Υπόθεση C-157/15
Samira Achbita
και
Centrum voor gelijkheid van kansen en voor racismebestrijding
κατά
G4S Secure Solutions NV
(αίτηση του Hof van Cassatie
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 2000/78/ΕΚ – Ίση μεταχείριση – Δυσμενής διάκριση λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων – Εσωτερικός κανονισμός επιχειρήσεως ο οποίος απαγορεύει να φορούν οι εργαζόμενοι εμφανή πολιτικά, φιλοσοφικά ή θρησκευτικά σύμβολα στον χώρο εργασίας – Άμεση διάκριση – Δεν υφίσταται – Έμμεση διάκριση – Απαγόρευση σε εργαζομένη να φορά μουσουλμανική μαντίλα»
Περίληψη – Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 14ης Μαρτίου 2017
Κοινωνική πολιτική–Ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία–Οδηγία 2000/78–Έννοια της θρησκείας–Περιεχόμενο
(Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρα 10 §1 και 52 § 3· οδηγία 2000/78 του Συμβουλίου, άρθρο 1)
Κοινωνική πολιτική–Ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία–Οδηγία 2000/78–Απαγόρευση δυσμενούς διακρίσεως λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων–Εσωτερικός κανόνας ιδιωτικής επιχειρήσεως ο οποίος δεν επιτρέπει την εμφανή χρήση οιουδήποτε πολιτικού, φιλοσοφικού ή θρησκευτικού συμβόλου στον χώρο εργασίας–Απαγόρευση σε εργαζομένη να φορά μουσουλμανική μαντίλα–Δεν υφίσταται άμεση διάκριση–Ενδεχόμενη ύπαρξη έμμεσης διακρίσεως–Δικαιολόγηση λόγω επιδιώξεως θεμιτού σκοπού–Τήρηση της αρχής της αναλογικότητας–Επαλήθευση από το εθνικό δικαστήριο
(Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 16· οδηγία 2000/78 του Συμβουλίου, άρθρο 2 § 2, στοιχεία αʹ και βʹ)
Όσον αφορά την έννοια της «θρησκείας», για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78, επισημαίνεται ότι η συγκεκριμένη οδηγία δεν περιέχει ορισμό της εν λόγω εννοίας.
Εντούτοις, ο νομοθέτης της Ένωσης παραπέμπει, στην αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας 2000/78, στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), και η οποία προβλέπει, στο άρθρο 9, ότι παν πρόσωπον δικαιούται εις την ελευθερίαν σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας, το δε δικαίωμα τούτο επάγεται, μεταξύ άλλων, την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως ή συλλογικώς, δημοσία ή κατ’ ιδίαν, διά της λατρείας, της παιδείας και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών.
Στην ίδια αιτιολογική σκέψη, ο νομοθέτης της Ένωσης παραπέμπει επίσης στις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης. Μεταξύ των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτές τις κοινές παραδόσεις και τα οποία επιβεβαιώθηκαν στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) συγκαταλέγεται το δικαίωμα στην ελευθερία συνειδήσεως και θρησκείας που αναγνωρίζει το άρθρο 10, παράγραφος 1, του Χάρτη. Κατά τη διάταξη αυτή, το δικαίωμα αυτό συνεπάγεται την ελευθερία μεταβολής θρησκεύματος ή πεποιθήσεων καθώς και την ελευθερία εκδηλώσεως του θρησκεύματος ή των πεποιθήσεων, ατομικώς ή συλλογικώς, δημοσία ή κατ’ ιδίαν, με τη λατρεία, την εκπαίδευση, την άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων και τις τελετές. Όπως προκύπτει από τις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ΕΕ 2007, C 303, σ. 17), το δικαίωμα που διασφαλίζεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του Χάρτη αντιστοιχεί στο δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 9 της ΕΣΔΑ και, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, έχει την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με αυτό.
Στο μέτρο που η ΕΣΔΑ και, ακολούθως, ο Χάρτης δέχονται την ευρεία έννοια του όρου «θρησκεία», καθόσον περιλαμβάνουν στην έννοια αυτή την ελευθερία των προσώπων να εκδηλώνουν τη θρησκεία τους, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης, κατά την έκδοση της οδηγίας 2000/78, ήταν να ακολουθήσει την ίδια άποψη και ότι, συνεπώς, ο όρος «θρησκεία» στο άρθρο 1 της οδηγίας αυτής έχει την έννοια ότι καλύπτει τόσο το forum internum, δηλαδή την ύπαρξη πεποιθήσεων, όσο και το forum externum, δηλαδή τη δημόσια εκδήλωση της θρησκευτικής πίστεως.
(βλ. σκέψεις 25-28)
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, έχει την έννοια ότι η απαγόρευση της μουσουλμανικής μαντίλας που απορρέει από εσωτερικό κανόνα ιδιωτικής επιχειρήσεως, ο οποίος δεν επιτρέπει την εμφανή χρήση οιουδήποτε πολιτικού, φιλοσοφικού ή θρησκευτικού συμβόλου στον χώρο εργασίας, δεν συνιστά άμεση διάκριση λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων κατά την έννοια της οδηγίας αυτής.
Εν προκειμένω, ο επίμαχος στην κύρια δίκη εσωτερικός κανόνας αφορά τη χρήση εμφανών συμβόλων των πολιτικών, φιλοσοφικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων και καλύπτει, συνεπώς, αδιακρίτως κάθε εκδήλωση των πεποιθήσεων αυτών. Ο εν λόγω κανόνας πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ότι αντιμετωπίζει κατά τον ίδιο τρόπο όλους τους εργαζομένους της επιχειρήσεως, επιβάλλοντάς τους, γενικώς και αδιακρίτως, μεταξύ άλλων μια ουδέτερη αμφίεση διά του αποκλεισμού τέτοιων συμβόλων.
Αντιθέτως, ένας τέτοιος εσωτερικός κανόνας ιδιωτικής επιχειρήσεως ενδέχεται να συνιστά έμμεση διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2000/78, εάν αποδεικνύεται ότι η επιβαλλόμενη εκ πρώτης όψεως ουδέτερη υποχρέωση συνεπάγεται, εν τοις πράγμασι, τη μειονεκτική μεταχείριση κάποιων προσώπων λόγω ορισμένης θρησκείας ή ορισμένων πεποιθήσεων, εκτός εάν τούτο δικαιολογείται αντικειμενικά από έναν θεμιτό σκοπό, όπως η εκ μέρους του εργοδότη τήρηση μιας πολιτικής φιλοσοφικής, θρησκευτικής και πολιτικής ουδετερότητας στις σχέσεις του με τους πελάτες του, και εάν τα μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
Όσον αφορά, πρώτον, την προϋπόθεση που απαιτεί να υπάρχει θεμιτός σκοπός, επισημαίνεται ότι η βούληση επιδείξεως, στις σχέσεις με τους πελάτες τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα, μιας πολιτικής φιλοσοφικής, θρησκευτικής ή πολιτικής ουδετερότητας πρέπει να θεωρηθεί θεμιτή.
Πράγματι, η επιθυμία ενός εργοδότη να προβάλλει έναντι των πελατών μια εικόνα ουδετερότητας συνδέεται με την επιχειρηματική ελευθερία, η οποία αναγνωρίζεται στο άρθρο 16 του Χάρτη, και είναι, καταρχήν, θεμιτή, ιδίως όταν ο εργοδότης εμπλέκει, για την επίτευξη του σκοπού αυτού, μόνον τους εργαζομένους που απαιτείται να έρχονται σε επαφή με τους πελάτες του εργοδότη.
Όσον αφορά, δεύτερον, τον πρόσφορο χαρακτήρα ενός εσωτερικού κανόνα όπως ο επίμαχος στην κύρια δίκη, διαπιστώνεται ότι η απαγόρευση να φορούν οι εργαζόμενοι εμφανή σύμβολα πολιτικών, φιλοσοφικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων είναι κατάλληλη για να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή μιας πολιτικής ουδετερότητας, υπό την προϋπόθεση ότι η πολιτική αυτή ακολουθείται όντως με συνοχή και συστηματικότητα (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 2009, Hartlauer,C-169/07, EU:C:2009:141, σκέψη 55, και της 12ης Ιανουαρίου 2010, Petersen,C‑341/08, EU:C:2010:4, σκέψη 53).
Όσον αφορά, τρίτον, την αναγκαιότητα της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης απαγορεύσεως πρέπει να εξακριβωθεί εάν η απαγόρευση αυτή περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο. Εν προκειμένω, απαιτείται να διακριβωθεί εάν η απαγόρευση οποιουδήποτε εμφανούς συμβόλου ή ενδύματος δυναμένου να συσχετισθεί με ορισμένο θρήσκευμα ή ορισμένη πολιτική ή φιλοσοφική πεποίθηση αφορά μόνον τους εργαζομένους της G4S που έρχονται σε επαφή με τους πελάτες. Εάν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η εν λόγω απαγόρευση πρέπει να θεωρηθεί απολύτως αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
Εν προκειμένω, όσον αφορά την άρνηση μιας εργαζομένης, όπως η S. Achbita, να μη φορά τη μουσουλμανική μαντίλα κατά τις επαγγελματικές επαφές της με τους πελάτες της G4S, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει εάν, λαμβάνοντας υπόψη τους εγγενείς περιορισμούς στους οποίους υπόκειται η επιχείρηση και χωρίς να απαιτείται να υποστεί πρόσθετη επιβάρυνση, η G4S θα είχε, έναντι της αρνήσεως αυτής, τη δυνατότητα, αντί να την απολύσει, να της προτείνει θέση εργασίας που δεν θα συνεπαγόταν οπτική επαφή με τους πελάτες της. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται, λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων της δικογραφίας, να σταθμίσει τα εμπλεκόμενα συμφέροντα και να περιορίσει τις επίμαχες ελευθερίες μόνον κατά το μέτρο που τούτο είναι απολύτως αναγκαίο.
(βλ. σκέψεις 30, 37, 38, 40, 42-44 και διατακτ.)