Υπόθεση C‑229/15
Minister Finansów
κατά
Jan Mateusiak
(αίτηση του Naczelny Sąd Administracyjny
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Προδικαστική παραπομπή — Φορολογία — Φόρος προστιθεμένης αξίας — Οδηγία 2006/112/ΕΚ — Άρθρα 18, στοιχείο γʹ, 184 και 187 — Πράξεις υποκείμενες στον φόρο — Παύση της φορολογητέας οικονομικής δραστηριότητας — Κατοχή αγαθών ως προς τα οποία εξέπεσε ο ΦΠΑ — Διακανονισμός των εκπτώσεων — Περίοδος διακανονισμού — Φορολόγηση βάσει του άρθρου 18, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/112, μετά τη λήξη της περιόδου διακανονισμού»
Περίληψη – Απόφαση του Δικαστηρίου (δέκατο τμήμα) της 16ης Ιουνίου 2016
Εναρμόνιση των φορολογικών νομοθεσιών – Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας – Έκπτωση του φόρου εισροών – Διακανονισμός της αρχικής εκπτώσεως – Σκοπός
(Οδηγία 2006/112 του Συμβουλίου, άρθρο 18, στοιχείο aʹ)
Εναρμόνιση των φορολογικών νομοθεσιών – Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας – Πράξεις υποκείμενες στον φόρο – Παύση της φορολογητέας οικονομικής δραστηριότητας – Κατοχή αγαθών ως προς τα οποία εξέπεσε ο ΦΠΑ – Επιτρέπεται – Λήξη της περιόδου διακανονισμού – Δεν ασκεί επιρροή
(Οδηγία 2006/112 του Συμβουλίου, άρθρα 18, στοιχείο γʹ, και 184 έως 192)
Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.
(βλ. σκέψεις 27, 28, 39)
Το άρθρο 18, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/112, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/162 (οδηγία περί ΦΠΑ), έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση παύσεως της φορολογητέας οικονομικής δραστηριότητας ενός υποκειμένου στον φόρο, η εκ μέρους του κατοχή αγαθών, όταν τα αγαθά αυτά έχουν παράσχει δικαίωμα εκπτώσεως του φόρου προστιθεμένης αξίας κατά την απόκτησή τους, μπορεί να εξομοιωθεί προς παράδοση αγαθών εξ επαχθούς αιτίας, υποκείμενη στον φόρο προστιθεμένης αξίας, αν η περίοδος διακανονισμού την οποία προβλέπει το άρθρο 187 της οδηγίας 2006/112, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/162, έχει λήξει.
Κατ’ αρχάς, από το άρθρο 18, στοιχείο γʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ προκύπτει ότι η κατοχή αγαθών από υποκείμενο στον φόρο σε περίπτωση παύσεως της φορολογητέας οικονομικής δραστηριότητάς μπορεί να εξομοιωθεί προς παράδοση αγαθών εξ επαχθούς αιτίας, αν τα αγαθά αυτά έχουν παράσχει δικαίωμα σε μερική ή πλήρη έκπτωση του ΦΠΑ κατά την απόκτησή τους. Στο εν λόγω άρθρο 18, στοιχείο γʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ δεν προβλέπεται καμία άλλη προϋπόθεση, αφορώσα ιδίως κάποια προθεσμία αρχόμενη μετά την απόκτηση, εντός της οποίας πρέπει να επέλθει η κατοχή μετά την παύση της δραστηριότητας, προκειμένου να είναι δυνατό να φορολογηθεί η κατοχή αυτή. Περαιτέρω, η εν λόγω διάταξη δεν παραπέμπει, όσον αφορά την εφαρμογή της, στις διατάξεις περί διακανονισμού της εκπτώσεως οι οποίες περιέχονται στα άρθρα 184 έως 192 της οδηγίας περί ΦΠΑ, αντιθέτως προς το άρθρο 168α, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας, το οποίο παραπέμπει στις διατάξεις αυτές όσον αφορά τη φορολόγηση της ιδιωτικής χρήσεως ενός ακινήτου δυνάμει του άρθρου 26 της εν λόγω οδηγίας. Τέλος, ο διακανονισμός των εκπτώσεων, ο οποίος διενεργείται ιδίως όταν, μετά την υποβολή της δηλώσεως ΦΠΑ, επέρχονται μεταβολές των στοιχείων τα οποία ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό του ποσού του ΦΠΑ και ο οποίος σκοπεί στη διασφάλιση του ότι οι εκπτώσεις που πραγματοποιήθηκαν αντανακλούν πιστά τη χρησιμοποίηση των αγαθών για τις ανάγκες της επιχειρήσεως, αποτελεί αναδρομικό διορθωτικό μηχανισμό.
Αντιθέτως, η φορολόγηση που προβλέπεται στο άρθρο 18, στοιχείο γʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ στηρίζεται στη διενέργεια μιας νέας φορολογητέας πράξεως κατά την ημερομηνία παύσεως της οικονομικής δραστηριότητας. Η φορολόγηση που προβλέπεται στη διάταξη αυτή λαμβάνει υπόψη τις μεταβολές της αξίας των στοιχείων του ενεργητικού της επιχειρήσεως καθ’ όλη τη διάρκεια της χρησιμοποιήσεώς τους για τις δραστηριότητες της επιχειρήσεως. Σε περίπτωση παύσεως της φορολογητέας οικονομικής δραστηριότητας, η βάση επιβολής του φόρου επί της πράξεως είναι η προσδιοριζόμενη κατά τον χρόνο της παύσεως αυτής αξία των αγαθών, στην οποία λαμβάνεται υπόψη η εξέλιξη της αξίας τους από την απόκτησή τους έως την εν λόγω παύση. Προς επίτευξη του σκοπού του άρθρου 18, στοιχείο γʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ, ο οποίος συνίσταται στην αποτροπή του ενδεχομένου να αποτελέσουν αντικείμενο μη φορολογηθείσας τελικής καταναλώσεως, κατόπιν της παύσεως της φορολογητέας οικονομικής δραστηριότητας, αγαθά τα οποία παρέσχαν δικαίωμα εκπτώσεως, καθώς και στην πραγματική εξάλειψη κάθε ανισότητας στον τομέα του ΦΠΑ μεταξύ των καταναλωτών που αποκτούν τα αγαθά τους από άλλον υποκείμενο στον φόρο και αυτών που τα αποκτούν στο πλαίσιο της επιχειρήσεώς τους, ο φόρος ο οποίος οφείλεται δυνάμει του άρθρου 18, στοιχείο γʹ, της οδηγίας περί ΦΠΑ πρέπει να επιβληθεί, εφόσον ένα αγαθό το οποίο έχει παράσχει δικαίωμα εκπτώσεως του ΦΠΑ διατηρεί υπολειμματική αξία κατά την ημερομηνία παύσεως της φορολογητέας οικονομικής δραστηριότητας, ανεξαρτήτως του διαστήματος που παρήλθε μεταξύ της ημερομηνίας αποκτήσεως του εν λόγω αγαθού και της ημερομηνίας παύσεως της δραστηριότητας αυτής.
(βλ. σκέψεις 33-39)