ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

της 15ης Δεκεμβρίου 2015 ( *1 )

«Ασφαλιστικά μέτρα — Ανταγωνισμός — Συμπράξεις — Συσκευασία τροφίμων για λιανική πώληση — Απόφαση περί επιβολής προστίμων — Τραπεζική εγγύηση — Αίτηση αναστολής εκτελέσεως — Fumus boni juris — Επείγον — Στάθμιση των συμφερόντων»

Στην υπόθεση T‑522/15 R,

CCPL — Consorzio Cooperative di Produzione e Lavoro SC, με έδρα το Ρέτζιο Εμίλια (Ιταλία),

Coopbox group SpA, με έδρα το Ρέτζιο Εμίλια,

Poliemme Srl, με έδρα το Ρέτζιο Εμίλια,

Coopbox Hispania, SL, με έδρα τη Lorca (Ισπανία),

Coopbox Eastern s.r.o., με έδρα τη Nové Mesto nad Váhom (Σλοβακία),

εκπροσωπούμενες από τους S. Bariatti και E. Cucchiara, δικηγόρους,

αιτούσες,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπουμένης αρχικώς από τους F. Jimeno Fernandez, A. Biolan και P. Rossi, στη συνέχεια από τους F. Jimeno Fernandez, P. Rossi και L. Malferrari,

καθής,

με αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως C(2015) 4336 τελικό της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 2015, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (AT.39563 — Συσκευασία τροφίμων για λιανική πώληση), καθόσον επιβάλλει στις αιτούσες να παράσχουν τραπεζική εγγύηση ή να προβούν στην προσωρινή καταβολή του ποσού των επιβληθέντων προστίμων ως όρο προς αποτροπή της άμεσης εισπράξεως του ποσού αυτού,

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη ( 1 )

Ιστορικό της διαφοράς

1

Η παρούσα υπόθεση αφορά συμπράξεις στον τομέα της συσκευασίας τροφίμων σε κεσεδάκια πολυστυρενίου και πολυπροπυλενίου, που χρησιμοποιούνται για τη συσκευασία νωπών προϊόντων, όπως κρέατα, πουλερικά ή ψάρια, με σκοπό τη λιανική πώλησή τους. Οι γεωγραφικές ζώνες που καλύπτονταν από τις συμπράξεις περιελάμβαναν, μεταξύ άλλων, την Ιταλία, τη Νοτιοδυτική Ευρώπη, καθώς και την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Οι κύριοι στόχοι που επιδιώκονταν με τις αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμφωνίες συνίσταντο στη διατήρηση υψηλών τιμών, τη συντονισμένη μετακύλιση της αυξήσεως των τιμών των πρώτων υλών και τη διατήρηση του status quo όσον αφορά την παραδοσιακή κατανομή των πελατών και των αγορών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσάπτει στις αιτούσες, CCPL — Consorzio Cooperative di Produzione e Lavoro SC, Coopbox group SpA, Poliemme Srl, Coopbox Hispania, SL και Coopbox Eastern s.r.o., ότι μετέσχoν στις συμπράξεις αυτές.

2

Με την απόφασή της C(2015) 4336 τελικό, της 24ης Ιουνίου 2015, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (AT.39563 — Συσκευασία τροφίμων για λιανική πώληση, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), που κοινοποιήθηκε την 1η Ιουλίου 2015, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι οι αιτούσες ήταν μέλη του ομίλου Coopbox, του οποίου η μητρική εταιρία έλεγχε τις εταιρίες που ανήκαν στον κλάδο της συσκευασίας νωπών τροφίμων του ομίλου CCPL, ο οποίος αποτελούσε consortium συγκείμενο από δέκα συνεταιρισμούς που κατείχαν συμμετοχές σε διάφορες άλλες εταιρίες και δραστηριοποιούνταν σε πλείονες διαφορετικούς τομείς, όπως οι συσκευασίες νωπών τροφίμων μέσω της Coopbox, τα υλικά οικοδομών, οι υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις, η ενέργεια και η αγορά ακινήτων. Κατά την Επιτροπή, η CCPL ήταν η ελέγχουσα μητρική εταιρία του ομίλου CCPL. Στις αιτούσες επιβλήθηκαν πρόστιμα συνολικού ύψους 33694000 ευρώ, ήτοι 22137000 ευρώ για την παράβαση που διαπράχθηκε στην Ιταλία, 10955000 ευρώ για την παράβαση που διαπράχθηκε στη Νοτιοδυτική Ευρώπη και 602000 ευρώ για την παράβαση που διαπράχθηκε στην Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη.

3

Το ποσό των προστίμων αυτών καθορίστηκε μετά από χορήγηση, για λόγους επιείκειας, μειώσεως 20 % επί του ποσού του προστίμου που θα έπρεπε να είχε επιβληθεί στις αιτούσες για την παράβαση που διαπράχθηκε στην Ιταλία και μειώσεως 30 % επί του ποσού των προστίμων που θα έπρεπε να είχαν επιβληθεί στις αιτούσες για τις παραβάσεις που διαπράχθηκαν στη Νοτιοδυτική Ευρώπη καθώς και στην Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη, ήτοι μειώσεως κατά 14 περίπου εκατομμύρια ευρώ, και τούτο κατ’ εφαρμογήν της ανακοινώσεως της Επιτροπής για την απαλλαγή από τα πρόστιμα και τη μείωση του ποσού τους σε υποθέσεις συμπράξεων (ΕΕ 2006, C 298, σ. 17). Επιπλέον, η Επιτροπή, δυνάμει της παραγράφου 35 των κατευθυντηρίων γραμμών της για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23, παράγραφος 2, σημείο αʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (ΕΕ 2006, C 210, σ. 2, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του 2006), δέχθηκε εν μέρει το αίτημα των αιτουσών που επικαλέστηκαν την αδυναμία τους να πληρώσουν τα πρόστιμα και μείωσε κατά [εμπιστευτικό] ( 2 ), που αντιστοιχεί σε περίπου [εμπιστευτικό] ευρώ, το τελικό ποσό των προστίμων που θα έπρεπε να τους είχε επιβάλει.

4

Το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως προβλέπει, στην τελευταία παράγραφό του, ότι η πληρωμή των προστίμων πρέπει να διενεργηθεί εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποιήσεως και ότι, μετά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής, οφείλονται αυτομάτως τόκοι με το επιτόκιο που εφάρμοζε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) στις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως την πρώτη ημέρα του μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου εκδόθηκε η απόφαση, προσαυξημένο κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες. Σε περίπτωση που κάποια από τις επιχειρήσεις στις οποίες επιβλήθηκε πρόστιμο ασκήσει προσφυγή, η επιχείρηση μπορεί να καλύψει το πρόστιμο εμπροθέσμως είτε παρέχοντας τραπεζική εγγύηση είτε προβαίνοντας σε προσωρινή καταβολή του προστίμου.

5

Συναφώς, η επιστολή με την οποία κοινοποιήθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διευκρινίζει ότι, κατά την εκπνοή της προθεσμίας πληρωμής, η Επιτροπή θα προβεί στην είσπραξη της απαιτήσεως, η οποία θα παράγει αυτοδικαίως τόκους από την επομένη ημέρα της εκπνοής της προθεσμίας έως και την ημέρα της αποπληρωμής του προστίμου. Οι τόκοι υπολογίζονται με το βασικό επιτόκιο 0,05 %, προσαυξανόμενο κατά 3,5 μονάδες, ήτοι με επιτόκιο 3,55 %. Σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής, οι προσφεύγουσες οφείλουν να καλύψουν το πρόστιμο πριν από την εκπνοή της προθεσμίας, είτε παρέχοντας χρηματοοικονομική ασφάλεια αποδεκτή από τον υπόλογο της Επιτροπής είτε προβαίνοντας στην προσωρινή καταβολή του προστίμου. Σε περίπτωση χρηματοοικονομικής ασφάλειας, το ποσό του προστίμου θα παράγει τόκους με επιτόκιο 1,55 %. Οποιαδήποτε καθυστέρηση στην πληρωμή ή την παροχή της χρηματοοικονομικής ασφάλειας θα συνεπάγεται τόκους υπερημερίας υπολογιζόμενους με το προμνησθέν βασικό επιτόκιο, προσαυξημένο κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες.

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

6

Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 10 Σεπτεμβρίου 2015, οι αιτούσες άσκησαν προσφυγή με αίτημα την ακύρωση των προστίμων που τους επιβλήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ή, επικουρικώς, τη μείωση του ποσού των προστίμων αυτών. Προς στήριξη της προσφυγής τους, προβάλλουν, μεταξύ άλλων, παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της καταλληλότητας κατά τον καθορισμό του ύψους των επιβληθέντων προστίμων.

7

Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 29 Σεπτεμβρίου 2015, οι αιτούσες υπέβαλαν την υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούν, κατ’ ουσίαν, από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου:

να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον τους επιβάλλει να παράσχουν τραπεζική εγγύηση ή να προβούν στην προσωρινή καταβολή των προστίμων ως όρο προς αποτροπή της άμεσης εισπράξεως του ποσού αυτού·

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

8

Με τις παρατηρήσεις που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Οκτωβρίου 2015, η Επιτροπή ζητεί από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου:

να απορρίψει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων·

να καταδικάσει τις αιτούσες στα δικαστικά έξοδα.

9

Οι αιτούσες απάντησαν στις παρατηρήσεις της Επιτροπής με υπόμνημα της 28ης Οκτωβρίου 2015. Η Επιτροπή έλαβε θέση επί του υπομνήματος αυτού με υπόμνημα της 6ης Νοεμβρίου 2015, μετά την κατάθεση του οποίου ακολούθησε ανταλλαγή επιστολών με ημερομηνίες 18, 23 και 30 Νοεμβρίου καθώς και 3 Δεκεμβρίου 2015.

Σκεπτικό

Γενικές σκέψεις

[παραλειπόμενα]

14

Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί κατά πόσον πληρούται η προϋπόθεση του fumus boni juris. Όσον αφορά το ακριβές περιεχόμενο αυτής της εξετάσεως, φαίνεται ότι, λαμβανομένων υπόψη του άρθρου 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως και της επιστολής κοινοποιήσεως της αποφάσεως αυτής (βλ. ανωτέρω σκέψεις 4 και 5), η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί να έχει άλλον σκοπό παρά την απαλλαγή από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως, λύσεως λιγότερο επαχθούς από την προσωρινή καταβολή των επιβληθέντων προστίμων, ως αναγκαίο όρο προς αποτροπή της άμεσης εισπράξεως των προστίμων αυτών από την Επιτροπή (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διάταξη της 29ης Οκτωβρίου 2009, Novácke chemické závody κατά Επιτροπής,T‑352/09 R, EU:T:2009:422, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

Επί του fumus boni juris

[παραλειπόμενα]

16

Εν προκειμένω, προς στήριξη το επικουρικού αιτήματός τους στο πλαίσιο της κύριας υποθέσεως, με το οποίο ζητούν τη μείωση του ποσού των προστίμων που τους επιβλήθηκαν, οι αιτούσες προσάπτουν στην Επιτροπή, μεταξύ άλλων, ότι δεν έλαβε αρκούντως υπόψη την έλλειψη δυνατότητας πληρωμής του ομίλου CCPL, στον οποίο ανήκουν. Η Επιτροπή, καίτοι αναγνώρισε τη δραματική οικονομική κρίση που έπληττε τον όμιλο αυτόν, αρνήθηκε να χορηγήσει στις αιτούσες σημαντικότερη μείωση του ποσού των επιβληθέντων προστίμων ώστε να διασφαλιστεί η οικονομική επιβίωσή τους.

17

Οι αιτούσες υπενθυμίζουν ότι ο όμιλος CCPL αντιμετωπίζει σήμερα σοβαρή οικονομική κρίση, η οποία τον ανάγκασε να καταρτίσει σχέδιο αναδιαρθρώσεως, το περιεχόμενο του οποίου γνωστοποιήθηκε στην Επιτροπή κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Τα ουσιώδη στοιχεία του σχεδίου συνίσταντο στον εξορθολογισμό του χαρτοφυλακίου συμμετοχών, συμπεριλαμβανομένης της εκχωρήσεως συμμετοχών σε τομείς άλλους από αυτόν της συσκευασίας τροφίμων. Σύμφωνα με το σχέδιο αυτό, η CCPL συνήψε, στις 8 Αυγούστου 2014, συμφωνία «standstill» με τις πιστώτριες τράπεζες, η ισχύς της οποίας θα έληγε στις 30 Ιουνίου 2015 και η οποία είχε ως αντικείμενο την αναστολή της καταβολής των μεριδίων κεφαλαίου καθώς και τη δέσμευση μη ανακλήσεως των χορηγηθεισών πιστώσεων. Αυτή η συμφωνία «standstill» αποσκοπούσε στο να τους παράσχει τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους για την εφαρμογή και την ολοκλήρωση του σχεδίου αναδιαρθρώσεως. Κατά τις αιτούσες, τα έσοδα από τις προβλεπόμενες εκχωρήσεις δεν θα επαρκέσουν για την εξόφληση των τραπεζικών χρεών του ομίλου CCPL ύψους [εμπιστευτικό] ευρώ, οπότε οι οφειλές αυτές πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο αναδιαπραγματεύσεως με τις πιστώτριες τράπεζες, να αναχρηματοδοτηθούν και να εξοφληθούν μετά τη λήξη του σχεδίου αναδιαρθρώσεως. Δεδομένου ότι το σχέδιο αναδιαρθρώσεως δεν έχει ακόμα εγκριθεί από τις πιστώτριες τράπεζες, οι αιτούσες θεωρούν ότι ο όμιλος CCPL δεν έχει χρηματικά διαθέσιμα εκτός του εν λόγω σχεδίου ώστε να αντιμετωπίσει τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση.

18

Οι αιτούσες υπογραμμίζουν ότι η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει, στο παράρτημα IV της προσβαλλομένης αποφάσεως και κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 35 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2006 (βλ. ανωτέρω σκέψη 3), τον άμεσο κίνδυνο της αναγκαστικής εκκαθαρίσεώς τους. Κατά συνέπεια, είναι απολύτως ακατανόητο το ότι η Επιτροπή εκτίμησε ότι οι αιτούσες θα ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν, πριν από την 1η Οκτωβρίου 2015, πρόστιμα συνολικού ύψους άνω των 33 εκατομμυρίων ευρώ, ιδίως καθόσον δεν θα είχαν στη διάθεσή τους προς τούτο καμία από τις πηγές χρηματοδοτήσεως που μνημονεύει η Επιτροπή στο παράρτημα IV της προσβαλλομένης αποφάσεως.

19

Συγκεκριμένα, στο μέτρο που η Επιτροπή προσάπτει στην Coopbox ότι το σχέδιο αναδιαρθρώσεως προβλέπει έσοδα ύψους [εμπιστευτικό] ευρώ, αλλά προορίζει για την πληρωμή των επιβληθέντων προστίμων μόνο [εμπιστευτικό] ευρώ, ενώ η Coopbox είχε προβλέψει προς τούτο [εμπιστευτικό] ευρώ στον προϋπολογισμό του 2013, οι αιτούσες υπογραμμίζουν ότι η εγγραφή της προβλέψεως των [εμπιστευτικό] ευρώ ουδόλως σήμαινε, αυτή καθαυτήν, ότι θα διέθεταν, κατά την ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα απαραίτητα ρευστά για να αντιμετωπίσουν την ενδεχόμενη κύρωση. Επαναλαμβάνουν ότι οι μόνοι πόροι που μπορούσε να διαθέσει ο όμιλος CCPL είναι οι προερχόμενοι από την εκτέλεση του σχεδίου αναδιαρθρώσεως. Όμως, το σχέδιο αυτό δεν έχει ακόμα εγκριθεί από τις πιστώτριες τράπεζες. Εν πάση περιπτώσει, τα έσοδα από τις προβλεπόμενες εκχωρήσεις δεν θα επαρκέσουν για την εξόφληση των τραπεζικών οφειλών ύψους [εμπιστευτικό] ευρώ.

20

Εξάλλου, δεν ήταν οι αιτούσες εκείνες που «επέλεξαν» να προορίσουν για την πληρωμή των προστίμων μόνο [εμπιστευτικό] ευρώ, αλλά πρόκειται για το κατώτατο όριο επιβιώσεως που καθόρισαν οι πιστώτριες τράπεζες στο σχέδιο αναδιαρθρώσεως. Συγκεκριμένα, οι τράπεζες αυτές είναι διατεθειμένες να δεχθούν το σχέδιο υπό τον όρο και μόνον να μη υπερβεί το επίπεδο της κυρώσεως το ανώτατο όριο των [εμπιστευτικό] ευρώ. Οι αιτούσες, από την πλευρά τους, προκειμένου να αποφύγουν την πτώχευση, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να δεχθούν το σχέδιο με τους όρους που επιβλήθηκαν, στην πράξη, από τις πιστώτριες τράπεζες.

21

Στο μέτρο που η Επιτροπή εκτιμά ότι ο όμιλος CCPL θα μπορούσε να αντλήσει πρόσθετους πόρους εκτός του εν λόγω πλαισίου, ιδίως μέσω της πωλήσεως μειοψηφικών οικονομικών συμμετοχών, όπως οι συμμετοχές στις εταιρίες Refincoop SpA, Erzelli Energia Srl, Smec Srl, Sagif SpA και Athenia Net Srl, ή χάρη σε ενδεχόμενη χρηματοοικονομική υποστήριξη εκ μέρους των μελών του, όπως οι συνεταιρισμοί CMB SC ή CCFS SC, οι αιτούσες υποστηρίζουν, αφενός, ότι το γεγονός ότι ο όμιλός τους θα χρησιμοποιούσε τα έσοδα από την πώληση των συμμετοχών για την πληρωμή των προστίμων, και όχι για την εξόφληση των χρεών του, θα συνεπαγόταν την αναγκαστική εκκαθάρισή τους. Κατά συνέπεια, ακόμα και αν υποτεθεί ότι η πώληση των συμμετοχών αυτών θα αποφέρει έσοδα, τα έσοδα αυτά θα πρέπει να χρησιμοποιούν εν πρώτοις για την εξόφληση των χρεών. Αφετέρου, [εμπιστευτικό].

[παραλειπόμενα]

26

Όσον αφορά τη δυνατότητα αντλήσεως πρόσθετων πόρων από την τυχόν οικονομική υποστήριξη εκ μέρους των εταίρων της CCPL, οι αιτούσες υπενθυμίζουν ότι τέσσερις συνεταιρισμοί μέλη της CCPL, οι Coopsette SC, Unieco SC, Open Co SC και CEAP SC, βρίσκονται σε κρίσιμη οικονομική κατάσταση. Όσον αφορά τους λοιπούς, ιδίως τους συνεταιρισμούς CMB και CCFS, οι αιτούσες παρατηρούν, αφενός, ότι ο CMB έχει συμμετοχή κάτω του 20 % στην CCPL και ότι η συμμετοχή αυτή έχει καθαρά θεσμικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, η CCPL αποτελεί consortium συνεταιρισμών πρώτου επιπέδου και κύριος σκοπός της είναι η διευκόλυνση των σκοπών αμοιβαίας υποστηρίξεως των εταίρων της. Είναι, συνεπώς, δύσκολο να εντοπιστεί ένα συγκεκριμένο οικονομικό ή βιομηχανικό συμφέρον του CMB που θα δικαιολογούσε τη χρηματοοικονομική δέσμευσή του προς στήριξη της CCPL. Αφετέρου, οι εσωτερικές διατάξεις που διέπουν την οικονομική δραστηριότητα του CCFS καθορίζουν ανώτατα όρια εκθέσεως για κάθε εταίρο, ήτοι το ένα έκτο της καθαρής λογιστικής περιουσίας του κατά τον τελευταίο εγκριθέντα ισολογισμό, προς αποφυγή της υψηλής συγκεντρώσεως του κινδύνου σε μία μόνη εταιρία. Όμως, λαμβανομένης υπόψη της δραστικής μειώσεως της καθαρής περιουσίας της CCPL, εξαιτίας των ζημιών της το 2013 και το 2014, ήταν αδιανόητο να δεχθεί ο CCFS την αίτησή της για παροχή πιστώσεως.

[παραλειπόμενα]

32

Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί, καταρχάς, ότι η γενικού χαρακτήρα και επί της αρχής επιχειρηματολογία με την οποία η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν υποχρεούται, κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου, να λαμβάνει υπόψη την ελλειμματική οικονομική κατάσταση της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως, καθόσον διαφορετικά θα παρείχε ένα αδικαιολόγητο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις που είναι λιγότερο προσαρμοσμένες στις συνθήκες της αγοράς, δεν είναι λυσιτελής στο παρόν πλαίσιο. Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή έλαβε όντως υπόψη της, στο παράρτημα IV της προσβαλλομένης αποφάσεως και κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 35 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2006, την ελλειμματική οικονομική κατάσταση των αιτουσών.

33

Έτσι, η Επιτροπή εκτίμησε, στο εν λόγω παράρτημα, ότι [εμπιστευτικό]. Κατά την Επιτροπή, [εμπιστευτικό], η κατάσταση δε αυτή οφείλεται κυρίως στην [εμπιστευτικό], γεγονός που επηρεάζει σημαντικά την κατάσταση των χρεών της Coopbox, [εμπιστευτικό]. Πάντοτε κατά την Επιτροπή, από κανένα στοιχείο της σημερινής καταστάσεως της Coopbox δεν προκύπτει ότι θα υπάρξουν [εμπιστευτικό]. Η Επιτροπή βλέπει συνεπώς [εμπιστευτικό].

34

Συνεπώς, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν τίθεται θέμα κρίσεως επί ζητημάτων αρχής, όπως αυτά που θέτει η Επιτροπή, αλλά πρόκειται περί της εξετάσεως του κατά πόσον η Επιτροπή, χορηγώντας μείωση μόνον [εμπιστευτικό] επί του ποσού του προστίμου προκειμένου να ληφθεί υπόψη η αδυναμία πληρωμής της «Coopbox», έλαβε αρκούντως υπόψη της την οικονομική κρίση που διένυε ο όμιλος CCPL κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Στο πλαίσιο αυτό, από διάφορα στοιχεία συνάγεται ότι η Επιτροπή φαίνεται όντως ότι υποτίμησε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τη σοβαρότητα της ελλειμματικής οικονομικής καταστάσεως των αιτουσών, αν αυτές ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο του ομίλου CCPL στον οποίο ανήκουν.

35

Έτσι, πρώτον, χορηγώντας στην «Coopbox» μείωση του ποσού του προστίμου μόνο κατά [εμπιστευτικό], η Επιτροπή προδήλως δεν απέδωσε τη σωστή αξία στην οικονομική ισχύ του ομίλου CCPL. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, οι διάδικοι συμφωνούν ως προς το —επιβεβαιούμενο και από τα στοιχεία της δικογραφίας— γεγονός ότι ο όμιλος CCPL διανύει μια οικονομική κρίση που κατέστησε αναγκαία την κατάρτιση σχεδίου αναδιαρθρώσεως το οποίο, στην αρχική του μορφή του 2014, συνδεόταν με συμφωνία «standstill» με τις πιστώτριες του ομίλου τράπεζες και το οποίο επικαιροποιήθηκε τον Απρίλιο του 2015. Τα ουσιώδη στοιχεία του σχεδίου συνίστανται στην αναδιάρθρωση των χρεών του ομίλου CCPL και στην εκχώρηση συμμετοχών στο κεφάλαιο συγκεκριμένων εταιριών, ενώ τα έσοδα από τις εκχωρήσεις αυτές προορίζονται για την αναθέρμανση των οικονομικών δραστηριοτήτων του ομίλου, επιτρέποντάς του παράλληλα να εξοφλήσει τα τραπεζικά χρέη του.

36

Οι αιτούσες υπογραμμίζουν, χωρίς ουσιαστικό αντίλογο από την Επιτροπή, την ανάγκη της αποτελεσματικής εφαρμογής του σχεδίου αναδιαρθρώσεως, που εμφανίζεται ως καθοριστικής σημασίας για την οικονομική επιβίωση του ομίλου, δεδομένου ότι η επισφαλής κατάστασή του επιτείνεται από το γεγονός ότι το σχέδιο αυτό δεν έχει ακόμα εγκριθεί οριστικώς από τις πιστώτριες τράπεζες, και τούτο ακριβώς εξαιτίας του σημαντικού, κατά τις εν λόγω τράπεζες, ύψους των προστίμων που επιβλήθηκαν στις αιτούσες. Στο πλαίσιο αυτό, καίτοι η Επιτροπή εξέφρασε συναφώς αμφιβολίες, δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως περίεργο το ότι οι τράπεζες αυτές επιδιώκουν να επιβάλουν στον όμιλο CCPL την κατά προτεραιότητα εξόφληση των τραπεζικών χρεών τους, που γεννήθηκαν πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προβλέποντας —στο πλαίσιο του σχεδίου που καταρτίστηκε επίσης πριν από την έκδοση της αποφάσεως αυτής— απλώς ως δευτερεύουσα την πληρωμή της μελλοντικής κυρώσεως. Εξάλλου, το γεγονός ότι προς τούτο προβλέφθηκε ποσό μόνον [εμπιστευτικό] ευρώ φαίνεται να αντικατοπτρίζει τον αβέβαιο χαρακτήρα του ποσού των εσόδων που προσδοκώνται από την αναδιάρθρωση του ομίλου, ιδίως των εσόδων από την πώληση στοιχείων ενεργητικού, τα οποία οι τράπεζες φοβούνται, όχι άνευ λόγου, ότι θα αποδειχθούν ανεπαρκή έστω και για την κατά προτεραιότητα εξόφληση των απαιτήσεών τους.

[παραλειπόμενα]

39

Τρίτον, η Επιτροπή, κρίνοντας ότι οι αιτούσες είναι σε θέση να καλύψουν τα επιβληθέντα πρόστιμα κάνοντας χρήση των πόρων ορισμένων συνεταιρισμών μετόχων της CCPL, μεταξύ άλλων των CMB και CCFS, φαίνεται να παραβλέπει τη συνεταιριστική δομή του ομίλου CCPL. Πράγματι, αντίθετα προς έναν οικονομικό όμιλο ο οποίος, στο πλαίσιο κάθετης ενιαίας οργανώσεως, διευθύνεται από μια μητρική εταιρία που διαμορφώνει και καθορίζει την οικονομική στρατηγική καθώς και τα κοινά συμφέροντα όλων των μελών του ομίλου, με συνέπεια την αμοιβαία χρηματοοικονομική ευθύνη, τα μέλη που απαρτίζουν ένα συνεταιρισμό διατηρούν, κατά κανόνα, μεγαλύτερη χρηματοοικονομική ανεξαρτησία. Στηριζόμενος στην αρχή της συνεργασίας, ο συνεταιρισμός έχει ως σκοπό την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μελών του, ιδίως παρέχοντάς τους υπηρεσίες, οργανώνοντας τη συγκεντρωτική πώληση των προϊόντων τους, προβαίνοντας στην από κοινού αγορά πρώτων υλών και προσφέροντας δυνατότητες εργασίας. Επομένως, ένα μέλος συνεταιρισμού έχει πολύ περιορισμένο αντικειμενικό συμφέρον να στηρίξει οικονομικώς ένα άλλο μέλος εντός του ίδιου συνεταιρισμού. Όσον αφορά το συμφέρον του μέλους να διασφαλίσει την οικονομική επιβίωση του συνεταιρισμού «του» σε περίπτωση απειλής αναγκαστικής εκκαθαρίσεως, το συμφέρον αυτό είναι επίσης περιορισμένο, καθόσον εξαρτάται από τα συγκεκριμένα πλεονεκτήματα που αντλεί από την υπαγωγή του στον συνεταιρισμό, τις δυνατότητες προσχωρήσεως σε κάποιον άλλο, ενδεχομένως νεοσυσταθέντα, συνεταιρισμό σε περίπτωση παύσεως της λειτουργίας του παλαιού, καθώς και από το κόστος αυτής της προσχωρήσεως σε νέο συνεταιρισμό.

40

Το αυτό ισχύει, καταρχήν, ως προς τη δομή του ομίλου CCPL, για τον οποίο οι αιτούσες αναφέρουν κατ’ ουσίαν, χωρίς να αντικρούονται από την Επιτροπή, ότι πρόκειται για consortium συνεταιρισμών πρώτου επιπέδου, ο κύριος σκοπός του οποίου συνίσταται στη διευκόλυνση των σκοπών αμοιβαίας υποστηρίξεως των συνεταιρισμών μελών του, μεταξύ άλλων του CMB, οι συμμετοχές του οποίου έχουν καθαρώς θεσμικό χαρακτήρα. Είναι θεμιτό να υποτεθεί ότι ο CMB —τιθέμενος ενώπιον του διλήμματος να χρησιμοποιήσει τους ως φαίνεται σημαντικούς πόρους του (βλ. σκέψη 28 ανωτέρω) για να υποστηρίξει μια συνεταιριστική δομή υπερχρεωμένη και εκτεθειμένη, ακριβώς εξαιτίας των επιβληθέντων προστίμων, στον κίνδυνο αναγκαστικής εκκαθαρίσεως ή για να επενδύσει, ενδεχομένως, σε μια νέα συνεταιριστική δομή— ουδόλως έχει αντικειμενικό συμφέρον να δεσμευθεί για να παράσχει στην ελέγχουσα μητρική εταιρία CCPL ή σε αδελφούς συνεταιρισμούς μεγάλης κλίμακας χρηματοοικονομική υποστήριξη. Το συμφέρον αυτό φαίνεται, για τους ίδιους λόγους, ασήμαντο και όσον αφορά τον χρηματοδοτικό συνεταιρισμό CCFS, του οποίου η δραστηριότητα, επιπλέον, υπόκειται σε αυστηρούς τραπεζικούς κανόνες και ο οποίος αποτελεί ήδη τον σημαντικότερο τραπεζικό πιστωτή του ομίλου CCPL, με τη διευκρίνιση ότι, δυνάμει των εσωτερικών του κανόνων, η απαίτησή του πρέπει να είναι καλυμμένη με κατάλληλες εγγυήσεις. Όμως, λόγω της δύσκολης οικονομικής καταστάσεώς του, ο όμιλος αυτός δεν φαίνεται να είναι σε θέση να παράσχει στον CCFS πρόσθετες εγγυήσεις, πράγμα που φαίνεται να αποκλείει, εκ πρώτης όψεως, οποιαδήποτε εύλογη δυνατότητα χρηματοδοτήσεως, εκ μέρους του CCFS, των προστίμων που επιβλήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση.

41

Συνεπώς, η επιχειρηματολογία που προβάλλουν οι αιτούσες για να αποδείξουν ότι η Επιτροπή υποτίμησε την ελλειμματική οικονομική κατάσταση του ομίλου CCPL δεν φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, στερούμενη σοβαρού ερείσματος. Εν πάση περιπτώσει, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει ότι η εκτίμηση των στοιχείων που μόλις μνημονεύθηκαν απαιτεί ενδελεχή εξέταση από τον δικαστή της ουσίας στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Κατά συνέπεια, υφίσταται fumus boni juris όσον αφορά τη χορήγηση στις αιτούσες μειώσεως του ποσού των επιβληθέντων προστίμων μεγαλύτερης από αυτή που χορήγησε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση.

42

Πρέπει να προστεθεί ότι, κατά το άρθρο 261 ΣΛΕΕ και το άρθρο 31 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101 ΣΛΕΕ] και [102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), το Γενικό Δικαστήριο διαθέτει πλήρη δικαιοδοσία ως προς τις προσφυγές που ασκούνται κατά των αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή επιβάλλει πρόστιμο ή χρηματική ποινή. Εν προκειμένω, είναι αρκούντως πιθανό ότι το Γενικό Δικαστήριο, κάνοντας χρήση της δικαιοδοσίας αυτής όταν θα αποφανθεί επί της κύριας προσφυγής, θα μειώσει ακόμα περισσότερο το ποσό των προστίμων που επιβλήθηκαν στις αιτούσες (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διάταξη της 13ης Απριλίου 2011, Westfälische Drahtindustrie κ.λπ. κατά Επιτροπής,T‑393/10 R, Συλλογή, EU:T:2011:178, σκέψη 60). Πράγματι, το δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας, όταν ασκεί την εξουσία μεταρρυθμίσεως, μπορεί να λαμβάνει υπόψη του τη νομική και πραγματική κατάσταση που επικρατεί κατά τον χρόνο κατά τον οποίο κρίνει επί της υποθέσεως (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 1974, Istituto Chemioterapico Italiano και Commercial Solvents κατά Επιτροπής, 6/73 και 7/73, Συλλογή, EU:C:1974:18, σκέψεις 51 και 52· της 14ης Ιουλίου 1995, CB κατά Επιτροπής,T‑275/94, Συλλογή, EU:T:1995:141, σκέψη 61, και της 5ης Οκτωβρίου 2011, Romana Tabacchi κατά Επιτροπής,T‑11/06, Συλλογή, EU:T:2011:560, σκέψεις 282 έως 285). Στα σημεία 3 και 42 του υπομνήματός τους της 28ης Οκτωβρίου 2015, οι αιτούσες υπογραμμίζουν, χωρίς να αντικρούονται λυσιτελώς από την Επιτροπή, ότι η χρηματοοικονομική κατάσταση του ομίλου CCPL, ιδίως αυτή των συνεταιρισμών Coopsette και Open, σημείωσε περαιτέρω επιδείνωση κατά το τρίτο τρίμηνο του 2015 σε σχέση προς την κατάσταση που ελήφθη υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση.

43

Περατώνοντας την εξέταση του fumus boni juris, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων κρίνει, συνεπώς, ότι υφίσταται εκ πρώτης όψεως αρκούντως μεγάλη πιθανότητα να χορηγήσει το δικαστήριο της ουσίας στις αιτούσες σημαντική μείωση του ποσού των προστίμων που επέβαλε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επί του επείγοντος

[παραλειπόμενα]

48

Όπως προκύπτει από το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως και από την επιστολή με την οποία κοινοποιήθηκε η απόφαση αυτή (βλ. ανωτέρω σκέψεις 4 και 5), η Επιτροπή επέτρεψε στις αιτούσες να κάνουν χρήση τραπεζικής εγγυήσεως προκειμένου να απαλλαγούν προσωρινώς από την υποχρέωση πληρωμής των επιβληθέντων προστίμων, χωρίς να χρειάζεται να καταβάλουν τα ζητούμενα ποσά κατά τον χρόνο που καθίστανται απαιτητά.

49

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δεδομένου ότι η δυνατότητα απαιτήσεως της συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως αντιστοιχεί στη γενική και εύλογη γραμμή συμπεριφοράς της Επιτροπής, μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις μπορούν οι αιτούσες να απαλλαγούν από την υποχρέωση παροχής τέτοιας εγγυήσεως ως προϋποθέσεως για την αποτροπή της άμεσης εισπράξεως των επιβληθέντων προστίμων [βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διατάξεις της 23ης Μαρτίου 2001, FEG κατά Επιτροπής,C‑7/01 P(R), Συλλογή, EU:C:2001:183, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και Fapricela κατά Επιτροπής, προμνησθείσα στη σκέψη 46, EU:T:2011:395, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

50

Προκειμένου να αποδείξουν ότι συντρέχουν τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις, οι αιτούσες οφείλουν, καταρχήν, να αποδείξουν είτε ότι τους είναι αντικειμενικώς αδύνατο να συστήσουν τραπεζική εγγύηση είτε ότι η σύστασή της θα έθετε σε κίνδυνο την ύπαρξή τους (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διατάξεις Westfälische Drahtindustrie κ.λπ. κατά Επιτροπής, προμνησθείσα στη σκέψη 42, EU:T:2011:178, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και Fapricela κατά Επιτροπής, προμνησθείσα στη σκέψη 46, EU:T:2011:395, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

51

Οι δύο αυτές περιστάσεις ισχύουν εναλλακτικώς και όχι σωρευτικώς. Κατά συνέπεια, αν οι αιτούσες είναι σε θέση να αποδείξουν, επαρκώς κατά δίκαιο, ότι τους είναι αντικειμενικώς αδύνατο να συστήσουν τραπεζική εγγύηση για τα επιβληθέντα πρόστιμα, πρέπει, σύμφωνα με την προμνησθείσα στην προηγούμενη σκέψη νομολογία, να αναγνωριστεί ο επείγων χαρακτήρας της ζητηθείσας αναστολής εκτελέσεως.

[παραλειπόμενα]

56

Στην υπό κρίση περίπτωση, από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο όμιλος CCPL απευθύνθηκε, τον Ιούλιο του 2015, σε δεκατρία χρηματοπιστωτικά ιδρύματα —Unicredit, Intesa SanPaolo, Monte dei Paschi di Siena, Banca Nazionale del Lavoro, Unipol Banca, Banca Popolare di Milano, Banco Popolare, BPER, Cariparma, Carige, CCFS, Coopfond και Carisbo— προκειμένου να επιτύχει τραπεζική εγγύηση καλύπτουσα τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί στις αιτούσες με την προσβαλλόμενη απόφαση. Όλες αυτές οι αιτήσεις συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως απορρίφθηκαν.

[παραλειπόμενα]

61

Από την ανάγνωση των εγγράφων αυτών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι στην πολύ μεγάλη πλειονότητά τους τα χρηματοπιστωτικά αυτά ιδρύματα δικαιολόγησαν την άρνησή τους προβάλλοντας λεπτομερή επιχειρήματα σχετικά με την αβέβαιη χρηματοοικονομική κατάσταση του ομίλου CCPL, η οποία δεν τους επέτρεπε να χορηγήσουν τη ζητηθείσα τραπεζική εγγύηση. Προς τούτο, επικαλέστηκαν, ιδίως, τα σχετικά λογιστικά έγγραφα όσον αφορά την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του ομίλου CCPL, το σχέδιο που καταρτίστηκε για την αναδιάρθρωση του ομίλου αυτού και το ύψος των επιβληθέντων προστίμων.

62

Όσον αφορά το πλαίσιο των αντιστοίχων αιτήσεων τραπεζικής εγγυήσεως, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, στις αρχές Ιουλίου του 2015, ένα γραφείο συμβούλων στρατηγικής πολιτικής που εκπροσωπούσε τον όμιλο CCPL ήλθε σε επαφή, μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, με τα συγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και οι επίσημες πιστώτριες τράπεζες του ομίλου CCPL, καθώς και με διαφόρους δικηγόρους. Με την ευκαιρία αυτή, το εν λόγω γραφείο τούς υπέβαλε έγγραφο που προέβλεπε τα «διάφορα εναλλακτικά σενάρια» για τον όμιλο και προσδιόριζε δύο εναλλακτικές πορείες: είτε την άσκηση προσφυγής κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, συμπεριλαμβανομένης της χορηγήσεως τραπεζικής εγγυήσεως, και την κατάθεση συμφωνίας αναδιαρθρώσεως των χρεών του ομίλου προς αποτροπή της πτωχεύσεως, είτε την κίνηση πτωχευτικής διαδικασίας με σκοπό την εκκαθάριση. Το έγγραφο αυτό εξέθετε, μεταξύ άλλων, τα πλεονεκτήματα μιας αναδιαρθρώσεως με τη χορήγηση τραπεζικής εγγυήσεως βάσει της αξίας εκκαθαρίσεως των στοιχείων ενεργητικού και της εισπράξεως των απαιτήσεων, σε σχέση προς την περίπτωση ενός πτωχευτικού συμβιβασμού. Στο πλαίσιο αυτό, διατυπώνονταν οι λεπτομερείς όροι της κατανομής των μεριδίων της τραπεζικής εγγυήσεως μεταξύ των τραπεζών, υπό την έννοια ότι οκτώ τράπεζες, μεταξύ των οποίων οι επίσημες πιστώτριες τράπεζες, θα παρείχαν μερικές εγγυήσεις, των οποίων το επιμέρους ποσό θα αντιστοιχούσε στην τραπεζική απαίτηση που είχε καθεμία από αυτές έναντι του ομίλου.

63

Βάσει των ανωτέρω, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν θεωρεί εύλογο να αμφισβητηθεί ότι το έγγραφο που μόλις μνημονεύθηκε —το οποίο η Επιτροπή χαρακτηρίζει ως απλό προπαρασκευαστικό έγγραφο για τη συζήτηση με τις πιστώτριες τράπεζες— υπήρξε όντως ένα από τα στοιχεία επί των οποίων τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα από τα οποία ζητήθηκε να χορηγήσουν τραπεζική εγγύηση στήριξαν την άρνησή τους να χορηγήσουν τη ζητηθείσα εγγύηση. Συνεπώς, η άρνηση αυτή αφορούσε και τις περιπτώσεις κλιμακουμένων εγγυήσεων.

64

Επομένως, οι αιτούσες, ως μέλη του ομίλου CCPL, κατέβαλαν εγκαίρως σοβαρές προσπάθειες να επιτύχουν τραπεζική εγγύηση καλύπτουσα τα πρόστιμα που τους είχαν επιβληθεί. Οι προσπάθειες αυτές αποδείχθηκαν μάταιες, διότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στα οποία απευθύνθηκαν απέρριψαν τις αιτήσεις χορηγήσεως εγγυήσεως αφού εξέτασαν ενδελεχώς τη χρηματοοικονομική κατάσταση του ομίλου CCPL, όπως αναφέρουν σχεδόν όλες οι αρνητικές επιστολές τους, από τις οποίες προκύπτει ότι τα ιδρύματα αυτά ήταν απολύτως ενήμερα της καταστάσεως του ομίλου στο σύνολό του. Υπό τις περιστάσεις αυτές, είναι αδιάφορο ότι μόνον η εταιρία Unipol Banca δικαιολόγησε την άρνησή της αναφερόμενη, με λακωνικό τρόπο, στην «εμπεριστατωμένη εκτίμηση της αιτήσεως».

[παραλειπόμενα]

66

Εφόσον δώδεκα συνολικώς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αρνήθηκαν να χορηγήσουν τραπεζική εγγύηση στις αιτούσες, δικαιολογώντας την άρνηση αυτή με τους λόγους που μόλις εκτέθηκαν, οι αιτούσες απέδειξαν επαρκώς κατά δίκαιο ότι τους ήταν αντικειμενικώς αδύνατο να επιτύχουν τέτοια εγγύηση, ιδίως καθόσον, σε ανάλογες καταστάσεις, η νομολογία έχει ήδη κρίνει ότι αρκούσαν δύο ή τρεις αρνήσεις (διατάξεις της 13ης Ιουλίου 2006, Romana Tabacchi κατά Επιτροπής,T‑11/06 R, Συλλογή, EU:T:2006:217, σκέψεις 102 και 103, και 1. garantovaná κατά Επιτροπής, προμνησθείσα στη σκέψη 44, EU:T:2011:63, σκέψη 56).

67

Κανένα από τα επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή προς αμφισβήτηση αυτού του συμπεράσματος δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

68

Πρώτον, η Επιτροπή προσάπτει στις αιτούσες ότι δεν εκμεταλλεύθηκαν επαρκώς τους πόρους του ομίλου CCPL, απευθυνόμενες στους συνεταιρισμούς μέλη της CCPL, ιδίως στον CMB ή στον CCFS που κατείχαν, έκαστος, το 19,42 % του κεφαλαίου της και διέθεταν επαρκείς πόρους (βλ. ανωτέρω σκέψη 28), προκειμένου να λάβουν χρηματοοικονομική υποστήριξη που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως υπόβαθρο ενδεχομένων τραπεζικών εγγυήσεων.

69

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η λήψη υπόψη της ισχύος του ομίλου στον οποίο ανήκει ο διάδικος που ζητεί τη χορήγηση προσωρινών μέτρων στηρίζεται στην ιδέα ότι τα αντικειμενικά συμφέροντα του διαδίκου αυτού δεν εμφανίζουν αυτοτέλεια σε σχέση προς τα συμφέροντα των προσώπων που τον ελέγχουν ή είναι μέλη του ιδίου ομίλου, διευκρινιζομένου ότι η προσέγγιση αυτή ισχύει, λαμβανομένης υπόψη της δομής του ομίλου όσον αφορά τα μέλη του, ακόμα και σε μειοψηφούντα μέλη που κατέχουν το 50 %, το 40 %, ή ακόμα και το 30 % του κεφαλαίου της συγκεκριμένης εταιρίας (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διατάξεις Westfälische Drahtindustrie κ.λπ. κατά Επιτροπής, προμνησθείσα στη σκέψη 42, EU:T:2011:178, σκέψη 38· της 21ης Ιουνίου 2011, MB System κατά Επιτροπής,T‑209/11 R, EU:T:2011:297, σκέψη 35, και της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, Tilly-Sabco κατά Επιτροπής,T‑397/13 R, EU:T:2013:502, σκέψη 41).

70

Πάντως, όπως εκτέθηκε ανωτέρω στις σκέψεις 39 και 40, δεν υφίσταται αρκούντως στενή σύγκλιση των συμφερόντων εντός του ομίλου CCPL, ιδίως μεταξύ, αφενός, των συνεταιρισμών CMB και CCFS και, αφετέρου, των αιτουσών, ήτοι της ελέγχουσας μητρικής εταιρίας και των αδελφών εταιριών. Κατά συνέπεια, η έννοια του ομίλου, κατά τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω στη σκέψη 69, δεν έχει εφαρμογή σε ένα συνεταιριστικό περιβάλλον, οπότε, στο παρόν πλαίσιο, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οι χρηματοοικονομικοί πόροι των CMB και CCFS. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν είναι απαραίτητο να καθοριστεί κατά πόσον μια μειοψηφική συμμετοχή αντιπροσωπεύουσα μόνον το 19,42 % του κεφαλαίου μπορεί να θεωρηθεί αρκούντως σημαντική ώστε να τύχει εφαρμογής η έννοια του ομίλου.

[παραλειπόμενα]

75

Από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι οι αιτούσες απέδειξαν επαρκώς κατά δίκαιο τον επείγοντα χαρακτήρα του προσωρινού μέτρου που ζητούν.

Επί της σταθμίσεως των συμφερόντων

[παραλειπόμενα]

77

Στην υπό κρίση περίπτωση, οι αιτούσες απέδειξαν όχι μόνον το επείγον των προσωρινών μέτρων που ζητούν, αποδεικνύοντας ότι τους ήταν αντικειμενικώς αδύνατον να επιτύχουν τη χορήγηση τραπεζικής εγγυήσεως καλύπτουσας τα πρόστιμά τους, αλλά και το fumus boni juris του επικουρικού αιτήματός τους προς μείωση του ποσού των προστίμων αυτών. Πρέπει, συνεπώς, να αναγνωριστεί ότι έχουν θεμιτό συμφέρον στην αναστολή της εκτελέσεως της υποχρεώσεως που τους επιβλήθηκε όσον αφορά τη σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως για τα πρόστιμα αυτά (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διάταξη Westfälische Drahtindustrie κ.λπ. κατά Επιτροπής, προμνησθείσα στη σκέψη 42, EU:T:2011:178, σκέψη 63). Πράγματι, αν η αίτησή τους για τη λήψη προσωρινών μέτρων δεν γίνει δεκτή, η Επιτροπή θα μπορούσε να προβεί στην άμεση είσπραξη των προστίμων, πράγμα που θα συνεπαγόταν, κατά πάσα πιθανότητα, την αναγκαστική εκκαθάριση των αιτουσών ως προς την οποία η ίδια η Επιτροπή αναφέρει, στο παράρτημα IV της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι θα έπρεπε να αποφευχθεί. Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι στον όμιλο CCPL απασχολούνται σήμερα 822 μισθωτοί, εκ των οποίων οι 647 στον κλάδο της συσκευασίας νωπών τροφίμων. Συνεπώς, σε περίπτωση αναγκαστικής εκκαθαρίσεως, θα σημειωνόταν αύξηση της ανεργίας, πράγμα το οποίο εξάλλου η Επιτροπή ρητώς παραδέχεται στο παράρτημα IV της προσβαλλομένης αποφάσεως.

78

Στο μέτρο που η Επιτροπή επικαλείται το δημόσιο συμφέρον στη διατήρηση της αποτελεσματικότητας των κανόνων ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το αποτρεπτικό αποτέλεσμα των προστίμων που επιβάλλει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το συμφέρον αυτό δεν αντιτίθεται στην αρχή μιας μειώσεως, ακόμα και σημαντικής, του ποσού των προστίμων που επιβάλλει. Πράγματι, όπως προκύπτει από την παράγραφο 35 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2006, η Επιτροπή επιφυλάσσει ρητώς για τον εαυτό της δικαίωμα να χορηγεί μειώσεις προστίμου ώστε να λαμβάνει υπόψη την αδυναμία πληρωμής στην οποία τελούν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Συνεπώς, δεν μπορεί να μην αναγνωριστεί δικαίωμα χορηγήσεως απαλλαγής από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, ο οποίος καλείται να αναζητήσει, για τη διάρκεια της κύριας δίκης, μια ισορροπία μεταξύ του αποτρεπτικού αποτελέσματος του επιβληθέντος προστίμου και της οικονομικής καταστάσεως της τιμωρουμένης επιχειρήσεως.

[παραλειπόμενα]

80

Από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτέρων περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την πραγματική και νομική κατάσταση των αιτουσών, ιδίως της αντικειμενικής αδυναμίας τους να συστήσουν, προς το παρόν, τραπεζική εγγύηση καλύπτουσα τα επιβληθέντα πρόστιμα, τα συμφέροντα των αιτουσών πρέπει να υπερισχύσουν των συμφερόντων που επικαλείται η Επιτροπή.

81

Πρέπει, ωστόσο, να παρατηρηθεί, αφενός, ότι η ύπαρξη fumus boni juris αναγνωρίστηκε μόνον για το επικουρικό αίτημα, με το οποίο ζητείται μείωση του ποσού των επιβληθέντων προστίμων, και, αφετέρου, ότι οι αιτούσες δήλωσαν, με τα υπομνήματά τους της 28ης Οκτωβρίου καθώς και της 18ης και της 30ής Νοεμβρίου 2015, ότι ήταν έτοιμες να προχωρήσουν σε κλιμακωτή πληρωμή των προστίμων. Συναφώς, υπενθύμισαν ότι το σχέδιο αναδιαρθρώσεως του ομίλου CCPL —που έχει υποβληθεί προς έγκριση στις πιστώτριες τράπεζες— επέτρεπε, προς το παρόν, να προορίσουν για την πληρωμή των προστίμων το ποσό των [εμπιστευτικό] ευρώ. Επιπλέον, δήλωσαν ότι ήταν πρόθυμες —υπό την επιφύλαξη της εγκρίσεως από τις τράπεζες αυτές— να προορίσουν για την εν λόγω πληρωμή τα τυχόν έσοδα που θα μπορούσαν να ανέλθουν σε [εμπιστευτικό] ευρώ, αν όχι περισσότερα, από τη σχεδιαζόμενη εκχώρηση των συμμετοχών τους στις Refincoop, Erzelli Energia και Smec.

82

Με το υπόμνημά τους της 30ής Νοεμβρίου 2015, οι αιτούσες πρόσθεσαν ότι, όταν θα έχουν εκχωρήσει τις συμμετοχές που κατέχουν στις Refincoop, Erzelli Energia και Smec, το μόνο στοιχείο ενεργητικού που θα διαθέτουν θα είναι συμμετοχή τους στον [εμπιστευτικό]. Προκειμένου η Επιτροπή να μην προβεί σε πράξεις εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως έναντι των αιτουσών και για να καλυφθεί το σύνολο του ποσού των επιβληθέντων προστίμων, οι αιτούσες προτίθενται να εκχωρήσουν σε τρίτους [εμπιστευτικό], του οποίου η λογιστική αξία ανέρχεται σε περισσότερα από [εμπιστευτικό] ευρώ. Στην περίπτωση αυτή, είναι αδύνατο να προβλεφθεί η ημερομηνία της εκχωρήσεως αυτής και το χρονικό διάστημα που θα απαιτηθεί ώστε τα συνακόλουθα έσοδα να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την πληρωμή των προστίμων. Επιπλέον, η δυνατότητα των αιτουσών να προβούν στην εκχώρηση του [εμπιστευτικό] εξαρτάται από την έγκριση εκ μέρους των πιστωτριών τραπεζών.

[παραλειπόμενα]

85

Υπό τις περιστάσεις αυτές, προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης καθώς και το αποτρεπτικό αποτέλεσμα των επιβληθέντων προστίμων, η χορήγηση της ζητηθείσας απαλλαγής πρέπει να εξαρτηθεί από τον όρον ότι οι αιτούσες:

θα διαβιβάζουν, ανά τρίμηνο, στην Επιτροπή τακτικές και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή του σχεδίου αναδιαρθρώσεως του ομίλου CCPL και σχετικά με τα έσοδα από την πώληση των στοιχείων του ενεργητικού του τόσο σε εκτέλεση του σχεδίου όσο και «εκτός» αυτού·

θα καταβάλουν στην Επιτροπή:

το ποσό των 5 εκατομμυρίων ευρώ, μόλις το εισπράξουν από την εν λόγω πώληση,

το σύνολο των εσόδων που θα αποκομίσουν από τη σχεδιαζόμενη εκχώρηση των συμμετοχών στις Refincoop, Erzelli Energia και Smec, μόλις πραγματοποιήσουν τα έσοδα αυτά.

[παραλειπόμενα]

 

Για τους λόγους αυτούς,

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

διατάσσει:

 

1)

Αναστέλλει την υποχρέωση των αιτουσών, CCPL — Consorzio Cooperative di Produzione e Lavoro SC, Coopbox group SpA, Poliemme Srl, Coopbox Hispania, SL και Coopbox Eastern s.r.o., να συστήσουν υπέρ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τραπεζική εγγύηση προς αποτροπή της άμεσης εισπράξεως των προστίμων που τους επιβλήθηκαν με το άρθρο 2 της αποφάσεως C(2015) 4336 τελικό της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 2015, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (AT.39563 — Συσκευασία τροφίμων για λιανική πώληση), υπό τον όρον ότι:

εντός μηνός από την κοινοποίηση της παρούσας διατάξεως και, στη συνέχεια, ανά τρίμηνο έως την έκδοση της αποφάσεως επί της κύριας υποθέσεως καθώς και με την επέλευση οποιουδήποτε γεγονότος ικανού να επηρεάσει τη μελλοντική ικανότητά τους να εξοφλήσουν τα επιβληθέντα πρόστιμα, οι αιτούσες θα υποβάλλουν γραπτώς στην Επιτροπή λεπτομερή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του σχεδίου αναδιαρθρώσεως του ομίλου CCPL και σχετικά με τα έσοδα από την πώληση των στοιχείων του ενεργητικού του τόσο σε εκτέλεση του σχεδίου όσο και «εκτός» του σχεδίου αυτού·

οι αιτούσες θα καταβάλουν στην Επιτροπή το ποσό των 5 εκατομμυρίων ευρώ, μόλις το εισπράξουν από την εν λόγω πώληση, καθώς και το σύνολο των εσόδων που θα αποκομίσουν από τη σχεδιαζόμενη εκχώρηση των συμμετοχών στις Refincoop SpA, Erzelli Energia Srl και Smec Srl, μόλις πραγματοποιήσουν τα έσοδα αυτά.

 

2)

Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

 

Λουξεμβούργο, 15 Δεκεμβρίου 2015.

 

Ο Γραμματέας

E. Coulon

Ο Πρόεδρος

M. Jaeger


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.

( 1 ) Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.

( 2 ) Μη δημοσιοποιούμενα εμπιστευτικά στοιχεία.