ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 6ης Οκτωβρίου 2015 ( * )

«Προδικαστική παραπομπή — Άρθρο 82 ΕΚ — Κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης — Αγορά διανομής μαζικής αλληλογραφίας — Διαφημιστικό ταχυδρομείο — Σύστημα εκπτώσεων αναδρομικής ισχύος — Εκτοπιστικό αποτέλεσμα — Κριτήριο του εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή — Βαθμός πιθανότητας και σοβαρότητας του επιζήμιου για τον ανταγωνισμό αποτελέσματος»

Στην υπόθεση C‑23/14,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, υποβληθείσα από το Sø- og Handelsretten (Δανία) με απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 2014, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Ιανουαρίου 2014, στο πλαίσιο της δίκης

Post Danmark A/S

κατά

Konkurrencerådet,

παρισταμένης της:

Bring Citymail Danmark A/S,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο τμήματος, J.‑C. Bonichot, A. Arabadjiev, J. L. da Cruz Vilaça (εισηγητή) και Κ. Λυκούργο, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: C. Strömholm, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 26ης Μαρτίου 2015,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Post Danmark A/S, εκπροσωπούμενη από τους S. Zinck, advokat, και T. Lübbig, Rechtsanwalt,

η Bring Citymail Danmark A/S, εκπροσωπούμενη από τον P. Jakobsen, advokat,

η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη M. Wolff, επικουρούμενη από τον J. Pinborg, advokat,

η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους T. Henze και J. Möller,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους É. Gippini Fournier και L. Malferrari καθώς και από την L. Grønfeldt,

η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ, εκπροσωπούμενη από τους X. Lewis και M. Schneider καθώς και από τη M. Μουστακαλή,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 21ης Μαΐου 2015,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία του άρθρου 82 ΕΚ.

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Post Danmark A/S (στο εξής: Post Danmark) και του Konkurrencerådet (Συμβουλίου ανταγωνισμού), με αντικείμενο το σύστημα αναδρομικών εκπτώσεων το οποίο εφάρμοσε η εταιρία κατά τα έτη 2007 και 2008 ως προς τις μαζικές αποστολές διαφημιστικού υλικού.

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

3

Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης, ήτοι κατά τα έτη 2007 και 2008, η Post Danmark ελεγχόταν από το δανικό Δημόσιο και ήταν επιφορτισμένη με την παροχή της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, για τη διανομή εντός μίας ημέρας σε ολόκληρη τη δανική επικράτεια επιστολών και δεμάτων με μέγιστο βάρος 2 κιλών, περιλαμβανομένων και των μαζικών ταχυδρομικών αποστολών. Σύμφωνα με την τιμολογιακή πολιτική την οποία όφειλε να εφαρμόζει, ήταν δεσμευμένη να χρεώνει, για τις ταχυδρομικές αποστολές που γίνονταν εντός του πλαισίου της υποχρέωσης παροχής καθολικής υπηρεσίας, την ίδια τιμή ανεξαρτήτως του τόπου προορισμού.

4

Σε αντιστάθμισμα για την ανάληψη της υποχρέωσης παροχής καθολικής υπηρεσίας και εφαρμογής ενιαίου τιμολογίου, η Post Danmark είχε νόμιμο μονοπώλιο επί της διανομής επιστολών, περιλαμβανομένων των μαζικών αποστολών και, πιο συγκεκριμένα, του διαφημιστικού ταχυδρομείου, με μέγιστο βάρος 50 γραμμαρίων.

5

Το διαφημιστικό ταχυδρομείο αποτελεί τμήμα της αγοράς μαζικής αλληλογραφίας και συνίσταται στη διανομή, για σκοπούς εμπορικής προώθησης, διαφημιστικού υλικού το οποίο έχει το ίδιο περιεχόμενο για όλους τους παραλήπτες, αλλά φέρει τη διεύθυνση καθενός χωριστά.

6

Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η Post Danmark έθεσε για πρώτη φορά σε εφαρμογή σύστημα εκπτώσεων για το διαφημιστικό ταχυδρομείο το 2003, σε μια εποχή όπου δεν υπήρχε ακόμη ανταγωνισμός στην αγορά μαζικών ταχυδρομικών αποστολών και όπου το μονοπώλιό της επί της διανομής επιστολών κάλυπτε όλες τις επιστολές με βάρος έως 100 γραμμάρια.

7

Οι εκπτώσεις αυτές αφορούσαν παραγγελίες πελατών οι οποίες έπρεπε, αφενός, να περιλαμβάνουν τουλάχιστον 3000 τεμάχια έκαστη, αφετέρου, να υπερβαίνουν στο σύνολό τους είτε το κατώτατο όριο των 30000 επιστολών ετησίως είτε το ποσό των 300000 δανικών κορόνων (DKK) (περίπου 40200 ευρώ) ως προς τη μικτή αξία των σχετικών ταχυδρομικών τελών. Το σύστημα εκπτώσεων στηριζόταν σε μια κλίμακα από το 6 % έως το 16 %, η δε τελευταία αυτή έκπτωση επιφυλασσόταν σε πελάτες των οποίων οι παραγγελίες υπερέβαιναν, σε ποσότητα, τα 2 εκατομμύρια τεμάχια ή, σε αξία, τα 20 εκατομμύρια DKK (περίπου 2680426 ευρώ) ετησίως. Η εκπτωτική κλίμακα ήταν «τυποποιημένη», υπό την έννοια ότι όλοι οι πελάτες μπορούσαν να τύχουν της ίδιας έκπτωσης ανάλογα με το άθροισμα των παραγγελιών τους για μία περίοδο αναφοράς, ήτοι για ένα έτος.

8

Η Post Danmark συνήπτε με τους πελάτες της, στην αρχή κάθε έτους, συμφωνίες όπου αναφερόταν ο εκτιμώμενος όγκος παραγγελιών για την επικείμενη περίοδο αναφοράς. Οι εκπτώσεις χορηγούνταν και τα σχετικά τιμολόγια αποστέλλονταν περιοδικά σε αυτή τη βάση. Στο τέλος του έτους, η Post Danmark προέβαινε σε μια προσαρμογή όταν οι ποσότητες οι οποίες είχαν παραδοθεί δεν αντιστοιχούσαν στην αρχική εκτίμηση. Έτσι, στο τέλος του έτους η τιμή για τις παραγγελίες του κάθε πελάτη προσαρμοζόταν αναδρομικά από την αρχή του ίδιου έτους, ανάλογα με τον όγκο του υλικού που είχε πραγματικά σταλεί εν τω μεταξύ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η τελική έκπτωση ίσχυε για το σύνολο των παραγγελιών που είχαν εκτελεστεί κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, και όχι μόνο για το υπερβάλλον σε σχέση με την αρχική εκτίμηση. Αντιστρόφως, αν τυχόν ο όγκος των πραγματικών παραγγελιών υπολειπόταν του αρχικά εκτιμώμενου, τότε ο πελάτης όφειλε να επιστρέψει το αντίστοιχο ποσό στην Post Danmark.

9

Το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης σύστημα εκπτώσεων εφαρμοζόταν ως προς όλες τις διαφημιστικές ταχυδρομικές επιστολές στις οποίες αναγραφόταν η διεύθυνση του παραλήπτη, ανεξαρτήτως αν ενέπιπταν στο μονοπώλιο της Post Danmark και αν η διανομή γινόταν σε περιοχές όπου υπήρχε ανταγωνισμός από άλλες επιχειρήσεις. Από την απόφαση περί παραπομπής συνάγεται ότι από την κλιμακωτή αύξηση των εκπτώσεων για τις υπηρεσίες διαφημιστικού ταχυδρομείου επωφελούνταν κυρίως οι πελάτες μεσαίου μεγέθους, δεδομένου ότι ο όγκος των παραγγελιών των πιο σημαντικών πελατών υπερέβαινε κατά πολύ το ανώτατο εκπτωτικό κλιμάκιο.

10

Η Bring Citymail Danmark A/S (στο εξής: Bring Citymail), θυγατρική της Poste Norge AS, εταιρίας στην οποία έχει ανατεθεί η παροχή της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας στη Νορβηγία, άρχισε από 1ης Ιανουαρίου 2007 να διανέμει επαγγελματική αλληλογραφία, περιλαμβανομένης της αποστολής διαφημιστικού υλικού, στη Δανία. Στο πλαίσιο αυτής της υπηρεσίας διανομής, η Bring Citymail αναλάμβανε υποχρέωση παράδοσης εντός τριών ημερών, και όχι μίας ημέρας, από την αποστολή. Εξυπηρετούσε δε περίπου 1 εκατομμύριο νοικοκυριά στην Κοπεγχάγη (Δανία) και στα περίχωρά της, ήτοι περίπου το 40 % των νοικοκυριών που συνέθεταν την οικεία αγορά.

11

Κατά την κρίσιμη περίοδο, η Bring Citymail ήταν ο μοναδικός σοβαρός ανταγωνιστής της Post Danmark στην αγορά μαζικών ταχυδρομικών αποστολών.

12

Η Bring Citymail αποσύρθηκε από τη δανική αγορά το 2010, έχοντας υποστεί βαριές ζημίες. Κατόπιν σχετικών διευκρινίσεων προέκυψε, συγκεκριμένα, ότι οι ζημίες της λόγω του κόστους εγκατάστασης και των αρνητικών της αποτελεσμάτων κατά τις λογιστικές χρήσεις 2006 έως 2009 ανέρχονταν σε 500 εκατομμύρια DKK (περίπου 67010654 ευρώ).

13

Κατόπιν καταγγελίας της Bring Citymail, το Konkurrencerådet έκρινε, με απόφαση της 24ης Ιουνίου 2009, ότι η Post Danmark είχε καταχραστεί τη δεσπόζουσα θέση της στην αγορά μαζικών ταχυδρομικών αποστολών εφαρμόζοντας κατά τα έτη 2007 και 2008, σε σχέση με το διαφημιστικό ταχυδρομείο, εκπτώσεις που είχαν ως συνέπεια την προσκόλληση της πελατείας της σε αυτήν και το «κλείδωμα» της αγοράς, χωρίς παράλληλα να έχει βελτιώσει την αποδοτικότητά της κατά τρόπο ώστε να αποκομίζουν οφέλη οι καταναλωτές και να εξουδετερώνονται τα περιοριστικά, ως προς τον ανταγωνισμό, αποτελέσματα των εν λόγω εκπτώσεων.

14

Το Konkurrencerådet επισήμανε, ειδικότερα, ότι η Post Danmark ήταν αναπόφευκτος εμπορικός εταίρος στην αγορά των μαζικών ταχυδρομικών αποστολών, δεδομένου ότι κατείχε παραπάνω από το 95 % μιας αγοράς η οποία είχε καταστεί δύσκολα προσβάσιμη λόγω σημαντικών προσκομμάτων και χαρακτηριζόταν από την ύπαρξη οικονομιών κλίμακας. Επιπλέον, η Post Danmark έχαιρε ουσιωδών διαρθρωτικών πλεονεκτημάτων οφειλόμενων ιδίως στο εκ του νόμου μονοπώλιό της, αφού, κατά την κρίσιμη περίοδο, τουλάχιστον το 70 % των μαζικών ταχυδρομικών αποστολών ενέπιπταν στο μονοπώλιο αυτό, ενώ ταυτόχρονα είχε μοναδική γεωγραφική κάλυψη σε ολόκληρη τη Δανία.

15

Κατά το Konkurrencerådet, τα στοιχεία αυτά ανάγκαζαν τους πελάτες του συγκεκριμένου είδους υπηρεσιών να απευθύνονται στην Post Danmark για το 70 % των αποστολών επί των οποίων η τελευταία κατείχε αποκλειστικό δικαίωμα, καθώς και για την πλειονότητα της μαζικής αλληλογραφίας που έπρεπε να διανεμηθεί εκτός της γεωγραφικής κάλυψης της Bring Citymail, με συνέπεια η τελευταία να μπορεί, εντός της δικής της γεωγραφικής περιοχής, να ασκήσει ανταγωνισμό μόνον ως προς το 30 % περίπου των αποστολών.

16

Επιπροσθέτως, το Konkurrencerådet επέμεινε στη δομή και στο περιεχόμενο του συστήματος εκπτώσεων, ιδίως δε στην αναδρομική του εφαρμογή επί ετήσιας περιόδου σώρευσης εκπτωτικών δικαιωμάτων και στο μεγάλο εύρος των εφαρμοζόμενων εκπτώσεων. Κατά τις διαπιστώσεις του Konkurrencerådet, περίπου τα δύο τρίτα των αποστολών διαφημιστικού ταχυδρομείου οι οποίες πραγματοποιούνταν εκτός μονοπωλίου δεν θα μπορούσαν να μεταφερθούν από την Post Danmark στην Bring Citymail χωρίς επιπτώσεις για την εκπτωτική κλίμακα.

17

Εξ αυτού συνήγαγε το συμπέρασμα ότι το επίμαχο σύστημα είχε επιζήμιο για τον ανταγωνισμό εκτοπιστικό αποτέλεσμα στην οικεία αγορά. Συναφώς, το Konkurrencerådet έκρινε, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Post Danmark, ότι το κριτήριο του «εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή», το οποίο θα επέβαλλε σύγκριση των τιμών με το κόστος της δεσπόζουσας επιχείρησης, ήταν εν προκειμένω αλυσιτελές προς θεμελίωση της εκτίμησης σχετικά με το αντίθετο προς ανταγωνισμό εκτοπιστικό αποτέλεσμα του επίμαχου συστήματος εκπτώσεων στην οικεία αγορά. Πιο συγκεκριμένα, κατά την ίδια πάντοτε εθνική αρχή, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της αγοράς αυτής, ήταν άτοπο να απαιτείται, στο πλαίσιο της προαναφερθείσας σύγκρισης, από έναν νέο ανταγωνιστή να εμφανιστεί εξίσου αποτελεσματικός, βραχυπρόθεσμα, με την Post Danmark.

18

Με απόφαση της 10ης Μαΐου 2010, η Konkurrenceankenævnet (επιτροπή προσφυγών σε θέματα ανταγωνισμού) επιβεβαίωσε την από 24 Ιουνίου 2009 απόφαση του Konkurrencerådet.

19

Η Post Danmark προσέφυγε ενώπιον του Sø- og Handelsretten, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν αμφισβητείται μεν ότι, για να αντιβαίνει στο άρθρο 82 ΕΚ, ένα σύστημα εκπτώσεων όπως το επίμαχο εν προκειμένω πρέπει να έχει κάποιο εκτοπιστικό αποτέλεσμα στην αγορά, πλην όμως υπάρχουν αμφιβολίες ως προς τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμοστούν προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον το σύστημα αυτό μπορεί πράγματι, στην πράξη, να έχει τέτοιο εκτοπιστικό αποτέλεσμα, κατά παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ.

20

Κατόπιν τούτου, το Sø- og Handelsretten αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία ενώπιόν του και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Ποιες είναι οι κατευθυντήριες γραμμές που θα πρέπει να ακολουθήσει το αιτούν δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί αν η εφαρμογή εκπτωτικού καθεστώτος βάσει προκαθορισμένων κατώτατων ποσοτικών ορίων, εκ μέρους δεσπόζουσας επιχειρήσεως με χαρακτηριστικά στοιχεία όπως αυτά τα οποία περιγράφονται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως κατά παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ;

Ειδικότερα, ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν επηρεάζει την ανωτέρω εκτίμηση το γεγονός ότι τα κατώτατα ποσοτικά όρια του εκπτωτικού καθεστώτος έχουν καθοριστεί κατά τέτοιον τρόπο, ώστε αυτό να εφαρμόζεται στην πλειονότητα των πελατών.

Ζητείται επιπλέον από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν και κατά πόσον, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του συγκεκριμένου εκπτωτικού καθεστώτος υπό το πρίσμα του άρθρου 82 ΕΚ, ασκούν επιρροή οι τιμές και τα κόστη της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεως (η σημασία του κριτηρίου του “εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή”).

Ομοίως, ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει ποια σημασία έχουν, υπό τις συνθήκες αυτές, τα χαρακτηριστικά της αγοράς, ιδίως δε κατά πόσον τα ειδικά χαρακτηριστικά της αγοράς μπορούν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό των ανταγωνιστών από την αγορά, όπως αυτός προκύπτει από μελέτες και αναλύσεις οι οποίες δεν στηρίζονται στο κριτήριο του “εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή” (βλ. συναφώς την παράγραφο 24 της ανακοινώσεως [με τον τίτλο “Κατευθύνσεις σχετικά με τις προτεραιότητες της Επιτροπής κατά τον έλεγχο της εφαρμογής του άρθρου 82 της Συνθήκης ΕΚ σε καταχρηστικές συμπεριφορές αποκλεισμού που υιοθετούν δεσπόζουσες επιχειρήσεις”, (ΕΕ 2009, C 45, σ. 7)].

2)

Πόσο πιθανό και σοβαρό θα πρέπει να είναι το αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αποτέλεσμα ενός εκπτωτικού καθεστώτος με χαρακτηριστικά όπως αυτά που περιγράφονται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, προκειμένου να τύχει εφαρμογής το άρθρο 82 ΕΚ;

3)

Υπό το πρίσμα των απαντήσεων που θα δοθούν στο πρώτο και το δεύτερο ερώτημα, ποιες είναι οι συγκεκριμένες περιστάσεις τις οποίες θα πρέπει να λάβει υπόψη του το εθνικό δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένα εκπτωτικό καθεστώς με χαρακτηριστικά όπως αυτά που περιγράφονται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως (χαρακτηριστικά της αγοράς και του εκπτωτικού καθεστώτος), αποκλείει ή θα μπορούσε να αποκλείσει τους ανταγωνιστές από την αγορά σε τέτοιο βαθμό ώστε να στοιχειοθετείται κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως κατά το άρθρο 82 ΕΚ;

Υπό αυτές τις συνθήκες, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση να είναι αισθητό το αποτέλεσμα αποκλεισμού των ανταγωνιστών από την αγορά;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου του πρώτου ερωτήματος και επί του πρώτου εδαφίου του τρίτου ερωτήματος

21

Με το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο του πρώτου ερωτήματος και με το πρώτο εδάφιο του τρίτου ερωτήματος, τα οποία ενδείκνυται να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει ποια κριτήρια πρέπει να εφαρμοστούν προκειμένου να διαπιστωθεί αν συγκεκριμένο σύστημα εκπτώσεων όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης μπορεί να έχει εκτοπιστικό αποτέλεσμα στην αγορά, κατά παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά επίσης πόσο σημαντικό είναι, στο πλαίσιο της εκτίμησης του ζητήματος αυτού, το γεγονός ότι το εν λόγω σύστημα εκπτώσεων εφαρμόζεται στην πλειονότητα των πελατών στην αγορά.

22

Από τη δικογραφία ενώπιον του Δικαστηρίου συνάγεται ότι το σύστημα εκπτώσεων το οποίο εφάρμοζε η Post Danmark κατά τα έτη 2007 και 2008 είχε τρία βασικά χαρακτηριστικά.

23

Πρώτον, η εκπτωτική κλίμακα από το 6 % έως το 16 % ήταν «τυποποιημένη», υπό την έννοια ότι όλοι οι πελάτες μπορούσαν να τύχουν της ίδιας έκπτωσης ανάλογα με το άθροισμα των παραγγελιών τους για την ετήσια περίοδο αναφοράς.

24

Δεύτερον, οι εκπτώσεις χορηγούνταν «υπό αίρεση», υπό την έννοια ότι η Post Danmark και οι πελάτες της συνήπταν, στην αρχή του έτους, συμφωνίες στις οποίες αναγραφόταν ο εκτιμώμενος όγκος παραγγελιών για το επικείμενο έτος. Στο τέλος του έτους, η Post Danmark προέβαινε σε προσαρμογή αν οι ποσότητες που είχαν εν τέλει παραδοθεί δεν συνέπιπταν με την αρχική εκτίμηση.

25

Τρίτον, οι εκπτώσεις ήταν «αναδρομικές», υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση υπέρβασης του αρχικά εκτιμώμενου ορίου παραγγελιών, η έκπτωση η οποία προέκυπτε στο τέλος του έτους ίσχυε για το σύνολο των ταχυδρομικών αποστολών που είχαν πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, και όχι μόνο για το υπερβάλλον σε σχέση με την αρχική εκτίμηση.

26

Όσον αφορά την ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 82 ΕΚ επί συστήματος εκπτώσεων, υπενθυμίζεται ότι η διάταξη αυτή, απαγορεύοντας την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά εφόσον είναι ικανή να θίξει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, καλύπτει κάθε συμπεριφορά η οποία, αφενός, μπορεί να επηρεάσει τη δομή μιας αγοράς όπου, ακριβώς λόγω της παρουσίας της επιχείρησης που κατέχει τέτοια θέση, ο ανταγωνισμός είναι ήδη εξασθενημένος και, αφετέρου, έχει ως αποτέλεσμα την παρακώλυση της διατήρησης του υφιστάμενου στην αγορά ανταγωνισμού ή την περαιτέρω ανάπτυξή του (βλ., σχετικά, αποφάσεις Nederlandsche Banden-Industrie-Michelin κατά Επιτροπής, 322/81, EU:C:1983:313, σκέψη 70, και British Airways κατά Επιτροπής, C‑95/04 P, EU:C:2007:166, σκέψη 66).

27

Επίσης από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, εν αντιθέσει προς τις εκπτώσεις λόγω ποσότητας οι οποίες συνδέονται αποκλειστικά με τον όγκο των αγορών από συγκεκριμένο παραγωγό και δεν αντιβαίνουν κατ’ αρχήν στο άρθρο 82 ΕΚ, οι εκπτώσεις λόγω αφοσίωσης, που σκοπό έχουν να παρεμποδίσουν, μέσω της παροχής οικονομικών πλεονεκτημάτων, τον εφοδιασμό των πελατών από ανταγωνιστές παραγωγούς ως προς το σύνολο ή σημαντικό μέρος των αναγκών τους, συνιστούν κατάχρηση κατά την έννοια της διάταξης αυτής (βλ. αποφάσεις Nederlandsche Banden-Industrie-Michelin κατά Επιτροπής, 322/81, EU:C:1983:313, σκέψη 71, και Tomra Systems κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑549/10 P, EU:C:2012:221, σκέψη 70).

28

Όσον αφορά το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης σύστημα εκπτώσεων, παρατηρείται ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς ως σύστημα εκπτώσεων λόγω ποσότητας συνδεόμενο αποκλειστικά με τον όγκο των αγορών, στο μέτρο που οι εκπτώσεις δεν χορηγούνταν για κάθε χωριστή παραγγελία, ώστε να αντιστοιχούν στην εξοικονόμηση κόστους την οποία επιτύγχανε ο προμηθευτής, αλλά χορηγούνταν για το σύνολο των παραγγελιών στη διάρκεια μιας περιόδου αναφοράς. Από την άλλη, οι εκπτώσεις δεν συνοδεύονταν όμως ούτε από δέσμευση ή υπόσχεση των αγοραστών να εφοδιάζονται αποκλειστικά ή για συγκεκριμένο μέρος των αναγκών τους από την Post Danmark, όπερ τις διακρίνει από τις εκπτώσεις λόγω αφοσίωσης όπως έχουν οριστεί στη νομολογία που προεκτέθηκε στην αμέσως προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης.

29

Υπό τις συνθήκες αυτές, προκειμένου να κριθεί αν η επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση έχει εκμεταλλευτεί καταχρηστικά τη θέση της αυτή εφαρμόζοντας σύστημα εκπτώσεων όπως το επίμαχο εν προκειμένω, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα αποφανθεί ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, ιδίως τα κριτήρια και ο τρόπος χορήγησης των εκπτώσεων, και να εξετάζεται κατά πόσον οι σχετικές εκπτώσεις έχουν ως σκοπό, μέσω ενός πλεονεκτήματος που δεν στηρίζεται σε καμία οικονομική παροχή η οποία να το δικαιολογεί, να καταργήσουν ή να περιορίσουν τις δυνατότητες επιλογής του αγοραστή ως προς τις πηγές εφοδιασμού του, να παρεμποδίσουν την είσοδο ανταγωνιστών στην αγορά, να επιβάλουν σε εμπορικούς εταίρους διαφορετικούς όρους για ισοδύναμες παροχές ή να ενισχύσουν τη δεσπόζουσα θέση διά της νόθευσης του ανταγωνισμού (αποφάσεις British Airways κατά Επιτροπής, C‑95/04 P, EU:C:2007:166, σκέψη 67, και Tomra Systems κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑549/10 P, EU:C:2012:221, σκέψη 71).

30

Λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της υπό κρίση υπόθεσης, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη, στο πλαίσιο της συνεκτίμησης όλων των κρίσιμων περιστάσεων, πόσο δεσπόζουσα ήταν η θέση της Post Danmark και ποιες ήταν οι συγκεκριμένες συνθήκες ανταγωνισμού στην οικεία αγορά.

31

Συναφώς, πρέπει κατ’ αρχάς να εξεταστεί αν οι εκπτώσεις αυτές μπορούν να έχουν εκτοπιστικό αποτέλεσμα, ήτοι αν είναι πρόσφορες, αφενός, να καταστήσουν δυσκολότερη, ή ακόμη και αδύνατη, την πρόσβαση των ανταγωνιστών της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχείρησης στην αγορά και, αφετέρου, να καταστήσουν δυσκολότερη, ή ακόμη και αδύνατη, για τους αντισυμβαλλομένους της επιχείρησης αυτής, την επιλογή μεταξύ περισσοτέρων πηγών εφοδιασμού ή εμπορικών εταίρων. Εν συνεχεία, θα πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσον οι εκπτώσεις που έχουν συμφωνηθεί είναι δυνατό να δικαιολογηθούν αντικειμενικά από οικονομικής άποψης (απόφαση British Airways κατά Επιτροπής, C‑95/04 P, EU:C:2007:166, σκέψεις 68 και 69).

32

Όσον αφορά, πρώτον, τα κριτήρια και τον τρόπο χορήγησης των εκπτώσεων, πρέπει να υπομνηστεί ότι οι επίμαχες εκπτώσεις ήταν «αναδρομικές», υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση υπέρβασης του αρχικά εκτιμώμενου ορίου παραγγελιών, η έκπτωση η οποία προέκυπτε στο τέλος του έτους ίσχυε για το σύνολο των ταχυδρομικών αποστολών που είχαν πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, και όχι μόνο για το υπερβάλλον σε σχέση με την αρχική εκτίμηση. Αντιστρόφως, αν τυχόν ο όγκος των πραγματικών παραγγελιών υπολειπόταν του αρχικά εκτιμώμενου, τότε ο πελάτης όφειλε να επιστρέψει το αντίστοιχο ποσό στην Post Danmark.

33

Από τη νομολογία όμως προκύπτει ότι οι συμβατικές υποχρεώσεις οι οποίες βαρύνουν τους αντισυμβαλλομένους της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχείρησης και η πίεση που ασκείται επ’ αυτών ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα έντονες αν η χορηγούμενη έκπτωση δεν συναρτάται μόνο με την αύξηση των αγορών προϊόντων της συγκεκριμένης επιχείρησης από τους αντισυμβαλλομένους κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου, αλλά εκτείνεται και στο σύνολο των αγορών αυτών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αναλογικά μικρές διακυμάνσεις των πωλήσεων των προϊόντων της επιχείρησης που κατέχει δεσπόζουσα θέση έχουν δυσανάλογες συνέπειες για τους αντισυμβαλλομένους (βλ., σχετικά, British Airways κατά Επιτροπής, C‑95/04 P, EU:C:2007:166, σκέψη 73).

34

Επιπλέον, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το επίμαχο εν προκειμένω σύστημα εκπτώσεων βασιζόταν σε μια ετήσια περίοδο αναφοράς. Αποτελεί δε εγγενές στοιχείο κάθε συστήματος εκπτώσεων χορηγούμενων με βάση τις ποσότητες που πωλούνται κατά τη διάρκεια μιας σχετικά εκτενούς περιόδου αναφοράς ότι, κατά το τέλος της περιόδου αυτής, αυξάνεται η πίεση στον αγοραστή για να επιτύχει τον απαιτούμενο στόχο αγορών, προκειμένου να αποκομίσει το πλεονέκτημα ή να μην υποστεί τη ζημία η οποία προβλέπεται για το σύνολο της περιόδου (απόφαση Nederlandsche Banden-Industrie-Michelin κατά Επιτροπής, 322/81, EU:C:1983:313, σκέψη 81).

35

Κατά συνέπεια, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 37 και 38 των προτάσεών της, τέτοιο σύστημα εκπτώσεων παρέχει κατά κανόνα στην επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση τη δυνατότητα να εξασφαλίσει ευκολότερα την αφοσίωση των πελατών της και να προσελκύσει την πελατεία των ανταγωνιστών της, απορροφώντας έτσι προς όφελός της εκείνο το τμήμα της ζήτησης σε σχέση με το οποίο υπάρχει ανταγωνισμός στην οικεία αγορά. Αυτό το φαινόμενο της απορρόφησης επιτείνεται εν προκειμένω επειδή, στην υπόθεση της κύριας δίκης, οι εκπτώσεις ίσχυαν αδιακρίτως τόσο για το διεκδικήσιμο όσο και για το μη διεκδικήσιμο τμήμα της ζήτησης, δηλαδή, στην τελευταία αυτή περίπτωση, και ως προς τη διανομή διαφημιστικών επιστολών βάρους χαμηλότερου των 50 γραμμαρίων, η οποία ενέπιπτε στο εκ του νόμου μονοπώλιο της Post Danmark.

36

Στην υπόθεση της κύριας δίκης, από τη δικογραφία ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι για 25 από τους σπουδαιότερους πελάτες της Post Danmark, οι οποίοι αντιπροσώπευαν κατά προσέγγιση το ήμισυ του όγκου των δραστηριοτήτων στην οικεία αγορά κατά την κρίσιμη περίοδο, περίπου τα δύο τρίτα των αποστολών διαφημιστικού ταχυδρομείου εκτός μονοπωλίου θα ήταν αδύνατο να μεταφερθούν από την Post Danmark στην Bring Citymail χωρίς επιπτώσεις για την εκπτωτική κλίμακα. Αν η διαπίστωση αυτή ισχύει, όπερ απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει, τότε το κίνητρο των πελατών να εφοδιάζονται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την Post Danmark ήταν ιδιαίτερα ισχυρό, με συνέπεια να περιορίζεται σημαντικά η ελευθερία επιλογής τους ως προς τις πηγές εφοδιασμού τους.

37

Εξάλλου, σε σχέση με το γεγονός ότι η εκπτωτική κλίμακα ήταν τυποποιημένη, καθώς όλοι οι πελάτες μπορούσαν να τύχουν της ίδιας έκπτωσης ανάλογα με το άθροισμα των παραγγελιών τους για την περίοδο αναφοράς, επισημαίνεται ότι από το χαρακτηριστικό αυτό μπορεί, ασφαλώς, να συναχθεί ότι κατ’ αρχήν το σύστημα εκπτώσεων της Post Danmark δεν συνεπαγόταν την εφαρμογή, έναντι των εμπορικών της εταίρων, διαφορετικών όρων για τις ίδιες παροχές, κατά την έννοια του άρθρου 82, στοιχείο γʹ, ΕΚ.

38

Εντούτοις, το γεγονός και μόνον ότι συγκεκριμένο σύστημα εκπτώσεων εφαρμόζεται χωρίς διακρίσεις δεν σημαίνει ότι αποκλείεται να γίνει δεκτό ότι έχει, στην πράξη, εκτοπιστικό αποτέλεσμα στην αγορά, κατά παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ. Πράγματι, με την απόφαση Nederlandsche Banden-Industrie-Michelin κατά Επιτροπής (322/81, EU:C:1983:313, σκέψεις 86 και 91), το Δικαστήριο, ενώ προηγουμένως είχε απορρίψει την αιτίαση της Επιτροπής ότι το σύστημα εκπτώσεων της Michelin ενείχε διακρίσεις, κατέληξε παρά ταύτα ότι το σύστημα αυτό αντέβαινε στο άρθρο 82 ΕΚ επειδή δημιουργούσε ως προς τους μεταπωλητές έναν δεσμό εξάρτησης από την εν λόγω εταιρία.

39

Όσον αφορά, δεύτερον, το ζήτημα πόσο δεσπόζουσα ήταν η θέση της Post Danmark και ποιες ήταν οι συγκεκριμένες συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά μαζικών ταχυδρομικών αποστολών, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η Post Danmark κατείχε το 95 % αυτής της αγοράς, η οποία, σημειωτέον, είχε καταστεί δύσκολα προσβάσιμη λόγω σημαντικών προσκομμάτων και χαρακτηριζόταν από την ύπαρξη οικονομιών κλίμακας. Επιπλέον, η Post Danmark έχαιρε διαρθρωτικών πλεονεκτημάτων οφειλόμενων ιδίως στο εκ του νόμου μονοπώλιό της επί της διανομής επιστολών μέγιστου βάρους 50 γραμμαρίων, στο οποίο ενέπιπτε το 70 % όλων των μαζικών ταχυδρομικών αποστολών. Επιπροσθέτως, η Post Danmark είχε μοναδική γεωγραφική κάλυψη σε ολόκληρη τη Δανία.

40

Όταν μια επιχείρηση κατέχει εξαιρετικά μεγάλο μερίδιο της αγοράς, βρίσκεται εξ αυτού του λόγου σε θέση ισχύος η οποία την καθιστά υποχρεωτικό εταίρο και της εξασφαλίζει ανεξαρτησία ως προς τη συμπεριφορά της (απόφαση Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής, 85/76, EU:C:1979:36, σκέψη 41). Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι ιδιαίτερα δύσκολο για τους ανταγωνιστές της να συναγωνιστούν τυχόν εκπτώσεις χορηγούμενες βάσει του συνολικού όγκου πωλήσεων. Λόγω του αισθητά μεγαλύτερου μεριδίου της στην αγορά, η επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση αποτελεί, κατά κανόνα, αναπόφευκτο εμπορικό εταίρο στη συγκεκριμένη αγορά (βλ. απόφαση British Airways κατά Επιτροπής, C‑95/04 P, EU:C:2007:166, σκέψη 75).

41

Από το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τα προεκτεθέντα στη σκέψη 39 της παρούσας απόφασης στοιχεία, τα οποία είναι διαφωτιστικά ως προς την κατάσταση που επικρατούσε, από πλευράς ανταγωνισμού, στην οικεία αγορά, συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο ανταγωνισμός στην εν λόγω αγορά ήταν ήδη αισθητά περιορισμένος.

42

Κατόπιν τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν επιχείρηση εφαρμόζει σύστημα εκπτώσεων όπως το επίμαχο εν προκειμένω, το οποίο χωρίς μεν να δεσμεύει τυπικά τους πελάτες έναντί της με την επιβολή συγκεκριμένης υποχρέωσης, καθιστά μολαταύτα δυσχερέστερο τον εφοδιασμό τους από ανταγωνίστριες επιχειρήσεις, τότε το σύστημα αυτό έχει επιζήμιο για τον ανταγωνισμό εκτοπιστικό αποτέλεσμα (βλ., στο ίδιο πνεύμα, απόφαση Tomra Systems κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑549/10 P, EU:C:2012:221, σκέψη 72).

43

Το αιτούν δικαστήριο ζητεί επίσης να διευκρινιστεί πόσο σημαντικό είναι, στο πλαίσιο της αξιολόγησης του συστήματος εκπτώσεων της Post Danmark, ότι το σύστημα αυτό εφαρμοζόταν στην πλειονότητα των πελατών στην οικεία αγορά.

44

Το γεγονός ότι οι εκπτώσεις της Post Danmark αφορούσαν μεγάλο μέρος των πελατών στην αγορά δεν συνιστά, αυτό καθ’ εαυτό, ένδειξη καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους της.

45

Ειδικότερα, σε παλαιότερη υπόθεση όπου ετίθετο, μεταξύ άλλων, ζήτημα αξιολόγησης των εκπτώσεων λόγω αφοσίωσης τις οποίες χορηγούσε επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση στην αγορά, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν συνέτρεχε λόγος να διερευνηθεί σε ποιο μερίδιο αντιστοιχούσαν οι συμβάσεις που περιείχαν την επίδικη ρήτρα σχετικά με τις εκπτώσεις και σε ποιο οι συμβάσεις που δεν την περιείχαν (απόφαση Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής, 40/73 έως 48/73, 50/73, 54/73 έως 56/73, 111/73, 113/73 και 114/73, EU:C:1975:174, σκέψη 511).

46

Πάντως, το γεγονός ότι ένα σύστημα εκπτώσεων όπως το επίμαχο εν προκειμένω καλύπτει το μείζον τμήμα της πελατείας στην αγορά μπορεί να αποτελεί χρήσιμη ένδειξη για τη σημασία της σχετικής πρακτικής και τον αντίκτυπό της στην αγορά, υπό την έννοια ότι ενδέχεται να ενισχύει την πιθανότητα ύπαρξης επιζήμιου για τον ανταγωνισμό εκτοπιστικού αποτελέσματος.

47

Τέλος, για την περίπτωση όπου το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι πράγματι υπήρξαν αντίθετα προς τον ανταγωνισμό αποτελέσματα που πρέπει να καταλογιστούν στην Post Danmark, υπενθυμίζεται ότι η επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση ενδέχεται παρά ταύτα να είναι σε θέση να δικαιολογήσει πρακτικές οι οποίες κανονικά θα απαγορεύονταν βάσει του άρθρου 82 ΕΚ.

48

Πιο συγκεκριμένα, η επιχείρηση αυτή δεν αποκλείεται να αποδείξει ότι το εκτοπιστικό αποτέλεσμα που απορρέει από τη συμπεριφορά της μπορεί να αντισταθμιστεί, ή ακόμη και να υπερκεραστεί, από πλεονεκτήματα, σε επίπεδο αποδοτικότητας, τα οποία ωφελούν και τους καταναλωτές (βλ. αποφάσεις British Airways κατά Επιτροπής, C‑95/04 P, EU:C:2007:166, σκέψη 86, και TeliaSonera Sverige, C‑52/09, EU:C:2011:83, σκέψη 76).

49

Ως προς το τελευταίο σημείο, η επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση θα πρέπει να αποδείξει ότι τα οφέλη τα οποία ενδέχεται να προκύψουν, σε επίπεδο αποδοτικότητας, από την υπό εξέταση συμπεριφορά εξουδετερώνουν τις πιθανές επιβλαβείς συνέπειες τόσο για τον ανταγωνισμό όσο και για τα συμφέροντα των καταναλωτών στις θιγόμενες αγορές, ότι τα οφέλη αυτά επιτεύχθηκαν ή είναι πιθανό να επιτευχθούν χάρη στη συγκεκριμένη συμπεριφορά, η οποία είναι απολύτως απαραίτητη για την επίτευξή τους, χωρίς να εξαλείφει τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό καταργώντας όλες ή τις περισσότερες υφιστάμενες πηγές πραγματικού ή δυνητικού ανταγωνισμού (απόφαση Post Danmark, C‑209/10, EU:C:2012:172, σκέψη 42).

50

Κατόπιν τούτου, στο πρώτο και στο δεύτερο εδάφιο του πρώτου ερωτήματος και στο πρώτο εδάφιο του τρίτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, προκειμένου να κριθεί αν σύστημα εκπτώσεων όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης, το οποίο εφαρμόζεται από επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση, μπορεί να έχει εκτοπιστικό αποτέλεσμα στην αγορά, κατά παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ, απαιτείται να ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ιδίως δε τα κριτήρια και ο τρόπος χορήγησης των εκπτώσεων, το πόσο δεσπόζουσα είναι η θέση της επιχείρησης και το ποιες ακριβώς είναι οι συνθήκες ανταγωνισμού στην οικεία αγορά. Το γεγονός ότι το εν λόγω σύστημα εκπτώσεων καλύπτει το μείζον τμήμα της πελατείας στην αγορά αυτή μπορεί να αποτελεί χρήσιμη ένδειξη για τη σημασία της σχετικής πρακτικής και τον αντίκτυπό της στην αγορά, υπό την έννοια ότι ενδέχεται να ενισχύει την πιθανότητα ύπαρξης επιζήμιου για τον ανταγωνισμό εκτοπιστικού αποτελέσματος.

Επί του τρίτου και του τέταρτου εδαφίου του πρώτου ερωτήματος

51

Με το τρίτο και το τέταρτο εδάφιο του πρώτου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία από το Δικαστήριο να διευκρινίσει πόσο σημαντικό είναι το κριτήριο του εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή στο πλαίσιο της εκτίμησης συγκεκριμένου συστήματος εκπτώσεων υπό το πρίσμα του άρθρου 82 ΕΚ.

52

Επειδή το αιτούν δικαστήριο αναφέρθηκε με το τέταρτο εδάφιο του πρώτου ερωτήματος στην ανακοίνωση της Επιτροπής με τον τίτλο «Κατευθύνσεις σχετικά με τις προτεραιότητες της Επιτροπής κατά τον έλεγχο της εφαρμογής του άρθρου [82 ΕΚ] σε καταχρηστικές συμπεριφορές αποκλεισμού που υιοθετούν δεσπόζουσες επιχειρήσεις», επισημαίνεται εισαγωγικώς ότι το κείμενο αυτό απλώς οριοθετεί την προσέγγιση της Επιτροπής ως προς την επιλογή των υποθέσεων που προτίθεται να διερευνήσει κατά προτεραιότητα, οπότε η διοικητική πρακτική την οποία ακολουθεί η Επιτροπή επ’ ουδενί δεσμεύει τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού και τα εθνικά δικαστήρια.

53

Υπενθυμίζεται επίσης ότι η εφαρμογή του κριτηρίου του εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή συνίσταται στην εξέταση του ζητήματος κατά πόσον οι τιμολογιακές πρακτικές επιχείρησης με δεσπόζουσα θέση ενέχουν τον κίνδυνο να εκτοπιστεί από την αγορά ένας ανταγωνιστής εξίσου αποτελεσματικός με αυτήν.

54

Το ως άνω κριτήριο στηρίζεται στη σύγκριση, αφενός, των τιμών που χρεώνει η επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση και, αφετέρου, ορισμένων από τα έξοδα τα οποία επωμίζεται ως κόστος, καθώς και στην ανάλυση της στρατηγικής της (βλ. απόφαση Post Danmark, C‑209/10, EU:C:2012:172, σκέψη 28).

55

Το κριτήριο του εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή έχει εφαρμοστεί, συγκεκριμένα, από το Δικαστήριο σε περιπτώσεις χαμηλών τιμών, είτε επιλεκτικών είτε επιθετικών (βλ., για τις επιλεκτικές τιμές, απόφαση Post Danmark, C‑209/10, EU:C:2012:172, σκέψεις 28 έως 35, και για τις επιθετικές τιμές, αποφάσεις AKZO κατά Επιτροπής, C‑62/86, EU:C:1991:286, σκέψεις 70 έως 73, και France Télécom κατά Επιτροπής, C‑202/07 P, EU:C:2009:214, σκέψεις 107 και 108), καθώς και σε περιπτώσεις συμπίεσης των περιθωρίων (απόφαση TeliaSonera Sverige, C‑52/09, EU:C:2011:83, σκέψεις 40 έως 46).

56

Ως προς τη σύγκριση τιμής και κόστους στο πλαίσιο της ενδεχόμενης εφαρμογής του άρθρου 82 ΕΚ επί συστήματος εκπτώσεων, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η χρέωση στους πελάτες «αρνητικών» τιμών, δηλαδή χαμηλότερων της τιμής κόστους, δεν συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για να διαπιστωθεί ότι είναι καταχρηστικό το σύστημα αναδρομικών εκπτώσεων το οποίο εφαρμόζεται από επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση (απόφαση Tomra Systems κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑549/10 P, EU:C:2012:221, σκέψη 73). Στην ίδια υπόθεση, το Δικαστήριο κατέστησε επίσης σαφές ότι δεν στοιχειοθετείται νομικό σφάλμα για τον λόγο ότι δεν έχει γίνει σύγκριση των τιμών και του κόστους (απόφαση Tomra Systems κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑549/10 P, EU:C:2012:221, σκέψη 80).

57

Επομένως, όπως τόνισε και η γενική εισαγγελέας στα σημεία 61 και 63 των προτάσεών της, δεν είναι δυνατό να συναχθεί ούτε από το άρθρο 82 ΕΚ ούτε από τη νομολογία του Δικαστηρίου νομική υποχρέωση να θεμελιώνεται πάντοτε στο κριτήριο του εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή η διαπίστωση περί της καταχρηστικότητας συστήματος εκπτώσεων το οποίο εφαρμόζεται από επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση.

58

Το ως άνω συμπέρασμα δεν σημαίνει, πάντως, ότι αποκλείεται κατ’ αρχήν, η χρησιμοποίηση του κριτηρίου του εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή στις υποθέσεις όπου αμφισβητείται η νομιμότητα συστήματος εκπτώσεων και επιβάλλεται ο έλεγχος της συμβατότητάς του με το άρθρο 82 ΕΚ.

59

Εντούτοις, σε μια περίπτωση όπως αυτή της υπόθεσης της κύριας δίκης, χαρακτηριστικά της οποίας είναι ότι η επιχείρηση με τη δεσπόζουσα θέση κατέχει πολύ σημαντικό μερίδιο της αγοράς και απολαύει διαρθρωτικών πλεονεκτημάτων ιδίως χάρη στο εκ του νόμου μονοπώλιό της επί του 70 % των ταχυδρομικών αποστολών στην αγορά αυτή, η εφαρμογή του κριτηρίου του εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή στερείται νοήματος, εφόσον η δομή της αγοράς καθιστά πρακτικά αδύνατη την εμφάνιση εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή.

60

Επιπλέον, σε μια αγορά όπως αυτή της υπόθεσης της κύριας δίκης, η οποία είναι δύσκολα προσβάσιμη λόγω της ύπαρξης σημαντικών προσκομμάτων, η παρουσία ενός λιγότερο αποτελεσματικού ανταγωνιστή θα μπορούσε να εντείνει την ανταγωνιστική πίεση στην αγορά και, ως εκ τούτου, να λειτουργήσει περιοριστικά σε σχέση με τη συμπεριφορά της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχείρησης.

61

Το κριτήριο του εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή πρέπει, λοιπόν, να θεωρείται ως ένα μεταξύ περισσοτέρων εργαλείων στο πλαίσιο της εξέτασης της ενδεχόμενης ύπαρξης καταχρηστικής εκμετάλλευσης μέσω της εφαρμογής συστήματος εκπτώσεων.

62

Κατά συνέπεια, στο τρίτο και στο τέταρτο εδάφιο του πρώτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η εφαρμογή του κριτηρίου του εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή δεν αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για να διαπιστωθεί ότι συγκεκριμένο σύστημα εκπτώσεων είναι καταχρηστικό από την άποψη του άρθρου 82 ΕΚ. Σε μια περίπτωση, μάλιστα, όπως αυτή της υπόθεσης της κύριας δίκης, η εφαρμογή του εν λόγω κριτηρίου στερείται νοήματος.

Επί του δεύτερου ερωτήματος και επί του δεύτερου εδαφίου του τρίτου ερωτήματος

63

Με το δεύτερο ερώτημα και με το δεύτερο εδάφιο του τρίτου ερωτήματος, στα οποία ενδείκνυται να δοθεί κοινή απάντηση, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινιστεί αν το άρθρο 82 ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το επιζήμιο για τον ανταγωνισμό αποτέλεσμα ενός συστήματος εκπτώσεων όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης πρέπει να είναι, αφενός, πιθανό και, αφετέρου, σοβαρό ή αισθητό, προκειμένου να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής.

64

Όσον αφορά, πρώτον, την πιθανότητα επέλευσης του επιζήμιου για τον ανταγωνισμό αποτελέσματος, από τη νομολογία που προεκτέθηκε στη σκέψη 29 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η επιχείρηση η οποία κατέχει δεσπόζουσα θέση εκμεταλλεύθηκε καταχρηστικώς τη θέση της αυτή εφαρμόζοντας συγκεκριμένο σύστημα εκπτώσεων, πρέπει να εξεταστεί, ειδικότερα, κατά πόσον οι επίμαχες εκπτώσεις έχουν ως σκοπό να καταργήσουν ή να περιορίσουν τις δυνατότητες επιλογής του αγοραστή ως προς τις πηγές εφοδιασμού του, να παρεμποδίσουν την είσοδο ανταγωνιστών στην αγορά, να επιβάλουν σε εμπορικούς εταίρους διαφορετικούς όρους για ισοδύναμες παροχές ή να ενισχύσουν τη δεσπόζουσα θέση διά της νόθευσης του ανταγωνισμού.

65

Όπως ορθώς παρατήρησε επ’ αυτού και η γενική εισαγγελέας στο σημείο 80 των προτάσεών της, το επιζήμιο για τον ανταγωνισμό αποτέλεσμα συγκεκριμένης πρακτικής δεν αρκεί να έχει αμιγώς υποθετικό χαρακτήρα.

66

Το Δικαστήριο, άλλωστε, έχει αποφανθεί ότι, για να διαπιστωθεί ότι τέτοια πρακτική είναι καταχρηστική, το επιζήμιο για τον ανταγωνισμό αποτέλεσμά της στην αγορά πρέπει μεν να υφίσταται, χωρίς όμως να είναι οπωσδήποτε συγκεκριμένο, δεδομένου ότι αρκεί η απόδειξη της δυνητικής ύπαρξης τέτοιου αποτελέσματος, ικανού να εκτοπίσει τους ανταγωνιστές που είναι τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικοί με την επιχείρηση η οποία κατέχει τη δεσπόζουσα θέση (απόφαση TeliaSonera Sverige, C‑52/09, EU:C:2011:83, σκέψη 64).

67

Επομένως, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 82 ΕΚ εμπίπτουν μόνον οι κατέχουσες δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεις των οποίων η συμπεριφορά ενδέχεται να έχει επιζήμιο για τον ανταγωνισμό αποτέλεσμα στην αγορά.

68

Υπογραμμίζεται συναφώς ότι κατά την αξιολόγηση του ζητήματος αν συγκεκριμένο σύστημα εκπτώσεων είναι ικανό να περιορίσει τον ανταγωνισμό πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις οι οποίες ασκούν επιρροή, ιδίως δε τα κριτήρια και ο τρόπος χορήγησης των εκπτώσεων, ο αριθμός των οικείων πελατών και τα χαρακτηριστικά της αγοράς όπου ασκεί δραστηριότητες η επιχείρηση με τη δεσπόζουσα θέση.

69

Σκοπός της αξιολόγησης αυτής είναι να διαπιστωθεί κατά πόσον η συμπεριφορά της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχείρησης έχει ως πραγματικό ή πιθανό αποτέλεσμα τον εκτοπισμό των άλλων επιχειρήσεων από την αγορά, με συνέπεια να βλάπτεται ο ανταγωνισμός και, ως εκ τούτου, τα συμφέροντα των καταναλωτών (απόφαση Post Danmark, C‑209/10, EU:C:2012:172, σκέψη 44).

70

Όσον αφορά, δεύτερον, τον σοβαρό ή αισθητό χαρακτήρα του επιζήμιου για τον ανταγωνισμό αποτελέσματος, μολονότι αληθεύει ότι η διαπίστωση της ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης ουδεμία μομφή συνεπάγεται, από μόνη της, για την οικεία επιχείρηση (απόφαση Post Danmark, C‑209/10, EU:C:2012:172, σκέψη 21), εντούτοις η συμπεριφορά της, λόγω του γεγονότος ότι η δομή του ανταγωνισμού στην αγορά είναι ήδη εξασθενημένη, μπορεί να στοιχειοθετεί καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής, 85/76, EU:C:1979:36, σκέψη 123, και France Télécom κατά Επιτροπής, C‑202/07 P, EU:C:2009:214, σκέψη 107).

71

Έτσι, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επανειλημμένα ότι οι επιχειρήσεις που κατέχουν δεσπόζουσα θέση υπέχουν ιδιαίτερη ευθύνη να μη θίγουν με τη συμπεριφορά τους τον αποτελεσματικό και ανόθευτο ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά (βλ. απόφαση Post Danmark, C‑209/10, EU:C:2012:172, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

72

Επιπλέον, στο μέτρο που η δομή του ανταγωνισμού στην αγορά είναι ήδη εξασθενημένη λόγω της παρουσίας της κατέχουσας δεσπόζουσα θέση επιχείρησης, κάθε πρόσθετος περιορισμός στη δομή αυτή ενδέχεται να στοιχειοθετεί καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης (απόφαση Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής, 85/76, EU:C:1979:36, σκέψη 123).

73

Επομένως, δεν συντρέχει λόγος να τεθεί κάποιο ελάχιστο όριο (de minimis) σε σχέση με το αποτέλεσμα, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι υπάρχει κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης. Πράγματι, η επιζήμια για τον ανταγωνισμό πρακτική είναι, εκ της φύσης της, ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό σε μη αμελητέο βαθμό, αν όχι να εξαλείψει πλήρως τον ανταγωνισμό στην αγορά όπου ασκεί τις δραστηριότητές της η οικεία επιχείρηση.

74

Κατόπιν τούτου, το άρθρο 82 ΕΚ έχει την έννοια ότι το επιζήμιο για τον ανταγωνισμό αποτέλεσμα ενός συστήματος εκπτώσεων όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης πρέπει να είναι πιθανό, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί ότι είναι και σοβαρό ή αισθητό, προκειμένου να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής.

Επί των δικαστικών εξόδων

75

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Προκειμένου να κριθεί αν σύστημα εκπτώσεων όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης, το οποίο εφαρμόζεται από επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση, μπορεί να έχει εκτοπιστικό αποτέλεσμα στην αγορά, κατά παράβαση του άρθρου 82 ΕΚ, απαιτείται να ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ιδίως δε τα κριτήρια και ο τρόπος χορήγησης των εκπτώσεων, το πόσο δεσπόζουσα είναι η θέση της επιχείρησης και το ποιες ακριβώς είναι οι συνθήκες ανταγωνισμού στην οικεία αγορά. Το γεγονός ότι το εν λόγω σύστημα εκπτώσεων καλύπτει το μείζον τμήμα της πελατείας στην αγορά αυτή μπορεί να αποτελεί χρήσιμη ένδειξη για τη σημασία της σχετικής πρακτικής και τον αντίκτυπό της στην αγορά, υπό την έννοια ότι ενδέχεται να ενισχύει την πιθανότητα ύπαρξης επιζήμιου για τον ανταγωνισμό εκτοπιστικού αποτελέσματος.

 

2)

Η εφαρμογή του κριτηρίου του εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή δεν αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για να διαπιστωθεί ότι συγκεκριμένο σύστημα εκπτώσεων είναι καταχρηστικό από την άποψη του άρθρου 82 ΕΚ. Σε μια περίπτωση, μάλιστα, όπως αυτή της υπόθεσης της κύριας δίκης, η εφαρμογή του εν λόγω κριτηρίου στερείται νοήματος.

 

3)

Το άρθρο 82 ΕΚ έχει την έννοια ότι το επιζήμιο για τον ανταγωνισμό αποτέλεσμα ενός συστήματος εκπτώσεων όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης πρέπει να είναι πιθανό, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί ότι είναι και σοβαρό ή αισθητό, προκειμένου να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής.

 

(υπογραφές)


( * )   Γλώσσα διαδικασίας: η δανική.