ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

YVES BOT

της 12ης Οκτωβρίου 2016 ( 1 )

Υπόθεση C‑582/15

Openbaar Ministerie

κατά

Gerrit van Vemde

[αίτηση του rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο του Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή — Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις — Αμοιβαία αναγνώριση δικαστικών αποφάσεων — Απόφαση-πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ — Άρθρο 28 — Μεταβατική διάταξη — Δήλωση κράτους μέλους — Έννοια “εκδόσεως της αμετάκλητης αποφάσεως”»

Η παρούσα προδικαστική παραπομπή αφορά την ερμηνεία του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσ

εις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για το σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση

1. 

 ( 2 ).

2. 

Το εν λόγω προδικαστικό ερώτημα υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας σχετικά με αίτηση με την οποία ζητείται να επιτραπεί η εκτέλεση, στις Κάτω Χώρες, δικαστικής αποφάσεως του hof van beroep Antwerpen (εφετείο Αμβέρσας, Βέλγιο) με την οποία, μεταξύ άλλων, καταδικάστηκε ο Gerrit van Vemde σε στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας τριών ετών.

I – Το νομικό πλαίσιο

Α – Το δίκαιο της Ένωσης

3.

Οι αιτιολογικές σκέψεις 1 και 2 της αποφάσεως-πλαισίου έχουν ως εξής:

«(1)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε, που πραγματοποιήθηκε στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999, ενέκρινε την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία θα πρέπει να καταστεί ο ακρογωνιαίος λίθος της δικαστικής συνεργασίας τόσο σε αστικές όσο και σε ποινικές υποθέσεις στο πλαίσιο της Ένωσης.

(2)

Στις 29 Νοεμβρίου 2000, το Συμβούλιο, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Τάμπερε, ενέκρινε πρόγραμμα μέτρων για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των ποινικών αποφάσεων [ΕΕ 2001, C 12, σ. 10], με το οποίο ζητούσε να εκτιμηθεί η ανάγκη σύγχρονων μηχανισμών αμοιβαίας αναγνώρισης των οριστικών καταδικαστικών αποφάσεων που προβλέπουν στέρηση της ελευθερίας (μέτρο 14) και να επεκταθεί η ισχύς της γενικής αρχής της μεταφοράς καταδίκων σε πρόσωπα που διαμένουν σε ένα από τα κράτη μέλη (μέτρο 16).»

4.

Το άρθρο 1 της αποφάσεως-πλαισίου, που επιγράφεται «Ορισμοί», ορίζει τα ακόλουθα:

«Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης-πλαίσιο, νοούνται ως:

α)

“καταδικαστική απόφαση”: η αμετάκλητη απόφαση ή διαταγή δικαστηρίου του κράτους έκδοσης, με την οποία επιβάλλεται ποινή κατά φυσικού προσώπου·

β)

“ποινή”: οποιαδήποτε στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο που επισύρει στέρηση της ελευθερίας, τα οποία επεβλήθησαν από δικαστήριο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας επί ποινικού αδικήματος για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα·

γ)

“κράτος έκδοσης”: το κράτος μέλος στο οποίο εξεδόθη η καταδικαστική απόφαση·

δ)

“κράτος εκτέλεσης”: το κράτος μέλος στο οποίο διαβιβάζεται η καταδικαστική απόφαση, προκειμένου να αναγνωρισθεί και να εκτελεσθεί.»

5.

Το άρθρο 26, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου, με τίτλο «Σχέση με άλλες συμφωνίες και διακανονισμούς», προβλέπει τα εξής:

«Χωρίς να θίγεται η εφαρμογή τους μεταξύ κρατών μελών και τρίτων κρατών και η μεταβατική τους εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 28, η παρούσα απόφαση-πλαίσιο, από τις 5 Δεκεμβρίου 2011, θα αντικαταστήσει τις αντίστοιχες διατάξεις των ακόλουθων συμβάσεων που ισχύουν στις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη μέλη:

της ευρωπαϊκής σύμβασης για την μεταφορά καταδίκων της 21ης Μαρτίου 1983 και του πρόσθετου πρωτοκόλλου της σύμβασης αυτής της 18ης Δεκεμβρίου 1997,

της ευρωπαϊκής σύμβασης για τη διεθνή ισχύ των ποινικών αποφάσεων της 28ης Μαΐου 1970,

του τίτλου III, κεφάλαιο 5, της σύμβασης της 19ης Ιουνίου 1990 περί εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα,

της ευρωπαϊκής σύμβασης ανάμεσα στα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την εκτέλεση αλλοδαπών ποινικών αποφάσεων της 13[ης] Νοεμβρίου 1991.»

6.

Το άρθρο 28 της αποφάσεως-πλαισίου, με τίτλο «Μεταβατική διάταξη», προβλέπει τα εξής:

«1.   Αιτήσεις οι οποίες παραλαμβάνονται πριν τις 5 Δεκεμβρίου 2011, εξακολουθούν να διέπονται από τις ισχύουσες νομοθετικές πράξεις για τη μεταφορά καταδίκων. Αιτήσεις που παραλαμβάνονται μετά την ημερομηνία αυτή διέπονται από τους κανόνες που θεσπίζουν τα κράτη μέλη δυνάμει της παρούσας απόφασης-πλαίσιο.

2.   Ωστόσο, κάθε κράτος μέλος δύναται, κατά τη στιγμή της υιοθέτησης της παρούσας απόφασης-πλαίσιο από το Συμβούλιο, να δηλώσει ότι, σε περιπτώσεις όπου η αμετάκλητη απόφαση έχει εκδοθεί πριν από την ημερομηνία την οποία προσδιορίζει, ως κράτος έκδοσης και εκτέλεσης, θα συνεχίσει να εφαρμόζει τις υπάρχουσες νομικές πράξεις περί μεταφοράς καταδίκων που ίσχυαν πριν από τις 5 Δεκεμβρίου 2011. Αν έχει γίνει τέτοια δήλωση, οι πράξεις αυτές θα εφαρμόζονται στις περιπτώσεις αυτές σε σχέση με όλα τα λοιπά κράτη μέλη ασχέτως εάν έχουν προβεί ή όχι στην αυτή δήλωση. Η εν λόγω ημερομηνία δεν μπορεί να είναι μεταγενέστερη της 5ης Δεκεμβρίου 2011. Η εν λόγω δήλωση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.»

7.

Βάσει του άρθρου 28, της αποφάσεως-πλαισίου, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών προέβη στην ακόλουθη δήλωση ( 3 ):

«Σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 2, οι Κάτω Χώρες δηλώνουν ότι, σε περιπτώσεις όπου η αμετάκλητη απόφαση έχει εκδοθεί πριν παρέλθει τριετία από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης-πλαισίου, οι Κάτω Χώρες, ως κράτος έκδοσης και εκτέλεσης, θα συνεχίσ[ουν] να εφαρμόζ[ουν] τις υπάρχουσες νομικές πράξεις περί μεταφοράς καταδίκων που ίσχυαν πριν από την έκδοση της παρούσας απόφασης-πλαισίου.»

Β – Το ολλανδικό δίκαιο

8.

Το άρθρο 2:11 του Wet wederzijdse erkenning en tenuitvoerlegging vrijheidsbenemende en voorwaardelijke sancties (νόμος για την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση στερητικών της ελευθερίας κυρώσεων ανεξαρτήτως της αναστολής τους, στο εξής: WETS), ο οποίος αποσκοπεί στην εφαρμογή της αποφάσεως-πλαισίου, προβλέπει τα εξής:

«1.   [Ο] Υπουργός [Ασφάλειας και Δικαιοσύνης] διαβιβάζει τη δικαστική απόφαση […] στον γενικό εισαγγελέα εφετών.

2.   Ο γενικός εισαγγελέας υποβάλλει άμεσα τη δικαστική απόφαση […] στο ειδικό τμήμα του εφετείου Arnhem-Leeuwarden […]

[…]

8.   Εντός έξι εβδομάδων από την ημερομηνία κατά την οποία παρέλαβε τη δικαστική απόφαση […], το ειδικό τμήμα του εφετείου διαβιβάζει [στον] Υπουργό [Ασφάλειας και Δικαιοσύνης] την έγγραφη αιτιολογημένη εκτίμηση […]».

9.

Δυνάμει του άρθρου 2:12 του WETS, ο Υπουργός Ασφάλειας και Δικαιοσύνης αποφασίζει για την αναγνώριση της δικαστικής αποφάσεως λαμβάνοντας υπόψη την εκτίμηση του ειδικού τμήματος του εφετείου.

10.

Το άρθρο 5:2 του WETS ορίζει τα εξής:

«1.   Ο παρών νόμος αντικαθιστά τον Wet overdracht tenuitvoerlegging strafvonnissen (νόμος περί μεταφοράς εκτελέσεως ποινικών αποφάσεων, στο εξής: WOTS) στις σχέσεις με τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

[…]

3.   Ο παρών νόμος δεν εφαρμόζεται στις δικαστικές αποφάσεις […] που κατέστησαν αμετάκλητες πριν από τις 5 Δεκεμβρίου 2011.

[…]»

11.

Κατά το άρθρο 2 του WOTS, «[η] εκτέλεση στις Κάτω Χώρες αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων λαμβάνει χώρα μόνον βάσει διεθνούς συμβάσεως». Εξάλλου, κατά το άρθρο 31, παράγραφος 1, του WOTS, «[ό]ταν δέχεται την εκτέλεση της αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως, το πρωτοδικείο [του Amsterdam] χορηγεί την άδεια και, τηρώντας τη διεθνή σύμβαση που τυγχάνει εφαρμογής, επιβάλλει την ποινή ή το μέτρο που προβλέπεται για το αντίστοιχο αδίκημα στο ολλανδικό δίκαιο».

II – Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

12.

Ο Gerrit van Vemde συνελήφθη στις Κάτω Χώρες, στις 27 Οκτωβρίου 2009, βάσει εκδοθέντος από βελγική δικαστική αρχή ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως για τους σκοπούς ποινικής διώξεως. Μετά την παράδοσή του, τελούσε υπό κράτηση στο Βέλγιο. Ο Gerrit van Vemde ακολούθως αφέθηκε ελεύθερος με την καταβολή εγγυήσεως κατά τη διάρκεια της βελγικής ποινικής διαδικασίας και επέστρεψε, με ίδια μέσα, στις Κάτω Χώρες, πριν από την έκδοση αποφάσεως.

13.

Στις 28 Φεβρουαρίου 2011, το hof van beroep te Antwerpen (εφετείο Αμβέρσας, Βέλγιο) καταδίκασε τον Gerrit van Vemde σε στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας τριών ετών. Στις 6 Δεκεμβρίου 2011, το Hof van Cassatie (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Βέλγιο) απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής και η απόφαση του hof van beroep Antwerpen (εφετείο Αμβέρσας) κατέστη αμετάκλητη την ίδια ημερομηνία. Διάταξη για την κράτηση η οποία εκδόθηκε από τον Procureur Generaal in Antwerpen (γενικό εισαγγελέα Αμβέρσας, Βέλγιο) κοινοποιήθηκε στον καταδικασθέντα στις 13 Φεβρουαρίου 2012.

14.

Στις 23 Ιουλίου 2013, οι βελγικές αρχές ζήτησαν από τις Κάτω Χώρες να αναλάβουν την εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής που επιβλήθηκε με την απόφαση του hof van beroep Antwerpen (εφετείο Αμβέρσας). Με την από 10 Οκτωβρίου 2013 αίτηση, ο εισαγγελέας (Βέλγιο) ζήτησε ακολούθως από το Rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες), το αιτούν δικαστήριο, να επιτρέψει την εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής που επιβλήθηκε από το hof van beroep Antwerpen (εφετείο Αμβέρσας).

15.

Το αιτούν δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της αιτήσεως αυτής, διερωτάται ως προς το εάν εφαρμοστέες διατάξεις είναι αυτές του WOTS ή αυτές του WETS, που αντικατέστησε τον πρώτο νόμο. Συγκεκριμένα, αφενός, ο WETS, σύμφωνα με το άρθρο 5:2, παράγραφος 3, δεν θα εφαρμοζόταν στις δικαστικές αποφάσεις που «κατέστησαν αμετάκλητες» πριν από τις 5 Δεκεμβρίου 2011. Αφού η απόφαση του hof van beroep Antwerpen (εφετείο Αμβέρσας) κατέστη αμετάκλητη μετά τις 5 Δεκεμβρίου 2011, εφαρμοστέος καταρχήν είναι ο WETS.

16.

Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα της διατάξεως αυτής με το άρθρο 28 της αποφάσεως-πλαισίου. Δυνάμει της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, οι αιτήσεις αναλήψεως της εκτελέσεως στερητικής της ελευθερίας ποινής οι οποίες παραλαμβάνονται μετά τις 5 Δεκεμβρίου 2011 διέπονται από τους κανόνες που θεσπίζουν τα κράτη μέλη δυνάμει της αποφάσεως-πλαισίου. Ωστόσο, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, κάθε κράτος μέλος μπορούσε, κατά τη στιγμή της εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, να δηλώσει ότι, σε περιπτώσεις όπου η αμετάκλητη απόφαση έχει «εκδοθεί» πριν από την ημερομηνία την οποία προσδιορίζει, θα συνεχίσει, ως κράτος εκδόσεως και εκτελέσεως, να εφαρμόζει τις υπάρχουσες νομικές πράξεις περί μεταφοράς καταδίκων που ίσχυαν πριν από τις 5 Δεκεμβρίου 2011. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών προέβη σε τέτοια δήλωση περί εφαρμογής της αποφάσεως-πλαισίου, δήλωση που επαναλαμβάνει, κατ’ ουσίαν, το γράμμα του άρθρου 28, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου.

17.

Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, κατά τη νομολογία του Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών), το άρθρο 5:2, παράγραφος 3, του WETS πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο προς το άρθρο 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου, υπό την έννοια ότι η επίμαχη απόφαση πρέπει να έχει εκδοθεί πριν από τις 5 Δεκεμβρίου 2011, ανεξαρτήτως του χρόνου που αυτή κατέστη αμετάκλητη, οπότε, εν προκειμένω, παραμένουν εφαρμοστέες οι διατάξεις του WOTS. Ωστόσο, αν έπρεπε αντιθέτως το άρθρο 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η δικαστική απόφαση πρέπει να έχει καταστεί αμετάκλητη πριν από τις 5 Δεκεμβρίου 2011, το αιτούν δικαστήριο, βάσει των διατάξεων του WETS, κρίνει ότι, μεταξύ άλλων, δεν θα ήταν αρμόδιο να αποφανθεί επί της αιτήσεως περί άδειας εκτελέσεως της στερητικής της ελευθερίας ποινής που έχει επιβληθεί στον καταδικασθέντα.

18.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο Άμστερνταμ) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Πρέπει το άρθρο 28, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, της [αποφάσεως-πλαισίου] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η κατά το άρθρο αυτό δήλωση δύναται να αφορά μόνον αποφάσεις οι οποίες εκδόθηκαν πριν από τις 5 Δεκεμβρίου 2011, ανεξάρτητα από την ημερομηνία κατά την οποία οι αποφάσεις αυτές κατέστησαν αμετάκλητες, ή η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η δήλωση δύναται να αφορά μόνο αποφάσεις που κατέστησαν αμετάκλητες πριν από τις 5 Δεκεμβρίου 2011;»

III – Ανάλυση

19.

Με το ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν, στην περίπτωση κατά την οποία ένα κράτος μέλος προέβη στη δήλωση που προβλέπεται στο άρθρο 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου, η ημερομηνία που είναι κρίσιμη για τον καθορισμό του νομικού καθεστώτος που εφαρμόζεται στη μεταφορά των καταδικασθέντων σε στερητικές της ελευθερίας ποινές είναι αυτή της εκδόσεως της αποφάσεως ή η ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη.

20.

Προ της απαντήσεως του εν λόγω ερωτήματος, πρέπει να εξεταστεί, όπως ζητούν η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το ζήτημα αν η δήλωση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου μπορεί ή όχι να παράγει έννομα αποτελέσματα.

Α – Επί του ζητήματος αν λαμβάνεται υπόψη η δήλωση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου

21.

Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το άρθρο 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως‑πλαισίου είναι σαφές ως προς το χρονικό σημείο κατά το οποίο μπορεί να γίνει η δήλωση αυτή.

22.

Πράγματι, κατά το γράμμα της διατάξεως αυτής, μόνο «κατά τη στιγμή της υιοθέτησης της […] απόφασης-πλαίσιο» κάθε κράτος μέλος μπορούσε να προβεί σε δήλωση έχουσα ως αποτέλεσμα να καθυστερήσει την εφαρμογή της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου.

23.

Όμως, σύμφωνα με τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο και όπως δέχθηκε η Ολλανδική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η δήλωση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών απεστάλη στο Συμβούλιο στις 24 Μαρτίου 2009, στη συνέχεια διανεμήθηκε ως έγγραφο του Συμβουλίου στις 30 Απριλίου 2009, προτού εν τέλει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα στις 9 Οκτωβρίου 2009 ( 4 ). Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν αρνείται ότι η δήλωση αυτή επισήμως έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως-πλαισίου.

24.

Στη συνημμένη στη δήλωση επιστολή, και όπως εξέθεσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών διευκρίνισε ωστόσο ότι, κατά τις συζητήσεις επί του σχεδίου της αποφάσεως-πλαισίου, είχε σθεναρά υποστηρίξει ότι αυτή έπρεπε να εφαρμοστεί μόνο στις μελλοντικές περιπτώσεις. Το εν λόγω κράτος μέλος εξηγεί ότι η δυνατότητα που προβλέπεται στο άρθρο 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου περιελήφθη κυρίως κατόπιν αιτήματός του και συνιστούσε για το εν λόγω κράτος μέλος ένα βασικό στοιχείο της πολιτικής συμφωνίας σχετικά με την απόφαση-πλαίσιο η οποία συνήφθη κατά τις συνόδους του Συμβουλίου ΔΕΥ της 4ης Δεκεμβρίου 2006 και της 15ης Φεβρουαρίου 2007. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών διευκρίνισε επίσης ότι η απόφαση-πλαίσιο ενεγράφη στον κατάλογο των σημείων «Α» της ημερήσιας διατάξεως λίγο πριν τη σύνοδο του Συμβουλίου ΔΕΥ της 27ης Νοεμβρίου 2008 με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να τηρηθεί η εσωτερική διαδικασία προπαρασκευής του Συμβουλίου επί του σημείου αυτού. Ως εκ τούτου, κατά την έκδοση αυτής της αποφάσεως-πλαισίου στη σύνοδο του Συμβουλίου ΔΕΥ της 27ης Νοεμβρίου 2008, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν διαβίβασε δήλωση κατά την έννοια του άρθρου 28, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου. Το εν λόγω κράτος μέλος διευκρινίζει ωστόσο ότι, όταν το Συμβούλιο ΔΕΥ της 4ης Δεκεμβρίου 2006 κατέληξε σε πολιτική συμφωνία, ανακοίνωσε ότι θα προέβαινε σε αυτή τη δήλωση. Κατά τη γνώμη του, η εν λόγω ανακοίνωση μπορεί να θεωρηθεί ότι παρήγαγε τα αποτελέσματά της κατά το χρόνο της εκδόσεως της αποφάσεως-πλαισίου, στις 27 Νοεμβρίου 2008.

25.

Όπως και η Επιτροπή, φρονώ ωστόσο ότι μια τέτοια ανακοίνωση δεν ισοδυναμεί με δήλωση «κατά τη στιγμή της υιοθέτησης της […] απόφασης‑πλαίσιο», κατά την έννοια του άρθρου 28, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου. Πράγματι, μόνη η έκφραση προθέσεως ότι θα γίνει δήλωση δεν αρκεί. Η δήλωση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο κατά το χρόνο της εκδόσεως της αποφάσεως-πλαισίου και από αυτήν πρέπει να προκύπτει σαφών η επιλογή του οικείου κράτους μέλους ως προς τον χρόνο εκδόσεως των αμετάκλητων αποφάσεων πριν από τον οποίο η απόφαση-πλαίσιο δεν εφαρμόζεται. Το άρθρο 28, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου αφήνει πράγματι στα κράτη μέλη ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως προς καθορισμό της ημερομηνίας αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι μεταγενέστερη της 5ης Δεκεμβρίου 2011.

26.

Επομένως, ελλείψει οποιασδήποτε επίσημης διατυπώσεως συγκεκριμένης δηλώσεως του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, προγενέστερης του εγγράφου που απεστάλη από αυτό το κράτος μέλος στις 24 Μαρτίου 2009, φρονώ, επομένως, ότι η δήλωση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών δεν είναι έγκυρη, διότι υποβλήθηκε εκπροθέσμως.

27.

Εξάλλου, επισημαίνω, όπως και η Επιτροπή, ότι οι περιπτώσεις στις οποίες η απόφαση-πλαίσιο επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβούν σε δήλωση όχι μόνον κατά την έκδοσή της αλλά και σε μεταγενέστερη ημερομηνία διατυπώνονται με τρόπο απολύτως σαφή στην απόφαση-πλαίσιο. Αναφέρομαι κυρίως στο άρθρο 4, παράγραφος 7, και στο άρθρο 7, παράγραφος 4, της αποφάσεως-πλαισίου.

28.

Εκ των ανωτέρω στοιχείων συνάγεται ότι η δήλωση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα.

29.

Ελλείψει δηλώσεως πληρούσας τις προϋποθέσεις του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου, μόνο το άρθρο 28, παράγραφος 1, της αποφάσεως πλαισίου καθορίζει το πεδίο εφαρμογής ratione temporis των κανόνων που περιέχονται στην απόφαση-πλαίσιο, δηλαδή καταλαμβάνει τις αιτήσεις που παραλαμβάνονται μετά τις 5 Δεκεμβρίου 2011.

30.

Δοθέντος ότι η αίτηση των βελγικών αρχών που απευθύνεται στις ολλανδικές αρχές χρονολογείται από 10 Οκτωβρίου 2013, έχουν εν προκειμένω αναμφίβολα εφαρμογή οι κανόνες της αποφάσεως-πλαισίου.

31.

Μόνον επικουρικώς, για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα συμμεριστεί το συμπέρασμά μου που καταλήγει στο ότι η δήλωση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη, θα εξετάσω το ζήτημα της ερμηνείας του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου όπως διατυπώθηκε από το αιτούν δικαστήριο.

Β – Επί της ερμηνείας του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου

32.

Εκτιμώ, όπως και η Επιτροπή, η Ολλανδική και η Αυστριακή Κυβέρνηση και το Openbaar Ministerie, ότι η ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου είναι αυτή κατά την οποία η απόφαση κατέστη αμετάκλητη.

33.

Από το άρθρο 26, παράγραφος 1, αυτής της αποφάσεως-πλαισίου προκύπτει ότι, από τις 5 Δεκεμβρίου 2011, ο ενιαίος μηχανισμός που προβλέπεται από την εν λόγω απόφαση-πλαίσιο αντικαθιστά κατ’ ουσίαν το προϋπάρχον συμβατικό σύστημα.

34.

Κατά το άρθρο 28, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου, «[α]ιτήσεις οι οποίες παραλαμβάνονται πριν τις 5 Δεκεμβρίου 2011, εξακολουθούν να διέπονται από τις ισχύουσες νομοθετικές πράξεις για τη μεταφορά καταδίκων. Αιτήσεις που παραλαμβάνονται μετά την ημερομηνία αυτή διέπονται από τους κανόνες που θεσπίζουν τα κράτη μέλη δυνάμει της παρούσας απόφασης-πλαίσιο».

35.

Το άρθρο 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου επιτρέπει ωστόσο στα κράτη μέλη, αν προβούν σε συναφή δήλωση κατά το χρονικό σημείο της εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, να βασιστούν, προς τον σκοπό της εφαρμογής της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, όχι στην ημερομηνία της αιτήσεως, αλλά στην ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η αμετάκλητη απόφαση.

36.

Συνεπώς, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 28, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου, σύμφωνα με το οποίο το σημείο αναφοράς είναι ο χρόνος παραλαβής της αιτήσεως, το άρθρο 28, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου προβλέπει ως σημείο αναφοράς την ημερομηνία της αμετάκλητης αποφάσεως.

37.

Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, η δήλωση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών προβλέπει ότι «σε περιπτώσεις όπου η αμετάκλητη απόφαση έχει εκδοθεί πριν παρέλθει τριετία από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης-πλαισίου, οι Κάτω Χώρες, ως κράτος έκδοσης και εκτέλεσης, θα συνεχίσ[ουν] να εφαρμόζ[ουν] τις υπάρχουσες νομικές πράξεις περί μεταφοράς καταδίκων που ίσχυαν πριν από την έκδοση της παρούσας απόφασης-πλαισίου» ( 5 ).

38.

Η δήλωση αυτή αποκρυσταλλώθηκε στο εθνικό δίκαιο με το άρθρο 5:2, παράγραφος 3, του WETS, που προβλέπει ότι «[ο] παρών νόμος δεν εφαρμόζεται στις δικαστικές αποφάσεις […] που κατέστησαν αμετάκλητες πριν από τις 5 Δεκεμβρίου 2011» ( 6 ).

39.

Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως βασίζεται κατά μεγάλο μέρος στη διαφορετική γραμματική διατύπωση μεταξύ, αφενός, του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου και της δηλώσεως του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, που αναφέρονται στην ημερομηνία κατά την οποία «εκδόθηκε η αμετάκλητη απόφαση», και, αφετέρου, του άρθρου 5:2, παράγραφος 3, του WETS, που αναφέρεται στην ημερομηνία κατά την οποία οι δικαστικές αποφάσεις «κατέστησαν αμετάκλητες».

40.

Αντιθέτως προς το αιτούν δικαστήριο, τον καθού της κύριας δίκης και την Πολωνική Κυβέρνηση, εκτιμώ ότι, μολονότι διαφορετικά διατυπωμένες, όλες οι διατάξεις αυτές περιγράφουν το ίδιο νομικό γεγονός, δηλαδή το χρονικό σημείο κατά το οποίο μια απόφαση κατέστη αμετάκλητη. Συνεπώς, θεσπίζοντας το άρθρο 5:2, παράγραφος 3, του WETS, ο Ολλανδός νομοθέτης εφάρμοσε πλήρως τα προβλεπόμενα στο άρθρο 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου καθώς και στη δήλωση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών.

41.

Η ερμηνεία σύμφωνα με την οποία το άρθρο 28, παράγραφος 2, αυτής της αποφάσεως-πλαισίου καθορίζει το χρονικό σημείο κατά το οποίο μια απόφαση κατέστη αμετάκλητη απορρέει τόσο από το γράμμα, όσο και από την οικονομία και τον σκοπό της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου.

42.

Σχετικά με το γράμμα του άρθρου 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως‑πλαισίου, επισημαίνω ότι δεν αφορά το χρονικό σημείο που εκδόθηκε η απόφαση, αλλά αναφέρεται στην «αμετάκλητη» απόφαση. Η διευκρίνιση αυτή ως προς τον αμετάκλητο χαρακτήρα της αποφάσεως δεν αφορά μόνο την απόδοση της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου στη γαλλική γλώσσα, αλλά επαναλαμβάνεται και σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις ( 7 ).

43.

Η διευκρίνιση αυτή είναι σύμφωνη με την οικονομία της αποφάσεως-πλαισίου, καθόσον μια αίτηση που βασίζεται στην εν λόγω απόφαση-πλαίσιο επιτρέπεται να υποβληθεί μόνον αφότου η δικαστική απόφαση καταστεί αμετάκλητη, σύμφωνα με τον ορισμό της «καταδικαστικής αποφάσεως» που προβλέπεται από τον νομοθέτη της Ένωσης στο άρθρο 1, στοιχείο αʹ, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου.

44.

Εξάλλου, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις αιτιολογικές σκέψεις 1 και 2, η απόφαση-πλαίσιο επιδιώκει να εφαρμόσει την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως στις ποινικές υποθέσεις όσον αφορά την εκτέλεση των αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων που επιβάλλουν στερητικές της ελευθερίας ποινές. Αυτή η εφαρμογή συνεπάγεται έναν μηχανισμό συνεργασίας περισσότερο σύγχρονο και εκτεταμένο σε σύγκριση με το ισχύον συμβατικό δίκαιο.

45.

Λαμβανομένης υπόψη της θεμελιώδους σημασίας της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως στο πλαίσιο της δημιουργίας του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης και κατά το μέτρο που το άρθρο 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου συνιστά παρέκκλιση που επιτρέπει στα κράτη μέλη να συνεχίσουν να εφαρμόζουν το προηγούμενο συμβατικό σύστημα για περισσότερο χρονικό διάστημα από αυτό που επιτρέπει το γενικό καθεστώς του άρθρου 28, παράγραφος 1, αυτής της αποφάσεως-πλαισίου, το άρθρο 28, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου θα πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς.

46.

Μια τέτοια συσταλτική ερμηνεία, που περιορίζει τις περιπτώσεις που συνεχίζουν να εμπίπτουν στο προηγούμενο συμβατικό σύστημα και αυξάνει επομένως τις περιπτώσεις στις οποίες μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι κανόνες που προβλέπει η απόφαση -πλαίσιο, είναι η πλέον κατάλληλη να διασφαλίσει το σκοπό που επιδιώκεται από τη συμφωνία-πλαίσιο.

47.

Διευκρινίζω, συναφώς, ότι η απόφαση-πλαίσιο έχει ως βασικό σκοπό να διευκολύνει την κοινωνική επανένταξη των καταδικασθέντων σε στερητική της ελευθερίας ποινή παρέχοντας τη δυνατότητα στο άτομο που έχει στερηθεί την ελευθερία του συνεπεία ποινικής καταδίκης να εκτίσει την ποινή του ή το υπόλοιπο της ποινής στο κοινωνικό περιβάλλον της χώρας καταγωγής του. Αυτό εκφράζεται σαφώς στην αιτιολογική σκέψη 9 και στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου.

48.

Αυτό συνεπάγεται ότι όλα τα μέτρα σχετικά με την εκτέλεση και τις εναλλακτικές μορφές εκτίσεως των ποινών εξατομικεύονται από τις δικαστικές αρχές με τέτοιον τρόπο ώστε να διευκολύνεται, στο πλαίσιο του σεβασμού των συμφερόντων της κοινωνίας και των δικαιωμάτων των θυμάτων, πέραν της προλήψεως τυχόν υποτροπής, η κοινωνική ένταξη ή επανένταξη του καταδικασθέντος ( 8 ).

49.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, κατά το μέτρο που η καταδικαστική απόφαση εις βάρος του Gerrit van Vemde κατέστη αμετάκλητη στις 6 Δεκεμβρίου 2011, η εκτέλεση της επιβληθείσας σ’ αυτόν ποινής θα πρέπει να αναληφθεί μόνο βάσει των κανόνων της αποφάσεως-πλαισίου.

IV – Πρόταση

50.

Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, στο rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:

Η δήλωση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών σχετικά με το άρθρο 28 της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις οι οποίες επιβάλλουν ποινές στερητικές της ελευθερίας ή μέτρα στερητικά της ελευθερίας, για τον σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εφόσον έγινε μετά την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, αντίθετα προς τα οριζόμενα στο άρθρο 28, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα.

Επικουρικώς, στην περίπτωση που κριθεί ότι η δήλωση αυτή μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα, το άρθρο 28, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2008/909 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η προβλεπόμενη σ’ αυτό δήλωση αφορά μόνον τις αποφάσεις που κατέστησαν αμετάκλητες πριν από τις 5 Δεκεμβρίου 2011.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) ΕΕ 2008, L 327, σ. 27 (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο).

( 3 ) ΕΕ 2009, L 265, σ. 41 (στο εξής: δήλωση για την εφαρμογή της αποφάσεως-πλαισίου).

( 4 ) ΕΕ 2009, L 265, σ. 41.

( 5 ) Η υπογράμμιση δική μου.

( 6 ) Η υπογράμμιση δική μου.

( 7 ) Βλ., για παράδειγμα, στην ισπανική γλώσσα «en los casos en los que la sentencia firme haya sido dictada antes de la fecha que especificará»· στη γερμανική γλώσσα «wonach er in Fällen, in denen das rechtskräftige Urteil vor dem angegebenen Zeitpunkt ergangen ist»· στην αγγλική γλώσσα «in cases where the final judgment has been issued before the date it specifies», και στην ιταλική γλώσσα «nei casi in cui la sentenza definitiva è stata emessa anteriormente alla data da esso indicata».

( 8 ) Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Ognyanov (C‑554/14, EU:C:2016:319).