Υπόθεση C‑595/14

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

«Προσφυγή ακυρώσεως — Αντικατάσταση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά τη διάρκεια της δίκης — Αντικείμενο της προσφυγής — Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις — Υπαγωγή νέας ψυχοτρόπου ουσίας σε μέτρα ελέγχου — Νομικό πλαίσιο εφαρμοστέο μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας — Μεταβατικές διατάξεις — Διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο»

Περίληψη — Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 23ης Δεκεμβρίου 2015

  1. Προσφυγή ακυρώσεως — Έννομο συμφέρον — Συμφέρον εκτιμώμενο κατά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής — Κατάργηση της προσβαλλόμενης πράξεως κατά τη διάρκεια της δίκης — Κατάργηση της δίκης — Δεν επιτρέπεται — Διατήρηση του συμφέροντος του προσφεύγοντος να αναγνωριστεί η έλλειψη νομιμότητας της προσβαλλομένης πράξεως

    (Άρθρο 263 ΣΛΕΕ)

  2. Προσφυγή ακυρώσεως — Προσφυγή κράτους μέλους, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής — Παραδεκτό μη εξαρτώμενο από τη δικαιολόγηση εννόμου συμφέροντος — Απόφαση που αντικαθιστά, διαρκούσης της εκκρεμοδικίας, την προσβαλλόμενη απόφαση — Διατήρηση των αποτελεσμάτων που είχε η προσβαλλόμενη απόφαση στο παρελθόν — Διατήρηση του αντικειμένου της προσφυγής

    (Άρθρο 263, εδ. 2, ΣΛΕΕ· αποφάσεις του Συμβουλίου 2014/688 και 2015/1875, αιτιολογική σκέψη 35 και άρθρα 1 έως 3)

  3. Αστυνομική συνεργασία — Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις — Απόφαση 2005/387 σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών, την αξιολόγηση κινδύνων και τον έλεγχο νέων ψυχοτρόπων ουσιών — Ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 3, της εν λόγω αποφάσεως — Ερμηνεία σύμφωνη προς τις διατάξεις της ισχύουσας, κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως, Συνθήκης ΕΕ, για την εκτέλεση γενικών πράξεων στον τομέα αυτό — Υποχρέωση του Συμβουλίου για διαβούλευση με το Κοινοβούλιο πριν από τη λήψη των εκτελεστικών μέτρων της οικείας αποφάσεως — Κατάργηση του άρθρου 39, παράγραφος 1, ΕΕ — Δεν ασκεί επιρροή

    (Άρθρα 34 § 2, στοιχείο γʹ, ΕΕ και 39 § 1, ΕΕ· πρωτόκολλο αριθ. 36 προσαρτημένο στις Συνθήκες ΕΕ και ΛΕΕ, άρθρο 9· απόφαση 2005/387 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 3)

  4. Προσφυγή ακυρώσεως — Ακυρωτική απόφαση — Αποτελέσματα — Περιορισμός από το Δικαστήριο — Ακύρωση της αποφάσεως 2014/688 περί υποβολής ορισμένων ψυχοτρόπων ουσιών σε μέτρα ελέγχου — Κίνδυνος επιπτώσεων στην αποτελεσματικότητα του ελέγχου των συγκεκριμένων ψυχοτρόπων ουσιών και στην προστασία της δημόσιας υγείας — Διατήρηση των αποτελεσμάτων της ακυρωθείσας αποφάσεως

    (Άρθρο 264, εδ. 2, ΣΛΕΕ· απόφαση 2014/688 του Συμβουλίου)

  1.  Η κατάργηση προσβαλλομένης πράξεως στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως, η οποία επήλθε μετά την άσκηση της εν λόγω προσφυγής, δεν συνεπάγεται, αφεαυτής, υποχρέωση του δικαστή να εκδώσει απόφαση που καταργεί τη δίκη λόγω ελλείψεως αντικειμένου ή εννόμου συμφέροντος κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως. Εν πάση περιπτώσει, το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος πρέπει, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της προσφυγής, να υφίσταται κατά τον χρόνο ασκήσεώς της, άλλως η προσφυγή κρίνεται απαράδεκτη. Το εν λόγω αντικείμενο της διαφοράς πρέπει να διατηρείται, όπως και το έννομο συμφέρον, μέχρι την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως, άλλως παρέλκει η έκδοση αποφάσεως, πράγμα που προϋποθέτει ότι η προσφυγή μπορεί, με το αποτέλεσμά της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε.

    Επομένως, στο Δικαστήριο εναπόκειται, στην περίπτωση που η προσβαλλομένη πράξη έπαυσε να παράγει αποτελέσματα κατά τη διάρκεια της δίκης, να εκτιμήσει in concreto τη διατήρηση του εννόμου συμφέροντος του προσφεύγοντος, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των συνεπειών της προβαλλόμενης πλημμέλειας και της φύσεως της ζημίας που ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι υπέστη.

    (βλ. σκέψεις 16-18)

  2.  Το δικαίωμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να ασκεί προσφυγή, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 263, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, όπως και το αντίστοιχο δικαίωμα των κρατών μελών που προβλέπεται στην ίδια διάταξη, δεν εξαρτάται από την απόδειξη εννόμου συμφέροντος. Επομένως, η απόφαση του Δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση ή να καταργήσει τη δίκη σε μια υπόθεση δεν μπορεί λογικά να εξαρτάται από την εξακρίβωση ότι εξακολουθεί να υφίσταται το έννομο συμφέρον του Κοινοβουλίου σε σχέση με την απόφαση που αποτέλεσε το αντικείμενο της προσφυγής. Πάντως, το Δικαστήριο μπορεί να διαπιστώσει ότι δεν συντρέχει πλέον λόγος εκδόσεως αποφάσεως επί προσφυγών που άσκησαν κράτη μέλη όταν, κατόπιν της ακυρώσεως ή της ανακλήσεως της προσβαλλομένης πράξεως, επιτεύχθηκε το αποτέλεσμα που επιδίωκαν με τις προσφυγές τους τα εν λόγω κράτη μέλη.

    Συνεπώς, είναι παραδεκτή προσφυγή κατά της αποφάσεως 2014/688, περί υποβολής ορισμένων ψυχοτρόπων ουσιών σε μέτρα ελέγχου, στον βαθμό που η αντικατάσταση της αποφάσεως αυτής από την απόφαση 2015/1875, περί υποβολής ορισμένων ψυχοτρόπων ουσιών σε μέτρα ελέγχου, επέτρεψε τη διατήρηση των αποτελεσμάτων που είχε η προσβαλλόμενη απόφαση στο παρελθόν και δεν παρήγαγε επομένως αποτελέσματα αντίστοιχα με εκείνα που θα είχε επιφέρει, κατ’ αρχήν, η ακύρωση της αποφάσεως αυτής. Συναφώς, η εν λόγω εκτελεστική απόφαση, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη της 35 και από το άρθρο της 2, εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που απορρέουν από την απόφαση 2014/688 όσον αφορά την προθεσμία που τάσσεται για την υπαγωγή των συγκεκριμένων ψυχοτρόπων ουσιών σε μέτρα ελέγχου και σε ποινικές κυρώσεις, δηλαδή το αργότερο στις 2 Οκτωβρίου 2015. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο ούτε θέλησε να αμφισβητήσει την ισχύ των υποχρεώσεων αυτών, όπως αυτές προκύπτουν από την απόφαση 2014/688, ούτε στήριξε αναδρομικά το κύρος των εν λόγω υποχρεώσεων στην απόφαση 2015/1875.

    (βλ. σκέψεις 20-23, 26)

  3.  Όσον αφορά την απόφαση 2005/387, σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών, την αξιολόγηση κινδύνων και τον έλεγχο νέων ψυχοτρόπων ουσιών, της οποίας το άρθρο 8, παράγραφος 3, προβλέπει τη δυνατότητα του Συμβουλίου υπαγωγής μιας νέας ψυχοτρόπου ουσίας σε μέτρα ελέγχου, το εν λόγω άρθρο 8, παράγραφος 3, εξακολουθεί, δυνάμει του άρθρου 9 του πρωτοκόλλου (αριθ. 36) περί των μεταβατικών διατάξεων, να παράγει τα έννομα αποτελέσματά του, μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, καθ’ όσον χρόνο δεν έχει καταργηθεί, ακυρωθεί ή τροποποιηθεί, και, συνεπώς, καθιστά δυνατή τη λήψη εκτελεστικών μέτρων κατ’ εφαρμογή της διαδικασίας την οποία καθορίζει. Συναφώς, το άρθρο 8, παράγραφος 3, της αποφάσεως 2005/387 έχει την έννοια ότι, σύμφωνα με το άρθρο 39, παράγραφος 1, ΕΕ, παρέχει στο Συμβούλιο τη δυνατότητα εκδόσεως πράξεως για την υπαγωγή νέας ψυχοτρόπου ουσίας σε μέτρα ελέγχου μόνον κατόπιν διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο.

    Η κατάργηση του άρθρου 39, παράγραφος 1, ΕΕ από τη Συνθήκη της Λισσαβώνας δεν μπορεί να άρει την υποχρέωση διαβουλεύσεως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εφόσον, αφενός, η υποχρέωση ερμηνείας πράξεως του παραγώγου δικαίου σύμφωνα με το πρωτογενές δίκαιο απορρέει από τη γενική ερμηνευτική αρχή ότι η διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο που δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητά της και, αφετέρου, το κύρος πράξεως της Ένωσης πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τα διαθέσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως. Η νομότυπη διαβούλευση με το Κοινοβούλιο στις προβλεπόμενες από τη νομοθεσία της Ένωσης περιπτώσεις αποτελεί ουσιώδη τύπο, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται την ακυρότητα της οικείας πράξεως. Συνεπώς, πρέπει να ακυρωθεί απόφαση βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 3, της αποφάσεως 2005/387, η οποία εκδόθηκε από το Συμβούλιο χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με το Κοινοβούλιο.

    (βλ. σκέψεις 35, 39-42)

  4.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 46-49)