Υπόθεση C‑219/14

Kathleen Greenfield

κατά

The Care Bureau Ltd

(αίτηση του Employment Tribunal Birmingham

για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Προδικαστική παραπομπή — Κοινωνική πολιτική — Συμφωνία‑πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης — Οργάνωση του χρόνου εργασίας — Οδηγία 2003/88/ΕΚ — Δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών — Υπολογισμός των ημερών αδείας σε περίπτωση αυξήσεως του χρόνου εργασίας — Ερμηνεία της αρχής pro rata temporis»

Περίληψη – Απόφαση του Δικαστηρίου (έκτο τμήμα)της 11ης Νοεμβρίου 2015

  1. Κοινωνική πολιτική — Προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων — Οργάνωση του χρόνου εργασίας — Δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών — Αρχή του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης με ιδιαίτερη σημασία

    (Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 31 § 2· οδηγία 2003/88 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 7)

  2. Κοινωνική πολιτική — Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την CES — Οδηγία 97/81 — Οργάνωση του χρόνου εργασίας — Οδηγία 2003/88– Δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών — Αρχή pro rata temporis — Αύξηση του χρόνου εργασίας — Υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν αναδρομικό επαναϋπολογισμό, βάσει του νέου προγράμματος εργασίας, της θεμελιωθείσας και ενδεχομένως ληφθείσας ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών — Δεν υφίσταται — Ο νέος υπολογισμός είναι υποχρεωτικός μόνο για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυξάνεται ο χρόνος εργασίας

    (Οδηγία 2003/88 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 7· οδηγία 97/81 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 98/23, παράρτημα, ρήτρα 4, σημείο 2)

  3. Κοινωνική πολιτική — Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την CES — Οδηγία 97/81 — Οργάνωση του χρόνου εργασίας — Οδηγία 2003/88– Δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών — Υπολογισμός της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών για τον καθορισμό της αποζημιώσεως μη ληφθείσας ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών που καταβάλλεται κατά τη λύση της σχέσεως εργασίας ή για τον καθορισμό της υπολειπόμενης ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών όταν η σχέση εργασίας διατηρείται σε ισχύ — Ο υπολογισμός αυτός πρέπει να γίνεται βάσει των ίδιων αρχών

    (Οδηγία 2003/88 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 7· οδηγία 97/81 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 98/23, παράρτημα, ρήτρα 4, σημείο 2)

  1.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 26, 27)

  2.  Η ρήτρα 4, σημείο 2, της συμφωνίας‑πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 97/81, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την CES, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 98/23, και το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, έχουν την έννοια ότι, σε περίπτωση αυξήσεως του χρόνου εργασίας ορισμένου εργαζομένου, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να προβλέπουν ότι η ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών την οποία αυτός έχει θεμελιώσει και ενδεχομένως λάβει πρέπει να επαναϋπολογίζεται αναδρομικώς βάσει του νέου προγράμματος εργασίας του εν λόγω εργαζομένου. Πρέπει όμως να γίνεται νέος υπολογισμός για την περίοδο κατά την οποία αυξήθηκε ο χρόνος εργασίας.

    Ειδικότερα, όσον αφορά τη θεμελίωση του δικαιώματος ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, πρέπει να διακρίνονται οι περίοδοι κατά τις οποίες ο εργαζόμενος απασχολούνταν με διαφορετικό ωράριο εργασίας, ο δε αριθμός των αποκτώμενων μονάδων χρόνου ετήσιας αναπαύσεως σε σχέση με τον αριθμό των μονάδων χρόνου εργασίας πρέπει να υπολογίζεται χωριστά για κάθε περίοδο.

    Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από την εφαρμογή της αρχής pro rata temporis την οποία προβλέπει η ρήτρα 4, σημείο 2, της συμφωνίας‑πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης.

    Μολονότι η εφαρμογή της αρχής αυτής προσήκει ομολογουμένως στην περίπτωση χορηγήσεως ετήσιας άδειας για περίοδο μερικής απασχολήσεως, εφόσον, για την περίοδο αυτή, η μείωση της διάρκειας της ετήσιας άδειας σε σχέση με εκείνη που χορηγείται για περίοδο πλήρους απασχολήσεως δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, εντούτοις η εν λόγω αρχή δεν μπορεί να εφαρμοστεί εκ των υστέρων σε δικαίωμα ετήσιας άδειας που έχει αποκτηθεί κατά τη διάρκεια περιόδου πλήρους απασχολήσεως.

    Μολονότι όμως οι διατάξεις της ρήτρας 4, σημείο 2, της συμφωνίας‑πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης και του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/88 δεν επιβάλλουν στα κράτη μέλη τη διενέργεια νέου υπολογισμού για ήδη θεμελιωμένο δικαίωμα ετήσιας άδειας, εντούτοις στην περίπτωση αυξήσεως του χρόνου εργασίας ορισμένου εργαζομένου δεν αντιτίθενται στη θέσπιση εκ μέρους των κρατών μελών ευνοϊκότερων για τους εργαζομένους διατάξεων και, άρα, στη διενέργεια τέτοιου νέου υπολογισμού.

    (βλ. σκέψεις 35-38, 44, διατάκτ. 1)

  3.  Η ρήτρα 4, σημείο 2, της συμφωνίας‑πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 97/81, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την CES, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 98/23, και το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, έχουν την έννοια ότι ο υπολογισμός της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών πρέπει να γίνεται βάσει των ίδιων αρχών, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για τον καθορισμό της αποζημιώσεως μη ληφθείσας ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών που καταβάλλεται κατά τη λύση της σχέσεως εργασίας ή για τον καθορισμό της υπολειπόμενης ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών όταν η σχέση εργασίας διατηρείται σε ισχύ.

    Ειδικότερα, η φράση «ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών» του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88 σημαίνει ότι κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειας κατά την έννοια της ίδιας οδηγίας πρέπει να συνεχίζεται η καταβολή αποδοχών και ότι, με άλλα λόγια, ο εργαζόμενος πρέπει να λαμβάνει τις τακτικές αποδοχές του γι’ αυτήν την περίοδο αναπαύσεως.

    Επιπλέον, όσον αφορά εργαζόμενο ο οποίος δεν ήταν σε θέση, από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του, να ασκήσει το δικαίωμά του σε ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών πριν από τη λύση της σχέσεως εργασίας, η χρηματική αποζημίωση που δικαιούται πρέπει να υπολογίζεται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται στον εν λόγω εργαζόμενο κατάσταση παρόμοια με εκείνη στην οποία θα ήταν αν είχε ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα κατά τη διάρκεια της σχέσεως εργασίας. Ως εκ τούτου, οι τακτικές αποδοχές του εργαζομένου, οι οποίες πρέπει να συνεχίσουν να καταβάλλονται κατά τη διάρκεια της περιόδου αναπαύσεως που αντιστοιχεί στην ετήσια άδεια μετ’ αποδοχών, έχουν καθοριστική σημασία και σε ό,τι αφορά τον υπολογισμό της χρηματικής αποζημιώσεως μη ληφθείσας ετήσιας άδειας κατά τη λύση της σχέσεως εργασίας.

    Κατά συνέπεια, η χρηματική αποζημίωση μη ληφθείσας ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών πρέπει να υπολογίζεται κατά τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζονται οι τακτικές αποδοχές, το δε χρονικό σημείο πραγματοποιήσεως του υπολογισμού δεν έχει, κατ’ αρχήν, σημασία.

    Δεν μπορεί όμως να αποκλειστεί το ενδεχόμενο το χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να γίνει ο υπολογισμός να επηρεάζει τον τρόπο του υπολογισμού.

    Ειδικότερα, στην περίπτωση σύνθετων αποδοχών που περιλαμβάνουν διάφορα επιμέρους ποσά, απαιτείται ειδική ανάλυση για τον καθορισμό των τακτικών αποδοχών. Στην περίπτωση αυτή, εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να εκτιμήσει υπό το πρίσμα των αρχών που συνάγονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου εάν, στηριζόμενες σε μέσο όρο υπολογιζόμενο επί περιόδου αναφοράς η οποία κρίνεται αντιπροσωπευτική, οι μέθοδοι υπολογισμού των τακτικών αποδοχών και της χρηματικής αποζημιώσεως μη ληφθείσας ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών επιτυγχάνουν τον σκοπό που επιδιώκει το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/88.

    (βλ. σκέψεις 50-54, 57, διατάκτ. 2)