Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 25ης Ιανουαρίου 2017 (*)

«Ρήτρα διαιτησίας – Συμφωνία επιχορηγήσεως που συνήφθη στο πλαίσιο του εβδόμου προγράμματος-πλαισίου δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης (2007-2013) – Έργο Pocemon – Επιλέξιμες δαπάνες – Ανταγωγή – Επιστροφή των καταβληθέντων ποσών – Τόκοι υπερημερίας»

Στην υπόθεση T‑768/14,

ΑΝΚΟ ΑΕ Αντιπροσωπειών, Εμπορίου και Βιομηχανίας, με έδρα την Αθήνα (Ελλάδα), εκπροσωπούμενη από τον Β. Χριστιανό, δικηγόρο,

ενάγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους R. Lyal και P. Arenas, επικουρούμενους από την Ό. Λύτρα, δικηγόρο,

εναγομένης,

με αντικείμενο, αφενός, αγωγή, βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ με αίτημα να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή δεν ζητεί νομίμως την επιστροφή ποσού που καταβλήθηκε στην ενάγουσα κατ’ εφαρμογήν της συμφωνίας υπ’ αριθ. 216088 για τη χρηματοδότηση του έργου «Πλατφόρμα παρακολούθησης και διάγνωσης για τα αυτοάνοσα νοσήματα», η οποία συνήφθη στο πλαίσιο του εβδόμου προγράμματος‑πλαισίου δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (2007-2013), και, αφετέρου, ανταγωγή με αίτημα να υποχρεωθεί η ενάγουσα να επιστρέψει ως αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό που εισέπραξε κατ’ εφαρμογήν της ως άνω συμφωνίας,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Prek, πρόεδρο, I. Labucka (εισηγήτρια) και V. Kreuschitz, δικαστές,

γραμματέας: Σ. Σπυροπούλου, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 13ης Μαΐου 2016,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Η ενάγουσα, ΑΝΚΟ ΑΕ Αντιπροσωπειών, Εμπορίου και Βιομηχανίας, είναι ελληνική εταιρία με αντικείμενο την εμπορία και παραγωγή προϊόντων μετάλλου καθώς και ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών προϊόντων, συσκευών και μηχανημάτων, η οποία έχει μετάσχει από πολλών ετών σε διάφορα έργα χρηματοδοτούμενα από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα ή από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

2        Κατά τον κανονισμό (ΕΚ) 1906/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, με τον οποίο καθορίζονται οι κανόνες συμμετοχής επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων στις δράσεις που αναλαμβάνονται βάσει του έβδομου προγράμματος-πλαισίου και οι κανόνες διάδοσης των ερευνητικών αποτελεσμάτων (2007-2013) (ΕΕ 2006, L 391, σ. 1), και στο πλαίσιο που καθορίστηκε με την απόφαση 1982/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με το έβδομο πρόγραμμα-πλαίσιο δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (2007-2013) (ΕΕ 2006, L 412, σ. 1), η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ενεργώντας για λογαριασμό της Κοινότητας, συνήψε, στις 19 Δεκεμβρίου 2007, με την PCS Professional Clinical Software GmbH, υπό την ιδιότητά της ως συντονιστή κοινοπραξίας στην οποία μετείχε η ενάγουσα, τη συμφωνία επιχορηγήσεως υπ’ αριθ. 216088 για τη χρηματοδότηση του έργου «Πλατφόρμα παρακολούθησης και διάγνωσης για τα αυτοάνοσα νοσήματα» (στο εξής: συμφωνία Pocemon και έργο Pocemon, αντιστοίχως).

3        Η συμφωνία Pocemon περιλαμβάνει, εκτός από την κύρια σύμβαση χρηματοδοτήσεως (στο εξής: κύρια σύμβαση), έξι παραρτήματα που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της, εκ των οποίων το πρώτο περιέχει περιγραφή των προς εκτέλεση εργασιών (στο εξής: παράρτημα Ι) και το δεύτερο αφορά τους εφαρμοστέους γενικούς όρους (στο εξής: γενικοί όροι).

4        Κατά το άρθρο της 9, πρώτο εδάφιο, η συμφωνία Pocemon διέπεται, προεχόντως, από τους όρους που η ίδια προβλέπει, από τις σχετικές με το έβδομο πρόγραμμα-πλαίσιο πράξεις της Κοινότητας και της Ένωσης, από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 248, σ. 1, στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός), και τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1605/2002 (ΕΕ 2002, L 357, σ. 1, στο εξής: κανόνες εφαρμογής), καθώς και από άλλους κανόνες του δικαίου της Ένωσης και, επικουρικώς, από το βελγικό δίκαιο.

5        Το άρθρο 9, τρίτο εδάφιο, της κύριας συμβάσεως περιλαμβάνει ρήτρα διαιτησίας κατά την έννοια του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, η οποία παρέχει στο Γενικό Δικαστήριο και κατ’ αναίρεση στο Δικαστήριο αποκλειστική αρμοδιότητα εκδικάσεως οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Κοινότητας και, αφετέρου, των δικαιούχων των επιχορηγήσεων, σχετικά με το κύρος, την εφαρμογή ή την ερμηνεία της συμφωνίας Pocemon.

6        Κατά τα άρθρα 3 και 5, παράγραφος 1, της κύριας συμβάσεως, η διάρκεια του έργου Pocemon ορίστηκε σε 42 μήνες, από την 1η Ιανουαρίου 2008, και η ανώτατη οικονομική συμμετοχή της Κοινότητας ανερχόταν στο ποσό των 8 399 997 ευρώ. Κατά το άρθρο 4 της εν λόγω συμβάσεως, το έργο διαιρέθηκε σε τέσσερις περιόδους αναφοράς. Εξάλλου, κατά τα σημεία II.2, II.4 και II.5 των γενικών όρων, οι πληρωμές για την υλοποίηση του έργου προς τα μέλη της κοινοπραξίας γίνονταν μέσω του συντονιστή κατά το πέρας κάθε περιόδου αναφοράς, μετά από αξιολόγηση και έγκριση των παραδοτέων και των περιοδικών εκθέσεων προόδου οι οποίες περιελάμβαναν τις καταστάσεις δαπανών που υποβάλλονταν στην Επιτροπή.

7        Στις 5 Μαρτίου 2008, ο συντονιστής του έργου Pocemon κατέβαλε στην ενάγουσα ποσό 314 163,93 ευρώ για τη συμμετοχή της στο εν λόγω έργο.

8        Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 7ης Φεβρουαρίου 2012 ο συντονιστής του έργου Pocemon υπέβαλε στην Επιτροπή τις περιοδικές εκθέσεις για την περίοδο «P2», στις οποίες περιλαμβανόταν οικονομική κατάσταση που υπέβαλε η ενάγουσα ζητώντας την καταβολή ποσού 156 536 ευρώ.

9        Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 14ης Φεβρουαρίου 2013 ο συντονιστής του έργου Pocemon υπέβαλε στην Επιτροπή τις περιοδικές εκθέσεις για την περίοδο «P3» (από την 1η Δεκεμβρίου 2010 έως την 31η Αυγούστου 2011, ημερομηνία ισχύος της καταγγελίας της συμφωνίας), στις οποίες περιλαμβανόταν οικονομική κατάσταση που υπέβαλε η ενάγουσα ζητώντας την καταβολή ποσού 157 630 ευρώ.

10      Το 2008, διενεργήθηκε από εξωτερική ελεγκτική εταιρία για λογαριασμό και στο όνομα της Επιτροπής ο οικονομικός έλεγχος με στοιχεία 08‑BA‑52‑042 ο οποίος αφορούσε δύο άλλα έργα στην εκτέλεση των οποίων είχε συμμετάσχει η ενάγουσα, ήτοι τα έργα Agamemnon (αριθ. 508013) και Aubade (αριθ. 507605) του έκτου προγράμματος-πλαισίου. Κατόπιν του ελέγχου αυτού, η ενάγουσα κλήθηκε να αναθεωρήσει τις οικονομικές καταστάσεις για το σύνολο των έργων και των περιόδων αναφοράς του ίδιου προγράμματος.

11      Στις 25 Φεβρουαρίου 2010 ο συντονιστής του έργου Pocemon υπέβαλε στην Επιτροπή τις περιοδικές εκθέσεις για την περίοδο «P1», στις οποίες περιλαμβανόταν οικονομική κατάσταση που υπέβαλε η ενάγουσα ζητώντας την καταβολή ποσού 68 369 ευρώ.

12      Με έγγραφο της 30ής Αυγούστου 2010, η Επιτροπή ενημέρωσε την ενάγουσα ότι η πληρωμή για την περίοδο «P1» είχε συμψηφιστεί με άλλες απαιτήσεις από άλλα έργα στα οποία είχε μετάσχει η ενάγουσα στο πλαίσιο του έκτου προγράμματος-πλαισίου. Οι απαιτήσεις αυτές, για τις οποίες η Επιτροπή είχε εκδώσει στις 10 Ιουνίου 2010 χρεωστικά σημειώματα κατά της ενάγουσας, αφορούσαν τα έργα «Ανταλλαγή γνώσεων και υποστήριξη αποφάσεων για επαγγελματίες του τομέα της υγείας» (στο εξής: έργο Doc@Hand) και Aubade.

13      Με έγγραφο της 1ης Αυγούστου 2011 η Επιτροπή ενημέρωσε την ενάγουσα ότι σκόπευε να προβεί σε οικονομικό έλεγχο όσον αφορά, μεταξύ άλλων, το έργο Pocemon.

14      Με έγγραφο της 9ης Αυγούστου 2011 η Επιτροπή ενημέρωσε την ενάγουσα ότι, σύμφωνα με το σημείο II.5, παράγραφος 3, στοιχείο d, των γενικών όρων, ως προσωρινό προληπτικό μέτρο, αναστελλόταν κάθε πληρωμή προς αυτήν και ότι ο συντονιστής του έργου Pocemon θα ενημερωνόταν ότι οι πληρωμές υπέρ της κοινοπραξίας δεν θα περιελάμβαναν πλέον τα ποσά που προορίζονταν για την ενάγουσα.

15      Μεταξύ της 31ης Οκτωβρίου και της 3ης Νοεμβρίου 2011 οι υπηρεσίες της Επιτροπής διενήργησαν, σύμφωνα με το σημείο II.22 των γενικών όρων, οικονομικό έλεγχο ο οποίος αφορούσε, μεταξύ άλλων, το έργο Pocemon. Κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, ανατέθηκε σε εξωτερική ελεγκτική εταιρία η διενέργεια, στο όνομα της Επιτροπής, ελέγχου τριών άλλων έργων στην εκτέλεση των οποίων είχε συμμετάσχει η ενάγουσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν το έργο Doc@Hand, για να εξακριβωθεί αν οι αναθεωρημένες οικονομικές καταστάσεις που η ενάγουσα είχε υποβάλει ήταν σύμφωνες με τις συστάσεις που διατυπώθηκαν κατά τον έλεγχο για τον οποίο έγινε λόγος στη σκέψη 10 ανωτέρω.

16      Με έγγραφο της 19ης Απριλίου 2012, η Επιτροπή διαβίβασε στην ενάγουσα προσωρινή έκθεση ελέγχου σχετικά, μεταξύ άλλων, με το έργο Pocemon (στο εξής: προσωρινή έκθεση ελέγχου), με την οποία της γνωστοποίησε σειρά παρατυπιών που διαπιστώθηκαν όσον αφορά την εκτέλεση του εν λόγω έργου.

17      Η ενάγουσα αμφισβήτησε τα πορίσματα της προσωρινής εκθέσεως ελέγχου με επιστολή της 15ης Ιουνίου 2012.

18      Με έγγραφο της 9ης Οκτωβρίου 2012, η Επιτροπή διαβίβασε στην ενάγουσα την τελική έκθεση ελέγχου σχετικά, μεταξύ άλλων, με το έργο Pocemon (στο εξής: τελική έκθεση ελέγχου). Με το έγγραφο αυτό, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τα πορίσματα που περιείχε η εν λόγω έκθεση ελέγχου (στο εξής: πορίσματα του ελέγχου) και ενημέρωσε την ενάγουσα για τα επόμενα στάδια της διαδικασίας, ήτοι την εφαρμογή των πορισμάτων του ελέγχου. Η Επιτροπή έκρινε ότι τα πορίσματα του ελέγχου όπως εκτίθεντο στη, συνημμένη στο ως άνω έγγραφο, τελική έκθεση ελέγχου ήταν επαρκή και θεώρησε ότι ο έλεγχος είχε περατωθεί. Από την έκθεση ελέγχου προκύπτει ότι οι ελεγκτές κατέληξαν στο γενικό συμπέρασμα ότι «η οικονομική διαχείριση του έργου δεν έγινε κατά τρόπο αποδεκτό και κατ’ εφαρμογήν των όρων των συμφωνιών επιχορηγήσεως». Επίσης «η δικαιούχος [είχε, κατά τη γνώμη τους,] παραβεί σημαντικές και ουσιώδεις συμβατικές υποχρεώσεις και, ιδίως, τις προβλεπόμενες στο σημείο II.22 [των γενικών όρων]». Υπό τις συνθήκες αυτές, το ποσό των επιλέξιμων δαπανών για τη συμφωνία Pocemon ανερχόταν σε 6 759,14 ευρώ, ενώ έπρεπε να γίνει διόρθωση ποσού 489 137,86 ευρώ όσον αφορά το συνολικό ποσό των δαπανών που δηλώθηκαν στο πλαίσιο του έργου Pocemon.

19      Με έγγραφο της 25ης Οκτωβρίου 2012 η Επιτροπή ενημέρωσε την ενάγουσα ότι είχε την πρόθεση να ζητήσει την επιστροφή ποσού 377 733,93 ευρώ κατ’ εφαρμογήν των γενικών όρων.

20      Με επιστολή της 23ης Νοεμβρίου 2012, η ενάγουσα αμφισβήτησε τα πορίσματα του ελέγχου, αρνήθηκε την επιστροφή των επίμαχων ποσών και ζήτησε να ανασταλεί η διαδικασία ανακτήσεως που είχε κινήσει η Επιτροπή ως προς τις δαπάνες για το έργο Pocemon.

21      Με έγγραφο της 29ης Νοεμβρίου 2012 η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι είχε την πρόθεση να εφαρμόσει τα πορίσματα του ελέγχου και να εκδώσει χρεωστικό σημείωμα.

22      Με επιστολή της 3ης Δεκεμβρίου 2012, η ενάγουσα αμφισβήτησε εκ νέου τα πορίσματα του ελέγχου.

23      Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Ιανουαρίου 2013, η ενάγουσα άσκησε αγωγή, βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, με την οποία ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να αναγνωρίσει, πρώτον, ότι η ίδια δεν όφειλε να επιστρέψει το σύνολο του ποσού που της κατέβαλε η Επιτροπή δυνάμει της συμβάσεως για το έργο Pocemon, δεύτερον, ότι δεν όφειλε να καταβάλει κατ’ αποκοπήν αποζημίωση για το εν λόγω έργο και, τρίτον, ότι η Επιτροπή αβασίμως προέβη σε συμψηφισμό των οφειλόμενων ποσών.

24      Με έγγραφο της 31ης Ιανουαρίου 2013 η Επιτροπή δήλωσε, απαντώντας στην από 3 Δεκεμβρίου 2012 επιστολή της ενάγουσας, ότι, δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν είχε παράσχει οιαδήποτε νέα ή επιπρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία προς αντίκρουση των πορισμάτων του ελέγχου, τα πορίσματα αυτά διατηρούνταν.

25      Τον Μάρτιο του 2013 τα πορίσματα του ελέγχου επιβεβαιώθηκαν από τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για την Καταπολέμηση της Απάτης (OLAF) και τη σχετική έκθεση.

26      Προς εφαρμογή των πορισμάτων του ελέγχου, η Επιτροπή απηύθυνε στην ενάγουσα με έγγραφο της 18ης Μαρτίου 2014 χρεωστικό σημείωμα ποσού 377 733,93 ευρώ το οποίο κατά την άποψή της όφειλε η ενάγουσα για το έργο Pocemon και όρισε ως ημερομηνία καταβολής την 2α Μαΐου 2014, επισημαίνοντας ότι μετά την ημερομηνία αυτή τα προς επιστροφή ποσά θα προσαυξάνονταν με τόκους υπερημερίας (στο εξής: χρεωστικό σημείωμα).

27      Με έγγραφο της 7ης Μαΐου 2014, η Επιτροπή ζήτησε την καταβολή του αναγραφόμενου στο χρεωστικό σημείωμα ποσού, προσαυξημένου με τόκους υπερημερίας.

28      Με επιστολές της 1ης Απριλίου και της 19ης Μαΐου 2014, η ενάγουσα αμφισβήτησε το χρεωστικό σημείωμα και το σχετικό ένταλμα εισπράξεως που εξέδωσε η Επιτροπή στις 7 Μαΐου 2014, αντιστοίχως.

29      Με διάταξη της 6ης Νοεμβρίου 2014, ΑΝΚΟ κατά Επιτροπής (T‑17/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:957), ο πρόεδρος του τέταρτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή για την οποία έγινε λόγος στη σκέψη 23 ανωτέρω.

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

30      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Νοεμβρίου 2014, η ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση αγωγή.

31      Με το υπόμνημα αντικρούσεως, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Φεβρουαρίου 2015, η Επιτροπή άσκησε ανταγωγή.

32      Με δικόγραφο το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 5 Ιουνίου 2015, η ενάγουσα προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της ανταγωγής που περιείχε το υπόμνημα αντικρούσεως, βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 1991, επί της οποίας η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της στις 20 Αυγούστου 2015.

33      Με την από 12 Οκτωβρίου 2015 διάταξη του προέδρου του τέταρτου τμήματος διατάχθηκε η συνεξέταση της ενστάσεως απαραδέκτου με την ουσία της υποθέσεως σύμφωνα με το άρθρο 130, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου και τάχθηκε προθεσμία στην ενάγουσα προκειμένου να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί της ουσίας της ανταγωγής. Η ενάγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της με δικόγραφο το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 2 Νοεμβρίου 2015.

34      Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.

35      Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 13ης Μαΐου 2016. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η ενάγουσα δήλωσε ότι παραιτείται από την ένσταση απαραδέκτου της ανταγωγής, δήλωση η οποία καταχωρίστηκε στα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

36      Η ενάγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να αναγνωρίσει ότι το ποσό των 377 733,93 ευρώ που η Επιτροπή της κατέβαλε για τη συμμετοχή της στο έργο Pocemon αντιστοιχεί σε επιλέξιμες δαπάνες και ότι, συνεπώς, η ίδια δεν οφείλει να το επιστρέψει ως αχρεωστήτως καταβληθέν·

–        να απορρίψει την ανταγωγή ως αβάσιμη·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

37      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη στο σύνολό της·

–        να διατάξει την ενάγουσα να καταβάλει στην Επιτροπή το ποσό των 377 733,93 ευρώ το οποίο της καταβλήθηκε αχρεωστήτως για τη συμμετοχή της στο έργο Pocemon, πλέον τόκων με επιτόκιο 3,75 % από τις 2 Μαΐου 2014·

–        να καταδικάσει την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

1.     Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

38      Στην υπό κρίση υπόθεση, οι διάδικοι ερίζουν ως προς την επιλεξιμότητα των δαπανών που δηλώθηκαν από την ενάγουσα στην Επιτροπή στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμφωνίας Pocemon καθώς και ως προς τις συνέπειές της όσον αφορά την υποχρέωση της ενάγουσας να επιστρέψει σχεδόν το σύνολο του ποσού που της καταβλήθηκε για τη συμμετοχή της στο έργο Pocemon.

39      Ειδικότερα, η ενάγουσα ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι οι δαπάνες τις οποίες δήλωσε στην Επιτροπή στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμφωνίας Pocemon είναι επιλέξιμες και ότι, ως εκ τούτου, δεν υποχρεούται να επιστρέψει στην Επιτροπή το ποσό που αυτή της κατέβαλε για τη συμμετοχή της στο έργο Pocemon.

40      Επισημαίνεται επίσης ότι η ενάγουσα ζήτησε με τις παρατηρήσεις της επί της ανταγωγής την απόρριψη του αιτήματος της Επιτροπής με το οποίο ζητείται να υποχρεωθεί να καταβάλει τo αναγραφόμενo στο χρεωστικό σημείωμα ποσό, ήτοι 377 733,93 ευρώ, το οποίο της καταβλήθηκε για τη συμμετοχή της στο έργο Pocemon, πλέον τόκων υπερημερίας.

41      Υπενθυμίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο, όταν επιλαμβάνεται ένδικης διαφοράς δυνάμει ρήτρας διαιτησίας κατά το άρθρο 272 ΣΛΕΕ, πρέπει να την επιλύει βάσει του ουσιαστικού δικαίου που έχει εφαρμογή επί της συμβάσεως (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 13ης Ιουνίου 2012, Insula κατά Επιτροπής, T‑110/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:289, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), δηλαδή, εν προκειμένω, σύμφωνα με το άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, της κύριας συμβάσεως (βλ. σκέψη 4 ανωτέρω), προεχόντως βάσει των όρων της συμφωνίας Pocemon, των σχετικών με το έβδομο πρόγραμμα-πλαίσιο πράξεων της Ένωσης, του δημοσιονομικού κανονισμού και των κανόνων εφαρμογής καθώς και άλλων κανόνων του δίκαιου της Ένωσης και, επικουρικώς, βάσει του βελγικού δικαίου.

42      Εξάλλου, βάσει της γενικώς αναγνωρισμένης δικαιικής αρχής κατά την οποία κάθε δικαστήριο εφαρμόζει τους δικούς του δικονομικούς κανόνες, η αρμοδιότητα καθώς και το παραδεκτό των αιτημάτων –ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για αιτήματα του ενάγοντος ή του εναγομένου– εκτιμώνται βάσει και μόνο του δικαίου της Ένωσης (βλ., απόφαση της 13ης Ιουνίου 2012, Insula κατά Επιτροπής, T‑110/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:289, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

43      Το αίτημα της ενάγουσας και η ανταγωγή της Επιτροπής πρέπει να εξεταστούν με γνώμονα τις ανωτέρω σκέψεις.

2.     Επί του αιτήματος της ενάγουσας

44      Η ενάγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το ποσό που της κατέβαλε η Επιτροπή για τη συμμετοχή της στο έργο Pocemon αντιστοιχεί σε δαπάνες που δηλώθηκαν στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμφωνίας Pocemon οι οποίες είναι επιλέξιμες κατά την έννοια της εν λόγω συμφωνίας και ότι δεν υποχρεούται να επιστρέψει το ως άνω ποσό.

45      Ως προς το ζήτημα αυτό, η ενάγουσα υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι η Επιτροπή προσέβαλε το δικαίωμα ακροάσεως και έκρινε μη επιλέξιμες τις δαπάνες που δηλώθηκαν από την ίδια στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμφωνίας Pocemon, στηριζόμενη στις διαπιστώσεις της τελικής εκθέσεως ελέγχου οι οποίες είναι ανακριβείς και αναπόδεικτες. Η ενάγουσα υποστηρίζει επίσης ότι, αρνούμενη να της καταβάλει σχεδόν το σύνολο των δαπανών που δήλωσε στο πλαίσιο της εκτελέσεως της εν λόγω συμφωνίας, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της καλόπιστης εκτελέσεως των συμβάσεων, την αρχή της απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος και την αρχή της αναλογικότητας.

46      Εξάλλου, η ενάγουσα προβάλλει ότι το από 21 Μαρτίου 2013 πόρισμα ελέγχου της OLAF που επικαλείται η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως και το οποίο δεν της είχε προηγουμένως κοινοποιηθεί είναι απαράδεκτο στο πλαίσιο της παρούσας δίκης και ότι, εάν ληφθεί υπόψη από το Γενικό Δικαστήριο, θα υπάρξει προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων της.

 Επί της φερόμενης προσβολής του δικαιώματος ακροάσεως και της φερόμενης επιλεξιμότητας των δηλωθεισών δαπανών

47      Αφενός, η ενάγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή προσέβαλε το δικαίωμα ακροάσεώς της πριν από την έκδοση της τελικής εκθέσεως ελέγχου, επειδή δεν έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις της επί της προσωρινής εκθέσεως ελέγχου. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι το ως άνω δικαίωμα το οποίο αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα των δικαιωμάτων άμυνας, διασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο τη δυνατότητα να γνωστοποιεί λυσιτελώς και αποτελεσματικώς την άποψή του, κατά τη διάρκεια διοικητικής διαδικασίας και πριν από την έκδοση οποιασδήποτε αποφάσεως δυνάμενης να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά του (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015, EMA κατά Επιτροπής, C‑100/14 P, EU:C:2015:382, σκέψη 120 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)

48      Επισημαίνεται όμως ότι, ελλείψει ρητού συναφούς όρου της συμφωνίας Pocemon, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι τα πορίσματα του ελέγχου αποτελούν εκδήλωση μονομερούς εξουσίας εκτιμήσεως που επιφυλάσσεται στην Επιτροπή. Ούτε μπορεί να γίνει δεκτό ότι αποτελούν εν προκειμένω προπαρασκευαστικές ενέργειες βλαπτικής για την ενάγουσα πράξεως της Επιτροπής κατά την έννοια του άρθρου 288 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν εξέδωσε εκτελεστή απόφαση βάσει του άρθρου 299 ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, για τα εν λόγω πορίσματα δεν είναι υποχρεωτική, κατ’ αρχήν, η τήρηση των ίδιων εγγυήσεων που ισχύουν για όλες τις διαδικασίες που καταλήγουν στην έκδοση βλαπτικής αποφάσεως της Επιτροπής, όπως η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως ή το δικαίωμα προηγούμενης ακροάσεως (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, Amitié κατά Επιτροπής, T‑234/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:601, σκέψη 135 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)

49      Ως εκ τούτου, οι αρχές που απορρέουν από την παρατεθείσα στην σκέψη 47 ανωτέρω νομολογία δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω όσον αφορά τα πορίσματα του ελέγχου.

50      Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμο το επιχείρημα της ενάγουσας ότι η Επιτροπή κατέστησε κενά περιεχομένου τα δικαιώματα που προβλέπονται στο σημείο II.22, παράγραφος 5, των γενικών όρων. Ειδικότερα, κατά τον ως άνω όρο, η προσωρινή έκθεση ελέγχου συντάσσεται βάσει των διαπιστώσεων που έγιναν κατά τον οικονομικό έλεγχο. Η προσωρινή έκθεση ελέγχου αποστέλλεται από την Επιτροπή ή από τον εκπρόσωπό της στον οικείο δικαιούχο ο οποίος δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός προθεσμίας ενός μηνός από την παραλαβή. Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να μη λάβει υπόψη τις παρατηρήσεις ή τα έγγραφα που έχουν υποβληθεί εκπρόθεσμα. Η τελική έκθεση ελέγχου αποστέλλεται στον οικείο δικαιούχο εντός δύο μηνών από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας.

51      Αρκεί όμως η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 14 έως 16 ανωτέρω, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή καμία παράβαση του σημείου II.22, παράγραφος 5, των γενικών όρων, εφόσον αυτή τήρησε πλήρως τη διαδικασία που προβλέπει το εν λόγω σημείο, δεδομένου ότι κάλεσε την ενάγουσα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί της προσωρινής εκθέσεως ελέγχου πριν εκδώσει την τελική έκθεση ελέγχου και στη συνέχεια της την κοινοποίησε. Επιπλέον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις της ενάγουσας κατά την κατάρτιση της τελικής εκθέσεως ελέγχου. Ειδικότερα, από την επίμαχη έκθεση ελέγχου και το από 9 Οκτωβρίου 2012 διαβιβαστικό έγγραφο της Επιτροπής προς την ενάγουσα προκύπτει ότι οι αντιρρήσεις της ενάγουσας απαντήθηκαν και απορρίφθηκαν, ελλείψει νέων στοιχείων τα οποία θα δικαιολογούσαν την τροποποίηση των αρχικών πορισμάτων.

52      Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση με την οποία προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως.

53      Αφετέρου, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε στις διαπιστώσεις της τελικής εκθέσεως ελέγχου οι οποίες είναι ανακριβείς και αναπόδεικτες, για να κρίνει μη επιλέξιμες τις δαπάνες που δήλωσε η ενάγουσα στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμφωνίας Pocemon. Ως προς το ζήτημα αυτό, υπενθυμίζεται ότι, κατά το σημείο II.14, παράγραφος 1, στοιχεία a έως g, των γενικών όρων, προκειμένου να θεωρηθούν επιλέξιμες, οι δαπάνες που πραγματοποιούνται για την εκτέλεση του έργου πρέπει να είναι πραγματικές, να πραγματοποιούνται από τον δικαιούχο κατά τη διάρκεια του έργου, πλην εξαιρέσεων, να καθορίζονται βάσει των συνήθων λογιστικών και διαχειριστικών αρχών και πρακτικών του δικαιούχου, σύμφωνα με λογιστικές μεθόδους που συνάδουν προς τους λογιστικούς κανόνες που εφαρμόζονται στο κράτος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο δικαιούχος και με εσωτερικές διαδικασίες λογιστικής και ελέγχου οι οποίες να παρέχουν τη δυνατότητα συγκρίσεως των πραγματοποιούμενων δαπανών και εσόδων που δηλώνονται στο πλαίσιο της εκτελέσεως του έργου και των αντίστοιχων οικονομικών καταστάσεων και δικαιολογητικών, να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την επίτευξη των σκοπών του έργου και των αναμενόμενων με αυτό αποτελεσμάτων κατά τρόπο που να συνάδει με τις αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας, να καταχωρίζονται στους λογιστικούς λογαριασμούς του δικαιούχου και, σε περίπτωση συνεισφοράς τρίτων, στους λογιστικούς λογαριασμούς των τρίτων και, τέλος, να αναφέρονται στον συνολικό προϋπολογισμό.

54      Όσον αφορά τις κατηγορίες των δαπανών που μπορούν να γίνουν για την εκτέλεση του έργου, το σημείο II.15, παράγραφοι 1 και 2, των γενικών όρων προσδιορίζει τις άμεσες και τις έμμεσες δαπάνες.

55      Εξάλλου, κατά το σημείο II.15, παράγραφος 1, των γενικών όρων άμεσες δαπάνες είναι όλες οι επιλέξιμες δαπάνες, κατά την έννοια του σημείου II.14, παράγραφος 1, των εν λόγω όρων, οι οποίες μπορούν να συνδεθούν άμεσα με το έργο και προσδιορίζονται ως τέτοιες από τον δικαιούχο, σύμφωνα με τις λογιστικές του αρχές και τους συνήθεις εσωτερικούς του κανόνες. Όσον αφορά τις δαπάνες προσωπικού, μπορούν να καταλογιστούν μόνον οι δαπάνες πραγματικών ωρών κατά τις οποίες εργάστηκαν άτομα που εκτελούν απευθείας εργασίες στο πλαίσιο του έργου. Τα άτομα αυτά πρέπει να έχουν προσληφθεί απευθείας από τον δικαιούχο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, να εργάζονται υπό την αποκλειστική τεχνική επίβλεψη και την ευθύνη του και, τέλος, να αμείβονται σύμφωνα με τις συνήθεις πρακτικές του.

56      Κατά το σημείο II.15, παράγραφος 2, των γενικών όρων, έμμεσες δαπάνες, που αποτελούν μέρος των γενικών οργανωτικών εξόδων, είναι όλες οι επιλέξιμες δαπάνες που δεν μπορούν να προσδιοριστούν από τον δικαιούχο ως συνδεόμενες άμεσα με το έργο, αλλά μπορούν να προσδιοριστούν και να δικαιολογηθούν από το λογιστικό του σύστημα ως πραγματοποιηθείσες σε άμεση σχέση με τις επιλέξιμες άμεσες δαπάνες που συνδέονται με το έργο. Οι έμμεσες δαπάνες δεν μπορούν να περιλαμβάνουν άμεσες επιλέξιμες δαπάνες.

57      Δεδομένου ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορά διαφορά σχετικά με την εκτέλεση συμφωνίας επιχορηγήσεως, και ιδίως σχετικά με την επιλεξιμότητα των δηλωθεισών δαπανών, και σύμφωνα με τους κανόνες που εκτέθηκαν στη σκέψη 41 ανωτέρω, από τα σημεία II.14 και II.15 των γενικών όρων καθώς και από το άρθρο 1315 του βελγικού αστικού κώδικα, το οποίο εφαρμόζεται όσον αφορά το βάρος αποδείξεως, προκύπτει ότι οι δαπάνες που επικαλείται η ενάγουσα μπορούν να της επιστραφούν μόνον εφόσον αυτή αποδείξει ότι είναι πραγματικές, ότι συνδέονται με την επίμαχη συμφωνία επιχορηγήσεως και ότι πληρούνται τα λοιπά κριτήρια επιλεξιμότητας που προβλέπει η συμφωνία αυτή. Μόνον αν η ενάγουσα παράσχει τέτοια αποδεικτικά στοιχεία, θα οφείλει η Επιτροπή να αποδείξει ότι αυτά πρέπει να απορριφθούν, δικαιολογώντας την απόρριψη των επίδικων δαπανών (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 13ης Ιουνίου 2012, Insula κατά Επιτροπής, T‑246/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:287, σκέψη 124 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 24ης Οκτωβρίου 2014, Technische Universität Dresden κατά Επιτροπής, T‑29/11, EU:T:2014:912, σκέψη 71 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

58      Εξάλλου, κατά τη νομολογία, η υποχρέωση προσκομίσεως κατάλληλων παραστατικών για τις φερόμενες ως επιλέξιμες δαπάνες έχει ως μόνο σκοπό να παρέχονται στην Επιτροπή τα απαραίτητα στοιχεία για να ελέγξει αν οι πόροι της Ένωσης χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 22ας Μαΐου 2007, Επιτροπή κατά IIC, T‑500/04, EU:T:2007:146, σκέψη 95 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

59      Ειδικότερα, η Επιτροπή οφείλει να επιστρέψει μόνο τις δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως και οι οποίες είναι, μεταξύ άλλων, δεόντως δικαιολογημένες. Μόνον αν η ενάγουσα προσκομίσει κατάλληλα παραστατικά για τις δαπάνες, οφείλει η Επιτροπή, εφόσον παραστεί ανάγκη, να αποδείξει ότι δεν υποχρεούται να επιστρέψει τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες λόγω πλημμελούς εκπληρώσεως της συμβατικής παροχής ή λόγω ανακρίβειας των παραστατικών των δαπανών (βλ. απόφαση της 22ας Μαΐου 2007, Επιτροπή κατά IIC, T‑500/04, EU:T:2007:146, σκέψη 99 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και διάταξη της 4ης Δεκεμβρίου 2014, Τάλαντον κατά Επιτροπής, T‑165/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:1027, σκέψη 72 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

60      Εν προκειμένω, από τα πορίσματα του ελέγχου στα οποία στηρίχθηκε κυρίως η Επιτροπή για να κρίνει μη επιλέξιμο το σύνολο σχεδόν των δαπανών που δηλώθηκαν από την ενάγουσα προκύπτει ότι, όσον αφορά ειδικότερα τις δαπάνες προσωπικού, οι ελεγκτές διαπίστωσαν τα εξής:

–        το εφαρμοζόμενο από την ενάγουσα σύστημα καταγραφής του χρόνου απασχολήσεως του προσωπικού δεν ήταν αξιόπιστο·

–        υπήρχαν αναντιστοιχίες ανάμεσα στις δηλωθείσες ώρες και τις δαπάνες των οποίων ζητήθηκε η επιστροφή·

–        δεν υπήρχαν εναλλακτικά αποδεικτικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι τα άτομα τα οποία αφορούσαν οι δηλωθείσες δαπάνες είχαν όντως συμβάλει στην εκτέλεση των επίμαχων έργων·

–        οι τρόποι υπολογισμού των ωρών εργασίας και του ωρομισθίου όσον αφορά τα υψηλόβαθμα στελέχη για τα οποία ζητείται επιστροφή δαπανών παρουσίαζαν ανακολουθίες σε σχέση με εκείνον που χρησιμοποιήθηκε κατά τον προηγούμενο έλεγχο με στοιχεία 08-BA52-042·

–        δεν τηρήθηκαν τα συγκεκριμένα κριτήρια επιλεξιμότητας για εσωτερικούς συμβούλους για τους οποίους οι δαπάνες δηλώθηκαν ως άμεσες δαπάνες προσωπικού·

–        η ύπαρξη συμβάσεων υπεργολαβίας οι οποίες δεν είχαν δηλωθεί στην Επιτροπή δημιουργούσε αμφιβολίες για τον φορέα που είχε εκτελέσει τις εργασίες για λογαριασμό της ενάγουσας·

–        η ενάγουσα είτε παρέσχε περιορισμένη μόνο πρόσβαση σε έγγραφα που ζητήθηκαν από τους ελεγκτές προκειμένου να διαπιστωθεί η εμπλοκή τρίτων κατά την εκτέλεση εργασιών που της είχαν ανατεθεί σύμφωνα με το παράρτημα I, είτε αρνήθηκε να παράσχει πρόσβαση σε αυτά.

61      Το πόρισμα της τελικής εκθέσεως ελέγχου ήταν ότι, λαμβανομένου υπόψη του συνδυασμού των ως άνω διαπιστωθέντων προβλημάτων, οι ελεγκτές δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσουν, ούτε άλλωστε η ενάγουσα είχε αποδείξει, αν οι δηλωθείσες από την ίδια δαπάνες προσωπικού αντιστοιχούσαν, αφενός, σε πόρους που χρησιμοποιήθηκαν άμεσα για την υλοποίηση των έργων και, αφετέρου, σε δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά για την επίτευξη των σκοπών των έργων και των αναμενόμενων με αυτά αποτελεσμάτων, κατά τρόπο που να συνάδει με τις αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας, σύμφωνα με το σημείο II.14, παράγραφος 1, στοιχεία a και e, των γενικών όρων. Ως εκ τούτου, το συμπέρασμα ήταν ότι οι δαπάνες αυτές ήταν μη επιλέξιμες και ότι έπρεπε να αποκλειστούν από τη χρηματοδότηση της Ένωσης.

62      Όσον αφορά τις έμμεσες δαπάνες που δήλωσε η ενάγουσα, οι ελεγκτές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ήταν όλες μη επιλέξιμες. Οι ελεγκτές επισήμαναν ειδικότερα στο σημείο 8.5 της τελικής εκθέσεως ελέγχου, κατ’ αρχάς, ότι η ενάγουσα δεν χρησιμοποίησε με συνέπεια τις ίδιες χρεώσεις για τις άμεσες δαπάνες για την ίδια χρονική περίοδο σε διάφορα έργα της Ένωσης, εν συνεχεία, ότι ορισμένες δαπάνες προσωπικού συμπεριελήφθησαν τόσο στις άμεσες δαπάνες όσο και στις έμμεσες δαπάνες, με συνέπεια την αποκόμιση κέρδους για τον δικαιούχο κατά παράβαση του σημείου II.18, παράγραφος 3, των γενικών όρων, περαιτέρω, ότι, λόγω της ανεπαρκούς λογιστικής μεταχειρίσεως των δαπανών για τους εσωτερικούς συμβούλους, υπερεκτιμήθηκαν τα ποσά των έμμεσων δαπανών και, τέλος, ότι μη επιλέξιμα στοιχεία που σχετίζονταν με τις πωλήσεις και το μάρκετινγκ συμπεριελήφθησαν στα γενικά έξοδα.

63      Τέλος, στη σύνοψη των αναπροσαρμογών και συστάσεων κατόπιν του ελέγχου, οι ελεγκτές ανέφεραν συγκεκριμένα ότι, κατά την άποψή τους, «όλα τα σφάλματα που εντοπίστηκαν όσον αφορά τις δαπάνες προσωπικού και τις έμμεσες δαπάνες έχουν δυνητικώς συστηματικό χαρακτήρα».

64      Επιπροσθέτως, από τα σημεία 7.1.5.5 έως 7.1.5.7 της τελικής εκθέσεως ελέγχου προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν παρέσχε στους ελεγκτές πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία που ήταν αναγκαία για να ελέγξουν την ακρίβεια των δαπανών των οποίων ζητείτο η επιστροφή. Συνεπώς, οι ελεγκτές δεν μπόρεσαν να επιβεβαιώσουν αν η ενάγουσα είχε ολοκληρώσει τις εργασίες που περιγράφονταν στο παράρτημα I και τις οποίες όφειλε να εκτελέσει σύμφωνα με το σημείο II.3, στοιχείο a, των γενικών όρων. Επιπλέον, οι ελεγκτές, δεδομένου ότι η ενάγουσα αρνήθηκε να τους παράσχει πρόσβαση σε πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τους εσωτερικούς συμβούλους και τα έξοδα μετακινήσεων και διαμονής, συμπέραναν ότι είχε διαπράξει σοβαρή παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων που απορρέουν από το σημείο II.22, παράγραφοι 2 και 4, των γενικών όρων.

65      Κατά συνέπεια, όσον αφορά το έργο Pocemon, η Επιτροπή έκρινε ότι από τις δαπάνες που δήλωσε η ενάγουσα επιλέξιμες ήταν μόνο δαπάνες ποσού 6 759,14 ευρώ.

66      Καθόσον η ενάγουσα αμφισβητεί τα πορίσματα του ελέγχου στα οποία στηρίχθηκε κυρίως η Επιτροπή, πρέπει να εξεταστεί, υπό το πρίσμα των όρων της συμφωνίας Pocemon και του εφαρμοστέου στη συμφωνία αυτή δικαίου, η επιλεξιμότητα των δαπανών που η ενάγουσα δήλωσε στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμφωνίας Pocemon για κάθε μία από τις επίμαχες κατηγορίες.

 Επί των αμέσων δαπανών

67      Οι άμεσες δαπάνες περιλαμβάνουν τις δαπάνες προσωπικού, τις τυχόν δαπάνες για υπεργολάβους, τα έξοδα μετακινήσεων και διαμονής και τις δαπάνες για αναλώσιμα.

68      Όσον αφορά τις δαπάνες προσωπικού, από την τελική έκθεση ελέγχου, στα πορίσματα της οποίας παραπέμπει η Επιτροπή, προκύπτει ότι υπήρχαν δεκατέσσερα σημεία προβληματισμού ως προς την αξιοπιστία του συστήματος καταγραφής χρόνου απασχολήσεως που εφάρμοζε η ενάγουσα, ήτοι:

–        η μη χρήση του ηλεκτρονικού προτύπου καταγραφής του χρόνου εβδομαδιαίας εργασίας όπως προβλεπόταν στο εγχειρίδιο εσωτερικών διαδικασιών της ενάγουσας·

–        η μη συμφωνία των φύλλων καταγραφής χρόνου απασχολήσεως με τις απουσίες λόγω άδειας, ασθενείας, ταξιδίου ή για άλλους λόγους, σύμφωνα με τον οδηγό για τα οικονομικά ζητήματα που αφορούν τις έμμεσες δράσεις του εβδόμου προγράμματος‑πλαισίου·

–        το γεγονός ότι το εφαρμοζόμενο από την ενάγουσα σύστημα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως προσωπικού δεν καθιστούσε δυνατή την αντιστοίχηση των συνολικών ωρών εργασίας ανά άτομο σε σχέση με τις δραστηριότητές του·

–        η έλλειψη μνείας στα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως των καθηκόντων ή των πακέτων εργασίας που προβλέπονται στο παράρτημα I·

–        η απουσία περιγραφής των δραστηριοτήτων του προσωπικού, η οποία να καθιστά δυνατή την κατανόηση των εργασιών που εκτελέστηκαν και την τεκμηρίωσή τους σε περίπτωση τεχνικού ελέγχου·

–        η χρέωση ίδιου αριθμού ωρών ακόμα και την περίοδο των διακοπών, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, η οποία υποδηλώνει κατ’ αποκοπήν μάλλον και όχι πραγματική καταγραφή χρόνου εργασίας·

–        η απουσία ενδείξεως για τις ημερομηνίες καταρτίσεως και θεωρήσεως των φύλλων καταγραφής χρόνου απασχολήσεως, η οποία δεν καθιστούσε δυνατό τον έλεγχο του νομοτύπου της διαδικασίας, και ιδίως του αν ο χρόνος που τιμολογήθηκε είχε καταγραφεί κατά τη διάρκεια του έργου· λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών των υπογραφών στα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως, κατά τη γνώμη των ελεγκτών αυτά είχαν υπογραφεί ανά παρτίδα και όχι ανά μήνα κατά τη διάρκεια των έργων·

–        η απουσία αποδεικτικών στοιχείων που να επιβεβαιώνουν τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την καταγραφή του χρόνου απασχολήσεως, όπως αυτή περιγράφηκε κατά τις συνεντεύξεις με το προσωπικό και ιδίως όσον αφορά την ταυτότητα των ατόμων που συμπλήρωναν τα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως, τη βάση επί της οποίας τα συμπλήρωναν και τη συχνότητα, τούτο δε παρά το ότι οι ελεγκτές ζήτησαν σχετικές πληροφορίες·

–        η άρνηση της ενάγουσας να παράσχει φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως για άλλα έργα χρηματοδοτούμενα από την Ένωση, κατά σοβαρή παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο II.22, παράγραφοι 2 και 4, των γενικών όρων·

–        η έλλειψη φύλλων καταγραφής χρόνου απασχολήσεως για τους εσωτερικούς συμβούλους·

–        η έλλειψη ορισμένων φύλλων καταγραφής χρόνου απασχολήσεως προσωπικού·

–        οι αποκλίσεις μεταξύ των ωρών που δηλώθηκαν στα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως και των δαπανών των οποίων η επιστροφή ζητήθηκε με την οικονομική κατάσταση·

–        η διαφορά μεταξύ της ψηφιακής μορφής των φύλλων καταγραφής χρόνου απασχολήσεως που παρασχέθηκαν στον υπεύθυνο του έργου Pocemon στην Επιτροπή το 2008 και των φύλλων καταγραφής χρόνου απασχολήσεως που υποβλήθηκαν στους ελεγκτές το 2011 στο πλαίσιο του ελέγχου·

–        όπως διαπιστώθηκε κατά τον προηγούμενο οικονομικό έλεγχο με στοιχεία 08‑BA‑52‑042, η χρέωση ωρών εργασίας για ορισμένα διοικητικά στελέχη της ενάγουσας των οποίων η συμμετοχή στα έργα είχε αμφισβητηθεί, χωρίς να έχουν παρασχεθεί στοιχεία τα οποία να τεκμηριώνουν τον χρόνο που αφιέρωσαν τα ίδια ως άνω στελέχη στα εν λόγω έργα.

69      Η ενάγουσα, απαντώντας στις διαπιστώσεις αυτές, υποστηρίζει, κατά πρώτον, ότι το εφαρμοζόμενο από την ίδια σύστημα καταγραφής του χρόνου απασχολήσεως του προσωπικού, καίτοι χειρόγραφο, ήταν σύμφωνο με το σημείο II.14, παράγραφος 1, στοιχείο d, των γενικών όρων δεδομένου ότι αντιστοιχούσε στη συνήθη λογιστική και διαχειριστική της πρακτική, ήταν σύμφωνο με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία, δηλαδή την ελληνική νομοθεσία, η οποία δεν επιτάσσει την τήρηση συγκεκριμένου τρόπου καταγραφής του χρόνου εργασίας στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, και η αξιοπιστία του διασφαλιζόταν εσωτερικά από την ίδια.

70      Κατά δεύτερον, η ενάγουσα προβάλλει ότι το γεγονός ότι ο αριθμός των ωρών εργασίας που παρείχαν ορισμένοι από τους εργαζομένους της ήταν συχνά ο ίδιος εξηγείται από το ότι οι εργαζόμενοί της δεσμεύονταν από το ωράριο εργασίας που ίσχυε στην εταιρία.

71      Κατά τρίτον, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η έλλειψη ορισμένων φύλλων καταγραφής χρόνου απασχολήσεως, ιδίως όσον αφορά τους εσωτερικούς συμβούλους, αποτελεί ήσσονος σημασίας παράλειψη, η οποία δεν είναι ούτε σοβαρή ούτε συστηματική και δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη γενικευμένη απόρριψη των δαπανών προσωπικού. Κατά την άποψή της, οι περισσότερες από τις ώρες που δήλωσε για το προσωπικό της υποστηρίζονται από φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως.

72      Κατά τέταρτον, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η απασχόληση του έμπειρου υψηλόβαθμου προσωπικού ήταν δικαιολογημένη, λαμβανομένης υπόψη της πολυπλοκότητας του έργου, και ότι οι σχετικές δαπάνες ήταν απαραίτητες για την υλοποίησή του.

73      Κατά πέμπτον, η ενάγουσα προβάλλει ότι η αποδοχή εκ μέρους της Επιτροπής της επιλεξιμότητας ορισμένων εξόδων για ταξίδια, κατά τη διάρκεια των οποίων τα υψηλόβαθμα στελέχη της παρουσίασαν τα παραδοτέα του έργου αντιφάσκει με την απόρριψη των δαπανών προσωπικού για τα ταξίδια αυτά.

74      Κατά έκτον, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή τροποποίησε μονομερώς και εκ των υστέρων τη συμφωνία Pocemon, επειδή ζήτησε να διευκρινιστούν στα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως τα πακέτα εργασίας και το ειδικότερο αντικείμενο των εργασιών που ανατέθηκαν σε κάθε εργαζόμενό της, καθώς και οι ημερομηνίες καταρτίσεως και θεωρήσεως των εν λόγω φύλλων, ή επειδή ζήτησε την παροχή συμπληρωματικών αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τη συμβολή του προσωπικού της στην εκτέλεση του έργου Pocemon.

75      Κατά έβδομον, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή κακώς δέχθηκε ότι, επειδή, αφενός, χρησιμοποίησε υπεργολάβους στο πλαίσιο άλλου έργου του έκτου προγράμματος-πλαισίου και, αφετέρου, αρνήθηκε να της παράσχει το σύνολο των λογιστικών εγγράφων της για όλα τα ελεγχθέντα έργα, δεν μπορούσε να αποκλειστεί η χρήση εκ μέρους της υπεργολάβων για την υλοποίηση των επίμαχων έργων.

76      Κατά όγδοον, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι δεν είχε καμία νόμιμη υποχρέωση να παράσχει στην Επιτροπή πρόσβαση στα λογιστικά της αρχεία για άλλα έργα και ότι τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει από το σημείο II.22, παράγραφοι 1, 2 και 4, των γενικών όρων.

–       Επί του εφαρμοζόμενου από την ενάγουσα συστήματος καταγραφής χρόνου απασχολήσεως του προσωπικού

77      Πρώτον, διαπιστώνεται ότι η επιχειρηματολογία της ενάγουσας με την οποία προβάλλει ότι το εφαρμοζόμενο από την ίδια σύστημα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως ήταν σύμφωνο με το σημείο II.14, παράγραφος 1, στοιχείο d, των γενικών όρων είναι αλυσιτελής και, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμη.

78      Ειδικότερα, αφενός, υπενθυμίζεται ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή προσάπτει κατ’ ουσίαν στην ενάγουσα την αναξιοπιστία του εφαρμοζόμενου από αυτήν συστήματος καταγραφής χρόνου απασχολήσεως το οποίο δεν παρέχει τη βεβαιότητα ότι χρεώνονταν μόνον οι δαπάνες για ώρες πραγματικής απασχολήσεως στο πλαίσιο της εκτελέσεως του έργου Pocemon, όπως επιτάσσει το σημείο II.15, παράγραφος 1, των γενικών όρων, και ότι οι δηλωθείσες δαπάνες πληρούσαν όλα τα κριτήρια επιλεξιμότητας που προβλέπει το σημείο II.14, παράγραφος 1, των γενικών όρων.

79      Η άρνηση της Επιτροπής να αναγνωρίσει ως επιλέξιμες τις δαπάνες προσωπικού που δήλωσε η ενάγουσα στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμφωνίας Pocemon στηρίζεται ακριβώς στην ως άνω διαπίστωση και όχι στη χειρόγραφη και μη ψηφιακή καταγραφή των ωρών οι οποίες φέρονται ότι αφιερώθηκαν στο έργο Pocemon.

80      Αφετέρου, επισημαίνεται ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία της ενάγουσας ότι το εφαρμοζόμενο από την ίδια σύστημα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως του προσωπικού ήταν σύμφωνο με το σημείο II.14, παράγραφος 1, στοιχείο d, των γενικών όρων.

81      Προκύπτει συναφώς από το σημείο 6.2 της τελικής εκθέσεως ελέγχου ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένη τυπική διαδικασία, καταγεγραμμένη σε εσωτερικό εγχειρίδιο, για την καταγραφή των ωρών εργασίας, αλλά ότι έγινε προφορική περιγραφή της διαδικασίας αυτής στους ελεγκτές κατά τις συνεντεύξεις που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της διενέργειας του ελέγχου. Κατά την περιγραφή αυτή, ο υπεύθυνος κάθε εμπλεκόμενης ομάδας στα επίμαχα έργα συνέλεγε τα δεδομένα και στη συνέχεια τα διαβίβαζε στο βοηθητικό διοικητικό προσωπικό των έργων, το οποίο συμπλήρωνε αρχεία «Excel» που έπρεπε να υποβληθούν προς υπογραφή στους ερευνητές και στον διαχειριστή του έργου. Ο διενεργούμενος από τον διαχειριστή του έργου έλεγχος του αριθμού των αναγραφομένων ωρών βασιζόταν στην εμπιστοσύνη και στις δηλώσεις του προσωπικού της ενάγουσας. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως δεν συμπληρώνονταν από τα ίδια τα άτομα για τα οποία δηλώνονταν οι δαπάνες.

82      Επιπλέον, τα στοιχεία που αναγράφονταν στα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως που παρασχέθηκαν στους ελεγκτές περιορίζονται στον οικείο μήνα και έτος, στο όνομα του ερευνητή και στον χρόνο που αφιερώθηκε σε ημερήσια βάση σε έργα έρευνας της Γενικής Διευθύνσεως (ΓΔ) «Κοινωνία της Πληροφορίας και Μέσα Επικοινωνίας». Τα εν λόγω φύλλα καταγραφής περιελάμβαναν επίσης την υπογραφή του ερευνητή, του διαχειριστή του έργου και, σε ορισμένες περιπτώσεις, του διευθυντή προσωπικού.

83      Εξάλλου, από τον επίμαχο έλεγχο προέκυψε, αφενός, ότι η χρήση χειρόγραφου συστήματος καταγραφής ωρών εργασίας δεν καθιστούσε δυνατό να εξασφαλιστεί ότι οι ώρες που χρεώνονταν δεν θα υπερέβαιναν τον αριθμό των ωρών παροχής εργασίας ανά εβδομάδα και, αφετέρου, ότι το εν λόγω σύστημα δεν περιελάμβανε το σύνολο των κρίσιμων δραστηριοτήτων, ήτοι, ιδίως, άλλα έργα χρηματοδοτούμενα από την Ένωση, ιδιωτικά έργα που είχε αναλάβει η επιχείρηση ή τις απουσίες του προσωπικού.

84      Επιπλέον, από την ανάλυση των εσωτερικών διαδικασιών της ενάγουσας προέκυψε η ύπαρξη ηλεκτρονικού προτύπου για την καταγραφή του χρόνου εργασίας το οποίο απεικονίζει σε εβδομαδιαία βάση και για κάθε εμπλεκόμενο εργαζόμενο την εργασιακή προσπάθεια για κάθε εργασία καθώς και την προβλεπόμενη και υπολειπόμενη εργασιακή προσπάθεια και περιλαμβάνει σημειώσεις σχετικά με κάθε εργασία. Διαπιστώθηκε όμως ότι το πρότυπο αυτό δεν χρησιμοποιούνταν στην πράξη και, κατά συνέπεια, δεν χρησιμοποιήθηκε για τα χρηματοδοτούμενα από την Ένωση έργα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το επίμαχο.

85      Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το εφαρμοζόμενο από την ενάγουσα σύστημα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως του προσωπικού δεν παρείχε τη βεβαιότητα ότι καταλογίζονταν στο έργο Pocemon μόνον οι δαπάνες για ώρες πραγματικής απασχολήσεως στο πλαίσιο της εκτελέσεως του εν λόγω έργου οι οποίες πραγματοποιούνταν από πρόσωπα που εκτελούσαν απευθείας τις συγκεκριμένες εργασίες, όπως επιτάσσει το σημείο II.15, παράγραφος 1, των γενικών όρων, ούτε ότι, όσον αφορά τις δαπάνες προσωπικού, οι δηλωθείσες στην Επιτροπή δαπάνες στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμφωνίας Pocemon πληρούσαν τα κριτήρια επιλεξιμότητας που προβλέπει το σημείο II.14, παράγραφος 1, στοιχεία a έως c, των εν λόγω όρων.

86      Δεύτερον, λαμβανομένης υπόψη της εκτεθείσας στη σκέψη 85 ανωτέρω απαιτήσεως που ορίζει το σημείο II.15, παράγραφος 1, των γενικών όρων, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η δικαιολόγηση που προβάλλει η ενάγουσα ότι συχνά χρέωνε τον ίδιο αριθμό ωρών εργασίας στα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως για όσους συμμετείχαν στην εκτέλεση του έργου Pocemon. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο επειδή οι ώρες εργασίας που φέρονται να έχουν πραγματοποιήσει τα πρόσωπα αυτά δηλώνονταν κατ’ αποκοπήν ακόμη και για τις περιόδους διακοπών τους, δηλαδή κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, και επειδή δεν αναγράφονταν στα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως ούτε οι απουσίες ούτε ο συνολικός αριθμός ωρών, ούτε η φύση των δραστηριοτήτων.

87      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η ενάγουσα, μολονότι όφειλε να αποδείξει ότι τα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως που παρέδωσε στους ελεγκτές αντικατόπτριζαν τις πραγματικές ώρες απασχολήσεως στα έργα των ατόμων που είχαν εκτελέσει τις συγκεκριμένες εργασίες, δεν ανταποκρίθηκε στην υποχρέωσή της αυτή, δεδομένου ότι δεν προσκόμισε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κανένα αποδεικτικό στοιχείο δυνάμενο να κλονίσει τα πορίσματα του ελέγχου.

88      Επισημαίνεται συναφώς ότι η Επιτροπή, η οποία δεν έχει άμεση αντίληψη της εκτελέσεως των εργασιών της ενάγουσας, δεν έχει άλλο μέσο για να ελέγξει την ακρίβεια των δηλωθεισών δαπανών προσωπικού πλην των στοιχείων που προκύπτουν, ιδίως, από αξιόπιστα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, Amitié κατά Επιτροπής, T‑234/12, EU:T:2015:601, σκέψη 210 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

89      Διαπιστώνεται συνεπώς ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η ενάγουσα παρέβη οικονομική υποχρέωση την οποία προβλέπει η συμφωνία Pocemon, καθόσον δεν ήταν σε θέση να παράσχει, κατά τον οικονομικό έλεγχο, αξιόπιστα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως για να δικαιολογήσει τις δηλωθείσες δαπάνες προσωπικού. Η μη τήρηση της ως άνω υποχρεώσεως αποτελεί επαρκή λόγο για την απόρριψη του συνόλου των δαπανών αυτών (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Amitié κατά Επιτροπής, T‑234/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:601, σκέψη 211 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

90      Τρίτον, όσον αφορά την έλλειψη ορισμένων φύλλων καταγραφής χρόνου απασχολήσεως, ιδίως όσον αφορά τους εσωτερικούς συμβούλους, επισημαίνεται ότι από το σημείο 7.1.5.5 της τελικής εκθέσεως ελέγχου προκύπτει ότι η ενάγουσα ζήτησε να της επιστραφούν, ως άμεσες δαπάνες προσωπικού, δαπάνες που σχετίζονταν με τέσσερα άτομα τα οποία είχαν θεωρηθεί εσωτερικοί σύμβουλοι. Διευκρινίζεται ως προς το σημείο αυτό ότι, κατόπιν ερωτήσεως του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η ενάγουσα δήλωσε ότι μόνο τρία από τα ως άνω άτομα είχαν πράγματι απασχοληθεί για το έργο Pocemon.

91      Απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η ενάγουσα επιβεβαίωσε ότι πιθανότατα τα ελλείποντα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως δεν είχαν παρασχεθεί.

92      Η ενάγουσα υποστηρίζει εντούτοις ότι το ποσοστό που αντιπροσώπευαν τα ελλείποντα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως των εσωτερικών συμβούλων και του δικού της προσωπικού ήταν μόνο 10 % του συνολικού αριθμού ωρών εργασίας που δηλώθηκαν για τα τρία έργα τα οποία αφορούσε η τελική έκθεση ελέγχου και ότι, κατά συνέπεια, η απόρριψη του συνόλου των δηλωθεισών δαπανών προσωπικού είναι δυσανάλογη.

93      Η ενάγουσα όμως δεν μπορεί να αρνηθεί ότι από την τελική έκθεση ελέγχου προκύπτει επίσης ότι υπήρχε αναντιστοιχία μεταξύ των φύλλων καταγραφής χρόνου απασχολήσεως και των δηλωθεισών ωρών για το δικό της προσωπικό. Επισημαίνεται συναφώς ότι στο σημείο 7.1.5.2 της εν λόγω εκθέσεως ελέγχου διαπιστώνεται, αφενός, ότι ορισμένες δαπάνες προσωπικού δηλώθηκαν με τη χρήση εντύπων «C», ελλείψει αντίστοιχων φύλλων καταγραφής χρόνου απασχολήσεως, και, αφετέρου, ότι ορισμένες δαπάνες προσωπικού χρεώθηκαν για περιόδους κατά τις οποίες τα συγκεκριμένα άτομα δεν απασχολούνταν πλέον από την ενάγουσα (αυτό φαίνεται να συνέβη για τρία άτομα).

94      Επιπλέον, επισημαίνεται ότι η ενάγουσα συνομολόγησε με τα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δικόγραφά της ότι υπήρχαν αποκλίσεις ανάμεσα στις δηλωθείσες ώρες και τις δαπάνες των οποίων ζητείτο η επιστροφή σε ορισμένα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως τα οποία η ίδια υπέβαλε. Επιπλέον, η ενάγουσα προσκόμισε πίνακα υπολογισμών, στον οποίο υπολογίζονται οι διαφορές μεταξύ, αφενός, των δηλωθεισών δαπανών, όπως προκύπτουν από τα έντυπα «C,» και, αφετέρου, των ωρών που καταγράφηκαν στα αντίστοιχα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως. Επιβάλλεται όμως συναφώς η παρατήρηση ότι η ενάγουσα δεν προσκόμισε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου όλα τα ελλείποντα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως ούτε συμπληρωματικά στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν το υποστατό των επίμαχων δαπανών.

95      Επιπροσθέτως, η Επιτροπή υπενθύμισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς να αντιλέξει η ενάγουσα, ότι από το σημείο 6.2 της τελικής εκθέσεως ελέγχου προκύπτει ότι η ψηφιακή μορφή των φύλλων καταγραφής χρόνου εργασίας που παρασχέθηκαν στον υπεύθυνο του έργου Pocemon στην Επιτροπή το 2008 δεν αντιστοιχούσε στα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως που υποβλήθηκαν στους ελεγκτές το 2011 στο πλαίσιο του ελέγχου, πράγμα που αποδεικνύει την αναξιοπιστία των φύλλων καταγραφής χρόνου απασχολήσεως.

96      Εν πάση περιπτώσει, ποσοστό 10 % των φύλλων καταγραφής χρόνου απασχολήσεως για τα τρία ελεγχθέντα έργα είναι όχι μόνον αρκετό για να δημιουργήσει εύλογες αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα του εφαρμοζόμενου από την ενάγουσα συστήματος καταγραφής χρόνου απασχολήσεως, αλλά συνιστά επίσης παράβαση συμβατικής υποχρεώσεως την οποία προβλέπει η συμφωνία Pocemon. Κατά συνέπεια, ορθώς η Επιτροπή απέρριψε ως μη επιλέξιμες και μη αποδοτέες όλες τις δαπάνες προσωπικού που δήλωσε η ενάγουσα στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμφωνίας Pocemon.

97      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της ενάγουσας ότι η απόρριψη του συνόλου των δαπανών προσωπικού ήταν δυσανάλογη σε σχέση με τον φερόμενο ως μεμονωμένο χαρακτήρα των διαπιστωθεισών ελλείψεων και τη μικρή τους σημασία.

98      Τέταρτον, το επιχείρημα της ενάγουσας ότι υποχρεώθηκε να αναθέσει σε μέλη του υψηλόβαθμου προσωπικού της ερευνητικές εργασίες δεν αποτελεί αφ’ εαυτού απόδειξη του υποστατού των δαπανών που δηλώθηκαν για τα πρόσωπα αυτά.

99      Πράγματι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το υψηλόβαθμο προσωπικό απασχολήθηκε όντως για τα ελεγχθέντα έργα, η ενάγουσα δεν εξηγεί για ποιο λόγο χρησιμοποίησε ως βάση υπολογισμού για τις δαπάνες του υψηλόβαθμου προσωπικού σύνολο 2 420 ωρών ανά έτος αντί για τη συνήθη χρέωση με βάση 1 932 ώρες ανά έτος, όπερ, κατά την τελική έκθεση ελέγχου, είχε ως αποτέλεσμα υπερτιμολόγηση των ωρομισθίων του υψηλόβαθμου προσωπικού η οποία αποτελεί παρατυπία κατά την έννοια του σημείου II.1.10 των γενικών όρων. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι τέτοια χρήση των οικονομικών πόρων που τέθηκαν στη διάθεση της ενάγουσας για την εκτέλεση του έργου δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι συνάδει με τις αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας κατά την έννοια του σημείου II.14, παράγραφος 1, στοιχείο e, των εν λόγω γενικών όρων.

100    Επιπλέον, οι ελεγκτές διαπίστωσαν, όπως και κατά τον προηγούμενο έλεγχο με στοιχεία 08-BA‑52-042, ότι υπήρχαν επίσης ορισμένα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως που αφορούσαν υψηλόβαθμο προσωπικό, του οποίου η συμβολή στα ελεγχθέντα έργα ήταν αμφισβητήσιμη, και ότι, μολονότι ζητήθηκε από τον διευθύνοντα το έργο, δεν υποβλήθηκε κανένα στοιχείο εναλλακτικής προελεύσεως το οποίο να επιβεβαιώνει τον χρόνο απασχολήσεως σε έργα της Ένωσης.

101    Επιπροσθέτως, οι ελεγκτές όχι μόνο διαπίστωσαν ότι το υψηλόβαθμο προσωπικό δεν είχε τα συγκεκριμένα προσόντα για τις δραστηριότητες έρευνας και τεχνολογικής αναπτύξεως που όφειλε να διεξαγάγει η ενάγουσα, αλλά και ότι δεν είχαν αποδειχθεί ούτε η ποιότητα ούτε η έκταση της ενδεχόμενης συμβολής του στα ελεγχθέντα έργα.

102    Διαπιστώνεται ότι, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τη συμβολή του υψηλόβαθμου προσωπικού, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσει κατά πόσον οι σχετικές με αυτό δαπάνες μπορούσαν να θεωρηθούν επιλέξιμες στο ως άνω πλαίσιο.

103    Πέμπτον, όσον αφορά τα έξοδα ταξιδίου, επισημαίνεται ότι η ενάγουσα απλώς επισημαίνει ότι η Επιτροπή υποπίπτει σε αντίφαση, δεχόμενη μεν την επιλεξιμότητα ορισμένων εξόδων ταξιδίου, αλλά κρίνοντας ως μη επιλέξιμες στο σύνολό τους τις δαπάνες προσωπικού με τις οποίες συνδέονται τα έξοδα αυτά.

104    Υπενθυμίζεται συναφώς ότι οι δαπάνες για μετακινήσεις αποτελούν ως προς την επιλεξιμότητά τους αμιγώς παρεπόμενες δαπάνες, υπό την έννοια ότι μόνον οι δαπάνες μετακινήσεων μελών του προσωπικού για τα οποία οι δαπάνες κρίθηκαν επιλέξιμες και αποδοτέες κατ’ εφαρμογήν της επίμαχης συμφωνίας επιχορηγήσεως μπορούν να θεωρηθούν με τη σειρά τους επιλέξιμες και αποδοτέες (απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, Amitié κατά Επιτροπής, T‑234/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:601, σκέψη 217). Εντούτοις, η αποδοχή εκ μέρους της Επιτροπής της επιλεξιμότητας μέρους των ως άνω παρεπόμενων δαπανών δεν αναιρεί το δικαίωμα της Ένωσης, ή της Επιτροπής που την εκπροσωπεί, να ζητήσει κατ’ εφαρμογήν της οικείας συμφωνίας επιχορηγήσεως την επιστροφή όλων των άλλων καταβληθέντων ποσών για δηλωθείσες δαπάνες, εκτός αν η Ένωση παραιτηθεί, πλήρως ή εν μέρει, από την άσκηση του δικαιώματος αυτού (απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, Amitié κατά Επιτροπής, T‑234/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:601, σκέψη 222).

105    Κατά συνέπεια, το επιχείρημα της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές.

106    Έκτον, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το επιχείρημα της ενάγουσας ότι η Επιτροπή τροποποίησε μονομερώς και εκ των υστέρων τη συμφωνία Pocemon, επειδή ζήτησε να διευκρινιστούν στα φύλλα καταγραφής χρόνου απασχολήσεως τα πακέτα εργασίας και το ειδικότερο αντικείμενο των εργασιών που ανατέθηκαν σε κάθε εργαζόμενο της ενάγουσας, καθώς και οι ημερομηνίες καταρτίσεως και θεωρήσεως των εν λόγω φύλλων, ή επειδή ζήτησε την παροχή συμπληρωματικών αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τη συμβολή του προσωπικού της ενάγουσας στην εκτέλεση του έργου Pocemon.

107    Επισημαίνεται ως προς το ζήτημα αυτό ότι οι ως άνω διευκρινίσεις ήταν αναγκαίες, κατά την έννοια του σημείου II.15, παράγραφος 1, των γενικών όρων, για την επιβεβαίωση των δαπανών προσωπικού των οποίων την επιστροφή ζητούσε η ενάγουσα και για τις οποίες τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία είχαν θεωρηθεί ανεπαρκή, αυτές δε οι διευκρινίσεις θα είχαν ενδεχομένως καταστήσει δυνατό να εξακριβωθεί αν οι δαπάνες που δήλωσε η ενάγουσα ήταν πραγματικές, όπως επιτάσσει το σημείο II.14, παράγραφος 1, στοιχείο a, των εν λόγω όρων.

108    Οι διευκρινίσεις δε που ζήτησαν οι ελεγκτές σχετικά με τα ονόματα των μελών του προσωπικού που συνέγραψαν τα παραδοτέα στοιχεία ή την εξειδίκευση των ικανοτήτων και της πείρας που φέρεται να είχαν αποκτήσει ορισμένοι από τους εργαζομένους της των οποίων τα προσόντα δεν φαινόταν, εκ πρώτης όψεως, να συνδέονται με την εκτέλεση των συγκεκριμένων εργασιών, σκοπό είχαν να επιβεβαιώσουν δαπάνες προσωπικού των οποίων την επιστροφή ζητούσε η ενάγουσα και για τις οποίες τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία είχαν θεωρηθεί ανεπαρκή.

109    Υπό τις συνθήκες αυτές και όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, το γεγονός ότι η ίδια πρότεινε στην ενάγουσα να προσκομίσει συμπληρωματικά ή εναλλακτικά αποδεικτικά στοιχεία δεν μπορεί να θεωρηθεί μονομερής τροποποίηση της συμφωνίας Pocemon συνιστάμενη στην επιβολή πρόσθετων υποχρεώσεων στην ενάγουσα.

110    Όσον αφορά την ανάγκη να διακρίνεται η ημερομηνία καταρτίσεως των φύλλων καταγραφής χρόνου απασχολήσεως από την ημερομηνία θεωρήσεώς τους, επισημαίνεται ότι η απαίτηση αυτή είναι δικαιολογημένη, λαμβανομένης υπόψη της υποχρεώσεως που υπέχει ο δικαιούχος από το σημείο II.14, παράγραφος 1, στοιχείο c, των γενικών όρων να αποδεικνύει ότι οι δηλωθείσες δαπάνες πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του έργου, ως προϋπόθεση της επιλεξιμότητάς τους, και ότι τα εν λόγω φύλλα καταγραφής καταρτίστηκαν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.

111    Έβδομον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της ενάγουσας ότι η Επιτροπή κακώς δέχθηκε ότι, επειδή, αφενός, η ενάγουσα χρησιμοποίησε υπεργολάβους στο πλαίσιο άλλου έργου του έκτου προγράμματος-πλαισίου και, αφετέρου, αρνήθηκε να της παράσχει το σύνολο των λογιστικών εγγράφων της για όλα τα ελεγχθέντα έργα, δεν μπορούσε να αποκλειστεί η χρήση εκ μέρους της υπεργολάβων για την υλοποίηση του έργου Pocemon. Ειδικότερα, μολονότι η ενάγουσα αρνήθηκε ότι είχε κάνει χρήση συμβάσεων υπεργολαβίας για την εκτέλεση του εν λόγω έργου, εντούτοις αρνήθηκε να προσκομίσει τα λογιστικά έγγραφα που ζήτησαν οι ελεγκτές, τα οποία θα είχαν ενδεχομένως καταστήσει δυνατό να εξακριβωθεί αν οι εργασίες για το έργο αυτό, όπως περιγράφονταν στο παράρτημα I, πραγματοποιήθηκαν από το δικό της προσωπικό ή από τρίτους. Κατά συνέπεια, η ενάγουσα με τη συμπεριφορά της ενίσχυσε τις υποψίες της Επιτροπής σχετικά με την ενδεχόμενη ύπαρξη αδήλωτων συμβάσεων υπεργολαβίας.

112    Επισημαίνεται συναφώς ότι το σημείο II.7 των γενικών όρων οριοθετεί αυστηρά τη χρήση συμβάσεων υπεργολαβίας. Βάσει της παραγράφου 3 του όρου αυτού, οι δικαιούχοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν εξωτερικές υπηρεσίες υποστηρίξεως προς υποβοήθηση της υλοποιήσεως ήσσονος σημασίας εργασιών οι οποίες δεν αποτελούν αυτές καθ’ εαυτές εργασίες του έργου τις οποίες ορίζει το παράρτημα Ι. Εξάλλου, κατά το σημείο II.7, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, των γενικών όρων, στις περιπτώσεις που είναι αναγκαία η ανάθεση με υπεργολαβία ορισμένων στοιχείων των προς εκτέλεση εργασιών, οι συμβάσεις υπεργολαβίας μπορούν να καλύπτουν μόνο την εκτέλεση περιορισμένου μέρους του έργου. Εξάλλου, η σύναψη συμβάσεων υπεργολαβίας πρέπει να δικαιολογείται στο εν λόγω παράρτημα, βάσει της φύσεως του έργου και των αναγκών της εκτελέσεώς του, και το παράρτημα αυτό πρέπει να αναφέρει τις εργασίες που πρόκειται να ανατεθούν με υπεργολαβία και να περιλαμβάνει εκτίμηση των δαπανών.

113    Επιπλέον, το σημείο II.7, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, των γενικών όρων προβλέπει ορισμένες απαιτήσεις οι οποίες πρέπει να τηρούνται για την ανάθεση των συμβάσεων υπεργολαβίας.

114    Διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή δεν είχε άλλο τρόπο για να εξακριβώσει την ενδεχόμενη ύπαρξη συμβάσεων υπεργολαβίας μεταξύ της ενάγουσας και τρίτων εκτός από την πρόσβαση, στο πλαίσιο του επίμαχου ελέγχου, στα σχετικά με το έργο Pocemon λογιστικά έγγραφα.

–       Επί της αρνήσεως της ενάγουσας να παράσχει πρόσβαση στα πληροφοριακά στοιχεία που ζήτησαν οι ελεγκτές

115    Υπενθυμίζεται ότι, κατά το σημείο II.22, παράγραφος 1, των γενικών όρων, η Επιτροπή δύναται να διενεργεί οικονομικούς ελέγχους ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως του έργου και έως και πέντε έτη μετά τη λήξη του. Οι ως άνω οικονομικοί έλεγχοι μπορούν να αφορούν τις οικονομικές, συστηματικές και άλλες πτυχές (όπως τις αρχές της λογιστικής και της διαχειρίσεως) της ορθής εκτελέσεως της συμφωνίας επιχορηγήσεως.

116    Οι δικαιούχοι υποχρεούνται όχι μόνο, κατά την παράγραφο 2 του σημείου II.22 των γενικών όρων, να θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής όλα τα πληροφοριακά στοιχεία και δεδομένα που η ίδια εκτιμά ότι είναι αναγκαία, προκειμένου να επαληθεύσει ότι η διαχείριση και η εκτέλεση του έργου ήταν ορθή, αλλά και, κατά την παράγραφο 4 του ίδιου όρου, να εξασφαλίζουν ότι η Επιτροπή και κάθε εξωτερικός φορέας που έχει εξουσιοδοτηθεί από αυτήν έχουν επιτόπια πρόσβαση στα δεδομένα των ηλεκτρονικών υπολογιστών τους, στα λογιστικά στοιχεία τους και σε όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για τη διεξαγωγή των ελέγχων, ιδίως δε σε πληροφορίες για τους μισθούς μεμονωμένων ατόμων που συμμετέχουν στο έργο.

117    Επιπλέον, σύμφωνα με το σημείο II.3, στοιχείο g, των γενικών όρων, οι δικαιούχοι υποχρεούνται να παρέχουν απευθείας στην Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένης της OLAF, και στο Ελεγκτικό Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όλες τις πληροφορίες που ζητούνται στο πλαίσιο επιθεωρήσεων και ελέγχων.

118    Εν προκειμένω, από την τελική έκθεση ελέγχου προκύπτει ότι το αίτημα των ελεγκτών περί παροχής προσβάσεως, την οποία αρνήθηκε να παράσχει η ενάγουσα, αφορούσε έγγραφα σχετικά με την ενδεχόμενη ύπαρξη αδήλωτων συμβάσεων υπεργολαβίας καθώς και έγγραφα σχετικά με τις δαπάνες για εσωτερικούς συμβούλους και έξοδα ταξιδίου και διαμονής, με σκοπό να ελεγχθεί αν οι δαπάνες που είχε δηλώσει η ενάγουσα στην Επιτροπή για την εκτέλεση του έργου Pocemon ήταν πραγματικές, ορθές και συνδέονταν με το έργο Pocemon.

119    Αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η ενάγουσα, στο σημείο II.22, παράγραφος 2, των γενικών όρων δεν μπορεί να δοθεί η ερμηνεία ότι περιορίζει την πρόσβαση των ελεγκτών μόνο στα πληροφοριακά στοιχεία που αφορούν το έργο που αποτελεί αντικείμενο του ελέγχου. Επισημαίνεται συναφώς ότι, κατά τον ως άνω όρο, αρκεί τα πληροφοριακά στοιχεία και τα δεδομένα στα οποία ζητείται πρόσβαση να μπορούν να καταστήσουν δυνατή την επαλήθευση της ορθής εκτελέσεως της συμφωνίας αυτής, πράγμα που συνεπάγεται κατά κανόνα την πρόσβαση σε πληροφοριακά στοιχεία και δεδομένα πέραν των σχετικών με την επίμαχη συμφωνία.

120    Επιπλέον, από το σημείο II.22, παράγραφος 3, των γενικών όρων προκύπτει ότι οι δικαιούχοι πρέπει να διατηρούν τα πρωτότυπα ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, επικυρωμένα αντίγραφά τους, περιλαμβανομένων των ηλεκτρονικών αντιγράφων, όλων των εγγράφων που έχουν σχέση με τη συμφωνία επιχορηγήσεως, έως και πέντε έτη μετά τη λήξη του έργου. Τα έγγραφα αυτά τίθενται στη διάθεση της Επιτροπής εφόσον τα ζητήσει κατά τη διάρκεια ελέγχου διενεργούμενου στο πλαίσιο της συμφωνίας επιχορηγήσεως.

121    Εν προκειμένω, η ενάγουσα, απαντώντας στο αίτημα των ελεγκτών να τους διαβιβάσει εσωτερικά έγγραφα δήλωσε ότι η εσωτερική επικοινωνία διεξαγόταν προφορικά ή με πρόχειρα σημειώματα τα οποία δεν θεωρούσε ότι είχε υποχρέωση να διατηρήσει μετά το πέρας των έργων. Η ενάγουσα δήλωσε εξάλλου ότι είχε προσκομίσει στους ελεγκτές όλα τα επίσημα έγγραφα που αφορούσαν την εκτέλεση του έργου Pocemon κατ’ εφαρμογήν του σημείου II.22, παράγραφος 3, των γενικών όρων.

122    Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι η ενάγουσα συνέταξε μόνο πρόχειρα σημειώματα δεν την απαλλάσσει από την υποχρέωσή της να διατηρεί επί πενταετία μετά το πέρας των έργων το σύνολο των σχετικών με τη συμφωνία Pocemon εγγράφων και να τα θέτει, εφόσον απαιτηθεί, στη διάθεση της Επιτροπής.

123    Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έκρινε ορθώς και χωρίς να τροποποιήσει τους όρους της συμφωνίας Pocemon ότι η ενάγουσα είχε παραβεί τις υποχρεώσεις της από το σημείο II.22, παράγραφοι 2 έως 4, των γενικών όρων.

124    Εξάλλου, δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε ότι η διαδικασία του ελέγχου διεξήχθη κατά παράβαση του σημείου II.22 των γενικών όρων, ούτε ότι η αποδεικτική αξία των πορισμάτων της τελικής εκθέσεως ελέγχου ήταν ανεπαρκής, πρέπει να απορριφθεί το προβαλλόμενο ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου επιχείρημά της περί παραβιάσεως, λόγω του ότι η εν λόγω έκθεση φέρεται να στηρίζεται σε απλές ενδείξεις, των διεθνών προτύπων ελέγχου.

 Επί των έμμεσων δαπανών

125    Η ενάγουσα δεν αμφισβητεί με την αγωγή της τα πορίσματα της τελικής εκθέσεως ελέγχου σχετικά με τη μη επιλεξιμότητα των έμμεσων δαπανών. Η ενάγουσα υποστήριξε το πρώτον με τις γραπτές παρατηρήσεις επί της ουσίας της ανταγωγής της Επιτροπής ότι η Επιτροπή είχε αβασίμως αμφισβητήσει την επιλεξιμότητα των έμμεσων δαπανών ως συνέπεια της μη επιλεξιμότητας των δαπανών προσωπικού.

126    Όπως όμως επισημάνθηκε στη σκέψη 61 ανωτέρω και προκύπτει από την τελική έκθεση ελέγχου, η απόρριψη των έμμεσων δαπανών δεν στηρίζεται μόνο σε αυτόν τον λόγο και συνεπώς η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής. Κατά τα λοιπά, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία που εκτέθηκε στις σκέψεις 56 έως 58 ανωτέρω, η ενάγουσα έφερε το βάρος αποδείξεως ότι οι δαπάνες που δήλωσε στην Επιτροπή ήταν πραγματικές δαπάνες που ήταν όντως αναγκαίες και έγιναν για την εκτέλεση του έργου Pocemon.

127    Ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων τα οποία να κλονίζουν τα πορίσματα του ελέγχου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ορθώς η Επιτροπή έκρινε ότι οι δαπάνες που δηλώθηκαν από την ενάγουσα στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμφωνίας Pocemon δεν ήταν επιλέξιμες.

 Επί της φερόμενης παραβιάσεως της αρχής της καλόπιστης εκτελέσεως των συμβάσεων, της αρχής της απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος και της αρχής της αναλογικότητας

128    Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η διατύπωση του σημείου II.21, παράγραφος 1, και του σημείου II.22, παράγραφος 6, των γενικών όρων, τα οποία επικαλείται η Επιτροπή για να προβεί στην ανάκτηση του συνόλου σχεδόν των ποσών που της κατέβαλε για τη συμμετοχή της στο έργο Pocemon είναι ασαφής, αφενός, ως προς τους λόγους για τους οποίους τα ποσά που έχουν καταβληθεί σε δικαιούχο μπορούν να θεωρηθούν ότι αντιστοιχούν σε μη επιλέξιμες δαπάνες και, αφετέρου, ως προς τις περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορεί να γίνει ανάκτηση του συνόλου του ποσού αυτού. Η ασάφεια αυτή καθιστά τους ως άνω όρους καταχρηστικούς, καθόσον καταλείπουν στην Επιτροπή υπέρμετρα ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς την ερμηνεία τους. Κατά την ενάγουσα, η Επιτροπή εκμεταλλεύθηκε την ασάφεια αυτή, για να ζητήσει την επιστροφή, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος, σχεδόν ολόκληρου του επίμαχου ποσού, κατά παραβίαση της αρχής της καλόπιστης εκτελέσεως των συμβάσεων, της αρχής της απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος και της αρχής της αναλογικότητας.

129    Με το υπόμνημα απαντήσεως η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να ζητήσει την επιστροφή μέρους μόνο των δαπανών σύμφωνα με την πραγματική εκτέλεση του έργου, προβαίνοντας σε συνδυασμένη εφαρμογή του σημείου II.18, παράγραφος 5, και του σημείου II.22, παράγραφος 6, των γενικών όρων. Προβάλλει επιπλέον ότι η ανάκτηση ολόκληρου του ποσού συνιστά τη δυσμενέστερη δυνατή κύρωση που μπορεί να επιβληθεί σε δικαιούχο. Η ενάγουσα υποστηρίζει ως προς το σημείο αυτό ότι η απαίτηση περί αναλογικών κυρώσεων προβλέπεται επίσης και στο άρθρο 114, παράγραφος 4, του δημοσιονομικού κανονισμού.

130    Η ενάγουσα προσθέτει ότι η απόρριψη του συνόλου των δαπανών που δήλωσε στην Επιτροπή στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμφωνίας Pocemon είναι δυσανάλογη, κατά το μέτρο που το έργο Pocemon εκτελέστηκε πλήρως και η ίδια τήρησε τις συμβατικές υποχρεώσεις της, και, συνεπώς, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη, σύμφωνα με το σημείο II.15, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, των γενικών όρων, να της επιστρέψει το ποσό που αντιστοιχεί στις δαπάνες που δηλώθηκαν για τις πραγματικές ώρες απασχολήσεως των εργαζομένων της στο πλαίσιο της εκτελέσεως του εν λόγω έργου.

131    Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία αυτή.

132    Κατ’ αρχάς, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή και συνομολόγησε και η ενάγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η επιστροφή των επιχορηγήσεων που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο της εκτελέσεως συμφωνίας επιχορηγήσεως για τον λόγο ότι δεν αποδείχθηκε η επιλεξιμότητα των ζητούμενων δαπανών, δεν θα μπορούσε να εξομοιωθεί με κύρωση, όπως οι προβλεπόμενες στο άρθρο 114, παράγραφος 3, του δημοσιονομικού κανονισμού.

133    Εξάλλου, βάσει του άρθρου 317 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή δεσμεύεται από την υποχρέωση χρηστής και υγιούς διαχειρίσεως των πόρων της Ένωσης. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το σύστημα της Ένωσης για τη χορήγηση επιχορηγήσεων, η χρησιμοποίηση των εν λόγω επιχορηγήσεων υπόκειται σε κανόνες που ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα τη μερική ή ολική επιστροφή της χορηγηθείσας επιχορηγήσεως. Επομένως, ο δικαιούχος επιχορηγήσεως, του οποίου η αίτηση έχει εγκριθεί από την Επιτροπή, δεν αποκτά, εξ αυτού του γεγονότος, κανένα οριστικό δικαίωμα για τη λήψη ολόκληρης της επιχορηγήσεως, εφόσον δεν πληροί τις προϋποθέσεις από τις οποίες αυτή εξαρτάται (βλ. απόφαση της 22ας Μαΐου 2007, Επιτροπή κατά IIC, T‑500/04, EU:T:2007:146, σκέψη 93 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

134    Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι, κατά θεμελιώδη αρχή που διέπει, μεταξύ άλλων, τη χορήγηση επιχορηγήσεων από την Ένωση, η επιχορήγηση μπορεί να αφορά μόνο πραγματικές δαπάνες. Επομένως, προκειμένου να είναι η Επιτροπή σε θέση να ασκήσει έλεγχο, οι δικαιούχοι αυτών των επιχορηγήσεων πρέπει να αποδεικνύουν το υποστατό των δαπανών που καταλογίζονται στα επιχορηγούμενα έργα, δεδομένου ότι η υποβολή αξιόπιστων πληροφοριακών στοιχείων από τους δικαιούχους αυτούς είναι αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος ελέγχου και αποδείξεως που έχει θεσπισθεί προς εξακρίβωση της συνδρομής των προϋποθέσεων χορηγήσεως των επιχορηγήσεων. Επομένως, δεν αρκεί να αποδεικνύεται η υλοποίηση ενός έργου προς δικαιολόγηση της χορηγήσεως συγκεκριμένης επιχορηγήσεως. Ο δικαιούχος της ενισχύσεως οφείλει, επιπλέον, να αποδείξει ότι υποβλήθηκε στις δαπάνες τις οποίες δηλώνει σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για τη χορήγηση της οικείας επιχορηγήσεως, μόνο δε οι δεόντως αιτιολογημένες δαπάνες μπορούν να θεωρηθούν επιλέξιμες Η υποχρέωσή του για την τήρηση των προβλεπόμενων δημοσιονομικών προϋποθέσεων αποτελεί μάλιστα μία από τις βασικές δεσμεύσεις του και, εξ αυτού του λόγου, συνιστά προϋπόθεση για τη χορήγηση της επιχορηγήσεως (βλ. απόφαση της 22ας Μαΐου 2007, Επιτροπή κατά IIC, T‑500/04, EU:T:2007:146, σκέψη 94)

135    Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης και προβλέπεται από το άρθρο 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ. Η αρχή αυτή επιτάσσει οι πράξεις των οργάνων της Ένωσης να μην υπερβαίνουν το πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο (βλ. απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2015, Synergy Hellas κατά Επιτροπής, T‑106/13, EU:T:2015:860, σκέψη 88, μη αναιρεσιβληθείσα ως προς τη σκέψη αυτή).

136    Η αρχή αυτή προορίζεται να ρυθμίσει όλους τους τρόπους δράσεως της Ένωσης, ανεξάρτητα από το αν είναι συμβατικής ή μη συμβατικής φύσεως (βλ. απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2015, Synergy Hellas κατά Επιτροπής, T‑106/13, EU:T:2015:860, σκέψη 89, μη αναιρεσιβληθείσα ως προς τη σκέψη αυτή). Πράγματι, στο πλαίσιο της εκτελέσεως των συμβατικών υποχρεώσεων, η τήρηση της αρχής αυτής εντάσσεται στο πλαίσιο της γενικότερης υποχρεώσεως των συμβαλλομένων για καλόπιστη εκτέλεση της συμβάσεως. Δυνάμει του βελγικού δικαίου που έχει επικουρική εφαρμογή στη συμφωνία Pocemon (βλ. σκέψη 41 ανωτέρω), η υποχρέωση καλόπιστης εκτελέσεως των συμβάσεων απαγορεύει σε κάθε συμβαλλόμενο να ασκήσει ένα δικαίωμα με τρόπο που υπερβαίνει προδήλως τα όρια της συνήθους ασκήσεως του δικαιώματος αυτού από συνετό και επιμελή δικαιούχο.

137    Εξάλλου, κατά το σημείο II.21, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, των γενικών όρων, στην περίπτωση που μετά την καταγγελία ή την ολοκλήρωση συμφωνίας επιχορηγήσεως του έβδομου προγράμματος‑πλαισίου πρέπει να ανακτηθεί ποσό που δικαιούχος οφείλει στην Ένωση, η Επιτροπή ζητεί την επιστροφή του οφειλόμενου ποσού εκδίδοντας ένταλμα εισπράξεως εις βάρος του συγκεκριμένου δικαιούχου.

138    Δυνάμει του σημείου II.22, παράγραφος 6, των γενικών όρων, η Επιτροπή λαμβάνει, βάσει των πορισμάτων του ελέγχου, όλα τα κατάλληλα μέτρα που κρίνει αναγκαία, συμπεριλαμβανομένης της εκδόσεως ενταλμάτων εισπράξεως σχετικά με το σύνολο ή μέρος των πληρωμών που έχει πραγματοποιήσει και της επιβολής τυχόν εφαρμοστέων κυρώσεων.

139    Από το σημείο II.21, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, των γενικών όρων και το σημείο II.22, παράγραφος 6, των γενικών όρων προκύπτει ότι η Επιτροπή έχει, εν προκειμένω, τη δυνατότητα να ζητήσει από την ενάγουσα, βάσει των πορισμάτων του ελέγχου, την επιστροφή οποιουδήποτε ποσού κρίνει ότι αυτή της οφείλει σε εκτέλεση της συμφωνίας Pocemon, άρα και την επιστροφή του συνόλου του ποσού που της κατέβαλε για τη συμμετοχή της στο έργο Pocemon.

140    Λαμβανομένων υπόψη του αριθμού και της σοβαρότητας των παραβάσεων των συμβατικών υποχρεώσεων που διαπιστώθηκαν με την τελική έκθεση ελέγχου και της απορρίψεως από το Γενικό Δικαστήριο των επιχειρημάτων που προέβαλε η ενάγουσα προς αμφισβήτηση της διαπιστώσεως αυτής, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το αίτημα της Επιτροπής με το οποίο ζητείται η επιστροφή του συνόλου σχεδόν του ποσού που καταβλήθηκε στην ενάγουσα βάσει της συμφωνίας Pocemon δεν παρίσταται αντίθετο ούτε στην αρχή της καλόπιστης εκτελέσεως των συμβάσεων ούτε στην αρχή της απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος και ότι, συνεπώς, η συναφής επιχειρηματολογία της ενάγουσας είναι αβάσιμη. Επιπλέον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η ενάγουσα, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή ενήργησε κάνοντας χρήση των προνομίων δημόσιας εξουσίας που έχει. Πράγματι, το αίτημα ανακτήσεως των ποσών που καταβλήθηκαν στην ενάγουσα απορρέει από τους όρους της εν λόγω συμφωνίας (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής, C‑506/13 P, EU:C:2015:562). Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση με την οποία η ενάγουσα προβάλλει παραβίαση εκ μέρους της Επιτροπής της αρχής της αναλογικότητας στο πλαίσιο της εκτελέσεως της ως άνω συμφωνίας.

141    Όσον αφορά το επιχείρημα της ενάγουσας ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να έχει εφαρμόσει το σημείο II.18, παράγραφος 5, των γενικών όρων, επισημαίνεται ότι ο όρος αυτός επιτρέπει τη μείωση της αρχικώς ορισθείσας επιχορηγήσεως και αφορά την περίπτωση μη εκτελέσεως ή πλημμελούς, μερικής ή καθυστερημένης εκτελέσεως του επιχορηγούμενου έργου. Υπενθυμίζεται όμως ότι εν προκειμένω η ενάγουσα δεν απέδειξε ότι οι δαπάνες που δήλωσε στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμφωνίας Pocemon ήταν πραγματικές και επιλέξιμες, κατά παράβαση των σημείων II.14 και II.15 των εν λόγω όρων, και, συνεπώς, δεν μπορεί να επικαλεστεί το σημείο II.18, παράγραφος 5, των όρων αυτών που αφορά την εκτέλεση του επιχορηγούμενου έργου. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν μπορούσε να το εφαρμόσει στην υπό κρίση υπόθεση.

142    Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω διαπιστώνεται ότι το αίτημα της ενάγουσας με το οποίο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι δεν οφείλει να επιστρέψει το ποσό των 377 733,93 ευρώ που της κατέβαλε η Επιτροπή για τη συμμετοχή της στο έργο Pocemon στηριζόταν στην παραδοχή ότι οι δηλωθείσες από την ίδια δαπάνες στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμφωνίας Pocemon ήταν επιλέξιμες. Διαπιστώθηκε όμως ότι οι εν λόγω δαπάνες δεν ήταν επιλέξιμες.

143    Ως εκ τούτου, το αίτημα της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του ζητήματος αν οι διαπιστωθείσες παρατυπίες ήταν παρόμοιες με τις συστάσεις που έγιναν κατά τον προηγούμενο έλεγχο με στοιχεία 08‑BA‑52-042 ή επί της εκθέσεως της OLAF την οποία προσκόμισε η Επιτροπή ως παράρτημα στο υπόμνημα αντικρούσεως. Επομένως, δεν είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται το απαράδεκτο της εκθέσεως αυτής και προσβολή, στο πλαίσιο αυτό, των θεμελιωδών δικαιωμάτων που επικαλείται η ενάγουσα.

3.     Επί της ανταγωγής της Επιτροπής

144    Με την ανταγωγή της, την οποία άσκησε με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή ζητεί να υποχρεωθεί η ενάγουσα να της επιστρέψει το σύνολο των ποσών που της καταβλήθηκαν για τα οποία δεν απέδειξε ότι αντιστοιχούσαν σε πραγματικές ή επιλέξιμες δαπάνες βάσει της συμφωνίας Pocemon. Ειδικότερα, η Επιτροπή, στηριζόμενη στα πορίσματα του ελέγχου και στα σημεία II.6, παράγραφος 6, II.21, παράγραφοι 1 και 5, και II.22, παράγραφος 6, των γενικών όρων, ζητεί την επιστροφή του ποσού των 377 733,93 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε στην ενάγουσα για τη συμμετοχή της στο έργο Pocemon, πλέον τόκων από την ημερομηνία που καθορίστηκε με το χρεωστικό σημείωμα υπολογιζόμενων με το ισχύον την πρώτη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο έληξε η προθεσμία καταβολής επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως, προσαυξημένο κατά τρεισήμισι μονάδες.

145    Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι, όπως και στην περίπτωση νέας αγωγής, η ανταγωγή πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 44 του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991 και ότι, ειδικότερα, πρέπει με αυτήν να προσκομίζονται τα πρόσφορα αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη των ισχυρισμών της Επιτροπής ότι οι δηλωθείσες δαπάνες στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμφωνίας Pocemon δεν ήταν επιλέξιμες. Υποστηρίζει επίσης ως προς το ζήτημα αυτό ότι η Επιτροπή, μολονότι φέρει το βάρος αποδείξεως ότι οι δαπάνες των οποίων την επιστροφή ζητεί δεν ήταν επιλέξιμες, δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αλλά αρκείται να παραπέμψει σε ορισμένους μη αποδεικνυόμενους ισχυρισμούς που περιέχει η τελική έκθεση ελέγχου. Συνεπώς, κατά την άποψη της ενάγουσας, η ανταγωγή πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη. Τέλος, η ενάγουσα προβάλλει ότι η Επιτροπή αβασίμως ζητεί την καταβολή τόκων υπερημερίας από την ημερομηνία που αναγράφεται στο χρεωστικό σημείωμα για τον λόγο ότι το ποσό του οποίου ζητείται η επιστροφή αμφισβητείται στο πλαίσιο της υπό κρίση αγωγής, κατά την έννοια του άρθρου 71, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού.

 Επί του αιτήματος καταβολής του κεφαλαίου της οφειλής

146    Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι η ενάγουσα εσφαλμένως υποστηρίζει ότι η Επιτροπή φέρει εν προκειμένω το βάρος αποδείξεως προς στήριξη της ανταγωγής της. Ειδικότερα, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, το αίτημά της στηρίζεται στη δεόντως διαπιστωμένη παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων που υπείχε η ενάγουσα από τα σημεία II.14, II.15, II.18 και II.22 των γενικών όρων.

147    Ως προς το σημείο αυτό, η ενάγουσα επιχειρεί να αντιστρέψει το βάρος αποδείξεως, στο μέτρο που δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι οι δαπάνες που δήλωσε στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμφωνίας Pocemon ήταν επιλέξιμες και ότι είχε δικαίωμα στα αντίστοιχα ποσά.

148    Κατά τα λοιπά, ο οικονομικός έλεγχος ήταν απλώς ένας τρόπος για να μπορέσει η Επιτροπή να συλλέξει αποδεικτικά στοιχεία ενόψει ενδεχόμενης ασκήσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αγωγής από ενδοσυμβατική ευθύνη (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, Amitié κατά Επιτροπής, T‑234/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:601, σκέψη 136). Κατά συνέπεια, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η ενάγουσα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα πορίσματα της τελικής εκθέσεως ελέγχου, καθώς και το σύνολο των στοιχείων που τα τεκμηριώνουν, αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκομίστηκαν μετ’ επικλήσεως προς στήριξη της ανταγωγής.

149    Εξάλλου, από την τελική έκθεση ελέγχου προκύπτει ότι η Επιτροπή εκτίμησε ότι μόνο το ποσό των 6 759,14 ευρώ που είχε καταβληθεί στην ενάγουσα για τη συμμετοχή της στο έργο Pocemon αντιστοιχούσε σε επιλέξιμες δαπάνες κατά την έννοια της συμφωνίας Pocemon.

150    Η ενάγουσα όμως, η οποία έφερε το βάρος αποδείξεως ότι οι δαπάνες που δήλωσε στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμφωνίας Pocemon ήταν επιλέξιμες, δεν απέδειξε το αβάσιμο της εκτιμήσεως αυτής. Επίσης, η ενάγουσα δεν απέδειξε, ούτε καν υποστήριξε, ότι υποβλήθηκε σε επιλέξιμες δαπάνες στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας, οι οποίες δεν εξετάστηκαν με την τελική έκθεση ελέγχου.

151    Κατά συνέπεια, βασίμως η Επιτροπή ζητεί να υποχρεωθεί η ενάγουσα να της καταβάλει το ποσό των 377 733,93 ευρώ, το οποίο δεν αμφισβητείται ότι δεν της έχει μέχρι τούδε επιστραφεί.

 Επί του αιτήματος καταβολής τόκων υπερημερίας επί του κεφαλαίου της οφειλής

152    Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η εν προκειμένω απαίτηση της Επιτροπής για επιστροφή ποσού 377 733,93 ευρώ αμφισβητείται ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου τόσο ως προς το υποστατό όσο και ως προς το ποσό της και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί βεβαία, εκκαθαρισμένη και απαιτητή. Κατά συνέπεια, το χρεωστικό σημείωμα εκδόθηκε κατά παράβαση των προϋποθέσεων που προβλέπει ο δημοσιονομικός κανονισμός και ως εκ τούτου δεν ισχύει η αναγραφόμενη σε αυτά ημερομηνία καταβολής. Επομένως, η Επιτροπή αβασίμως ζητεί την καταβολή τόκων υπερημερίας.

153    Η Επιτροπή ζητεί εν προκειμένω να της επιστραφεί το ποσό των 377 733,93 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθέν στην ενάγουσα, επικαλούμενη τα πορίσματα της τελικής εκθέσεως ελέγχου, τα οποία στηρίζονται σε παραβάσεις των συμβατικών υποχρεώσεων που υπείχε η ενάγουσα από τα σημεία II.14, II.15, II.18 και II.22 των γενικών όρων. Όπως ήδη κρίθηκε, η ενάγουσα δεν αμφισβήτησε λυσιτελώς ή βασίμως τα πορίσματα αυτά, δεδομένου ότι δεν απέδειξε ότι οι δαπάνες που δήλωσε στο πλαίσιο της εκτελέσεως της συμφωνίας Pocemon ήταν επιλέξιμες κατά την έννοια της εν λόγω συμφωνίας.

154    Υπενθυμίζεται συναφώς, πρώτον, ότι το ποσό των 377 733,93 ευρώ που εισέπραξε η ενάγουσα για τη συμμετοχή της στο έργο Pocemon δεν αντιστοιχεί σε δηλωθείσες από την ίδια δαπάνες οι οποίες είναι επιλέξιμες σύμφωνα με το σημείο II.14 των γενικών όρων.

155    Δεύτερον, σύμφωνα με το άρθρο 71, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού και τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 78 των κανόνων εφαρμογής, η Επιτροπή εξέδωσε χρεωστικό σημείωμα ενημερώνοντας την ενάγουσα ότι είχε διαπιστώσει ότι είχε εις βάρος της απαίτηση, ποσού 377 733,93 ευρώ, βεβαία, εκκαθαρισμένη και απαιτητή και διευκρινίζοντας τις προϋποθέσεις της καταβολής της καθώς και την τασσόμενη ημερομηνία καταβολής.

156    Τρίτον, δεν αμφισβητείται ότι, κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με το χρεωστικό σημείωμα, η ενάγουσα δεν είχε εξοφλήσει το ποσό που αναγραφόταν σε αυτό.

157    Ως εκ τούτου, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η ενάγουσα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απαίτηση ποσού 377 733,93 ευρώ είναι βεβαία, εκκαθαρισμένη και απαιτητή και ότι δεν εξοφλήθηκε εντός της προθεσμίας καταβολής που έταξε η Επιτροπή με το χρεωστικό σημείωμα.

158    Όσον άφορα το επιτόκιο με το οποίο πρέπει να υπολογιστούν οι τόκοι υπερημερίας επί του ποσού της κύριας οφειλής υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το σημείο II.21, παράγραφος 5, και το σημείο II.5, παράγραφος 5, των γενικών όρων, εάν η υποχρέωση καταβολής του οφειλόμενου ποσού δεν εκπληρωθεί εντός της καθορισμένης από την Επιτροπή προθεσμίας, το ποσό αυτό προσαυξάνεται με τόκους με το επιτόκιο που εφαρμόζει η ΕΚΤ για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως σε ευρώ, προσαυξημένο κατά τρεισήμισι εκατοστιαίες μονάδες. Το επιτόκιο αναφοράς που εφαρμόζεται για τον υπολογισμό των τόκων είναι το ισχύον κατά την πρώτη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο λήγει η προθεσμία πληρωμής, όπως αυτό δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά C. Από το σημείο II.21, παράγραφος 5, των εν λόγω όρων προκύπτει εξάλλου ότι τόκοι υπερημερίας υπολογίζονται για το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας που ορίστηκε για την καταβολή (χωρίς να περιλαμβάνεται η ημέρα αυτή) και της ημερομηνίας εισπράξεως από την Επιτροπή του συνόλου του οφειλόμενου ποσού (περιλαμβανομένης της ημέρας αυτής).

159    Κατά συνέπεια, το επιτόκιο που εφαρμόζεται για τον υπολογισμό των τόκων υπερημερίας επί του ποσού που εκτέθηκε στη σκέψη 151 ανωτέρω είναι 3,75 %, που αντιστοιχεί στο επιτόκιο που εφάρμοζε η ΕΚΤ για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως την 1η Μαΐου 2014, ήτοι 0,25 % (ΕΕ 2014, C 134, σ. 3), προσαυξημένο κατά τρεισήμισι εκατοστιαίες μονάδες. Οι ως άνω τόκοι, σύμφωνα με το περιεχόμενο του χρεωστικού σημειώματος και το σημείο II.21, παράγραφος 5, των γενικών όρων, οφείλονται από την επομένη της ημερομηνίας καταβολής που ορίζεται με το εν λόγω σημείωμα, ήτοι την 3η Μαΐου 2014, έως την πλήρη εξόφληση του ποσού που εκτέθηκε στη σκέψη 151 ανωτέρω.

160    Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει, αφενός, να απορριφθούν τα αιτήματα της ενάγουσας και, αφετέρου, να γίνει δεκτή η ανταγωγή της Επιτροπής.

 Επί των δικαστικών εξόδων

161    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η ενάγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την αγωγή της ΑΝΚΟ ΑΕ Αντιπροσωπειών, Εμπορίου και Βιομηχανίας.

2)      Υποχρεώνει την ΑΝΚΟ ΑΕ Αντιπροσωπειών, Εμπορίου και Βιομηχανίας να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το ποσό των 377 733,93 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας, με επιτόκιο 3,75 %, από την 3η Μαΐου 2014 και έως την πλήρη εξόφληση του εν λόγω ποσού.

3)      Καταδικάζει την ANKO AE Αντιπροσωπειών, Εμπορίου και Βιομηχανίας στα δικαστικά έξοδα.

M. Prek

I. Labucka

V. Kreuschitz

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Ιανουαρίου 2017.

Ο Γραμματέας

 

      Ο Πρόεδρος

E. Coulon

 

      M. Prek



Περιεχόμενα


Ιστορικό της διαφοράς

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

Σκεπτικό

1.  Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

2.  Επί του αιτήματος της ενάγουσας

Επί της φερόμενης προσβολής του δικαιώματος ακροάσεως και της φερόμενης επιλεξιμότητας των δηλωθεισών δαπανών

Επί των αμέσων δαπανών

–  Επί του εφαρμοζόμενου από την ενάγουσα συστήματος καταγραφής χρόνου απασχολήσεως του προσωπικού

–  Επί της αρνήσεως της ενάγουσας να παράσχει πρόσβαση στα πληροφοριακά στοιχεία που ζήτησαν οι ελεγκτές

Επί των έμμεσων δαπανών

Επί της φερόμενης παραβιάσεως της αρχής της καλόπιστης εκτελέσεως των συμβάσεων, της αρχής της απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος και της αρχής της αναλογικότητας

3.  Επί της ανταγωγής της Επιτροπής

Επί του αιτήματος καταβολής του κεφαλαίου της οφειλής

Επί του αιτήματος καταβολής τόκων υπερημερίας επί του κεφαλαίου της οφειλής

Επί των δικαστικών εξόδων


* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.