ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
YVES BOT
της 8ης Σεπτεμβρίου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑339/15
Openbaar Ministerie
κατά
Luc Vanderborght
[αίτηση του Nederlandstalige rechtbank van eerste aanleg te Brussel (ολλανδόφωνο πρωτοδικείο Βρυξελλών, Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή — Εθνική νομοθεσία που απαγορεύει στους παρέχοντες υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως να διαφημίζουν στο κοινό τις υπηρεσίες τους — Εθνική νομοθεσία που καθορίζει τις απαιτήσεις διακριτικότητας τις οποίες πρέπει να πληροί η πινακίδα οδοντιατρείου — Συμβατότητα — Άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ — Ελευθερία εγκαταστάσεως — Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών — Ύπαρξη στοιχείου διασυνοριακότητας — Περιορισμός — Προστασία της δημόσιας υγείας — Αναλογικότητα — Οδηγία 2000/31/ΕΚ — Ηλεκτρονικό εμπόριο — Πεδίο εφαρμογής — Άρθρο 3, παράγραφος 3 — Εξαίρεση των εθνικών διατάξεων σχετικά με την υγεία — Άρθρο 3, παράγραφος 8 — Εξαίρεση των εθνικών διατάξεων που διέπουν τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα — Οδηγία 2005/29/ΕΚ — Παράνομες εμπορικές πρακτικές — Άρθρο 3, παράγραφος 1 — Ρήτρα εσωτερικής αγοράς — Εφαρμογή του νομικού καθεστώτος του κράτους μέλους εγκαταστάσεως του φορέα παροχής υπηρεσιών — Άρθρο 8 — Περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας με σκοπό να εξασφαλιστεί η τήρηση των επαγγελματικών κανόνων»
I – Εισαγωγή
|
1. |
Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να κρίνει εκ νέου τη συμβατότητα της βελγικής νομοθεσίας που οριοθετεί, πολύ αυστηρά, τη διαφήμιση στον τομέα της οδοντιατρικής περιθάλψεως, τόσο υπό το πρίσμα του πρωτογενούς δικαίου, και ειδικότερα των κανόνων σχετικά με την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, όσο και υπό το πρίσμα του παράγωγου δικαίου που ισχύει αναφορικά με τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και το ηλεκτρονικό εμπόριο. |
|
2. |
Πράγματι, στην απόφασή του της 13ης Μαρτίου 2008, Doulamis ( 2 ), το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί επί της συμβατότητας ορισμένων διατάξεων της εν λόγω νομοθεσίας υπό το πρίσμα των κανόνων ανταγωνισμού που απαγορεύουν τις συμφωνίες και τις εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ επιχειρήσεων. |
|
3. |
Αφετηρία της υπό κρίση υποθέσεως είναι οι ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν στο Βέλγιο σε βάρος του L. Vanderborght, γενικού οδοντιάτρου, ο οποίος κατηγορείται ότι, μεταξύ της 1ης Μαρτίου 2003 και της 24ης Ιανουαρίου 2014, προέβη σε διαφήμιση των υπηρεσιών οδοντιατρικής περιθάλψεως τις οποίες προσφέρει, κατά παραβίαση της βελγικής νομοθεσίας. |
|
4. |
Ειδικότερα, το άρθρο 8 quinquies του Koninklijk besluit houdende reglement op de beoefening der tandheelkunde (βασιλικού διατάγματος για τη ρύθμιση της ασκήσεως του επαγγέλματος του οδοντιάτρου), της 1ης Ιουνίου 1934 ( 3 ), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης ( 4 ), περιγράφει λεπτομερώς τις απαιτήσεις διακριτικότητας που βαρύνουν τους παρέχοντες υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως, όταν αυτοί αναρτούν πινακίδα ή επιγραφή στην είσοδο του κτιρίου όπου ασκούν το επάγγελμά τους, με σκοπό την προστασία της αξιοπρέπειας του επαγγέλματος. |
|
5. |
Η διάταξη αυτή προβλέπει τα ακόλουθα: «Για τη γνωστοποίηση στο κοινό, στο κτίριο όπου πρόσωπο ειδικευμένο […] ασκεί το επάγγελμα του οδοντιάτρου, είναι δυνατή η ανάρτηση επιγραφής ή πινακίδας διακριτικών διαστάσεων και διακριτικής όψεως, στην οποία αναγράφονται το όνομα του επαγγελματία και ενδεχομένως ο κατά νόμον τίτλος του, οι ημέρες και ώρες λειτουργίας του ιατρείου του, η ονομασία της επιχειρήσεως ή του υγειονομικού φορέα στους κόλπους του οποίου αυτός ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα· σε αυτήν δύναται επίσης να αναφέρεται ο τομέας οδοντιατρικής στον οποίο ειδικεύεται ο επαγγελματίας: οδοντιατρικές επεμβάσεις, προσθετική, ορθοδοντική, χειρουργική οδοντιατρική. […]» |
|
6. |
Εν προκειμένω, ο L. Vanderborght κατηγορείται ότι τοποθέτησε στην είσοδο του οδοντιατρείου του μεγάλο διαφημιστικό πυλώνα, μη διακριτικών διαστάσεων και μη διακριτικής όψεως, απευθυνόμενο προς το κοινό. Ο πυλώνας αυτός αποτελούνταν από τρεις τυπωμένες όψεις, έκαστη εκ των οποίων είχε ύψος 47 εκατοστά και πλάτος 75 εκατοστά και επί των οποίων αναγράφονταν το όνομα του επαγγελματία, η ιδιότητά του ως οδοντιάτρου καθώς και ο ιστότοπος και τα στοιχεία τηλεφωνικής επικοινωνίας του οδοντιατρείου. |
|
7. |
Το άρθρο 1 του Wet bettreffende de publiciteit inzake tandverzorging (νόμου περί της διαφημίσεως στον τομέα της οδοντιατρικής περιθάλψεως), της 15ης Απριλίου 1958 ( 5 ), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης ( 6 ), απαγορεύει στους παρέχοντες υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως, στο πλαίσιο της ασκήσεως ελευθερίου επαγγέλματος ή της λειτουργίας οδοντιατρείου, να πραγματοποιούν οποιαδήποτε διαφήμιση προς το κοινό, άμεσα ή έμμεσα, για τις υπηρεσίες τους. |
|
8. |
Η διάταξη αυτή έχει ως εξής: «Ουδείς δύναται να πραγματοποιήσει, άμεσα ή έμμεσα, διαφήμιση καθ’ οιονδήποτε τρόπο με σκοπό να περιθάλψει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο ειδικευμένο ή μη, στο Βέλγιο ή στην αλλοδαπή, παθήσεις, τραύματα ή ανωμαλίες του στόματος και των οδόντων, ειδικά μέσω προθηκών, πινακίδων, επιγραφών ή πλακετών ικανών να παραπλανήσουν ως προς το νόμιμο της αναγγελλόμενης δραστηριότητας, μέσω φυλλαδίων πάσης φύσεως, διά του τύπου, κυμάτων ή κινηματογράφου […]». |
|
9. |
Εν προκειμένω, ο L. Vanderborght κατηγορείται ότι δημοσίευσε διαφημιστικές αγγελίες στις τοπικές εφημερίδες και ότι προέβαλε, μέσω του ιστοτόπου του, την τεχνογνωσία του στον τομέα της οδοντιατρικής περιθάλψεως, χρησιμοποιώντας προς τον σκοπό αυτό φωτογραφίες «πριν και μετά» καθώς και μαρτυρίες ασθενών οι οποίοι επισημαίνουν τη διαφορά των υπηρεσιών του σε σχέση με τις φροντίδες που παρέχονται από άλλους επαγγελματίες οδοντιάτρους. |
|
10. |
Στην υπό κρίση υπόθεση, το Nederlandstalige rechtbank van eerste aanleg te Brussel (ολλανδόφωνο πρωτοδικείο Βρυξελλών, Βέλγιο), δικάζοντας σε ποινική σύνθεση, διερωτάται ως προς τη συμβατότητα των διατάξεων στις οποίες θεμελιώνονται οι εν λόγω διώξεις με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης, πρώτον, σχετικά με τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, οι οποίοι περιλαμβάνονται στην οδηγία 2005/29/ΕΚ ( 7 ), δεύτερον, σχετικά με το ηλεκτρονικό εμπόριο, οι οποίοι θεσπίστηκαν με την οδηγία 2000/31/ΕΚ ( 8 ), και, τρίτον, σχετικά με την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, οι οποίες κατοχυρώνονται, αντίστοιχα, στα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ. |
|
11. |
Στις παρούσες προτάσεις θα υπογραμμίσω, καταρχάς, ότι οι επίμαχες στην κύρια δίκη νομοθετικές ρυθμίσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, λόγω των περιορισμών που ο νομοθέτης της Ένωσης ρητώς προέβλεψε στο άρθρο 3, παράγραφοι 3 και 8, της οδηγίας αυτής. |
|
12. |
Αντίθετα, θα επισημάνω ότι εθνική ρύθμιση όπως αυτή του άρθρου 1 του νόμου του 1958, η οποία απαγορεύει οποιαδήποτε διαφήμιση σχετικά με την παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής περιθάλψεως μέσω του διαδικτύου, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο. Θα εξηγήσω ωστόσο ότι, με βάση το άρθρο της 3, παράγραφος 1, και το άρθρο της 8, παράγραφος 1, η οδηγία αυτή δεν φαίνεται να αντιτίθεται στην εν λόγω ρύθμιση, εφόσον η τελευταία σκοπεί να εξασφαλίσει την τήρηση των κανόνων ενός νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος και έχει εφαρμογή σε φορέα παροχής υπηρεσιών εγκατεστημένο στην εθνική επικράτεια. |
|
13. |
Τέλος, θα εξετάσω τη συμβατότητα της εν λόγω ρυθμίσεως υπό το πρίσμα των άρθρων 49 και 56 ΣΛΕΕ, τα οποία αφορούν την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Πρώτον, θα δείξω ότι η διαφορά της κύριας δίκης εμφανίζει στοιχείο διασυνοριακότητας, στο μέτρο που η διαφήμιση για την οποία κατηγορείται ο ενδιαφερόμενος πραγματοποιήθηκε σε ιστότοπο, ο οποίος είναι φορέας καθολικής μεταδόσεως και επομένως καθιστά δυνατή την προσέγγιση κοινού και, άρα, την προσέλκυση ασθενών ευρισκομένων σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος εγκαταστάσεως του ενδιαφερομένου. |
|
14. |
Δεύτερον, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους η απαγόρευση οποιασδήποτε διαφημίσεως προς το κοινό στον τομέα της οδοντιατρικής περιθάλψεως συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, επαναλαμβάνοντας τους βασικούς άξονες της συλλογιστικής που είχα εκθέσει, επαλλήλως, στο πλαίσιο των προτάσεών μου στην υπόθεση Doulamis (C‑446/05, EU:C:2007:701). Θα εξηγήσω ότι ο περιορισμός αυτός δικαιολογείται, κατά την άποψή μου, από την προστασία της δημόσιας υγείας, εφόσον η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθετική ρύθμιση δεν απαγορεύει στον παρέχοντα υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως την απλή μνεία, σε τηλεφωνικό κατάλογο ή σε άλλα μέσα πληροφόρησης του κοινού, των στοιχείων που του επιτρέπουν να καταστήσει γνωστή την επαγγελματική του ιδιότητα, χωρίς σκοπό προσελκύσεως ή παροτρύνσεως πελατών. |
II – Τα προδικαστικά ερωτήματα
|
15. |
Στο πλαίσιο της υποθέσεωςς που εκκρεμεί ενώπιόν του, το Nederlandstalige rechtbank van eerste aanleg te Brussel (ολλανδόφωνο πρωτοδικείο Βρυξελλών, Βέλγιο) αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
III – Το νομικό πλαίσιο της Ένωσης
Α – Η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές
|
16. |
Στις αιτιολογικές σκέψεις 6, 8 και 9 της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές διαλαμβάνονται τα εξής:
[…]
|
|
17. |
Σκοπός της οδηγίας αυτής είναι, κατά το άρθρο της 1, «να συμβάλει στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που βλάπτουν τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών». |
|
18. |
Το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τις «εμπορικές πρακτικές» ως «κάθε πράξη, παράλειψη, τρόπ[ο] συμπεριφοράς ή εκπροσώπησης, εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, ενός εμπορευομένου, άμεσα συνδεόμενη με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος σε καταναλωτές» ( 11 ). |
|
19. |
Το άρθρο 3 της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, το οποίο ορίζει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, προβλέπει τα εξής: «1. Η παρούσα οδηγία ισχύει για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές, όπως αυτές θεσπίζονται στο άρθρο 5, πριν, κατά τη διάρκεια και ύστερα από εμπορική συναλλαγή σχετιζομένη με ένα συγκεκριμένο προϊόν. […] 3. Η παρούσα οδηγία ισχύει υπό την επιφύλαξη των κοινοτικών ή εθνικών κανόνων που αφορούν θέματα υγείας και ασφάλειας των προϊόντων. […] 8. Η παρούσα οδηγία ισχύει υπό την επιφύλαξη των τυχόν όρων εγκατάστασης, ή των καθεστώτων αδειών, ή των δεοντολογικών κωδίκων συμπεριφοράς ή άλλων ειδικών κανόνων που διέπουν νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα προκειμένου να τηρούνται υψηλά πρότυπα επαγγελματικής ακεραιότητας, τους οποίους μπορούν, να επιβάλλουν στους επαγγελματίες τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο. […]» |
|
20. |
Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη όταν είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας και όταν στρεβλώνει ουσιωδώς ή ενδέχεται να στρεβλώσει ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή στον οποίο φθάνει ή στον οποίο απευθύνεται το προϊόν ή του μέσου μέλους της ομάδας, όταν μια εμπορική πρακτική απευθύνεται σε συγκεκριμένη ομάδα καταναλωτών. |
Β – Η οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο
|
21. |
Στις αιτιολογικές σκέψεις 7, 17, 18, 22, 32 και 33 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο διαλαμβάνονται τα εξής:
[…]
[…]
[…]
|
|
22. |
Κατά το άρθρο της 1, παράγραφος 1, η οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο έχει ως στόχο «να συμβάλει «[σ]την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, εξασφαλίζοντας την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας μεταξύ των κρατών μελών». |
|
23. |
Κατά το άρθρο της 1, παράγραφος 2, η οδηγία αυτή «εξασφαλίζει την προσέγγιση […] ορισμένων εθνικών διατάξεων για τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας οι οποίες αφορούν την εσωτερική αγορά, την εγκατάσταση των φορέων παροχής υπηρεσιών, τις εμπορικές επικοινωνίες, τη σύναψη συμβάσεων με ηλεκτρονικά μέσα, την ευθύνη των μεσαζόντων, τους κώδικες δεοντολογίας, τον εξώδικο διακανονισμό των διαφορών, τα μέσα έννομης προστασίας και τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών». |
|
24. |
Το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τις «υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας» παραπέμποντας στο άρθρο 1, σημείο 2, της οδηγίας 98/34, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο αναφέρεται σε «κάθε υπηρεσία που συνήθως παρέχεται έναντι αμοιβής, με ηλεκτρονικά μέσα εξ αποστάσεως και κατόπιν προσωπικής επιλογής ενός αποδέκτη υπηρεσιών». |
|
25. |
Κατά το άρθρο 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, ως «εμπορική επικοινωνία» νοούνται «όλες οι μορφές επικοινωνίας που αποσκοπούν να προωθήσουν, άμεσα ή έμμεσα, αγαθά, υπηρεσίες ή την εικόνα μιας επιχείρησης, ενός οργανισμού ή ενός προσώπου που ασκεί εμπορική, βιομηχανική ή βιοτεχνική δραστηριότητα ή νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα». |
|
26. |
Το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας αυτής, το οποίο ορίζει τον «συντονισμένο τομέα», έχει ως εξής: «“συντονισμένος τομέας”: οι προϋποθέσεις που ισχύουν στα νομικά συστήματα των κρατών μελών προκειμένου για φορείς παροχής υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας ή υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για γενικές διατάξεις ή για διατάξεις σχεδιασμένες ειδικά για τον τομέα αυτό·
[…]» |
|
27. |
Το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής: «1. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε οι υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας που παρέχει ένας φορέας εγκατεστημένος στο έδαφός του να τηρούν τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις του οι οποίες εμπίπτουν στο συντονισμένο τομέα. 2. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν, για λόγους που αφορούν το συντονισμένο τομέα, να περιορίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας οι οποίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος. […] 4. Τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μέτρα κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 σε σχέση με συγκεκριμένη υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:
[…]» |
|
28. |
Το άρθρο 8, της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, επιγραφόμενο «Νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα», ορίζει, στην παράγραφό του 1, τα εξής: «Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η χρήση εμπορικών επικοινωνιών που συνιστούν υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας ή αποτελούν μέρος της, η οποία παρέχεται από μέλος νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος, επιτρέπεται εφόσον τηρεί τους επαγγελματικούς κανόνες οι οποίοι διέπουν την ανεξαρτησία, την αξιοπρέπεια και το ήθος του επαγγέλματος, καθώς και το επαγγελματικό απόρρητο και την πίστη προς τους πελάτες και τους συναδέλφους.» |
IV – Ανάλυση
Α – Επί της συμβατότητας των επίμαχων διατάξεων του νόμου του 1958 και του βασιλικού διατάγματος του 1934 με την οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές
|
29. |
Με το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο αν εθνικές ρυθμίσεις όπως αυτές, αντίστοιχα, των επίμαχων διατάξεων του νόμου του 1958 και του βασιλικού διατάγματος του 1934 είναι δυνατόν να εμπίπτουν στην οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και αν η οδηγία αυτή αντιτίθεται, ενδεχομένως, στις εν λόγω ρυθμίσεις. |
|
30. |
Το ζήτημα τίθεται στο μέτρο που η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές εναρμονίζει πλήρως τους εθνικούς κανόνες για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται στα κράτη μέλη να διατηρούν ή να εισάγουν στη νομοθεσία τους εθνικούς κανόνες αυστηρότερους από τους κανόνες που θεσπίζει η οδηγία αυτή, ακόμη και αν σκοπός των εν λόγω μέτρων είναι η διασφάλιση υψηλότερου επιπέδου προστασίας των καταναλωτών ( 12 ). |
|
31. |
Κατά πάγια νομολογία, η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές χαρακτηρίζεται από το πολύ ευρύ πεδίο εφαρμογής της, το οποίο καλύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, «κάθε εμπορική πρακτική που συνδέεται άμεσα με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος σε καταναλωτές» ( 13 ). Πράγματι, κατά το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η έννοια «εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές» ορίζεται ως «κάθε πράξη, παράλειψη, τρόπος συμπεριφοράς ή εκπροσώπησης, εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, ενός εμπορευομένου, άμεσα συνδεόμενη με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος σε καταναλωτές» ( 14 ). Η δε έννοια «προϊόν» καταλαμβάνει, κατά το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της εν λόγω οδηγίας, κάθε αγαθό ή υπηρεσία. |
|
32. |
Επιπλέον, στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, ο νομοθέτης της Ένωσης ορίζει, κατά τρόπο θετικό, το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, προβλέποντας ότι αυτή ισχύει για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές πριν, κατά τη διάρκεια και ύστερα από εμπορική συναλλαγή σχετιζόμενη με συγκεκριμένο προϊόν. |
|
33. |
Συνεπώς, η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές έχει εφαρμογή, a priori, στο σύνολο των συναλλαγών μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών, σε όλους τους τομείς δραστηριότητας. |
|
34. |
Ωστόσο, ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε ρητώς ορισμένους περιορισμούς στην εφαρμογή της οδηγίας αυτής. |
|
35. |
Αφενός, κατά το άρθρο της 3, παράγραφος 3, η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές «ισχύει υπό την επιφύλαξη των κοινοτικών ή εθνικών κανόνων που αφορούν θέματα υγείας» ( 15 ). Έτσι, στην αιτιολογική σκέψη 9 της οδηγίας αυτής, ο νομοθέτης της Ένωσης διευκρινίζει ότι «τα κράτη μέλη θα μπορούν, στην επικράτειά τους, να διατηρούν ή να εισάγουν περιορισμούς και απαγορεύσεις εμπορικών πρακτικών για λόγους προστασίας της υγείας […] των καταναλωτών». |
|
36. |
Κατά συνέπεια, μολονότι η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές σκοπό έχει να εναρμονίσει πλήρως τους εθνικούς κανόνες σχετικά με τις εν λόγω πρακτικές, παρά ταύτα τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να θεσπίζουν πιο περιοριστικά μέτρα όσον αφορά διαφημιστικές πρακτικές που θέτουν σε κίνδυνο την υγεία των καταναλωτών. Στην περίπτωση αυτή, τα εν λόγω εθνικά μέτρα αποσκοπούν στην προστασία συμφερόντων που υπερβαίνουν κατά πολύ την απλή προστασία των οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών, στην οποία η οδηγία αυτή αναφέρεται στις αιτιολογικές της σκέψεις 6 και 8 καθώς και στο άρθρο της 1. |
|
37. |
Στις κατευθυντήριες γραμμές της για την εκτέλεση και την εφαρμογή της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές ( 16 ), καθώς και στην πρώτη της έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας αυτής ( 17 ), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, αν τα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη αποσκοπούν στην προστασία συμφερόντων μη οικονομικής φύσεως, τότε τα εν λόγω μέτρα δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής. Άρα, κατά την Επιτροπή, η εν λόγω οδηγία δεν θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν πιο περιοριστικούς κανόνες για τις εμπορικές πρακτικές με σκοπό την προστασία της υγείας των καταναλωτών ( 18 ). |
|
38. |
Αφετέρου, στο άρθρο 3, παράγραφος 8, της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές προβλέπεται ότι «[αυτή] ισχύει υπό την επιφύλαξη […] των δεοντολογικών κωδίκων συμπεριφοράς ή άλλων ειδικών κανόνων που διέπουν νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα προκειμένου να τηρούνται υψηλά πρότυπα επαγγελματικής ακεραιότητας, τους οποίους μπορούν, να επιβάλλουν στους επαγγελματίες τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο». |
|
39. |
Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη παραμένουν επίσης ελεύθερα να θεσπίζουν αυστηρότερους κανόνες όσον αφορά τις πρακτικές των μελών νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος, όπως το επάγγελμα του οδοντιάτρου, το οποίο ασκεί εν προκειμένω ο ενδιαφερόμενος. |
|
40. |
Επομένως, για να εμπίπτει στην οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, το οικείο προϊόν πρέπει, αφενός, να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής και, αφετέρου, να μην υπάγεται σε κάποιον από τους περιορισμούς που ο νομοθέτης της Ένωσης ρητώς προέβλεψε στο άρθρο 3, παράγραφοι 3 και 8, της οδηγίας αυτής. |
|
41. |
Ωστόσο, μολονότι δεν αμφισβητείται ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη υπηρεσία συνιστά, κατά το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της εν λόγω οδηγίας, εμπορική πρακτική επιχειρήσεως προς καταναλωτή, εφόσον πρόκειται για διαφημιστικές πρακτικές σχετικά με υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως, το αιτούν δικαστήριο σημειώνει ότι οι επίμαχες διατάξεις του νόμου του 1958 και του βασιλικού διατάγματος του 1934 αποσκοπούν, αντίστοιχα, στην προστασία της δημόσιας υγείας και της αξιοπρέπειας του οδοντιατρικού επαγγέλματος, με αποτέλεσμα να έχουν εφαρμογή, κατά τη γνώμη μου, οι περιορισμοί που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφοι 3 και 8, της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. |
|
42. |
Συνεπώς, η απαγόρευση οποιασδήποτε διαφημίσεως σχετικά με υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως, όπως αυτή που θεσπίζεται στο άρθρο 1 του νόμου του 1958, και οι απαιτήσεις διακριτικότητας τις οποίες επιβάλλει το άρθρο 8 quinquies του βασιλικού διατάγματος του 1934 συνδέονται πρωτίστως με ένα διακύβευμα υγείας και όχι με ένα οικονομικό διακύβευμα. Συμβάλλουν, όπως επισήμανε η Βελγική Κυβέρνηση με τις παρατηρήσεις της, στην αξιοπρέπεια του επαγγέλματος, καθώς αποτρέπουν το ενδεχόμενο να θιγούν η ποιότητα των υπηρεσιών, η ακεραιότητα των επαγγελματιών και η απαραίτητη εμπιστοσύνη μεταξύ του παρέχοντος υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως και του ασθενούς του εξαιτίας διαφημιστικών πρακτικών όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, με τις οποίες επιχειρείται η προσέλκυση ασθενών διά της προβολής του επαγγελματία. |
|
43. |
Επομένως, με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές έχει την έννοια ότι, λόγω των περιορισμών που ο νομοθέτης της Ένωσης ρητώς προέβλεψε στο άρθρο 3, παράγραφοι 3 και 8, της οδηγίας αυτής, δεν έχει εφαρμογή επί εθνικής ρυθμίσεως όπως αυτή του άρθρου 1 του νόμου του 1958, η οποία απαγορεύει οποιαδήποτε διαφήμιση σχετικά με υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως, ούτε επί εθνικής ρυθμίσεως όπως αυτή του άρθρου 8 quinquies του βασιλικού διατάγματος του 1934, η οποία καθορίζει τις απαιτήσεις διακριτικότητας τις οποίες πρέπει να πληροί η πινακίδα οδοντιατρείου. |
Β – Επί της συμβατότητας των επίμαχων διατάξεων του νόμου του 1958 με την οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο
|
44. |
Με το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν εθνική ρύθμιση όπως αυτή του άρθρου 1 του νόμου του 1958, η οποία απαγορεύει οποιαδήποτε διαφήμιση σχετικά με υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως, περιλαμβανομένης της διαφημίσεως διά της ηλεκτρονικής οδού, είναι δυνατόν να εμπίπτει στην οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο και αν η ρύθμιση αυτή συνιστά, ενδεχομένως, περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικού εμπορίου, κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας. |
|
45. |
Η οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο σκοπό έχει να συμβάλει στην ανάπτυξη των «υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας» και στην αξιοποίηση των ευκαιριών που παρέχει στο ηλεκτρονικό εμπόριο η εσωτερική αγορά, προκειμένου να ενισχύσει την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων ( 19 ). |
|
46. |
Η εν λόγω οδηγία καλύπτει μόνον ορισμένες νομικές πτυχές του ηλεκτρονικού εμπορίου ( 20 ). Πράγματι, όπως επισήμανε το Δικαστήριο στην απόφασή του της 25ης Οκτωβρίου 2011, eDate Advertising κ.λπ. ( 21 ), η οδηγία αυτή δεν αποβλέπει στην εναρμόνιση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αλλά καθορίζει έναν «συντονισμένο τομέα» που αφορά τις απαιτήσεις προς τις οποίες πρέπει να συμμορφώνεται ο φορέας παροχής υπηρεσιών ( 22 ). |
|
47. |
Κατά το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, ο «συντονισμένος τομέας» αφορά το σύνολο των προϋποθέσεων που ισχύουν κατά τις εθνικές νομοθεσίες για τον φορέα παροχής υπηρεσιών σχετικά τόσο με την ανάληψη δραστηριότητας παροχής υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας όσο και με την άσκηση της δραστηριότητας αυτής, όπως απαιτήσεις σχετικά με τη συμπεριφορά του φορέα παροχής υπηρεσιών, σχετικά με την ποιότητα ή το περιεχόμενο της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων για τη διαφήμιση και τη σύναψη συμβάσεων, ή απαιτήσεις σχετικά με την ευθύνη του φορέα παροχής υπηρεσιών. |
|
48. |
Το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής ορίζει τις «υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας» ως «κάθε υπηρεσία που συνήθως παρέχεται έναντι αμοιβής, με ηλεκτρονικά μέσα εξ αποστάσεως και κατόπιν προσωπικής επιλογής ενός αποδέκτη υπηρεσιών» ( 23 ). Από την αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο και από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 24 ) προκύπτει ότι οι υπηρεσίες αυτές καλύπτουν τις υπηρεσίες που παρέχονται εξ αποστάσεως μέσω ηλεκτρονικών εξοπλισμών επεξεργασίας και αποθηκεύσεως δεδομένων και εκτείνονται επίσης σε υπηρεσίες που δεν αμείβονται από τον αποδέκτη τους, όπως είναι η παροχή πληροφοριών σε απευθείας σύνδεση ή οι εμπορικές επικοινωνίες ( 25 ). |
|
49. |
Εν προκειμένω, η διαφήμιση σχετικά με την παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής περιθάλψεως την οποία πραγματοποίησε ο L. Vanderborght μέσω ιστοτόπου τον οποίο δημιούργησε εμπίπτει, κατά τη γνώμη μου, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο. |
|
50. |
Μια τέτοια διαφήμιση όχι μόνο συνιστά «εμπορική επικοινωνία» σε απευθείας σύνδεση (on-line), κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας αυτής, αλλά επιπλέον πραγματοποιείται από μέλος νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος, πράγμα που ο νομοθέτης της Ένωσης ρητώς επιτρέπει με το άρθρο 8, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας. Ειδικότερα, στη διάταξη αυτή, ο νομοθέτης καθιερώνει την αρχή ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να εξασφαλίζουν ότι τα μέλη νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος μπορούν να προβαίνουν σε διαφήμιση στο διαδίκτυο εφόσον τηρούν τους επαγγελματικούς κανόνες. |
|
51. |
Κατά συνέπεια, εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη μπορεί πράγματι να εξεταστεί υπό το πρίσμα των διατάξεων που ο νομοθέτης της Ένωσης θέσπισε στο πλαίσιο της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο. |
|
52. |
Θα εξετάσω τώρα τις ουσιαστικές διατάξεις της οδηγίας αυτής. |
|
53. |
Φρονώ ότι η συμβατότητα της επίμαχης στην κύρια δίκη ρυθμίσεως με το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του άρθρου 8, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας. |
|
54. |
Ειδικότερα, το άρθρο 3 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, το οποίο επιγράφεται «Εσωτερική αγορά», αποτελεί τον «ακρογωνιαίο λίθο» της οδηγίας αυτής ( 26 ). |
|
55. |
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας καθιερώνει την αρχή ότι οι υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας υπόκεινται στο νομικό καθεστώς του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο φορέας παροχής υπηρεσιών ( 27 ). |
|
56. |
Η εν λόγω διάταξη επιβάλλει συνεπώς σε κάθε κράτος μέλος να μεριμνά ώστε οι υπηρεσίες που παρέχει ένας φορέας εγκατεστημένος στο έδαφός του να τηρούν τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις του οι οποίες εμπίπτουν στον «συντονισμένο τομέα». Κατά τον νομοθέτη της Ένωσης, ο μηχανισμός αυτός πρέπει να καθιστά δυνατό τον έλεγχο των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας στην πηγή της δραστηριότητας, προκειμένου να προστατεύεται αποτελεσματικά το γενικό συμφέρον ( 28 ). |
|
57. |
Έτσι, στην απόφασή του της 25ης Οκτωβρίου 2011, eDate Advertising κ.λπ. ( 29 ), το Δικαστήριο διαπίστωσε, με βάση τον «συντονισμένο τομέα» τον οποίο αφορά η οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο, ότι οι κανόνες του αστικού δικαίου καθώς και οι κανόνες σχετικά με την ευθύνη των φορέων παροχής υπηρεσιών εμπίπτουν στο νομικό καθεστώς του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο συγκεκριμένος φορέας παροχής υπηρεσιών. Επομένως, ελλείψει διατάξεων εναρμονίσεως στο επίπεδο της Ένωσης, το Δικαστήριο αναγνώρισε τον δεσμευτικό χαρακτήρα των ουσιαστικών κανόνων στους οποίους το κράτος μέλος είχε αποφασίσει να υπαγάγει τους φορείς παροχής υπηρεσιών και τις υπηρεσίες τους ( 30 ). |
|
58. |
Είμαι της γνώμης ότι η συλλογιστική αυτή ισχύει κατ’ αναλογίαν στο πλαίσιο εμπορικής επικοινωνίας που πραγματοποιείται μέσω του διαδικτύου, στο μέτρο που ο «συντονισμένος τομέας» τον οποίο αφορά η οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο καλύπτει, κατά το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, σημείο i, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας αυτής, επίσης τις απαιτήσεις σχετικά με τη συμπεριφορά του φορέα παροχής υπηρεσιών καθώς και σχετικά με την ποιότητα και το περιεχόμενο της διαφημίσεως. |
|
59. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι ο μηχανισμός που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής επιβάλλει, όσον αφορά τη διαφήμιση μέσω του διαδικτύου, την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου που ισχύει στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένος ο φορέας παροχής υπηρεσιών. |
|
60. |
Κατά συνέπεια, στην υπό κρίση υπόθεση, κανένα στοιχείο δεν φαίνεται να αντιτίθεται στην εφαρμογή της βελγικής νομοθεσίας, δεδομένου ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη υπηρεσία δεν προέρχεται από κράτος μέλος διαφορετικό από το Βασίλειο του Βελγίου, καθώς ο L. Vanderborght είναι εγκατεστημένος στο βελγικό έδαφος. |
|
61. |
Συνεπώς, εδώ δεν στοιχειοθετείται η περίπτωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο ( 31 ). |
|
62. |
Τούτου λεχθέντος, πρέπει τώρα να εξεταστούν οι κανόνες που ρητώς διατυπώνονται από τον νομοθέτη της Ένωσης στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας όσον αφορά τις εμπορικές επικοινωνίες που πραγματοποιούνται ειδικά από τα μέλη νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος. |
|
63. |
Ειδικότερα, από το πρώτο τμήμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, κατ' αρχήν, να επιτρέπουν στα μέλη νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος να πραγματοποιούν εμπορικές επικοινωνίες μέσω του ηλεκτρονικού εμπορίου. Όπως η Επιτροπή υπογραμμίζει στην πρώτη της έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, αυτό σημαίνει ότι τα μέλη των νομοθετικώς κατοχυρωμένων επαγγελμάτων μπορούν να ενημερώνουν τους πελάτες τους μέσω ιστοτόπων, πράγμα που, όπως τονίζει η ίδια, προηγουμένως δεν ήταν δυνατόν σε ορισμένα κράτη μέλη ( 32 ). |
|
64. |
Πάντως, η πιο πάνω αρχή επιδέχεται μια εξαίρεση σχετιζόμενη με την τήρηση των κανόνων δεοντολογίας του επαγγέλματος. |
|
65. |
Ειδικότερα, στο δεύτερο τμήμα της εν λόγω διατάξεως, ο νομοθέτης της Ένωσης επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ειδικούς περιορισμούς προκειμένου να εξασφαλίζεται η τήρηση των επαγγελματικών κανόνων οι οποίοι διέπουν, «ιδίως», την ανεξαρτησία, την αξιοπρέπεια και το ήθος του επαγγέλματος, καθώς και το επαγγελματικό απόρρητο και την πίστη προς τους πελάτες και τους συναδέλφους. Υπό την έννοια αυτή, είναι επομένως εμφανές ότι η οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο, σύμφωνα με την αιτιολογική της σκέψη 33, «συμπληρώνει» την εθνική νομοθεσία σχετικά με τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα. |
|
66. |
Επιτρέποντας τους περιορισμούς αυτούς, ο νομοθέτης της Ένωσης διακρίνει τις υπηρεσίες που παρέχονται από τα μέλη νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος σε σχέση με αυτές που παρέχονται από κάθε άλλο φορέα παροχής υπηρεσιών, καθώς η ιατρική, η πώληση φαρμάκων ή ακόμα η νομική συμβουλή και η σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων δεν συνιστούν εμπορικές δραστηριότητες κατά τη συνήθη έννοια. Η φύση των δραστηριοτήτων αυτών δεν επιτρέπει τη διαφήμιση υπό τους ίδιους όρους όπως η διαφήμιση που πραγματοποιείται από κάποιον άλλο φορέα παροχής υπηρεσιών, ο οποίος είναι ελεύθερος να προωθεί τις παρεχόμενες από τον ίδιο υπηρεσίες με οποιαδήποτε μορφή επικοινωνίας, προκειμένου να παροτρύνει τον καταναλωτή να καταφύγει σε αυτές. |
|
67. |
Η απαρίθμηση των λόγων που δικαιολογούν τους εν λόγω περιορισμούς δεν είναι εξαντλητική, όπως αποδεικνύει η χρήση, στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, του επιρρήματος «notamment». Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η τήρηση των κανόνων των επαγγελμάτων υγείας περιλαμβάνει την προστασία της δημόσιας υγείας και, ειδικότερα, της υγείας του ασθενούς, πράγμα που αποτελεί το πρώτιστο καθήκον των χειρουργών-οδοντιάτρων, όπως προκύπτει από τον κώδικα δεοντολογίας του επαγγέλματος αυτού καθώς και από τον κώδικα δεοντολογίας του επαγγέλματος του ιατρού ( 33 ). Συνεπώς, εθνική νομοθετική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη έχει την έννοια ότι προδήλως συμβάλλει στην τήρηση των κανόνων δεοντολογίας που διέπουν το επάγγελμα του οδοντιάτρου. Απαγορεύοντας κάθε μορφή διαφημίσεως σχετικά με την παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής περιθάλψεως, το Βασίλειο του Βελγίου σκοπό έχει να αποτρέψει το ενδεχόμενο να πληγεί η εμπιστοσύνη των ασθενών προς τον οδοντίατρο, πράγμα που θα έθιγε την αξιοπρέπεια του επαγγέλματος, και να υποβαθμιστεί εν τέλει η ποιότητα των υπηρεσιών, σε βάρος της υγείας των ασθενών. Σκοπό έχει επίσης να αποτρέψει το ενδεχόμενο να θιγεί η ακεραιότητα των οδοντιάτρων, εξαιτίας της προβολής ορισμένων επαγγελματιών, καθώς και το ενδεχόμενο, εξαιτίας ενεργειών όπως αυτές του L. Vanderborght, ο οποίος αναπαράγει στον ιστότοπό του μαρτυρίες ασθενών που επισημαίνουν τη διαφορά των υπηρεσιών του σε σχέση με τις παρεχόμενες από άλλους οδοντιάτρους φροντίδες, να θιγεί η φήμη των τελευταίων. |
|
68. |
Συνεπώς, φρονώ ότι οι περιορισμοί που προβλέπει το άρθρο 1 του νόμου του 1958 μπορούν να δικαιολογηθούν, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, για λόγους σχετικούς με την τήρηση των κανόνων δεοντολογίας του επαγγέλματος του οδοντιάτρου. |
|
69. |
Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, εκτιμώ ότι η οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο, και ειδικότερα το άρθρο 3, παράγραφος 1, και το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση όπως αυτή του άρθρου 1 του νόμου του 1958, η οποία απαγορεύει στους παρέχοντες υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως, στο πλαίσιο της ασκήσεως ελευθερίου επαγγέλματος ή της λειτουργίας οδοντιατρείου, να διαφημίζουν με οποιονδήποτε τρόπο τις υπηρεσίες τους μέσω του διαδικτύου, εφόσον η ρύθμιση αυτή έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει την τήρηση των κανόνων του επαγγέλματος και έχει εφαρμογή σε φορέα παροχής υπηρεσιών εγκατεστημένο στην εθνική επικράτεια. |
|
70. |
Η συμβατότητα της εν λόγω ρυθμίσεως με το δίκαιο της Ένωσης πρέπει τώρα να εξεταστεί υπό το πρίσμα του πρωτογενούς δικαίου. |
Γ – Επί της συμβατότητας των επίμαχων διατάξεων του νόμου του 1958 με την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών
|
71. |
Με το έκτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο αν τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε νομοθεσία κράτους μέλους η οποία απαγορεύει στους παρέχοντες υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως, στο πλαίσιο της ασκήσεως ελευθερίου επαγγέλματος ή της λειτουργίας οδοντιατρείου, να διαφημίζουν με οποιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, στο κοινό τις υπηρεσίες τους. |
|
72. |
Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, οι ιατρικές και παραϊατρικές δραστηριότητες, και μεταξύ άλλων αυτές που αφορούν την οδοντιατρική περίθαλψη, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης στις οποίες κατοχυρώνονται οι ελευθερίες κυκλοφορίας ( 34 ). |
|
73. |
Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή σε περιπτώσεις όπου όλα τα πραγματικά περιστατικά έχουν λάβει χώρα εντός του εδάφους ενός και μόνο κράτους μέλους ( 35 ). Η εφαρμογή των διατάξεων τις Συνθήκης σχετικά με την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών προϋποθέτει συνεπώς την ύπαρξη στοιχείου διασυνοριακότητας. |
|
74. |
Στην υπό κρίση υπόθεση, είναι αλήθεια ότι ο L. Vanderborght ασκεί τις δραστηριότητές του στο Βέλγιο, όπου είναι εγκατεστημένος, και εκεί ασκήθηκαν ποινικές διώξεις εναντίον του. Οι διώξεις αυτές ασκήθηκαν όχι μόνον επειδή ο ενδιαφερόμενος τοποθέτησε στην είσοδο του ιατρείου του πινακίδα που δεν πληροί τις προβλεπόμενες από την εθνική νομοθεσία απαιτήσεις διακριτικότητας, αλλά και επειδή προέβη σε διαφήμιση σε τοπική εφημερίδα και μέσω του ιστοτόπου του. |
|
75. |
Ωστόσο, αντίθετα με τον I. Doulamis στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Μαρτίου 2008, Doulamis (C‑446/05, EU:C:2008:157), ο οποίος είχε απλώς δημοσιεύσει διαφημιστικές αγγελίες σε έντυπο εθνικό κατάλογο, ο L. Vanderborght πραγματοποίησε διαφήμιση με μέσο το οποίο, ως εκ της φύσεώς του, δεν γνωρίζει σύνορα. |
|
76. |
Στην απόφασή του της 25ης Οκτωβρίου 2011, eDate Advertising κ.λπ. ( 36 ), σχετικά με προβαλλόμενη προσβολή της προσωπικότητας από περιεχόμενα ιστοτόπου, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι «η δημοσίευση πληροφοριών μέσω ιστοσελίδας του διαδικτύου διαφέρει από τη μετάδοση που πραγματοποιείται με μέσο επικοινωνίας όπως είναι ένα έντυπο και η οποία προσλαμβάνει αναγκαστικά εδαφική διάσταση, η διαφορά δε αυτή συνίσταται στο ότι, στην πρώτη περίπτωση, η πρόσβαση στο περιεχόμενο της δημοσίευσης είναι δυνατή από οποιοδήποτε σημείο. Οι πληροφορίες είναι προσβάσιμες ανά πάσα στιγμή σε απροσδιόριστο αριθμό χρηστών του διαδικτύου από οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, τούτο δε ανεξαρτήτως της βουλήσεως του φορέα μετάδοσής τους να καταστεί δυνατή η πρόσβαση σε αυτές πέραν του κράτους μέλους εγκαταστάσεώς του και εκτός της σφαίρας επιρροής του» ( 37 ). Εξ αυτών το Δικαστήριο συνήγαγε ότι «καθίσταται προφανές ότι το διαδίκτυο περιορίζει τη λυσιτέλεια του κριτηρίου που στηρίζεται στη διάδοση, στο μέτρο κατά το οποίο η έκταση της διάδοσης των πληροφοριών που αναρτώνται στο διαδίκτυο είναι καταρχήν καθολική» ( 38 ). |
|
77. |
Επομένως, στο πλαίσιο του διαδικτύου, η εμπορική διαφήμιση διά της ηλεκτρονικής οδού στην οποία προέβη ο L. Vanderborght αρκεί, κατά τη γνώμη μου, ώστε να πληρούται το κριτήριο της διασυνοριακότητας, στο μέτρο που η εν λόγω διαφήμιση δύναται να απευθυνθεί σε κοινό και, κατά συνέπεια, να προσελκύσει ασθενείς που βρίσκονται σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος εγκαταστάσεως του ενδιαφερομένου. |
|
78. |
Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι το στοιχείο της διασυνοριακότητας μπορεί να οφείλεται όχι μόνο στον ίδιο τον φορέα παροχής υπηρεσιών, αλλά και στον αποδέκτη των υπηρεσιών. Ειδικότερα, στην απόφασή του της 11ης Ιουνίου 2015, Berlington Hungary κ.λπ. ( 39 ), το Δικαστήριο διαπίστωσε την ύπαρξη διασυνοριακού ενδιαφέροντος στο μέτρο που μέρος της πελατείας των επιχειρήσεων εκμεταλλεύσεως παιγνιομηχανημάτων με κερματοδέκτη αποτελούνταν από πολίτες της Ένωσης που πραγματοποιούσαν τις διακοπές τους στην Ουγγαρία, διευκρίνισε δε ότι «[ο]ι υπηρεσίες […] τις οποίες παρέχει, δίχως να μετακινείται, πάροχος εγκατεστημένος σε κράτος μέλος σε αποδέκτη εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος συνιστούν διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 56 ΣΛΕΕ» ( 40 ). |
|
79. |
Κατά συνέπεια, με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, εκτιμώ ότι η διαφορά της κύριας δίκης εμφανίζει έχει στοιχεία συνδέσεως με το δίκαιο της Ένωσης και άρα το Δικαστήριο δύναται να αξιολογήσει τη συμβατότητα της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής νομοθεσίας με τις ελευθερίες κυκλοφορίας οι οποίες κατοχυρώνονται στη Συνθήκη ΛΕΕ. |
1. Επί του εφαρμοστέου πρωτογενούς δικαίου
|
80. |
Προκαταρκτικώς, θα εξετάσω αν η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθετική ρύθμιση πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα της ελευθερίας εγκαταστάσεως ή υπό το πρίσμα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. |
|
81. |
Ειδικότερα, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, όταν εθνικό μέτρο αφορά ταυτοχρόνως δύο θεμελιώδεις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στη Συνθήκη, το Δικαστήριο το εξετάζει, κατ’ αρχήν, υπό το πρίσμα μιας μόνον από τις δύο αυτές ελευθερίες, αν προκύπτει ότι, υπό τις συνθήκες της υποθέσεως της κύριας δίκης, η μία από τις ελευθερίες αυτές είναι εντελώς δευτερεύουσα σε σχέση με την άλλη και μπορεί να συνενωθεί με αυτήν ( 41 ). |
|
82. |
Φρονώ ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει εν προκειμένω. Ειδικότερα, στην υπό κρίση υπόθεση, έχω τη γνώμη ότι το κέντρο βάρους εντοπίζεται περισσότερο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού που ο L. Vanderborght επιδιώκει μέσω της διαφημίσεως που πραγματοποίησε όχι μόνο σε τοπικές εφημερίδες αλλά και με τη δημιουργία ιστοτόπου. Με τις διαφημιστικές αυτές πρακτικές, επιδιώκει να προσελκύσει νέα πελατεία, ευρισκόμενη είτε στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένος ο ίδιος είτε σε άλλο κράτος μέλος ( 42 ). |
|
83. |
Μολονότι μια απαγόρευση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη είναι ικανή να θίξει επίσης την ελευθερία εγκαταστάσεως, εφόσον μπορεί να αποτελέσει, για τους επαγγελματίες που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος, σοβαρό εμπόδιο για τη διείσδυσή τους στην αγορά των υπηρεσιών οδοντιατρικής περιθάλψεως και, κατά συνέπεια, για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους ( 43 ), η ελευθερία αυτή είναι εδώ δευτερεύουσα σε σχέση με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και, κατ’ εμέ, μπορεί να συνενωθεί με αυτήν. |
|
84. |
Συνεπώς, υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω στο Δικαστήριο να εξετάσει τη συμβατότητα της επίμαχης εθνικής ρυθμίσεως υπό το πρίσμα του άρθρου 56 ΣΛΕΕ. |
2. Επί της υπάρξεως περιορισμού της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
|
85. |
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, θεωρούνται ως περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 56 ΣΛΕΕ όλα τα μέτρα που απαγορεύουν, εμποδίζουν ή καθιστούν λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελευθερίας αυτής ( 44 ). |
|
86. |
Μεταξύ των μέτρων αυτών συγκαταλέγονται και εκείνα τα οποία, μολονότι έχουν αδιακρίτως εφαρμογή, περιορίζουν το δικαίωμα των φορέων που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφος κράτους μέλους να παρέχουν υπηρεσίες σε ενδεχόμενους ενδιαφερομένους που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη. |
|
87. |
Στην απόφασή του της 10ης Μαΐου 1995, Alpine Investments ( 45 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι ρύθμιση κράτους μέλους, απαγορεύουσα σε επιχείρηση εγκατεστημένη στο έδαφός του να προσεγγίζει τηλεφωνικώς ιδιώτες εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη με σκοπό να τους προτείνει διάφορες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, είναι ικανή να αποτελέσει περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Το Δικαστήριο έκρινε, κατ’ αρχάς, ότι το γεγονός ότι οι εν λόγω υπηρεσίες συνιστούν απλώς και μόνο προσφορές που απευθύνονται από φορέα παροχής υπηρεσιών εγκατεστημένο σε ένα κράτος μέλος προς μη καθορισμένο ακόμη αποδέκτη εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος δεν εμποδίζει την εφαρμογή του άρθρου 56 ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, κατά το Δικαστήριο, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών θα καθίστατο άνευ περιεχομένου αν οι εθνικές ρυθμίσεις μπορούσαν να περιορίζουν ελεύθερα την προσφορά υπηρεσιών ( 46 ). Στη συνέχεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι μια τέτοια απαγόρευση, στο μέτρο που στερεί από τους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως μιας ταχείας και άμεσης διαφημιστικής τεχνικής και μιας μεθόδου προσεγγίσεως ενδεχόμενων πελατών που βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη, περιορίζει την ελευθερία που κατοχυρώνεται στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ, μολονότι η εν λόγω απαγόρευση προέρχεται από το κράτος μέλος εγκαταστάσεως του παρέχοντος τις υπηρεσίες. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει έτσι την πάγια νομολογία του. Επιχείρηση δύναται να επικαλεστεί την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών έναντι του κράτους μέλους όπου αυτή είναι εγκατεστημένη, εφόσον οι υπηρεσίες παρέχονται σε αποδέκτες που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος ( 47 ). |
|
88. |
Κατά την άποψή μου, η συλλογιστική αυτή μπορεί να ισχύσει επίσης για μια εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία απαγορεύει οποιαδήποτε διαφήμιση σχετικά με την παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής περιθάλψεως. |
|
89. |
Η διαφήμιση ( 48 ) διά του τύπου ή μέσω του διαδικτύου συνιστά ουσιώδες εργαλείο το οποίο επιτρέπει στους οικονομικούς φορείς οποιουδήποτε μεγέθους να καταστούν γνωστοί και να ενημερώσουν τους καταναλωτές για τις υπηρεσίες που προσφέρουν. Συνεπώς, έχει καθοριστική σημασία για τη δυνατότητα των φορέων παροχής υπηρεσιών να διευρύνουν την πελατεία τους. Συναφώς, η διαφήμιση μέσω του διαδικτύου αποτελεί σήμερα ιδιαιτέρως αποτελεσματικό μέσο πληροφορήσεως, το οποίο δύναται να απευθυνθεί σε πολύ ευρύ κοινό και να προσελκύσει το ενδιαφέρον πελατών εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη. Επίσης, η διαφήμιση ενισχύει τον ανταγωνισμό, στο μέτρο που αποτελεί το μέσο διά του οποίου οι οικονομικοί φορείς επιχειρούν να πείσουν τους καταναλωτές να καταφύγουν στις δικές τους υπηρεσίες και όχι σε εκείνες των ανταγωνιστών τους. Τέλος, όπως η Επιτροπή τόνισε με την πρώτη της έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, η διαφήμιση μέσω του διαδικτύου συνιστά μείζονα πηγή εισοδημάτων για μεγάλο αριθμό φορέων παροχής υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας ( 49 ). |
|
90. |
Επομένως, η απαγόρευση οποιασδήποτε διαφημίσεως στον τομέα των υπηρεσιών οδοντιατρικής περιθάλψεως, όπως αυτή που θεσπίζει ο νόμος του 1958, στερεί έναν επαγγελματία όπως ο L. Vanderborght από ένα αποτελεσματικό μέσο πληροφορήσεως για να γνωστοποιεί τις υπηρεσίες του σε ενδεχόμενη πελατεία εγκατεστημένη σε άλλα κράτη μέλη. Συνεπώς, η απαγόρευση αυτή είναι ικανή να εμποδίσει την παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής περιθάλψεως σε ασθενείς εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη. Επιπλέον, όπως υπογράμμισα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Doulamis (C‑446/05, EU:C:2007:701), το καθεστώς αυτό εμποδίζει τους διαφημιστές που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, εκτός του Βασιλείου του Βελγίου, να παράσχουν τις υπηρεσίες τους σε επαγγελματίες που είναι εγκατεστημένοι στο Βέλγιο, ενώ εμποδίζει επίσης τους επαγγελματίες αυτούς να χρησιμοποιήσουν τις υπηρεσίες που προσφέρουν οι εν λόγω διαφημιστές ( 50 ). |
|
91. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ η εν λόγω απαγόρευση πράγματι συνιστά περιορισμό της ελευθερίας η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ. |
|
92. |
Στο σημείο αυτό, πρέπει να εξεταστεί αν ο περιορισμός αυτός δύναται να δικαιολογηθεί. |
3. Η δικαιολόγηση του περιορισμού
|
93. |
Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Μαρτίου 2008, Doulamis (C‑446/05, EU:C:2008:157), η Βελγική Κυβέρνηση εξέθεσε τους λόγους που την οδήγησαν στην επιβολή της απαγορεύσεως οποιασδήποτε διαφημίσεως από τους παρέχοντες υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως. Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, οι διαφημιστικές πρακτικές που αποσκοπούν στην προσέλκυση ασθενών διά της προβολής των επαγγελματιών δεν συμβιβάζονται με τις απαιτήσεις προστασίας της δημόσιας υγείας και της αξιοπρέπειας του επαγγέλματος. Ειδικότερα, οι πρακτικές αυτές είναι ικανές να πλήξουν την εμπιστοσύνη που πρέπει να υπάρχει μεταξύ του παρέχοντος υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως και του ασθενούς του, καθώς και την ποιότητα και την ακεραιότητα των οικείων επαγγελματιών. |
|
94. |
Έχω τη γνώμη ότι τα κράτη μέλη έχουν δικαίωμα να απαγορεύουν στους παρέχοντες υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως να διαφημίζουν στο κοινό τις υπηρεσίες τους, εφόσον η απαγόρευση αυτή πράγματι περιορίζεται στην προώθηση των εν λόγω υπηρεσιών. Στηρίζω την ανάλυσή μου στις ακόλουθες σκέψεις. |
|
95. |
Κατά πάγια νομολογία, περιορισμός της ασκήσεως μιας ελευθερίας κυκλοφορίας δύναται να δικαιολογηθεί εφόσον πληρούνται τέσσερις προϋποθέσεις, ήτοι ο εν λόγω περιορισμός πρέπει να εφαρμόζεται κατά τρόπο που δεν δημιουργεί δυσμενείς διακρίσεις, να δικαιολογείται από επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος, να είναι κατάλληλος να διασφαλίσει την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του σκοπού αυτού, ενώ, κατά το Δικαστήριο, μια τέτοια νομοθεσία πληροί την ως άνω προϋπόθεση μόνον αν πράγματι υπηρετεί τον σκοπό κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό ( 51 ). |
|
96. |
Η πρώτη από τις προϋποθέσεις αυτές πληρούται, δεδομένου ότι το επίμαχο στην κύρια δίκη καθεστώς διαφημίσεως έχει εφαρμογή ανεξαρτήτως του κράτους μέλους εγκαταστάσεως των φορέων παροχής υπηρεσιών στους οποίους απευθύνεται. |
|
97. |
Είναι αδιαμφισβήτητο ότι πληρούται και η δεύτερη προϋπόθεση. |
|
98. |
Πράγματι, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων καθώς και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν σκοπούς που περιλαμβάνονται σε αυτούς που μπορούν να θεωρηθούν επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, ικανοί να δικαιολογήσουν περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ( 52 ). Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει προσθέσει συναφώς ότι η υγεία και η ζωή των ανθρώπων κατέχουν την πρώτη θέση μεταξύ των συμφερόντων που προστατεύονται από τις διατάξεις της Συνθήκης ( 53 ) οι οποίες προβλέπουν τη δυνατότητα παρεκκλίσεων από την απαγόρευση των περιορισμών στις ελευθερίες κυκλοφορίας. |
|
99. |
Φρονώ ότι πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση την οποία θέτει η νομολογία. |
|
100. |
Ειδικότερα, δεν χωρεί αμφιβολία ως προς το ότι η πληροφόρηση του κοινού στον τομέα της υγείας πρέπει να πραγματοποιείται από αντικειμενικές πηγές και ότι η διαφήμιση στην οποία προβαίνουν οι ίδιοι οι παρέχοντες υπηρεσίες δεν πληροί κατ’ ανάγκην την εν λόγω προϋπόθεση αντικειμενικότητας. Υπό τις συνθήκες αυτές, η απαγόρευση που επιβάλλεται στους παρέχοντες υπηρεσίες να διαφημίζουν με οποιονδήποτε τρόπο στο κοινό τις υπηρεσίες τους είναι πράγματι κατάλληλη να τους αποτρέψει από ενέργειες προβολής τους οι οποίες θα μπορούσαν να πλήξουν την εμπιστοσύνη που επιδεικνύουν οι ασθενείς προς τον οδοντίατρο, θίγοντας την αξιοπρέπεια του επαγγέλματός τους, και έτσι να θέσουν σε κίνδυνο την ποιότητα των υπηρεσιών. |
|
101. |
Επομένως, το ζήτημα που αποτελεί το επίκεντρο της υπό κρίση υποθέσεως αφορά, στην πραγματικότητα, το αν η απαγόρευση αυτή είναι αναλογική σε σχέση με τους ανωτέρω σκοπούς ή, με άλλα λόγια, το αν οι σκοποί αυτοί μπορούν να επιτευχθούν εξίσου αποτελεσματικά με λιγότερο περιοριστικά μέτρα ( 54 ). |
|
102. |
Συνεπώς, η ύπαρξη της νομοθεσίας αυτής με υποχρεώνει να εξετάσω αν η προστασία της δημόσιας υγείας και της αξιοπρέπειας του επαγγέλματος μπορούν να δικαιολογήσουν την απαγόρευση που επιβάλλεται στους παρέχοντες υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως να διαφημίζουν τις υπηρεσίες αυτές με τους ίδιους όρους όπως οποιοσδήποτε άλλος φορέας παροχής υπηρεσιών, δηλαδή να προωθούν την παροχή των υπηρεσιών τους με ανακοινώσεις κάθε μορφής, προκειμένου να παροτρύνουν τον καταναλωτή να τις χρησιμοποιήσει. Ομοίως, πρέπει να εξεταστεί αν οι λόγοι αυτοί μπορούν να δικαιολογήσουν την απαγόρευση κάθε μορφής διαφημίσεως προς το κοινό. |
|
103. |
Για τους ίδιους λόγους με αυτούς που εξέθεσα στις προτάσεις μου στην υπόθεση Doulamis (C‑446/05, EU:C:2007:701), εκτιμώ ότι η προστασία της δημόσιας υγείας μπορεί να δικαιολογήσει την απαγόρευση κάθε μορφής ανακοινώσεως προς το κοινό με σκοπό προσελκύσεως ή παροτρύνσεως πελατών, τούτο δε για τους εξής λόγους. |
|
104. |
Πρώτον, οι παροχές στον τομέα της υγείας δεν συνιστούν παροχές υπηρεσιών κατά τη συνήθη έννοια. Τα αποτελέσματά τους αφορούν τη φυσική ακεραιότητα του αποδέκτη και την ψυχική του ισορροπία. Επιπλέον, ο ασθενής καταφεύγει στις υπηρεσίες αυτές ανταποκρινόμενος σε πραγματική ανάγκη που αφορά την αποκατάσταση της υγείας του και, ενδεχομένως, την προστασία της ζωής του. Λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας του διακυβεύματος, ο ασθενής, όταν καλείται να αποφασίσει αν θα αναζητήσει ή όχι υπηρεσίες υγειονομικής περιθάλψεως, δεν διαθέτει την ελεύθερη κρίση που διαθέτει όσον αφορά άλλες υπηρεσίες. Ο ασθενής που αναζητεί υπηρεσίες στον τομέα της υγείας δεν ικανοποιεί κάποια επιθυμία, αλλά ανταποκρίνεται σε μια αναγκαιότητα. |
|
105. |
Δεύτερον, ο τομέας των υπηρεσιών οδοντιατρικής περιθάλψεως, όπως το σύνολο των δραστηριοτήτων στον τομέα της υγείας, αποτελεί έναν από τους τομείς στους οποίους ο βαθμός «ασυμμετρίας στην πληροφόρηση» μεταξύ του παρέχοντος και του αποδέκτη της υπηρεσίας, κατά την έκφραση που χρησιμοποιεί η Επιτροπή στην έκθεσή της σχετικά με τον ανταγωνισμό στον τομέα των ελευθερίων επαγγελμάτων ( 55 ), είναι, κατά την άποψή μου, ιδιαιτέρως υψηλός. Αυτό σημαίνει ότι ο παρέχων υπηρεσίες διαθέτει, στον τομέα της δραστηριότητάς του, πολύ υψηλότερο επίπεδο γνώσεων σε σχέση με τον αποδέκτη, με συνέπεια ο τελευταίος να μην είναι σε θέση να εκτιμήσει ουσιαστικά την ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας. |
|
106. |
Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη της ασυμμετρίας αυτής στο επίπεδο των γνώσεων και της σημασίας που έχει για τον ασθενή η απόφαση να αναζητήσει ή όχι υπηρεσίες ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως, έχω τη γνώμη ότι η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του ασθενούς και του ασκούντος σχετικό με την υγεία επάγγελμα έχει ουσιώδη χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, ο ασθενής πρέπει να είναι πεπεισμένος ότι, όταν ο επαγγελματίας τον συμβουλεύει ή του συνιστά να αναζητήσει υπηρεσίες ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως, η συμβουλή ή η σύσταση αυτή έχει ως μοναδικό κίνητρο την προστασία της υγείας του και όχι το κέρδος. |
|
107. |
Για τους λόγους αυτούς, φρονώ ότι η ανωτέρω σχέση εμπιστοσύνης θα θιγόταν κατ’ ανάγκην αν οι παρέχοντες υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως μπορούσαν να προβαίνουν σε διαφήμιση προς το κοινό προκειμένου να προωθήσουν τις υπηρεσίες τους. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα ήταν εύλογο ο ασθενής να φοβάται ότι, όταν ο οικείος επαγγελματίας τον συμβουλεύει ή του συνιστά να αναζητήσει υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως, η συμβουλή ή η σύσταση αυτή έχουν ως κίνητρο, τουλάχιστον εν μέρει, το οικονομικό όφελος του επαγγελματία. Επομένως, ο ασθενής θα μπορούσε να μην δώσει ιδιαίτερη σημασία στη συμβουλή ή τη σύσταση αυτή και έτσι να θέσει σε κίνδυνο την υγεία του, αρνούμενος ή αναβάλλοντας την προταθείσα υπηρεσία. |
|
108. |
Η ανακοίνωση της τιμής ενέχει, αυτή καθ’ εαυτή, κινδύνους. Δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο ορισμένοι επαγγελματίες να επιδοθούν σε ανταγωνισμό τιμών ο οποίος αντιστοιχεί σε ανταγωνισμό ως προς τις παρεχόμενες υπηρεσίες, κάτι που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ίδιας της ποιότητας, αν όχι των τεχνικών ενεργειών του επαγγελματία, εν πάση περιπτώσει, για παράδειγμα, της εμφυτευόμενης προσθήκης, πράγμα που ο ασθενής δεν είναι, από τεχνική άποψη, σε θέση να αξιολογήσει. |
|
109. |
Κατά συνέπεια, έχω τη γνώμη ότι η προστασία της δημόσιας υγείας θεμιτώς δύναται να δικαιολογήσει την απαγόρευση, που επιβάλλεται στους παρέχοντες υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως, κάθε είδους διαφημίσεως προς το κοινό για την προώθηση των υπηρεσιών τους. |
|
110. |
Στο μέτρο που ο νομοθέτης της Ένωσης δεν έχει θεσπίσει κοινούς ή εναρμονισμένους κανόνες σχετικά με τη διαφήμιση στον τομέα των υπηρεσιών οδοντιατρικής περιθάλψεως, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι στα κράτη μέλη απόκειται να καθορίζουν το επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας που επιθυμούν να εξασφαλίσουν καθώς και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να επιτευχθεί το επίπεδο αυτό. Δεδομένου ότι το επίπεδο προστασίας μπορεί να διαφέρει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι συναφώς πρέπει να αναγνωρίζεται περιθώριο εκτιμήσεως υπέρ των κρατών μελών ( 56 ). |
|
111. |
Ασφαλώς, τα κράτη μέλη οφείλουν να ασκούν την εξουσία αυτή διασφαλίζοντας την αναλογικότητα και την αναγκαιότητα των λαμβανόμενων μέτρων ( 57 ). |
|
112. |
Εν προκειμένω, έχω τη γνώμη ότι η απαγόρευση που επιβάλλεται με το άρθρο 1 του νόμου του 1958 δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 56 ΣΛΕΕ. Λαμβανομένων υπόψη της ιδιαιτερότητας των επίμαχων στην κύρια δίκη υπηρεσιών, της σημασίας που έχει για τον ασθενή η απόφαση να αναζητήσει ή όχι υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως και της σχέσεως εμπιστοσύνης που είναι απαραίτητο να διατηρείται μεταξύ του παρέχοντος υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως και του ασθενούς, η απαγόρευση αυτή είναι κατά την άποψή μου απολύτως συνεκτική. |
|
113. |
Αφενός, οι υψηλές απαιτήσεις ποιότητας στον τομέα των ιατρικών υπηρεσιών έχει οδηγήσει σε πολύ αυστηρή ρύθμιση των επαγγελμάτων υγείας στα διάφορα κράτη μέλη. Εξάλλου, η λεπτομερής αυτή ρύθμιση οδήγησε τον νομοθέτη της Ένωσης στην έκδοση των πρώτων τομεακών οδηγιών στον συγκεκριμένο τομέα δραστηριότητας, όσον αφορά την αναγνώριση των αναγκαίων για την άσκηση των εν λόγω επαγγελμάτων διπλωμάτων και την εναρμόνιση της αναγκαίας για την απόκτηση των διπλωμάτων αυτών εκπαιδεύσεως ( 58 ). |
|
114. |
Αφετέρου, η σχέση που συνδέει τον ασθενή με τον παρέχοντα υπηρεσίες ιατρικής περιθάλψεως αφορά υπηρεσίες για τις οποίες οι απαιτήσεις ποιότητας προφανώς είναι υψηλότερες σε σχέση με άλλους τομείς δραστηριότητας. Συνεπώς, η υγεία συνιστά τομέα εντός του οποίου η ελεύθερη κυκλοφορία των επαγγελματιών προσέκρουσε σε σημαντικά εμπόδια και εντός του οποίου η αμοιβαία αναγνώριση χρειάστηκε εκτεταμένη εναρμόνιση από τον νομοθέτη της Ένωσης. |
|
115. |
Ωστόσο, η απαγόρευση που θεσπίζεται στο άρθρο 1 του νόμου του 1958 δεν μπορεί να είναι απόλυτη. |
|
116. |
Η άσκηση των οικείων δραστηριοτήτων από τους παρέχοντες υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως, όπως και από τους λοιπούς ασκούντες επαγγέλματα σχετικά με την υγεία, προϋποθέτει φυσικά ότι το κοινό γνωρίζει την ύπαρξή τους. Αυτό σημαίνει ότι το κοινό πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζει τα στοιχεία ταυτότητας του παρέχοντος υπηρεσίες, φυσικού ή νομικού προσώπου, τις δραστηριότητες που αυτός έχει δικαίωμα να ασκεί, τον τόπο ασκήσεως, τις ώρες επισκέψεων καθώς και τους τρόπους επικοινωνίας με αυτόν, όπως τους αριθμούς τηλεφώνου, τηλεομοιοτυπίας ή κάποια διαδικτυακή διεύθυνση. |
|
117. |
Επομένως, η πρόσβαση του κοινού στις αντικειμενικές αυτές πληροφορίες είναι αναγκαία για την υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των επαγγελματιών του τομέα της υγείας. Επίσης, συμβάλλει στην καλύτερη προστασία της δημόσιας υγείας, καθόσον ευνοεί την κινητικότητα των ασθενών εντός της Ένωσης. Η εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου από τις αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1998, Decker ( 59 ) και Kohll ( 60 ), και εντεύθεν αποδεικνύει ότι όλο και περισσότεροι ασθενείς αναζητούν περίθαλψη σε άλλα κράτη μέλη ( 61 ). Η τάση αυτή εξηγείται από διάφορους λόγους. Οι ασθενείς ενδέχεται να θέλουν κατ’ αυτόν τον τρόπο να τύχουν ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως με χαμηλότερο κόστος ή να υποβληθούν σε είδος περιθάλψεως που δεν είναι διαθέσιμο στο κράτος μέλος κατοικίας τους ή ακόμη να τύχουν ταχύτερης περιθάλψεως σε σχέση με εκείνη που προσφέρεται εντός αυτού του κράτους μέλους. Η κινητικότητα αυτή των ασθενών, εφόσον τους παρέχει δυνατότητα προσβάσεως σε περισσότερες υπηρεσίες ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως σε σχέση με το κράτος μέλος κατοικίας τους, συμβάλλει επίσης στην προστασία της δημόσιας υγείας. |
|
118. |
Εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία απαγορεύει στους παρέχοντες υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως να διαφημίζουν, άμεσα ή έμμεσα, στο κοινό τις υπηρεσίες τους δεν θα πρέπει να φθάνει μέχρι του σημείου να απαγορεύει την απλώς και μόνο μνεία από αυτούς, χωρίς σκοπό προσελκύσεως ή παροτρύνσεως πελατών, σε τηλεφωνικό κατάλογο ή σε άλλα μέσα πληροφορήσεως του κοινού, των στοιχείων που τους επιτρέπουν να καταστήσουν γνωστή την επαγγελματική τους ιδιότητα, όπως των στοιχείων ταυτότητάς τους, των δραστηριοτήτων τις οποίες έχουν δικαίωμα να ασκούν, του τόπου στον οποίο τις ασκούν, των ωρών επισκέψεων και των τρόπων επικοινωνίας με αυτούς. |
|
119. |
Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 1 του νόμου του 1958 και του άρθρου 8 quinquies του βασιλικού διατάγματος του 1934, έχω τη γνώμη ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. |
|
120. |
Εν πάση περιπτώσει, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει αν, εν προκειμένω, τα διαφημιστικά μηνύματα που δημοσίευσε ο L. Vanderborght στις τοπικές εφημερίδες και στον ιστότοπό του υπερβαίνουν το ως άνω όριο, με βάση, ιδίως, την παρουσίαση των αγγελιών αυτών, την εισαγωγή φωτογραφιών «πριν και μετά» και την αναπαραγωγή μαρτυριών ασθενών οι οποίοι επισημαίνουν τη διαφορά των παρασχεθεισών υπηρεσιών σε σχέση με τις φροντίδες που παρέχονται από άλλους επαγγελματίες οδοντιάτρους. |
|
121. |
Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο αιτούν δικαστήριο ότι εθνική ρύθμιση όπως αυτή την οποία θεσπίζει το άρθρο 1 του νόμου του 1958, η οποία απαγορεύει στους παρέχοντες υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως, στο πλαίσιο της ασκήσεως ελευθερίου επαγγέλματος ή της λειτουργίας οδοντιατρείου, να διαφημίζουν με οποιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, στο κοινό τις υπηρεσίες τους, συνιστά περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια των άρθρων 49 και 56 ΣΛΕΕ. |
|
122. |
Ωστόσο, ο περιορισμός αυτός δικαιολογείται από την προστασία της δημόσιας υγείας, υπό τον όρο ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθετική ρύθμιση δεν απαγορεύει την από τους παρόχους απλώς και μόνο μνεία, χωρίς σκοπό προσελκύσεως ή παροτρύνσεως πελατών, σε τηλεφωνικό κατάλογο ή σε άλλα μέσα πληροφορήσεως του κοινού, των στοιχείων που τους επιτρέπουν να καταστήσουν γνωστή την επαγγελματική τους ιδιότητα, όπως των στοιχείων ταυτότητάς τους, των δραστηριοτήτων τις οποίες έχουν δικαίωμα να ασκούν, του τόπου στον οποίο τις ασκούν, των ωρών επισκέψεων και των τρόπων επικοινωνίας με αυτούς. |
V – Πρόταση
|
123. |
Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Nederlandstalige rechtbank van eerste aanleg te Brussel (ολλανδόφωνο πρωτοδικείο Βρυξελλών, Βέλγιο) ως εξής:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) C‑446/05, EU:C:2008:157. Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 81 ΕΚ (το οποίο αντιστοιχεί πλέον στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ) δεν αντιτίθεται στη βελγική νομοθεσία που απαγορεύει στους παρέχοντες υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως, στο πλαίσιο της ασκήσεως ελευθερίου επαγγέλματος ή της λειτουργίας οδοντιατρείου, να πραγματοποιούν οποιαδήποτε διαφήμιση στον τομέα της οδοντιατρικής περιθάλψεως, καθόσον η νομοθεσία αυτή δεν εμπίπτει σε καμία από τις περιπτώσεις συνδυασμένης εφαρμογής των άρθρων 10 ΕΚ (το οποίο αντιστοιχεί πλέον στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ) και 81 ΕΚ (σκέψη 21).
( 3 ) Belgisch Staatsblad, 7 Ιουνίου 1934, σ. 3220.
( 4 ) Στο εξής: βασιλικό διάταγμα του 1934.
( 5 ) Belgisch Staatsblad, 5 Μαΐου 1958, σ. 3542.
( 6 ) Στο εξής: νόμος του 1958
( 7 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ και 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου («οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές») (ΕΕ 2005, L 149, σ. 22).
( 8 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο») (ΕΕ 2000, L 178, σ. 1).
( 9 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφορήσεως στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών (ΕΕ 1998, L 204, σ. 37).
( 10 ) ΕΕ 1998, L 217, σ. 18.
( 11 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 12 ) Βλ. αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2009, VTB-VAB και Galatea (C‑261/07 και C‑299/07, EU:C:2009:244)· της 14ης Ιανουαρίου 2010, Plus Warenhandelsgesellschaft (C‑304/08, EU:C:2010:12), καθώς και της 9ης Νοεμβρίου 2010, Mediaprint Zeitungs- und Zeitschriftenverlag (C‑540/08, EU:C:2010:660).
( 13 ) Απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Abcur (C‑544/13 και C‑545/13, EU:C:2015:481, σκέψη 74 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 14 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 15 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 16 ) SEC(2009) 1666.
( 17 ) COM(2013) 139 τελικό.
( 18 ) Βλ., αντίστοιχα, σημείο 1.6 και σημείο 3.2.
( 19 ) Βλ. άρθρο 1 και αιτιολογικές σκέψεις 2 και 3 της οδηγίας αυτής, καθώς και απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2008, Bundesverband der Verbraucherzentralen und Verbraucherverbände (C‑298/07, EU:C:2008:572, σκέψη 19).
( 20 ) Βλ. τίτλο, άρθρο 1, παράγραφος 2, και αιτιολογικές σκέψεις 6 και 7 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο.
( 21 ) C‑509/09 και C‑161/10, EU:C:2011:685.
( 22 ) Σκέψη 57 της αποφάσεως εκείνης.
( 23 ) Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 17 της εν λόγω οδηγίας, στην οποία διευκρινίζεται ότι «[ο] εν λόγω ορισμός καλύπτει κάθε υπηρεσία που συνήθως παρέχεται εξ αποστάσεως έναντι αμοιβής, μέσω εξοπλισμών ηλεκτρονικής επεξεργασίας […] και αποθήκευσης δεδομένων και κατόπιν ατομικού αιτήματος του αποδέκτη της υπηρεσίας».
( 24 ) Αποφάσεις της 23ης Μαρτίου 2010, Google France και Google (C‑236/08 έως C‑238/08, EU:C:2010:159, σκέψη 110)· της 12ης Ιουλίου 2011, L’Oréal κ.λπ. (C‑324/09, EU:C:2011:474, σκέψη 109), καθώς και της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, Παπασάββας (C‑291/13, EU:C:2014:2209, σκέψεις 28 και 29).
( 25 ) Πρόθεση της Επιτροπής ήταν, συνεπώς, να καλυφθούν οι υπηρεσίες παροχής πληροφοριών σε απευθείας σύνδεση, όπως οι εφημερίδες σε απευθείας σύνδεση, η πώληση προϊόντων και υπηρεσιών (βιβλίων, χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, ταξιδιών) σε απευθείας σύνδεση, η διαφήμιση σε απευθείας σύνδεση, οι υπηρεσίες ψυχαγωγίας και οι βασικές ενδιάμεσες υπηρεσίες (πρόσβαση στο διαδίκτυο καθώς και διαβίβαση και φιλοξενία πληροφοριών), οι επαγγελματικές υπηρεσίες (δικηγόροι, γιατροί, ορκωτοί λογιστές, μεσίτες ακινήτων) σε απευθείας σύνδεση, οι υπηρεσίες ψυχαγωγίας σε απευθείας σύνδεση, όπως το βίντεο κατόπιν αιτήματος, οι υπηρεσίες διαφημίσεως και ενεργητικής εμπορικής προωθήσεως σε απευθείας σύνδεση, καθώς και οι υπηρεσίες παροχής προσβάσεως στον «παγκόσμιο ιστό». Θα καλύπτονταν επίσης οι υπηρεσίες που παρέχονται δωρεάν στους αποδέκτες και χρηματοδοτούνται, για παράδειγμα, μέσω διαφημίσεως ή χορηγίας (βλ., μεταξύ άλλων, ανακοινωθέν τύπου της Επιτροπής, της 8ης Δεκεμβρίου 1999 [έγγραφο IP/99/952], και σ. 4 της εκθέσεως της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή – πρώτη έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο [COM(2003) 702 τελικό, στο εξής: πρώτη έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο]).
( 26 ) Βλ. σ. 4 της πρώτης εκθέσεως σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο.
( 27 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2011, eDate Advertising κ.λπ. (C‑509/09 και C‑161/10, EU:C:2011:685, σκέψη 57). Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 22 της εν λόγω οδηγίας.
( 28 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 22 της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο.
( 29 ) C‑509/09 και C‑161/10, EU:C:2011:685.
( 30 ) Σκέψεις 58 και 59 της αποφάσεως εκείνης.
( 31 ) Η διάταξη αυτή απαγορεύει στα κράτη μέλη να περιορίσουν, για λόγους που αφορούν τον συντονισμένο τομέα, την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας οι οποίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος. Κατά τη γνώμη μου, η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να έχει εφαρμογή εν προκειμένω, εφόσον η επίμαχη στην κύρια δίκη υπηρεσία δεν προέρχεται από κράτος μέλος διαφορετικό από το Βασίλειο του Βελγίου, αλλά παρέχεται από φορέα παροχής υπηρεσιών εγκατεστημένο στο κράτος αυτό (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, Παπασάββας, C‑291/13, EU:C:2014:2209, σκέψη 35). Εν πάση περιπτώσει, αξίζει να επισημανθεί ότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο, τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από την ως άνω κατ’ αρχήν απαγόρευση όταν το συγκεκριμένο μέτρο είναι, πρώτον, αναγκαίο για την προστασία της δημόσιας τάξεως, της δημόσιας υγείας, της δημόσιας ασφάλειας και των καταναλωτών, δεύτερον, στρέφεται κατά υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας η οποία βλάπτει ή απειλεί να βλάψει τους προαναφερθέντες στόχους και, τρίτον, είναι αναλογικό με τους στόχους αυτούς. Συνεπώς, ακόμη και αν ο φορέας παροχής υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας ήταν εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από το Βασίλειο του Βελγίου, αυτό το κράτος μέλος θα μπορούσε να θεσπίσει μέτρα περιοριστικά της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικού εμπορίου για λόγους όπως οι επίμαχοι στην υπό κρίση υπόθεση, σχετικούς με την προστασία της δημόσιας υγείας και των καταναλωτών, υπό τον όρο όμως ότι οι παρεκκλίσεις αυτές πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας. Με βάση τις αναπτύξεις που περιέχονται στα σημεία 93 επ. των παρουσών προτάσεων, κατά πάσα πιθανότητα πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές.
( 32 ) Βλ. σημείο 4.4. της εκθέσεως αυτής.
( 33 ) Βλ. άρθρο R. 4127-215 του κώδικα δεοντολογίας των χειρουργών-οδοντιάτρων, βάσει του οποίου απαγορεύεται οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση πράξη διαφημίσεως. Το άρθρο R. 4127-19 του κώδικα δημόσιας υγείας, ο οποίος έχει εφαρμογή για το επάγγελμα του ιατρού, ορίζει τα εξής:
«Η ιατρική δεν πρέπει να ασκείται ως εμπορία.
Απαγορεύεται οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση πράξη διαφημίσεως και ιδίως οποιαδήποτε διαρρύθμιση ή επιγραφή που προσδίδει στον χώρο εμπορική όψη.»
( 34 ) Βλ., μεταξύ άλλων, όσον αφορά την ελευθερία εγκαταστάσεως, αποφάσεις της 1ης Φεβρουαρίου 2001, Mac Quen κ.λπ. (C‑108/96, EU:C:2001:67, σκέψη 24), καθώς και της 10ης Μαρτίου 2009, Hartlauer (C‑169/07, EU:C:2009:141)· όσον αφορά την ελεύθερη παροχή ιατρικών υπηρεσιών, απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1984, Luisi και Carbone (286/82 και 26/83, EU:C:1984:35), καθώς και, όσον αφορά τις υπηρεσίες οδοντιατρικής περιθάλψεως, και ειδικότερα μια ορθοδοντική θεραπεία, απόφαση της 28ης Απριλίου 1998, Kohll (C‑158/96, EU:C:1998:171).
( 35 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 1995, Aubertin κ.λπ. (C‑29/94 έως C‑35/94, EU:C:1995:39, σκέψη 9 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· της 21ης Οκτωβρίου 1999, Jägerskiöld (C‑97/98, EU:C:1999:515, σκέψη 42 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και της 11ης Ιουλίου 2002, Carpenter (C‑60/00, EU:C:2002:434, σκέψη 28).
( 36 ) C‑509/09 και C‑161/10, EU:C:2011:685.
( 37 ) Σκέψη 45 της αποφάσεως εκείνης.
( 38 ) Σκέψη 46 της εν λόγω αποφάσεως.
( 39 ) C‑98/14, EU:C:2015:386.
( 40 ) Σκέψεις 25 και 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
( 41 ) Απόφαση της 26ης Μαΐου 2016, NN (L) International (C‑48/15, EU:C:2016:356, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 42 ) Όπως το Δικαστήριο έκρινε στην απόφασή του της 8ης Μαρτίου 2001, Gourmet International Products (C‑405/98, EU:C:2001:135), σχετικά με νομοθετική ρύθμιση που απαγόρευε τη μετάδοση οποιουδήποτε διαφημιστικού μηνύματος για αλκοολούχα ποτά προς τους καταναλωτές, «μια επιχείρηση μπορεί να επικαλεστεί, έναντι του κράτους όπου είναι εγκατεστημένη, την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών, εφόσον οι υπηρεσίες παρέχονται σε αποδέκτες εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος» (σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 43 ) Βλ., επ’ αυτού, την ανάλυση του Δικαστηρίου στην απόφασή του της 17ης Ιουλίου 2008, Corporación Dermoestética (C‑500/06, EU:C:2008:421). Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο εξέτασε πράγματι τη συμβατότητα εθνικής ρυθμίσεως που απαγόρευε τη διαφήμιση, σε τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας, ιατρικο-χειρουργικών θεραπειών που παρέχονται σε ιδιωτικά υγειονομικά καταστήματα τόσο υπό το πρίσμα του άρθρου 49 ΣΛΕΕ όσο και υπό το πρίσμα του άρθρου 56 ΣΛΕΕ. Πάντως, έχω τη γνώμη ότι, στην υπόθεση εκείνη, η ως άνω εξέταση δικαιολογούνταν πλήρως από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, δεδομένου ότι η Corporación Dermoestética SA ήταν εταιρία εγκατεστημένη στην Ισπανία και αποσκοπούσε, μέσω της συμβάσεως που είχε συνάψει με ιταλικό φορέα παροχής υπηρεσιών, στη μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων σε ιταλικό τηλεοπτικό σταθμό εθνικής εμβέλειας (βλ. σκέψεις 33 και 34 της εν λόγω αποφάσεως).
( 44 ) Απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, Laezza (C‑375/14, EU:C:2016:60, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 45 ) C‑384/93, EU:C:1995:126.
( 46 ) Σκέψεις 18 έως 22 της αποφάσεως αυτής.
( 47 ) Σκέψεις 28 έως 30 της εν λόγω αποφάσεως. Βλ., επίσης, απόφαση της 8ης Μαρτίου 2001, Gourmet International Products (C‑405/98, EU:C:2001:135, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 48 ) Το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει επανειλημμένως τη σημασία της διαφημίσεως για την πρόσβαση σε κάποια αγορά, τόσο στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 1997, De Agostini et TV-Shop, C‑34/95 έως C‑36/95, EU:C:1997:344· της 8ης Μαρτίου 2001, Gourmet International Products, C‑405/98, EU:C:2001:135, καθώς και της 15ης Ιουλίου 2004, Douwe Egberts, C‑239/02, EU:C:2004:445, σκέψη 53), όσο και στον τομέα της ελεύθερης εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (βλ. απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Corporación Dermoestética, C‑500/06, EU:C:2008:421). Βλ., επίσης, σχετικά με τη νομολογία αυτή, σημεία 88 έως 92 των προτάσεών μου στην υπόθεση Doulamis (C‑446/05, EU:C:2007:701), καθώς και σημεία 75 έως 80 των προτάσεών μου στην υπόθεση Corporación Dermoestética (C‑500/06, EU:C:2008:62).
( 49 ) Βλ. σημείο 4.3 της εκθέσεως αυτής.
( 50 ) Βλ. σημείο 101 των προτάσεών μου στην υπόθεση εκείνη.
( 51 ) Αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 2009, Hartlauer (C‑169/07, EU:C:2009:141, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Κωνσταντινίδης (C‑475/11, EU:C:2013:542, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και της 28ης Ιανουαρίου 2016, Laezza (C‑375/14, EU:C:2016:60, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 52 ) Απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Konstantinides (C‑475/11, EU:C:2013:542, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 53 ) Αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 1994, Ortscheit (C‑320/93, EU:C:1994:379, σκέψη 16), καθώς και της 12ης Νοεμβρίου 2015, Visnapuu (C‑198/14, EU:C:2015:751, σκέψη 118 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 54 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2015, Visnapuu (C‑198/14, EU:C:2015:751, σκέψη 119 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 55 ) COM(2004) 83 τελικό/2. Βλ. σημείο 25 της εκθέσεως αυτής.
( 56 ) Απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2015, Visnapuu (C‑198/14, EU:C:2015:751, σκέψη 118 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 57 ) Αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, Aragonesa de Publicidad Exterior και Publivía (C‑1/90 και C‑176/90, EU:C:1991:327, σκέψη 16), και της 12ης Νοεμβρίου 2015, Visnapuu (C‑198/14, EU:C:2015:751, σκέψεις 119 και 120 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 58 ) Το πρώτο τομεακό καθεστώς αναγνωρίσεως διπλωμάτων θεσπίστηκε για τους γιατρούς ήδη το 1975. Ακολούθησαν ακόμh πέντε τομεακά καθεστώτα, τα οποία θεσπίστηκαν μεταξύ του 1977 και του 1985, σχετικά με τους νοσηλευτές γενικών φροντίδων, τους οδοντιάτρους [με την οδηγία 78/686/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων του οδοντιάτρου και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 12), και με την οδηγία 78/687/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 21)], τους κτηνιάτρους, τις μαίες και τους φαρμακοποιούς. Οι τομεακές οδηγίες καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από την οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (ΕΕ 2005, L 255, σ. 22).
( 59 ) C‑120/95, EU:C:1998:167.
( 60 ) C‑158/96, EU:C:1998:171.
( 61 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2010, Elchinov (C‑173/09, EU:C:2010:581).