ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)

της 12ης Ιουλίου 2018 ( *1 )

«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Ευρωπαϊκή αγορά των ηλεκτρικών καλωδίων – Απόφαση με την οποία διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ – Διαρκής και ενιαία παράβαση – Έλλειψη νομιμότητας της απόφασης διενέργειας ελέγχου – Εύλογη προθεσμία – Αρχή της χρηστής διοίκησης – Αρχή της προσωποπαγούς ευθύνης – Αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη για την καταβολή του προστίμου – Επαρκής απόδειξη της παράβασης – Διάρκεια της παράβασης – Πρόστιμα – Αναλογικότητα – Ίση μεταχείριση – Πλήρης δικαιοδοσία»

Στην υπόθεση T‑449/14,

Nexans France SAS, με έδρα την Courbevoie (Γαλλία),

Nexans SA, με έδρα την Courbevoie,

εκπροσωπούμενες από τον G. Forwood, δικηγόρο, τον M. Powell, την A. Rogers και την A. Oh, solicitors,

προσφεύγουσες,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τους C. Giolito, H. van Vliet και A. Biolan, στη συνέχεια από τους C. Giolito και H. van Vliet, επικουρούμενους από τον B. Doherty, barrister,

καθής,

με αντικείμενο, αφενός, αίτημα, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, για την ακύρωση της απόφασης C(2014) 2139 τελικό της Επιτροπής, της 2ας Απριλίου 2014, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 101 [ΣΛΕΕ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ (Υπόθεση AT.39610 – Ηλεκτρικά καλώδια), καθόσον αφορά τις προσφεύγουσες, και, αφετέρου, αίτημα μείωσης του επιβληθέντος στις προσφεύγουσες προστίμου,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. M. Collins, πρόεδρο, M. Kancheva (εισηγήτρια) και R. Barents, δικαστές,

γραμματέας: C. Heeren, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21ης Μαρτίου 2017,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

I. Ιστορικό της διαφοράς

Α. Οι προσφεύγουσες και ο οικείος κλάδος

1

Οι προσφεύγουσες Nexans France SAS και η μητρική της εταιρία Nexans SA είναι γαλλικές εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και την προμήθεια υπόγειων και υποβρύχιων ηλεκτρικών καλωδίων.

2

Τα υποβρύχια και τα υπόγεια ηλεκτρικά καλώδια χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά και τη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας. Κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες: χαμηλής τάσης, μέσης τάσης καθώς και υψηλής και υπερυψηλής τάσης. Τα ηλεκτρικά καλώδια υψηλής και υπερυψηλής τάσης πωλούνται, στις περισσότερες περιπτώσεις, στο πλαίσιο έργων. Τα έργα αυτά συνίστανται στην τοποθέτηση ηλεκτρικών καλωδίων, μαζί με τον εξοπλισμό, τις εγκαταστάσεις και την παροχή των αναγκαίων συμπληρωματικών υπηρεσιών. Τα ηλεκτρικά καλώδια υψηλής και υπερυψηλής τάσης πωλούνται σε όλο τον κόσμο σε μεγάλους φορείς εκμετάλλευσης εθνικών δικτύων και σε άλλες επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας, κυρίως στο πλαίσιο δημοσίων συμβάσεων.

Β. Διοικητική διαδικασία

3

Με έγγραφο της 17ης Οκτωβρίου 2008, η σουηδική εταιρία ABB AB υπέβαλε στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σειρά δηλώσεων και εγγράφων σχετικών με περιοριστικές εμπορικές πρακτικές στον κλάδο της παραγωγής και προμήθειας υπόγειων και υποβρύχιων ηλεκτρικών καλωδίων. Οι δηλώσεις και τα έγγραφα αυτά προσκομίστηκαν στο πλαίσιο αίτησης μη επιβολής προστίμου, κατά την έννοια της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 2006, C 298, σ. 17, στο εξής: ανακοίνωση περί επιείκειας).

4

Από τις 28 Ιανουαρίου έως τις 3 Φεβρουαρίου 2009, μετά από δηλώσεις της ABB, η Επιτροπή διενήργησε ελέγχους στα γραφεία της Prysmian SpA και της Prysmian Cavi e Sistemi Srl, καθώς και στα γραφεία των προσφευγουσών.

5

Στις 2 Φεβρουαρίου 2009 οι ιαπωνικές εταιρίες Sumitomo Electric Industries Ltd, Hitachi Cable Ltd και J‑Power Systems Corp. υπέβαλαν κοινή αίτηση απαλλαγής από την επιβολή προστίμου, σύμφωνα με την παράγραφο 14 της ανακοίνωσης περί επιείκειας, ή, επικουρικώς, μείωσης του προστίμου, σύμφωνα με την παράγραφο 27 της ανακοίνωσης αυτής. Εν συνεχεία, υπέβαλαν στην Επιτροπή περαιτέρω προφορικές δηλώσεις και προσκόμισαν επιπλέον έγγραφα.

6

Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Επιτροπή απέστειλε πλείονες αιτήσεις παροχής πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101] και [102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), και την παράγραφο 12 της ανακοίνωσης περί επιείκειας, σε επιχειρήσεις του κλάδου παραγωγής και προμήθειας υπόγειων και υποβρύχιων ηλεκτρικών καλωδίων.

7

Στις 30 Ιουνίου 2011 η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία και εξέδωσε ανακοίνωση αιτιάσεων κατά των εξής νομικών προσώπων: Pirelli & C. SpA, Prysmian Cavi e Sistemi Energia, Prysmian, The Goldman Sachs Group, Inc., Sumitomo Electric Industries, Hitachi Cable, J Power Systems, Furukawa Electric Co. Ltd, Fujikura Ltd, Viscas Corp., SWCC Showa Holdings Co. Ltd, Mitsubishi Cable Industries Ltd, Exsym Corp., ABB, ABB Ltd, Brugg Kabel AG, Kabelwerke Brugg AG Holding, nkt cables GmbH, NKT Holding A/S, Silec Cable SAS, Grupo General Cable Sistemas, SA, Safran SA, General Cable Corp., LS Cable & System Ltd, Taihan Electric Wire Co. Ltd και των προσφευγουσών.

8

Από τις 11 έως τις 18 Ιουνίου 2012 η Επιτροπή διενήργησε ακροάσεις όλων των αποδεκτών της ανακοίνωσης αιτιάσεων, πλην της Furukawa Electric.

9

Με τις αποφάσεις της 14ης Νοεμβρίου 2012, Nexans France και Nexans κατά Επιτροπής (T‑135/09, EU:T:2012:596), και της 14ης Νοεμβρίου 2012, Prysmian και Prysmian Cavi e Sistemi Energia κατά Επιτροπής (T‑140/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:597), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε εν μέρει τις αποφάσεις διενέργειας ελέγχου οι οποίες απευθύνονταν, αφενός, στις προσφεύγουσες και, αφετέρου, στις Prysmian και Prysmian Cavi e Sistemi Energia, κατά το μέρος που αφορούσαν άλλα ηλεκτρικά καλώδια, εκτός των υποβρύχιων και υπόγειων ηλεκτρικών καλωδίων υψηλής τάσης και των συναφών με αυτά υλικών, και απέρριψε τις προσφυγές κατά τα λοιπά. Στις 24 Ιανουαρίου 2013 οι προσφεύγουσες άσκησαν αναίρεση κατά της πρώτης από τις αποφάσεις αυτές. Με απόφαση της 25ης Ιουνίου 2014, Nexans και Nexans France κατά Επιτροπής (C‑37/13 P, EU:C:2014:2030), το Δικαστήριο απέρριψε την εν λόγω αίτηση αναίρεσης.

10

Στις 2 Απριλίου 2014 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2014) 2139 τελικό, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 101 [ΣΛΕΕ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας [ΕΟΧ] (Υπόθεση AT.39610 – Ηλεκτρικά Καλώδια) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

Γ. Η προσβαλλόμενη απόφαση

1.   Επίμαχη παράβαση

11

Κατά το άρθρο 1 της προσβαλλόμενης απόφασης, πλείονες επιχειρήσεις μετείχαν σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα σε ενιαία και διαρκή παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ στον «κλάδο των υπόγειων και/ή υποβρύχιων ηλεκτρικών καλωδίων (υπέρ)υψηλής τάσης». Κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, από τον Φεβρουάριο του 1999 έως το τέλος Ιανουαρίου του 2009, οι σημαντικότεροι Ευρωπαίοι, Ιάπωνες και Νοτιοκορεάτες παραγωγοί υποβρύχιων και υπόγειων ηλεκτρικών καλωδίων (υπερ)υψηλής τάσης μετείχαν σε δίκτυο πολυμερών και διμερών συσκέψεων και δημιούργησαν επαφές με σκοπό τον περιορισμό του ανταγωνισμού όσον αφορά έργα τοποθέτησης υπόγειων και υποβρύχιων ηλεκτρικών καλωδίων (υπερ)υψηλής τάσης σε συγκεκριμένες περιοχές, κατανέμοντας μεταξύ τους τις αγορές και τους πελάτες και περιορίζοντας έτσι την κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού (αιτιολογικές σκέψεις 10 έως 13 και 66 της εν λόγω απόφασης)

12

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή εκτίμησε ότι η σύμπραξη περιελάμβανε δύο κύριους μηχανισμούς, οι οποίοι αποτελούσαν ένα σύνθετο όλο. Ειδικότερα, κατά την Επιτροπή, η σύμπραξη είχε τις εξής δύο πτυχές:

τον «μηχανισμό A/R της σύμπραξης», στον οποίο μετείχαν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, περιλαμβανομένων των προσφευγουσών, οι οποίες ονομάζονταν εν γένει «μέλη R», οι ιαπωνικές επιχειρήσεις, οι οποίες ονομάζονταν «μέλη Α» και, τέλος, οι νοτιοκορεατικές επιχειρήσεις, οι οποίες ονομάζονταν «μέλη Κ». Ο συγκεκριμένος μηχανισμός αποσκοπούσε στην κατανομή των περιοχών και των πελατών των Ευρωπαίων, των Ιαπώνων και των Νοτιοκορεατών παραγωγών. Η κατανομή αυτή γινόταν βάσει συμφωνίας περί «εθνικής περιοχής», σύμφωνα με την οποία οι Ιάπωνες και οι Νοτιοκορεάτες παραγωγοί δεν θα ανταγωνίζονταν τους Ευρωπαίους παραγωγούς όσον αφορά τα υλοποιούμενα στην «εθνική περιοχή» αυτών έργα, οι δε Ευρωπαίοι παραγωγοί δεσμεύονταν να παραμείνουν εκτός των αγορών της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας. Επιπλέον, προβλεπόταν η ανάθεση έργων στις «περιοχές εξαγωγής», δηλαδή στον υπόλοιπό κόσμο, πλην των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία επί ορισμένο χρονικό διάστημα διενεργούνταν με την «αναλογία 60/40», πράγμα που σήμαινε ότι το 60 % των έργων προοριζόταν για τους Ευρωπαίους παραγωγούς και το υπόλοιπο 40 % για τους Ασιάτες παραγωγούς·

τον «ευρωπαϊκό μηχανισμό της σύμπραξης», ο οποίος συνίστατο στην κατανομή περιοχών και πελατών μεταξύ των Ευρωπαίων παραγωγών, όσον αφορά έργα τα οποία επρόκειτο να εκτελεσθούν εντός της ευρωπαϊκής «εθνικής περιοχής» ή τα οποία ανετίθεντο σε Ευρωπαίους παραγωγούς (βλ. σημείο 3.3 της προσβαλλόμενης απόφασης και, ιδίως, αιτιολογικές σκέψεις 73 και 74 της απόφασης αυτής).

13

Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι μετέχοντες στη σύμπραξη είχαν θεσπίσει υποχρεώσεις κοινοποίησης στοιχείων, ώστε να είναι δυνατή η παρακολούθηση της τήρησης των συμφωνιών κατανομής (αιτιολογικές σκέψεις 94 έως 106 και 111 έως 115 της προσβαλλόμενης απόφασης).

14

Με βάση τον ρόλο εκάστου εκ των μετεχόντων στην υλοποίηση της σύμπραξης, η Επιτροπή τους κατέταξε σε τρεις ομάδες. Καταρχάς, προσδιόρισε τον σκληρό πυρήνα της σύμπραξης, στον οποίον ανήκαν, αφενός, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις Nexans France, οι θυγατρικές επιχειρήσεις της Pirelli & C., πρώην Pirelli SpA, που μετείχαν διαδοχικά στη σύμπραξη (στο εξής: Pirelli), και η Prysmian Cari e Sistemi Energia και, αφετέρου, οι ιαπωνικές επιχειρήσεις Furukawa Electric, Fujikura και η κοινή επιχείρησή τους Viscas, καθώς και οι Sumitomo Electric Industries, Hitachi Cable και η κοινή επιχείρησή τους J‑Power Systems (αιτιολογικές σκέψεις 545 έως 561 της προσβαλλόμενης απόφασης). Εν συνεχεία, προσδιόρισε μια ομάδα επιχειρήσεων οι οποίες, ενώ δεν αποτελούσαν μέρος του σκληρού πυρήνα, δεν μπορούσαν, ωστόσο, να θεωρηθούν περιθωριακά μέλη της σύμπραξης, κατέταξε δε στην ομάδα αυτή τις ABB, Exsym, Brugg Kabel και την οντότητα που είχε συσταθεί από τις Sagem SA, Safran και Silec Cable (αιτιολογικές σκέψεις 562 έως 575 της εν λόγω απόφασης). Τέλος, εκτίμησε ότι οι Mitsubishi Cable Industries, SWCC Showa Holdings Ltd, LS Cable & System, Taihan Electric Wire και nkt cables είχαν περιθωριακή συμμετοχή στη σύμπραξη (αιτιολογικές σκέψεις 576 έως 594 της απόφασης αυτής).

2.   Ευθύνη των προσφευγουσών

15

Στη Nexans France καταλογίστηκε ευθύνη για άμεση συμμετοχή στη σύμπραξη από τις 13 Νοεμβρίου 2000 έως τις 28 Ιανουαρίου 2009. Στη Nexans καταλογίστηκε ευθύνη για την παράβαση ως μητρική εταιρία της Nexans France, για το διάστημα από τις 12 Ιουνίου 2001 έως τις 28 Ιανουαρίου 2009 (αιτιολογικές σκέψεις 712 και 714 της προσβαλλόμενης απόφασης).

3.   Επιβληθέντα πρόστιμα

16

Με το άρθρο 2, στοιχεία γʹ και δʹ, της προσβαλλόμενης απόφασης επιβάλλεται, αφενός, πρόστιμο ύψους 4903000 ευρώ στη Nexans France (για το διάστημα από τις 13 Νοεμβρίου 2000 έως τις 11 Ιουνίου 2001) και, αφετέρου, πρόστιμο ύψους 65767000 ευρώ στη Nexans France, «για την καταβολή του οποίου ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον» με τη Nexans (για το διάστημα από τις 12 Ιουνίου 2001 έως τις 28 Ιανουαρίου 2009).

17

Για τον υπολογισμό των προστίμων, η Επιτροπή εφάρμοσε το άρθρο 23, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1/2003 και τη μέθοδο που προβλέπεται στις κατευθυντήριες γραμμές για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του [άρθρου αυτού] (ΕΕ 2006, C 210, σ. 2, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του 2006 για τον υπολογισμό των προστίμων).

18

Πρώτον, όσον αφορά το βασικό ποσό των προστίμων, η Επιτροπή, αφού προσδιόρισε την ενδεδειγμένη αξία των πωλήσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 18 των κατευθυντήριων γραμμών του 2006 για τον υπολογισμό των προστίμων (αιτιολογικές σκέψεις 963 έως 994 της προσβαλλόμενης απόφασης), καθόρισε το ποσοστό της εν λόγω αξίας των πωλήσεων που αντανακλά τη σοβαρότητα της παράβασης, σύμφωνα με τις παραγράφους 22 και 23 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών. Συναφώς, εκτίμησε ότι η παράβαση συγκαταλέγεται, ως εκ της φύσεώς της, στους πλέον σοβαρούς περιορισμούς του ανταγωνισμού και, ως εκ τούτου, δικαιολογείται να οριστεί ο συντελεστής σοβαρότητας της παράβασης σε 15 %. Ομοίως, προσαύξησε κατά 2 % τον συντελεστή σοβαρότητας της παράβασης για όλους τους αποδέκτες της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω του συνολικού μεριδίου αγοράς που κατείχαν, καθώς και λόγω της παγκόσμιας σχεδόν έκτασης της σύμπραξης, η οποία κάλυπτε, μεταξύ άλλων, το σύνολο του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ). Περαιτέρω, εκτίμησε, μεταξύ άλλων, ότι η συμπεριφορά των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων ήταν περισσότερο επιζήμια για τον ανταγωνισμό απ’ ό,τι η συμπεριφορά των λοιπών επιχειρήσεων, διότι, πέραν της συμμετοχής τους στον «μηχανισμό A/R της σύμπραξης», οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις είχαν προβεί μεταξύ τους σε κατανομή έργων τοποθέτησης ηλεκτρικών καλωδίων στο πλαίσιο του «ευρωπαϊκού μηχανισμού της σύμπραξης». Για τον λόγο αυτόν, καθόρισε το ποσοστό της αξίας των πωλήσεων που λαμβάνεται υπόψη λόγω της σοβαρότητας της παράβασης σε 19 % για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και σε 17 % για τις λοιπές επιχειρήσεις (αιτιολογικές σκέψεις 997 έως 1010 της εν λόγω απόφασης).

19

Όσον αφορά τον συντελεστή προσαύξησης λόγω της διάρκειας της παράβασης, η Επιτροπή όρισε ως προς τη Nexans France συντελεστή 8,16 για τη συμμετοχή της στη σύμπραξη από τις 13 Νοεμβρίου 2000 έως τις 28 Ιανουαρίου 2009 και ως προς τη Nexans συντελεστή 7,58 για τη συμμετοχή της στη σύμπραξη από τις 12 Ιουνίου 2001 έως τις 28 Ιανουαρίου 2009. Εξάλλου, όσον αφορά τη Nexans France, συμπεριέλαβε στο βασικό ποσό του προστίμου ένα πρόσθετο ποσό («τέλος εισόδου») που αντιστοιχούσε στο 19 % της αξίας των πωλήσεων. Κατά συνέπεια, το εν λόγω βασικό ποσό ανήλθε σε 70670000 ευρώ (αιτιολογικές σκέψεις 1011 έως 1016 της προσβαλλόμενης απόφασης).

20

Δεύτερον, όσον αφορά τις προσαρμογές του βασικού ποσού των προστίμων, η Επιτροπή δεν διαπίστωσε τη συνδρομή επιβαρυντικών περιστάσεων δυνάμενων να επηρεάσουν το βασικό ποσό του προστίμου για τους μετέχοντες στη σύμπραξη, εξαιρουμένης της ABB. Αντιθέτως, όσον αφορά τις ελαφρυντικές περιστάσεις, αποφάσισε να προσαρμόσει το ποσό των προστίμων ανάλογα με τον βαθμό συμμετοχής των διαφόρων επιχειρήσεων στην υλοποίηση της σύμπραξης. Για τον λόγο αυτόν, μείωσε κατά 10 % το βασικό ποσό του προστίμου για τα περιθωριακά μέλη της σύμπραξης και κατά 5 % το βασικό ποσό του προστίμου για τις επιχειρήσεις που είχαν μεσαίου βαθμού συμμετοχή στη σύμπραξη. Επιπλέον, χορήγησε στις Mitsubishi Cable Industries και SWCC Showa Holdings, για το διάστημα πριν από τη σύσταση της Exsym, καθώς και στις LS Cable & System και Taihan Electric Wire, επιπλέον μείωση κατά 1 %, με το αιτιολογικό ότι δεν γνώριζαν όλες τις πτυχές της ενιαίας και διαρκούς παράβασης και δεν είχαν ευθύνη γι’ αυτές. Αντιθέτως, δεν μείωσε καθόλου τα πρόστιμα των επιχειρήσεων που ανήκαν στον σκληρό πυρήνα της σύμπραξης, περιλαμβανομένων των προσφευγουσών (αιτιολογικές σκέψεις 1017 έως 1020 και 1033 της προσβαλλόμενης απόφασης). Εξάλλου, η Επιτροπή χορήγησε, κατ’ εφαρμογήν των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων του 2006, επιπλέον μείωση κατά 3 % στη Mitsubishi Cable Industries, λόγω της αποτελεσματικής συνεργασίας της εκτός του πλαισίου της ανακοίνωσης περί επιείκειας (αιτιολογική σκέψη 1041 της εν λόγω απόφασης).

II. Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

21

Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Ιουνίου 2014, οι προσφεύγουσες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.

22

Στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας του άρθρου 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) υπέβαλε στους διαδίκους ερωτήσεις στις οποίες έπρεπε να απαντήσουν γραπτώς και ζήτησε από την Επιτροπή να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα.

23

Κατόπιν μεταβολής της σύνθεσης των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 27, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο εισηγητής δικαστής τοποθετήθηκε στο όγδοο τμήμα (νέα σύνθεση), στο οποίο και ανατέθηκε, κατά συνέπεια, η υπό κρίση υπόθεση.

24

Οι διάδικοι απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Η Επιτροπή προσκόμισε ένα από τα ζητηθέντα έγγραφα και ζήτησε τη διεξαγωγή αποδείξεων προκειμένου να προσκομίσει τα λοιπά έγγραφα που είχε ζητήσει το Γενικό Δικαστήριο, ήτοι τα απομαγνητοφωνημένα κείμενα των προφορικών δηλώσεων στις οποίες είχε προβεί η J‑Power Systems στο πλαίσιο της αίτησης απαλλαγής από το πρόστιμο που είχε υποβάλει από κοινού με τις Hitachi Cable και Sumitomo Electric Industries. Με διάταξη της 17ης Ιανουαρίου 2017, ο πρόεδρος του ογδόου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου διέταξε την Επιτροπή, στο πλαίσιο της διεξαγωγής αποδείξεων, να προσκομίσει τα εν λόγω απομαγνητοφωνημένα κείμενα. Η Επιτροπή συμμορφώθηκε με το εν λόγω μέτρο διεξαγωγής αποδείξεων στις 24 Ιανουαρίου 2017.

25

Κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία. Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 21ης Μαρτίου 2017.

26

Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέτρο που στηρίζεται σε έγγραφα παρανόμως κτηθέντα από τη Nexans France,

να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέτρο που διαπιστώνεται με αυτή συμμετοχή της Nexans France σε παράβαση πριν από τις πριν από τις 22 Φεβρουαρίου 2001,

να μειώσει τα πρόστιμα που τους επιβλήθηκαν σε ύψος που να αντιστοιχεί σε μικρότερη διάρκεια και σε μειωμένο συντελεστή σοβαρότητας της παράβασης,

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

27

Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή,

να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.

III. Σκεπτικό

28

Με την προσφυγή τους, οι προσφεύγουσες ζητούν τόσο την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης όσο και τη μείωση των προστίμων που τους επιβλήθηκαν.

29

Όσον αφορά, πρώτον, τα ακυρωτικά αιτήματα, με αυτά επιδιώκεται η ολική ή μερική ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή, αφενός, στηρίζεται σε έγγραφα παρανόμως κτηθέντα από τη Nexans France και, αφετέρου, διαπιστώνεται με αυτήν ότι η Nexans France μετείχε στην παράβαση πριν από τις 22 Φεβρουαρίου 2001.

30

Οι προσφεύγουσες προβάλλουν δύο λόγους προς στήριξη των ακυρωτικών αιτημάτων τους. Ο πρώτος αφορά παράβαση του άρθρου 20, παράγραφοι 2 έως 4, του κανονισμού 1/2003, παραβίαση της απόφασης της Επιτροπής της 9ης Ιανουαρίου 2009 (στο εξής: απόφαση περί διενέργειας ελέγχου), προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και παράβαση του άρθρου 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), ενώ ο δεύτερος εσφαλμένη εκτίμηση όσον αφορά τον προσδιορισμό της ημερομηνίας έναρξης της συμμετοχής της Nexans France στη σύμπραξη.

31

Όσον αφορά, δεύτερον, τα αιτήματα μείωσης των προστίμων που τους επιβλήθηκαν, οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο να υποκαταστήσει με την κρίση του την εκτίμηση της Επιτροπής, προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα σφάλματα στα οποία αυτή υπέπεσε ως προς τα στοιχεία βάσει των οποίων υπολόγισε τα εν λόγω πρόστιμα, ήτοι τη διάρκεια της συμμετοχής της Nexans France στην παράβαση, καθώς και τον συντελεστή σοβαρότητας της παράβασης.

32

Προς στήριξη των αιτημάτων τους για μείωση των προστίμων που τους επιβλήθηκαν, οι προσφεύγουσες προβάλλουν, πέραν του σφάλματος της Επιτροπής όσον αφορά τη διάρκεια της παράβασης στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, ειδικό λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορά πρόδηλο σφάλμα εκτίμησης και παραβίαση της υποχρέωσης αιτιολογίας και της αρχής της ίσης μεταχείρισης κατά τον καθορισμό του συντελεστή σοβαρότητας της παράβασης για τον υπολογισμό των προστίμων.

Α. Επί του ακυρωτικού αιτήματος

1.   Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά έλλειψη νομικής βάσης, παραβίαση της απόφασης περί διενέργειας ελέγχου, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και παράβαση του άρθρου 20, παράγραφοι 2 έως 4, του κανονισμού 1/2003 και του άρθρου 7 του Χάρτη

33

Οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι ορισμένα μέτρα που ελήφθησαν από την Επιτροπή κατά τον αιφνίδιο έλεγχο στον οποίον υποβλήθηκαν από τις 28 έως τις 30 Ιανουαρίου και στις 3 Φεβρουαρίου 2009, σύμφωνα με την απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2009 (στο εξής: απόφαση διενέργειας ελέγχου), είναι παράνομα και ότι οι πληροφορίες που συνέλεξε η Επιτροπή στο πλαίσιο αυτό δεν έπρεπε να εξεταστούν κατά τη διοικητική διαδικασία ούτε να ληφθούν υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση.

34

Συγκεκριμένα, οι προσφεύγουσες παραπονούνται ότι οι ελεγκτές της Επιτροπής πραγματοποίησαν αντίγραφα πλειόνων ομάδων ηλεκτρονικών επιστολών που εντοπίστηκαν στον υπολογιστή του J. και στον υπολογιστή του R., καθώς και αντίγραφο ολόκληρου του σκληρού δίσκου του υπολογιστή του J., και ότι πήραν τα αντίγραφα αυτά μαζί τους, προκειμένου να αναζητήσουν αργότερα στοιχεία σχετικά με την έρευνα στα γραφεία της Επιτροπής στις Βρυξέλλες (Βέλγιο) (στο εξής: επίμαχα μέτρα).

35

Πρώτον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι υπάλληλοι της Επιτροπής υπερέβησαν τις εξουσίες που τους απονέμει το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. Προβάλλουν, ειδικότερα, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού, δεν έπρεπε να κατασχέσουν ή να αντιγράψουν έγγραφα χωρίς προηγουμένως να τα εξετάσουν. Σε διαφορετική περίπτωση, η Επιτροπή θα μπορούσε να διεξαγάγει τον έλεγχο αρκούμενη στην αντιγραφή ολόκληρου του πληροφορικού συστήματος μιας εταιρίας, περιλαμβανομένου ενός πολύ μεγάλου αριθμού εγγράφων παντελώς άσχετων με την έρευνα, ούτως ώστε να εξετάσει το αντίγραφο αυτό κατ’ ευχέρεια στα γραφεία της στις Βρυξέλλες.

36

Δεύτερον, κατά τις προσφεύγουσες, η λήψη αντιγράφου των δεδομένων αυτών από την Επιτροπή, προς εξέταση εν ευθέτω χρόνω στα γραφεία της στις Βρυξέλλες, συνιστά υπέρβαση των όρων της απόφασης περί διενέργειας ελέγχου, η οποία περιορίζει γεωγραφικά τον έλεγχο στα γραφεία της Nexans.

37

Τρίτον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, λόγω των επίδικων μέτρων, προσβλήθηκαν τα δικαιώματά τους άμυνας, καθώς δεν μπόρεσαν να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους. Φρονούν ότι η παράταση του ελέγχου κατά ενάμιση μήνα τους στέρησε τη δυνατότητα να εξετάσουν σοβαρά το ενδεχόμενο υποβολής αίτησης απαλλαγής από το πρόστιμο, διότι, κατά το διάστημα αυτό, δεν ήταν δυνατόν να εκτιμήσουν ποια στοιχεία με «σημαντική πρόσθετη αποδεικτική αξία» θα μπορούσαν να εισφέρουν σε αυτά που είχε ήδη συλλέξει η Επιτροπή.

38

Τέταρτον, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι, εφόσον, εν προκειμένω, ο έλεγχος άρχισε στη Γαλλία, αλλά συνεχίστηκε στο Βέλγιο, η Επιτροπή όφειλε, σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού 1/2003, να γνωστοποιήσει στην αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή του Βελγίου ότι ο έλεγχος θα συνεχιστεί στη χώρα αυτή.

39

Πέμπτον, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η «μαζική» αντιγραφή δεδομένων τα οποία η Επιτροπή δεν είχε προηγουμένως εξετάσει δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες που απονέμει στην Επιτροπή ο κανονισμός 1/2003, πράγμα που σημαίνει ότι η λήψη των αντιγράφων συνιστά αυθαίρετη και δυσανάλογη παρέμβαση στη σφαίρα της ιδιωτικής δραστηριότητάς τους, η οποία προστατεύεται από το άρθρο 7 του Χάρτη.

40

Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα των προσφευγουσών.

41

Προτού δοθεί απάντηση στα επιχειρήματα των διαδίκων, πρέπει να υπομνησθεί εν συντομία το ιστορικό της διεξαγωγής του ελέγχου στους χώρους των προσφευγουσών από τους υπαλλήλους της Επιτροπής.

α)   Σχετικά με τη διεξαγωγή του ελέγχου

42

Όπως προκύπτει από την απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2012, Nexans France και Nexans κατά Επιτροπής (T‑135/09, EU:T:2012:596), στις 28 Ιανουαρίου 2009, οι ελεγκτές της Επιτροπής, συνοδευόμενοι από εκπροσώπους της γαλλικής αρμόδιας για τον ανταγωνισμό αρχής, μετέβησαν στους χώρους της Nexans France στο Clichy (Γαλλία) για τη διενέργεια ελέγχου δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003. Κοινοποίησαν στην επιχείρηση την απόφαση περί διενέργειας ελέγχου στη «Nexans, καθώς και σε όλες τις επιχειρήσεις που αυτή ελέγχει ευθέως ή εμμέσως, περιλαμβανομένης της Nexans France», καθώς και το σχετικό με τους ελέγχους επεξηγηματικό σημείωμα.

43

Οι ελεγκτές εξέφρασαν την επιθυμία να εξετάσουν τα έγγραφα και τους υπολογιστές ορισμένων υπαλλήλων της Nexans France, και συγκεκριμένα του R. (αναπληρωτή γενικού διευθυντή και διευθυντή μάρκετινγκ – τμήμα «Υψηλή τάση»), του B. (γενικού διευθυντή – τμήμα «Υψηλή τάση») και του J. (διευθυντή πωλήσεων και μάρκετινγκ του εμπορικού τμήματος «Επίγεια υψηλή τάση»). Οι ελεγκτές ενημερώθηκαν ότι ο J. απουσιάζει σε ταξίδι και έχει μαζί του τον υπολογιστή του, και ότι επρόκειτο να επιστρέψει την Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009.

44

Οι ελεγκτές εξέτασαν καταρχάς έγγραφα στα γραφεία των R., B. και J., καθώς και στο γραφείο της κοινής βοηθού τους. Εν συνεχεία, μετέφεραν τους υπολογιστές των R., B. και D. (διευθυντή έργου – τμήμα «Υψηλή τάση») στην αίθουσα συσκέψεων που είχε τεθεί στη διάθεσή τους. Κάνοντας χρήση ψηφιακής τεχνολογίας έρευνας (στο εξής: FIT), έλαβαν αντίγραφα-εικόνες των σκληρών δίσκων των υπολογιστών αυτών και προέβησαν στην ευρετηρίασή τους, η οποία επρόκειτο να ολοκληρωθεί την επομένη. Στο τέλος της πρώτης ημέρας του ελέγχου, το γραφείο του J. και η αίθουσα συσκέψεων που είχε τεθεί στη διάθεση των ελεγκτών σφραγίστηκαν. Τη δεύτερη ημέρα του ελέγχου, συνεχίστηκε η αναζήτηση πληροφοριών στα εν λόγω αντίγραφα-εικόνες. Στο τέλος της ημέρας, η αίθουσα συσκέψεων που είχε τεθεί στη διάθεση των ελεγκτών σφραγίστηκε εκ νέου.

45

Την τρίτη ημέρα του ελέγχου, οι ελεγκτές μπόρεσαν να εξετάσουν τον φορητό υπολογιστή του J., ο οποίος είχε επιστρέψει στο γραφείο. Αρχικώς, δεν πραγματοποιήθηκε αντίγραφο-εικόνα του περιεχομένου του εν λόγω υπολογιστή, πλην όμως, χάρη στη χρήση της FIT, κατέστη δυνατό να εξεταστούν αρχεία, έγγραφα και ηλεκτρονικές επιστολές που είχαν απαλειφθεί από τον σκληρό δίσκο του υπολογιστή και να διαπιστωθεί ότι τα έγγραφα αυτά ήταν χρήσιμα για την έρευνα. Οι ελεγκτές αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν αντίγραφο-εικόνα του συγκεκριμένου σκληρού δίσκου. Ωστόσο, κατά το χρονικό αυτό σημείο της έρευνας, δεν είχαν στη διάθεσή τους επαρκή χρόνο για να πραγματοποιήσουν το αντίγραφο αυτό. Αποφάσισαν, λοιπόν, να πραγματοποιήσουν αντίγραφα των δεδομένων που είχαν επιλέξει και να τα αποθηκεύσουν σε ψηφιακά μέσα καταχώρισης δεδομένων (στο εξής: SIED), τα οποία σκόπευαν να μεταφέρουν στις Βρυξέλλες. Επρόκειτο για δύο ομάδες ηλεκτρονικών επιστολών που εντοπίστηκαν στον φορητό υπολογιστή του J. και καταχωρίστηκαν σε SIED με την ονομασία JABR 12 και JABR 13. Πραγματοποίησαν ακόμη αντίγραφα ομάδων ηλεκτρονικών επιστολών που εντοπίστηκαν στον υπολογιστή του R., τα οποία αποθήκευσαν σε δύο SIED με την ονομασία JABR 14 και JABR 15. Τα τέσσερα αυτά SIED τοποθετήθηκαν σε φακέλους, οι οποίοι σφραγίστηκαν και επί των οποίων υπέγραψε εκπρόσωπος των προσφευγουσών. Οι σφραγισμένοι φάκελοι μεταφέρθηκαν στα γραφεία της Επιτροπής στις Βρυξέλλες. Ο υπολογιστής του J., καθώς και ένα SIED που βρέθηκε στο γραφείο του, το οποίο περιέχει έγγραφα προστατευόμενα με κωδικό πρόσβασης τοποθετήθηκαν σε ερμάριο το οποίο σφραγίστηκε από τους ελεγκτές. Οι σκληροί δίσκοι των υπολογιστών της Επιτροπής που χρησιμοποιήθηκαν για την έρευνα σβήστηκαν και δεν περιείχαν πλέον κανένα από τα αρχεία που κατασχέθηκαν κατά τον έλεγχο. Τέλος, οι ελεγκτές ενημέρωσαν τις προσφεύγουσες ότι θα τους γνωστοποιήσουν την ημερομηνία κατά την οποία θα συνεχιστεί ο έλεγχος. Οι προσφεύγουσες ανέφεραν ότι είναι προτιμότερο η εξέταση του σκληρού δίσκου του υπολογιστή του C. να πραγματοποιηθεί στους χώρους της Nexans France και όχι στα γραφεία της Επιτροπής.

46

Οι ελεγκτές επανήλθαν στα γραφεία της Nexans France την Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009. Άνοιξαν το σφραγισμένο ερμάριο όπου είχε τοποθετηθεί το SIED που είχε βρεθεί στο γραφείο του J., καθώς και ο υπολογιστής του. Εξέτασαν επιτόπου το SIED, εκτύπωσαν και κράτησαν δύο έγγραφα από αυτό και το επέστρεψαν στους εκπροσώπους των προσφευγουσών. Εν συνεχεία, πραγματοποίησαν τρία αντίγραφα-εικόνες του σκληρού δίσκου του υπολογιστή του J., τα οποία αποθήκευσαν σε τρία SIED. Οι ελεγκτές παρέδωσαν ένα από τα τρία SIED στους εκπροσώπους των προσφευγουσών κατόπιν αιτήματός τους και τοποθέτησαν τα δύο άλλα σε σφραγισμένους φακέλους τους οποίους μετέφεραν στις Βρυξέλλες, παρά την εκ μέρους των προσφευγουσών αμφισβήτηση της νομιμότητας της διαδικασίας αυτής. Οι ελεγκτές ανέφεραν ότι οι σφραγισμένοι φάκελοι θα ανοιχθούν μόνο στα γραφεία της Επιτροπής παρουσία εκπροσώπων των προσφευγουσών.

47

Οι σφραγισμένοι φάκελοι με τα SIED που κατέσχεσε η Επιτροπή ανοίχθηκαν στα γραφεία της στις Βρυξέλλες στις 2 Μαρτίου 2009 παρουσία των δικηγόρων των προσφευγουσών. Τα έγγραφα τα οποία περιείχαν τα SIED εξετάστηκαν και οι ελεγκτές εκτύπωσαν αυτά που θεώρησαν σημαντικά για την έρευνα. Δεύτερο εκτυπωμένο αντίγραφο, καθώς και κατάλογος των εγγράφων αυτών παραδόθηκαν στους δικηγόρους των προσφευγουσών. Η εξέταση όλων των καταχωρισμένων στα επίμαχα SIED δεδομένων διάρκεσε οκτώ εργάσιμες ημέρες και περατώθηκε στις 11 Μαρτίου 2009. Το γραφείο εντός του οποίου εξετάστηκαν τα έγγραφα και τα SIED σφραγιζόταν στο τέλος κάθε εργάσιμης ημέρας και άνοιγε εκ νέου την επομένη, πάντοτε παρουσία των δικηγόρων των προσφευγουσών. Στο τέλος των εργασιών αυτών, οι σκληροί δίσκοι των υπολογιστών στους οποίους εργάστηκαν οι ελεγκτές της Επιτροπής σβήστηκαν.

β)   Σχετικά με την έλλειψη νομικής βάσης των επίμαχων μέτρων

48

Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι η πραγματοποίηση αντιγράφου-εικόνας του σκληρού δίσκου του υπολογιστή του J., καθώς και αντιγράφων ομάδων ηλεκτρονικών επιστολών που εντοπίστηκαν στον εν λόγω υπολογιστή, καθώς και σε αυτόν του R., προκειμένου να αναζητηθούν σε μεταγενέστερο χρόνο στα γραφεία της Επιτροπής έγγραφα σχετικά με την έρευνα, συνιστά υπέρβαση, εκ μέρους των υπαλλήλων της Επιτροπής, των εξουσιών που της απονέμει το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003.

49

Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, κατά το άρθρο 4 του κανονισμού 1/2003, «[για] την εφαρμογή των άρθρων [101] και [102] της συνθήκης, η Επιτροπή διαθέτει τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό».

50

Το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 ορίζει ότι, προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται βάσει του κανονισμού, η Επιτροπή δύναται να διενεργεί κάθε αναγκαίο έλεγχο σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων.

51

Όσον αφορά τις εξουσίες που διαθέτει η Επιτροπή για τη διενέργεια ελέγχου, το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή για τη διενέργεια ελέγχου έχουν την εξουσία:

[…]

β)

να ελέγχουν τα βιβλία καθώς και κάθε άλλο έγγραφο επαγγελματικής δραστηριότητας, ανεξαρτήτως της μορφής αποθήκευσής του·

γ)

να λαμβάνουν ή να αποκτούν υπό οποιαδήποτε μορφή αντίγραφο ή απόσπασμα των εν λόγω βιβλίων και εγγράφων·

δ)

να σφραγίζουν οποιονδήποτε επαγγελματικό χώρο και βιβλία ή έγγραφα κατά την περίοδο και στο βαθμό που απαιτούνται για τον έλεγχο·

[…]».

52

Εν προκειμένω, διευκρινίζεται ότι η πρακτική που συνίσταται στην πραγματοποίηση αντιγράφου-εικόνας του σκληρού δίσκου υπολογιστή ή στην αντιγραφή δεδομένων αποθηκευμένων σε μέσο αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων εντάσσεται στο πλαίσιο της χρήσης FIT από τους υπαλλήλους της Επιτροπής κατά τη διενέργεια ελέγχων. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει η Επιτροπή στα δικόγραφά της, χωρίς οι προσφεύγουσες να την αντικρούσουν, η τεχνολογία αυτή συνίσταται στην αναζήτηση στον σκληρό δίσκο ενός υπολογιστή ή σε κάθε άλλο μέσο αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων, διά της χρήσεως ειδικού λογισμικού, πληροφοριών σχετιζόμενων με το αντικείμενο της έρευνας βάσει λέξεων-κλειδιών. Απαραίτητο στάδιο πριν από την αναζήτηση αυτή είναι η λεγόμενη «ευρετηρίαση», κατά την οποία το λογισμικό δημιουργεί κατάλογο όλων των γραμμάτων και των λέξεων που περιλαμβάνονται στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή ή σε άλλο ψηφιακό μέσο αποθήκευσης δεδομένων που αποτελεί αντικείμενο ελέγχου. Η διάρκεια της ευρετηρίασης εξαρτάται από το μέγεθος ψηφιακού μέσου, αλλά συνήθως απαιτείται σημαντικός χρόνος. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι υπάλληλοι της Επιτροπής πραγματοποιούν κατά κανόνα αντίγραφο των δεδομένων στο μέσο αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων της ελεγχόμενης επιχείρησης προκειμένου να πραγματοποιηθεί η ευρετηρίαση των δεδομένων αυτών. Στην περίπτωση σκληρού δίσκου υπολογιστή, λαμβάνεται συνήθως αντίγραφο-εικόνα. Το αντίγραφο-εικόνα αποτελεί ακριβές αντίγραφο του σκληρού δίσκου που αποτελεί αντικείμενο ελέγχου και περιέχει όλα τα περιεχόμενα στον δίσκο αυτόν δεδομένα κατά τον χρόνο πραγματοποίησης του αντιγράφου, περιλαμβανομένων και των αρχείων που έχουν φαινομενικά διαγραφεί.

53

Συναφώς, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι, κατά το μέτρο που, αφενός, όπως διευκρινίζεται με τη σκέψη 52 ανωτέρω, το αντίγραφο των δεδομένων που αποθηκεύονται σε μέσο αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων της υποκείμενης σε έλεγχο επιχείρησης πραγματοποιείται με σκοπό την ευρετηρίαση και, αφετέρου, η ευρετηρίαση αυτή καθιστά εν συνεχεία δυνατή την αναζήτηση σχετικών με την έρευνα εγγράφων, η πραγματοποίηση ενός τέτοιου αντιγράφου εμπίπτει στις εξουσίες που απονέμει στην Επιτροπή το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 1/2003.

54

Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, από το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 1/2003 δεν προκύπτει ότι η εξουσία της Επιτροπής να λαμβάνει ή να αποκτά αντίγραφο ή απόσπασμα των βιβλίων και εγγράφων της ελεγχόμενης επιχείρησης περιορίζεται στα βιβλία και επαγγελματικά έγγραφα που έχουν ήδη ελεγχθεί.

55

Επισημαίνεται, ακόμη, ότι η υποστηριζόμενη από τις προσφεύγουσες ερμηνεία θα εξουδετέρωνε την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 20, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 1/2003, κατά το μέτρο που, σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως η εξεταζόμενη εν προκειμένω, ο έλεγχος των βιβλίων και των επαγγελματικών εγγράφων της ελεγχόμενης επιχείρησης ενδεχομένως προϋποθέτει ή διευκολύνεται με την προηγούμενη πραγματοποίηση αντιγράφων των εν λόγω βιβλίων και εγγράφων.

56

Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι, εφόσον η πραγματοποίηση αντιγράφου-εικόνας του σκληρού δίσκου του υπολογιστή του J. και αντιγράφων ομάδων ηλεκτρονικών επιστολών που εντοπίστηκαν στον υπολογιστή αυτόν και στον υπολογιστή του R. εντάσσεται στο πλαίσιο της χρήσης της FIT από υπαλλήλους της Επιτροπής, με σκοπό την αναζήτηση σχετικών με την έρευνα πληροφοριών, η πραγματοποίηση αντιγράφων εμπίπτει στις εξουσίες που προβλέπει το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 1/2003.

57

Δεύτερον, εφόσον θεωρηθεί ότι, με την επιχειρηματολογία τους, οι προσφεύγουσες παραπονούνται ότι οι υπάλληλοι της Επιτροπής συμπεριέλαβαν στον φάκελο της έρευνας αντίγραφα ομάδων ηλεκτρονικών επιστολών που εντοπίστηκαν στον υπολογιστή του R. και στον υπολογιστή του J., καθώς και αντίγραφο-εικόνα του σκληρού δίσκου του εν λόγω υπολογιστή, χωρίς προηγουμένως να εξετάσουν εάν τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στα προαναφερθέντα αντίγραφα έχουν σχέση με το αντικείμενο του ελέγχου, η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.

58

Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 42 έως 47 ανωτέρω, η Επιτροπή συμπεριέλαβε εν τέλει τις εκτυπώσεις των εγγράφων που περιλαμβάνονται στα αντίγραφα ομάδων ηλεκτρονικών επιστολών που εντοπίστηκαν στον υπολογιστή του R. και στον υπολογιστή του J., καθώς και στο αντίγραφο-εικόνα του σκληρού δίσκου του εν λόγω υπολογιστή στον φάκελο της έρευνας, μόνον αφού διαπίστωσε, κατά την εξέταση των εγγράφων αυτών στα γραφεία της Επιτροπής στις Βρυξέλλες και παρουσία εκπροσώπων των προσφευγουσών, ότι ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα σχετίζονται εκ πρώτης όψεως με το αντικείμενο του ελέγχου.

59

Διαπιστώνεται, συνεπώς, ότι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, οι υπάλληλοι της Επιτροπής δεν προσέθεσαν απευθείας στον φάκελο της έρευνας τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στα αντίγραφα ομάδων ηλεκτρονικών επιστολών που εντοπίστηκαν στον υπολογιστή του R. και στον υπολογιστή του J., καθώς και στο αντίγραφο-εικόνα του σκληρού δίσκου του εν λόγω υπολογιστή στον φάκελο της έρευνας, χωρίς προηγουμένως να εξετάσουν τη σχέση τους με το αντικείμενο του ελέγχου.

60

Τρίτον, όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι οι υπάλληλοι της Επιτροπής δεν είχαν την εξουσία να διενεργήσουν, στα γραφεία της Επιτροπής, αναζήτηση σχετικών με την έρευνα πληροφοριών που περιλαμβάνονται στο αντίγραφο-εικόνα του σκληρού δίσκου του υπολογιστή του J., καθώς και στα αντίγραφα ομάδων ηλεκτρονικών επιστολών που εντοπίστηκαν στον υπολογιστή αυτόν και στον υπολογιστή του R., επισημαίνεται ότι το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1/2003 δεν επιτάσσει, όπως διατείνονται οι προσφεύγουσες, να διενεργείται ο έλεγχος των βιβλίων ή των επαγγελματικών εγγράφων των ελεγχόμενων επιχειρήσεων αποκλειστικά στα γραφεία τους, σε περίπτωση που, όπως συνέβη εν προκειμένω, δεν κατέστη δυνατό να ολοκληρωθεί ο έλεγχος αυτός εντός του χρόνου που είχε αρχικά προβλεφθεί. Υποχρεώνει μόνον την Επιτροπή να διασφαλίζει έναντι των ελεγχόμενων επιχειρήσεων, κατά την εξέταση των εγγράφων στα γραφεία της, εγγυήσεις όμοιες με αυτές που ισχύουν κατά τον επιτόπιο έλεγχο.

61

Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, οι προσφεύγουσες παραδέχτηκαν ότι δεν προσάπτουν στην Επιτροπή ότι, κατά τον διενεργηθέντα στα γραφεία της στις Βρυξέλλες έλεγχο του αντιγράφου-εικόνας του σκληρού δίσκου του υπολογιστή του J. και των αντιγράφων ομάδων ηλεκτρονικών επιστολών που εντοπίστηκαν στον υπολογιστή αυτόν, καθώς και στον υπολογιστή του R., ενήργησε διαφορετικά απ’ ό,τι θα ενεργούσε εάν η εξέταση αυτή είχε διενεργηθεί στα γραφεία των προσφευγουσών. Οι προσφεύγουσες προέβαλαν μόνον ότι, λόγω της διενέργειας του ελέγχου στα γραφεία της Επιτροπής, στερήθηκαν τη συνδρομή των υπαλλήλων τους που είχαν τη δυνατότητα να παράσχουν στην Επιτροπή διευκρινίσεις σχετικά με τα εξετασθέντα κατά τον έλεγχο έγγραφα.

62

Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι οι προσφεύγουσες δεν προβάλλουν ότι η Επιτροπή δεν δέχθηκε να επικουρούνται οι εκπρόσωποί τους από υπαλλήλους τους κατά την εξέταση των επίμαχων αντιγράφων στα γραφεία της Επιτροπής.

63

Σε κάθε περίπτωση, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από την έκθεση των πραγματικών περιστατικών στις σκέψεις 46 και 47 ανωτέρω, τα εν λόγω αντίγραφα μεταφέρθηκαν στις Βρυξέλλες μέσα σε σφραγισμένους φακέλους, ότι το άνοιγμα των φακέλων που περιείχαν τα αντίγραφα και η εξέτασή τους πραγματοποιήθηκε σε ημερομηνία που συμφωνήθηκε με τις προσφεύγουσες και παρουσία των εκπροσώπων τους, ότι τα γραφεία της Επιτροπής όπου διενεργήθηκε η εξέταση προστατεύονταν καταλλήλως διά της σφραγίσεώς τους, ότι τα έγγραφα που αντλήθηκαν από τα δεδομένα και τα οποία η Επιτροπή αποφάσισε να περιλάβει στον φάκελο της έρευνας εκτυπώθηκαν και καταχωρίσθηκαν σε κατάλογο, ότι στις προσφεύγουσες δόθηκε αντίγραφο των εγγράφων αυτών και ότι, μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης, το αντίγραφο-εικόνα του σκληρού δίσκου του υπολογιστή του J. και τα αντίγραφα ομάδων ηλεκτρονικών επιστολών που εντοπίστηκαν στον υπολογιστή αυτόν, καθώς και στον υπολογιστή του R., διαγράφηκαν οριστικά.

64

Βάσει των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν υπερέβη, κατά τον έλεγχο, τις εξουσίες που της απονέμει το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. Επομένως, η σχετική αιτίαση των προσφευγουσών κρίνεται απορριπτέα.

γ)   Σχετικά με την παραβίαση της απόφασης περί διενέργειας ελέγχου

65

Όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η αναζήτηση, στα γραφεία της Επιτροπής στις Βρυξέλλες, πληροφοριών σχετικών με την έρευνα στο αντίγραφο-εικόνα του σκληρού δίσκου του υπολογιστή του J., καθώς και στα αντίγραφα ομάδων ηλεκτρονικών επιστολών που εντοπίστηκαν στον υπολογιστή αυτόν, καθώς και στον υπολογιστή του R., συνιστά παραβίαση, εκ μέρους της Επιτροπής, του γεωγραφικού και του χρονικού πεδίου εφαρμογής της απόφασης περί διενέργειας ελέγχου, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αιτιολογία της απόφασης αυτής οριοθετεί το πεδίο ισχύος των εξουσιών που διαθέτουν οι υπάλληλοι της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 (απόφαση της 18ης Ιουνίου 2015, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑583/13 P, EU:C:2015:404, σκέψη 60).

66

Εν προκειμένω, όσον αφορά, αφενός, το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της απόφασης περί διενέργειας ελέγχου, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω απόφασης έχει ως εξής:

«Ο έλεγχος δύναται να διενεργηθεί σε όλους τους χώρους που ελέγχονται από την επιχείρηση, και ιδίως στα γραφεία που βρίσκονται στην ακόλουθη διεύθυνση: 4-10 Rue Mozart, 92110 Clichy, France.»

67

Συνεπώς, από την απόφαση περί διενέργειας ελέγχου προκύπτει ότι ο έλεγχος «μπορεί» να διενεργηθεί σε «όλες τους χώρους που ελέγχονται» από τις προσφεύγουσες, και ιδίως στα γραφεία τους στο Clichy, αλλά όχι, όπως διατείνονται οι προσφεύγουσες, ότι μπορεί να διενεργηθεί αποκλειστικά στους χώρους αυτούς, αποκλειομένης συνεπώς της δυνατότητας της Επιτροπής να συνεχίσει τον έλεγχο στις Βρυξέλλες.

68

Όσον αφορά, αφετέρου, το χρονικό πεδίο εφαρμογής της απόφασης περί διενέργειας ελέγχου, επισημαίνεται ότι στο άρθρο 2 της απόφασης αυτής ορίζεται η ημερομηνία από την οποία μπορούσε να πραγματοποιηθεί ο έλεγχος, χωρίς όμως να ορίζεται η ημερομηνία περάτωσής του.

69

Βέβαια, το γεγονός ότι δεν ορίζεται ημερομηνία περάτωσης του ελέγχου δεν σημαίνει ότι ο έλεγχος μπορεί να διαρκέσει επ’ αόριστον, δεδομένου ότι η Επιτροπή υποχρεούται, συναφώς, να τηρεί εύλογη προθεσμία, σύμφωνα με το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη.

70

Ωστόσο, εν προκειμένω διαπιστώνεται ότι, στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες δεν υποστηρίζουν ότι δεν ήταν εύλογο το χρονικό διάστημα του ενός μηνός που μεσολάβησε μεταξύ, αφενός, του ελέγχου που διενεργήθηκε στους χώρους των προσφευγουσών και, αφετέρου, της συνέχισης του ελέγχου αυτού στις Βρυξέλλες.

71

Επομένως, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, δεν ήταν αντίθετη στην απόφαση περί διενέργειας ελέγχου η συνέχιση, από τους υπαλλήλους της Επιτροπής στα γραφεία της στις Βρυξέλλες, της αναζήτησης σχετικών με την έρευνα στοιχείων στα αντίγραφα-εικόνες των σκληρών δίσκων των υπολογιστών ορισμένων υπαλλήλων της Nexans France.

72

Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν παραβίασε το πεδίο εφαρμογής της απόφασης περί διενέργειας ελέγχου, λαμβάνοντας τα επίμαχα μέτρα κατά τη διεξαγωγή του ελέγχου. Συνεπώς, οι σχετικές αιτιάσεις των προσφευγουσών κρίνονται απορριπτέες.

δ)   Σχετικά με τα περί προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας

73

Οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι, λόγω της αναστολής των εργασιών αναζήτησης εγγράφων σχετικών με το αντικείμενο του ελέγχου από τις 3 Φεβρουαρίου 2009 έως τις 2 Μαρτίου 2009, ημερομηνία κατά την οποία οι σφραγισμένοι φάκελοι με τα ψηφιακά μέσα στα οποία είχε αντιγραφεί το σύνολο ηλεκτρονικών επιστολών ορισμένων υπαλλήλων της Nexans France και το αντίγραφο-εικόνα του σκληρού δίσκου του υπολογιστή του J., στερήθηκαν τη δυνατότητα να εξετάσουν σοβαρά το ενδεχόμενο υποβολής αίτησης απαλλαγής από το πρόστιμο, διότι, κατά το διάστημα αυτό, δεν ήταν δυνατόν να εκτιμήσουν ποια στοιχεία με πρόσθετη αποδεικτική αξία θα μπορούσαν να εισφέρουν σε αυτά που είχε ήδη συλλέξει η Επιτροπή. Η Επιτροπή προσέβαλε, ως εκ τούτου, τα δικαιώματά τους άμυνας.

74

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 10 της ανακοίνωσης περί επιείκειας, δεν χορηγείται απαλλαγή από το πρόστιμο εάν, «κατά τον χρόνο υποβολής [πληροφοριών και των αποδεικτικών στοιχείων], η Επιτροπή διέθετε ήδη επαρκείς αποδείξεις ώστε να εκδώσει απόφαση για διεξαγωγή ελέγχου σχετικά με την πιθανολογούμενη σύμπραξη ή είχε ήδη πραγματοποιήσει σχετικό έλεγχο».

75

Εν προκειμένω, πάντως, όπως επιβεβαιώθηκε με τη σκέψη 93 της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Νοεμβρίου 2012, Nexans France και Nexans κατά Επιτροπής (T‑135/09, EU:T:2012:596), η Επιτροπή διέθετε επαρκείς αποδείξεις όσον αφορά τα υποβρύχια και υπόγεια ηλεκτρικά καλώδια υψηλής τάσης, προκειμένου να διατάξει τη διενέργεια ελέγχου στους χώρους της Nexans. Συνεπώς, οι προσφεύγουσες δεν θα μπορούσαν να τύχουν απαλλαγής από το πρόστιμο βάσει της ανακοίνωσης περί επιείκειας.

76

Βέβαια, σύμφωνα με την παράγραφο 23 της ανακοίνωσης περί επιείκειας, οι επιχειρήσεις που αποκαλύπτουν τη συμμετοχή τους σε πιθανολογούμενη σύμπραξη που θίγει την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις μείωσης του προστίμου, μπορούν παρά ταύτα να τύχουν μείωσης του προστίμου που διαφορετικά θα τους επιβαλλόταν. Κατά την παράγραφο 24 της ανακοίνωσης, για να μπορεί να ζητήσει μια τέτοια μείωση του προστίμου, η επιχείρηση οφείλει να προσκομίσει στην Επιτροπή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την πιθανολογούμενη παράβαση, τα οποία έχουν σημαντική πρόσθετη αποδεικτική αξία σε σχέση με τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει ήδη στην κατοχή της η Επιτροπή.

77

Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι οι προσφεύγουσες εξακολούθησαν να έχουν στην κατοχή τους τα δεδομένα των οποίων αντίγραφο πραγματοποίησαν οι υπάλληλοι της Επιτροπής. Συνεπώς μπορούσαν κάλλιστα να εντοπίσουν τις πληροφορίες που δεν περιλαμβάνονταν στα εν λόγω ψηφιακά αντίγραφα και οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν, όσον αφορά το αντικείμενο του ελέγχου, σημαντική πρόσθετη αποδεικτική αξία σε σχέση με τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε ήδη στην κατοχή της η Επιτροπή.

78

Εξάλλου, ακόμη και αν, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή είχε ήδη στην κατοχή της σκληρούς δίσκους που περιείχαν πληροφορίες τις οποίες θα μπορούσαν να προσκομίσουν με την αίτησή τους απαλλαγής από το πρόστιμο, υπενθυμίζεται, εκ νέου, ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή πραγματοποίησε αντίγραφα του συνόλου των ηλεκτρονικών επιστολών ορισμένων υπαλλήλων της Nexans France και αντίγραφο-εικόνα του σκληρού δίσκου του υπολογιστή του J. δεν σημαίνει ότι είχε ελέγξει το περιεχόμενό τους και ότι είχε ήδη πρόσβαση στις πληροφορίες που περιείχαν. Πράγματι, ο έλεγχος αυτός συνεχίστηκε μόνο μετά την εξαγωγή των εν λόγω αντιγράφων από τους σφραγισμένους φακέλους στις Βρυξέλλες. Στο πλαίσιο αυτό, οι προσφεύγουσες είχαν ακόμη τη δυνατότητα να εξετάσουν το περιεχόμενο του σκληρού δίσκου και των ηλεκτρονικών επιστολών και να ενημερώσουν την Επιτροπή σχετικά με τα έγγραφα ή τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν πρόσθετη αποδεικτική αξία σε σχέση με τα άλλα στοιχεία που είχε ήδη συλλέξει η Επιτροπή στο πλαίσιο της έρευνας.

79

Επομένως, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή δεν τους στέρησε τη δυνατότητα να αξιολογήσουν το ενδεχόμενο υποβολής αίτησης απαλλαγής από το πρόστιμο.

80

Κατά το μέτρο που οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι προσβλήθηκαν τα δικαιώματά τους άμυνας, υπενθυμίζεται ότι η λήψη μέτρων διεξαγωγής έρευνας από την Επιτροπή κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, όπως είναι ιδίως τα μέτρα προς εξακρίβωση στοιχείων και οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών, σημαίνει, λόγω της φύσεως των μέτρων αυτών, ότι η Επιτροπή υποπτεύεται ότι έχει διαπραχθεί παράβαση, τα δε μέτρα αυτά ενδέχεται να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην κατάσταση των επιχειρήσεων κατά των οποίων στρέφονται οι υπόνοιες. Επομένως, πρέπει να αποφεύγεται η ανεπανόρθωτη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας κατά το στάδιο αυτό της διοικητικής διαδικασίας, δεδομένου ότι τα λαμβανόμενα μέτρα διεξαγωγής έρευνας ενδέχεται να έχουν καθοριστική σημασία για την απόδειξη του παράνομου χαρακτήρα ενεργειών συγκεκριμένης επιχείρησης οι οποίες είναι ικανές να στοιχειοθετήσουν την ευθύνη της επιχείρησης αυτής (βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Orange κατά Επιτροπής, T‑402/13, EU:T:2014:991, σκέψη 79 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

81

Εν προκειμένω, όμως, το γεγονός ότι τα εν λόγω ηλεκτρονικά δεδομένα δεν εξετάστηκαν στα γραφεία της Nexans France στο Clichy, αλλά στα γραφεία της Επιτροπής στις Βρυξέλλες, δεν ασκεί αφεαυτού επιρροή όσον αφορά τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας των προσφευγουσών, δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται ότι τα SIED στα οποία καταχωρίσθηκαν τα αντίγραφα των επίμαχων ηλεκτρονικών δεδομένων μεταφέρθηκαν στις Βρυξέλλες σε σφραγισμένους φακέλους, το άνοιγμα των φακέλων που περιείχαν τα SIED πραγματοποιήθηκε σε ημερομηνία που συμφωνήθηκε με τις προσφεύγουσες και παρουσία των εκπροσώπων τους, τα γραφεία της Επιτροπής όπου διενεργήθηκε η εξέταση προστατεύονταν καταλλήλως διά της σφραγίσεώς τους, τα έγγραφα που αντλήθηκαν από τα δεδομένα και τα οποία η Επιτροπή αποφάσισε να περιλάβει στον φάκελο της έρευνας εκτυπώθηκαν και καταχωρίσθηκαν σε κατάλογο, στις προσφεύγουσες δόθηκε αντίγραφο των εγγράφων αυτών και, μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης, το περιεχόμενο των SIED και ηλεκτρονικών υπολογιστών που χρησιμοποιήθηκαν για την εξέτασή τους διαγράφηκαν οριστικά.

82

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η αιτίαση των προσφευγουσών περί προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας.

ε)   Σχετικά με τα περί παραβάσεως του άρθρου 20, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003

83

Οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή ότι συνέχισε την εξέταση του αντιγράφου ομάδων ηλεκτρονικών επιστολών ορισμένων υπαλλήλων της Nexans France και του αντιγράφου-εικόνας του σκληρού δίσκου του υπολογιστή του J. στα γραφεία της στις Βρυξέλλες, χωρίς να έχει ειδοποιήσει προηγουμένως την αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή του Βελγίου.

84

Συναφώς, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι, κατά το άρθρο 20 παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003, «[η] Επιτροπή εκδίδει τις [αποφάσεις περί διενέργειας ελέγχου] κατόπιν διαβούλευσης με την αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί ο έλεγχος» και, αφετέρου, ότι, κατά το άρθρο 20 παράγραφος 3, του ίδιου αυτού κανονισμού, «[η] Επιτροπή ενημερώνει την αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί ο έλεγχος σε εύθετο χρόνο πριν από τη διενέργεια αυτού».

85

Η ratio legis των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 20 του κανονισμού 1/2003, όπως εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 24 του κανονισμού, συνίσταται στο να έχουν οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές των κρατών μελών τη δυνατότητα να συνεργάζονται στενά με την Επιτροπή κατά την άσκηση των εξουσιών που αυτή αντλεί από το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού όσον αφορά τη διενέργεια ελέγχων.

86

Στο πλαίσιο αυτό, στο άρθρο 20, παράγραφος 5, του κανονισμού 1/2003 διευκρινίζεται ότι «[οι] υπάλληλοι, καθώς και οι εντεταλμένοι ή οι διορισθέντες από την αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί έλεγχος οφείλουν, κατ’ αίτηση της εν λόγω αρχής ή της Επιτροπής, να παρέχουν την ενεργό συνδρομή τους στους υπαλλήλους και στα λοιπά συνοδεύοντα άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή» και ότι, «[για] το σκοπό αυτό απολαύουν των εξουσιών που καθορίζονται στην παράγραφο 2».

87

Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή διαβουλεύθηκε με την Autorité de la concurrence (αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή, Γαλλία) πριν από την έκδοση της απόφασης περί διενέργειας ελέγχου. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι η Επιτροπή ενημέρωσε εγκαίρως την εν λόγω αρχή πριν τη διενέργεια του ελέγχου στα γραφεία της Nexans France. Δεν αμφισβητείται, περαιτέρω, ούτε ότι οι ελεγκτές της Επιτροπής συνοδεύονταν από εκπροσώπους της εν λόγω γαλλικής αρχής κατά τη διενέργεια του ελέγχου στα γραφεία της Nexans France.

88

Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή τήρησε, εν προκειμένω, τις επιταγές του άρθρου 20, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού 1/2003.

89

Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται από την επιχειρηματολογία των προσφευγουσών.

90

Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, από το άρθρο 20, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού 1/2003 δεν προκύπτει ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη «να διαβουλευθεί» ή να «ενημερώσει εγκαίρως» την αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή του Βελγίου όχι εφόσον σκόπευε, για πρακτικούς λόγους, να συνεχίσει στα γραφεία της στις Βρυξέλλες την εξέταση των εγγράφων που είχε αρχίσει στο πλαίσιο ελέγχου διενεργηθέντος βάσει του άρθρου 20 του κανονισμού 1/2003 στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, αλλά μόνον εφόσον σκόπευε να προβεί σε έλεγχο στα γραφεία επιχείρησης εδρεύουσας στο Βέλγιο.

91

Επομένως, η αιτίαση των προσφευγουσών περί παραβάσεως εκ μέρους της Επιτροπής του άρθρου 20, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού 1/2003 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

στ)   Σχετικά με τα περί παραβάσεως του άρθρου 7 του Χάρτη

92

Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι, στο μέτρο που τα επίδικα μέτρα υπερβαίνουν τις εξουσίες που απονέμει στην Επιτροπή ο κανονισμός 1/2003, τα μέτρα αυτά ήταν επίσης αντίθετα προς την ανάγκη προστασίας από αυθαίρετες ή δυσανάλογες παρεμβάσεις της δημόσιας αρχής στη σφαίρα της ιδιωτικής δραστηριότητας ενός προσώπου, φυσικού ή νομικού.

93

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όπως διαπιστώθηκε με τη σκέψη 64 ανωτέρω, τα επίμαχα μέτρα δεν υπερέβαιναν τις εξουσίες που απονέμει στην Επιτροπή ο κανονισμός 1/2003. Επομένως, κατά το μέτρο που οι προσφεύγουσες συνδέουν την αιτίαση περί παραβάσεως του άρθρου 7 του Χάρτη με την προηγούμενη διαπίστωση παράβασης του άρθρου 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

94

Κατά τα λοιπά, εφόσον θεωρηθεί ότι η αιτίαση περί παραβάσεως του άρθρου 7 του Χάρτη είναι αυτοτελής, επισημαίνεται ότι η σχετική επιχειρηματολογία των προσφευγουσών στηρίζεται σε παραδοχή όμοια με αυτή στην οποία στηρίζεται η επιχειρηματολογία περί παραβάσεως του άρθρου 20, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, σύμφωνα με την οποία οι υπάλληλοι της Επιτροπής πραγματοποίησαν αντίγραφα ομάδων ηλεκτρονικών επιστολών που εντοπίστηκαν στους υπολογιστές των R. και J., καθώς και αντίγραφο-εικόνα του σκληρού δίσκου του υπολογιστή του J. και συμπεριέλαβαν απευθείας τα αντίγραφα αυτά στον φάκελο της έρευνας, χωρίς προηγουμένως να εξακριβώσουν εάν τα έγγραφα που περιέχονταν σε αυτά ήταν σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας.

95

Όπως, όμως, διαπιστώθηκε με τις σκέψεις 48 έως 72 ανωτέρω, η παραδοχή αυτή είναι εσφαλμένη, οπότε η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών περί παραβάσεως του άρθρου 7 του Χάρτη κρίνεται αβάσιμη.

96

Είναι, συνεπώς, απορριπτέα η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών σύμφωνα με την οποία τα έγγραφα που κατέσχεσε η Επιτροπή κατά τον έλεγχο στα γραφεία τους δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν προς στήριξη της προσβαλλόμενης απόφασης, ως παρανόμως συλλεγέντα.

97

Είναι, επίσης, απορριπτέα η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών σύμφωνα με την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορούσε να στηριχθεί στα έγγραφα που κατέσχεσε η Επιτροπή κατά τον έλεγχο που διενήργησε στα γραφεία της Prysmian, επειδή η Επιτροπή χρησιμοποίησε την ίδια μέθοδο για τη συλλογή των εγγράφων αυτών με εκείνη που είχε χρησιμοποιήσει κατά τον έλεγχο που διενήργησε η Επιτροπή στα γραφεία της. Συγκεκριμένα, ακόμη και αν υποτεθεί, όπως απλώς διατείνονται οι προσφεύγουσες, ότι, για την προσθήκη των εγγράφων στον φάκελο μετά το πέρας του ελέγχου στα γραφεία της Prysmian ακολουθήθηκε η ίδια μέθοδος όπως η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση, αρκεί η επισήμανση ότι τα επιχειρήματα των προσφευγουσών περί παράνομου χαρακτήρα της μεθόδου αυτής έχουν απορριφθεί από το Γενικό Δικαστήριο ως αβάσιμα.

98

Από τις προηγηθείσες επισημάνσεις προκύπτει ότι τα επίμαχα αντίγραφα ηλεκτρονικών δεδομένων δεν αποκτήθηκαν παρανόμως και ότι, ως εκ τούτου, αντιθέτως προς ό,τι διατείνονται οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή μπορούσε νομίμως να τα χρησιμοποιήσει προς στήριξη των συμπερασμάτων της σχετικά με την ύπαρξη της διαπιστωθείσας με την προσβαλλόμενη απόφαση παράβασης.

99

Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

2.   Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά εσφαλμένη εκτίμηση κατά τον προσδιορισμό της ημερομηνίας έναρξης της συμμετοχής των προσφευγουσών στην παράβαση

100

Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι κακώς η Επιτροπή προσδιόρισε ως ημερομηνία έναρξης της συμμετοχής της Nexans France στην παράβαση την 13η Νοεμβρίου 2000. Θεωρούν ότι η συμμετοχή τους άρχισε στις 22 Φεβρουαρίου 2001, όταν ορισμένοι υπάλληλοι της Nexans, ήτοι οι R. και J., μετέσχον σε συνάντηση A/R στο Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο) με αντικείμενο την ανάθεση έργων υποβρύχιων και υπόγειων ηλεκτρικών καλωδίων.

101

Συναφώς, οι προσφεύγουσες προβάλλουν, αφενός, ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στον φάκελο, συνολικώς εξεταζόμενα, δεν αποδεικνύουν επαρκώς κατά νόμον τη συμμετοχή υπαλλήλων της Nexans France στη συνάντηση A/R της 29ης Νοεμβρίου 2000 στην Κουάλα Λουμπούρ (Μαλαισία).

102

Αφετέρου, οι προσφεύγουσες επισημαίνουν ότι, ενώ η Επιτροπή ορθώς θεωρεί ότι δεν υπέχουν ευθύνη για παράβαση προγενέστερη της 13ης Νοεμβρίου 2000, εντούτοις συνάγει τη συμμετοχή τους στην παράβαση μετά την ημερομηνία αυτή από το γεγονός ότι η παράβαση είχε ήδη τελεσθεί στις 18 Φεβρουαρίου 1999. Ωστόσο, παρά τα όσα αναφέρει η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 1064 της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδεικνύεται επαρκώς κατά νόμον η ύπαρξη της παράβασης αυτής τουλάχιστον από την ημερομηνία αυτή.

103

Καταρχάς, κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή επικαλείται, ως προς το ζήτημα αυτό, μόνον τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν από ορισμένους αιτούντες επιείκεια, ήτοι τις Sumitomo Electric Industries, Hitachi Cable και J‑Power Systems, τα οποία αποτελούν απλώς εξ ακοής αποδεικτικά στοιχεία, για την αξιοπιστία των οποίων η ίδια η Επιτροπή αμφιβάλλει. Οι δηλώσεις της ABB στο πλαίσιο της αιτήσεώς της επιείκειας, τις οποίες επικαλείται η Επιτροπή, επίσης στερούνται αξιοπιστίας.

104

Περαιτέρω, αντιθέτως προς ό,τι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι δηλώσεις στο πλαίσιο αιτήσεων επιείκειας που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή επιβεβαιώνουν ότι, κατά τη διάρκεια του 1999 και μέχρι τις αρχές του 2001, η σύμπραξη δεν υφίστατο ακόμη. Αφενός, οι περιλαμβανόμενες στον φάκελο αποδείξεις που έχουν προσκομιστεί από τις Sumitomo Electric Industries, Hitachi Cable και J‑Power Systems εμφαίνουν μόνον ότι ορισμένοι παραγωγοί ηλεκτρικών καλωδίων πραγματοποιούσαν συναντήσεις, χωρίς όμως να καταλήξουν σε συμφωνία. Αφετέρου, τα προσκομισθέντα από την ΑΒΒ αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύουν απλώς ότι υπήρξε απόπειρα νομότυπης και ευνοϊκής για τον ανταγωνισμό συνεργασίας στο πλαίσιο νόμιμης κοινοπραξίας.

105

Τέλος, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν την αποδεικτική αξία των άμεσων αποδεικτικών στοιχείων που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση προς επιβεβαίωση της ύπαρξης τη παράβασης από τις 18 Φεβρουαρίου 1999. Οι περισσότερες από τις αποδείξεις αυτές συνίστανται σε γενικόλογες και δυσνόητες καταχωρίσεις ημερολογίων, οι οποίες δεν παρέχουν πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο τυχόν συναντήσεων ή τους μετέχοντες σε αυτές.

106

Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα των προσφευγουσών.

107

Όσον αφορά την ημερομηνία που επέλεξε η Επιτροπή ως ημερομηνία έναρξης της συμμετοχής της Nexans France στην παράβαση, επισημαίνεται ότι τόσο η Nexans France όσο και η Nexans προήλθαν από τις σχετικές με τα ηλεκτρικά καλώδια δραστηριότητες του γαλλικού ομίλου που αποτελείτο από την [εμπιστευτικό] ( 1 ) και τις θυγατρικές της.

108

Συγκεκριμένα, στις 13 Νοεμβρίου 2000, μια θυγατρική της [εμπιστευτικό], η [εμπιστευτικό], μεταβίβασε το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων της στον κλάδο των υπόγειων ηλεκτρικών καλωδίων σε θυγατρική της με την επωνυμία Vivalec, η οποία κατόπιν μετονομάστηκε σε Nexans France. Στο πλαίσιο της μεταβίβασης αυτής δραστηριοτήτων, μετακινήθηκαν και ορισμένοι υπάλληλοι, όπως οι B., R. και J. Τους επόμενους μήνες, οι λοιπές σχετικές με τα ηλεκτρικά καλώδια δραστηριότητες των θυγατρικών της [εμπιστευτικό] μεταβιβάστηκαν σε νέα θυγατρική, με την επωνυμία [εμπιστευτικό]. Αργότερα, αλλά πριν από τις 12 Ιουνίου 2001, οι Nexans France και [εμπιστευτικό] πωλήθηκαν στη Nexans, τη νεοσύστατη θυγατρική της [εμπιστευτικό]. Στις 12 Ιουνίου 2001 η [εμπιστευτικό], η οποία μεταβίβασε σχεδόν το 80 % της συμμετοχής της στη Nexans, ενόψει της εισαγωγής της δεύτερης στο χρηματιστήριο, η οποία έπαυσε να ανήκει στον όμιλο [εμπιστευτικό], μεταβίβασε εν συνεχεία το σύνολο της συμμετοχής της στη Nexans, η οποία κατέστη επικεφαλής του ομίλου Nexans (αιτιολογικές σκέψεις 709 και 711 της προσβαλλόμενης απόφασης).

109

Στην προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή αναφέρει ότι, σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία, οι υπάλληλοι της [εμπιστευτικό] που μετακινήθηκαν στις 13 Νοεμβρίου 2000 στη Vivalec, κατόπιν Nexans France, είχαν άμεση συμμετοχή στην παράβαση από τις 18 Φεβρουαρίου 1999 έως τις 28 Ιανουαρίου 2009. Αποφάσισε να μην αποστείλει την ανακοίνωση αιτιάσεων στις εταιρίες του ομίλου που αποτελείτο από την [εμπιστευτικό] και τις θυγατρικές της. Επίσης, δεν διατύπωσε άποψη επί του ζητήματος της ευθύνης της Nexans France, ως διαδόχου της [εμπιστευτικό], για συμμετοχή στη σύμπραξη πριν από τις 13 Νοεμβρίου 2000. Αντιθέτως, αποφάσισε να επιλέξει την ημερομηνία αυτή ως ημερομηνία έναρξης της συμμετοχής της Nexans France στην παράβαση. Όσον αφορά τη Nexans, αυτή υπέχει ευθύνη ως μητρική εταιρία για τη συμπεριφορά της Nexans France μόνον από τις 12 Ιουνίου 2001 (αιτιολογικές σκέψεις 710, 711 και 912 της προσβαλλόμενης απόφασης).

110

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η ημερομηνία της 13ης Νοεμβρίου 2000, την οποία όρισε η Επιτροπή ως ημερομηνία έναρξης της συμμετοχής της Nexans France στην παράβαση, σηματοδοτεί στην πραγματικότητα μόνον τον χρόνο μεταβίβασης προς τη Vivalec, κατόπιν Nexans France, των δραστηριοτήτων της [εμπιστευτικό] που σχετίζονταν με την ήδη υφιστάμενη παράβαση, μεταβίβαση η οποία αφορούσε επίσης τη μετακίνηση των πλέον υψηλόβαθμων υπαλλήλων των εταιριών αυτών που ενέχονταν σε αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές, ήτοι των B., R. και J.

111

Επομένως, η εξέταση του βασίμου του υπό κρίση λόγου πρέπει να επικεντρωθεί στο ζήτημα εάν στις 13 Νοεμβρίου 2000 υφίστατο ήδη η παράβαση που αποτελεί αντικείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, την οποία η Επιτροπή έχει χαρακτηρίσει ως ενιαία και διαρκή, και εάν οι εμπλεκόμενοι υπάλληλοί της [εμπιστευτικό], οι οποίοι μετακινήθηκαν στη Vivalec, κατόπιν Nexans France, είχαν ήδη μετάσχει στην υλοποίησή της πριν από την ημερομηνία αυτή, οπότε η συμμετοχή τους στη συνάντηση A/R της 22ας Φεβρουαρίου 2001 στο Λονδίνο δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως συνέχεια των προγενέστερων αντίθετων στον ανταγωνισμό δραστηριοτήτων τους. Δεν είναι απαραίτητο, συναφώς, να εξεταστεί εάν η Επιτροπή ορθώς προσδιόρισε ως ημερομηνία έναρξης της παράβασης που αποτελεί αντικείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης την 18η Φεβρουαρίου 1999. Συγκεκριμένα, αυτό που εν προκειμένω έχει σημασία δεν είναι το ζήτημα εάν η παράβαση αυτή άρχισε στις 18 Φεβρουαρίου 1999, αλλά το ζήτημα εάν υφίστατο ήδη το αργότερο έως τις 13 Νοεμβρίου 2000 και εάν οι ως άνω υπάλληλοι είχαν εμπλακεί στην παράβαση πριν από την προαναφερθείσα συνάντηση.

112

Συναφώς, όσον αφορά, καταρχάς, την ύπαρξη της παράβασης πριν από τις 13 Νοεμβρίου 2000, από τις αιτιολογικές σκέψεις 137 έως 157 της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες παραπέμπουν στις δηλώσεις των Sumitomo Electric Industries, Hitachi Cable και J‑Power Systems στις οποίες οι εταιρίες αυτές προέβησαν στο πλαίσιο της κοινής τους αίτησης απαλλαγής από το πρόστιμο, καθώς και στα σύγχρονα των πραγματικών περιστατικών έγγραφα που προσκόμισαν στο πλαίσιο της αίτησης αυτής, προκύπτει ότι από τις 18 Φεβρουαρίου 1999 έως τις 22 Φεβρουαρίου 2001, οι εκπρόσωποι της [εμπιστευτικό], και πιο συγκεκριμένα οι J. και R., μετείχαν σε πλείονες συναντήσεις με αντικείμενο την εκπόνηση κανόνων ανάθεσης έργων υποβρύχιων και υπόγειων ηλεκτρικών καλωδίων σε διάφορες περιοχές του κόσμου ή την ανάθεση των έργων αυτών σε μετέχοντες στη σύμπραξη. Πρόκειται για τις συναντήσεις A/R στις 18 Φεβρουαρίου 1999 στη Ζυρίχη (Ελβετία), στις 24 Μαρτίου 1999 στην Κουάλα Λουμπούρ, στις 3 και 4 Ιουνίου 1999 στο Τόκιο (Ιαπωνία), στις 26 Ιουλίου 1999 στο Λονδίνο και στις 19 Οκτωβρίου 1999 στην Κουάλα Λουμπούρ. Όσον αφορά το έτος 2000, η Επιτροπή αναφέρθηκε στη διοργάνωση τεσσάρων συναντήσεων στις 1 και 2 Μαρτίου, στις 11 Μαΐου, τον Ιούλιο και στις 29 Νοεμβρίου (βλ. αιτιολογική σκέψη 146 και παράρτημα Ι της προσβαλλόμενης απόφασης). Διαπίστωσε, επίσης, ότι, σύμφωνα με τις σημειώσεις στην ατζέντα που προσκόμισαν οι Sumitomo Electric Industries, Hitachi Cable και J‑Power Systems, οι R. και J. είχαν μετάσχει στις συναντήσεις αυτές εξ ονόματος της [εμπιστευτικό] (αιτιολογική σκέψη 146 της προσβαλλόμενης απόφασης).

113

Όσον αφορά το περιεχόμενο των εν λόγω συναντήσεων, στα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία παραθέτει η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, ιδίως δε στις σημειώσεις από τις συναντήσεις, και των οποίων το περιεχόμενο παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, γίνεται λόγος για συζητήσεις με αντικείμενο την κατάρτιση συμφωνίας καταμερισμού των αγορών, και πιο συγκεκριμένα για την εφαρμογή της συμφωνίας περί «εθνικής περιοχής» και της συμφωνίας καταμερισμού των «περιοχών εξαγωγής» βάσει προκαθορισμένης ποσόστωσης. Η Επιτροπή επικαλείται επίσης αποδεικτικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν ότι αναθέσεις έργων πραγματοποιούνταν επίσης από το 1999. Συναφώς, παραθέτει, στην εν λόγω απόφαση, ένα υπόδειγμα φύλλου καταγραφής, του εγγράφου διά του οποίου γινόταν η καταγραφή και η διαχείριση των αναθέσεων των έργων ηλεκτρικών καλωδίων μεταξύ των διαφόρων μετεχόντων στη σύμπραξη. Κατ’ αυτήν, οι συζητήσεις κατά τις προαναφερθείσες συναντήσεις αφορούσαν επίσης τη δυνατότητα εμπλοκής στις συμφωνίες αυτές ορισμένων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, όπως οι ABB, Brugg Kabel και Sagem, καθώς και την ανάγκη ορισμού Ιάπωνα συντονιστή, προς εξασφάλιση αποτελεσματικής επικοινωνίας μεταξύ των δύο πλευρών της σύμπραξης.

114

Η Επιτροπή διαπιστώνει, περαιτέρω, ότι τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκόμισαν οι Sumitomo Electric Industries, Hitachi Cable και J‑Power Systems στο πλαίσιο της κοινής τους αίτησης απαλλαγής από το πρόστιμο και στα οποία στηρίχθηκε η απόδειξη της ύπαρξης της σύμπραξης πριν από τις 13 Νοεμβρίου 2000 επιβεβαιώνονταν από προφορικές δηλώσεις στις οποίες προέβη η ABB στο πλαίσιο της αίτησής της απαλλαγής από το πρόστιμο, καθώς και από σύγχρονα με τα πραγματικά περιστατικά έγγραφα, τα οποία προσκόμισε η εν λόγω εταιρία στο πλαίσιο της προαναφερθείσας αίτησής της. Παραπέμπει, συγκεκριμένα, στις αιτιολογικές σκέψεις 149 και 150 της προσβαλλόμενης απόφασης και στις δηλώσεις της ABB σχετικά με συνάντηση υπαλλήλου της εταιρίας αυτής με υπάλληλο της [εμπιστευτικό] τον Απρίλιο του 2000 και σε αντίποινα της Pirelli σε βάρος της ABB τον Μάιο του 2000, επειδή η ABB πέτυχε την ανάθεση έργου στην Ιταλία, περιοχή αποκλειστικής δράσης της Pirelli. Παραθέτει επίσης, στην αιτιολογική σκέψη 151 της απόφασης, το περιεχόμενο ηλεκτρονικής επιστολής και εσωτερικών σημειωμάτων, απ’ όπου επιβεβαιώνεται ότι τον Απρίλιο του 2000 η ABB είχε ήδη προσχωρήσει στη συμφωνία περί «εθνικής περιοχής» και είχε εμπλακεί στον συνακόλουθο καταμερισμό ευρωπαϊκών έργων μεταξύ των μελών R της σύμπραξης.

115

Περαιτέρω, τα αποδεικτικά στοιχεία που παραθέτει η Επιτροπή επιβεβαιώνουν επίσης ότι οι υπάλληλοι της [εμπιστευτικό] διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και τη λειτουργία των συμφωνιών που συνιστούν τη διαπιστωθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση. Όχι μόνο δραστηριοποιήθηκαν στο πλαίσιο της σύμπραξης ήδη από τη συνάντηση της 18ης Φεβρουαρίου 1999 στη Ζυρίχη, αλλά και, όπως προκύπτει από τις σημειώσεις από τη συνάντηση της 26ης Ιουλίου 1999 στο Λονδίνο, οι οποίες παρατίθενται στην αιτιολογική σκέψη 141 της εν λόγω απόφασης, ανέλαβαν τη δέσμευση να εμπλέξουν και άλλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στη σύμπραξη. Εξάλλου, όπως επισήμανε η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 154 της απόφασης αυτής, από τις προφορικές δηλώσεις των Sumitomo Electric Industries, Hitachi Cable και J‑Power Systems μπορεί να επιβεβαιωθεί ότι συντάκτης του φύλλου καταγραφής του Σεπτεμβρίου του 2000, το οποίο επικαλείται η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, ήταν ο J., στέλεχος της [εμπιστευτικό].

116

Επισημαίνεται ότι η ανάληψη των δραστηριοτήτων της [εμπιστευτικό] από τη Vivalec, κατόπιν Nexans France τον Νοέμβριο του 2000 δεν επέφερε μεταβολή του τρόπου λειτουργίας της σύμπραξης. Τα ίδια πρόσωπα εξακολούθησαν να εκπροσωπούν την επιχείρηση κατά τις συναντήσεις της σύμπραξης, ασκώντας τα ίδια καθήκοντα στο πλαίσιο της παράβασης. Συγκεκριμένα, μετά τον Νοέμβριο του 2000, ο J. εξακολούθησε να είναι αρμόδιος για την κατάρτιση και ενημέρωση των φύλλων καταγραφής και για να ασκεί καθήκοντα γραμματέα της «ομάδας R», αρμοδίου για τις επαφές με την «πλευρά A» της σύμπραξης (βλ., ιδίως, αιτιολογικές σκέψεις 94, 96, 99 και 211 της προσβαλλόμενης απόφασης).

117

Τέλος, επισημαίνεται ότι πρόκειται για ενιαία και διαρκή παράβαση και ότι στα αποδεικτικά στοιχεία που συνέλεξε η Επιτροπή δεν υπάρχει αναφορά σε διακοπή της σύμπραξης κατά το διάστημα από τις αρχές του 1999 έως τις αρχές του 2001. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει επίσης ότι οι εκπρόσωποι της [εμπιστευτικό], R. και J., ήταν παρόντες στις συναντήσεις της σύμπραξης τόσο το 1999 όσο και το 2000, μολονότι, όπως επισημαίνει η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 146 της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι πιθανό να μην ήταν παρόντες σε όλες τις συναντήσεις που διεξήχθησαν το 2000.

118

Το ενδεχόμενο να απουσίαζαν ορισμένοι υπάλληλοι της [εμπιστευτικό] από κάποια από τις συναντήσεις της σύμπραξης κατά τη διάρκεια του 2000 δεν δημιουργεί αμφιβολίες όσον αφορά τη συνέχεια της συμμετοχής της εν λόγω επιχείρησης στη σύμπραξη, λαμβανομένων ιδίως υπόψη του περιεχομένου των σημειώσεων από τη συνάντηση A/R της 22ας Φεβρουαρίου 2001 στο Λονδίνο, συνάντηση η οποία, κατά τις προσφεύγουσες, σηματοδοτεί την έναρξη της συμμετοχής της Nexans France στη σύμπραξη. Οι σημειώσεις αυτές περιλαμβάνουν κατάλογο παρόντων, στον οποίο, δίπλα από τα ονόματα των υπαλλήλων της Nexans J. και R., εμφανίζεται η λέξη «[εμπιστευτικό]», πράγμα που σημαίνει ότι πρόκειται για πρώην υπαλλήλους της «[εμπιστευτικό]. Εξάλλου, στις εν λόγω σημειώσεις υπάρχει αναφορά στην έναρξη των δραστηριοτήτων της Nexans France, διευκρινίζεται ότι η εισαγωγή της Nexans στο χρηματιστήριο αναβλήθηκε, αλλά είναι βέβαιη, και ότι η [εμπιστευτικό] έχει πλέον μετατραπεί σε επιχείρηση του κλάδου των τηλεπικοινωνιών. Επομένως, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, οι σημειώσεις από την προαναφερθείσα συνάντηση επιβεβαιώνουν ότι η συμμετοχή της Nexans France σε αυτήν αποτελεί απλώς συνέχεια των αντίθετων στον ανταγωνισμό δραστηριοτήτων στις οποίες επιδίδονταν οι J. και R., κατόπιν αναδιαρθρώσεως της δραστηριότητας της κατασκευής ηλεκτρικών καλωδίων εντός του ομίλου που αποτελείτο από την [εμπιστευτικό] και τις θυγατρικές της.

119

Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει, αφενός, ότι, το αργότερο έως τα μέσα του 2000, η σύμπραξη την οποία διαπίστωσε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση είχε ήδη υλοποιηθεί και ότι η [εμπιστευτικό], εκπροσωπούμενη κυρίως από τους R. και J., συγκαταλεγόταν στα ιδρυτικά της μέλη. Αφετέρου, προκύπτει ότι ορθώς η Επιτροπή δέχθηκε ότι η συμμετοχή της Nexans France στη σύμπραξη αποτελούσε απλώς τη συνέχεια πρακτικών τις οποίες εφάρμοζαν οι υπάλληλοι της [εμπιστευτικό] από τις αρχές του 1999. Ήταν, συνεπώς, ορθή η εκτίμηση της Επιτροπής ότι η συμμετοχή της Nexans France στη σύμπραξη άρχισε στις 13 Νοεμβρίου 2000, όταν η Vivalec, κατόπιν Nexans France, ανέλαβε τις δραστηριότητες της [εμπιστευτικό] στον κλάδο των υπόγειων ηλεκτρικών καλωδίων και μετακινήθηκαν σε αυτήν οι υπάλληλοι που εμπλέκονταν άμεσα στη σύμπραξη.

120

Τα επιχειρήματα των προσφευγουσών δεν είναι ικανά να κλονίσουν το συμπέρασμα αυτό.

121

Πρώτον, διαπιστώνεται ότι οι προσφεύγουσες παραθέτουν και εξετάζουν μεμονωμένα τα αποδεικτικά στοιχεία που συνέλεξε η Επιτροπή, επιχειρώντας να αμφισβητήσουν την αποδεικτική αξία τους. Εξετάζουν χωριστά τις δηλώσεις των αιτούντων επιείκεια και τα σύγχρονα με τα πραγματικά περιστατικά αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκόμισαν οι αιτούντες αυτοί στο πλαίσιο των αιτήσεών τους.

122

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή υποχρεούται μεν να παραθέτει συγκεκριμένα και συγκλίνοντα στοιχεία που να αποδεικνύουν την παράβαση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, πλην όμως δεν είναι απαραίτητο καθένα από τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία να πληροί τα προαναφερθέντα κριτήρια. Αρκεί η δέσμη των ενδείξεων που επικαλείται το εν λόγω θεσμικό όργανο, συνολικώς εκτιμώμενη, να ανταποκρίνεται στην απαίτηση αυτή. Επομένως, οι ενδείξεις που παραθέτει η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη της παράβασης της διάταξης αυτής από επιχείρηση δεν πρέπει να αξιολογούνται μεμονωμένα, αλλά συνολικά (βλ. αποφάσεις της 17ης Μαΐου 2013, Trelleborg Industrie και Trelleborg κατά Επιτροπής, T‑147/09 και T‑148/09, EU:T:2013:259, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 12ης Δεκεμβρίου 2014, Repsol Lubricantes y Especialidades κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑562/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:1078, σκέψεις 152 και 153 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Εξάλλου, στις περισσότερες περιπτώσεις, η ύπαρξη αντίθετης προς τον ανταγωνισμό πρακτικής ή συμφωνίας πρέπει να συναχθεί από ορισμένο αριθμό συμπτώσεων και ενδείξεων, οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες, μπορούν να αποτελέσουν, ελλείψει άλλης εύλογης εξήγησης, απόδειξη της παράβασης των κανόνων ανταγωνισμού (απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Total Marketing Services κατά Επιτροπής, C‑634/13 P, EU:C:2015:614, σκέψη 26).

123

Εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε στις σκέψεις 112 έως 115 ανωτέρω, τα αποδεικτικά στοιχεία που παραθέτει η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση καταδεικνύουν παράνομες επαφές μεταξύ Ευρωπαίων και Ιαπώνων παραγωγών υποβρύχιων και υπόγειων ηλεκτρικών καλωδίων, την κατάρτιση συμφωνίας περί κατανομής των αγορών μεταξύ τους και την εφαρμογή της από τις αρχές του 1999. Οι αποδείξεις αυτές επιβεβαιώνουν επίσης ότι οι υπάλληλοι της [εμπιστευτικό], κατόπιν Vivalec και εν συνεχεία Nexans France, διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στις εν λόγω επαφές.

124

Δεύτερον, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, τα συμπεράσματα της Επιτροπής σχετικά με την ύπαρξη της παράβασης κατά το διάστημα από τις αρχές του 1999 μέχρι τις αρχές του 2001 δεν βασίζονται μόνο σε αποδεικτικά στοιχεία προσκομισθέντα από τις Sumitomo Electric Industries, Hitachi Cable και J‑Power Systems στο πλαίσιο της κοινής τους αίτησης απαλλαγής από το πρόστιμο. Μολονότι είναι αληθές ότι αυτά είναι τα στοιχεία που επικαλείται συχνότερα η Επιτροπή προς στήριξη των επισημάνσεών της, εντούτοις η Επιτροπή στηρίζεται και στα προσκομισθέντα από την ABB στοιχεία, στα οποία γίνεται ρητή αναφορά στη συμμετοχή της [εμπιστευτικό] στην παράβαση.

125

Οι προσφεύγουσες σφάλλουν όσον αφορά τη σημασία της αιτιολογικής σκέψης 1064 της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς θεωρούν ότι η ίδια η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά στις δηλώσεις των Sumitomo Electric Industries, Hitachi Cable και J‑Power Systems για τη διαπίστωση της ύπαρξης της παράβασης κατά την αρχική περίοδο. Με την εν λόγω αιτιολογική σκέψη, η οποία περιλαμβάνεται στο τμήμα της απόφασης που αφορά την εκτίμηση, ενόψει του καθορισμού του προστίμου, της συνεργασίας μεταξύ της Sumitomo Electric Industries, της Hitachi Cable και της J‑Power Systems, ως δεύτερης αιτούσας επιείκεια, η Επιτροπή απλώς διαπίστωσε ότι οι παρασχεθείσες από τους αιτούντες πληροφορίες αποτελούσαν αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία, κατά την έννοια του σημείου 26 της ανακοίνωσης περί επιείκειας, ήτοι αποδείξεις μεγάλης αποδεικτικής αξίας. Επισήμανε, επίσης, ότι ήταν σε θέση να αποδείξει την ύπαρξη της παράβασης για το διάστημα από τις 18 Φεβρουαρίου 1999 έως την 1η Μαρτίου 2001 βάσει των πληροφοριών αυτών και μόνον, πλην όμως η επισήμανση αυτή από μόνη της δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή δεν διέθετε και άλλα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το εν λόγω διάστημα, ιδίως εκείνα που προσκομίστηκαν από την ABB, η οποία ήταν η πρώτη που ήλθε σε επαφή με την Επιτροπή και άρχισε να συνεργάζεται στο καθοριζόμενο από την ως άνω ανακοίνωση πλαίσιο.

126

Τρίτον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, δεν υπάρχει λόγος αμφισβήτησης της ειλικρίνειας και της αξιοπιστίας των δηλώσεων της Sumitomo Electric Industries, της Hitachi Cable και της J‑Power Systems, ούτε εκείνων της ABB.

127

Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία, καμία διάταξη ή γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης δεν απαγορεύει στην Επιτροπή να επικαλείται εναντίον ορισμένης επιχειρήσεως δηλώσεις άλλων εμπλεκόμενων στην παράβαση επιχειρήσεων. Διαφορετικά, το βάρος αποδείξεως των αντίθετων προς τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ συμπεριφορών, το οποίο φέρει η Επιτροπή, θα ήταν δυσβάστακτο και ασυμβίβαστο προς την αποστολή της επίβλεψης της ορθής εφαρμογής των διατάξεων αυτών, η οποία της έχει ανατεθεί από τη Συνθήκη ΛΕΕ (βλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2005, Groupe Danone κατά Επιτροπής, T‑38/02, EU:T:2005:367, σκέψη 285 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

128

Μολονότι οι εκούσιες καταθέσεις των κυρίων μελών παράνομης σύμπραξης αντιμετωπίζονται εν γένει με κάποια δυσπιστία, δεδομένου ότι τα συγκεκριμένα μέλη ενδέχεται να έχουν την τάση να υποβαθμίζουν τη σημασία της συμβολής τους στην παράβαση και να διογκώνουν τη συμβολή των άλλων, το γεγονός ότι τα εν λόγω μέλη της σύμπραξης ζήτησαν την υπέρ αυτών εφαρμογή της ανακοίνωσης περί επιείκειας, προκειμένου να επιτύχουν απαλλαγή από το πρόστιμο ή μείωση αυτού, δεν δημιουργεί οπωσδήποτε κίνητρο για την προσκόμιση παραποιημένων αποδεικτικών στοιχείων σε σχέση με τη συμμετοχή των λοιπών μελών της σύμπραξης. Συγκεκριμένα, κάθε προσπάθεια παραπλάνησης της Επιτροπής μπορεί να δημιουργήσει αμφιβολίες όσον αφορά την ειλικρίνεια, καθώς και την πληρότητα της συνεργασίας του αιτούντος, με συνέπεια να τίθεται σε κίνδυνο η δυνατότητά του να επωφεληθεί πλήρως από την ανακοίνωση περί συνεργασίας (απόφαση της 12ης Ιουλίου 2011, Toshiba κατά Επιτροπής, T‑113/07, EU:T:2011:343, σκέψη 94).

129

Εν προκειμένω, η Επιτροπή είχε, βεβαίως, αμφιβολίες όσον αφορά την αξιοπιστία των δηλώσεων στις οποίες προέβησαν οι Sumitomo Electric Industries, Hitachi Cable και J‑Power Systems με την κοινή αίτησή τους και, κατά συνέπεια, περιόρισε από 50 σε 45 % το ποσοστό μείωσης του προστίμου που επρόκειτο να επιβάλει στις επιχειρήσεις αυτές. Ωστόσο, οι αμφιβολίες αυτές της Επιτροπής δεν αφορούσαν την έναρξη της παράβασης, αλλά μόνο τον χρόνο απόσυρσης της J‑Power Systems από τη σύμπραξη, καθώς οι αιτούντες επιείκεια είχαν αναφέρει διαφορετικές ημερομηνίες απόσυρσης. Αντιθέτως, όσον αφορά την αρχική περίοδο της σύμπραξης, η Επιτροπή χαρακτήρισε, με την αιτιολογική σκέψη 1064 της προσβαλλόμενης απόφασης, ως αδιάσειστες τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν από τις Sumitomo Electric Industries, Hitachi Cable και J‑Power Systems.

130

Εξάλλου, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, οι δηλώσεις των Sumitomo Electric Industries, Hitachi Cable και J‑Power Systems δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως απλές «εξ ακοής» αποδείξεις. Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για δηλώσεις των νόμιμων εκπροσώπων των επιχειρήσεων αυτών, οι οποίες πλαισιώθηκαν από σύγχρονα με τα πραγματικά περιστατικά αποδεικτικά στοιχεία, όπως είναι τα αποσπάσματα ημερολογίων και οι σημειώσεις από τις συναντήσεις. Οι αποδείξεις που προσκομίστηκαν από τις Sumitomo Electric Industries, Hitachi Cable και J‑Power Systems επιβεβαιώνονται εξάλλου από τις αποδείξεις που προσκόμισε η ABB στο πλαίσιο της δικής της αίτησης απαλλαγής από το πρόστιμο (βλ. σκέψη 114 ανωτέρω).

131

Εξάλλου, όσον αφορά τη θέση των προσφευγουσών ότι, στο πλαίσιο της προσφυγής της κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T‑445/14, η ABB φαίνεται να αμφισβητεί την ημερομηνία που κατά την Επιτροπή σηματοδοτεί την έναρξη της συμμετοχής της στη σύμπραξη, η θέση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά την αξία των αποδείξεων που προσκόμισε η επιχείρηση αυτή με την αίτησή της απαλλαγής από το πρόστιμο και τα οποία επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της σύμπραξης από τα μέσα του 2000.

132

Τέταρτον, όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι από τις δηλώσεις των αιτούντων επιείκεια προκύπτει ότι κατά τα έτη 1999 και 2000 η σύμπραξη δεν υφίστατο ακόμη, αρκεί η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, για να υπάρχει συμφωνία κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αρκεί οι εν λόγω επιχειρήσεις να έχουν εκφράσει την κοινή βούλησή τους να συμπεριφερθούν στην αγορά κατά καθορισμένο τρόπο. Μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάπτεται συμφωνία, όταν υπάρχει επί της αρχής σύγκλιση των βουλήσεων για περιορισμό του ανταγωνισμού, ακόμη και αν τα συγκεκριμένα στοιχεία του σχεδιαζόμενου περιορισμού εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεων (βλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, Solvay κατά Επιτροπής, T‑186/06, EU:T:2011:276, σκέψεις 85 και 86 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

133

Εξάλλου, από τη νομολογία προκύπτει ότι τέτοιου είδους συμφωνίες έρχονται σε πρόδηλη αντίθεση προς τη συμφυή με τις διατάξεις της Συνθήκης περί ανταγωνισμού αντίληψη κατά την οποία οι επιχειρήσεις πρέπει να καθορίζουν αυτοτελώς την πολιτική που προτίθενται να ακολουθήσουν στην αγορά. Η απαίτηση αυτή δεν αποκλείει βέβαια το δικαίωμα των επιχειρηματιών να προσαρμόζονται ευφυώς στη διαπιστωθείσα ή αναμενόμενη συμπεριφορά, πλην όμως απαγορεύει αυστηρά κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ των επιχειρηματιών δυνάμενη είτε να επηρεάσει τη συμπεριφορά υπαρκτού ή δυνητικού ανταγωνιστή στην αγορά είτε να αποκαλύψει σε έναν ανταγωνιστή τη συμπεριφορά που ο επιχειρηματίας έχει αποφασίσει ή σκέπτεται να ακολουθήσει στην αγορά, όταν οι επαφές αυτές έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τη δημιουργία συνθηκών ανταγωνισμού που δεν συμβαδίζουν με τις συνήθεις συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς, λαμβανομένων υπόψη της φύσης των προϊόντων ή των παρεχομένων υπηρεσιών, του μεγέθους και του αριθμού των επιχειρήσεων (βλ., συναφώς, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, C‑49/92 P, EU:C:1999:356, σκέψεις 116 έως 118 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

134

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 111 έως 134 ανωτέρω, έχει διαπιστωθεί ότι κατά τα έτη 1999 και 2000 οι εκπρόσωποι των κύριων Ιαπώνων και Ευρωπαίων παραγωγών υποβρύχιων και υπόγειων ηλεκτρικών καλωδίων, περιλαμβανομένης της Nexans France, συναντιούνταν προκειμένου να καταρτίσουν κανόνες ανάθεσης των έργων υποβρύχιων και υπόγειων ηλεκτρικών καλωδίων σε διάφορες περιοχές του κόσμου ή να αναθέσουν τα έργα αυτά στους μετέχοντες στη σύμπραξη. Η διαπραγμάτευση για τους κανόνες αυτούς διάρκεσε επί μακρόν, πλην όμως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι εκπρόσωποι των επιχειρήσεων που μετείχαν στις εν λόγω συναντήσεις είχαν κοινή βούληση για καταμερισμό των αγορών των έργων υποβρύχιων και υπόγειων ηλεκτρικών καλωδίων και ότι, συνεπώς, είχαν συνάψει αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμφωνία κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

135

Από τις προηγηθείσες επισημάνσεις προκύπτει ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

136

Βάσει των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι προσφεύγουσες δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε παρανομία ή σφάλμα που να δικαιολογεί την πλήρη ή μερική ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.

137

Κατά συνέπεια, τα ακυρωτικά αιτήματα κρίνονται απορριπτέα.

Β. Επί του αιτήματος μείωσης του προστίμου

138

Πριν από την εξέταση των διαφόρων αιτημάτων των προσφευγουσών σχετικά με τη μείωση των προστίμων που τους επιβλήθηκαν, υπενθυμίζεται ότι ο έλεγχος της νομιμότητας συμπληρώνεται από την πλήρη δικαιοδοσία που αναγνωρίζεται στον δικαστή της Ένωσης από το άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΣΛΕΕ. Η εν λόγω πλήρης δικαιοδοσία παρέχει στον δικαστή την εξουσία, πέραν του απλού ελέγχου νομιμότητας της κύρωσης, να υποκαθιστά την Επιτροπή προβαίνοντας στη δική του εκτίμηση και, κατά συνέπεια, να εξαλείφει, να μειώνει ή να αυξάνει το πρόστιμο ή τη χρηματική ποινή που επιβλήθηκαν. Τονίζεται, ωστόσο, ότι η άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας δεν ισοδυναμεί με αυτεπάγγελτο έλεγχο, υπενθυμίζεται δε ότι η διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης διεξάγεται κατ’ αντιμωλίαν. Με την εξαίρεση των λόγων δημόσιας τάξης τους οποίους ο δικαστής οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως, όπως είναι η απουσία αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, απόκειται στον προσφεύγοντα να επικαλεστεί λόγους ακύρωσης κατά της απόφασης αυτής και να προσκομίσει τα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη των λόγων αυτών (απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2011, KME Germany κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑389/10 P, EU:C:2011:816, σκέψεις 130 και 131).

139

Οι προσφεύγουσες ζητούν τη μείωση του ποσού των προστίμων που τους επιβλήθηκαν, προκειμένου να ληφθούν υπόψη, αφενός, το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε η Επιτροπή ως προς τη διάρκεια της συμμετοχής της Nexans France στην παράβαση και, αφετέρου, τα σφάλματα στα οποία υπέπεσε η Επιτροπή όσον αφορά τον συντελεστή που εφάρμοσε ως προς αυτές λόγω της σοβαρότητας της παράβασης.

1.   Επί του σφάλματος στο οποίο υπέπεσε η Επιτροπή ως προς τη διάρκεια της συμμετοχής της Nexans France στην παράβαση

140

Επισημαίνεται ότι η διάρκεια της συμμετοχής της Nexans France στη σύμπραξη συγκαταλέγεται στα συστατικά στοιχεία της παράβασης, όπως αυτή διαπιστώθηκε από την Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εξεταστεί από τον δικαστή της Ένωσης βάσει του άρθρου 31 του κανονισμού 1/2003 (απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, Galp Energía España κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑603/13 P, EU:C:2016:38, σκέψη 77). Εξάλλου, κατά το μέρος που το αίτημα των προσφευγουσών έχει την έννοια ότι ζητείται από το Γενικό Δικαστήριο να υποκαταστήσει την εκτίμηση της Επιτροπής με τη δική του όσον αφορά τον σχετιζόμενο με τη διάρκεια της παράβασης συντελεστή προσαύξησης τον οποίον εφάρμοσε η Επιτροπή για τον υπολογισμό των επιβληθέντων στις προσφεύγουσες προστίμων, επισημαίνεται ότι το αίτημα αυτό στηρίζεται αποκλειστικά στο επιχείρημα ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη κατά τον καθορισμό της έναρξης της συμμετοχής της Nexans France στην παράβαση στις 13 Νοεμβρίου 2000. Ωστόσο, επισημαίνεται, αφενός, ότι το επιχείρημα αυτό είναι αλυσιτελές όσον το πρόστιμο που επιβλήθηκε στις προσφεύγουσες με το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέτρο που το συγκεκριμένο πρόστιμο τους επιβλήθηκε λόγω συμμετοχής στην παράβαση της επιχείρησης που είχαν σχηματίσει, κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, κατά το διάστημα από τις 12 Ιουνίου 2001 έως τις 28 Ιανουαρίου 2009. Αφετέρου, επισημαίνεται ακόμη ότι από την εξέταση του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος προβάλλεται προς στήριξη του ακυρωτικού αιτήματος, διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν εσφαλμένος ο προσδιορισμός της 13ης Νοεμβρίου 2000 ως ημερομηνίας έναρξης της συμμετοχής της Nexans France στην παράβαση. Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν πρόσθετα στοιχεία ικανά να δικαιολογήσουν, εν προκειμένω, την τροποποίηση των συντελεστών προσαύξησης που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για τον υπολογισμό του βασικού ποσού των προστίμων που τους επιβλήθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέο το αίτημά τους για μείωση των προστίμων αυτών λόγω σφαλμάτων στα οποία φέρεται να υπέπεσε η Επιτροπή όσον αφορά τη διάρκεια της συμμετοχής της Nexans France στην παράβαση.

2.   Επί του τρίτου λόγου, ο οποίος αφορά προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση και παραβίαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης καθώς και της αρχής της ίσης μεταχείρισης κατά τον καθορισμό του συντελεστή σοβαρότητας της παράβασης για τον υπολογισμό των προστίμων.

141

Ο υπό κρίση λόγος υποδιαιρείται σε τρία σκέλη. Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτίμησης και παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει, διότι δεν μείωσε τον συντελεστή σοβαρότητας της παράβασης, προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η σύμπραξη εκδηλώθηκε εν μέρει μόνο στην πράξη και κατά τρόπο ως επί το πλείστον αναποτελεσματικό. Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους, υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή κακώς αύξησε τον συντελεστή αυτόν, λαμβάνοντας υπόψη τα συνολικά μερίδια αγοράς των εμπλεκομένων. Στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους, προβάλλουν ότι, με την εφαρμογή του συντελεστή αυτού, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

142

Πριν από την εξέταση των τριών σκελών του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, βάσει του άρθρου 23, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1/2003, η Επιτροπή μπορεί, με απόφασή της, να επιβάλει στις επιχειρήσεις που έχουν παραβεί εκ προθέσεως ή εξ αμελείας τις διατάξεις του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, πρόστιμα των οποίων το ύψος καθορίζεται λαμβανομένης υπόψη τόσο της σοβαρότητας όσο και της διάρκειας της παράβασης.

143

Σύμφωνα με τις παραγράφους 19 έως 22 των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων του 2006, η μία από τις δύο παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του βασικού ποσού του προστίμου είναι το ποσοστό επί της αξίας των οικείων πωλήσεων, το οποίο καθορίζεται σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα της παράβασης. Η εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης γίνεται κατά περίπτωση για κάθε είδος παράβασης, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης, Για να αποφασίσει το ύψος του ποσοστού της αξίας των πωλήσεων που θα ληφθεί υπόψη σε συγκεκριμένη υπόθεση, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της διάφορες παραμέτρους, όπως το είδος της παράβασης, το συνολικό μερίδιο αγοράς όλων των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, τη γεωγραφική έκταση της παράβασης και το εάν η παράνομη συμπεριφορά έχει εκδηλωθεί στην πράξη ή όχι.

144

Η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια κατά τον καθορισμό του ύψους των προστίμων, προκειμένου να κατευθύνει τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων προς την τήρηση των κανόνων του ανταγωνισμού (βλ. αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2012, Novácke chemické závody κατά Επιτροπής, T‑352/09, EU:T:2012:673, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 14ης Μαρτίου 2013, Dole Food και Dole Germany κατά Επιτροπής, T‑588/08, EU:T:2013:130, σκέψη 662 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ωστόσο, κατά τον έλεγχο του ύψους του προστίμου, ο δικαστής δεν μπορεί να αποφύγει την άσκηση ενδελεχούς νομικού και ουσιαστικού ελέγχου του ύψους του προστίμου, επικαλούμενος την εν λόγω διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την επιλογή των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την εφαρμογή των κριτηρίων που αναφέρονται στις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων του 2006 ούτε όσον αφορά την αξιολόγηση των στοιχείων αυτών (απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2011, KME Germany κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑272/09 P, EU:C:2011:810, σκέψη 102). Ομοίως, οσάκις η Επιτροπή αποφασίζει να επιβάλει πρόστιμα δυνάμει του δικαίου του ανταγωνισμού, οφείλει να τηρεί τις γενικές αρχές του δικαίου, στις οποίες συγκαταλέγονται οι αρχές της ίσης μεταχείρισης και της αναλογικότητας, όπως αυτές ερμηνεύονται από τα δικαστήρια της Ένωσης (απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2012, Novácke chemické závody κατά Επιτροπής, T‑352/09, EU:T:2012:673, σκέψη 44).

145

Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα με τις αιτιολογικές σκέψεις 997 έως 1010 αυτής, η Επιτροπή εκτίμησε ότι, όσον αφορά το βασικό ποσό του προστίμου και τον προσδιορισμό της σοβαρότητας της παράβασης, η παράβαση συγκαταλέγεται, ως της φύσεώς της, στους πλέον σοβαρούς περιορισμούς του ανταγωνισμού, πράγμα που δικαιολογεί, κατ’ αυτήν, την εφαρμογή ποσοστού 15 %. Επίσης, προσαύξησε κατά 2 % το ποσοστό αυτό ως προς όλους τους αποδέκτες της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω του συνολικού μεριδίου της αγοράς που αυτοί κατείχαν, καθώς και λόγω της σχεδόν παγκόσμιας γεωγραφικής έκτασης της σύμπραξης, η οποία κάλυπτε, μεταξύ άλλων, το σύνολο του ΕΟΧ. Περαιτέρω, εκτίμησε, μεταξύ άλλων, ότι η συμπεριφορά των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων ήταν περισσότερο επιζήμια για τον ανταγωνισμό απ’ ό,τι η συμπεριφορά των λοιπών επιχειρήσεων, διότι, πέραν της συμμετοχής τους στον μηχανισμό A/R της σύμπραξης, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις είχαν κατανείμει μεταξύ τους έργα τοποθέτησης ηλεκτρικών καλωδίων στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού μηχανισμού της σύμπραξης. Για τον λόγο αυτόν, όρισε το ποσοστό της αξίας των πωλήσεων που λαμβάνεται υπόψη λόγω της σοβαρότητας της παράβασης σε 19 % για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και σε 17 % για τις λοιπές επιχειρήσεις.

146

Υπό το πρίσμα των ως άνω σκέψεων πρέπει να εξετασθεί το βάσιμο των τριών σκελών του προβαλλόμενου από τις προσφεύγουσες λόγου ακυρώσεως.

α)   Επί του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου

147

Οι προσφεύγουσες επισημαίνουν ότι, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, προέβαλαν επιχειρήματα που αποδεικνύουν ότι η πλειονότητα των πωλήσεων ηλεκτρικών καλωδίων δεν είχε επηρεαστεί από την παράβαση που διαπιστώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Υποστηρίζουν ότι, αρνούμενη να μειώσει το ποσοστό επί της αξίας των πωλήσεων, προκειμένου να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η παράβαση εκδηλώθηκε εν μέρει μόνο στην πράξη και κατά τρόπο ως επί το πλείστον αναποτελεσματικό, η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτίμησης, η δε προσβαλλόμενη απόφαση είναι ελλιπώς αιτιολογημένη όσον αφορά το αίτημά τους για μείωση του συντελεστή σοβαρότητας της παράβασης.

148

Συναφώς, οι προσφεύγουσες διευκρινίζουν, πρώτον, ότι η συμφωνία περί «εθνικής περιοχής» δεν μπορούσε να επηρεάσει την ευρωπαϊκή αγορά, διότι, για λόγους που σχετίζονται με την τεχνολογία και τον εφοδιασμό, οι ιαπωνικές επιχειρήσεις δεν αποτελούσαν πραγματική απειλή για τους Ευρωπαίους παραγωγούς στην αγορά αυτή. Επομένως, ακόμη και αν δεν υπήρχε συμφωνία, η έκβαση των ευρωπαϊκών διαγωνισμών που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν θα ήταν διαφορετική.

149

Δεύτερον, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η σύμπραξη αφορούσε μόνον ένα πολύ μικρό μέρος των πωλήσεων ηλεκτρικών καλωδίων στην Ευρώπη. Αναφέρουν ότι, κατά το επίμαχο διάστημα, πραγματοποίησαν στην Ευρώπη περισσότερες από 4000 πωλήσεις ηλεκτρικών καλωδίων που αποτελούν αντικείμενο της παράβασης. Ωστόσο, στην ανακοίνωση αιτιάσεων περιγράφονται μόλις 100 περιπτώσεις χειραγώγησης διαγωνισμών. Προβάλλουν ότι δεν υπάρχει ενιαία ευρωπαϊκή αγορά για τα υπόγεια και υποβρύχια ηλεκτρικά καλώδια, στην οποία όλες οι πωλήσεις πραγματοποιούνται κατά τον ίδιο τρόπο και υπό τις ίδιες συνθήκες ανταγωνισμού. Επομένως, η Επιτροπή δεν μπορούσε να αποδείξει ότι η παράβαση αφορούσε μεγαλύτερο τμήμα της αγοράς διά της αναγωγής ενός μικρού μέρους των έργων στα οποία χρησιμοποιήθηκαν ηλεκτρικά καλώδια, και συγκεκριμένα των έργων που εκτελούνταν για λογαριασμό φορέων διαχείρισης μέσων μαζικής μεταφοράς. Οι προσφεύγουσες προβάλλουν επίσης ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η παράβαση επηρέασε τις τιμές που χρεώνονταν στους πελάτες ή τις τιμές που πλήρωναν οι καταναλωτές.

150

Τρίτον, κατά τις προσφεύγουσες, δεν αποδείχθηκε παράβαση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ όσον αφορά την πλειονότητα των πωλήσεων ηλεκτρικών καλωδίων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της προσβαλλόμενης απόφασης.

151

Τέταρτον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, ακόμη και αν υπάρχουν αποδείξεις περί συμφωνίας μεταξύ ανταγωνιστών σχετικά με τις πωλήσεις ηλεκτρικών καλωδίων, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν κατέστη δυνατόν να εκδηλωθεί η συμφωνία αυτή στην πράξη. Ως λόγους που εμπόδισαν την εφαρμογή της συμφωνίας, οι προσφεύγουσες παραθέτουν ενδεικτικά την περίπτωση ενός έργου το οποίο δεν πραγματοποιήθηκε λόγω ακύρωσης του διαγωνισμού που αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων στο πλαίσιο της σύμπραξης, μία περίπτωση θεμιτής συνεργασίας μεταξύ των κατασκευαστών ηλεκτρικών καλωδίων, την περίπτωση ενός πελάτη ο οποίος δεν αναζητούσε ανταγωνιστικές προσφορές λόγω, μεταξύ άλλων, της προτίμησής του για τεχνολογία προστατευόμενη από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας συγκεκριμένου παραγωγού, και μία περίπτωση ανάθεσης έργου σε επιχείρηση που δεν μετείχε στη σύμπραξη, παρά το γεγονός ότι το έργο αυτό είχε αποτελέσει αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ των μελών της σύμπραξης. Διατείνονται επίσης ότι η εσωτερική τους δομή δεν επέτρεπε την εφαρμογή της συμφωνίας, διότι οι υπάλληλοί τους που μετείχαν στις συναντήσεις της σύμπραξης δεν είχαν συχνά επαφές με τις ομάδες που προετοίμαζαν τις προσφορές. Επίσης, λόγω της μακράς περιόδου ωρίμανσης των έργων ηλεκτρικών καλωδίων και των μεταβολών όσον αφορά τους πελάτες και τις προδιαγραφές των προσφορών, οι αρχικές επαφές μεταξύ των ανταγωνιστών ήταν άνευ αποτελέσματος.

152

Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία των προσφευγουσών.

1) Σχετικά με τα περί εσφαλμένης εκτιμήσεως

153

Διαπιστώνεται, αφενός, ότι με τα επιχειρήματά τους οι προσφεύγουσες προσάπτουν, κατ’ ουσίαν, στην Επιτροπή ότι, κατά τον καθορισμό του προστίμου, δεν έλαβε υπόψη της ότι η παράβαση επηρέασε ελάχιστα ή καθόλου την οικεία αγορά. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, ότι η παράβαση δεν «επηρέασε» την πλειονότητα των πωλήσεων ηλεκτρικών καλωδίων που αποτελούν αντικείμενο της ανακοίνωσης αιτιάσεων ή ότι η συμφωνία δεν «μπορούσε να επηρεάσει τους πελάτες», ιδίως όσον αφορά τις τιμές που τους χρεώνονταν. Τέλος, προβάλλουν ότι, λόγω της επίδρασης άσχετων με τη σύμπραξη περιστάσεων, οι συνέπειες της σύμπραξης αποδυναμώθηκαν.

154

Αφετέρου, με ορισμένα επιχειρήματά τους, οι προσφεύγουσες κάνουν λόγο για έλλειψη αποδείξεων όσον αφορά την ύπαρξη της συμφωνίας. Εξάλλου, η απάντηση που δίδει η Επιτροπή στα επιχειρήματα σχετίζεται και αυτή με την απόδειξη της ύπαρξης παράβασης του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, ιδίως δε με το ζήτημα εάν είναι αναγκαίο να αποδειχθούν οι συνέπειες μιας παράβασης η οποία συνίσταται στην κατανομή της αγοράς και, ως εκ τούτου, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως παράβαση εξ αντικειμένου. Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, εφόσον η παράβαση που διαπιστώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί παράβαση εξ αντικειμένου, σύμφωνα με πάγια νομολογία (βλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Expedia, C‑226/11, EU:C:2012:795, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), δεν ήταν υποχρεωμένη να αποδείξει τις συνέπειές της. Επικαλείται, επίσης, τη νομολογία σύμφωνα με την οποία, εφόσον μια αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμφωνία τεθεί εν μέρει έστω σε εφαρμογή, δεν μπορεί πλέον να γίνει δεκτό ότι η συμφωνία αυτή δεν έχει επηρεάσει την αγορά (απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2005, Groupe Danone κατά Επιτροπής, T‑38/02, EU:T:2005:367, σκέψη 148).

155

Με το υπόμνημα απαντήσεως, οι προσφεύγουσες διευκρίνισαν τα όσα υποστηρίζουν, αναφέροντας ότι τα επιχειρήματά τους περί περιορισμένης εκδήλωσης της παράβασης στην πράξη και περί μη επηρεασμού των τιμών σχετίζονται με τη σοβαρότητα της παράβασης και όχι με τη διαπίστωση της ύπαρξής της. Κατά τις προσφεύγουσες, μια αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμφωνία η οποία δεν έχει πλήρως εφαρμοστεί και, εν πάση περιπτώσει, δεν έχει επηρεάσει καθόλου τις τιμές που πληρώνουν οι πελάτες πρέπει να θεωρείται λιγότερο σοβαρή από μια συμφωνία που έχει εφαρμοστεί πλήρως και έχει προκαλέσει ζημία στους πελάτες, λόγω της αύξησης των τιμών που προκάλεσε.

156

Συναφώς διαπιστώνεται ότι τα περισσότερα από τα επιχειρήματα των προσφευγουσών που παρατίθενται συνοπτικά στις σκέψεις 153 έως 155 ανωτέρω είναι απόρροια σύγχυσης μεταξύ της έννοιας της «εκδήλωσης της παράβασης στην πράξη», η οποία απαντά στην παράγραφο 22 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων του 2006, και της έννοιας του «πραγματικού αντικτύπου επί της αγοράς», ο αντίκτυπος δε αυτός, εφόσον ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί, μπορούσε να ληφθεί υπόψη από την Επιτροπή κατά τον καθορισμό του προστίμου, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, [ΑΧ] (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων του 1998). Αντιθέτως, σύμφωνα με τη διατύπωση της παραγράφου 22 των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων του 2006, οι οποίες έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να λαμβάνει υπόψη εάν η παράβαση είχε ή όχι πραγματικό αντίκτυπο στην αγορά ως επιβαρυντική ή ελαφρυντική περίσταση κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης για τον υπολογισμό του προστίμου. Αρκεί, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, το καθορισθέν από την Επιτροπή ποσοστό της αξίας των πωλήσεων που θα ληφθεί υπόψη να δικαιολογείται από άλλα στοιχεία ικανά να επηρεάσουν την αξιολόγηση της σοβαρότητας της παράβασης, όπως είναι η φύση της παράβασης, το συνολικό μερίδιο αγοράς όλων των εμπλεκομένων και η γεωγραφική έκτασή της.

157

Επομένως, εφόσον με τα επιχειρήματά τους οι προσφεύγουσες επιχειρούν να αποδείξουν ότι η σύμπραξη, για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση των μελών της, δεν παρήγαγε συνέπειες ούτε απέφερε τα αποτελέσματα στα οποία απέβλεπαν τα μέλη της, τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν.

158

Εφόσον θεωρηθεί ότι με τα επιχειρήματά τους οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την υλοποίηση της παράβασης, ούτε τα επιχειρήματα μπορούν να ευδοκιμήσουν.

159

Συγκεκριμένα, επισημαίνεται ότι το μόνο επιχείρημα των προσφευγουσών που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι σχετίζεται με την τέλεση της παράβασης είναι εκείνο σύμφωνα με το οποίο η Nexans France δεν εφάρμοσε τις συμφωνίες λόγω της εσωτερικής οργάνωσής της, λαμβανομένου υπόψη ότι οι υπάλληλοί της που συμμετείχαν στις συναντήσεις της σύμπραξης δεν είχαν επαφή με τις ομάδες που προετοίμαζαν τις προσφορές. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, διότι η προβαλλόμενη αδυναμία εφαρμογής των επιταγών των επίμαχων συμφωνιών δεν αρκεί για να ανατραπεί η διαπίστωση της Επιτροπής, η οποία στηρίζεται σε αποδείξεις παρατεθείσες στην προσβαλλόμενη απόφαση και μη αμφισβητηθείσες από τις προσφεύγουσες, ότι η Nexans France, όπως και τα λοιπά μέλη της σύμπραξης, τήρησαν εν γένει τη συμφωνία περί «εθνικής περιοχής» και μετείχαν στην κατανομή των έργων ηλεκτρικών καλωδίων στις «περιοχές εξαγωγής» μεταξύ Ασιατών και Ευρωπαίων παραγωγών, καθώς και στην κατανομή μεταξύ των Ευρωπαίων παραγωγών των έργων στις «περιοχές εξαγωγής» που είχαν ανατεθεί σε αυτούς και των έργων ηλεκτρικών καλωδίων στις «εθνικές περιοχές» των Ευρωπαίων παραγωγών.

2) Σχετικά με τα περί παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

160

Κατά πάγια νομολογία, η κατ’ άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία των πράξεων των θεσμικών οργάνων πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξης και πρέπει να διαφαίνεται από αυτήν, κατά τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο, η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εκδίδει την πράξη, ώστε να είναι σε θέση οι μεν ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, το δε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του (απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, Elf Aquitaine κατά Επιτροπής, C‑521/09 P, EU:C:2011:620, σκέψη 147 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

161

Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή παρέθεσε στην αιτιολογική σκέψη 1007 της προσβαλλόμενης απόφασης τον λόγο για τον οποίον θεώρησε, απαντώντας στα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες κατά τη διοικητική διαδικασία, ότι η ενιαία και διαρκής παράβαση είχε εκδηλωθεί πλήρως στην πράξη. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι τα δικαστήρια της Ένωσης έχουν επιβεβαιώσει ότι «το γεγονός ότι οι συμφωνίες δεν έχουν πλήρως υλοποιηθεί δεν σημαίνει ότι δεν έχουν εφαρμοστεί στην πράξη οι συμφωνίες αθέμιτης σύμπραξης» και ότι το γεγονός ότι «[η Επιτροπή] δεν διαθέτει στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη αθέμιτων συμπράξεων σε κάθε κράτος μέλος και με τη συμμετοχή εκάστου συμβαλλόμενου μέρους καλυπτόμενου από τη σύμπραξη δεν σημαίνει ότι αυτή δεν έχει εκδηλωθεί στην πράξη».

162

Ομοίως, στην αιτιολογική σκέψη 1006 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή απάντησε στο επιχείρημα που οι προσφεύγουσες προέβαλαν επίσης κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, σύμφωνα με το οποίο η παράβαση δεν είχε επιπτώσεις στον ανταγωνισμό εντός του ΕΟΧ, υποστηρίζοντας ότι, εφόσον οι συμφωνίες για τις οποίες επιβλήθηκαν κυρώσεις με την προσβαλλόμενη απόφαση συνιστούν παράβαση του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, δεν είναι απαραίτητο, για τον υπολογισμό του προστίμου, να αποδειχθεί ή να ληφθεί υπόψη το μέγεθος των επιπτώσεων των συμφωνιών αυτών στην αγορά ή τον ανταγωνισμό.

163

Συναφώς, είναι γεγονός ότι η νομολογία που παραθέτει η Επιτροπή στην υποσημείωση 1413 προς στήριξη της εξήγησης που παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη 1006 της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι πρόσφορη, η εξήγηση δε αυτή δεν αποτελεί κατάλληλη θεμελίωση της άρνησής της να λάβει υπόψη της ότι η παράβαση δεν είχε συνέπειες εντός του ΕΟΧ κατά την εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης (βλ. σκέψη 160 ανωτέρω), πλην όμως το γεγονός αυτό δεν αρκεί για τη στήριξη της προβαλλόμενης αιτίασης.

164

Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση αιτιολόγησης αποτελεί ουσιώδη τύπο που πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του βασίμου της αιτιολογίας, δεδομένου ότι αυτό αφορά την ουσιαστική νομιμότητα της επίδικης πράξης. Οι αιτιάσεις και τα επιχειρήματα διά των οποίων επιχειρείται να αμφισβητηθεί το βάσιμο της πράξης είναι, συνεπώς, αλυσιτελείς εφόσον προβάλλονται στο πλαίσιο λόγου ο οποίος αφορά ελλιπή ή ανεπαρκή αιτιολογία (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 2001, Γαλλία κατά Επιτροπής, C‑17/99, EU:C:2001:178, σκέψεις 35 έως 38, και της 15ης Ιουνίου 2005, Corsica Ferries France κατά Επιτροπής, T‑349/03, EU:T:2005:221, σκέψεις 52 και 59).

165

Επομένως, το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

β)   Επί του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου

166

Οι προσφεύγουσες επισημαίνουν ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις 998 έως 1010 της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η Επιτροπή αύξησε κατά 2 % το ποσοστό επί της αξίας των πωλήσεων για όλες τις επιχειρήσεις, αφενός, λόγω του μεγέθους του συνολικού μεριδίου αγοράς των επιχειρήσεων και, αφετέρου, λόγω της γεωγραφικής έκτασης της παράβασης. Προβάλλουν ότι, όσον αφορά το μέγεθος του συνολικού μεριδίου αγοράς, η αύξηση αυτή δεν είναι δικαιολογημένη, διότι υπήρξαν μεταβολές ως προς ορισμένους από τους μετέχοντες και, ιδίως, διότι ορισμένες επιχειρήσεις συνέπραξαν στην παράβαση πολύ μετά τις 18 Φεβρουαρίου 1999, έπαυσαν δε τη συμμετοχή τους σε αυτήν πριν από την καταληκτική ημερομηνία της 28ης Ιανουαρίου 2009.

167

Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία των προσφευγουσών.

168

Συναφώς, είναι μεν ορθή η επισήμανση των προσφευγουσών ότι δεν συμμετείχαν όλες οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις στη σύμπραξη καθ’ όλη τη διάρκειά της, πλην όμως είναι γεγονός ότι, αφενός, στη σύμπραξη μετείχαν κατά το μεγαλύτερο διάστημα της ύπαρξής της οι κυριότεροι Ευρωπαίοι και Ιάπωνες παραγωγοί υποβρύχιων και υπόγειων ηλεκτρικών καλωδίων υψηλής και υπερυψηλής τάσης. Εξάλλου, επί μεγάλο χρονικό διάστημα, από τα τέλη του 2001 έως το 2006, η σύμπραξη ενισχύθηκε λόγω της συμμετοχής μικρότερων Ευρωπαίων προμηθευτών, όπως οι Brugg Kabel, nkt cables, Safran και Silec Cable, και, κατά το διάστημα από τα τέλη του 2002 έως τα μέσα του 2005, λόγω της συμμετοχής των Νοτιοκορεατών προμηθευτών. Αφετέρου, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, χωρίς οι προσφεύγουσες να την αντικρούσουν, είναι πολύ περιορισμένος ο αριθμός των επιχειρήσεων της αγοράς που δεν συμπεριλαμβάνονται στους αποδέκτες της προσβαλλόμενης απόφασης. Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό, κατόπιν διεξοδικής εξέτασης, ότι ήταν ορθή η διαπίστωση της Επιτροπής ότι αποδέκτες της απόφασης ήταν το σύνολο σχεδόν των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην αγορά του ΕΟΧ στον κλάδο των υποβρύχιων και υπόγειων ηλεκτρικών καλωδίων υψηλής και υπερυψηλής τάσης. Εξίσου ορθή ήταν η διαπίστωση της Επιτροπής ότι το στοιχείο αυτό, όπως και το γεγονός ότι η σύμπραξη είχε παγκόσμια σχεδόν διάσταση, το οποίο δεν αμφισβητείται από τις προσφεύγουσες, καθιστούν την παράβαση βαρύτερη και ότι, κατά συνέπεια, το ποσοστό επί της αξίας των πωλήσεων πρέπει να αυξηθεί κατά 2 %, προκειμένου να συνεκτιμηθούν τα δύο αυτά στοιχεία.

169

Επομένως, το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

γ)   Επί του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου

170

Οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η εκ μέρους της Επιτροπής διαφορετική μεταχείριση των ευρωπαϊκών και των ιαπωνικών επιχειρήσεων όσον αφορά το ποσοστό της αξίας των πωλήσεων που ελήφθη υπόψη στο πλαίσιο της συνεκτίμησης της σοβαρότητας της παράβασης είναι αντίθετη προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

171

Οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι το ποσοστό της αξίας των πωλήσεων που εφάρμοσε η Επιτροπή για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ήταν κατά 2 % υψηλότερο από το ποσοστό που εφαρμόστηκε για τις λοιπές επιχειρήσεις. Προς αιτιολόγηση της εν λόγω διαφορετικής μεταχείρισης, η Επιτροπή επισήμανε, με την αιτιολογική σκέψη 999 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι, πέραν των μηχανισμών κατανομής που είχαν θεσπιστεί στο πλαίσιο του «μηχανισμού A/R της σύμπραξης», «υπήρξε επιπλέον κατανομή ορισμένων σχετικών με τον ΕΟΧ έργων στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού μηχανισμού της σύμπραξης». Επισημαίνουν, ωστόσο, ότι, κατά την Επιτροπή, «οι λοιπές αυτές ενέργειες, στις οποίες προέβησαν μόνον οι Ευρωπαίοι παραγωγοί, είχαν ως αποτέλεσμα την επίταση του πλήγματος που είχε ήδη προκληθεί στον ανταγωνισμό εξαιτίας της συμφωνίας κατανομής των αγορών Ευρωπαίων, Ιαπώνων και Νοτιοκορεατών και, συνεπώς, την αύξηση του βαθμού της σοβαρότητας της παράβασης» και ότι η «επιπλέον στρέβλωση που προκλήθηκε από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό της σύμπραξης δικαιολογεί την αύξηση του βαθμού σοβαρότητας κατά 2 % για τις επιχειρήσεις που μετείχαν στον συγκεκριμένο μηχανισμό της σύμπραξης».

172

Οι προσφεύγουσες επικρίνουν τη διαφοροποίηση αυτή, υποστηρίζοντας, αφενός, ότι ο «ευρωπαϊκός μηχανισμός της σύμπραξης» δεν υλοποιήθηκε αποκλειστικά από ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Συγκεκριμένα, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι ιαπωνικές και οι νοτιοκορεατικές επιχειρήσεις μετείχαν σε συζητήσεις με αντικείμενο έργα Ευρωπαίων πελατών. Αφετέρου, φρονούν ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε πώς ο συγκεκριμένος μηχανισμός είχε ως αποτέλεσμα «την επίταση του πλήγματος που είχε ήδη προκληθεί στον ανταγωνισμό» από τον μηχανισμό αυτόν.

173

Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία των προσφευγουσών.

174

Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, όταν η Επιτροπή αποφασίζει να επιβάλει πρόστιμα δυνάμει του δικαίου του ανταγωνισμού, οφείλει να τηρεί τις γενικές αρχές του δικαίου, στις οποίες καταλέγεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης, όπως αυτή ερμηνεύεται από τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης. Η αρχή αυτή επιτάσσει να μην αντιμετωπίζονται παρόμοιες καταστάσεις με διαφορετικό τρόπο και διαφορετικές καταστάσεις με τον ίδιο τρόπο, εκτός αν μια τέτοια αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικά (βλ. απόφαση της 27ης Ιουνίου 2012, Bolloré κατά Επιτροπής, T‑372/10, EU:T:2012:325, σκέψη 85 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 19ης Ιανουαρίου 2016, Mitsubishi Electric κατά Επιτροπής, T‑409/12, EU:T:2016:17, σκέψη 108 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

175

Όσον αφορά την εκτίμηση της σοβαρότητας της συμπεριφοράς των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων σε σχέση με τη συμπεριφορά των ασιατικών, και πιο συγκεκριμένα των ιαπωνικών, υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή χαρακτήρισε την παράβαση που αποτελεί αντικείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ως ενιαία και διαρκή παράβαση που περιλαμβάνει δύο πτυχές, ήτοι τον «μηχανισμό A/R» της σύμπραξης και τον «ευρωπαϊκό μηχανισμό». Ο πρώτος από αυτούς τους μηχανισμούς περιελάμβανε, αφενός, τη συμφωνία περί «εθνικής περιοχής», δυνάμει της οποίας οι ιαπωνικές και οι νοτιοκορεατικές επιχειρήσεις δεσμεύονταν να εγκαταλείψουν τις ευρωπαϊκές «εθνικές περιοχές», στις οποίες μπορούσαν να δραστηριοποιούνται αποκλειστικά τα μέλη R της σύμπραξης, με αντάλλαγμα την αμοιβαία δέσμευση των εν λόγω μελών να εγκαταλείψουν τις ιαπωνικές και κορεατικές «εθνικές περιοχές», και, αφετέρου, την κατανομή έργων τα οποία βρίσκονταν ως επί το πλείστον στον υπόλοιπο κόσμο, στις λεγόμενες «περιοχές εξαγωγής». Ο δεύτερος από τους μηχανισμούς αυτούς αποσκοπούσε, όπως προκύπτει από τη σκέψη 12 ανωτέρω, στην κατανομή μεταξύ των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων των έργων που βρίσκονταν σε ευρωπαϊκές «εθνικές περιοχές» και των έργων στις «περιοχές εξαγωγής» τα οποία είχαν ανατεθεί στην ευρωπαϊκή πλευρά.

176

Οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή θεώρησε ότι αυτοί οι μηχανισμοί αποτελούσαν μέρος μιας ενιαίας παράβασης παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 527 έως 619 της προσβαλλόμενης απόφασης. Στο πλαίσιο αυτό, όσον αφορά την προϋπόθεση περί υπάρξεως ενιαίου σκοπού που συνδέει τους εν λόγω μηχανισμούς της σύμπραξης, στην αιτιολογική σκέψη 534 της εν λόγω απόφασης, η Επιτροπή διαπίστωσε τα εξής:

«Ο ευρωπαϊκός μηχανισμός της σύμπραξης (καθώς και η κατανομή μεταξύ των ασιατικών επιχειρήσεων) διεπόταν από μια συνολική συμφωνία, της οποίας αποτελούσε την πρακτική εφαρμογή. Συγκεκριμένα, κατά τις ευρωπαϊκές συναντήσεις R, ο Ευρωπαίος συντονιστής ενημέρωνε για το περιεχόμενο των συζητήσεων που διεξάγονταν κατά τις συναντήσεις A/R […]. Για τον σκοπό αυτό, τα μέρη διοργάνωναν συχνά συναντήσεις R λίγο μετά τις συναντήσεις A/R […]. Επιπλέον, κατά τις συναντήσεις, τα μέρη εξέφραζαν το ενδιαφέρον τους για συγκεκριμένα έργα στις περιοχές εξαγωγής, τα οποία αποτελούσαν αντικείμενο συζήτησης κατά τις συναντήσεις A/R. Επίσης, τα μέρη που μετείχαν στις συναντήσεις A/R ενημερώνονταν για τα κυριότερα θέματα των συζητήσεων στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού μηχανισμού της σύμπραξης. Επομένως, ο ευρωπαϊκός μηχανισμός της σύμπραξης αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα του συνολικού σχεδίου.»

177

Η Επιτροπή καταλόγισε στις περισσότερες ιαπωνικές και νοτιοκορεατικές επιχειρήσεις ευθύνη για την πλήρη συμμετοχή τους στη σύμπραξη, περιλαμβανομένου του ευρωπαϊκού μηχανισμού της. Ειδικότερα, καταλόγισε ευθύνη για πλήρη συμμετοχή στη σύμπραξη στις ιαπωνικές επιχειρήσεις που αποτελούσαν τον σκληρό πυρήνα αυτής, δηλαδή στις Sumitomo Electric Industries, Hitachi Cable και την κοινή επιχείρησή τους J‑Power Systems, καθώς και στις Furukawa Electric, Fujikura και την κοινή επιχείρησή τους Viscas.

178

Ωστόσο, με την αιτιολογική σκέψη 537 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή διαφοροποίησε τον βαθμό συμμετοχής διαφόρων επιχειρήσεων στη σύμπραξη. Εκτίμησε, συγκεκριμένα, τα εξής:

«Ο σκληρός πυρήνας των μετεχόντων στη σύμπραξη (Nexans, Pirelli/Prysmian, Furukawa [Electric], Fujikura και Viscas, Sumitomo [Electric Industries], Hitachi [Cable] και [J‑Power Systems]) ήταν ο ίδιος όσον αφορά τα [υπόγεια και υποβρύχια ηλεκτρικά καλώδια] και εφάρμοζε συγχρόνως [τη συμφωνία] περί εθνικής περιοχής και τη συμφωνία για κατανομή των έργων στις περιοχές εξαγωγής. Ωστόσο, για λόγους αντικειμενικούς, οι ιαπωνικές επιχειρήσεις και οι [νοτιοκορεατικές επιχειρήσεις] δεν είχαν συμμετοχή “στον ευρωπαϊκό μηχανισμό της σύμπραξης”, ενώ οι Nexans και Pirelli/Prysmian δραστηριοποιούνταν σε αμφότερους.»

179

Βάσει της διαπίστωσης αυτής, η Επιτροπή διατύπωσε, στην αιτιολογική σκέψη 999 της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά της οποίας βάλλουν οι προσφεύγουσες με τα επιχειρήματά τους, το συμπέρασμα ότι η παράβαση που διαπράχθηκε από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις έπρεπε να θεωρηθεί σοβαρότερη από εκείνη που διέπραξαν οι ιαπωνικές επιχειρήσεις και ότι, συνεπώς, λόγω της συμμετοχής τους στον «ευρωπαϊκό μηχανισμό της σύμπραξης», το ποσοστό της αξίας των πωλήσεων των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, το οποίο επρόκειτο να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του βασικού ποσού του προστίμου, έπρεπε να αυξηθεί κατά 2 %.

180

Συναφώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, ακόμη και αν αποδεικνυόταν βάσιμος ο ισχυρισμός των προσφευγουσών ότι η συμμετοχή των ιαπωνικών επιχειρήσεων στον «ευρωπαϊκό μηχανισμό της σύμπραξης» ήταν παρόμοια με αυτή των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, το γεγονός αυτό δεν είναι ικανό να αναιρέσει το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η κατανομή των έργων εντός του ΕΟΧ αποτελεί ένα πρόσθετο στοιχείο, για το οποίο πρέπει να επιβληθούν βαρύτερες κυρώσεις, διά της εφαρμογής αυξημένου ποσοστού λόγω της σοβαρότητας της παράβασης.

181

Συγκεκριμένα, αφενός, επισημαίνεται ότι, πέραν του «μηχανισμού A/R της σύμπραξης», στο πλαίσιο του οποίου οι ευρωπαϊκές και οι ασιατικές επιχειρήσεις είχαν συμφωνήσει, μεταξύ άλλων, να μην διεισδύουν στις αντίστοιχες «εθνικές περιοχές», οι Ευρωπαίοι παραγωγοί, περιλαμβανομένων των προσφευγουσών, προέβαιναν σε κατανομή διαφόρων έργων ηλεκτρικών καλωδίων μεταξύ των μελών R της σύμπραξης. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 73 της προσβαλλόμενης απόφασης, η κατανομή αυτή αφορούσε τόσο την ανάθεση έργων στις «περιοχές εξαγωγής», η οποία διενεργούνταν στο πλαίσιο του μηχανισμού A/R, όσο και την ανάθεση έργων στα μέλη R βάσει της συμφωνίας περί «εθνικής περιοχής», δηλαδή έργων εντός της «εθνικής περιοχής» των ευρωπαίων παραγωγών. Αφετέρου, επισημαίνεται ότι, ακόμη και αν υπήρχε στενή σχέση μεταξύ της κατανομής έργων στο πλαίσιο του μηχανισμού A/R και της κατανομής έργων στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού μηχανισμού της σύμπραξης, όπως διευκρινίζει η Επιτροπή, με την αιτιολογική σκέψη 534 της προσβαλλόμενης απόφασης, ο δεύτερος αυτός μηχανισμός προέβλεπε μία επιπλέον δέσμευση κατανομής έργων, πέραν των κανόνων ανάθεσης που ήδη υφίσταντο στο πλαίσιο του «μηχανισμού A/R της σύμπραξης».

182

Περαιτέρω, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατανομή των έργων υπόγειων και υποβρύχιων ηλεκτρικών καλωδίων υψηλής τάσης στο πλαίσιο του «ευρωπαϊκού μηχανισμού της σύμπραξης» ενίσχυσε το πλήγμα που προκάλεσε ο «μηχανισμός A/R της σύμπραξης» στον ανταγωνισμό εντός του ΕΟΧ.

183

Επομένως, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, δικαιολογημένα αποτυπώνεται στην εκτίμηση της σοβαρότητας της συμπεριφοράς των παραγωγών που μετείχαν στον «ευρωπαϊκό μηχανισμό της σύμπραξης», ιδίως των Ευρωπαίων, η επιπλέον αυτή βλάβη που προκλήθηκε στον ανταγωνισμό εντός του ΕΟΧ.

184

Κατά συνέπεια, το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι, κατ’ ουσίαν, ήταν εσφαλμένη η εκτίμηση της Επιτροπής ότι οι ιαπωνικές επιχειρήσεις δεν μετείχαν στο ίδιο επίπεδο με τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στον «ευρωπαϊκό μηχανισμό της σύμπραξης» δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά το εάν συντρέχει παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης έναντι των προσφευγουσών.

185

Συγκεκριμένα, το επιχείρημα αυτό, εάν ήταν βάσιμο, θα δικαιολογούσε την αύξηση του ποσοστού της αξίας των πωλήσεων των ιαπωνικών επιχειρήσεων.

186

Αντιθέτως, η περίσταση αυτή δεν έχει καμία σημασία όσον αφορά το ποσοστό της αξίας των πωλήσεων που εφαρμόστηκε ως προς τις προσφεύγουσες, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η σοβαρότητα της συμπεριφοράς τους, δεδομένου ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν θεμελιώνει δικαίωμα για την εφαρμογή παράνομης μεταχείρισης χωρίς δυσμενείς διακρίσεις (απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2002, Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, T‑13/99, EU:T:2002:209, σκέψη 479).

187

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθεί το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός στο σύνολό του.

188

Δεδομένης της απόρριψης των λόγων και των επιχειρημάτων που προέβαλαν οι προσφεύγουσες προς στήριξη του μεταρρυθμιστικού αιτήματός τους και ελλείψει στοιχείων τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν εν προκειμένω μείωση των εν λόγω προστίμων, πρέπει να απορριφθούν τα αιτήματα για μείωση των προστίμων αυτών.

189

Βάσει των προεκτεθέντων, η προσφυγή κρίνεται απορριπτέα στο σύνολό της.

IV. Επί των δικαστικών εξόδων

190

Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα)

αποφασίζει:

 

1)

Απορρίπτει την προσφυγή.

 

2)

Καταδικάζει τις Nexans France SAS και Nexans SA στα δικαστικά έξοδα.

 

Collins

Kancheva

Barents

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Ιουλίου 2018.

(υπογραφές)

Περιεχόμενα

 

I. Ιστορικό της διαφοράς

 

Α. Οι προσφεύγουσες και ο οικείος κλάδος

 

Β. Διοικητική διαδικασία

 

Γ. Η προσβαλλόμενη απόφαση

 

1. Επίμαχη παράβαση

 

2. Ευθύνη των προσφευγουσών

 

3. Επιβληθέντα πρόστιμα

 

II. Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

 

III. Σκεπτικό

 

Α. Επί του ακυρωτικού αιτήματος

 

1. Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά έλλειψη νομικής βάσης, παραβίαση της απόφασης περί διενέργειας ελέγχου, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και παράβαση του άρθρου 20, παράγραφοι 2 έως 4, του κανονισμού 1/2003 και του άρθρου 7 του Χάρτη

 

α) Σχετικά με τη διεξαγωγή του ελέγχου

 

β) Σχετικά με την έλλειψη νομικής βάσης των επίμαχων μέτρων

 

γ) Σχετικά με την παραβίαση της απόφασης περί διενέργειας ελέγχου

 

δ) Σχετικά με τα περί προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας

 

ε) Σχετικά με τα περί παραβάσεως του άρθρου 20, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003

 

στ) Σχετικά με τα περί παραβάσεως του άρθρου 7 του Χάρτη

 

2. Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά εσφαλμένη εκτίμηση κατά τον προσδιορισμό της ημερομηνίας έναρξης της συμμετοχής των προσφευγουσών στην παράβαση

 

Β. Επί του αιτήματος μείωσης του προστίμου

 

1. Επί του σφάλματος στο οποίο υπέπεσε η Επιτροπή ως προς τη διάρκεια της συμμετοχής της Nexans France στην παράβαση

 

2. Επί του τρίτου λόγου, ο οποίος αφορά προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση και παραβίαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης καθώς και της αρχής της ίσης μεταχείρισης κατά τον καθορισμό του συντελεστή σοβαρότητας της παράβασης για τον υπολογισμό των προστίμων.

 

α) Επί του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου

 

1) Σχετικά με τα περί εσφαλμένης εκτιμήσεως

 

2) Σχετικά με τα περί παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

 

β) Επί του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου

 

γ) Επί του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου

 

IV. Επί των δικαστικών εξόδων


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.

( 1 ) Μη δημοσιοποιούμενα εμπιστευτικά στοιχεία.