, το Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η διαπίστωση του αθέμιτου χαρακτήρας μιας εμπορικής πρακτικής δεν έχει άμεσες συνέπειες επί του ζητήματος αν η σύμβαση είναι έγκυρη υπό το πρίσμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 (βλ. απόφαση της 15ης Μαρτίου 2012, Pereničová και Perenič (C-453/10, EU:C:2012:144, σκέψη 46).
( 11 ) Η Banco Santander και η Ισπανική Κυβέρνηση επισημαίνουν ότι το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε επίσης στο Tribunal Constitucional (Συνταγματικό Δικαστήριο, Ισπανία) ερώτημα περί της συνταγματικότητας των ίδιων αυτών διατάξεων, το οποίο εντούτοις απορρίφθηκε όπως ενημερώθηκε το Δικαστήριο.
( 12 ) Βλ., συναφώς, διάταξη της 5ης Ιουλίου 2016, Banco Popular Español και PL Salvador (C-7/16, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:523, σκέψεις 19 έως 27), η οποία αφορούσε ακριβώς το άρθρο αυτό.
( 13 ) Στο πλαίσιο αυτό, εκτιμώ ότι έχει ενδιαφέρον η αναφορά στις ενδείξεις που απορρέουν από το άρθρο 17 της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2008, L 133, σ. 66, και διορθωτικά ΕΕ 2009, L 207, σ. 14, ΕΕ 2010, L 199, σ. 40, και ΕΕ 2011, L 234, σ. 46), μολονότι η εν λόγω διάταξη δεν τυγχάνει οπωσδήποτε εφαρμογής rationae temporis στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης (δεδομένου ότι η επίμαχη σύμβαση είχε συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας αυτής). Η διάταξη αυτή, καίτοι απαιτεί να ενημερώνεται ο καταναλωτής οφειλέτης για την εκχώρηση της απαιτήσεως και να διατηρεί τα δικαιώματά του έναντι του εκδοχέα τρίτου, δεν επιβάλλει, εντούτοις, την υποχρέωση να λαμβάνεται η συγκατάθεσή του ούτε κατά μείζονα λόγο να διαθέτει ο οφειλέτης καταναλωτής δικαίωμα εξαγοράς ή/και δικαίωμα προαιρέσεως επί της απαιτήσεως αυτής.
( 14 ) Κατά το αιτούν δικαστήριο, οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του προβλεπόμενου στο άρθρο 1535 του αστικού κώδικα δικαιώματος εξαγοράς επίδικων απαιτήσεων συνίστανται στην ανάγκη καταπολεμήσεως των κερδοσκοπικών εκχωρήσεων απαιτήσεων.
( 15 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, Asbeek Brusse και de Man Garabito (C-488/11, EU:C:2013:341, σκέψεις 40, 41 και 44). Βλ., επίσης, απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Matei (C-143/13, EU:C:2015:127, σκέψη 40).
( 16 ) Βλ. πρόσφατη υπενθύμιση του τεκμηρίου λυσιτέλειας των προδικαστικών ερωτημάτων που υποβάλλονται σε παρόμοιο πλαίσιο σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας, ιδίως στις αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2014, Kušionová (C-34/13, EU:C:2014:2189, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Andriciuc κ.λπ. (C-186/16, EU:C:2017:703, σκέψη 20).
( 17 ) Βλ., όλως ιδιαιτέρως, αποφάσεις της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito (C-618/10, EU:C:2012:349), της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C-415/11, EU:C:2013:164), καθώς και της 21ης Ιανουαρίου 2015, Unicaja Banco και Caixabank (C-482/13, C-484/13, C-485/13 και C‑487/13, EU:C:2015:21).
( 18 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή απόφαση της 1ης Απριλίου 2004, Freiburger Kommunalbauten (C‑237/02, EU:C:2004:209, σκέψεις 22 και 25), και διάταξη της 16ης Νοεμβρίου 2010, Pohotovosť (C-76/10, EU:C:2010:685, σκέψη 60). Βλ., επίσης, προτάσεις μου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Unicaja Banco και Caixabank (C-482/13, C-484/13, C-485/13 και C-487/13, EU:C:2014:2299, σημείο 42).
( 19 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Η. Saugmandsgaard Øe στην υπόθεση Biuro podróży Partner (C-119/15, EU:C:2016:387, σημεία 53 έως 57), καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ρ. Mengozzi στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Gutiérrez Naranjo κ.λπ. (C-154/15, C-307/15 και C-308/15, EU:C:2016:552, υποσημείωση 18). Επισημαίνεται επίσης ότι η αιτιολογική σκέψη 63 της οδηγίας 2011/83 αναφέρεται σε «έγκριση ειδικών εθνικών διατάξεων».
( 20 ) Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 6, του αστικού κώδικα, η νομολογία συμπληρώνει την έννομη τάξη διά των αρχών που καθιερώνει το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) με πάγια νομολογία του κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των νόμων, των εθιμικών κανόνων και των γενικών αρχών του δικαίου. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Banco de Sabadell επισήμανε, χωρίς να αμφισβητηθεί επ’ αυτού, ότι τα ισπανικά δικαστήρια εφαρμόζουν τον συναχθέντα από το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) κανόνα κατά τρόπο αυτόματο.
( 21 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2015, Unicaja Banco και Caixabank (C‑482/13, C-484/13, C-485/13 και C-487/13, EU:C:2015:21, σκέψη 40).
( 22 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C-415/11, EU:C:2013:164, σκέψη 74).
( 23 ) Βλ., προτάσεις μου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Unicaja Banco και Caixabank (C-482/13, C-484/13, C-485/13 και C-487/13, EU:C:2014:2299, σημείο 42).
( 24 ) Βλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2017, Banco Primus (C-421/14, EU:C:2017:60, σκέψη 59).
( 25 ) Αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 2015, Unicaja Banco και Caixabank (C-482/13, C-484/13, C‑485/13 και C-487/13, EU:C:2015:21, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 26ης Ιανουαρίου 2017, Banco Primus (C-421/14, EU:C:2017:60, σκέψη 71).
( 26 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2015, Unicaja Banco και Caixabank (C-482/13, C-484/13, C-485/13 και C-487/13, EU:C:2015:21, σκέψεις 28 έως 34).
( 27 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, προτάσεις μου στην υπόθεση Kásler και Káslerné Rábai (C-26/13, EU:C:2014:85, σημεία 56 έως 58). Τούτο ισχύει ανεξαρτήτως της δυνατότητας του δικαστή να εξετάσει τις ρήτρες που δεν έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.