ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MELCHIOR WATHELET

της 21ης Απριλίου 2016 ( 1 )

Υπόθεση C‑280/15

Irina Nikolajeva

κατά

OÜ Multi Protect

[αίτηση του Harju Maakohus (Εσθονία)

«για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] — Προδικαστική παραπομπή — Κοινοτικό σήμα — Κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 — Άρθρα 9, παράγραφος 3, και 102, παράγραφος 1 — Δικαιώματα που παρέχει το σήμα — Διαφορά σχετική με παραποίηση/απομίμηση — Υποχρέωση των δικαστηρίων κοινοτικών σημάτων να εκδώσουν απόφαση που απαγορεύει τη συνέχιση των πράξεων παραποιήσεως/απομιμήσεως — Απουσία αιτήματος εκδόσεως τέτοιας αποφάσεως — Έννοια της “εύλογης αποζημιώσεως” για ενέργειες μεταγενέστερες της δημοσιεύσεως αιτήσεως κοινοτικού σήματος και προγενέστερες της δημοσιεύσεως της καταχωρίσεως του εν λόγω σήματος»

I – Εισαγωγή

1.

Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως της 2ας Ιουνίου 2015, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Ιουνίου 2015 από το Harju Maakohus (πρωτοδικείο του Harju), αφορά την ερμηνεία των άρθρων 9, παράγραφος 3, και 102, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα ( 2 ).

2.

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της I. Nikolajeva και της εταιρίας OÜ Multi Protect (στο εξής: Multi Protect). Η I. Nikolajeva ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει την παράνομη χρήση του σήματός της HolzProf (κοινοτικό σήμα αριθ. 009053811) από τη Multi Protect και να υποχρεώσει την τελευταία στην καταβολή αποζημιώσεως.

II – Το νομικό πλαίσιο

A — Το δίκαιο της Ένωσης

1. Ο κανονισμός 207/2009

3.

Το άρθρο 8 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου», ορίζει τα εξής:

«1.   Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το [ζητούμενο] σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση:

α)

εάν ταυτίζεται με το προγενέστερο σήμα και τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες, για τα οποία ζητείται το σήμα, ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο σήμα·

β)

εάν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα· ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα.

[...]»

4.

Κατά το άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο τιτλοφορείται «Δικαίωμα που παρέχει το κοινοτικό σήμα»:

«1.   Το κοινοτικό σήμα παρέχει στον δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. Ο δικαιούχος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο, να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του:

α)

κάθε σημείο που ταυτίζεται με το κοινοτικό σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρισθεί·

β)

κάθε σημείο για το οποίο, λόγω του ταυτοσήμου ή της ομοιότητάς του με το κοινοτικό σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών οι οποίες καλύπτονται από το κοινοτικό σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης από μέρους του κοινού· ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης μεταξύ σημείου και σήματος·

[...]

2.   Μπορεί, ιδίως, να απαγορεύεται, εάν πληρούνται οι όροι της παραγράφου 1:

α)

η επίθεση του σημείου επί των προϊόντων ή της συσκευασίας τους·

β)

η προσφορά των προϊόντων, η εμπορία ή η κατοχή τους προς τους σκοπούς αυτούς ή η προσφορά ή παροχή υπηρεσιών υπό το σημείο αυτό·

γ)

η εισαγωγή ή η εξαγωγή των προϊόντων υπό το σημείο αυτό·

δ)

η χρησιμοποίηση του σημείου σε επαγγελματικό έντυπο υλικό και στη διαφήμιση.

3.   Το δικαίωμα που παρέχει το κοινοτικό σήμα αντιτάσσεται κατά τρίτων από την ημερομηνία της δημοσίευσης της καταχώρισης του σήματος. Εντούτοις, δύναται να απαιτηθεί εύλογη αποζημίωση για ενέργειες μεταγενέστερες της δημοσίευσης αίτησης κοινοτικού σήματος, οι οποίες θα απαγορεύονταν μετά τη δημοσίευση της καταχώρισης του σήματος και λόγω αυτής. Το επιλαμβανόμενο όμως δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί επί της ουσίας πριν δημοσιευθεί η καταχώριση.»

5.

Το άρθρο 14 του κανονισμού 207/2009, το οποίο τιτλοφορείται «Συμπληρωματική εφαρμογή του εθνικού δικαίου σε θέματα παραποίησης/απομίμησης», ορίζει τα εξής:

«1.   Τα αποτελέσματα του κοινοτικού σήματος καθορίζονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Κατά τα λοιπά, οι προσβολές κοινοτικού σήματος διέπονται από το εθνικό δίκαιο για τις προσβολές εθνικού σήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου Χ.

2.   Ο παρών κανονισμός δεν αποκλείει την άσκηση αγωγών σχετικά με κοινοτικό σήμα βάσει του δικαίου των κρατών μελών, ιδίως περί αστικής ευθύνης και αθέμιτου ανταγωνισμού.

3.   Οι εφαρμοστέοι κανόνες διαδικασίας καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου Χ.»

6.

Το άρθρο 41 του κανονισμού 207/2009, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ανακοπή», προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.   Κατά της καταχώρισης του σήματος μπορεί να ασκηθεί ανακοπή, εντός προθεσμίας τριών μηνών από τη δημοσίευση της αίτησης κοινοτικού σήματος, για το λόγο ότι το σήμα δεν θα πρέπει να γίνει δεκτό προς καταχώριση δυνάμει του άρθρου 8.

[...]»

7.

Το άρθρο 101 του κανονισμού, με τίτλο «Εφαρμοστέο δίκαιο», ορίζει τα εξής:

«1.   Τα δικαστήρια κοινοτικών σημάτων εφαρμόζουν τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Για όλα τα θέματα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο κοινοτικών σημάτων εφαρμόζει το εθνικό του δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του.

3.   Εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, το δικαστήριο κοινοτικών σημάτων εφαρμόζει τους δικονομικούς κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται στις αντίστοιχες αγωγές που αφορούν εθνικό σήμα στο κράτος μέλος στο οποίο εδρεύει το δικαστήριο αυτό.»

8.

Το άρθρο 102 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Κυρώσεις», προβλέπει τα εξής:

«1.   Όταν ένα δικαστήριο κοινοτικών σημάτων διαπιστώνει ότι ο εναγόμενος έχει παραποιήσει/απομιμηθεί ή έχει απειλήσει να παραποιήσει/απομιμηθεί κοινοτικό σήμα και εφόσον δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι που το αποκλείουν, εκδίδει απόφαση που απαγορεύει στον εναγόμενο να συνεχίσει τις πράξεις της παραποίησης/απομίμησης ή την επαπειλούμενη παραποίηση/απομίμηση. Λαμβάνει επίσης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τα κατάλληλα μέτρα που εξασφαλίζουν την τήρηση αυτής της απαγόρευσης.

2.   Εξάλλου, το δικαστήριο κοινοτικών σημάτων εφαρμόζει το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκαν οι πράξεις παραποίησης/απομίμησης ή επαπειλείται η παραποίηση/απομίμηση, συμπεριλαμβανομένου του διεθνούς ιδιωτικού δικαίου του.»

2. Η οδηγία 2004/48/ΕΚ

9.

Το άρθρο 13 της οδηγίας 2004/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας (ΕΕ L 157, σ. 45, και διορθωτικό ΕΕ 2004, L 195, σ. 16), το οποίο τιτλοφορείται «Αποζημίωση», ορίζει τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες δικαστικές αρχές, κατόπιν αιτήσεως του ζημιωθέντος, να καταδικάζουν τον παραβάτη, ο οποίος προέβη σε προσβολή του δικαιώματος από δόλο ή βαριά αμέλεια, να καταβάλει στον δικαιούχο του δικαιώματος αποζημίωση αντίστοιχη προς την πραγματική ζημία που υπέστη ο δικαιούχος εξαιτίας της προσβολής του δικαιώματός του διανοητικής ιδιοκτησίας.

Όταν οι δικαστικές αρχές καθορίζουν την αποζημίωση:

α)

λαμβάνουν υπόψη όλα τα συναφή ζητήματα, όπως τις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης της απώλειας κερδών, τις οποίες υφίσταται ο ζημιωθείς διάδικος, και τα τυχόν αδικαιολόγητα κέρδη που αποκόμισε ο παραβάτης και, εφόσον ενδείκνυται, άλλα στοιχεία, πέραν των οικονομικών, όπως η ηθική βλάβη που προκάλεσε στον κάτοχο του δικαιώματος η προσβολή,

ή

β)

εναλλακτικώς προς το στοιχείο αʹ, δύνανται, εφόσον ενδείκνυται, να καθορίζουν την αποζημίωση ως κατ’ αποκοπήν ποσό βάσει στοιχείων, όπως τουλάχιστον το ύψος των δικαιωμάτων ή λοιπών αμοιβών που θα οφείλονταν αν ο παραβάτης είχε ζητήσει την άδεια να χρησιμοποιεί το επίμαχο δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας.

2.   Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο παραβάτης προέβη στην προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας εν αγνοία του ή ενώ δεν υπήρχαν βάσιμοι λόγοι να το γνωρίζει, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν τη δυνατότητα των δικαστικών αρχών να διατάσσουν την αναζήτηση των κερδών ή την καταβολή αποζημίωσης, η οποία μπορεί να είναι προκαθορισμένη.»

B — Το εσθονικό δίκαιο

10.

Το άρθρο 8, παράγραφος 2, του kaubamärgiseadus (νόμου περί σημάτων), ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος περί σημάτων), ορίζει:

«Η έννομη προστασία καταχωρισμένου σήματος αρχίζει από την ημέρα καταθέσεως της αιτήσεως προς καταχώριση [...] και ισχύει για δέκα έτη από την ημέρα της καταχωρίσεως.»

III – Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

11.

Στις 24 Απριλίου 2010 η I. Nikolajeva υπέβαλε αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ). Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση είναι το λεκτικό σημείο «HolzProf». Η αίτηση καταχωρίσεως δημοσιεύθηκε στις 31 Μαΐου 2010. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2010 το σήμα HolzProf καταχωρίστηκε, η δε καταχώριση αυτή δημοσιεύθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 2010.

12.

Στις 24 Απριλίου 2010 η I. Nikolajeva συνήψε σύμβαση παραχωρήσεως άδειας χρήσεως δυνάμει της οποίας παραχώρησε στην OÜ Holz Prof το δικαίωμα χρήσεως του σήματός της. Το ύψος του δικαιώματος εκμεταλλεύσεως ορίστηκε σε 1278 ευρώ μηνιαίως.

13.

Στις 18 Ιουνίου 2013 η I. Nikolajeva άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αγωγή κατά της Multi Protect, προβάλλοντας τρία αιτήματα.

14.

Πρώτον, η I. Nikolajeva ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει την παράνομη χρήση του σήματός της από τη Multi Protect. Θεωρεί ότι η Multi Protect παρέβη το άρθρο 9, παράγραφοι 1, στοιχείο αʹ, και 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 207/2009, καθόσον χρησιμοποίησε σημείο ταυτόσημο με το σήμα της ως «συγκεκαλυμμένο όρο αναζητήσεως» σε διαδικτυακό τόπο. Συναφώς, η I. Nikolajeva ισχυρίστηκε ότι η Multi Protect παραβίασε το αποκλειστικό δικαίωμα που απορρέει από το σήμα κατά τη χρονική περίοδο από την 3η Μαΐου 2010 έως τις 28 Οκτωβρίου 2011, ήτοι για διάστημα 17 μηνών και 25 ημερών.

15.

Δεύτερον, η I. Nikolajeva ζήτησε την καταβολή 22791 ευρώ από τη Multi Protect βάσει των κανόνων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το ποσό αυτό υπολογίστηκε με βάση το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως που είχε καθοριστεί στη σύμβαση παραχωρήσεως άδειας χρήσεως με την OÜ Holz Prof, για το χρονικό διάστημα της προβαλλόμενης παραβάσεως ( 3 ).

16.

Τρίτον, η I. Nikolajeva ζήτησε χρηματική ικανοποίηση για την μη περιουσιακή ζημία της. Ισχυρίστηκε ότι η ποινική διαδικασία που κινήθηκε λόγω των ίδιων πράξεων και η προσφυγή της ενώπιον του δικαστηρίου τής προκάλεσαν ψυχικές ενοχλήσεις. Συναφώς, η I. Nikolajeva υποστήριξε ότι οι ενέργειες της Multi Protect «προκάλεσαν επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας της», ότι «πολλοί εμπορικοί συνεργάτες της στράφηκαν εναντίον της», καθώς και ότι «η διαφορά είχε δημιουργήσει υπόνοιες σε βάρος της».

17.

Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον, σε περίπτωση που διαπιστώσει παράνομη χρήση του επίμαχου σήματος σύμφωνα με το πρώτο αίτημα της I. Nikolajeva, πρέπει να εκδώσει απόφαση περί απαγορεύσεως των πράξεων παραποιήσεως/απομιμήσεως σύμφωνα με το άρθρο 102, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009, μολονότι η I. Nikolajeva δεν προέβαλε σχετικό αίτημα.

18.

Επίσης, το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες σχετικά με την έναρξη ισχύος της προστασίας που παρέχει το κοινοτικό σήμα. Επισημαίνει ότι, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 207/2009, το δικαίωμα που παρέχει το κοινοτικό σήμα αντιτάσσεται κατά τρίτων από την ημερομηνία της δημοσιεύσεως της καταχωρίσεως του σήματος. Προσθέτει ότι, με βάση τη διάταξη αυτή, μπορεί να απαιτηθεί εύλογη αποζημίωση για ενέργειες μεταγενέστερες της δημοσιεύσεως αιτήσεως κοινοτικού σήματος οι οποίες θα απαγορεύονταν μετά τη δημοσίευση της καταχωρίσεως του σήματος και λόγω αυτής. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες σχετικά με το αν από τα άρθρα 14, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και 101, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 είναι δυνατόν να συναχθεί ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από το σήμα της προσφεύγουσας της κύριας δίκης αρχίζουν να παράγουν αποτελέσματα από το χρονικό σημείο που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του νόμου περί σημάτων, δηλαδή από την κατάθεση της αιτήσεως για την καταχώριση του σήματος.

19.

Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται σχετικά με την ερμηνεία του όρου «εύλογη αποζημίωση», ο οποίος περιλαμβάνεται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 207/2009.

20.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Harju Maakohus αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Υποχρεούται δικαστήριο κοινοτικών σημάτων να εκδώσει απόφαση κατά το άρθρο 102, παράγραφος 1, [του κανονισμού 207/2009] ακόμα και σε περίπτωση που ο ενάγων δεν έχει υποβάλει σχετικό αίτημα και οι διάδικοι δεν έχουν ισχυρισθεί ότι ο εναγόμενος παραποίησε/απομιμήθηκε ή απείλησε να παραποιήσει/απομιμηθεί κοινοτικό σήμα μετά από συγκεκριμένη ημερομηνία στο παρελθόν, ή μήπως συνιστά “ειδικό λόγο” κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου της προαναφερθείσας διατάξεως το γεγονός ότι δεν έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα ούτε έχει προβληθεί τέτοιου είδους ισχυρισμός;

2)

Έχει το άρθρο 9, παράγραφος 3, [του κανονισμού 207/2009] την έννοια ότι, σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως από τρίτο σημείου ταυτόσημου με κοινοτικό σήμα κατά το χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση της αιτήσεως για την καταχώριση σήματος μέχρι τη δημοσίευση της καταχωρίσεως του σήματος, ο δικαιούχος του κοινοτικού σήματος μπορεί να ζητήσει από τον εν λόγω τρίτο μόνον εύλογη αποζημίωση, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, [του κανονισμού 207/2009], αλλά όχι αποζημίωση για τη συνήθη αξία των αποκτηθέντων με την παραποίηση/απομίμηση και ότι, όσον αφορά το προγενέστερο της δημοσιεύσεως της αιτήσεως για την καταχώριση χρονικό διάστημα, δεν υφίσταται αξίωση ούτε για εύλογη αποζημίωση;

3)

Ποια είδη δαπανών και άλλων αποζημιώσεων καλύπτει η εύλογη αποζημίωση την οποία προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, [του κανονισμού 207/2009] και, ειδικότερα, καλύπτει αυτή —και αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις— χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη του δικαιούχου του σήματος;»

IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

21.

Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Multi Protect, η Εσθονική και η Ελληνική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι διέθετε επαρκή στοιχεία για να αποφανθεί χωρίς επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 76, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

V – Ανάλυση

A — Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

22.

Συμφώνως προς σχετικό αίτημα του Δικαστηρίου, οι παρούσες προτάσεις θα επικεντρωθούν στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκαν από το αιτούν δικαστήριο. Φρονώ ότι τα δύο αυτά ερωτήματα είναι σκόπιμο να εξεταστούν μαζί.

B — Επί του δεύτερου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

1. Η χρονική περίοδος προστασίας

23.

Κατά το αιτούν δικαστήριο, η I. Nikolajeva προσάπτει στη Multi Protect ότι προσέβαλε το αποκλειστικό δικαίωμα που απορρέει από το σήμα HolzProf σε τρεις χρονικές περιόδους.

24.

Η πρώτη περίοδος έχει διάρκεια μικρότερη του ενός μήνα. Άρχισε στις 3 Μαΐου 2010, ήτοι μεταγενέστερα από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως για την καταχώριση του σήματος, και περατώθηκε στις 31 Μαΐου 2010, ήτοι κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αιτήσεως αυτής. Η δεύτερη περίοδος, διάρκειας περίπου τρεισήμισι μηνών, εκτείνεται από την 1η Ιουνίου 2010 έως τη 16η Σεπτεμβρίου 2010, ήτοι από τη δημοσίευση της αιτήσεως σήματος μέχρι τη δημοσίευση της καταχωρίσεως. Τέλος, η τρίτη περίοδος, κατά τι μεγαλύτερη από ένα έτος, άρχισε στις 17 Σεπτεμβρίου 2010, με τη δημοσίευση της καταχωρίσεως του σήματος, και περατώθηκε στις 28 Οκτωβρίου 2011.

25.

Το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο σχετικά με την προστασία που παρέχει το κοινοτικό σήμα στον δικαιούχο κατά τις δύο πρώτες χρονικές περιόδους.

26.

Το δικαίωμα που παρέχει το κοινοτικό σήμα ρυθμίζεται στο άρθρο 9 του κανονισμού 207/2009. Με βάση την παράγραφο 1, το κοινοτικό σήμα παρέχει στον δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. Επιπλέον, η παράγραφος 3 ορίζει χωρίς αμφισημία ότι το δικαίωμα που παρέχει το κοινοτικό σήμα αντιτάσσεται κατά τρίτων από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της καταχωρίσεως του σήματος.

27.

Επομένως, κοινοτικό σήμα όπως το HolzProf δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά τρίτων στη διάρκεια της πρώτης και της δεύτερης χρονικής περιόδου της υποθέσεως της κύριας δίκης. Επίσης, ούτε οι κυρώσεις που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών ( 4 ) σύμφωνα με το άρθρο 102 του κανονισμού 207/2009 έχουν εφαρμογή κατά τις περιόδους αυτές ( 5 ). Ειδικότερα, οι εν λόγω κυρώσεις έχουν εφαρμογή μόνον από τη δημοσίευση της καταχωρίσεως του κοινοτικού σήματος.

28.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 καθιερώνει ένα επίσης ειδικό καθεστώς προστασίας του κοινοτικού σήματος κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της δημοσιεύσεως της αιτήσεως σήματος και της δημοσιεύσεως της καταχωρίσεως αυτού. Ειδικότερα, μετά τη δημοσίευση της καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, το αρμόδιο δικαστήριο δύναται να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση για ενέργειες μεταγενέστερες της δημοσιεύσεως της αιτήσεως κοινοτικού σήματος, οι οποίες θα απαγορεύονταν μετά τη δημοσίευση της καταχωρίσεως του σήματος ( 6 ) και λόγω αυτής.

29.

Ως εκ τούτου, μπορεί να απαιτηθεί εύλογη αποζημίωση για τη δεύτερη χρονική περίοδο της υποθέσεως της κύριας δίκης αν, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, τρίτος, χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του σήματος, χρησιμοποιεί στις συναλλαγές σημείο που ταυτίζεται με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρισθεί ή σημείο για το οποίο, λόγω του ταυτοσήμου ή της ομοιότητάς του με το κοινοτικό σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών οι οποίες καλύπτονται από το σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως από μέρους του κοινού ( 7 ).

30.

Από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 προκύπτει σαφώς ότι η εύλογη αποζημίωση που προβλέπεται στη διάταξη αυτή δεν ισχύει για πράξεις που τελέστηκαν μεταξύ της καταθέσεως της αιτήσεως κοινοτικού σήματος ( 8 ) και της δημοσιεύσεως της αιτήσεως αυτής, ήτοι κατά τη διάρκεια της πρώτης χρονικής περιόδου της διαφοράς της κύριας δίκης.

31.

Κατά τη γνώμη μου, τα άρθρα 14, παράγραφος 1, και 101, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 δεν θέτουν εν αμφιβόλω την ανωτέρω εκτίμηση.

32.

Πράγματι, μολονότι το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 ορίζει ότι «οι προσβολές κοινοτικού σήματος διέπονται από το εθνικό δίκαιο για τις προσβολές εθνικού σήματος», η ίδια διάταξη προβλέπει ότι τα αποτελέσματα του κοινοτικού σήματος καθορίζονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του κανονισμού αυτού. Εντούτοις, τα «αποτελέσματα» του σήματος συνδέονται άρρηκτα με τη χρονική περίοδο προστασίας του. Συνεπώς, η εν λόγω περίοδος προστασίας καθορίζεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ίδιου αυτού κανονισμού.

33.

Συναφώς, από τον συνδυασμό των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 9 του κανονισμού 207/2009 προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης σκοπίμως απέκλεισε την αντιταξιμότητα του κοινοτικού σήματος κατά των τρίτων πριν από τη δημοσίευση της καταχωρίσεως του σήματος καθώς και το δικαίωμα εύλογης αποζημιώσεως πριν από τη δημοσίευση της αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος.

34.

Εξάλλου, δεδομένου ότι το δικαίωμα που παρέχει το κοινοτικό σήμα, συμπεριλαμβανομένης της χρονικής περιόδου προστασίας του, διέπεται αποκλειστικά από το άρθρο 9 του κανονισμού 207/2009, το δικαίωμα αυτό καθώς και η διάρκειά του δεν συγκαταλέγονται μεταξύ των ζητημάτων επί των οποίων έχει εφαρμογή το εθνικό δίκαιο σύμφωνα με το άρθρο 101, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο αναφέρεται μόνο στα ζητήματα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 207/2009.

35.

Κατά συνέπεια, τα άρθρα 9, παράγραφοι 1 και 3, 14, παράγραφος 1, και 101, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 αντιτίθενται σε εθνική διάταξη όπως αυτή του άρθρου 8, παράγραφος 2, του νόμου περί σημάτων η οποία προβλέπει ότι «[η] έννομη προστασία καταχωρισμένου σήματος αρχίζει από την ημέρα καταθέσεως της αιτήσεως για την καταχώριση». Ειδικότερα, το δικαίωμα που παρέχει το κοινοτικό σήμα με βάση την εν λόγω εθνική διάταξη υπερβαίνει τα επιτρεπόμενα από τον κανονισμό 207/2009.

36.

Η εύλογη αποζημίωση που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 μπορεί να απαιτηθεί μόνο για ενέργειες μεταγενέστερες της δημοσιεύσεως αιτήσεως κοινοτικού σήματος.

2. Η εύλογη αποζημίωση

37.

Το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο σχετικά με την έννοια της «εύλογης αποζημιώσεως» κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 ( 9 ). Ο κανονισμός αυτός δεν περιέχει ορισμό της «εύλογης αποζημιώσεως» ούτε προβλέπει τον τρόπο υπολογισμού της.

38.

Η δυνατότητα να απαιτηθεί «εύλογη αποζημίωση» μετά τη δημοσίευση αιτήσεως καταχωρίσεως υφίσταται και στον τομέα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.

39.

Ειδικότερα, το άρθρο 67, παράγραφος 2, της Συμβάσεως για τη χορήγηση των ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (Σύμβαση για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας), η οποία υπεγράφη στο Μόναχο στις 5 Οκτωβρίου 1973, ορίζει ότι «[κ]άθε συμβαλλόμενο κράτος μπορεί να προβλέψει ότι η αίτηση ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν παρέχει την προστασία που προβλέπεται από το άρθρο 64. Παρ’ όλ’ αυτά, η προστασία που απορρέει από τη δημοσίευση της αίτησης του ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν μπορεί να είναι μικρότερη από εκείνη που παρέχει η νομοθεσία του κράτους αυτού στις αιτήσεις εθνικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας που έχουν υποχρεωτικά δημοσιευτεί, αλλά για τις οποίες δεν έχει γίνει εξέταση. [Σε κάθε περίπτωση], κάθε συμβαλλόμενο κράτος οφείλει τουλάχιστον να προβλέψει ότι, από τη δημοσίευση της αίτησης για ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ο αιτών μπορεί να απαιτήσει μία λογική αποζημίωση από οποιονδήποτε εκμεταλλεύτηκε μέσα σ’ αυτό το συμβαλλόμενο κράτος την εφεύρεση που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Η αποζημίωση αυτή καθορίζεται σύμφωνα με τις περιστάσεις και ανάλογα με τις προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου για την ευθύνη από την παραβίαση εθνικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας» ( 10 ). Ούτε εδώ ορίζεται η έννοια «λογική αποζημίωση» ( 11 ).

40.

Επιπλέον, το άρθρο 95 του κανονισμού (ΕΚ) 2100/94 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1994, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών (ΕΕ L 227, σ. 1), προβλέπει ότι «[o] κάτοχος [κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικών ποικιλιών] μπορεί να απαιτήσει εύλογη αποζημίωση από κάθε πρόσωπο το οποίο, στο χρονικό διάστημα μεταξύ της δημοσίευσης της αιτήσεως για την παραχώρηση του κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας και της παραχώρησής του, είχε τελέσει πράξη που θα ήταν απαγορευμένη ύστερα από αυτό το χρονικό διάστημα λόγω του εν λόγω κοινοτικού δικαιώματος» ( 12 ). Ούτε και ο κανονισμός 2100/94 ορίζει την έννοια «εύλογη αποζημίωση» ( 13 ).

41.

Εξάλλου, σε αντίθεση με το άρθρο 102, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, το οποίο προβλέπει την επιβολή κυρώσεων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ( 14 ) σε περίπτωση παραποιήσεως/απομιμήσεως ή επαπειλούμενης παραποιήσεως/απομιμήσεως, το άρθρο 9, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού δεν περιέχει ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον καθορισμό της εννοίας και του περιεχομένου του.

42.

Κατά συνέπεια, από τις απαιτήσεις τόσο της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας απορρέει ότι στον εν λόγω όρο «εύλογη αποζημίωση» πρέπει να δίδεται, σε όλη την Ένωση, αυτοτελής και ενιαία ερμηνεία, η οποία πρέπει να ανευρίσκεται με βάση τα συμφραζόμενα και τον σκοπό που επιδιώκει η οικεία κανονιστική ρύθμιση ( 15 ).

43.

Από το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 προκύπτει ότι, μολονότι το κοινοτικό σήμα δεν αντιτάσσεται κατά τρίτων πριν από τη δημοσίευση της καταχωρίσεώς του, ωστόσο, παρά τον «εμβρυϊκό» χαρακτήρα του, απολαύει έννομης προστασίας κατά τη χρονική περίοδο μεταξύ της δημοσιεύσεως της αιτήσεως σήματος και της δημοσιεύσεως της καταχωρίσεως του σήματος ( 16 ). Η επιλογή του όρου «αποζημίωση» υποδηλώνει ότι η αποκατάσταση πρέπει οπωσδήποτε να είναι χρηματική. Επομένως, αποκλείονται άλλα μέτρα ή διαδικασίες σε σχέση με την προσβολή του δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, όπως οι απαγορευτικές δικαστικές διατάξεις, η απόσυρση από το εμπόριο ή η καταστροφή των παράνομων εμπορευμάτων. Επιπλέον, η χρήση του επιθέτου «εύλογη» σημαίνει ότι η επιβαλλόμενη χρηματική αποκατάσταση πρέπει να είναι δίκαιη και αναλογική, προκειμένου να επιτυγχάνεται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων του δικαιούχου του «υπό απόκτηση» κοινοτικού σήματος και των δικαιωμάτων του χρήστη του σήματος αυτού.

44.

Επομένως, το δικαίωμα για «εύλογη αποζημίωση», το οποίο μπορεί να προβληθεί μόνο μετά τη δημοσίευση της καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, έχει εφαρμογή στα in status nascendi κοινοτικά σήματα. Το δικαίωμα αυτό αντανακλά το γεγονός ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θεωρεί ότι, από τη δημοσίευση της αιτήσεως, το κοινοτικό σήμα τελεί «υπό απόκτηση» και χρήζει ήδη προστασίας.

45.

Επισημαίνω συναφώς ότι από το άρθρο 39 του κανονισμού 207/2009 προκύπτει ότι η δημοσίευση αιτήσεως για την καταχώριση κοινοτικού σήματος προϋποθέτει ότι όλες οι διατυπώσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό αυτό, καθώς και από τον κανονισμό (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα ( 17 ), όσον αφορά τις αιτήσεις καταχωρίσεως σήματος έχουν τηρηθεί και ότι δεν συντρέχει κάποιος απόλυτος λόγος απαραδέκτου της καταχωρίσεως του οικείου σήματος με βάση το άρθρο 7 του κανονισμού 207/2009 ( 18 ). Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 45 του κανονισμού 207/2009 ( 19 ), μετά τη δημοσίευση της αιτήσεως καταχωρίσεως, το κοινοτικό σήμα καταχωρίζεται οπωσδήποτε και η καταχώριση αυτή δημοσιεύεται, εκτός αν διαπιστωθούν, κατόπιν ανακοπής, σχετικοί λόγοι απαραδέκτου της καταχωρίσεως κατά την έννοια του άρθρου 8 του εν λόγω κανονισμού ( 20 ).

46.

Με βάση τα ανωτέρω, παρατηρούνται σημαντικές ομοιότητες μεταξύ των απαιτήσεων που πρέπει να ικανοποιούνται πριν από τη δημοσίευση αιτήσεως κοινοτικού σήματος και των απαιτήσεων που επιβάλλονται πριν από τη δημοσίευση της καταχωρίσεως του σήματος. Κατά συνέπεια, το δικαίωμα σε «εύλογη αποζημίωση» που έχει ο δικαιούχος κοινοτικού σήματος από τη δημοσίευση της αιτήσεως σήματος και μέχρι τη δημοσίευση της καταχωρίσεως του σήματος αυτού προσομοιάζει πολύ ( 21 ) με το δικαίωμα που αναγνωρίζεται στον εν λόγω δικαιούχο από τη δημοσίευση της καταχωρίσεως του σήματος, αν και το πρώτο είναι μικρότερης εμβέλειας ( 22 ). Ως εκ τούτου, προκειμένου να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, η χρηματική αποκατάσταση ή η «εύλογη αποζημίωση» πρέπει να είναι λιγότερο επαχθής ή αυστηρή από εκείνη που επιβάλλεται σε περίπτωση προσβολής κοινοτικού σήματος μετά τη δημοσίευση της καταχωρίσεως του σήματος ( 23 ) ( 24 ).

47.

Το άρθρο 13 της οδηγίας 2004/48 καθορίζει τα ελάχιστα όρια χρηματικής αποκαταστάσεως που πρέπει να προβλέπει η εθνική νομοθεσία σε περίπτωση προσβολής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας τα οποία προβλέπονται από την κοινοτική νομοθεσία και/ή την εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους. Είναι αλήθεια ότι οι διατάξεις του εθνικού δικαίου, το οποίο έχει αποτελέσει αντικείμενο εναρμονίσεως σύμφωνα με την οδηγία 2004/48, εφαρμόζονται μόνον επί προσβολών κοινοτικού σήματος οι οποίες διαπράττονται μετά τη δημοσίευση της καταχωρίσεως του σήματος, ήτοι κατά την τρίτη χρονική περίοδο της υποθέσεως της κύριας δίκης· παρά ταύτα, το άρθρο 13 της οδηγίας αυτής μπορεί να παράσχει ορισμένες ενδείξεις χρήσιμες για τον ορισμό της έννοιας «εύλογη αποζημίωση».

48.

Συναφώς, το εν λόγω άρθρο προβαίνει σε σαφή διάκριση μεταξύ του ηθελημένου ή μη ηθελημένου χαρακτήρα της διαπραχθείσας προσβολής και απαιτεί βαρύτερη χρηματική αποκατάσταση στην περίπτωση των ηθελημένων προσβολών. Όταν η προσβολή θεωρείται ηθελημένη, ο παραβάτης πρέπει να καταβάλει στον δικαιούχο του δικαιώματος αποζημίωση αντίστοιχη προς την πραγματική ζημία που υπέστη ο τελευταίος εξαιτίας της προσβολής ( 25 ). Η διάταξη αυτή επιβάλλει την πλήρη αποκατάσταση κάθε προκληθείσας ζημίας, πράγμα που, κατά τη γνώμη μου, περιλαμβάνει την ηθική βλάβη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή αποδεικνύεται ( 26 ).

49.

Αντίθετα, όταν η προσβολή θεωρείται μη ηθελημένη, οι δικαστικές αρχές μπορούν να διατάσσουν μόνον την αναζήτηση των κερδών ή την καταβολή αποζημιώσεως, η οποία μπορεί να είναι προκαθορισμένη ( 27 ).

50.

Από την άλλη πλευρά, το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 δεν διακρίνει μεταξύ του ηθελημένου ή μη ηθελημένου χαρακτήρα της διαπραχθείσας προσβολής ( 28 ), αλλά λαμβάνει ως βάση ότι η δημοσίευση της αιτήσεως κοινοτικού σήματος θέτει σε γνώση του κοινού ότι ίσως επίκειται η καταχώριση του σήματος για το οποίο κατατέθηκε αίτηση και ότι ενδέχεται να οφείλεται εύλογη αποζημίωση για τη χρήση του μη καταχωρισθέντος ακόμα σήματος.

51.

Δεδομένου ότι η «εύλογη αποζημίωση» που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 πρέπει να συνίσταται σε χρηματική αποκατάσταση λιγότερο επαχθή ή αυστηρή από αυτήν που επιβάλλεται σε περίπτωση παραποιήσεως/απομιμήσεως καταχωρισμένου σήματος, πρέπει κατά τη γνώμη μου να εξεταστεί η καταλληλότητα της χρηματικής αποκαταστάσεως που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/48 για τις μη ηθελημένες προσβολές.

52.

Το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/48 προβλέπει δύο είδη χρηματικών αποκαταστάσεων όσον αφορά τις πράξεις που στοιχειοθετούν προσβολή δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, ήτοι «την αναζήτηση των κερδών ή την καταβολή αποζημίωσης, η οποία μπορεί να είναι προκαθορισμένη».

53.

Η χρηματική αποκατάσταση που συνίσταται στην «καταβολή αποζημίωσης, η οποία μπορεί να είναι προκαθορισμένη», χρήζει εξειδικεύσεως από τον εθνικό νομοθέτη και, κατά συνέπεια, είναι ακατάλληλη, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να δίδεται αυτόνομη και ενιαία ερμηνεία στην έννοια «εύλογη αποζημίωση».

54.

Αντίθετα, η προβλεπόμενη στο άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/48 «αναζήτηση των κερδών» αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ενιαία και προβλέψιμη χρηματική αποκατάσταση η οποία λαμβάνει υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της εκάστοτε υποθέσεως. Επιπλέον, φρονώ ότι η εν λόγω χρηματική αποκατάσταση είναι κατάλληλη, καθώς αποσκοπεί στην αφαίρεση του πλεονεκτήματος που αποκτήθηκε αδικαιολογήτως ( 29 ) μετά τη δημοσίευση της αιτήσεως σήματος. Μια τέτοια χρηματική αποκατάσταση, η οποία αφορά τα κέρδη τα οποία αδικαιολογήτως αποκόμισε ο χρήστης, τελεί συνεπώς σε σχέση αναλογίας προς τη διαπραχθείσα προσβολή τού (in status nascendi) σήματος και συμβάλλει επίσης στην αποτροπή άλλων παρόμοιων προσβολών ( 30 ).

55.

Σε αντίθεση προς το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/48, η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου δεν προβλέπει αποκατάσταση της ηθικής βλάβης. Κατά την άποψή μου, η παράλειψη αυτή του Ευρωπαίου νομοθέτη ήταν εσκεμμένη και αποτυπώνει το γεγονός ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής αφορά λιγότερο αποδοκιμαστέες ενέργειες προσβολής δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, για τις οποίες η εν λόγω οδηγία δεν επιβάλλει πλήρη αποκατάσταση. Επισημαίνω ότι, με το τρίτο αίτημά της, η I. Nikolajeva ζήτησε αποζημίωση για μη περιουσιακή ζημία, ήτοι χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη της. Φρονώ ότι η «εύλογη αποζημίωση» δεν καταλαμβάνει αυτό το είδος ζημίας. Η καταβολή μιας τέτοιας αποζημιώσεως θα ήταν δυσανάλογα επαχθής τη στιγμή που το κοινοτικό σήμα είναι ακόμα «υπό απόκτηση».

VI – Πρόταση

56.

Με βάση τις προηγηθείσες σκέψεις, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκαν από το Harju Maakohus ως εξής:

1)

Τα άρθρα 9, παράγραφοι 1 και 3, 14, παράγραφος 1, και 101, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα, αντιτίθενται σε εθνική διάταξη η οποία προβλέπει ότι η έννομη προστασία καταχωρισμένου σήματος αρχίζει από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως για την καταχώριση.

2)

Το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 έχει την έννοια ότι δεν μπορεί να απαιτηθεί εύλογη αποζημίωση με βάση τη διάταξη αυτή για πράξεις προγενέστερες της δημοσιεύσεως αιτήσεως κοινοτικού σήματος.

3)

Ο όρος «εύλογη αποζημίωση» του άρθρου 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 έχει την έννοια ότι είναι δυνατή η αναζήτηση των κερδών για πράξεις μεταγενέστερες της δημοσιεύσεως αιτήσεως κοινοτικού σήματος, οι οποίες θα απαγορεύονταν μετά τη δημοσίευση της καταχωρίσεως του σήματος και λόγω αυτής. Ο όρος «εύλογη αποζημίωση» αποκλείει την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) ΕΕ L 78, σ. 1.

( 3 ) Ήτοι 22791 ευρώ [17 μήνες x 1278 + 25 μέρες x (1 278:30)].

( 4 ) Η οδηγία 2004/48 εναρμονίζει τα μέτρα, τις διαδικασίες και τα μέσα αποκαταστάσεως που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο σε περίπτωση προσβολής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Κατά την αιτιολογική σκέψη 10 της οδηγίας 2004/48, σκοπός της τελευταίας «είναι η προσέγγιση των [νομοθεσιών των κρατών μελών στον τομέα αυτόν] προκειμένου να διασφαλιστεί υψηλό, ισοδύναμο και ομοιογενές επίπεδο προστασίας της διανοητικής ιδιοκτησίας στην εσωτερική αγορά». Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/48 ορίζει ότι, «[μ]ε την επιφύλαξη των μέσων που προβλέπονται ή ενδέχεται να προβλεφθούν με την κοινοτική ή την εθνική νομοθεσία, καθόσον τα εν λόγω μέσα μπορεί να είναι ευνοϊκότερα για τους δικαιούχους, τα μέτρα, οι διαδικασίες και τα μέτρα αποκατάστασης που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία εφαρμόζονται [...] σε οποιαδήποτε προσβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας όπως προβλέπεται από την κοινοτική νομοθεσία ή/και την εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους». Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι διατάξεις της οδηγίας αυτής δεν έχουν σκοπό να ρυθμίσουν όλες τις πτυχές που συνδέονται με τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, αλλά μόνον εκείνες που είναι συμφυείς, αφενός, με την τήρηση των δικαιωμάτων αυτών και, αφετέρου, με τις προσβολές των τελευταίων, επιβάλλοντας την ύπαρξη αποτελεσματικών μέσων έννομης προστασίας για την αποτροπή ή την παύση κάθε προσβολής υπάρχοντος δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας ή την αποκατάσταση των συνεπειών της προσβολής αυτής (βλ. απόφαση Diageo Brands, C‑681/13, EU:C:2015:471, σκέψη 73). Επομένως, με την εν λόγω οδηγία δεν εξαλείφονται πλήρως οι αποκλίσεις που υφίστανται μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα μέτρα, τις διαδικασίες και τα μέσα αποκαταστάσεως που έχουν εφαρμογή σε περίπτωση προσβολής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας (βλ., για παράδειγμα, άρθρο 13 της οδηγίας 2004/48, το οποίο προβλέπει ευρύ φάσμα μέσων χρηματικής αποκαταστάσεως που μπορούν να επιλεγούν από τα κράτη μέλη).

( 5 ) Κατά συνέπεια, φρονώ ότι τα διορθωτικά μέτρα (άρθρο 10), οι απαγορευτικές δικαστικές διατάξεις (άρθρο 11) και η αποζημίωση (άρθρο 13) που προβλέπονται από την οδηγία 2004/48 δεν έχουν εφαρμογή πριν από τη δημοσίευση της καταχωρίσεως του σήματος.

( 6 ) Για έναν ενδεικτικό κατάλογο των απαγορεύσεων, βλ. άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009.

( 7 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 207/2009.

( 8 ) Ωστόσο, η ημερομηνία καταθέσεως αιτήσεως κοινοτικού σήματος δεν στερείται σημασίας. Ειδικότερα, είναι εξόχως σημαντική για την εφαρμογή των κανόνων σχετικά με την προτεραιότητα των σημάτων. Βλ., μεταξύ άλλων, τίτλο ΙΙΙ, τμήμα 2, του κανονισμού 207/2009, το οποίο επιγράφεται «Προτεραιότητα».

( 9 ) Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, με βάση το εθνικό του δίκαιο, ο δικαιούχος κοινοτικού σήματος μπορεί «να απαιτήσει από τρίτον ο οποίος προσβάλλει το κατά το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 207/2009 αποκλειστικό δικαίωμα, τουλάχιστον για τη χρονική περίοδο μετά τη δημοσίευση της καταχωρίσεως του σήματος, την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, συμπεριλαμβανομένων των διαφυγόντων κερδών, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για τη μη περιουσιακή ζημία, αλλά και την απόδοση της συνήθους αξίας των αποκτηθέντων με παραποίηση/απομίμηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, των εσόδων από τα αποκτηθέντα με παραποίηση/απομίμηση. Επιπλέον, ο παραβάτης ο οποίος δεν γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει το παράνομο των ενεργειών του δεν υπέχει υποχρέωση αποζημιώσεως όσον αφορά τα παρανόμως αποκτηθέντα, εφόσον, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε ή όφειλε να λάβει γνώση της ασκήσεως αγωγής εναντίον του, έπαυσε να υπάρχει ο πλουτισμός καθ’ όλη την έκταση της αξίας των αποκτηθέντων από την παραποίηση/απομίμηση». Το ίδιο δικαστήριο «εκτιμά ότι είναι δυνατόν, λαμβανομένης υπόψη της οικονομίας του κανονισμού 207/2009, να γίνει δεκτή η ερμηνεία ότι η εύλογη αποζημίωση κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού καλύπτει πιο περιορισμένο φάσμα αξιώσεων σε σχέση με την έννομη προστασία που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου σε περίπτωση μεταγενέστερων προσβολών».

( 10 ) Η υπογράμμιση δική μου.

( 11 ) Βλ. επίσης, κατ’ αναλογία, άρθρο 32, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της Συμφωνίας για την ίδρυση Ενιαίου Δικαστηρίου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας (ΕΕ 2013, C 175, σ. 1), το οποίο προβλέπει ότι το Ενιαίο Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας που ιδρύεται με τη Συμφωνία αυτή έχει αποκλειστική αρμοδιότητα όσον αφορά «αγωγές αποζημίωσης που απορρέουν από την προσωρινή προστασία που παρέχει δημοσιευμένη αίτηση χορήγησης ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας».

( 12 ) Η υπογράμμιση δική μου. Επισημαίνω ότι το Δικαστήριο προέβη σε ερμηνεία του χρησιμοποιούμενου στα άρθρα 14 και 94 του κανονισμού 2100/94 όρου «εύλογη αποζημίωση» στην απόφαση Geistbeck (C‑509/10, EU:C:2012:416). Δεδομένου ωστόσο ότι η ερμηνεία του όρου «εύλογη αποζημίωση» από το Δικαστήριο αφορούσε την περίπτωση της μη επιτρεπτής χρήσεως καταχωρισμένης φυτικής ποικιλίας, φρονώ ότι η εν λόγω ερμηνεία δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εν προκειμένω, διότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 δεν αφορά περιπτώσεις που συνιστούν, από νομική άποψη, παραποίηση/απομίμηση.

( 13 ) Δεδομένου ότι ο όρος «εύλογη αποζημίωση» και άλλοι παρόμοιοι όροι χρησιμοποιούνται σε πλείονα νομικά κείμενα σχετικά με τη διανοητική ιδιοκτησία, οι συνέπειες της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της υπό κρίση υποθέσεως ενδέχεται να υπερβούν τα όρια της υποθέσεως αυτής.

( 14 ) Συναφώς, είμαι της γνώμης ότι η εθνική νομοθεσία πρέπει να σέβεται το ελάχιστο επίπεδο προστασίας που προβλέπει η οδηγία 2004/48. Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, η εθνική νομοθεσία μπορεί να παρέχει στους δικαιούχους ευνοϊκότερα «μέσα» από τα μέτρα, τις διαδικασίες και τα μέσα αποκαταστάσεως που προβλέπονται από την εν λόγω οδηγία.

( 15 ) Βλ. απόφαση Nokia (C‑316/05, EU:C:2006:789, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 16 ) Βλ. απόφαση Imagination Technologies κατά ΓΕΕΑ (C‑542/07 P, EU:C:2009:362, σκέψη 57).

( 17 ) ΕΕ L 303, σ. 1.

( 18 ) Το άρθρο 7 του κανονισμού 207/2009 περιλαμβάνει εκτενή κατάλογο απόλυτων λόγων απαραδέκτου της καταχωρίσεως. Για παράδειγμα, ένα σήμα δεν καταχωρίζεται αν στερείται διακριτικού χαρακτήρα, αν αντίκειται στη δημόσια τάξη ή στα χρηστά ήθη ή ακόμα αν θα μπορούσε να παραπλανήσει το κοινό.

( 19 ) Το άρθρο 45 του κανονισμού 207/2009 προβλέπει ότι «[τ]ο σήμα καταχωρίζεται ως κοινοτικό σήμα αν η αίτηση πληροί τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και εφόσον δεν ασκηθεί ανακοπή μέσα στην προθεσμία [των τριών μηνών από τη δημοσίευση της αίτησης κοινοτικού σήματος], ή εφόσον απορριφθεί η ανακοπή με τελεσίδικη απόφαση». Βλ., επίσης, τον κανόνα 23 του κανονισμού 2868/95, τιτλοφορούμενο «Καταχώριση του σήματος», ο οποίος ορίζει ότι «[ό]ταν δεν ασκήθηκε ανακοπή ή όταν η ασκηθείσα αποσύρθηκε, απορρίφθηκε ή διεκπεραιώθηκε κατ’ άλλο τρόπο, το σήμα για το οποίο υποβλήθηκε αίτηση καταχωρίζεται στο μητρώο κοινοτικών σημάτων». Η δεύτερη χρονική περίοδος της υποθέσεως της κύριας δίκης είχε διάρκεια περίπου τριών μηνών. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι είχε ασκηθεί ανακοπή κατά του σήματος HolzProf.

( 20 ) Το άρθρο 8 του κανονισμού 207/2009 προβλέπει ότι, «[κ]ατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το [ζητούμενο] σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση: [...] εάν ταυτίζεται με το προγενέστερο σήμα και τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες, για τα οποία ζητείται το σήμα, ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο σήμα· [...] εάν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα· ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα». Πρέπει να επισημανθεί ότι δικαίωμα ανακοπής κατά της καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος έχουν, σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 41 του κανονισμού 207/2009, μόνον οι δικαιούχοι των σημάτων και τα πρόσωπα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από τους δικαιούχους των σημάτων.

( 21 ) Καθόσον μάλιστα οι πράξεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 είναι οι ίδιες με τις πράξεις που απαγορεύονται μετά τη δημοσίευση της καταχωρίσεως.

( 22 ) Βλ., a contrario, άρθρο 67, παράγραφος 1, της Συμβάσεως για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, το οποίο προβλέπει ότι «[η] αίτηση ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας μετά από τη δημοσίευσή της [...] παρέχει στον αιτούντα, για τα συμβαλλόμενα Κράτη που ορίζονται στην αίτηση όπως αυτή δημοσιεύτηκε, την προσωρινή προστασία που προβλέπεται από το άρθρο 64», ήτοι τα ίδια δικαιώματα με εκείνα που παρέχει ένα εθνικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το οποίο χορηγείται στο έδαφος του κράτους αυτού.

( 23 ) Την άποψη αυτή υποστηρίζουν και η Multi Protect, η Δημοκρατία της Εσθονίας και η Ελληνική Δημοκρατία, οι οποίες εκτιμούν ότι η έννοια «εύλογη αποζημίωση» κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 θα πρέπει να καλύπτει φάσμα αξιώσεων πιο περιορισμένο σε σχέση με την έννομη προστασία που προβλέπεται σε περίπτωση παραποιήσεως/απομιμήσεως ήδη καταχωρισμένων σημάτων. Επίσης, οι ίδιες εκτιμούν ότι η έννοια αυτή δεν καταλαμβάνει την αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας. Η Multi Portect θεωρεί ότι, «[π]ροκειμένου να προσδιοριστεί η ακριβής έκταση της εύλογης αποζημιώσεως, πρέπει συνεπώς να εξετάζονται και να σταθμίζονται τα ακόλουθα στοιχεία: α) ποιο είναι το περιουσιακό πλεονέκτημα που αποκόμισε το πρόσωπο το οποίο ετέλεσε τις πράξεις παραποιήσεως/απομιμήσεως; [...] β) ποιες παρόμοιες άδειες παραχωρήσεως χρήσεως δικαιώματος είναι συνήθεις στην αγορά; γ) ποιο θα ήταν, για το πρόσωπο που ετέλεσε τις πράξεις παραποιήσεως/απομιμήσεως, το “κόστος” μιας λύσεως βάσει της οποίας θα είχε μπορέσει να επιτύχει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα χωρίς να χρησιμοποιήσει το ταυτόσημο ή όμοιο με το αιτηθέν σήμα σημείο;».

( 24 ) Αντίθετα, η Επιτροπή εκτιμά ότι «δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση παραβιάσεως κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009, δικαιολογείται ασθενέστερη προστασία σε σχέση με την περίπτωση της μεταγενέστερης παραβάσεως κατά τις παραγράφους 1 και 2». Κατά την ίδια, οι επιπτώσεις της παραβάσεως για τον δικαιούχο είναι οι ίδιες, είτε η παράβαση αυτή συντελεστεί μεταξύ της δημοσιεύσεως της αιτήσεως και της καταχωρίσεως είτε συντελεστεί μετά τη δημοσίευση της καταχωρίσεως. Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι «δεν υπάρχει κανένας λόγος να βρίσκεται ο παραβάτης σε ευνοϊκότερη κατάσταση κατά τη χρονική περίοδο πριν από την καταχώριση». Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή, διότι τότε για ποιο λόγο το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 προβαίνει σε διάκριση μεταξύ των δύο χρονικών περιόδων;

( 25 ) Βλ. άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/48.

( 26 ) Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση Liffers (C‑99/15, EU:C:2015:768, σημείο 28).

( 27 ) Βλ. άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/48.

( 28 ) Κατά τη γνώμη μου, η διάταξη αυτή επιβάλλει την καταβολή εύλογης αποζημιώσεως ακόμα και σε περίπτωση προσβολής κοινοτικού σήματος εν αγνοία της υπάρξεως δημοσιεύσεως αιτήσεως σήματος.

( 29 ) Από τον χρήστη σήματος για το οποίο κατατέθηκε αίτηση αλλά το οποίο δεν έχει καταχωριστεί ακόμα.

( 30 ) Φρονώ ότι, ακόμα και σε περίπτωση άγνοιας περί της δημοσιεύσεως της αιτήσεως σήματος (μη ηθελημένη προσβολή), δεν θα ήταν δυσανάλογα επαχθές να διατάσσεται η αναζήτηση των κερδών με βάση το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/48, δεδομένου ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 αποκλείει κάθε άλλο μέτρο ή διαδικασία για προσβολή του δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας (μη αντιταξιμότητα του σήματος πριν από τη δημοσίευση της καταχωρίσεως). Βλ., επίσης, σημείο 43 των παρουσών προτάσεων.