ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 17ης Μαΐου 2017 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως — Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Εικονιστικό σήμα περιέχον το λεκτικό στοιχείο “deluxe” — Απόρριψη της αιτήσεως καταχωρίσεως από τον εξεταστή»
Στην υπόθεση C‑437/15 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που υποβλήθηκε στις 10 Αυγούστου 2015,
Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενο από την S. Palmero Cabezas,
αναιρεσείον,
όπου ο έτερος διάδικος είναι:
η Deluxe Entertainment Services Group Inc., πρώην Deluxe Laboratories Inc., με έδρα το Burbank (Ηνωμένες Πολιτείες), εκπροσωπούμενη από τους L. Gellman, advocate, και M. Esteve Sanz, abogada,
προσφεύγουσα πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο τμήματος, Μ. Βηλαρά, J. Malenovský, M. Safjan και D. Šváby (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez‑Bordona
γραμματέας: M. Ferreira, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Νοεμβρίου 2016,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιανουαρίου 2017,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Με την αίτηση αναιρέσεως, το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 4ης Ιουνίου 2015, Deluxe Laboratories κατά ΓΕΕΑ (deluxe) (T‑222/14, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2015:364), με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση του δευτέρου τμήματος προσφυγών του EUIPO, της 22ας Ιανουαρίου 2014 (R 1250/2013‑2), που απέρριψε την προσφυγή την οποία άσκησε η Deluxe Laboratories Inc., νυν Deluxe Entertainment Services Group Inc. (στο εξής: Deluxe), κατά της αποφάσεως του εξεταστή περί μη καταχωρίσεως του εικονιστικού σήματος «deluxe» ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). |
Το νομικό πλαίσιο
|
2 |
Ο κανονισμός (ΕΕ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), ορίζει στο άρθρο 7, με τίτλο «Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου», τα εξής: «1. Δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση: […]
[…] 2. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται ακόμη και αν οι λόγοι απαραδέκτου υφίστανται μόνο σε τμήμα της Ένωσης.» |
|
3 |
Το άρθρο 75 του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής: «Οι αποφάσεις του [EUIPO] αιτιολογούνται. Μπορούν να στηρίζονται μόνο στους λόγους επί των οποίων οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να λάβουν θέση.» |
Ιστορικό της διαφοράς
|
4 |
Το Γενικό Δικαστήριο συνόψισε το ιστορικό της διαφοράς ως εξής στις σκέψεις 1 έως 7 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως:
[…]
|
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
|
5 |
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 10 Απριλίου 2014, η Deluxe άσκησε προσφυγή ζητώντας την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως. |
|
6 |
Προς στήριξη της προσφυγής της, η Deluxe προέβαλε πέντε λόγους ακυρώσεως, αντλούμενους, αντιστοίχως, από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, από παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ’, από παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, και από παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009, καθώς και από παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, των κεκτημένων δικαιωμάτων και της νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων. |
|
7 |
H Deluxe υποστήριξε ότι το τμήμα προσφυγών δεν αιτιολόγησε την απόρριψη της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος σε σχέση με κάθε ένα από τα οικεία προϊόντα και κάθε μία από τις οικείες υπηρεσίες. Μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι το τμήμα προσφυγών ουδόλως έλαβε υπόψη του τα χαρακτηριστικά κάθε ενός από τα προϊόντα αυτά και κάθε μιας από τις υπηρεσίες αυτές, ενώ επρόκειτο για ουσιώδες στοιχείο προκειμένου να κριθεί ο επινοημένος, υποδηλωτικός ή υπαινικτικός χαρακτήρας του όρου «deluxe». |
|
8 |
Το EUIPO ισχυρίστηκε ότι από τον όρο «ανεξαιρέτως», που περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών είχε προβεί σε ατομική εξέταση των επίμαχων προϊόντων και υπηρεσιών και μπόρεσε να παραθέσει ενιαία αιτιολογία, δεδομένου όλα τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες εμπίπτουν στον οπτικοακουστικό τομέα. |
|
9 |
Το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή της Deluxe. |
|
10 |
Αφού υπενθύμισε, στις σκέψεις 15 έως 18 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τη νομολογία του Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στις σκέψεις 20 έως 22 της αποφάσεως αυτής, ότι, εν προκειμένω, λαμβανομένης υπόψη της περιγραφής περισσότερων των 90 προϊόντων και υπηρεσιών που εμπίπτουν σε 8 διαφορετικές κλάσεις και τομείς, τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες εμφανίζουν μεταξύ τους τέτοιες διαφορές, λαμβανομένων υπόψη της φύσεώς τους, των χαρακτηριστικών τους, του προορισμού τους και των τρόπων εμπορίας τους, ώστε δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι αποτελούν ομοιογενή κατηγορία, παρέχουσα στο τμήμα προσφυγών τη δυνατότητα να παραθέσει ενιαία αιτιολογία. Το δε τμήμα προσφυγών δεν ανέφερε ότι τα επίμαχα προϊόντα και υπηρεσίες έχουν μεταξύ τους αρκούντως άμεσο και συγκεκριμένο σύνδεσμο ώστε να αποτελούν επαρκώς ομοιογενή κατηγορία (στο εξής: απαιτούμενος σύνδεσμος). |
|
11 |
Πράγματι, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 23 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών αναφέρεται, γενικώς, σε «προϊόντα και υπηρεσίες», σε «όλα τα προϊόντα και όλες τις υπηρεσίες» και στα «επίμαχα προϊόντα και υπηρεσίες», αλλά δεν αναφέρει συγκεκριμένα κανένα από τα προϊόντα και υπηρεσίες που εμπίπτουν στις οικείες κλάσεις, ούτε καν κατηγορίες ή ομάδες των προϊόντων και υπηρεσιών αυτών. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ότι το τμήμα προσφυγών, παραλείποντας να εξετάσει τον διακριτικό χαρακτήρα του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση για κάθε ένα από τα επίμαχα προϊόντα και κάθε μία από τις επίμαχες υπηρεσίες, δεν διενήργησε συγκεκριμένη εκτίμηση, όπως απαιτείται από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, του κανονισμού 207/2009 όσον αφορά τα προϊόντα και υπηρεσίες που εμπίπτουν στις οικείες κλάσεις, και δεν αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμον την προσβαλλόμενη απόφαση επ’ αυτού. |
|
12 |
Στο πλαίσιο της εξετάσεως των επιχειρημάτων του EUIPO, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι από τον όρο «ανεξαιρέτως» δεν προκύπτει ούτε εμμέσως ότι το τμήμα προσφυγών εκτίμησε τον διακριτικό χαρακτήρα του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση σε σχέση με όλα τα οικεία προϊόντα και όλες τις οικείες υπηρεσίες. Πράγματι, όπως παρατήρησε το Γενικό Δικαστήριο, το τμήμα προσφυγών απλώς επισήμανε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι όλα τα προϊόντα, ανεξαιρέτως, μπορούν να παρουσιαστούν ως ανώτερης ποιότητας και ότι όλες οι υπηρεσίες, ανεξαιρέτως, μπορούν να παρουσιαστούν ως παρέχουσες την ποιότητα αυτή. Δεν ανέφερε ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που εμπίπτουν στις οικείες κλάσεις έχουν μεταξύ τους τον απαιτούμενο σύνδεσμο και, ως εκ τούτου, δεν έκανε μνεία κανενός στοιχείου ικανού να δικαιολογήσει την παράθεση ενιαίας αιτιολογίας. |
|
13 |
Όσον αφορά το επιχείρημα του EUIPO ότι τα επίμαχα προϊόντα και υπηρεσίες συνδέονται άμεσα με τον οπτικοακουστικό τομέα, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η διαπίστωση αυτή δεν περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχθηκε την ύπαρξη του απαιτούμενου συνδέσμου μεταξύ ορισμένων προϊόντων και υπηρεσιών, όπως των κινηματογραφικών ταινιών, των υπηρεσιών παραδόσεως προϊόντων με φορτηγά, των υπηρεσιών αποθηκεύσεως εμπορευμάτων, των υπηρεσιών έρευνας και αναπτύξεως προϊόντων καθώς και φιλοξενίας και σχεδιασμού ιστοχώρων για λογαριασμό τρίτων. Διαπίστωσε ότι, εν πάση περιπτώσει, η ύπαρξη τέτοιου συνδέσμου δεν προκύπτει από το γράμμα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμα και αν αποδειχθεί ότι ο όρος «deluxe» συνιστά επαινετικό και διαφημιστικό όρο που μπορεί να αφορά όλα τα επίμαχα προϊόντα και υπηρεσίες, δεν ασκεί συναφώς επιρροή. |
|
14 |
Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. |
Αιτήματα των διαδίκων
|
15 |
Με την αίτηση αναιρέσεως, το EUIPO ζητεί από το Δικαστήριο:
|
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
|
16 |
Με την αίτηση αναιρέσεως, το EUIPO προβάλλει έναν μόνον λόγο αναιρέσεως, αντλούμενο από παράβαση του άρθρου 75, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, και παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού. Ο λόγος αυτός υποδιαιρείται σε δύο σκέλη. |
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
17 |
Με το πρώτο σκέλος του μόνου λόγου αναιρέσεως, το EUIPO προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, περιορίζοντας τη δυνατότητα παραθέσεως ενιαίας αιτιολογίας μόνον στην περίπτωση κατά την οποία τα προϊόντα και οι υπηρεσίες απαρτίζουν ομοιογενείς κατηγορίες. Το EUIPO θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να αποκλείσει τη δυνατότητα παραθέσεως ενιαίας αιτιολογίας όσον αφορά ποικιλία προϊόντων και υπηρεσιών, όταν ο τρόπος κατά τον οποίο γίνεται αντιληπτό το σημείο σε σχέση με καθένα εξ αυτών είναι ομοιόμορφος και, ως εκ τούτου, η αιτιολογία που τα αφορά παραμένει αμετάβλητη. |
|
18 |
Επομένως, κατά το EUIPO, αρκεί τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που προσδιορίζονται στην αίτηση καταχωρίσεως να έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, προκειμένου να μπορεί να γίνει δεκτή η παράθεση ενιαίας αιτιολογίας γι’ αυτά. Το κοινό αυτό χαρακτηριστικό είναι ότι, για κάθε ένα από τα οικεία προϊόντα και υπηρεσίες, η υποδήλωση ανώτερης ποιότητας θα γίνεται αντιληπτή ως απλό εμπορικό μήνυμα. Εν προκειμένω, το σημείο «deluxe» είναι, για όλα εξίσου τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες, φορέας επαινετικού και διαφημιστικού μηνύματος, το οποίο δεν μπορεί να παρέχει στο κοινό τη δυνατότητα αναγνωρίσεως της προελεύσεως των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών. Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας του, το EUIPO επικαλείται την αιτιολογία του Δικαστηρίου στη διάταξη της 11ης Δεκεμβρίου 2014, FTI Touristik κατά ΓΕΕΑ (C‑253/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2445), με την οποία το Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη αρκούντως άμεσου και συγκεκριμένου συνδέσμου μεταξύ των προϊόντων και υπηρεσιών υπό το πρίσμα ενός κοινού χαρακτηριστικού, συνισταμένου στο ότι όλα αυτά τα προϊόντα και υπηρεσίες μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εκπτώσεων ή ειδικών προσφορών. |
|
19 |
Ως εκ τούτου, το EUIPO εκτιμά ότι η διαπίστωση, στη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το τμήμα προσφυγών δεν προέβη στην απαιτούμενη συγκεκριμένη εκτίμηση, ενώ δεν αναγνώρισε ομοιογένεια μεταξύ όλων των προϊόντων και υπηρεσιών, είναι εσφαλμένη. |
|
20 |
Ομοίως, το EUIPO υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο μη λαμβάνοντας υπόψη, στη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ως αλυσιτελή, τη διαπίστωση του τμήματος προσφυγών ότι ο όρος «deluxe» αποτελεί επαινετικό και διαφημιστικό όρο που μπορεί να αφορά όλα τα επίμαχα προϊόντα και υπηρεσίες. |
|
21 |
Η Deluxe αντιτάσσει ότι το EUIPO προσέδωσε υψηλό βαθμό αξιοπιστίας στην υπόθεση BigXtra, επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη της 11ης Δεκεμβρίου 2014, FTI Touristik κατά ΓΕΕΑ (C‑253/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2445), στην οποία απορρίφθηκε η καταχώριση του σήματος «BigXtra» λόγω του ότι ο όρος είχε σαφώς επαινετικό χαρακτήρα. Η Deluxe εκτιμά ότι η υπόθεση αυτή δεν ασκεί επιρροή, διότι διαφέρει από την παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα, ο όρος «deluxe» μπορεί να είναι περιγραφικός ή επαινετικός μόνον για τα προϊόντα καθεαυτά και όχι για τον τρόπο πωλήσεώς τους, διότι δεν υφίσταται μέθοδος «deluxe» πωλήσεως προϊόντος, ιδίως αν ληφθεί υπόψη το ενδιαφερόμενο κοινό. |
|
22 |
Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως, το EUIPO υποστηρίζει ότι η ερμηνεία του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά την απαίτηση επαρκούς ομοιογένειας, στις σκέψεις 20 έως 22 και 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία επιτρέπει στο τμήμα προσφυγών να παραθέσει ενιαία αιτιολογία για την απόρριψη της αιτήσεως καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος, δεν συνάδει με τη νομολογία και, μεταξύ άλλων, με τη διάταξη της 18ης Μαρτίου 2010, CFCMCEE κατά ΓΕΕΑ (C‑282/09 P, EU:C:2010:153). Συγκεκριμένα, συσχετίζοντας την ύπαρξη «ομοιογενούς κατηγορίας» με την περιγραφή των προϊόντων και υπηρεσιών, το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως την έννοια της «επαρκώς ομοιογενούς»«κατηγορίας» ή «ομάδας» προϊόντων ή υπηρεσιών κατά τη νομολογία αυτή και, συνεπώς, την έννοια του «αρκούντως άμεσου και συγκεκριμένου συνδέσμου» που πρέπει να υφίσταται μεταξύ προϊόντων και υπηρεσιών. |
|
23 |
Κατά το EUIPO, η ύπαρξη επαρκούς ομοιογένειας πρέπει να νοείται ευρύτερα, ώστε να αρκεί η ύπαρξη ενός κοινού χαρακτηριστικού των προϊόντων ή υπηρεσιών το οποίο μπορεί επίσης να υφίσταται μεταξύ προϊόντων ή υπηρεσιών που εμπίπτουν σε διαφορετικούς τομείς. |
|
24 |
Το EUIPO υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση εκθέτει σαφώς ότι το κοινό χαρακτηριστικό των οικείων προϊόντων και υπηρεσιών συνίσταται στο ότι όλα τα προϊόντα, ανεξαιρέτως, μπορούν να διαφημίζονται ως ανώτερης ποιότητας και όλες οι υπηρεσίες, ανεξαιρέτως, μπορούν να διαφημίζονται ως παρέχουσες ανώτερη ποιότητα. |
|
25 |
Η Deluxe αμφισβητεί το επιχείρημα του EUIPO ότι τα επίμαχα προϊόντα και υπηρεσίες είναι επαρκώς ομοιογενή και ότι, ως εκ τούτου, μπορούν να θεωρηθούν ως ενιαίο σύνολο. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
26 |
Δεδομένου ότι το EUIPO αμφισβητεί τις παρατεθείσες στις σκέψεις 10 έως 13 της παρούσας αποφάσεως εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου και ότι αμφότερα τα σκέλη του λόγου αναιρέσεως αντλούνται από παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, και του άρθρου 75 του κανονισμού 207/2009, τα δύο αυτά σκέλη πρέπει να συνεξετασθούν. |
|
27 |
Εισαγωγικώς, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να περιορίζεται σε ακροθιγή εξέταση αιτήσεως καταχωρίσεως, αλλά, αντιθέτως, η εξέταση αυτή πρέπει να είναι αυστηρή και πλήρης για να αποφεύγεται η αδικαιολόγητη καταχώριση σημάτων (απόφαση της 6ης Μαΐου 2003, Libertel, C‑104/01, EU:C:2003:244, σκέψη 59). |
|
28 |
Δεδομένου ότι η καταχώριση σήματος ζητείται πάντοτε σε σχέση με προϊόντα ή υπηρεσίες που παρατίθενται στην αίτηση καταχωρίσεως, το ζήτημα κατά πόσον το σήμα εμπίπτει ή όχι σε έναν από τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου πρέπει να εκτιμάται in concreto σε σχέση με τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες (απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2007, BVBA Management, Training en Consultancy, C‑239/05, EU:C:2007:99, σκέψη 31). |
|
29 |
Υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, αφενός, η εξέταση των απόλυτων λόγων απαραδέκτου της καταχωρίσεως πρέπει να αφορά κάθε ένα από τα προϊόντα ή κάθε μία από τις υπηρεσίες για τα οποία ζητείται η καταχώριση του σήματος και, αφετέρου, η απόφαση με την οποία η αρμόδια αρχή αρνείται την καταχώριση ενός σήματος πρέπει κατ’ αρχήν να αιτιολογείται για κάθε ένα από τα εν λόγω προϊόντα ή κάθε μία από τις εν λόγω υπηρεσίες (απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2007, BVBA Management, Training en Consultancy, C‑239/05, EU:C:2007:99, σκέψη 34, και διάταξη της 18ης Μαρτίου 2010, CFCMCEE κατά ΓΕΕΑ, C‑282/09 P, EU:C:2010:153, σκέψη 37). |
|
30 |
Πάντως, όσον αφορά την τελευταία αυτή επιταγή, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η αρμόδια αρχή δύναται να περιοριστεί σε ενιαία αιτιολογία για όλα τα σχετικά προϊόντα ή τις σχετικές υπηρεσίες όταν ο ίδιος λόγος απαραδέκτου της καταχωρίσεως αντιτάσσεται για μια κατηγορία ή ομάδα προϊόντων ή υπηρεσιών (αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 2007, BVBA Management, Training en Consultancy, C‑239/05, EU:C:2007:99, σκέψη 37, και της 17ης Οκτωβρίου 2013, Isdin κατά Bial-Portela, C‑597/12 P, EU:C:2013:672, σκέψη 26). |
|
31 |
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η σχετική ευχέρεια αφορά μόνο προϊόντα ή υπηρεσίες που εμφανίζουν μεταξύ τους αρκούντως άμεσο και συγκεκριμένο σύνδεσμο, ώστε να αποτελούν επαρκώς ομοιογενή κατηγορία ή ομάδα προϊόντων ή υπηρεσιών (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2013, Isdin κατά Bial-Portela, C‑597/12 P, EU:C:2013:672, σκέψη 27). |
|
32 |
Για να εκτιμηθεί αν τα προϊόντα και οι υπηρεσίες τα οποία αφορά μια αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ένωσης έχουν, μεταξύ τους, αρκούντως άμεσο και συγκεκριμένο σύνδεσμο και μπορούν να κατανεμηθούν σε κατηγορίες ή ομάδες επαρκώς ομοιογενείς, κατά την παρατεθείσα στην προηγούμενη σκέψη νομολογία, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο σκοπός της διαδικασίας αυτής, ο οποίος συνίσταται στην επίτευξη και διευκόλυνση της εκτιμήσεως in concreto του αν το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση εμπίπτει ή όχι σε έναν από τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου, σύμφωνα με την παρατεθείσα στη σκέψη 28 της παρούσας αποφάσεως νομολογία. |
|
33 |
Επομένως, η κατανομή των επίμαχων προϊόντων και υπηρεσιών σε μία ή περισσότερες ομάδες ή κατηγορίες πρέπει να πραγματοποιείται, μεταξύ άλλων, βάσει των κοινών τους χαρακτηριστικών τα οποία ασκούν επιρροή στην εξέταση της τυχόν δυνατότητας να αντιταχθεί συγκεκριμένος απόλυτος λόγος απαραδέκτου στο σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση για τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες. Συνεπώς, η εκτίμηση αυτή πρέπει να γίνεται in concreto για την εξέταση κάθε αιτήσεως καταχωρίσεως και, κατά περίπτωση, για κάθε έναν από τους διάφορους απόλυτους λόγους απαραδέκτου οι οποίοι ενδέχεται να τυγχάνουν εφαρμογής. |
|
34 |
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι δεν μπορεί a priori να αποκλεισθεί ότι όλα τα προϊόντα και υπηρεσίες τα οποία αφορά μια αίτηση καταχωρίσεως έχουν ένα χαρακτηριστικό το οποίο είναι κρίσιμο για την εξέταση ενός απόλυτου λόγου απαραδέκτου και μπορούν να κατανεμηθούν, για την εξέταση της επίμαχης αιτήσεως καταχωρίσεως σε σχέση με τον απόλυτο αυτόν λόγο απαραδέκτου, σε μία μόνον κατηγορία ή μία μόνον ομάδα επαρκώς ομοιογενή, κατά την παρατεθείσα στη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως νομολογία. |
|
35 |
Εν προκειμένω, από τη σκέψη 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, ως προς όλα τα προϊόντα και όλες τις υπηρεσίες τα οποία αφορά η επίμαχη αίτηση καταχωρίσεως, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι όλα τα προϊόντα, ανεξαιρέτως, μπορούν να διαφημιστούν ως ανώτερης ποιότητας και όλες οι υπηρεσίες, ανεξαιρέτως, μπορούν να διαφημιστούν ως προσφέρουσες ανώτερη ποιότητα. Από την εκτίμηση αυτή προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών, κατ’ ουσίαν, έκρινε ότι όλα τα προϊόντα και όλες οι υπηρεσίες που αφορά η αίτηση καταχωρίσεως της οποίας επιλήφθηκε είχαν ένα χαρακτηριστικό το οποίο ήταν κρίσιμο για την εξέταση του απόλυτου λόγου απαραδέκτου που αντλείται από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, του κανονισμού 207/2009, ήτοι το ότι μπορούν όλα να διαφημιστούν ως ανώτερης ποιότητας και ότι, ως εκ τούτου, αποτελούν όλα μέρος μίας μόνον κατηγορίας και μίας μόνον ομάδας επαρκώς ομοιογενούς, για την εξέταση του απολύτου αυτού λόγου απαραδέκτου. Κατά το τμήμα προσφυγών, η λυσιτέλεια του κοινού αυτού χαρακτηριστικού των επίμαχων προϊόντων και υπηρεσιών για την εξέταση στην οποία έπρεπε να προβεί το τμήμα προσφυγών αποδεικνύεται από την κρίση που παρατίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση συνίστατο σε «δήλωση ανώτερης ποιότητας». |
|
36 |
Η μνημονευθείσα στη σκέψη 22 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως παράλειψη του τμήματος προσφυγών να διαπιστώσει ρητώς ότι τα επίμαχα προϊόντα και υπηρεσίες έχουν μεταξύ τους αρκούντως άμεσο και συγκεκριμένο σύνδεσμο ώστε να αποτελούν ομοιογενή κατηγορία δεν είναι δυνατό να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα, δεδομένου ότι η διαπίστωση αυτή προκύπτει εμμέσως από την υπομνησθείσα στη σκέψη 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κρίση του εν λόγω τμήματος. |
|
37 |
Στο Γενικό Δικαστήριο εναπέκειτο, προκειμένου να ελέγξει την τήρηση της υποχρεώσεως του τμήματος προσφυγών να προβεί στη συγκεκριμένη εκτίμηση που απαιτεί το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, του κανονισμού 207/2009 και στην επαρκή κατά νόμον αιτιολόγηση της αποφάσεώς του, να εξετάσει, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, τη βασιμότητα των μνημονευομένων στη σκέψη 35 της παρούσας αποφάσεως κρίσεων του τμήματος προσφυγών. |
|
38 |
Μεταξύ άλλων, εναπέκειτο στο Γενικό Δικαστήριο, αφενός, να εξακριβώσει αν το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, το οποίο αποτελείται από λεκτικό και από εικονιστικό στοιχείο, μπορούσε πράγματι να εκληφθεί από το ενδιαφερόμενο κοινό άμεσα και ευθέως ως δήλωση ανώτερης ποιότητας ή επαινετικό μήνυμα αντί ως ένδειξη της εμπορικής προελεύσεως των προϊόντων και των υπηρεσιών που προσδιορίζει το σήμα αυτό. |
|
39 |
Αφετέρου, στο Γενικό Δικαστήριο εναπέκειτο, στο πλαίσιο της εξετάσεως του λεκτικού στοιχείου του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, να εξακριβώσει αν ο όρος «deluxe» προβάλλει πράγματι την έννοια της «ανώτερης ποιότητας» όπως εκθέτει το τμήμα προσφυγών, δεδομένου ότι το λεκτικό αυτό στοιχείο παραπέμπει ευθέως στην έννοια «luxe» (της πολυτέλειας). Στην περίπτωση κατά την οποία ο όρος «deluxe» έχει διαφορετική σημασία από τον όρο «ανώτερη ποιότητα», όπως θεωρεί ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 54 και 55 των προτάσεών του, στο Γενικό Δικαστήριο θα εναπόκειται να εξετάσει αν, σε σχέση με τη σημασία αυτή, τα προϊόντα και οι υπηρεσίες τα οποία αφορά το επίμαχο σήμα αποτελούν ομοιογενή ομάδα δικαιολογούσα την παράθεση ενιαίας αιτιολογίας. |
|
40 |
Το Γενικό Δικαστήριο απέκλεισε όμως γενικώς τη δυνατότητα να συναχθεί η ύπαρξη ομοιογενούς χαρακτήρα των οικείων προϊόντων και υπηρεσιών και δεν έλαβε υπόψη του, συναφώς, τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ούτε, μεταξύ άλλων, τον τρόπο κατά τον οποίο το σήμα αυτό γίνεται αντιληπτό από το ενδιαφερόμενο κοινό. |
|
41 |
Πράγματι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 21 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε στη διαπίστωση ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που αφορά η επίμαχη αίτηση καταχωρίσεως έχουν μεταξύ τους τέτοιες διαφορές, απτόμενες της φύσεώς τους, των χαρακτηριστικών τους, του προορισμού τους και των τρόπων εμπορίας τους, ώστε δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι αποτελούν ομοιογενή κατηγορία παρέχουσα στο τμήμα προσφυγών τη δυνατότητα παραθέσεως ενιαίας αιτιολογίας ως προς αυτά. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ότι, παρά τις διαφορές τους, όλα τα επίμαχα προϊόντα και υπηρεσίες μπορούσαν να έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, κρίσιμο για την εξέταση στην οποία έπρεπε να προβεί το τμήμα προσφυγών, όπερ, σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 33 και 34 της παρούσας αποφάσεως, μπορούσε να δικαιολογεί την κατανομή τους εντός μίας και μόνον ομοιογενούς ομάδας και την παράθεση ενιαίας αιτιολογίας του τμήματος προσφυγών ως προς αυτά. |
|
42 |
Για τους ίδιους λόγους, η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι «δεν ασκεί επιρροή το γεγονός […] ότι ο όρος “deluxe” συνιστά εγκωμιαστικό και διαφημιστικό όρο που μπορεί να αφορά όλα τα επίμαχα προϊόντα και υπηρεσίες» είναι επίσης εσφαλμένη. |
|
43 |
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, και του άρθρου 75 του κανονισμού 207/2009, οπότε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί. |
|
44 |
Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση, ή να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο για να αποφανθεί επ’ αυτής. Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση. |
|
45 |
Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφασίζει: |
|
|
|
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.