ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 7ης Σεπτεμβρίου 2017 ( *1 )
«Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία για την κήρυξη της ακυρότητας – Λεκτικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης Vermögensmanufaktur – Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου – Περιγραφικός χαρακτήρας – Απουσία διακριτικού χαρακτήρα – Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 – Άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009»
Στην υπόθεση T‑374/15,
VM Vermögens-Management GmbH, με έδρα το Ντίσελντορφ (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους T. Dolde και P. Homann, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενου από τον S. Hanne,
καθού,
αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO, παρεμβαίνουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου:
DAT Vermögensmanagement GmbH, με έδρα το Baldham (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον H.‑G. Stache, δικηγόρο,
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του πέμπτου τμήματος προσφυγών του EUIPO της 29ης Απριλίου 2015 (υπόθεση R 418/2014‑5), σχετικά με διαδικασία κηρύξεως της ακυρότητας μεταξύ της DAT Vermögensmanagement και της VM Vermögens-Management,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. Berardis, πρόεδρο, Σ. Παπασάββα και O. Spineanu-Matei (εισηγήτρια), δικαστές,
γραμματέας: M. Marescaux, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 9 Ιουλίου 2015,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως του EUIPO, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Σεπτεμβρίου 2015,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως της παρεμβαίνουσας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Σεπτεμβρίου 2015,
έχοντας υπόψη τη μεταβολή της συνθέσεως των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου,
έχοντας υπόψη τη νέα ανάθεση της υποθέσεως στο έκτο τμήμα και την ανάθεσή της σε νέο εισηγητή δικαστή,
έχοντας υπόψη την επιστολή του EUIPO της 15ης Νοεμβρίου 2016, που περιελήφθη στη δικογραφία με απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2016, και τις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας και της παρεμβαίνουσας επί της επιστολής αυτής που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, αντιστοίχως, στις 13 και στις 12 Δεκεμβρίου 2016,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 8ης Μαρτίου 2017, στην οποία η παρεμβαίνουσα δεν παρέστη,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση ( 1 )
Ι. Ιστορικό της διαφοράς
|
1 |
Στις 18 Δεκεμβρίου 2009, η προσφεύγουσα, VM Vermögens-Management GmbH, υπέβαλε στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1). |
|
2 |
Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση είναι το λεκτικό σημείο Vermögensmanufaktur. |
|
3 |
Οι υπηρεσίες για τις οποίες ζητήθηκε η καταχώριση του σήματος εμπίπτουν στις κλάσεις 35 και 36 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας της 15ης Ιουνίου 1957 για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν, για καθεμία από τις κλάσεις αυτές, στην εξής περιγραφή:
|
|
4 |
Η αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθ. 26/2011 Δελτίο κοινοτικών σημάτων, της 8ης Φεβρουαρίου 2011. Το επίδικο σήμα καταχωρίστηκε στις 18 Μαΐου 2011 υπό τον αριθμό 8770042. |
|
5 |
Στις 30 Ιουλίου 2012, η παρεμβαίνουσα, DAT Vermögensmanagement GmbH, κατέθεσε αίτηση ενώπιον του EUIPO ζητώντας να κηρυχθεί άκυρο το επίμαχο σήμα για όλες τις υπηρεσίες για τις οποίες είχε καταχωριστεί. Προς στήριξη της αιτήσεώς της, η παρεμβαίνουσα προσκόμισε τα παραρτήματα 1 έως 6, που παρατίθενται στη σκέψη 3 της αποφάσεως της 29ης Απριλίου 2015 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το πέμπτο τμήμα προσφυγών του EUIPO έκανε δεκτή την προσφυγή της. |
|
6 |
Ο λόγος ακυρότητας που προβλήθηκε προς στήριξη αυτής της αιτήσεως ήταν ο μνημονευόμενος στο άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού αυτού. |
|
7 |
Στις 15 Ιανουαρίου 2013, η προσφεύγουσα υπέβαλε τις από 9 Ιανουαρίου 2013 παρατηρήσεις της ζητώντας την απόρριψη της αιτήσεως κηρύξεως της ακυρότητας στο σύνολό της. Συναφώς, προσκόμισε τα παραρτήματα 1 έως 17, που παρατίθενται στη σκέψη 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως. |
|
8 |
Στις 7 Ιουνίου 2013, η παρεμβαίνουσα κατέθεσε τις παρατηρήσεις της επί των παρατηρήσεων της προσφεύγουσας της 15ης Ιανουαρίου 2013 (στο εξής: παρατηρήσεις της 7ης Ιουνίου 2013) και προσκόμισε τα παραρτήματα 7 έως 25 που παρατίθενται στη σκέψη 3 της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Ζήτησε επίσης να παραταθεί η προθεσμία προκειμένου να προσκομίσει τα συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία που είχε ζητήσει να συμβουλευθεί στο Deutsches Patent‑ und Markenamt (Γραφείο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων της Γερμανίας), αλλά τα οποία δεν είχε ακόμη λάβει. [παραλειπόμενα] |
|
10 |
Στις 23 Αυγούστου 2013, η παρεμβαίνουσα κατέθεσε νέες παρατηρήσεις (στο εξής: παρατηρήσεις της 23ης Αυγούστου 2013), στις οποίες επισυνάπτονταν τα παραρτήματα 26 έως 30, που παρατίθενται στη σκέψη 3 της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Το τμήμα ακυρώσεων χαρακτήρισε, εκ παραδρομής, αυτές τις παρατηρήσεις της παρεμβαίνουσας ως παρατηρήσεις της προσφεύγουσας και τις κοινοποίησε, ως τέτοιες, στις 2 Σεπτεμβρίου 2013, στην παρεμβαίνουσα. Ενημέρωσε επίσης τα δύο μέρη ότι το κατ’ αντιπαράθεση στάδιο της διαδικασίας είχε περατωθεί. Αυθημερόν, το τμήμα ακυρώσεων, αντιλαμβανόμενο το σφάλμα του, ακύρωσε την προηγούμενη κοινοποίησή του της ίδιας ημέρας έναντι της προσφεύγουσας. |
|
11 |
Στις 14 Οκτωβρίου 2013, το EUIPO ενημέρωσε την προσφεύγουσα σχετικά με την απόρριψη της αιτήσεως περί παρατάσεως της προθεσμίας που είχε υποβάλει η παρεμβαίνουσα στις 7 Ιουνίου 2013, για τον λόγο ότι η αυτή η τελευταία δεν την είχε αιτιολογήσει, και σχετικά με τη μη λήψη υπόψη των παρατηρήσεων της 23ης Αυγούστου 2013. Το EUIPO διευκρίνισε στην προσφεύγουσα ότι αντίγραφο της επιστολής της παρεμβαίνουσας της 23ης Αυγούστου 2013 της είχε διαβιβασθεί πληροφοριακώς μόνον. [παραλειπόμενα] |
|
14 |
Στις 10 Δεκεμβρίου 2013, το τμήμα ακυρώσεων απέρριψε την αίτηση κηρύξεως της ακυρότητας καθ’ ολοκληρίαν. Κατ’ ουσίαν, στήριξε την απόφασή του ιδίως στο γεγονός ότι η γερμανική λέξη «Manufaktur» δεν μπορούσε να έχει μια συγκεκριμένη σημασία όσον αφορά τις καλυπτόμενες υπηρεσίες, λόγω του άυλου χαρακτήρα τους. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι ο συνδυασμός της γερμανικής λέξεως «Vermögen» και της γερμανικής λέξεως «Manufaktur» είχε, κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως του αμφισβητούμενου σήματος (στο εξής: κρίσιμη ημερομηνία), διακριτικό χαρακτήρα και δεν μπορούσε να περιγράψει υπηρεσίες. |
|
15 |
Στις 5 Φεβρουαρίου 2014, η παρεμβαίνουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του EUIPO, δυνάμει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009, κατά της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων. Στις 10 Απριλίου 2014, κατέθεσε υπόμνημα εκθέτοντας τους λόγους της προσφυγής και προσκόμισε τα έγγραφα που μνημονεύονται στη σκέψη 8 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Στις 25 Ιουνίου 2014, η προσφεύγουσα κατέθεσε παρατηρήσεις και προσκόμισε τα έγγραφα που παρατίθενται στη σκέψη 9 της προσβαλλομένης αποφάσεως. |
|
16 |
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το πέμπτο τμήμα προσφυγών του EUIPO έκανε δεκτή την προσφυγή της παρεμβαίνουσας. Εν πρώτοις, έκρινε ότι τα έγγραφα που προσκόμισαν ενώπιόν του η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα δεν ήταν παρά αποδείξεις οι οποίες συμπλήρωναν και συγκεκριμενοποιούσαν τις ήδη προσκομισθείσες αποδείξεις και ότι, ως εκ τούτου, ασκούσε τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να τις δεχθεί. Δεύτερον, έκρινε ότι το αμφισβητούμενο σήμα ήταν περιγραφικό και στερείτο διακριτικού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, ακύρωσε την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων και κήρυξε άκυρο το αμφισβητούμενο σήμα. [παραλειπόμενα] |
ΙΙΙ. Αιτήματα των διαδίκων
|
18 |
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
[παραλειπόμενα] |
|
20 |
Το EUIPO ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
|
|
21 |
Η παρεμβαίνουσα δεν διατύπωσε επισήμως αιτήματα με το υπόμνημα αντικρούσεως. |
VI. Σκεπτικό
A. Επί του αιτήματος περί ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως
[παραλειπόμενα]
1. Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009
|
24 |
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το τμήμα προσφυγών έσφαλε κρίνοντας ότι το αμφισβητούμενο σήμα ήταν περιγραφικό των καλυπτομένων υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009. Τα επιχειρήματά της στηρίζονται, πρώτον, στον εσφαλμένο προσδιορισμό του ενδιαφερομένου κοινού και, δεύτερον, στην εσφαλμένη εκτίμηση του τρόπου με τον οποίον γίνεται αντιληπτό το αμφισβητούμενο σήμα θεωρούμενο τόσο στο σύνολό του όσο και λαμβανόμενο ως προς τα επιμέρους στοιχεία του. |
|
25 |
Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας. [παραλειπόμενα] |
β) Επί του τρόπου με τον οποίο γίνεται αντιληπτό το αμφισβητούμενο σήμα
[παραλειπόμενα]
2) Επί της σημασίας της γερμανικής λέξεως «Manufaktur»
|
40 |
Το τμήμα προσφυγών ανέφερε, κατ’ ουσίαν, στη σκέψη 25 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παραπέμποντας στη διαδικτυακή έκδοση του γερμανικού λεξικού Duden, παραλείποντας, προφανώς εκ παραδρομής, τη λέξη «υψηλή», ότι η γερμανική λέξη «Manufaktur» προέρχεται από τις λατινικές λέξεις «manus» (χέρι) και «facere» (κάνω) και υποδηλώνει μια μικρή βιομηχανική ή εμπορική επιχείρηση στην οποία παράγονται προϊόντα άκρως εξειδικευμένα εν όλω ή εν μέρει με το χέρι, πράγμα που έχει ως συνέπεια την υψηλή ποιότητα. |
|
41 |
Μολονότι δεν αμφισβητείται ότι η γερμανική λέξη «Manufaktur» αναφέρεται στον τόπο παραγωγής προϊόντων, η προσφεύγουσα αμφισβητεί ότι ήταν δυνατόν κατά την κρίσιμη ημερομηνία, αφενός, να υποδηλώνει επίσης μια επιχείρηση παροχής υπηρεσιών και, αφετέρου, να παραπέμπει σε εξατομικευμένες και ποιοτικές υπηρεσίες. |
|
42 |
Εν πρώτοις, ως προς τη χρήση της γερμανικής λέξεως «Manufaktur» σε σχέση με υπηρεσίες, το τμήμα προσφυγών έκρινε, στη σκέψη 27 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η παρεμβαίνουσα είχε αποδείξει πειστικά τη δυνατότητα μιας τέτοιας χρήσεως, κατά την κρίσιμη ημερομηνία, ιδίως σε σχέση με χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Παρέθεσε έτσι τους συνδυασμούς γερμανικών λέξεων «Finanzmanufaktur» και «Kreditmanufaktur» (στο εξής: αντιστοίχως, συνδυασμός «Finanzmanufaktur» και συνδυασμός «Kreditmanufaktur»). |
|
43 |
Πρέπει να τονιστεί ότι η παρεμβαίνουσα προσκόμισε, ως παράρτημα στις παρατηρήσεις της 7ης Ιουνίου 2013, διάφορα στοιχεία, παρατιθέμενα στη σκέψη 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αποδεικνύουν ότι, κατά την κρίσιμη ημερομηνία, η γερμανική λέξη «Manufaktur» εχρησιμοποιείτο σε σχέση με υπηρεσίες, και δη χρηματοπιστωτικές. Συγκεκριμένα, η παρεμβαίνουσα προσκόμισε τα παραρτήματα 10, 11 και 18 έως 21, από τα οποία συνάγεται ότι ο συνδυασμός «Finanzmanufaktur» και ο συνδυασμός «Kreditmanufaktur» χρησιμοποιούνταν πολύ πριν από την ημερομηνία αυτή. |
|
44 |
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει εντούτοις ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το ενδιαφερόμενο κοινό αποτελείται από το ευρύ κοινό, ενώ τα παραρτήματα 10, 11 και 20 των παρατηρήσεων της 7ης Ιουνίου 2013 προέρχονταν από τον ειδικό οικονομικό τύπο και ότι τα παραρτήματα 18 και 19 είχαν ληφθεί από εξειδικευμένα αγγλικά συγγράμματα μεταφρασμένα στη γερμανική. Συναφώς, αφενός, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το γεγονός ότι η γερμανική λέξη «Manufaktur» εμφανίζεται στον ειδικό τύπο δεν σημαίνει ότι το ενδιαφερόμενο κοινό δεν θα είναι σε θέση να αντιληφθεί τη σχέση μεταξύ της λέξεως αυτής και των υπηρεσιών. Πράγματι, λαμβανομένων υπόψη των καλυπτομένων υπηρεσιών, που εμπίπτουν στις κλάσεις 35 και 36, το ενδιαφερόμενο κοινό, ακόμη και εάν αποτελείται εν μέρει από το ευρύ κοινό (βλ. σκέψεις 36 και 37 ανωτέρω), είναι πιθανό να διαβάζει τον ειδικό τύπο, ειδικότερα δε τον οικονομικό τύπο. Αφετέρου, από τα παραρτήματα 18 και 19 των παρατηρήσεων της 7ης Ιουνίου 2013 δεν συνάγεται ότι πρόκειται για μεταφράσεις. Εν πάση περιπτώσει, σε αυτά τα γερμανόγλωσσα έγγραφα, η λέξη «Manufaktur» χρησιμοποιείται σε σχέση με υπηρεσίες. |
|
45 |
Περαιτέρω, το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι ο συνδυασμός «Finanzmanufaktur» εχρησιμοποιείτο στα παραρτήματα 11 και 17 των παρατηρήσεων της 7ης Ιουνίου 2013 εντός εισαγωγικών ή ως εταιρική επωνυμία, πράγμα το οποίο δεν καθιστά δυνατή την απόδειξη του περιγραφικού χαρακτήρα του, προβάλλεται αλυσιτελώς. Πράγματι, το ζήτημα που τίθεται είναι εάν, κατά την κρίσιμη ημερομηνία, η γερμανική λέξη «Manufaktur» μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε σχέση με υπηρεσίες. Όμως, από τα εν λόγω παραρτήματα συνάγεται όντως ότι τούτο συνέβαινε, και μάλιστα για χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Για τον ίδιο λόγο, το επιχείρημα ότι ο συνδυασμός των γερμανικών λέξεων «Vermögensmanufaktur» (στο εξής: συνδυασμός «Vermögensmanufaktur») δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των παρατιθέμενων παραδειγμάτων καθώς και το επιχείρημα ότι η έννοια των γερμανικών όρων «Finanz» και «Kredit», που χρησιμοποιούνται με τη γερμανική λέξη «Manufaktur», είναι περισσότερο συγκεκριμένη από αυτήν της γερμανικής λέξεως «Vermögen» που χρησιμοποιείται με αυτόν τον τελευταίο όρο, προβάλλονται αλυσιτελώς. |
|
46 |
Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το τμήμα προσφυγών ορθώς έκρινε, στη σκέψη 27 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι, κατά την κρίσιμη ημερομηνία, η γερμανική λέξη «Manufaktur» μπορούσε να συσχετισθεί με υπηρεσίες. |
|
47 |
Δεύτερον, όσον αφορά τη χρήση της γερμανικής λέξεως «Manufaktur» ως αναφερόμενης σε εξατομικευμένες και υψηλής ποιότητας υπηρεσίες, το τμήμα προσφυγών εκτίμησε, στη σκέψη 27 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η παρεμβαίνουσα είχε αποδείξει πειστικά την ύπαρξη μιας τέτοιας χρήσεως κατά την κρίσιμη ημερομηνία. |
|
48 |
Ωστόσο, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι η γερμανική λέξη «Manufaktur» αποτελεί την υπόσχεση εξατομικευμένων ή υψηλής ποιότητας προϊόντων. Η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει εντούτοις να απορριφθεί. |
|
49 |
Πράγματι, πρώτον, ως προς την αναφορά στην υψηλή ποιότητα στη σκέψη 25 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών διευκρίνισε, κατ’ ουσίαν, παραπέμποντας στη διαδικτυακή έκδοση του γερμανικού λεξικού Duden, ότι η γερμανική λέξη «Manufaktur» υποδηλώνει μια μικρή επιχείρηση στην οποία παράγονται προϊόντα άκρως εξειδικευμένα εν όλω ή εν μέρει με το χέρι, πράγμα που έχει ως συνέπεια την υψηλή ποιότητα (βλ. σκέψη 40 ανωτέρω). Ωστόσο, η προσφεύγουσα δεν θέτει εν αμφιβόλω τον ορισμό αυτόν που προέρχεται από το εν λόγω λεξικό. Μολονότι το τμήμα προσφυγών δεν διευκρίνισε εάν αυτός υφίστατο κατά την κρίσιμη ημερομηνία, πρέπει να τονιστεί ότι τόσο η προσφεύγουσα όσο και η παρεμβαίνουσα προσκόμισαν αποσπάσματα από τη διαδικτυακή έκδοση του γερμανικού λεξικού Duden, χρονολογούμενα από το 2012, τα οποία περιείχαν ορισμό της γερμανικής λέξεως «Manufaktur» πανομοιότυπο με αυτόν που έγινε δεκτός από το τμήμα προσφυγών, με τη μνεία του όρου «υψηλή». Περαιτέρω, από τη σύγκριση της έκτης και της έβδομης έντυπης εκδόσεως του γερμανικού λεξικού Duden, αντιστοίχως του 2006 και του 2011, προκύπτει ότι η αναφορά στην υψηλή ποιότητα προστέθηκε στη δεύτερη από τις εκδόσεις αυτές. Συνεπώς, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος, το οποίο συνεκτίμησε και το EUIPO, ότι η έννοια ενός όρου εξελίσσεται συν τω χρόνω και ότι η νέα έκδοση ενός λεξικού προϋποθέτει ένα ορισμένο χρονικό διάστημα προετοιμασίας και συντάξεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η εξέλιξη της σημασίας της γερμανικής λέξεως «Manufaktur» συντελέσθηκε κατ’ ανάγκην πολύ πριν το 2011. |
|
50 |
Δεύτερον, όσον αφορά την αναφορά σε εξατομικευμένα προϊόντα, στον βαθμό που δεν αμφισβητείται ότι, κατά την κρίσιμη ημερομηνία, η γερμανική λέξη «Manufaktur» παρέπεμπε στην ιδέα της χειροτεχνικής εργασίας, εξέφραζε την ιδέα ότι η παραγωγή ήταν περισσότερο εξατομικευμένη από ό,τι η παραγωγή σε εργοστάσιο και σε γραμμή παραγωγής. Περαιτέρω, στο παράρτημα 10 των παρατηρήσεων της 7ης Ιουνίου 2013, που συνίσταται σε ένα άρθρο δημοσιευμένο στον τύπο της 15ης Ιουνίου 2009, ο συνδυασμός των γερμανικών λέξεων «Finanzmanufakturen» μνημονεύεται με ένα σημασιολογικό περιεχόμενο το οποίο αναδεικνύει τη διαφορά μεταξύ, αφενός, της παραγωγής σε εργοστάσιο και της γραμμής παραγωγής και, αφετέρου, της χειροτεχνικής παραγωγής. Περαιτέρω, η ιδέα της εξελίξεως από τη χειροτεχνική παραγωγή στην εργοστασιακή παραγωγή, και έτσι σε γραμμή παραγωγής με μικρότερο βαθμό εξατομικεύσεως, πηγάζει επίσης από το παράρτημα 21 των παρατηρήσεων της 7ης Ιουνίου 2013, χρονολογούμενο από το 2007, στο οποίο γίνεται μνεία των γερμανικών εκφράσεων «Industrialisierung der Kreditprozesse» (εκβιομηχάνιση της πιστοληπτικής διαδικασίας), «Die Kreditmanufaktur als Ausgangbasis» (η βιοτεχνία των πιστώσεων ως σημείο αφετηρίας) και «Von der Kreditmanufaktur zur Kreditfabrik» (από τη βιοτεχνία των πιστώσεων στο εργοστάσιο των πιστώσεων). Τέλος, η ιδέα μιας πλέον εξατομικευμένης παραγωγής την οποία πρέπει να προσφέρουν οι τράπεζες πηγάζει από τα παραρτήματα 18 και 19 των παρατηρήσεων της 7ης Ιουνίου 2013, που περιέχουν στοιχεία από τα έτη 1927 και 1981 και κατά τα οποία, κατ’ ουσίαν, οι τράπεζες δεν πρέπει να αποτελούν κέντρα χρηματοπιστωτικής διαμεσολαβήσεως, αλλά βιοτεχνίες παροχής πιστώσεων. |
|
51 |
Βάσει των ανωτέρω, συνάγεται το συμπέρασμα ότι υφίστανται στοιχεία προγενέστερα και μεταγενέστερα της κρίσιμης ημερομηνίας που επιβεβαιώνουν τον ορισμό της γερμανικής λέξεως «Manufaktur» που έγινε δεκτός με την προσβαλλόμενη απόφαση. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αποφανθεί ότι στοιχεία που, μολονότι ήταν μεταγενέστερα της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεως, καθιστούσαν δυνατή τη συναγωγή συμπερασμάτων όσον αφορά την κατάσταση τη συγκεκριμένη εκείνη ημερομηνία μπορούσαν να ληφθούν υπόψη χωρίς τούτο να συνιστά πλάνη περί το δίκαιο (βλ. απόφαση της 6ης Μαρτίου 2014, Pi-Design κ.λπ. κατά Yoshida Metal Industry, C‑337/12 P έως C‑340/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:129, σκέψη 60 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· βλ. επίσης, στο ίδιο πνεύμα, διάταξη της 5ης Οκτωβρίου 2004, Alcon κατά ΓΕΕΑ, C‑192/03 P, EU:C:2004:587, σκέψη 41). |
|
52 |
Ως εκ τούτου, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη εκτιμήσεως το τμήμα προσφυγών απεφάνθη, κατ’ ουσίαν, ότι, μολονότι, στην αρχική έννοιά της, η γερμανική λέξη «Manufaktur» υποδήλωνε βεβαίως την επιχείρηση χειροτεχνικής παραγωγής προϊόντων, κατά την κρίσιμη ημερομηνία, παρέπεμπε επίσης στην ιδέα της εξατομικευμένης παραγωγής και της υψηλής ποιότητας και μπορούσε να χρησιμοποιείται σε σχέση με υπηρεσίες. [παραλειπόμενα] |
|
Για τους λόγους αυτούς, ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα) αποφασίζει: |
|
|
|
|
Berardis Παπασάββας Spineanu-Matei Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 7 Σεπτεμβρίου 2017. (υπογραφές) |
( *1 ) Langue de procédure: η γερμανική
( 1 ) Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.