ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PAOLO MENGOZZI
της 3ης Μαΐου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑560/14
M
κατά
Minister for Justice and Equality Ireland and the Attorney General
[αίτηση του Supreme Court (Ιρλανδία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή — Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης — Οδηγία 2004/83/ΕΚ — Ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα ή για την υπαγωγή στο καθεστώς επικουρικής προστασίας — Επικουρική προστασία — Νομότυπο της εθνικής διαδικασίας που τηρείται κατά την εξέταση αιτήσεως παροχής επικουρικής προστασίας κατόπιν απορρίψεως αιτήσεως για την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα — Δικαίωμα προηγούμενης ακροάσεως — Περιεχόμενο — Αναγκαιότητα προφορικής ακροάσεως — Δικαίωμα κλήσεως και εξετάσεως μαρτύρων κατ’ αντιπαράθεση»
|
1. |
Η υπό κρίση υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να αποσαφηνίσει περαιτέρω το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος ακροάσεως στο δίκαιο της Ένωσης ( 2 ), όσον αφορά ιδίως τη διαδικασία για την υπαγωγή στο καθεστώς επικουρικής προστασίας κατά την έννοια της οδηγίας 2004/83 ( 3 ). |
|
2. |
Η εκ μέρους του ιρλανδικού Supreme Court αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο της εκδικάσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το High Court κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση M. (C‑277/11, EU:C:2012:744). Το ερώτημα που υπέβαλε το Supreme Court εντάσσεται στο πλαίσιο του ισχύοντος κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως ιρλανδικού συστήματος για την παροχή διεθνούς προστασίας, το οποίο έχει ήδη αποτελέσει την αιτία για την υποβολή πλειόνων προδικαστικών ερωτημάτων προς το Δικαστήριο ( 4 ). Η ιδιαιτερότητα της ιρλανδικής νομοθεσίας, η οποία έχει ήδη μεταρρυθμιστεί δύο φορές ( 5 ), έγκειτο στην επιλογή της δημιουργίας ενός «διφυούς» συστήματος, που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη δύο ειδικών και χωριστών διαδικασιών για την επεξεργασία, αφενός, των αιτήσεων χορηγήσεως ασύλου και, αφετέρου, των αιτήσεων για την υπαγωγή στο καθεστώς επικουρικής προστασίας. |
|
3. |
Στην απόφαση M. (C‑277/11, EU:C:2012:744), το Δικαστήριο επισήμανε τη σημασία που έχει, σε ένα τέτοιο σύστημα, η πλήρης διασφάλιση του δικαιώματος ακροάσεως ( 6 ), δεδομένου του θεμελιώδους χαρακτήρα του, στο πλαίσιο και των δύο διαδικασιών. Όπως προκύπτει, ωστόσο, από τη δικογραφία της υπό κρίση υποθέσεως, η απόφαση Μ. έχει ερμηνευθεί διαφορετικά από τους διαδίκους, όσον αφορά το ακριβές πεδίο εφαρμογής του εν λόγω δικαιώματος, όπως αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο. Ειδικότερα, οι διάδικοι διαφωνούν σχετικά με το κατά πόσον από την εν λόγω απόφαση προκύπτει ότι, για να διασφαλίζεται πλήρως το δικαίωμα ακροάσεως σε ένα τέτοιο σύστημα, στο πλαίσιο της διαδικασίας για την παροχή επικουρικής προστασίας, είναι απαραίτητο να παρέχεται στον αιτούντα η δυνατότητα ακροάσεως ενώπιον της διοικητικής αρχής που θα αποφανθεί επί της αιτήσεώς του, κατά την οποία επιτρέπεται η κλήση μαρτύρων, οσάκις έχει ήδη διεξαχθεί ακρόαση στο πλαίσιο της προηγούμενης διαδικασίας σχετικά με την αίτηση ασύλου. Αυτό είναι, κατ’ ουσίαν, το ερώτημα στο οποίο καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση. |
I – Το νομικό πλαίσιο
Α — Το δίκαιο της Ένωσης
|
4. |
Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2004/83, σκοπός της είναι, αφενός, η θέσπιση των ελάχιστων προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούν οι υπήκοοι τρίτων χωρών ή οι ανιθαγενείς προκειμένου να τύχουν διεθνούς προστασίας και, αφετέρου, ο καθορισμός του περιεχομένου της παρεχόμενης προστασίας. |
|
5. |
Σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2004/83, ένα πρόσωπο δικαιούται επικουρική προστασία, οσάκις υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν ο ενδιαφερόμενος επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως ορίζεται στο άρθρο 15 της ίδιας οδηγίας. Σύμφωνα με αυτό το τελευταίο άρθρο, η σοβαρή βλάβη συνίσταται σε θανατική ποινή ή εκτέλεση (στοιχείο αʹ) ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος (στοιχείο βʹ) ή σε σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης συρράξεως (στοιχείο γʹ). |
|
6. |
Το άρθρο 4 της οδηγίας 2004/83, το οποίο περιέχεται στο κεφάλαιο II της οδηγίας αυτής με τίτλο «Αξιολόγηση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας», περιέχει στοιχεία σχετικά με τον προσήκοντα τρόπο εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών και των περιστάσεων στις οποίες βασίζονται οι εν λόγω αιτήσεις. Ειδικότερα, στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1, ορίζεται ότι αποτελεί καθήκον των κρατών μελών να αξιολογούν, σε συνεργασία με τον αιτούντα, τα κρίσιμα στοιχεία της αιτήσεώς του για διεθνή προστασία. Όπως προκύπτει από την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου, η αξιολόγηση της αιτήσεως παροχής διεθνούς προστασίας πρέπει να γίνεται σε εξατομικευμένη βάση και να περιλαμβάνει τη συνεκτίμηση σειράς στοιχείων που απαριθμούνται στην εν λόγω παράγραφο, μεταξύ των οποίων, κατά το στοιχείο γʹ της ίδιας παραγράφου, της ατομικής καταστάσεως και των προσωπικών περιστάσεων του αιτούντος, ούτως ώστε να εκτιμηθεί εάν, βάσει των προσωπικών περιστάσεων του αιτούντος, οι πράξεις στις οποίες έχει ήδη ή θα μπορούσε να εκτεθεί ισοδυναμούν με δίωξη ή σοβαρή βλάβη. |
|
7. |
Η οδηγία 2005/85 ( 7 ) θεσπίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές των διαδικασιών εξετάσεως των αιτήσεων για την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα. Το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της και ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι η οδηγία εφαρμόζεται σε όλες τις αιτήσεις ασύλου. Ωστόσο, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, «[ό]ταν τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν ή εισάγουν διαδικασία διά της οποίας οι αιτήσεις ασύλου εξετάζονται τόσο ως αιτήσεις βάσει της σύμβασης της Γενεύης όσο και ως αιτήσεις άλλων μορφών διεθνούς προστασίας, που παρέχονται υπό τις περιστάσεις του άρθρου 15 της οδηγίας 2004/83/ΕΚ, εφαρμόζουν την παρούσα οδηγία σε όλα τα στάδια της διαδικασίας τους». Η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι «τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν την παρούσα οδηγία σε διαδικασίες για την έκδοση αποφάσεων όσον αφορά αιτήσεις παροχής οποιασδήποτε μορφής διεθνούς προστασίας». |
|
8. |
Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/85, με τίτλο «Πρόσωπα που καλούνται σε προσωπική συνέντευξη» ορίζει ότι «[π]ριν από τη λήψη απόφασης από την αποφαινόμενη αρχή πρέπει να παρέχεται στον αιτούντα άσυλο η ευκαιρία προσωπικής συνέντευξης σχετικά με την αίτηση ασύλου με πρόσωπο αρμόδιο, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, για τη διεξαγωγή ανάλογων συνεντεύξεων». Εντούτοις, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, η προσωπική συνέντευξη μπορεί να παραλειφθεί σε μια σειρά περιπτώσεων που απαριθμούνται σε αυτές ( 8 ). |
Β — Το εθνικό δίκαιο
|
9. |
Όπως προαναφέρθηκε, στην Ιρλανδία, στο πλαίσιο της εφαρμοστέας στα πραγματικά περιστατικά νομοθεσίας, η αίτηση χορηγήσεως ασύλου και η αίτηση για την υπαγωγή στο καθεστώς επικουρικής προστασίας αποτελούν αντικείμενο ειδικών και διακριτών διαδικασιών, που διεξάγονται η μία μετά την άλλη. |
|
10. |
Η διαδικασία για την υπαγωγή στο καθεστώς επικουρικής προστασίας ρυθμιζόταν από την κανονιστική απόφαση European Communities (Eligibility for Protection) Regulations 2006, η οποία εκδόθηκε από τον Minister for Justice, Equality and Law Reform (στο εξής: Minister) στις 9 Οκτωβρίου 2006 και είχε ως αντικείμενο, ειδικότερα, τη μεταφορά της οδηγίας 2004/83 στην εσωτερική έννομη τάξη. |
|
11. |
Η απόφαση αυτή δεν περιείχε καμία διάταξη που να προέβλεπε ακρόαση του αιτούντος επικουρική προστασία, μέσω προσωπικής συνεντεύξεως, στο πλαίσιο της εξετάσεως της αιτήσεώς του. Η νομοθεσία της διαδικασίας για την εξέταση των αιτήσεων επικουρικής προστασίας έχει, εν τω μεταξύ, υποβληθεί σε δύο μεταρρυθμίσεις ( 9 ), οι οποίες δεν είναι ωστόσο εφαρμοστέες, ratione temporis, στην υπό κρίση υπόθεση. |
II – Τα πραγματικά περιστατικά, η δίκη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και τα προδικαστικά ερωτήματα
|
12. |
Η εξέλιξη των διαδικασιών σχετικά με τις αιτήσεις χορηγήσεως ασύλου και παροχής επικουρικής προστασίας του Μ ενώπιον των ιρλανδικών αρχών παρατίθεται λεπτομερώς στις σκέψεις 39 έως 46 της αποφάσεως M. (C‑277/11, EU:C:2012:744), στις οποίες ρητώς παραπέμπουν οι ανά χείρας προτάσεις. Στο μέτρο που είναι αναγκαίο για τους σκοπούς της υπό κρίση υποθέσεως, θα αναφέρω απλά ότι ο Μ, υπήκοος Ρουάντας και μέλος της εθνότητας Τούτσι, εισήλθε αρχικά στην Ιρλανδία το 2006 με θεώρηση εισόδου μακράς διαρκείας για σπουδές και ότι, όταν έληξε η ισχύς της θεωρήσεως εισόδου το 2008, υπέβαλε αίτηση υπαγωγής του στο καθεστώς του πρόσφυγα. Στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με την αίτηση αυτή, παρασχέθηκε στον Μ δικαίωμα ακροάσεως κατά τη διάρκεια προσωπικής συνεντεύξεως που διεξήχθη ενώπιον του Office of the Refugee Application Commissioner. Κατά της αρνητικής αποφάσεως του εν λόγω οργάνου, ο Μ προσέφυγε ενώπιον του Refugee Appeal Tribunal, το οποίο, κατόπιν διαδικασίας που διεξήχθη αποκλειστικά εγγράφως, απέρριψε οριστικά το αίτημα χορηγήσεως ασύλου του Μ, κρίνοντας ότι οι ισχυρισμοί του σχετικά με τους κινδύνους διώξεως που θα διέτρεχε εάν επέστρεφε στη Ρουάντα δεν ήταν ιδιαιτέρως αξιόπιστοι. |
|
13. |
Τον Δεκέμβριο του 2008 ο Μ υπέβαλε ενώπιον του Minister αίτηση για την παροχή επικουρικής προστασίας, η οποία επίσης απορρίφθηκε. Στην αρνητική του απόφαση, που ελήφθη χωρίς να παρασχεθεί κανένα δικαίωμα προφορικής ακροάσεως στον Μ σχετικά με την αίτησή του για επικουρική προστασία, ο Minister έκρινε ότι ο Μ δεν είχε αποδείξει ότι συντρέχουν σημαντικοί λόγοι για τους οποίους μπορεί να θεωρηθεί ότι, εάν επιστρέψει στη Ρουάντα, θα διέτρεχε κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, κατά την έννοια του άρθρου 15 της οδηγίας 2004/83. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, προκειμένου να αιτιολογήσει την εν λόγω απόφαση, ο Minister κατ’ ουσίαν απλώς παρέπεμψε στους λόγους τους οποίους είχε επικαλεστεί στο παρελθόν για να απορρίψει την αίτηση ασύλου του M. |
|
14. |
Ο Μ άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως του Minister ενώπιον του High Court, το οποίο, στο πλαίσιο της ενώπιόν του διαδικασίας, υπέβαλε αίτηση στο Δικαστήριο για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Με το ερώτημα αυτό, το Δικαστήριο κλήθηκε, κατ’ ουσίαν, να αποφανθεί κατά πόσον, σε περίπτωση όπως αυτή του Μ, στην οποία ο αιτών την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα ζητεί, μετά την απόρριψη της αιτήσεώς του, την παροχή επικουρικής προστασίας, οι αρχές κράτους μέλους υπέχουν —βάσει της προβλεπόμενης στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/83 απαιτήσεως συνεργασίας— την υποχρέωση, οσάκις σκοπεύουν να απορρίψουν την αίτηση, να γνωστοποιούν στον αιτούντα τα αποτελέσματα της αξιολογήσεώς τους, πριν από την έκδοση της αποφάσεως, κατά τρόπον ώστε να του παρέχεται η δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις του επί των πτυχών της προτεινόμενης αποφάσεως από τις οποίες συνάγεται το απορριπτικό αποτέλεσμα. |
|
15. |
Στην απόφαση M. (C‑277/11, EU:C:2012:744), το Δικαστήριο, αφού απάντησε αρνητικά στο προδικαστικό ερώτημα του High Court ( 10 ), στις σκέψεις 75 επ. τόνισε συγκεκριμένα την ανάγκη να προστατεύονται, στο πλαίσιο αμφότερων των διαδικασιών —ήτοι της χορηγήσεως ασύλου και της παροχής επικουρικής προστασίας— τα θεμελιώδη δικαιώματα του αιτούντος και, ειδικότερα, το δικαίωμα ακροάσεώς του, υπό την έννοια ότι ο αιτών πρέπει να είναι σε θέση να καταστήσει λυσιτελώς γνωστές τις απόψεις του πριν από την έκδοση οποιασδήποτε αποφάσεως απορριπτικής του αιτήματος υπαγωγής του σε καθεστώς προστασίας. Πιο συγκεκριμένα, στη σκέψη 95, δεύτερη περίπτωση, της εν λόγω αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι σε ένα διφυές σύστημα όπως το ιρλανδικό, «το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος εξέφρασε ήδη νομοτύπως τις απόψεις του κατά την εξέταση της αιτήσεώς του με την οποία ζήτησε να του αναγνωριστεί η ιδιότητα του πρόσφυγα δεν σημαίνει ότι το τυπικό αυτό στοιχείο μπορεί να παραλειφθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας εξετάσεως αιτήσεως επικουρικής προστασίας». |
|
16. |
Μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, στις 23 Ιανουαρίου 2013, το High Court εξέδωσε την απόφασή του ( 11 ). Έκρινε ότι, αντιθέτως προς όσα είχε υποστηρίξει ο Μ, το Δικαστήριο, στην απόφαση Μ. (C‑277/11, EU:C:2012:744), διαπίστωσε ότι στο πλαίσιο «διφυούς» συστήματος όπως το ιρλανδικό, το δίκαιο της Ένωσης δεν καθιερώνει, εν γένει, δικαίωμα του αιτούντος να αναπτύξει τα επιχειρήματά του αυτοπροσώπως, σε προφορική διαδικασία, κατά την εξέταση αιτήσεως παροχής επικουρικής προστασίας, μολονότι μπορεί να υπάρχουν πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες ο αιτών διατηρεί το δικαίωμα αυτό. Εντούτοις, το High Court ακύρωσε την απόφαση του Minister, εκτιμώντας ότι, στην προκειμένη περίπτωση, είχε παραβιάσει το δικαίωμα ακροάσεως του Μ, στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με την αίτηση επικουρικής προστασίας. Συγκεκριμένα, το High Court διαπίστωσε ότι, αφενός, ο Minister βασίστηκε εξ ολοκλήρου σε αρνητικές διαπιστώσεις, κατά την ανάλυση της αιτήσεως ασύλου, σε σχέση με την αξιοπιστία των ισχυρισμών του Μ ως προς τη βλάβη που θα υφίστατο εάν επέστρεφε στη Ρουάντα και, αφετέρου, ότι ουδόλως προέβη σε διακριτή και ανεξάρτητη εκτίμηση των ισχυρισμών που προέβαλε ο Μ προς στήριξη της αιτήσεώς του ( 12 ). |
|
17. |
Ο Minister, η Ιρλανδία και ο Attorney General προσέβαλαν την απόφαση του High Court ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι το High Court ερμήνευσε εσφαλμένα την απόφαση Μ. (C‑277/11, EU:C:2012:744). Ο Μ., με τη σειρά του, άσκησε ανταναίρεση με την οποία ισχυρίστηκε ότι, σε αντίθεση με ό,τι απεφάνθη το High Court, από την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο ίδιος διαθέτει δικαίωμα προσωπικής συνεντεύξεως κατά τη διαδικασία σχετικά με την αίτησή του για επικουρική προστασία. |
|
18. |
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει την αναγκαιότητα αποσαφηνίσεως της προσήκουσας εφαρμογής των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου στις σκέψεις 85 επ. της αποφάσεως M. (C‑277/11, EU:C:2012:744), σε μια περίπτωση όπως η παρούσα, στην οποία υπάρχουν αυτοτελείς διαδικασίες για την εξέταση των αιτήσεων χορηγήσεως ασύλου και επικουρικής προστασίας. |
|
19. |
Λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία αυτά, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την κύρια δίκη και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Επιβάλλει “το δικαίωμα ακροάσεως”, στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης, να παρέχεται στον αιτούντα επικουρική προστασία δυνάμει της οδηγίας 2004/83, η δυνατότητα να αναπτύξει τα επιχειρήματά του σε προφορική διαδικασία κατά την εξέταση της αιτήσεως αυτής, ιδίως δε το δικαίωμα να καλεί και να εξετάζει μάρτυρες, σε περίπτωση που η αίτηση αυτή υποβάλλεται σε κράτος μέλος το οποίο διεξάγει δύο αυτοτελείς και διαδοχικές διαδικασίες για την εξέταση, αντιστοίχως, της αιτήσεως χορηγήσεως ασύλου και της αιτήσεως επικουρικής προστασίας;» |
III – Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
|
20. |
Η διάταξη περί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως περιήλθε στη Γραμματεία στις 5 Δεκεμβρίου 2014. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο M, η Ιρλανδική, η Γαλλική και η Τσεχική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στη επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 18ης Φεβρουαρίου 2016, παρενέβησαν ο Μ, η Ιρλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. |
IV – Νομική ανάλυση
|
21. |
Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν, στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης, το δικαίωμα ακροάσεως σε οποιαδήποτε διαδικασία έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση κατά την οποία αίτηση υπαγωγής στο καθεστώς επικουρικής προστασίας υποβάλλεται εντός κράτους μέλους το οποίο προβλέπει δύο αυτοτελείς διαδοχικές διαδικασίες για την εξέταση, αντιστοίχως, της αιτήσεως χορηγήσεως ασύλου και της αιτήσεως επικουρικής προστασίας, το δικαίωμα αυτό επιτάσσει κατ’ ανάγκη να παρέχεται στον αιτούντα η δυνατότητα να αναπτύξει τα επιχειρήματά του σε προφορική διαδικασία ακροάσεως στην οποία θα έχει δικαίωμα να καλεί και να εξετάζει κατ’ αντιπαράθεση μάρτυρες, στο πλαίσιο της διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεώς του παροχής επικουρικής προστασίας. |
|
22. |
Όπως επισημάνθηκε, η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αποτελεί προέκταση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση M. (C‑277/11, EU:C:2012:744), η ερμηνεία της οποίας είναι καθοριστικής σημασίας για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Οι διάδικοι σε εκείνη τη δίκη, καθώς και οι παρεμβαίνοντες στην παρούσα διαδικασία υποστηρίζουν αντίθετες θέσεις σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ερμηνευθεί η απόφαση αυτή. |
|
23. |
Ο Μ, αφενός, υποστηρίζει ότι με την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο αναγνώρισε την ανάγκη να παρέχεται στον αιτούντα επικουρική προστασία η δυνατότητα να αναπτύσσει τα επιχειρήματά του σε προφορική διαδικασία, προκειμένου να μπορεί να γίνει δεκτό ότι τηρήθηκε το δικαίωμα ακροάσεώς του, σε περίσταση όπως αυτή της κύριας δίκης. Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι, σε τέτοια περίπτωση, ο σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως επιβάλλει τη διεξαγωγή διαδικασίας ακροάσεως. Αφετέρου, η Ιρλανδική Κυβέρνηση, η θέση της οποίας υποστηρίζεται από τη Γαλλική και την Τσεχική Κυβέρνηση, διαφωνεί και θεωρεί ότι, σε τέτοια περίπτωση, προκειμένου να γίνει σεβαστό το δικαίωμα ακροάσεως, αρκεί ο αιτών να είχε τη δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις του αναλυτικά, έστω και μόνο εγγράφως, ως προς τους λόγους στους οποίους βασίζεται η αίτησή του επικουρικής προστασίας. |
|
24. |
Στο μέτρο που, όπως και στην υπόθεση M., και η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως εγείρει, εν γένει, το ζήτημα του περιεχομένου τού δικαιώματος ακροάσεως στο δίκαιο της Ένωσης, σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης ( 13 ), είναι χρήσιμο, για να απαντηθεί το προδικαστικό ερώτημα, να εξεταστούν εν συντομία οι αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο με την πρόσφατη νομολογία του σχετικά με το δικαίωμα αυτό. |
Α — Nομολογιακές αρχές που αφορούν το δικαίωμα ακροάσεως στο δίκαιο της Ένωσης
|
25. |
Κατά πάγια νομολογία, θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης αποτελεί ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας, των οποίων αναπόσπαστο τμήμα συνιστά το δικαίωμα ακροάσεως σε οποιαδήποτε διαδικασία ( 14 ). |
|
26. |
Το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση πριν ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του κατοχυρώνεται πλέον από το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως ειδική έκφανση του δικαιώματος χρηστής διοικήσεως ( 15 ). |
|
27. |
Όπως μου δόθηκε προσφάτως η ευκαιρία να υπενθυμίσω ( 16 ), το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 41 του Χάρτη στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης ( 17 ) εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο αμφισβητήσεων στη νομολογία. Σύμφωνα με μια πρώτη τάση της νομολογίας, με την οποία συμφωνώ ( 18 ), το εν λόγω άρθρο είναι διάταξη γενικής εφαρμογής και ισχύει όχι μόνο για τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, αλλά και για τα κράτη μέλη, οσάκις λαμβάνουν μέτρα για την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ( 19 ). Μια δεύτερη νομολογιακή τάση βασίζεται στο γράμμα της διατάξεως, η οποία απευθύνεται ρητώς μόνο στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, και όχι στα κράτη μέλη. Κατά την τάση αυτή, εξ αυτού συνάγεται ότι το δικαίωμα ακροάσεως διαδίκου σε διαδικασία ενώπιον διοικητικής αρχής κράτους μέλους στην οποία η αρχή εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης δεν βασίζεται στο άρθρο 41 του Χάρτη, αλλά στη γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης περί σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας ( 20 ). |
|
28. |
Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, το ζήτημα αυτό, μολονότι έχει κάποια σημασία για τον ακριβή ορισμό της νομικής βάσεως στην οποία ερείδεται το δικαίωμα ακροάσεως του Μ, στην πραγματικότητα, όπως επισήμανε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν έχει πρακτική επίπτωση, διότι η ανάγκη σεβασμού τού εν λόγω δικαιώματος ενώπιον των ιρλανδικών αρχών είναι αδιαμφισβήτητη, ανεξαρτήτως εάν βασίζεται στο άρθρο 41 του Χάρτη ή σε γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης. |
|
29. |
Όσον αφορά το περιεχόμενο του δικαιώματος ακροάσεως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το εν λόγω δικαίωμα διασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο τη δυνατότητα να γνωστοποιεί λυσιτελώς και αποτελεσματικώς την άποψή του, κατά τη διάρκεια διοικητικής διαδικασίας και πριν από την έκδοση οποιασδήποτε αποφάσεως δυνάμενης να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά του ( 21 ). Το δικαίωμα αυτό συνεπάγεται επίσης την υποχρέωση της διοικήσεως να μελετά με τη δέουσα προσοχή τις παρατηρήσεις που υπέβαλε ο ενδιαφερόμενος, εξετάζοντας με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα συναφή στοιχεία της οικείας υποθέσεως και αιτιολογώντας εμπεριστατωμένως την απόφασή της ( 22 ). |
|
30. |
Επισημάνθηκε ότι το δικαίωμα ακροάσεως επιτελεί διττή λειτουργία: αφενός, καθιστά δυνατή την εξέταση της πράξεως και την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών όσο το δυνατόν ακριβέστερα και ορθότερα, και, αφετέρου, διασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία του ενδιαφερομένου. Αποσκοπεί, ιδίως, στο να διασφαλίζει ότι κάθε απόφαση που έχει αρνητικές επιπτώσεις για κάποιο πρόσωπο λαμβάνεται με πλήρη γνώση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως ( 23 ) και, συνεπώς, αποσκοπεί στο να μπορεί η αρμόδια αρχή να διορθώνει σφάλματα ή ο ενδιαφερόμενος να προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την προσωπική του κατάσταση, από τα οποία εξαρτάται η λήψη αλλά και το περιεχόμενο της αποφάσεως ( 24 ). |
|
31. |
Οσάκις οι διοικητικές αρχές των κρατών μελών λαμβάνουν μέτρα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, υποχρεούνται να σέβονται τα δικαιώματα άμυνας, και, ως εκ τούτου, και το δικαίωμα ακροάσεως, για τους αποδέκτες αποφάσεων που έχουν σημαντικό αντίκτυπο στα συμφέροντά τους, ακόμη και όταν το εφαρμοστέο δίκαιο δεν προβλέπει ρητά τέτοιες διατυπώσεις ( 25 ). |
|
32. |
Από τη νομολογία προκύπτει ότι, όταν δεν καθορίζονται από το δίκαιο της Ένωσης οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες πρέπει να διασφαλίζεται ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας στο πλαίσιο ορισμένης διαδικασίας, ο καθορισμός των προϋποθέσεων αυτών απόκειται στο εθνικό δίκαιο, εφόσον τα μέτρα που θεσπίζονται προς τούτο είναι παρεμφερή με εκείνα που ισχύουν για τους ιδιώτες σε ανάλογες καταστάσεις εθνικού δικαίου (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν καθιστούν πρακτικά αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται από την έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) ( 26 ). Αυτές οι απαιτήσεις περί ισοδυναμίας και αποτελεσματικότητας αποτελούν έκφραση της γενικής υποχρεώσεως των κρατών μελών να διασφαλίζουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας που απολαύουν οι ιδιώτες βάσει του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως όσον αφορά τον καθορισμό των διαδικαστικών ρυθμίσεων ( 27 ). |
|
33. |
Εντούτοις, τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας, δεν αποτελούν απόλυτα προνόμια, αλλά επιδέχονται περιορισμούς, υπό την προϋπόθεση οι περιορισμοί αυτοί να ανταποκρίνονται πράγματι σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει το επίμαχο μέτρο και δεν αποτελούν, ενόψει του επιδιωκομένου σκοπού, υπέρμετρη και επαχθή επέμβαση που θα έθιγε την ίδια την υπόσταση των ούτως διασφαλιζομένων δικαιωμάτων ( 28 ). |
|
34. |
Επιπλέον, η ύπαρξη προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις κάθε υποθέσεως και, ιδίως, με τη φύση της επίμαχης πράξεως, το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε η πράξη αυτή και με τους νομικούς κανόνες που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα ( 29 ). Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ρητώς ότι ο τρόπος με τον οποίο ο ενδιαφερόμενος πρέπει να μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα ακροάσεως πριν από τη λήψη αποφάσεως που τον αφορά, πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα του σκοπού της επίμαχης ρυθμίσεως ( 30 ). |
|
35. |
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, σύμφωνα με το γενικό πλαίσιο της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων άμυνας, όπως προεκτέθηκε, καθώς και το σύστημα και τους σκοπούς της εφαρμοστέας νομοθεσίας της Ένωσης, τα κράτη μέλη οφείλουν, εντός των ορίων των διαδικαστικής τους αυτονομίας, να καθορίζουν τους όρους και τις διατυπώσεις για τη διασφάλιση του σεβασμού του δικαιώματος ακροάσεως των αποδεκτών αποφάσεων που έχουν σημαντικό αντίκτυπο στα συμφέροντα τους ( 31 ), τηρώντας πάντοτε τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας που προαναφέρθηκαν στην σημείο 32. |
Β — Το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος ακροάσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με τη χορήγηση του καθεστώτος επικουρικής προστασίας
|
36. |
Στην υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το δίκαιο της Ένωσης δεν προβλέπει ειδικούς κανόνες που να καθορίζουν τις προϋποθέσεις και τους όρους, προκειμένου να εξασφαλίζεται, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, ο σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως υπηκόου τρίτης χώρας που υποβάλλει αίτηση επικουρικής προστασίας. |
|
37. |
Ειδικότερα, σε νομοθετικό πλαίσιο όπως αυτό που καλείται να εφαρμόσει το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο, οι προϋποθέσεις και οι όροι δεν καθορίζονται ούτε από την οδηγία 2004/83, η οποία δεν περιλαμβάνει διαδικαστικούς κανόνες για την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας ( 32 ), ούτε από την οδηγία 2005/85, η οποία, κατά το άρθρο 3, δεν έχει εφαρμογή στις αιτήσεις επικουρικής προστασίας, εκτός εάν κράτος μέλος προβλέπει μόνο μία διαδικασία για την εξέταση των δύο αιτήσεων διεθνούς προστασίας (χορήγηση ασύλου και επικουρική προστασία) ( 33 ), κάτι που, όπως είδαμε, δεν συνέτρεχε για τη νομοθεσία που ίσχυε στην Ιρλανδία κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως. ( 34 ). |
|
38. |
Από τη διαπίστωση περί του ότι η οδηγία 2005/85 δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή συνάγεται ότι το ζήτημα της ενδεχόμενης υπάρξεως δικαιώματος ακροάσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας για την εξέταση της αιτήσεως επικουρικής προστασίας του Μ δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εξετασθεί με βάση το άρθρο 12 της οδηγίας 2005/85. Η διάταξη αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση, ούτε καν κατ’ αναλογία. Όπως ορθώς επισήμανε η Ιρλανδία, τυχόν εφαρμογή της, έστω και εμμέσως, θα είχε πράγματι ως συνέπεια, αφενός, να καθιστά αναποτελεσματική την επιλογή του νομοθέτη κράτους μέλους που έχει επιλέξει, ενόσω ίσχυε η οδηγία 2005/85, την υπαγωγή των αιτήσεων χορηγήσεως ασύλου και επικουρικής προστασίας σε διαφορετικά διαδικαστικά καθεστώτα και, αφετέρου, να καθιστά άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας, επιβάλλοντας, κατ’ ουσίαν, την εφαρμογή του εν λόγω νομοθετήματος και στις περιπτώσεις στις οποίες δεν έχει εφαρμογή. |
|
39. |
Ελλείψει ειδικών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, από τη νομολογία που προαναφέρθηκε στην παράγραφο 32 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι αρμόδια, σύμφωνα με την αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας, να ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις και τους όρους που σχετίζονται με τον σεβασμό του δικαιώματος ακροάσεως κατά τη διαδικασία εξετάσεως αιτήσεως επικουρικής προστασίας, διασφαλίζοντας παράλληλα τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας ( 35 ). |
|
40. |
Ειδικότερα, από την ανάγκη να διασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την επικουρική προστασία προκύπτει ότι οι εθνικές διατάξεις περί διαδικασίας πρέπει να διέπουν τη διεξαγωγή των διαδικασιών που αφορούν τις αιτήσεις παροχής της εν λόγω προστασίας με τρόπο που να διασφαλίζει στους αιτούντες ουσιαστική πρόσβαση στα δικαιώματα που τους παρέχονται βάσει της οδηγίας 2004/83 ( 36 ). Όσον αφορά ειδικότερα την υπό κρίση υπόθεση, τούτο σημαίνει ότι οι εθνικοί κανόνες πρέπει να περιλαμβάνουν τις προϋποθέσεις και τους όρους για την άσκηση του δικαιώματος ακροάσεως στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, ώστε να διασφαλίζεται για τους ενδιαφερόμενους ουσιαστική πρόσβαση στα δικαιώματα που απορρέουν από το καθεστώς επικουρικής προστασίας. |
|
41. |
Στο πλαίσιο αυτό, από τη νομολογία που παρατίθεται στα σημεία 34 και 35 των ανά χείρας προτάσεων, προκύπτει ότι το περιεχόμενο του δικαιώματος ακροάσεως, καθώς και οι προϋποθέσεις και οι όροι που απαιτούνται για την τήρησή του, πρέπει να αξιολογούνται λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τους σκοπούς της εν λόγω διαδικασίας, δηλαδή, στην υπό κρίση περίπτωση, της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση του καθεστώτος επικουρικής προστασίας, όπως προβλέπεται από την οδηγία 2004/83. |
|
42. |
Εντούτοις, η νομοθεσία που αφορά την επικουρική προστασία, όπως προβλέπεται με την οδηγία 2004/83, αποσκοπεί ρητά στην υπαγωγή σε «κατάλληλο καθεστώς» των προσώπων που, μολονότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για να θεωρηθούν πρόσφυγες, χρήζουν διεθνούς προστασίας ( 37 ). Επομένως, η επικουρική προστασία ρυθμίζεται ως μορφή συμπληρωματικής και πρόσθετης προστασίας σε σχέση με την προβλεπόμενη για τους πρόσφυγες ( 38 ), η οποία παρέχεται εφόσον πληρούνται προϋποθέσεις διαφορετικές από εκείνες που προβλέπονται για την αναγνώριση του δικαιώματος χορηγήσεως ασύλου και η οποία παρέχει δικαιώματα διαφορετικής φύσεως από εκείνα που απορρέουν από το καθεστώς του πρόσφυγα ( 39 ). |
|
43. |
Με γνώμονα τον σκοπό αυτό, η διαδικασία για την εξέταση της αιτήσεως επικουρικής προστασίας χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη ατομική κατάσταση του αιτούντος έχει ουσιαστική σημασία για την εκτίμηση της αιτήσεως, στοιχείο το οποίο απηχούν και οι υπόλοιπες διατάξεις της οδηγίας 2004/83. |
|
44. |
Πράγματι, αφενός, όσον αφορά τους τύπους σοβαρής βλάβης που προβλέπονται στο άρθρο 15 της οδηγίας 2004/83, ο κίνδυνος επελεύσεως των οποίων δικαιολογεί την παροχή επικουρικής προστασίας ( 40 ), όπως προκύπτει από τη νομολογία, όλοι προϋποθέτουν ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συγκεκριμένη ατομική κατάσταση του αιτούντος. Πράγματι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, οι διατάξεις των στοιχείων αʹ και βʹ του εν λόγω άρθρου εφαρμόζονται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο αιτών επικουρική προστασία είναι εκτεθειμένος με συγκεκριμένο τρόπο σε κίνδυνο βλάβης ορισμένου τύπου. Όσον αφορά τη διάταξη του στοιχείου γʹ του ιδίου άρθρου, μολονότι αφορά κίνδυνο επέλευσης βλάβης γενικότερου χαρακτήρα, το Δικαστήριο έχει εντούτοις επισημάνει ότι, ακόμη και στην τελευταία αυτή περίπτωση, η συγκεκριμένη ατομική κατάσταση του αιτούντα μπορεί να επιδράσει καθοριστικά στην τελική απόφαση. Όντως, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας ( 41 ). |
|
45. |
Αφετέρου, από τη διάταξη του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/83 σαφώς προκύπτει ότι κατά την εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας και άρα και της αιτήσεως επικουρικής προστασίας, πρέπει να συνεκτιμάται η ατομική κατάσταση και οι προσωπικές περιστάσεις του αιτούντος, ούτως ώστε να εκτιμάται εάν, βάσει των προσωπικών περιστάσεων του αιτούντος, οι πράξεις στις οποίες έχει ή κινδυνεύει να εκτεθεί μπορούν να χαρακτηρισθούν ως σοβαρή βλάβη. |
|
46. |
Επιπλέον, έχει ορθώς επισημανθεί ότι η διαδικασία για την υπαγωγή στο καθεστώς επικουρικής προστασίας, ακριβώς όπως και εκείνη για την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη καταστάσεως προσωπικής και υλικής δυσχέρειας και αφορά την προάσπιση των βασικών δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου, για τον οποίο η απόφαση που θα εκδοθεί είναι ζωτικής σημασίας. Ως εκ τούτου, η εν λόγω διαδικασία χαρακτηρίζεται από την απολύτως κεντρική θέση του ενδιαφερομένου, ο οποίος δεν έχει μόνο την πρωτοβουλία για την κίνηση αυτής της διαδικασίας, αλλά είναι και ο μόνος που μπορεί να εκθέσει, συγκεκριμένα, την προσωπική του ιστορία, η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την υπαγωγή στο αντίστοιχο καθεστώς, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εκτυλίχθηκε ( 42 ). |
|
47. |
Ακριβώς εξαιτίας της ιδιαιτερότητας των σκοπών και της φύσεως της διαδικασίας για την υπαγωγή στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας και των πτυχών της που διαφοροποιούνται από τη διαδικασία αναγνωρίσεως της ιδιότητας του πρόσφυγα, το Δικαστήριο, στην απόφαση Μ. (C‑277/11, EU:C:2012:744), τόνισε ιδιαιτέρως τη θεμελιώδη σημασία του δικαιώματος ακροάσεως του ενδιαφερομένου στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, και την ανάγκη πλήρους προστασίας του στην εν λόγω διαδικασία, ακόμα και σε ένα διφυές σύστημα, όπως το επίμαχο της κύριας δίκης ( 43 ). |
|
48. |
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, δεδομένου του ιδιαίτερου χαρακτήρα και των σκοπών της διαδικασίας που προορίζεται να ελέγξει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή στο καθεστώς επικουρικής προστασίας, η αποτελεσματική πρόσβαση στα δικαιώματα που απορρέουν από το εν λόγω καθεστώς προϋποθέτει ότι ο ενδιαφερόμενος είναι σε θέση να ασκήσει ιδιαιτέρως αποτελεσματικά το δικαίωμά του ακροάσεως κατά την εν λόγω διαδικασία. Συγκεκριμένα, μόνον εάν ο αιτών έχει την ευκαιρία να εκθέσει λυσιτελώς και αποτελεσματικώς την προσωπική του ιστορία και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εκτυλίσσεται, παραθέτοντας στην αρμόδια αρχή, πλήρως και καταλλήλως, όλα τα πραγματικά περιστατικά και τα στοιχεία που υποστηρίζουν την αίτησή του, θα έχει αποτελεσματική πρόσβαση στα δικαιώματα που απορρέουν από το εν λόγω καθεστώς, όπως προβλέπεται στην οδηγία 2004/83. |
|
49. |
Σε αυτό το πλαίσιο, επισημαίνω επίσης ότι η ανάγκη να διασφαλισθεί ιδιαιτέρως η άσκηση του δικαιώματος ακροάσεως που μόλις προανέφερα, ισχύει τόσο για τη διαδικασία υπαγωγής στο καθεστώς επικουρικής προστασίας όσο και για τη διαδικασία που αφορά το καθεστώς του πρόσφυγα. Συγκεκριμένα, παρόλο που, όπως σημειώθηκε, είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την υπαγωγή σε καθένα από τα δύο καθεστώτα, αμφότερες οι διαδικασίες εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά που περιγράφονται στα ως άνω σημεία 43 έως 46, ήτοι, την κεντρική θέση του αιτούντος και τη ζωτική σημασία των διακυβευόμενων συμφερόντων του, καθώς και τη σημασία που έχει για την έκδοση της τελικής αποφάσεως η συγκεκριμένη ατομική κατάστασή του. Τούτο, άλλωστε, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/83 ισχύει σε αμφότερα τα καθεστώτα. |
|
50. |
Επιπλέον, από το γεγονός ότι η υπαγωγή στα δύο καθεστώτα προϋποθέτει ότι πληρούνται διαφορετικά κριτήρια, καθώς και από την απαίτηση που απορρέει από το ως άνω άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2004/83, περί του ότι η ατομική κατάσταση και οι προσωπικές περιστάσεις του αιτούντος πρέπει να εκτιμώνται, ειδικά και χωριστά, ως προς καθένα από τα δύο διαφορετικά κριτήρια (ήτοι, τον κίνδυνο διώξεως, αφενός, ή τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης, αφετέρου) προκύπτει ότι σε αμφότερες τις διαδικασίες, το δικαίωμα ακροάσεως συνιστά διαδικαστική εγγύηση που άπτεται διαφόρων στοιχείων. |
Γ — Σχετικά με το ζήτημα της αναγκαιότητας της ακροάσεως αιτούντος επικουρική προστασία, για την τήρηση του δικαιώματος ακροάσεως σε «διφυές» σύστημα παροχής διεθνούς προστασίας
|
51. |
Στο σημείο αυτό ανακύπτει το θεμελιώδους σημασίας για την κύρια δίκη ζήτημα εάν η απαίτηση διασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος ακροάσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας για την παροχή επικουρικής προστασίας πληρούται απλώς και μόνο με την αυτοπρόσωπη ακρόαση του ενδιαφερομένου ή εάν, αντιθέτως, όπως υποστήριξε η Ιρλανδική Κυβέρνηση, σε ένα διφυές σύστημα για την παροχή διεθνούς προστασίας, αρκεί για τον σκοπό αυτό να παρέχεται στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να υποβάλλει παρατηρήσεις γραπτώς, οσάκις έχει ήδη λάβει χώρα ακρόαση κατά την προηγούμενη διαδικασία σχετικά με την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα. |
|
52. |
Σε αυτό το πλαίσιο, επισημαίνω κατ’ αρχάς ότι, αντίθετα προς ό,τι φαίνεται να υποστηρίζει ο Μ, από την απόφαση Μ. (C‑277/11, EU:C:2012:744) δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι στη διαδικασία για την παροχή επικουρικής προστασίας είναι πάντα απολύτως αναγκαία η ακρόαση του ενδιαφερομένου. |
|
53. |
Ειδικότερα, η ερμηνεία αυτή δεν προκύπτει από τη διαπίστωση του Δικαστηρίου στο τελευταίο εδάφιο της σκέψεως 95, δεύτερη περίπτωση, της εν λόγω αποφάσεως, το οποίο επαναλαμβάνεται κατά γράμμα στο σημείο 15 των ανά χείρας προτάσεων. Η διαπίστωση αυτή πρέπει να εξεταστεί εντός του πλαισίου της αποφάσεως. Ειδικότερα, κατά την άποψή μου, συνιστά απάντηση στον ισχυρισμό που εκτέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και περιγράφεται στη σκέψη 90 της εν λόγω αποφάσεως, κατά τον οποίο, σε ένα «διφυές» σύστημα, σε περίπτωση που έχει ήδη λάβει χώρα ακρόαση στο πλαίσιο της εξετάσεως αιτήσεως ασύλου, «δεν είναι αναγκαία η εκ νέου ακρόαση του ενδιαφερομένου κατά την εξέταση της αιτήσεως επικουρικής προστασίας, διότι τούτο θα συνιστούσε κατά κάποιο τρόπο διπλή εφαρμογή της ίδιας διατυπώσεως της οποίας έχει ήδη επωφεληθεί ο αλλοδαπός στο πλαίσιο παρεμφερούς σε μεγάλο βαθμό διαδικασίας». |
|
54. |
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, καθώς και της σκέψεως 91 της ίδιας αποφάσεως, φρονώ ότι το Δικαστήριο ήθελε να βεβαιώσει ότι, σε ένα «διφυές» σύστημα, το γεγονός ότι έχει ήδη λάβει χώρα ακρόαση του ενδιαφερομένου στο πλαίσιο διαδικασίας σχετικά με αίτηση χορηγήσεως ασύλου, δεν συνεπάγεται, ήτοι δεν έχει ως συνέπεια (θα προσέθετα: αναγκαστική συνέπεια), ότι δεν πρέπει να διεξαχθεί αυτοπρόσωπη ακρόαση στο πλαίσιο της διαδικασίας για την παροχή επικουρικής προστασίας, δεδομένου ότι το δικαίωμα ακροάσεως πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να διασφαλίζεται πλήρως και σε αυτή τη δεύτερη διαδικασία. |
|
55. |
Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, η απόφαση Μ. (C‑277/11, EU:C:2012:744) πρέπει να ερμηνευθεί όχι τόσο με την έννοια της απόλυτης αναγκαιότητας της προφορικής ακροάσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας για την υπαγωγή στο καθεστώς επικουρικής προστασίας, αλλά μάλλον ως μια ισχυρή υπενθύμιση της ανάγκης να γίνεται πλήρως σεβαστό το δικαίωμα ακροάσεως στην εν λόγω διαδικασία, έστω και στο πλαίσιο «διφυούς» συστήματος. Εξάλλου, μια τέτοια ερμηνεία είναι σύμφωνη με τη νομοθεσία που διέπει το άσυλο, κατά την οποία χωρούν εξαιρέσεις από το δικαίωμα αυτοπρόσωπης ακροάσεως ( 44 ). |
|
56. |
Εάν αυτές οι σκέψεις δεν συνηγορούν υπέρ της αναγνωρίσεως ενός απόλυτου δικαιώματος σε αυτοπρόσωπη ακρόαση σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τη διαδικασία σχετικά με την επικουρική προστασία, η ιδιαίτερη ανάγκη να διασφαλισθεί η αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος ακροάσεως σε αυτό το είδος διαδικασίας, σε σχέση με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και τους σκοπούς του, με κάνει να πιστεύω ότι, σε αντίθεση προς ό,τι διατείνεται η Ιρλανδία, η αυτοπρόσωπη ακρόαση του αιτούντος θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση, και ότι μπορεί, επομένως, να παραλείπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τούτο δε ακόμα και σε ένα σύστημα «διφυές». |
|
57. |
Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με το σημείο 30 ανωτέρω, η λειτουργία του δικαιώματος ακροάσεως στο πλαίσιο διαδικασίας για την παροχή επικουρικής προστασίας έγκειται στο να επιτρέπει στην αρμόδια αρχή να δίνει τη δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο να τοποθετείται ως προς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζεται η αίτησή του, με τρόπο ώστε να διασφαλίζεται, αφενός, η αποτελεσματική προστασία του και, αφετέρου, η έκδοση αποφάσεως από την εν λόγω αρχή με πλήρη γνώση των γεγονότων. |
|
58. |
Επομένως, η αυτοπρόσωπη ακρόαση συνιστά την απόλυτη έκφραση του δικαιώματος ακροάσεως. Για τον αιτούντα, είναι η μοναδική ευκαιρία να παρουσιάσει αυτοπροσώπως την ιστορία του και να συνδιαλεχθεί απευθείας με το πλέον κατάλληλο όργανο για να καταγράψει την προσωπική του κατάσταση ( 45 ). Με την ευκαιρία αυτή μπορεί να προσκομίσει νέα αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη της αιτήσεώς του, τα οποία δεν είχε συμπεριλάβει στην επιχειρηματολογία του και, κυρίως, να παράσχει αυτοπροσώπως διευκρινίσεις σε σχέση με αμφιβολίες που μπορεί να προκύψουν ή με τυχόν στοιχεία που θεωρούνται αντιφατικά. |
|
59. |
Για την αρμόδια εθνική αρχή η ακρόαση συνιστά ευκαιρία να εξεταστούν με τρόπο συγκεκριμένο στοιχεία, ακόμα και στοιχεία υποκειμενικού χαρακτήρα, τα οποία, ως εκ τούτου, είναι δυσχερές να επισημανθούν εγγράφως και τα οποία μπορεί να μην είχαν σημασία για την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, αλλά έχουν για την υπαγωγή στο καθεστώς επικουρικής προστασίας. |
|
60. |
Σε διαδικασία όπως αυτή που σχετίζεται με την αναγνώριση επικουρικής προστασίας, στην οποία ο ενδιαφερόμενος έχει κεντρικό ρόλο και όπου είναι συχνά αδύνατη η προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων, η αυτοπρόσωπη ακρόαση αποτελεί στάδιο θεμελιώδους σημασίας, ιδίως όσον αφορά την εκτίμηση περί της προσωπικότητας του προσώπου και της αξιοπιστίας των στοιχείων που επικαλείται στην αίτησή του. |
|
61. |
Θεωρώ ότι τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση διφυούς συστήματος, όπως αυτό που ίσχυε στην Ιρλανδία κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, όπου η αίτηση για την υπαγωγή στο καθεστώς επικουρικής προστασίας βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά ανάλογα με εκείνα στα οποία βασιζόταν η αίτηση ασύλου που απορρίφθηκε. |
|
62. |
Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε το Δικαστήριο στην απόφαση M., όταν ένα κράτος μέλος έχει επιλέξει να καθιερώσει δύο αυτοτελείς και διαδοχικές διαδικασίες για την εξέταση της αιτήσεως ασύλου και της αιτήσεως επικουρικής προστασίας, το δικαίωμα ακροάσεως του ενδιαφερομένου πρέπει να διασφαλίζεται πλήρως στο πλαίσιο καθεμίας από τις δύο αυτές διαδικασίες ( 46 ). |
|
63. |
Εξ αυτού προκύπτει ότι το γεγονός ότι το δικαίωμα ακροάσεως έχει γίνει απολύτως σεβαστό κατά την προηγούμενη διαδικασία σχετικά με την αίτηση ασύλου δεν σημαίνει ότι στην επόμενη αυτοτελή διαδικασία σχετικά με την παροχή επικουρικής προστασίας απομειώνεται η ιδιαίτερη ανάγκη να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος αυτού, όπως προαναφέρθηκε στο σημείο 48. Επιπλέον, όπως σημειώνεται στο σημείο 50 ανωτέρω, το δικαίωμα ακροάσεως στις δύο διαδικασίες σχετίζεται με διαφορετικά κριτήρια και, ως εκ τούτου, συνιστά διαδικαστική εγγύηση που καλύπτει διαφορετικά πλαίσια ( 47 ). |
|
64. |
Κατά συνέπεια, σε ένα τέτοιο διφυές σύστημα —η καθιέρωση του οποίου είναι αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής του εν λόγω κράτους μέλους— τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η διοικητική αρχή στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας δεν μπορεί να μεταφέρονται αυτομάτως στη δεύτερη. Πράγματι, ο σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως δεν είναι δυνατόν να «μεταφέρεται» από τη μία διαδικασία στην άλλη. Σε πλαίσιο όπως αυτό της διεθνούς προστασίας και υπό το πρίσμα του θεμελιώδους χαρακτήρα του δικαιώματος ακροάσεως, οι ως άνω σκέψεις ισχύουν κατά μείζονα λόγο και για τις αρνητικές διαπιστώσεις σχετικά με την αξιοπιστία, οι οποίες είναι πιθανό να έχουν αποφασιστικό αντίκτυπο στην τελική απόφαση. |
|
65. |
Συναφώς, πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, μολονότι το δίκαιο της Ένωσης δεν προβλέπει ειδικές διατάξεις σχετικά με τον τρόπο εκτιμήσεως της αξιοπιστίας του αιτούντος διεθνή προστασία, με αποτέλεσμα να απόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τις διαδικαστικές προϋποθέσεις για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ( 48 ), η διαδικαστική αυτονομία των κρατών μελών τελεί υπό τον περιορισμό της αρχής της αποτελεσματικότητας, η οποία, όπως είδαμε, συνίσταται στην ανάγκη να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική πρόσβαση στα δικαιώματα που απορρέουν από τη νομοθεσία για την επικουρική προστασία, η οποία με τη σειρά της προϋποθέτει την ιδιαιτέρως αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος ακροάσεως ( 49 ). |
|
66. |
Εξάλλου, μια ερμηνεία του δικαιώματος ακροάσεως που σκοπεί στην αναγνώριση της θεμελιώδους σημασίας της ακροαματικής διαδικασίας στη διαδικασία για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας, συνάδει με τις πρόσφατες επιλογές του νομοθέτη της Ένωσης στον τομέα αυτό, ο οποίος, αφενός, στην οδηγία 2013/32 μείωσε δραστικά τις περιπτώσεις στις οποίες χωρεί παράλειψη της προσωπικής συνεντεύξεως στο πλαίσιο της ενιαίας, πλέον, διαδικασίας που αφορά τις αιτήσεις παροχής διεθνούς προστασίας ( 50 ) και, αφετέρου, με τον κανονισμό 604/2013 (Δουβλίνο III) ( 51 ), εισήγαγε υποχρέωση των κρατών μελών να διεξάγουν προσωπική συνέντευξη, στο πλαίσιο της διαδικασίας προσδιορισμού του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας. |
|
67. |
Όσον αφορά, τέλος, το ζήτημα της υπάρξεως δικαιώματος κλήσεως και εξετάσεως μαρτύρων στο πλαίσιο της διαδικασίας, επισημαίνω ότι δεν προκύπτει από τη διαμόρφωση του δικαιώματος ακροάσεως, όπως συνάγεται από τη νομολογία που παρατίθεται στα σημεία 29 επ. των ανά χείρας προτάσεων, ότι αυτό περιλαμβάνει κατ’ ανάγκη ένα τέτοιο δικαίωμα. Τούτο όμως δεν στερεί τη δυνατότητα των κρατών μελών, στο πλαίσιο της εξουσίας τους να θεσπίζουν ή να διατηρούν ευνοϊκότερες διατάξεις ( 52 ), να προβλέπουν δικαίωμα κλήσεως και εξετάσεως μαρτύρων ως μέρος της διαδικασίας. |
V – Πρόταση
|
68. |
Κατά συνέπεια, για τους προαναφερθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο προδικαστικό ερώτημα του Supreme Court την ακόλουθη απάντηση: Σε περίπτωση κατά την οποία αίτηση υπαγωγής στο καθεστώς επικουρικής προστασίας, κατά την οδηγία 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους, υποβάλλεται σε κράτος μέλος το οποίο διεξάγει δύο αυτοτελείς και διαδοχικές διαδικασίες για την εξέταση, αντιστοίχως, της αιτήσεως χορηγήσεως ασύλου και της αιτήσεως επικουρικής προστασίας, το δικαίωμα ακροάσεως σε οποιαδήποτε διαδικασία, το οποίο υφίσταται στο δίκαιο της Ένωσης, έχει την έννοια ότι το ως άνω δικαίωμα επιτάσσει, κατ’ αρχήν, την αυτοπρόσωπη ακρόαση του αιτούντος, η οποία μπορεί να παραλείπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Στο πλαίσιο αυτό, το δικαίωμα ακροάσεως σε οποιαδήποτε διαδικασία δεν περιλαμβάνει, πάντως, δικαίωμα του αιτούντος να καλεί και να εξετάζει μάρτυρες. |
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 2 ) Το Δικαστήριο είχε πρόσφατα την ευκαιρία να εξετάσει διάφορα ζητήματα που αφορούν το δικαίωμα ακροάσεως στο πλαίσιο δίκης. Πέραν της αποφάσεως της 22ας Νοεμβρίου 2012, M. (C‑277/11, EU:C:2012:744), προέκταση της οποίας αποτελεί η υπό κρίση προδικαστική παραπομπή, βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2013, G. και R. (C‑383/13 PPU, EU:C:2013:533), της 3ης Ιουλίου 2014, Kamino International Logistics (C‑129/13 και C‑130/13, EU:C:2014:2041), της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2336), και της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431). Τέλος, όσον αφορά το δικαίωμα ακροάσεως, βλ. επίσης απόφαση της 17ης Μαρτίου 2016, Bensada Benallal (C‑161/15, EU:C:2016:175).
( 3 ) Οδηγία 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους (ΕΕ 2004, L 304, σ. 12). Η οδηγία 2004/83 καταργήθηκε από την οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ 2011, L 337, σ. 9).
( 4 ) Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με την εν λόγω διαδικασία σε τρεις περιπτώσεις και συγκεκριμένα στις αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2012, Μ. (C‑277/11, EU:C:2012:744), της 31ης Ιανουαρίου 2013, HID και BA (C‑175/11, EU:C:2013:45) και της 8ης Μαΐου 2014, N. (C‑604/12, EU:C:2014:302). Η διαδικασία αυτή αποτελεί το αντικείμενο και της εκκρεμούς υποθέσεως C-429/15, Danqua.
( 5 ) Βλ. κατωτέρω, σημείο 9.
( 6 ) Δεν φαίνεται να υπάρχει ομοφωνία στην ιταλική μετάφραση του γαλλικού όρου «droit d’être entendu» («right to be heard», στην αγγλική, «Recht auf Anhörung», στη γερμανική, «derecho a ser oído», στην ισπανική). Στην ιταλική έκδοση της νομολογίας του Δικαστηρίου, χρησιμοποιείται ενίοτε ο όρος «diritto al contraddittorio» [βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2012, M. (C‑277/11, EU:C:2012:744, σκέψεις 82, 85 και 87)], άλλοτε χρησιμοποιείται ο όρος «diritto di essere sentiti» [βλ., επί παραδείγματι, αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2013, G. και R. (C‑383/13 PPU, EU:C:2013:533, σκέψεις 27, 28 και 32), ή της 17ης Μαρτίου 2016, Bensada Benallal (C‑161/15, EU:C:2016:175, σκέψεις 21 και 35)] και άλλοτε ακόμα και ο όρος «diritto di essere ascoltato» [βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2014, BoudjlidaC‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψεις 1, 28 και 30)]· αυτός ο τελευταίος όρος ανάγεται σε εκείνον που χρησιμοποιείται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και αντιστοιχεί κατά κυριολεξία στους ως άνω όρους της γαλλικής, αγγλικής, γερμανικής και ισπανικής έκδοσης. Το εν λόγω δικαίωμα, το οποίο ανατρέχει στα λατινικά «audi alteram partem» ή «audiatur et altera pars», συνιστά δικονομικό δικαίωμα, έκφραση του γενικότερου δικαιώματος άμυνας, το οποίο, στο δίκαιο της Ένωσης, έχει το περιεχόμενο που ορίζεται στο σημείο 29 των προτάσεων αυτών. Από γλωσσικής απόψεως, ο όρος «diritto al contraddittorio» χρησιμοποιείται συχνότερα στην ιταλική νομική γλώσσα, ιδίως σε σχέση με ένδικες διαδικασίες. Αυτή η διατύπωση τονίζει το στοιχείο της αντιμωλίας (contraddittorietà), με την έννοια ότι είναι αναγκαίο, προκειμένου αυτό το δικαίωμα να γίνεται σεβαστό, ο ενδιαφερόμενος να έχει τη δυνατότητα να απαντά σε επιχειρήματα που στρέφονται εναντίον του κατά τη διάρκεια της δίκης. Αντιθέτως, οι όροι «diritto di essere sentito» και «diritto di essere ascoltato» δίνουν περισσότερο έμφαση στην ανάγκη να μπορεί ο διάδικος να εκφράζει την άποψή του κατά τη διάρκεια της δίκης. Η χρήση των μετοχών «sentiti» και «ascoltati» φαίνεται, επίσης, κατά κάποιο τρόπο να υπονοεί ένα στοιχείο προφορικότητας. Εν προκειμένω, υπό το πρίσμα της διαπιστώσεως ότι αυτός είναι ο όρος που χρησιμοποιείται στο πρωτογενές δίκαιο και ότι αντιστοιχεί περισσότερο, από γραμματική άποψη, στις άλλες γλωσσικές αποδόσεις, στις παρούσες προτάσεις θα χρησιμοποιώ για το εν λόγω δικαίωμα τον όρο «diritto di essere ascoltato».
( 7 ) Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα (ΕΕ 2005, L 326, σ. 13). Η ως άνω οδηγία καταργήθηκε από την οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ΕΕ 2013, L 180, σ. 60). Με τη δεύτερη αυτή οδηγία θεσπίστηκαν κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (καθεστώς πρόσφυγα και προστασία που παρέχεται σε πρόσωπα που δεν είναι πρόσφυγες, αλλά που θα περιέλθουν σε σοβαρό κίνδυνο, εάν επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους). Όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 58 της οδηγίας αυτής, η Ιρλανδία, σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2 και 4α, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, που προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, δεν δεσμεύεται από την εν λόγω οδηγία.
( 8 ) Ειδικότερα, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, η προσωπική συνέντευξη μπορεί να παραλειφθεί όταν η αποφαινόμενη αρχή δύναται να λάβει θετική απόφαση βάσει των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων (στοιχείο αʹ), ή η αρμόδια αρχή είχε ήδη συνάντηση με τον αιτούντα για να τον βοηθήσει στη συμπλήρωση της αίτησής του και στην υποβολή των ουσιωδών πληροφοριών σχετικά με την αίτηση (στοιχείο βʹ), ή η αποφαινόμενη αρχή, έπειτα από πλήρη εξέταση των πληροφοριών που παρέσχε ο αιτών, θεωρεί την αίτηση ως αβάσιμη όταν ισχύουν οι περιστάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 23, παράγραφος 4, στοιχεία αʹ, γʹ, ζʹ, ηʹ και ιʹ (στοιχείο γʹ). Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, η προσωπική συνέντευξη μπορεί επίσης να παραλειφθεί όταν δεν είναι πρακτικά εφικτή, ειδικότερα όταν η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι ο αιτών είναι ανίκανος ή δεν μπορεί να συμμετάσχει σε συνέντευξη, για λόγους που οφείλονται σε μόνιμες καταστάσεις ανεξάρτητες από τη θέλησή του.
( 9 ) Η πρώτη μεταρρύθμιση, που θεσπίστηκε το 2013, διατήρησε το «διφυές» σύστημα, αλλά προέβλεπε τη διενέργεια προσωπικής συνεντεύξεως του αιτούντος, και στο πλαίσιο της διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεως επικουρικής προστασίας (βλ. European Union (Subsidiary Protection) Regulations 2013, Statutory Instrument 426 του 2013). Όπως προκύπτει από τις δηλώσεις της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η δεύτερη μεταρρύθμιση, που θεσπίστηκε το 2015, κατήργησε το «διφυές» σύστημα και εισήγαγε ένα ενιαίο σύστημα για την εξέταση των δύο αιτήσεων.
( 10 ) Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι, σε ένα διφυές σύστημα όπως της Ιρλανδίας, η προαναφερθείσα υποχρέωση συνεργασίας δεν πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι η αρμόδια εθνική αρχή οφείλει, πριν εκδώσει την απόφασή της, να ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο για την επικείμενη αρνητική έκβαση της αιτήσεώς του και να του κοινοποιεί τα επιχειρήματα στα οποία προτίθεται να στηρίξει την απόρριψή της, ώστε να παρασχεθεί στον αιτούντα η δυνατότητα να διατυπώσει συναφώς τις απόψεις του. Βλ. σκέψεις 74 και 95, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως της 22ας Νοεμβρίου 2012, M. (C‑277/11, EU:C:2012:744).
( 11 ) Απόφαση του High Court της 23ης Ιανουαρίου 2013, M.M v Minister for Justice & Anor, 2011 8 JR, [2013] IEHC 9.
( 12 ) Όπ.π., σκέψη 46. Ειδικότερα, με τη σκέψη 47 της εν λόγω αποφάσεως, το High Court έκρινε ότι, προκειμένου το δικαίωμα ακροάσεως να μπορεί να θεωρηθεί αποτελεσματικό, με τον τρόπο που το εννοεί το Δικαστήριο στην απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2012, Μ. (C‑277/11, EU:C:2012:744), είναι απαραίτητο στην εν λόγω διαδικασία: i) ο αιτών να καλείται να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί οποιασδήποτε αρνητικής διαπιστώσεως που αφορά την αξιοπιστία του και διατυπώνεται στην απόφαση σχετικά με την αίτηση ασύλου του, ii) να δίνεται εξ υπαρχής η δυνατότητα στον αιτούντα να επανεξετάσει όλα τα ζητήματα που είναι κρίσιμα για την έκβαση της αιτήσεως παροχής επικουρικής προστασίας και iii) να γίνεται εξ υπαρχής νέα εκτίμηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτούντος, δεδομένου ότι μόνο το γεγονός ότι το Refugee Appeals Tribunal έχει αποφανθεί αρνητικά δεν αρκεί αφεαυτού και δεν έχει άμεσα βαρύνουσα σημασία για την εν λόγω νέα εκτίμηση της αξιοπιστίας.
( 13 ) Βλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2012, M. (C‑277/11, EU:C:2012:744, σκέψη 73).
( 14 ) Αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2008, Sopropé (C‑349/07, EU:C:2008:746, σκέψη 36), της 22ας Νοεμβρίου 2012, M. (C‑277/11, EU:C:2012:744, σκέψεις 81 και 82 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 15 ) Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 16 ) Βλ. σημείο 28 των προτάσεών μου στην υπόθεση Bensada Benallal (C‑161/15, EU:C:2016:3).
( 17 ) Ήτοι, οσάκις τα εθνικά μέτρα που θεσπίζουν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Βλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Åkerberg Fransson (C‑617/10, EU:C:2013:105, σκέψεις 18 έως 21).
( 18 ) Βλ. σημείο 32 των προτάσεών μου στην υπόθεση Bensada Benallal (C‑161/15, EU:C:2016:3).
( 19 ) Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2012, M. (C‑277/11, EU:C:2012:744, σκέψη 84). Βλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2014, Ν. (C‑604/12, EU:C:2014:302, σκέψεις 49 και 50). Βλ., ομοίως, αν και εμμέσως, απόφαση της 3ης Ιουλίου 2014, Kamino International Logistics και Datema Hellmann Worldwide Logistics (C‑129/13 e C‑130/13, EU:C:2014:2041, σκέψη 29), στην οποία το Δικαστήριο περιορίστηκε στο να αποκλείσει την ratione temporis εφαρμογή του άρθρου 41, παράγραφος 2, του Χάρτη, στα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης. Η θέση αυτή υποστηρίχθηκε επανειλημμένα από τους γενικούς εισαγγελείς. Εκτός από τις προπαρατεθείσες προτάσεις μου στην υπόθεση Bensada Benallal (C‑161/15, EU:C:2016:3) και τις προτάσεις στην υπόθεση CO Sociedad de Gestion y Participación κ.λπ. (C‑18/14, EU:C:2015:95, υποσημείωση 48), αξίζει να υπομνησθεί η γνώμη του γενικού εισαγγελέα Μ. Wathelet στην υπόθεση G. και R. (C‑383/13 PPU, EU:C:2013:553, σημεία 49 και 53), καθώς και οι προτάσεις του στις υποθέσεις Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2031, σημείο 56) και Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2032, σημεία 46 έως 48).
( 20 ) Αυτή η νομολογιακή τάση συνάγεται από διάφορες πρόσφατες αποφάσεις. Βλ. αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Cicala (C-482/10, EU:C:2011:868, σκέψη 28), της 17ης Ιουλίου 2014, YS κ.λπ. (C‑141/12 e C-372/12, EU:C:2014:2081, σκέψη 67), της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega (C-166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 44) και της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C-249/13, EU:C:2014:2431, σκέψεις 32 και 33).
( 21 ) Αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2012, M. (C‑277/11, EU:C:2012:744, σκέψη 87 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 36).
( 22 ) Αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2012, M. (C‑277/11, EU:C:2012:744, σκέψη 88), και της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega (C-166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 48).
( 23 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Υ. Bot, στην υπόθεση M. (C‑277/11, EU:C:2012:253, σημεία 35 και 36), καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Wathelet, στην υπόθεση Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2032, σημείο 58). Συναφώς, βλ. και σκέψη 59 της αποφάσεως της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431).
( 24 ) Βλ. αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2008, Sopropé (C‑349/07, EU:C:2008:746, σκέψη 49), της 3ης Ιουλίου 2014, Kamino International Logistics (C‑129/13 και C‑130/13, EU:C:2014:2041, σκέψη 38) και της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 37).
( 25 ) Αποφάσεις της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψεις 49 και 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψεις 39 και 40).
( 26 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 41). Επίσης, βλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2016, Bensada Benallal (C‑161/15, EU:C:2016:175, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 27 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 42).
( 28 ) Βλ. αποφάσεις της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 53) και της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 29 ) Βλ. αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi (C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψη 102 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και της 10ης Σεπτεμβρίου 2013, G. και R. (C‑383/13 PPU, EU:C:2013:533 σκέψη 34) και της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 54).
( 30 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 45).
( 31 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2013, G. και R. (C‑383/13 PPU, EU:C:2013:533 σκέψη 37) και της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega (C-166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 55).
( 32 ) Βλ. αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2012, M. (C‑277/11, EU:C:2012:744, σκέψεις 72 και 73), και της 2ας Δεκεμβρίου 2014, A κ.λπ. (C‑148/13 – C‑150/13, EU:C:2014:2406, σκέψη 47).
( 33 ) Βλ. αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2012, M. (C‑277/11, EU:C:2012:744, σκέψη 79), και της 8ης Μαΐου 2014, N. (C‑604/12, EU:C:2014:302, σκέψεις 38 έως 40).
( 34 ) Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τη νέα οδηγία 2013/32, η οποία δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση (βλ. υποσημείωση 7 ανωτέρω), η καθιέρωση ενιαίας διαδικασίας δεν συνιστά πλέον διακριτική ευχέρεια, όπως ήταν όταν ίσχυε η οδηγία 2005/85, αλλά πλέον είναι υποχρέωση. Συναφώς, βλ. αιτιολογική σκέψη 11 και άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Υ. Bot στην υπόθεση N. (C‑604/12, EU:C:2013:714, σημεία 55 και 56).
( 35 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 8ης Μαΐου 2014, Ν. (C‑604/12, EU:C:2014:302, σκέψη 41). Όσον αφορά τα όρια της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, η οποία απορρέει από την αρχή της ισοδυναμίας, ο Μ υποστήριξε ότι η αρχή αυτή επιβάλλει στο κράτος μέλος τη θέσπιση ανάλογου διαδικαστικού καθεστώτος για τη διεκπεραίωση των αιτήσεων χορηγήσεως ασύλου και των αιτήσεων παροχής επικουρικής προστασίας (βλ., συναφώς, υπόθεση C‑429/15, Danqua, η οποία εκκρεμεί ακόμη ενώπιον του Δικαστηρίου). Ενδεχομένως θα μπορούσε να γίνει επίκληση της αρχής της ισοδυναμίας προκειμένου να υποστηριχθεί ότι αυτή απαγορεύει σε κράτος μέλος να θεσπίζει λιγότερο ευνοϊκούς διαδικαστικούς κανόνες για τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας με βάση το δίκαιο της Ένωσης, σε σύγκριση με τους κανόνες που βασίζονται στο εθνικό δίκαιο [βλ., συναφώς, απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C‑249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 41)]. Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τόσο η προστασία που απορρέει από το καθεστώς του πρόσφυγα όσο και εκείνη που απορρέει από το καθεστώς επικουρικής προστασίας προέρχονται από την εφαρμογή της οδηγίας 2004/83 [η οποία, με τη σειρά της, ως προς τα ως άνω καθεστώτα προστασίας, βασίζεται πρώτον στη Σύμβαση της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων και, δεύτερον, σε άλλες διεθνείς πράξεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα· βλ., συναφώς, τις προτάσεις μου στην υπόθεση Diakite (C‑285/12, EU:C:2014:39, σημείο 63)]. Εν προκειμένω, από τη νομολογία προκύπτει ότι η αρχή της ισοδυναμίας δεν έχει εφαρμογή σε περιπτώσεις που αφορούν δύο είδη μέσου έννομης προστασίες τα οποία στηρίζονται αμφότερα στο δίκαιο της Ένωσης (βλ., συναφώς, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Târșia (C‑69/14, EU:C:2015:662, σκέψη 34), και απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2015, ÖBB Personenverkehr (C‑417/13, EU:C:2015:38, σκέψη 74)]. Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη μου, η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά μάλλον το ζήτημα του σεβασμού της αρχής της ισοδυναμίας, παρά της αρχής της αποτελεσματικότητας.
( 36 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 8ης Μαΐου 2014, N. (C‑604/12, EU:C:2014:302, σκέψη 42).
( 37 ) Βλ. παράγραφο 14 των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 1999, καθώς και αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας 2004/83. Σε αυτό το πλαίσιο, βλ. επίσης σημεία 58 επ. των προτάσεών μου στην υπόθεση Diakite (C‑285/12, EU:C:2013:500).
( 38 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 24 της οδηγίας 2004/83 και απόφαση της 8ης Μαΐου 2014, Ν. (C‑604/12, EU:C:2014:302, σκέψεις 30 έως 32). Όσον αφορά την οδηγία 2011/95, βλ. αιτιολογικές σκέψεις 6 και 33 της ίδιας οδηγίας, καθώς και απόφαση της 1ης Μαρτίου 2016, Kreis Warendorf και Osso (C‑443/14 και C‑444/14, EU:C:2016:127, σκέψη 31).
( 39 ) Βλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2012, M. (C‑277/11, EU:C:2012:744, σκέψη 92). Ως προς αυτό το τελευταίο ζήτημα, πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 8, 9 και 39, της νέας οδηγίας 2011/95, ο νομοθέτης της Ένωσης, τροποποιώντας την αρχικώς υιοθετηθείσα στην οδηγία 2004/83 προσέγγιση, θέλησε, απαντώντας στην πρόσκληση του προγράμματος της Στοκχόλμης, να δημιουργήσει ενιαίο καθεστώς υπέρ του συνόλου των δικαιούχων διεθνούς προστασίας και, κατά συνέπεια, επέλεξε να παράσχει στους δικαιούχους του καθεστώτος επικουρικής προστασίας τα ίδια δικαιώματα και ευεργετήματα με αυτά που απολαμβάνουν οι πρόσφυγες, εκτός των εξαιρέσεων που είναι αναγκαίες και αντικειμενικά δικαιολογημένες (βλ. απόφαση της 1ης Μαρτίου 2016, Kreis Warendorf και Osso (C‑443/14 και C‑444/14, EU:C:2016:127, σκέψη 32).
( 40 ) Βλ. άρθρο 2, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2004/83 και αποφάσεις της 17ης Φεβρουαρίου 2009, Elgafaji (C‑465/07, EU:C:2009:94, σκέψη 31), της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité (C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 18), και της 18ης Δεκεμβρίου 2014, M’Bodj (C‑542/13, EU:C:2014:2452, σκέψη 30).
( 41 ) Βλ. απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2009, Elgafaji (C‑465/07, EU:C:2009:94, σκέψεις 32, 33 και 39). Επίσης, βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité (C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 31).
( 42 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση M. (C‑277/11, EU:C:2012:253, σημείο 43) και στην υπόθεση N. (C‑604/12, EU:C:2013:714, σημείο 49).
( 43 ) Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2012, M. (C‑277/11, EU:C:2012:744, σκέψεις 91 και 92).
( 44 ) Συναφώς, μολονότι, όπως επισημαίνεται στα σημεία 37 και 38 των ανά χείρας προτάσεων, οι διαδικαστικοί κανόνες της Ένωσης που ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως σχετικά με το άσυλο (ήτοι η οδηγία 2005/85) δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση ούτε κατ’ αναλογία, στο σημείο 48 επισημαίνεται ότι το καθεστώς που διέπει τη διεκπεραίωση των αιτήσεων χορηγήσεως ασύλου μοιράζεται με το καθεστώς επικουρικής προστασίας την αναγκαιότητα να διασφαλισθεί ειδικώς η αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος ακροάσεως κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
( 45 ) Βλ., συναφώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση M. (C‑277/11, EU:C:2012:253, σημείο 83) Σχετικά με τη λειτουργία της προσωπικής συνεντεύξεως, βλ. επίσης σημείο 68 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις A κ.λπ. (C‑148/13 έως C‑150/13, EU:C:2014:2111).
( 46 ) Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2012, M. (C‑277/11, EU:C:2012:744, σκέψη 91). Η υπογράμμιση είναι δική μου.
( 47 ) Αυτό είναι το θεμελιώδες στοιχείο που διακρίνει την παρούσα υπόθεση από εκείνη επί της οποίας απεφάνθη το Δικαστήριο με την απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega (C‑166/13, EU:C:2014:2336), στην οποία το Δικαστήριο αρνήθηκε ότι το δικαίωμα ακροάσεως επέβαλε τη διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας για την έκδοση αποφάσεως επιστροφής, στο πλαίσιο της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ 2008, L 348, σ. 98). Το Δικαστήριο έκρινε, πράγματι, ότι η απόφαση επιστροφής συνιστούσε λογική και αναγκαία προέκταση της αποφάσεως που διαπίστωσε τον παράνομο χαρακτήρα της παραμονής, πριν την έκδοση της οποίας είχε προηγηθεί ακρόαση της ενδιαφερομένης, και ότι, με άλλα λόγια, η εν λόγω απόφαση έπρεπε να ακολουθήσει αυτόματα την απόρριψη της αιτήσεως για τη χορήγηση άδειας διαμονής, χωρίς να χρειάζεται η παράθεση αυτοτελών λόγων (βλ. σκέψη 72 της αποφάσεως).
( 48 ) Σχετικά με την εκτίμηση της αξιοπιστίας στο πλαίσιο της διεθνούς προστασίας, βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Ε. Sharpston στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις A κ.λπ. (C‑148/13 έως C‑150/13, EU:C:2014:2111, σημεία 50 επ.).
( 49 ) Βλ. ανωτέρω, σημεία 40 έως 48.
( 50 ) Σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας 2013/32, η προσωπική συνέντευξη επί της ουσίας της αιτήσεως πλέον μπορεί να παραλειφθεί μόνο σε δύο περιπτώσεις: όταν η αποφαινόμενη αρχή δύναται να λάβει θετική απόφαση όσον αφορά το καθεστώς του πρόσφυγα βάσει των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων ή όταν η αποφαινόμενη αρχή θεωρεί ότι ο αιτών είναι ανίκανος ή δεν μπορεί να συμμετάσχει σε συνέντευξη, για λόγους που οφείλονται σε μόνιμες καταστάσεις ανεξάρτητες από τη θέλησή του.
( 51 ) Κανονισμός (ΕΕ) 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (ΕΕ 2013, L 180, σ. 31)
( 52 ) Βλ. άρθρο 3 της οδηγίας 2004/83 —και, συναφώς, βλ. αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 2010, B (C‑57/09 και C‑101/09, EU:C:2010:661, σκέψη 114) και της 18ης Δεκεμβρίου 2014, M’Bodj (C‑542/13, EU:C:2014:2452, σκέψη 42)— καθώς και άρθρο 5 της οδηγίας 2005/85. Σχετικά με τη μη εξέταση μαρτύρων στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας, σε εντελώς διαφορετικό όμως τομέα του δικαίου της Ένωσης, βλ. σκέψη 200 της αποφάσεως της 7ης Ιανουαρίου 2004, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6).