ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)

της 4ης Ιουνίου 2015 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή — Οδηγία 2000/13/ΕΚ — Επισήμανση και παρουσίαση των τροφίμων — Άρθρα 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, και 3, παράγραφος 1, σημείο 2 — Επισήμανση που μπορεί να οδηγήσει σε πλάνη τον αγοραστή ως προς τη σύνθεση των τροφίμων — Κατάλογος των συστατικών — Χρήση της μνείας “ταξίδι με σμέουρο και βανίλια” και απεικονίσεων σμέουρων και λουλουδιών βανίλιας στη συσκευασία αφεψήματος φρούτων που δεν περιέχει τα συστατικά αυτά»

Στην υπόθεση C‑195/14,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Γερμανία) με απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2014, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Απριλίου 2014, στο πλαίσιο της δίκης

Bundesverband der Verbraucherzentralen und Verbraucherverbände — Verbraucherzentrale Bundesverband e.V.

κατά

Teekanne GmbH & Co. KG,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),

συγκείμενο από τους K. Jürimäe, πρόεδρο τμήματος, M. Safjan (εισηγητή) και A. Prechal, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: E. Sharpston

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Bundesverband der Verbraucherzentralen und Verbraucherverbände — Verbraucherzentrale Bundesverband e.V., εκπροσωπούμενη από τους J. Kummer και P. Wassermann, Rechtsanwälte,

η Teekanne GmbH & Co. KG, εκπροσωπούμενη από τον A. Meyer, Rechtsanwalt,

η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,

η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Inez Fernandes και την C. Madaleno,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις S. Grünheid και K. Herbout‑Borczak,

κατόπιν της απόφασης που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία των άρθρων 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, και 3, παράγραφος 1, σημείο 2, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων (ΕΕ L 109, σ. 29), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 596/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009 (ΕΕ L 188, σ. 14, στο εξής: οδηγία 2000/13).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Bundesverband der Verbraucherzentralen und Verbraucherverbände — Verbraucherzentrale Bundesverband e.V. (ομοσπονδίας των γερμανικών ενώσεων καταναλωτών, στο εξής: BVV) και της εταιρίας Teekanne GmbH & Co. KG (στο εξής: Teekanne), αντικείμενο της οποίας είναι το ζήτημα αν η επισήμανση ενός συγκεκριμένου τροφίμου είναι παραπλανητική.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

Η οδηγία 2000/13

3

Η οδηγία 2000/13 καταργήθηκε από τις 13 Δεκεμβρίου 2014, σύμφωνα με το άρθρο 53, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 1169/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές, την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) 1924/2006 και (ΕΚ) 1925/2006 και την κατάργηση της οδηγίας 87/250/ΕΟΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 90/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της οδηγίας 1999/10/ΕΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών της Επιτροπής 2002/67/ΕΚ και 2008/5/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) 608/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 304, σ. 18). Παρά ταύτα, λόγω του χρόνου κατά τον οποίο συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η διαφορά αυτή εξακολουθεί να διέπεται από την οδηγία 2000/13.

4

Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 6, 8 και 14 της οδηγίας αυτής:

«(6)

Κάθε ρύθμιση σχετική με την επισήμανση των τροφίμων πρέπει να βασίζεται, πριν απ’ όλα, στην αρχή της πληροφορήσεως και της προστασίας των καταναλωτών.

[...]

(8)

Μια λεπτομερής επισήμανση που αφορά την ακριβή φύση και τα χαρακτηριστικά των προϊόντων, η οποία επιτρέπει στον καταναλωτή να επιλέγει με πλήρη επίγνωση, είναι το καταλληλότερο μέσο, δεδομένου ότι δημιουργεί τα λιγότερα εμπόδια στην ελευθερία των συναλλαγών.

[...]

(14)

Οι κανόνες σημάνσεως πρέπει επίσης να περιέχουν την απαγόρευση παραπλανήσεως του αγοραστή [...]. Για να είναι αποτελεσματική η παραπάνω απαγόρευση, πρέπει αυτή να επεκταθεί και στην παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων αυτών.»

5

Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 3, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:

«1.   Η παρούσα οδηγία αφορά την επισήμανση των τροφίμων που προορίζονται να παραδοθούν ως έχουν στον τελικό καταναλωτή, καθώς επίσης και ορισμένα ζητήματα σχετικά με την παρουσίαση και τη διαφήμισή τους.

[...]

3.   Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας νοείται ως:

α)

“επισήμανση”: οι μνείες, ενδείξεις, εμπορικά ή βιομηχανικά σήματα, εικόνες ή σύμβολα που αναφέρονται σ’ ένα τρόφιμο και φέρονται σε κάθε συσκευασία, έγγραφο, πινακίδα, ετικέτα, δακτύλιο ή περιλαίμια που συνοδεύουν ή αναφέρονται στο τρόφιμο αυτό».

6

Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Η επισήμανση και οι τρόποι σύμφωνα με τους οποίους πραγματοποιείται δεν πρέπει:

α)

να είναι φύσεως τέτοιας, ώστε να οδηγεί σε πλάνη τον αγοραστή, ιδίως:

i)

ως προς τα χαρακτηριστικά του τροφίμου και ιδίως τη φύση, την ταυτότητα, τις ιδιότητες, τη σύνθεση, την ποσότητα, τη διατηρησιμότητα, την καταγωγή ή προέλευση, τον τρόπο παρασκευής ή λήψεως».

7

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/13 ορίζει τα εξής:

«Η επισήμανση των τροφίμων περιλαμβάνει, σύμφωνα με τους όρους και υπό την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στα άρθρα 4 έως 17, τις ακόλουθες υποχρεωτικές ενδείξεις:

1)

την ονομασία πωλήσεως,

2)

τον κατάλογο των συστατικών,

[...]».

8

Το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:

«1.   Τα συστατικά απαριθμούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο και με τα παραρτήματα Ι, ΙΙ, ΙΙΙ και ΙΙΙα.

[...]

α)

Με τον όρο “συστατικό” νοείται κάθε ουσία, περιλαμβανομένων και των προσθέτων, η οποία χρησιμοποιείται στην παρασκευή ή την ετοιμασία ενός τροφίμου και η οποία εξακολουθεί να υπάρχει στο τελικό προϊόν, ενδεχομένως σε τροποποιημένη μορφή.

[...]

5.   Ο κατάλογος των συστατικών συνίσταται στην παράθεση όλων των συστατικών του τροφίμου, κατά σειρά ελαττούμενης περιεκτικότητος ως προς το βάρος κατά τη στιγμή της χρησιμοποιήσεώς τους στην παρασκευή του τροφίμου. Του καταλόγου προηγείται κατάλληλη ένδειξη που περιλαμβάνει τη λέξη “συστατικά”.

[...]

6.   Τα συστατικά αναφέρονται με το ειδικό τους όνομα, εφόσον έχουν, σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στο άρθρο 5.

Εντούτοις:

[...]

οι αρωματικές ύλες αναγράφονται σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ.

[…]

7.   Οι κοινοτικές διατάξεις και, αν δεν υπάρχουν τέτοιες, οι εθνικές διατάξεις είναι δυνατό να προβλέπουν ότι σε ορισμένα τρόφιμα η ένδειξη ενός ή περισσοτέρων καθορισμένων συστατικών θα συνοδεύει την ονομασία πωλήσεως.

[...]»

Ο κανονισμός (ΕΚ) 178/2002

9

Ο κανονισμός (ΕΚ) 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31, σ. 1), προβλέπει στο άρθρο του 8, που επιγράφεται «Προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών», τα εξής:

«1.   Η νομοθεσία για τα τρόφιμα αποβλέπει στην προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών και αποτελεί τη βάση ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να επιλέγουν ενήμεροι τα τρόφιμα που καταναλώνουν. Αποσκοπεί στην πρόληψη των εξής φαινομένων:

α)

των δόλιων πρακτικών ή των πρακτικών εξαπάτησης,

β)

της νόθευσης των τροφίμων και

γ)

οποιωνδήποτε άλλων πρακτικών που ενδέχεται να παραπλανήσουν τον καταναλωτή.»

10

Το άρθρο 16 του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη των πιο εξειδικευμένων διατάξεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, η επισήμανση, η διαφήμιση και η παρουσίαση των τροφίμων ή των ζωοτροφών, συμπεριλαμβανομένων του σχήματος, της εμφάνισης ή της συσκευασίας τους, των υλικών συσκευασίας που χρησιμοποιήθηκαν, του τρόπου με τον οποίο τακτοποιήθηκαν και του περιβάλλοντος στο οποίο εκθέτονται, καθώς και των πληροφοριών που διατίθενται σχετικά με αυτά από οποιοδήποτε μέσο διάδοσης πληροφοριών, δεν πρέπει να παραπλανούν τους καταναλωτές.»

Το γερμανικό δίκαιο

11

Ο νόμος περί αθέμιτου ανταγωνισμού (Gesetz gegen den unlauteren Wettbewerb), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την υπόθεση της κύριας δίκης χρόνο (BGBl. 2010 I, σ. 254, στο εξής: UWG), προβλέπει, στο άρθρο 4, σημείο 11, τα εξής:

«Παραδείγματα αθέμιτων εμπορικών πρακτικών

Κατά τρόπο αθέμιτο ενεργεί ιδίως όποιος:

[...]

11.

παραβαίνει διάταξη του νόμου η οποία έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, να ρυθμίσει τη συναλλακτική συμπεριφορά προς το συμφέρον των συναλλασσομένων στη σχετική αγορά.»

12

Το άρθρο 5, παράγραφος 1, σημείο 1, του UWG ορίζει τα εξής:

«Παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές

1)

Συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού κάθε παραπλανητική εμπορική πρακτική. Η εμπορική πρακτική είναι παραπλανητική όταν περιλαμβάνει αναληθείς πληροφορίες ή πληροφορίες ικανές να εξαπατήσουν ως προς ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία:

1.

τα κύρια χαρακτηριστικά του αγαθού ή της υπηρεσίας, όπως είναι η διαθεσιμότητά τους, η φύση τους, η παρουσίασή τους, τα πλεονεκτήματά τους, η επικινδυνότητά τους, η σύνθεσή τους, τα εξαρτήματά τους, η μέθοδος ή ο χρόνος παραγωγής, παράδοσης ή παροχής, η καταλληλότητά τους, οι δυνατότητες χρήσης τους, η ποσότητα, οι ιδιότητες, η εξυπηρέτηση πελατών μετά την πώληση και η διαδικασία υποβολής παραπόνων και καταγγελιών, η γεωγραφική ή επιχειρηματική προέλευση, τα αναμενόμενα από τη χρήση αποτελέσματα ή τα αποτελέσματα ή τα βασικά χαρακτηριστικά των δοκιμών που έχουν πραγματοποιηθεί για το σχετικό αγαθό ή τη σχετική υπηρεσία».

13

Με τίτλο «Διατάξεις περί προστασίας από την παραπλάνηση», το άρθρο 11 του κώδικα περί τροφίμων, ειδών πρώτης ανάγκης και ζωοτροφών (Lebensmittel-, Bedarfsgegenstände- und Futtermittelgesetzbuch), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την υπόθεση της κύριας δίκης χρόνο (στο εξής: LFGB), προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Απαγορεύεται η εμπορία τροφίμων με παραπλανητική ονομασία ή παραπλανητικές ενδείξεις ή παραπλανητική παρουσίαση ή η διαφήμιση τροφίμων, γενικώς ή συγκεκριμένως, με χρήση ανακριβών ή παραπλανητικών στοιχείων. Συντρέχει περίπτωση παραπλάνησης, μεταξύ άλλων, όταν

1.

χρησιμοποιούνται αναφορικά με ένα τρόφιμο ονομασίες, ενδείξεις, παρουσιάσεις, περιγραφές ή άλλες μνείες που μπορούν να οδηγήσουν σε παραπλάνηση ως προς τα χαρακτηριστικά του, και ιδίως ως προς τη φύση του, τις ιδιότητές του, τη σύνθεση, την ποσότητα, τη διατηρησιμότητα, την καταγωγή του, την προέλευσή του ή τον τρόπο κατασκευής ή παραγωγής του,

[...]».

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

14

Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η Teekanne εμπορεύεται ένα αφέψημα φρούτων με την ονομασία «Felix Himbeer-Vanille Abenteuer» («Ταξίδι με σμέουρο και βανίλια, παρέα με τον κούνελο Felix») (στο εξής: αφέψημα φρούτων). Η συσκευασία του αφεψήματος αυτού είναι ένα πτυσσόμενο παραλληλεπίπεδο κουτί από χαρτόνι, το οποίο περιέχει 20 φακελάκια.

15

Η συσκευασία αυτή περιλαμβάνει ορισμένα στοιχεία διαφόρων μεγεθών, χρωμάτων και γραμματοσειρών, και συγκεκριμένα εικόνες σμέουρων και λουλουδιών βανίλιας, τις μνείες «αφέψημα φρούτων με φυσικά αρώματα» και «αφέψημα φρούτων με φυσικά αρώματα — γεύση σμέουρου-βανίλιας», καθώς και την απεικόνιση μιας σφραγίδας στην οποία περιλαμβάνεται, μέσα σε έναν χρυσό κύκλο, η μνεία «μόνο φυσικά συστατικά».

16

Κατά το αιτούν δικαστήριο, το αφέψημα φρούτων δεν περιέχει κανένα συστατικό και καμία αρωματική ύλη βανίλιας ή σμέουρου. Ο κατάλογος των συστατικών, ο οποίος αναγράφεται σε μία από τις πλευρές της συσκευασίας, είναι ο εξής: «Ιβίσκος, μήλο, φύλλα βατόμουρου, φλοιός πορτοκαλιού, αγριοτριανταφυλλιά, φυσικό άρωμα με γεύση βανίλιας, φλοιός λεμονιού, φυσικό άρωμα με γεύση σμέουρου, βατόμουρα, φράουλες, μύρτιλλα, κουφοξυλιά».

17

Η BVV άσκησε κατά της Teekanne αγωγή ενώπιον του Landgericht Düsseldorf, ισχυριζόμενη ότι τα στοιχεία επί της συσκευασίας του αφεψήματος φρούτων είναι ικανά να οδηγήσουν σε πλάνη τον καταναλωτή ως προς τη σύνθεση του αφεψήματος αυτού. Συγκεκριμένα, ο καταναλωτής αναμένει, με βάση τα στοιχεία αυτά, ότι το εν λόγω αφέψημα περιέχει συστατικά από βανίλια και σμέουρο ή τουλάχιστον φυσικό άρωμα βανίλιας και φυσικό άρωμα σμέουρου.

18

Για τον λόγο αυτό, η BVV ζήτησε να υποχρεωθεί η Teekanne, με την απειλή συγκεκριμένων μέτρων καταναγκασμού, να παύσει να διαφημίζει ή να επιτρέπει τη διαφήμιση του αφεψήματος στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών. Η BVV ζήτησε επίσης να της επιδικαστούν τα έξοδα όχλησης, ύψους 200 ευρώ.

19

Με απόφαση της 16ης Μαρτίου 2012, το Landgericht Düsseldorf δέχτηκε την αγωγή.

20

Κατόπιν της άσκησης έφεσης από την Teekanne, το Oberlandesgericht Düsseldorf, με απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2013, ακύρωσε την παραπάνω δικαστική απόφαση και απέρριψε τα αιτήματα της BVV. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε παραπλάνηση του καταναλωτή ούτε κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 11, του UWG, σε συνδυασμό με το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, σημείο 1, του LFGB, ούτε κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, πρώτη και δεύτερη περίοδος, σημείο 1, του UWG.

21

Κατά το εν λόγω δικαστήριο, σύμφωνα με την οδηγία 2000/13, το κρίσιμο στοιχείο για την ερμηνεία των διατάξεων αυτών του UWG και του LFGB είναι οι προσδοκίες του μέσου καταναλωτή. Εν προκειμένω, από τον κατάλογο των συστατικών του αφεψήματος φρούτων που είναι τυπωμένος στη συσκευασία προκύπτει ότι οι χρησιμοποιούμενες φυσικές αρωματικές ύλες έχουν γεύση σμέουρου και βανίλιας. Με βάση τον κατάλογο αυτό, μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα ότι οι χρησιμοποιούμενες αρωματικές ύλες δεν λαμβάνονται από σμέουρα και από βανίλια, αλλά έχουν απλώς αυτή τη γεύση. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου όμως, αν η πληροφόρηση που παρέχει ο κατάλογος των συστατικών είναι ορθή και πλήρης, αποκλείεται ο κίνδυνος παραπλάνησης του καταναλωτή.

22

Η BVV υπέβαλε ενώπιον του Bundesgerichtshof αίτηση αναίρεσης κατά της παραπάνω απόφασης.

23

Κατά το αιτούν δικαστήριο, η επαναλαμβανόμενη απεικόνιση σμέουρων και λουλουδιών βανίλιας στη συσκευασία του αφεψήματος φρούτων κατά τρόπο που να προσελκύεται το βλέμμα, η επίσης επαναλαμβανόμενη ένδειξη «με φυσικά αρώματα» και η γραφιστική απεικόνιση της σφραγίδας με τη μνεία «μόνο φυσικά συστατικά» υποδηλώνουν ότι η γεύση του αφεψήματος αυτού οφείλεται, μεταξύ άλλων, σε αρωματικές ύλες που προέρχονται από καρπούς σμέουρου και από λουλούδια βανίλιας. Η παρουσίαση του αφεψήματος αυτού αποσκοπεί συνεπώς στη δημιουργία εσφαλμένης εντύπωσης ως προς τη σύνθεσή του, ακόμη και στην περίπτωση του μέσου καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση, καταβάλλει εύλογη προσοχή και έχει εύλογη ενημέρωση. Επιπλέον, η παρουσίαση του αφεψήματος φρούτων αποσκοπεί να αποτρέψει τον καταναλωτή από το να διαβάσει τον κατάλογο των συστατικών που αναγράφονται με πολύ μικρότερα γράμματα πάνω στη συσκευασία, κατάλογο που περιέχει τα πραγματικά συστατικά.

24

Το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι, με βάση τις αιτιολογικές σκέψεις 6 και 8 της οδηγίας 2000/13, η επισήμανση του αφεψήματος φρούτων μπορεί, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της επισήμανσης αυτής, να θεωρηθεί ότι είναι ικανή να οδηγεί σε πλάνη τον αγοραστή, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της οδηγίας αυτής.

25

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesgerichtshof αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Επιτρέπεται η επισήμανση, η παρουσίαση και η διαφήμιση των τροφίμων να προκαλούν, μέσω της εμφάνισης, της περιγραφής ή μέσω εικονογραφημένων παραστάσεων, την εντύπωση ότι περιέχουν ένα συγκεκριμένο συστατικό, μολονότι αυτό το συστατικό δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, τούτο δε να συνάγεται μόνον από τον κατάλογο των συστατικών τον οποίο προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 2, της οδηγίας 2000/13;»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

26

Το αιτούν δικαστήριο, με το ερώτημά του, θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν τα άρθρα 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, και 3, παράγραφος 1, σημείο 2, της οδηγίας 2000/13 έχουν την έννοια ότι αντιβαίνει στις διατάξεις αυτές το γεγονός ότι η επισήμανση ενός τροφίμου και ο συγκεκριμένος τρόπος της επισήμανσης αυτής δημιουργούν, μέσω της εμφάνισης, της περιγραφής ή της εικονογραφημένης παράστασης ενός συγκεκριμένου συστατικού, την εντύπωση ότι το εν λόγω τρόφιμο περιέχει το συστατικό αυτό, μολονότι δεν το περιέχει στην πραγματικότητα, πράγμα όμως που προκύπτει μόνο από τον κατάλογο των συστατικών που αναγράφεται επί της συσκευασίας του τροφίμου αυτού.

27

Εν προκειμένω, πρώτον, επί της συσκευασίας του αφεψήματος φρούτων υπάρχουν, μεταξύ άλλων, εικόνες σμέουρων και λουλουδιών βανίλιας, οι μνείες «αφέψημα φρούτων με φυσικά αρώματα» και «αφέψημα φρούτων με φυσικά αρώματα — γεύση σμέουρου-βανίλιας», καθώς και η απεικόνιση μιας σφραγίδας η οποία περιέχει τη μνεία «μόνο φυσικά συστατικά».

28

Δεύτερον, σύμφωνα με τον κατάλογο συστατικών που αναγράφεται σε μία από τις πλευρές της συσκευασίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 2, της οδηγίας 2000/13, και ο οποίος είναι αναμφισβήτητα ορθός και πλήρης, το αφέψημα αυτό περιέχει φυσικά αρώματα με «γεύση βανίλιας» και «γεύση σμέουρου». Επομένως, είναι σαφές ότι το εν λόγω αφέψημα δεν περιέχει φυσικά συστατικά προερχόμενα από βανίλια ή από σμέουρα ούτε αρωματικές ύλες που να έχουν ληφθεί από βανίλια ή σμέουρα.

29

Το ζήτημα που τίθεται συνεπώς στην υπόθεση της κύριας δίκης είναι αν η επισήμανση του αφεψήματος φρούτων μπορεί να οδηγήσει σε πλάνη τον αγοραστή, καθόσον από την επισήμανση αυτή θα μπορούσε να συναχθεί η παρουσία συστατικών σμέουρου και λουλουδιών βανίλιας ή αρωματικών υλών που να έχουν ληφθεί από τα συστατικά αυτά, μολονότι το εν λόγω αφέψημα δεν περιέχει ούτε τέτοια συστατικά ούτε τέτοιες αρωματικές ύλες.

30

Η οδηγία 2000/13 βασίζεται κυρίως, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της 6 και 8, στην αρχή της πληροφόρησης και της προστασίας των καταναλωτών, οπότε η λεπτομερής επισήμανση σχετικά με την ακριβή φύση και τα χαρακτηριστικά των προϊόντων πρέπει να επιτρέπει στον καταναλωτή να επιλέγει με πλήρη επίγνωση.

31

Συναφώς, το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της οδηγίας 2000/13 προβλέπει, σε συμφωνία με την αιτιολογική σκέψη 14 της ίδιας αυτής οδηγίας, ότι η επισήμανση και οι τρόποι σύμφωνα με τους οποίους πραγματοποιείται δεν πρέπει να είναι φύσεως τέτοιας, ώστε να οδηγεί σε πλάνη τον αγοραστή, ιδίως ως προς τα χαρακτηριστικά του τροφίμου και ιδίως ως προς τη φύση, την ταυτότητα, τις ιδιότητες, τη σύνθεση, την ποσότητα, τη διατηρησιμότητα, την καταγωγή ή προέλευση ή τον τρόπο παρασκευής ή λήψης του τροφίμου αυτού.

32

Κατά συνέπεια, με τη διάταξη αυτή απαιτείται να διαθέτει ο αγοραστής ορθή, ουδέτερη και αντικειμενική πληροφόρηση, η οποία να μην τον παραπλανά (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, C‑47/09, EU:C:2010:714, σκέψη 37).

33

Πρέπει να προστεθεί ότι, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού 178/2002, με την επιφύλαξη των πιο εξειδικευμένων διατάξεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, η επισήμανση, η διαφήμιση και η παρουσίαση των τροφίμων, συμπεριλαμβανομένων του σχήματος, της εμφάνισης ή της συσκευασίας τους, των υλικών συσκευασίας που χρησιμοποιήθηκαν, του τρόπου με τον οποίο παρουσιάζονται και του περιβάλλοντος στο οποίο εκθέτονται, καθώς και των πληροφοριών που διατίθενται σχετικά με αυτά από οποιοδήποτε μέσο διάδοσης πληροφοριών, δεν πρέπει να παραπλανούν τους καταναλωτές.

34

Ακόμη και αν η οδηγία 2000/13 αποτελεί σύνολο πιο εξειδικευμένων διατάξεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, κατά την έννοια του άρθρου 16 του κανονισμού 178/2002, η τελευταία αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του εν λόγω κανονισμού, επαναλαμβάνει ότι η επισήμανση ενός τροφίμου δεν πρέπει να είναι παραπλανητική.

35

Για να δοθεί απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και των δικαστηρίων της Ένωσης, το Δικαστήριο δεν είναι καταρχήν αρμόδιο να αποφαίνεται επί του ζητήματος αν η επισήμανση ορισμένων προϊόντων μπορεί να παραπλανήσει τον αγοραστή ή τον καταναλωτή ή να επιλύει το ζήτημα αν μια ονομασία πώλησης έχει ενδεχομένως παραπλανητικό χαρακτήρα. Την αρμοδιότητα αυτή έχει το εθνικό δικαστήριο. Ωστόσο, το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί αίτησης προδικαστικής απόφασης, μπορεί ενδεχομένως να παρέχει διευκρινίσεις που θα καθοδηγήσουν το εθνικό δικαστήριο κατά τη λήψη της απόφασής του (βλ. ιδίως αποφάσεις Geffroy, C‑366/98, EU:C:2000:430, σκέψεις 18 έως 20, και Severi, C‑446/07, EU:C:2009:530, σκέψη 60).

36

Ο εθνικός δικαστής, για να εκτιμήσει αν η επισήμανση ενός προϊόντος μπορεί να οδηγήσει τον αγοραστή σε πλάνη, πρέπει κυρίως να βασίζεται στις προσδοκίες που τεκμαίρεται ότι έχει ως προς την εν λόγω επισήμανση ο μέσος καταναλωτής, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος ως προς την καταγωγή, την προέλευση και την ποιότητα του τροφίμου, καθόσον αυτό που έχει σημασία είναι να μην παραπλανάται ο καταναλωτής και να μην ωθείται να σχηματίσει την εσφαλμένη πεποίθηση ότι το προϊόν έχει διαφορετική καταγωγή, προέλευση ή ποιότητα από ό,τι στην πραγματικότητα (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Severi, C‑446/07, EU:C:2009:530, σκέψη 61 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

37

Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι καταναλωτές, των οποίων η απόφαση να αγοράσουν ορισμένο προϊόν εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τη σύνθεσή του, είναι εύλογο να διαβάζουν πρώτα τον κατάλογο των συστατικών των οποίων η μνεία είναι υποχρεωτική, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 1, σημείο 2, της οδηγίας 2000/13 (βλ. επ’ αυτού, αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας, C‑51/94, EU:C:1995:352, σκέψη 34, και Darbo, C‑465/98, EU:C:2000:184, σκέψη 22).

38

Το γεγονός πάντως ότι ο κατάλογος των συστατικών αναγράφεται επί της συσκευασίας του επίμαχου στην κύρια δίκη προϊόντος δεν αρκεί για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να οδηγούν η επισήμανσή του και ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται η επισήμανση αυτή τον αγοραστή σε πλάνη, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της οδηγίας 2000/13.

39

Πράγματι, η επισήμανση, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής, περιλαμβάνει μνείες, ενδείξεις, εμπορικά ή βιομηχανικά σήματα, εικόνες ή σύμβολα που αναφέρονται σ’ ένα τρόφιμο και έχουν τεθεί στη συσκευασία του τροφίμου αυτού. Στην πράξη, ορισμένα από τα στοιχεία αυτά μπορεί να είναι ψευδή, εσφαλμένα, ασαφή, αντιφατικά ή δυσνόητα.

40

Αν όμως συμβαίνει κάτι τέτοιο, ο κατάλογος των συστατικών μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και αν είναι ορθός και πλήρης, να μην είναι κατάλληλος για να διορθωθεί επαρκώς η εσφαλμένη ή ασαφής εντύπωση του καταναλωτή σχετικά με τα χαρακτηριστικά ενός τροφίμου, η οποία έχει δημιουργηθεί από τα άλλα στοιχεία της επισήμανσης του τροφίμου αυτού.

41

Αν δηλαδή από την επισήμανση ενός τροφίμου και τον συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο πραγματοποιείται η επισήμανση αυτή μπορεί εν γένει να συναχθεί ότι το τρόφιμο αυτό περιέχει ένα συστατικό, το οποίο στην πραγματικότητα δεν υπάρχει, η επισήμανση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε πλάνη τον αγοραστή ως προς τα χαρακτηριστικά του τροφίμου αυτού.

42

Εν προκειμένω, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να προβεί σε ολοκληρωμένη εξέταση των διαφόρων στοιχείων που συνθέτουν την επισήμανση του αφεψήματος φρούτων, ώστε να εξακριβώσει κατά πόσον ο μέσος καταναλωτής που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος μπορεί να παραπλανηθεί ως προς την παρουσία συστατικών σμέουρου και λουλουδιών βανίλιας ή αρωματικών υλών που να έχουν ληφθεί από τα συστατικά αυτά.

43

Το αιτούν δικαστήριο, κατά την εξέταση αυτή, θα πρέπει να λάβει ιδίως υπόψη το κείμενο και τις εικόνες επί της συσκευασίας του αφεψήματος φρούτων, καθώς και τη θέση, το μέγεθος, το χρώμα, τη γραμματοσειρά, τη γλώσσα, τη σύνταξη και τη στίξη που έχουν χρησιμοποιηθεί για τα διάφορα στοιχεία που έχουν τεθεί επί της συσκευασίας αυτής.

44

Κατόπιν των παραπάνω σκέψεων, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, και 3, παράγραφος 1, σημείο 2, της οδηγίας 2000/13 έχουν την έννοια ότι αντιβαίνει στις διατάξεις αυτές το γεγονός ότι η επισήμανση ενός τροφίμου και ο συγκεκριμένος τρόπος της επισήμανσης αυτής δημιουργούν, μέσω της εμφάνισης, της περιγραφής ή της εικονογραφημένης παράστασης ενός συγκεκριμένου συστατικού, την εντύπωση ότι το εν λόγω τρόφιμο περιέχει το συστατικό αυτό, μολονότι δεν το περιέχει στην πραγματικότητα, πράγμα όμως που προκύπτει μόνο από τον κατάλογο των συστατικών που αναγράφεται επί της συσκευασίας του τροφίμου αυτού.

Επί των δικαστικών εξόδων

45

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Τα άρθρα 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, και 3, παράγραφος 1, σημείο 2, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 596/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009, έχουν την έννοια ότι αντιβαίνει στις διατάξεις αυτές το γεγονός ότι η επισήμανση ενός τροφίμου και ο συγκεκριμένος τρόπος της επισήμανσης αυτής δημιουργούν, μέσω της εμφάνισης, της περιγραφής ή της εικονογραφημένης παράστασης ενός συγκεκριμένου συστατικού, την εντύπωση ότι το εν λόγω τρόφιμο περιέχει το συστατικό αυτό, μολονότι δεν το περιέχει στην πραγματικότητα, πράγμα όμως που προκύπτει μόνο από τον κατάλογο των συστατικών που αναγράφεται επί της συσκευασίας του τροφίμου αυτού.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.