ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ELEANOR SHARPSTON

της 3ης Σεπτεμβρίου 2015 ( 1 )

Υπόθεση C‑235/14

Safe Interenvios, SA

κατά

Liberbank, SA

Banco de Sabadell, SA

Banco Bilbao Vizcaya Argentaria, SA

[αίτηση του Audiencia Provincial de Barcelona (Ισπανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Πρόληψη της χρησιμοποιήσεως του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας — Οδηγία 2005/60/ΕΚ — Μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη — Οδηγία 95/46/ΕΚ — Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα — Οδηγία 2007/64/ΕΚ — Υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά»

1. 

Η υπό κρίση υπόθεση αφορά τρία πιστωτικά ιδρύματα [Banco Bilbao Vizcaya Argentaria, S.A. (στο εξής: BBVA), Banco de Sabadell, S.A. (στο εξής: Sabadell) και Liberbank, S.A. (στο εξής: Liberbank)· στο εξής, από κοινού: τράπεζες] και ένα ίδρυμα πληρωμής (Safe Interenvios, S.A.· στο εξής: Safe) ( 2 ). Οι τράπεζες προέβησαν σε κλείσιμο των λογαριασμών που διατηρούσε σε αυτές η Safe καθώς υπήρχαν υπόνοιες για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η Safe ισχυρίζεται ότι το κλείσιμο των λογαριασμών της συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού.

2. 

Τα ζητήματα που ανέκυψαν εν προκειμένω περιστρέφονται γύρω από το γενικότερο ερώτημα εάν το δίκαιο της Ένωσης, και συγκεκριμένα η οδηγία 2005/60/ΕΚ (στο έξης: οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες) ( 3 ), απαγορεύει σε κράτος μέλος να αναγνωρίζει σε πιστωτικό ίδρυμα τη δυνατότητα να λαμβάνει μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς ίδρυμα πληρωμής. Η ανωτέρω οδηγία θεσπίζει τρία είδη μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη (συνήθη, απλουστευμένα και αυξημένα) ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Σύμφωνα με το άρθρο 8, τα συνήθη μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, την εξακρίβωση [της ταυτότητας] του πελάτη και τη συλλογή πληροφοριών για τον σκοπό και τον σχεδιαζόμενο χαρακτήρα της επιχειρηματικής σχέσεως. Εν συνεχεία, το άρθρο 11, παράγραφος 1, προβλέπει ότι απλουστευμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη λαμβάνονται οσάκις οι πελάτες ιδρύματος, οργανισμού ή προσώπου το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας (στο εξής: εμπίπτουσα οντότητα) είναι οι ίδιοι πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοοικονομικοί οργανισμοί (συμπεριλαμβανομένων των ιδρυμάτων πληρωμής) που εμπίπτουν και αυτοί, με τη σειρά τους, στο πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης οδηγίας. Το άρθρο 13 επιβάλλει, τέλος, την εφαρμογή αυξημένων μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σε περιπτώσεις όπου ο κίνδυνος νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας είναι υψηλότερος. Εξάλλου, βάσει του άρθρου 5 τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν διατάξεις αυστηρότερες από εκείνες της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

3. 

Σε περίπτωση κατά την οποία γίνει δεκτό ότι πιστωτικό ίδρυμα μπορεί πράγματι να λαμβάνει (αυξημένα) μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς ίδρυμα πληρωμής εμπίπτον καθαυτό στην οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ζητείται από το Δικαστήριο να αποσαφηνίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα κράτη μέλη επιτρέπεται να προβλέψουν τέτοια δυνατότητα. Πρέπει να προηγείται της εφαρμογής των μέτρων ανάλυση κινδύνου, και κατά πόσον μπορούν τα κράτη μέλη να επιβάλλουν σε ίδρυμα πληρωμής την υποχρέωση να διαβιβάζει σε πιστωτικό ίδρυμα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των πελατών του αλλά και των ληπτών των εμβασμάτων εξωτερικού; Ενόψει των ζητημάτων αυτών, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει επίσης τις οδηγίες 95/46/ΕΚ (στο εξής: οδηγία για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα) ( 4 ), 2005/29/ΕΚ (στο εξής: οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές) ( 5 ) και 2007/64/ΕΚ (στο εξής: οδηγία για τις υπηρεσίες πληρωμών) ( 6 ).

Η νομοθεσία της Ένωσης

Η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης

4.

Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, «[κ]άθε πρόσωπο έχει δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν».

Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

5.

Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) ορίζει ότι «[κ]άθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν». Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, «[η] επεξεργασία των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από τον νόμο».

6.

Κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, «[κ]άθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων».

Η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες

7.

Στην αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες επεξηγείται ο λόγος για τον οποίο τα μέτρα που θεσπίζονται στον τομέα της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας θα πρέπει να μην αντιβαίνουν προς τις άλλες δράσεις που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο άλλων διεθνών φόρουμ και θα πρέπει να λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τις συστάσεις της ομάδας χρηματοοικονομικής δράσεως (Financial Action Task Force, στο εξής: FATF) ( 7 ), η οποία αποτελεί τον κυριότερο διεθνή φορέα που δραστηριοποιείται για την καταπολέμηση της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας. Επιπλέον, σημειώνεται ότι η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με τις συστάσεις της FATF όπως αναθεωρήθηκαν ουσιαστικά και επεκτάθηκαν το 2003 (στο εξής: συστάσεις της FATF του 2003) ( 8 ).

8.

Στην αιτιολογική σκέψη 10 επισημαίνεται ότι οι εμπίπτουσες οντότητες πρέπει να εξακριβώνουν και να ελέγχουν την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου. Κατά την εξακρίβωση και τον έλεγχο αυτό, θα πρέπει να επαφίεται σε αυτές εάν θα κάνουν χρήση των δημόσιων αρχείων των πραγματικών δικαιούχων, εάν θα ζητήσουν από τους πελάτες τους τα σχετικά δεδομένα ή εάν θα λάβουν την πληροφορία με άλλον τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η έκταση των μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη συσχετίζεται με τον κίνδυνο νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας, γεγονός που εξαρτάται από τον τύπο του πελάτη, την επιχειρηματική σχέση, το προϊόν ή τη συναλλαγή.

9.

Κατά την αιτιολογική σκέψη 22, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο κίνδυνος της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας δεν είναι ο ίδιος σε όλες τις περιπτώσεις. Σύμφωνα με την προσέγγιση που βασίζεται στην εκτίμηση του κινδύνου, θα πρέπει να ισχύει η αρχή ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να επιτρέπεται η απλουστευμένη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη.

10.

Παράλληλα όμως, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 24, ο νομοθέτης της Ένωσης θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι ορισμένες καταστάσεις ενέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο. Έτσι, ενώ πρέπει γενικώς να διαπιστώνονται η ταυτότητα και η επιχειρηματική εικόνα όλων των πελατών, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες απαιτούνται ιδιαίτερα αυστηρές διαδικασίες εξακριβώσεως και ελέγχου της ταυτότητας του πελάτη.

11.

Η αιτιολογική σκέψη 33 αναφέρει ότι η γνωστοποίηση πληροφοριών κατά την έννοια του άρθρου 28 ( 9 ) θα πρέπει να συνάδει προς τους κανόνες διαβιβάσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτες χώρες τους οποίους θεσπίζει η οδηγία για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και ότι, επιπλέον, το άρθρο 28 δεν επιτρέπεται να θίγει την εθνική νομοθεσία περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και περί του επαγγελματικού απορρήτου.

12.

Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 37, αναμένεται από τα κράτη μέλη να προσαρμόσουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής στις ιδιαιτερότητες των διαφόρων επαγγελμάτων και στις διαφορές κλίμακας και μεγέθους των εμπιπτουσών οντοτήτων.

13.

Η αιτιολογική σκέψη 48 διαλαμβάνει ότι η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, ακολουθεί τις βασικές αρχές που αναγνωρίζει, ειδικότερα, ο Χάρτης και δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται ή να εφαρμόζεται κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

14.

Το άρθρο 1, παράγραφος 1, έχει ως εξής: «[τ]α κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας απαγορεύονται». Το άρθρο 1, παράγραφος 2, τυποποιεί τέσσερα είδη συμπεριφοράς, καθένα από τα οποία, όταν χαρακτηρίζεται από πρόθεση, στοιχειοθετεί νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες:

«α)

η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας, εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε εγκληματική δραστηριότητα, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της, ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε ενέχεται στη δραστηριότητα αυτή, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες της δραστηριότητάς του·

β)

η απόκρυψη ή η συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, προέλευση, διάθεση ή διακίνηση περιουσίας ή τον τόπο στον οποίο αυτή ευρίσκεται, ή την κυριότητα επί περιουσίας ή εκ σχετικών με αυτή δικαιωμάτων, εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε εγκληματική δραστηριότητα·

γ)

η απόκτηση, η κατοχή ή η χρήση περιουσίας εν γνώσει, κατά τον χρόνο της κτήσης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε εγκληματική δραστηριότητα·

δ)

η συμμετοχή σε μια από τις πράξεις που αναφέρουν τα προηγούμενα τρία στοιχεία, η σύσταση οργανώσεως για τη διάπραξή της, η απόπειρα διάπραξης, η υποβοήθηση, η υποκίνηση, η διευκόλυνση ή η παροχή συμβουλών σε τρίτο για τη διάπραξή της.»

15.

Το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει ότι η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες εφαρμόζεται 1) στα πιστωτικά ιδρύματα, 2) στους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και 3) σε διάφορα νομικά ή φυσικά πρόσωπα κατά την άσκηση των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων. Σε άλλο σημείο, η οδηγία αναφέρεται στις κατηγορίες αυτές συνολικώς ως τα «ιδρύματα, οι οργανισμοί και τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής» της («εμπίπτουσες οντότητες» των παρουσών προτάσεων).

16.

Όσον αφορά τον ορισμό της έννοιας «πιστωτικό ίδρυμα», το σχετικό άρθρο 3, παράγραφος 1, παραπέμπει στον ορισμό του άρθρου 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/12/ΕΚ ( 10 ), οπότε ο όρος αυτός δηλώνει μια «επιχείρηση της οποίας η δραστηριότητα συνίσταται στην αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό και στη χορήγηση πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό».

17.

Ο ορισμός της έννοιας «χρηματοπιστωτικός οργανισμός» καλύπτει «κάθε επιχείρηση εκτός από πιστωτικό ίδρυμα, η κύρια δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στη διενέργεια μιας ή περισσοτέρων από τις πράξεις που περιλαμβάνονται στα σημεία 2 έως 12 και 14 και 15 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2006/48/ΕΚ» ( 11 ) (άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ). Ο κατάλογος των δραστηριοτήτων αυτών περιλαμβάνει, δυνάμει του σημείου 4, «[υ]πηρεσίες πληρωμών, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της [οδηγίας για τις υπηρεσίες πληρωμών]» ( 12 ), και, βάσει του σημείου 5, «[έ]κδοση και διαχείριση άλλων μέσων πληρωμών […] στο βαθμό που η δραστηριότητα αυτή δεν καλύπτεται από το σημείο 4». Σύμφωνα με την οδηγία για τις υπηρεσίες πληρωμών, στις υπηρεσίες πληρωμών περιλαμβάνεται η εκτέλεση πράξεων πληρωμής, ενώ ως ιδρύματα πληρωμών νοούνται οι επιχειρήσεις οι οποίες παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών που κατά τα λοιπά πληρούν τις απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας ( 13 ).

18.

Το άρθρο 5 προβλέπει ότι «[τ]α κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ αυστηρότερες διατάξεις για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στον τομέα που διέπει [η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες]».

19.

Το κεφάλαιο II (Δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη) περιλαμβάνει, εκτός από τις γενικές διατάξεις περί συνήθους δέουσας επιμέλειας (άρθρα 6 έως 10), και ειδικές διατάξεις σχετικές με την απλουστευμένη δέουσα επιμέλεια (άρθρα 11 και 12) και την αυξημένη δέουσα επιμέλεια (άρθρο 13).

20.

Βάσει του άρθρου 7, οι εμπίπτουσες οντότητες εφαρμόζουν τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη: (α) όταν συνάπτουν επιχειρηματικές σχέσεις· (β) όταν διενεργούν περιστασιακές συναλλαγές που ανέρχονται σε ποσό ίσο ή μεγαλύτερο από 15000 ευρώ· (γ) όταν υπάρχει υπόνοια νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας ανεξάρτητα από κάθε παρέκκλιση, εξαίρεση ή κατώτατο όριο· και (δ) όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την ακρίβεια ή την καταλληλότητα των δεδομένων που συγκεντρώθηκαν προηγουμένως για την εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη.

21.

Τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη περιλαμβάνουν: «την εξακρίβωση και τον έλεγχο της ταυτότητας του πελάτη βάσει εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών από αξιόπιστη και ανεξάρτητη πηγή» (άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ)· «την εξακρίβωση, ενδεχομένως, της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου και τη λήψη ευλόγων μέτρων αναλόγως του βαθμού κινδύνου για τον έλεγχο της ταυτότητάς του […]» (άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ)· «τη συλλογή πληροφοριών για τον σκοπό και τον σχεδιαζόμενο χαρακτήρα της επιχειρηματικής σχέσης» (άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ)· και «την άσκηση συνεχούς εποπτείας όσον αφορά την επιχειρηματική σχέση, με ενδελεχή εξέταση των συναλλαγών που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια αυτής της σχέσης […]» (άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ).

22.

Το άρθρο 8, παράγραφος 2, ορίζει ότι οι εμπίπτουσες οντότητες μπορούν να καθορίζουν την έκταση των μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου, που θα εξαρτάται από το είδος του πελάτη, της επιχειρηματικής σχέσεως, του προϊόντος ή της συναλλαγής. Πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν στις αρμόδιες αρχές ότι η έκταση των μέτρων είναι ανάλογη με τους κινδύνους νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας.

23.

Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη οφείλουν, με την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων, να απαιτούν η εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου να πραγματοποιείται πριν τη σύναψη επιχειρηματικών σχέσεων ή τη διενέργεια της συναλλαγής.

24.

Στις περιπτώσεις όπου εμπίπτουσα οντότητα δεν μπορεί να συμμορφωθεί προς το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, τα κράτη μέλη οφείλουν, βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, να απαιτούν αυτή «να μην μπορεί να εκτελέσει συναλλαγή μέσω τραπεζικού λογαριασμού, να συνάψει την επιχειρηματική σχέση ή να εκτελέσει τη συναλλαγή, ή [να πρέπει] να περατώσει την επιχειρηματική σχέση και [να πρέπει] να εξετάσει τη δυνατότητα υποβολής έκθεσης στη μονάδα χρηματοοικονομικών πληροφοριών (ΜΧΠ) σε σχέση με τον πελάτη σύμφωνα με το άρθρο 22» [ ( 14 ) ]. Βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 6, τα κράτη μέλη πρέπει να απαιτούν από τις εμπίπτουσες οντότητες να εφαρμόζουν τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, όχι μόνο σε όλους τους νέους πελάτες, αλλά και στους υπάρχοντες πελάτες την κατάλληλη χρονική στιγμή, ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου.

25.

Το άρθρο 11, παράγραφος 1, ορίζει ότι: «[κ]ατά παρέκκλιση από το άρθρο 7, στοιχεία αʹ, βʹ και δʹ, το άρθρο 8 και το άρθρο 9 παράγραφος 1, [οι εμπίπτουσες οντότητες] δεν υπόκεινται στις απαιτήσεις που προβλέπουν τα εν λόγω άρθρα όταν ο πελάτης είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοοικονομικός οργανισμός που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας ή πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοοικονομικός οργανισμός που ευρίσκεται σε τρίτη χώρα η οποία επιβάλλει απαιτήσεις ισοδύναμες προς αυτές της παρούσας οδηγίας και τελεί υπό εποπτεία όσον αφορά τη συμμόρφωσή του προς τις απαιτήσεις αυτές». Το άρθρο 11, παράγραφος 2, αναφέρεται επιπλέον και σε περιστάσεις υπό τις οποίες, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7, στοιχεία αʹ, βʹ και δʹ, το άρθρο 8 και το άρθρο 9, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν στις εμπίπτουσες οντότητες να μην εφαρμόζουν συνήθη μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 3, οι εμπίπτουσες οντότητες πρέπει να συγκεντρώνουν, πάντως, επαρκείς πληροφορίες ώστε να κρίνουν εάν ο πελάτης μπορεί να εξαιρεθεί κατά την έννοια των παραγράφων αυτών 1 και 2 ( 15 ).

26.

Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη πρέπει να απαιτούν από τις εμπίπτουσες οντότητες να εφαρμόζουν, ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου, αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, επιπλέον των μέτρων που αναφέρονται στα άρθρα 7, 8 και 9, παράγραφος 6, σε περιπτώσεις οι οποίες, λόγω της φύσεώς τους, μπορούν να παρουσιάσουν υψηλότερο κίνδυνο νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας. Οφείλουν, δε, να ενεργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο τουλάχιστον στις περιπτώσεις του άρθρου 13, παράγραφοι 2 έως 4, και σε άλλες περιπτώσεις υψηλού κινδύνου οι οποίες πληρούν τα τεχνικά κριτήρια που καθορίζονται κατά το άρθρο 40 παράγραφος 1, στοιχείο γʹ ( 16 ). Οι περιπτώσεις του άρθρου 13, παράγραφοι 2 έως 4, είναι οι εξής: όταν ο πελάτης δεν είναι παρών για να εξακριβωθεί η ταυτότητά του· διασυνοριακές σχέσεις τραπεζικής ανταποκρίσεως με ιδρύματα-πελάτες από τρίτες χώρες· και συναλλαγές ή επιχειρηματικές σχέσεις με πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα που διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα. Για τις περιπτώσεις αυτού του είδους, απαριθμούνται συγκεκριμένα αυξημένα μέτρα (ή παραδείγματα κατάλληλων μέτρων) δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη.

27.

Σύμφωνα με το άρθρο 20, τα κράτη μέλη πρέπει να απαιτούν από τις εμπίπτουσες οντότητες να δίδουν ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε συναλλαγή που κρίνεται ότι, λόγω της φύσεώς της, είναι ιδιαίτερα πιθανό να συνδέεται με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

28.

Το άρθρο 22, το οποίο, όπως και το άρθρο 23, προβλέπει υποχρεώσεις ενημερώσεως, απαιτεί από κάθε εμπίπτουσα οντότητα (και, εφόσον απαιτείται, από τους διευθυντές και τους υπαλλήλους της) να συνεργάζεται πλήρως ενημερώνοντας, για παράδειγμα, αμελλητί τη ΜΧΠ με δική της πρωτοβουλία, όταν γνωρίζει, έχει υποψίες ή έχει εύλογους λόγους να υποπτεύεται ότι διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ).

29.

Βάσει του άρθρου 28 απαγορεύεται στις εμπίπτουσες οντότητες, στους διευθυντές και στους υπαλλήλους τους να γνωστοποιούν στον εμπλεκόμενο πελάτη ή σε τρίτους το γεγονός ότι διαβιβάσθηκαν πληροφορίες σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 23 ή ότι διεξάγεται ή μπορεί να διεξαχθεί έρευνα για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

30.

Σύμφωνα με το άρθρο 34, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη πρέπει να απαιτούν από τις εμπίπτουσες οντότητες να θεσπίσουν επαρκείς και κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, αναφοράς ύποπτων συναλλαγών, φύλαξης αρχείων, εσωτερικού ελέγχου, αξιολογήσεως κινδύνου, διαχειρίσεως κινδύνου, διαχειρίσεως της συμμορφώσεως και επικοινωνίας, ώστε να προλαμβάνουν και να εμποδίζουν τη διενέργεια συναλλαγών που συνδέονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

31.

Τα άρθρα 36 και 37 αφορούν την «Εποπτεία». Ειδικότερα, το άρθρο 37, παράγραφος 1, ορίζει ότι τα κράτη μέλη απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές τουλάχιστον να παρακολουθούν αποτελεσματικά και να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση όλων των εμπιπτουσών οντοτήτων προς τις απαιτήσεις της οδηγίας.

32.

Σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει μέτρα εφαρμογής, όπως είναι ο καθορισμός τεχνικών κριτηρίων προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσον οι περιπτώσεις παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας κατά το άρθρο 13.

Η οδηγία για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα

33.

Στην αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τονίζεται ότι «πρέπει να υπάρχει ίσος βαθμός προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών του ατόμου έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων αυτών σε όλα τα κράτη μέλη». Στην αιτιολογική σκέψη 9 αναγνωρίζεται ότι, μολονότι τα κράτη μέλη δεν θα μπορούν πλέον να εμποδίζουν την μεταξύ τους ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για λόγους προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των φυσικών προσώπων, εντούτοις θα διαθέτουν περιθώριο χειρισμού το οποίο (στο πλαίσιο εφαρμογής της οδηγίας για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα) θα μπορεί να χρησιμοποιείται επίσης από τους οικονομικούς και κοινωνικούς εταίρους.

34.

Το άρθρο 1, παράγραφος 1, έχει ως εξής: «[τ]α κράτη μέλη εξασφαλίζουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, την προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων, και ιδίως της ιδιωτικής ζωής, έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα». Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, «[τ]α κράτη μέλη δεν μπορούν να περιορίζουν ή να απαγορεύουν την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ των κρατών μελών για λόγους συναφείς με την προστασία που εξασφαλίζεται δυνάμει της παραγράφου 1».

35.

Το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, ορίζει ότι ως «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» νοείται «κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί» (στο εξής: το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα), και «ως πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί» το «πρόσωπο εκείνο που μπορεί να προσδιοριστεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από φυσική, βιολογική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική άποψη».

36.

Ως «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο βʹ, «κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιούνται με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων διαδικασιών και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώρηση, η οργάνωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η τροποποίηση, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η ανακοίνωση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η εναρμόνιση ή ο συνδυασμός, καθώς και το κλείδωμα, η διαγραφή ή η καταστροφή».

37.

Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, η οδηγία για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα έχει εφαρμογή «στην αυτοματοποιημένη, εν όλω ή εν μέρει, επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων που περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο».

38.

Το άρθρο 7 θεσπίζει τα κριτήρια βάσει των οποίων καθορίζεται πότε η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι νόμιμη. Κατά το άρθρο 7, στοιχεία γʹ και στʹ, αντιστοίχως, η επεξεργασία είναι νόμιμη όταν είναι απαραίτητη «για την τήρηση εκ του νόμου υποχρεώσεως του υπευθύνου της επεξεργασίας» και «για την επίτευξη του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος της επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα, υπό τον όρο ότι δεν προέχει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα που χρήζουν προστασίας δυνάμει του άρθρου 1 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας».

Η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές

39.

Η αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές αναφέρει ότι η οδηγία αυτή προστατεύει άμεσα τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών από τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές και έμμεσα τις επιχειρήσεις που λειτουργούν με θεμιτό τρόπο έναντι των ανταγωνιστών που δεν τηρούν τους κανόνες της οδηγίας. Η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές διασφαλίζει έτσι τον θεμιτό ανταγωνισμό στον τομέα τον οποίο συντονίζει.

40.

Ως «καταναλωτής», κατά την έννοια της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, νοείται «κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις εμπορικές πρακτικές που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα» (άρθρο 2, στοιχείο αʹ). Ως «εμπορευόμενος» ορίζεται «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις εμπορικές πρακτικές που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα και κάθε πρόσωπο το οποίο ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό του εμπορευόμενου» (άρθρο 2, στοιχείο βʹ). Ως «εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές» ή «εμπορικές πρακτικές» νοείται «κάθε πράξη, παράλειψη, τρόπος συμπεριφοράς ή εκπροσώπησης, εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, ενός εμπορευομένου, άμεσα συνδεόμενη με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος [τουτέστιν, κάθε αγαθού ή υπηρεσίας ( 17 )] σε καταναλωτές» (άρθρο 2, στοιχείο δʹ).

41.

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, ορίζει ότι η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές «ισχύει για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές όπως αυτές θεσπίζονται στο άρθρο 5 [το οποίο θεσπίζει την απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και ορίζει ποιες είναι οι πρακτικές αυτές], πριν, κατά τη διάρκεια και ύστερα από εμπορική συναλλαγή σχετιζομένη με ένα συγκεκριμένο προϊόν».

42.

Το άρθρο 3, παράγραφος 4, ορίζει ότι «[σ]ε περίπτωση σύγκρουσης των διατάξεων της [οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές] με άλλους κοινοτικούς κανόνες που ρυθμίζουν συγκεκριμένες πτυχές αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, οι τελευταίοι επικρατούν και εφαρμόζονται επί των πτυχών αυτών».

Η οδηγία για τις υπηρεσίες πληρωμών

43.

Η οδηγία για τις υπηρεσίες πληρωμών θεσπίζει, μεταξύ άλλων, κανόνες βάσει των οποίων διακρίνονται έξι κατηγορίες παρόχων υπηρεσιών πληρωμής, περιλαμβανομένων των πιστωτικών ιδρυμάτων κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/48 (άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ) και των ιδρυμάτων πληρωμής κατά την έννοια της οδηγίας για τις υπηρεσίες πληρωμών (άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ).

44.

Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, ως «υπηρεσίες πληρωμών» ορίζονται «οι επιχειρηματικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα», συμπεριλαμβανομένης της εκτελέσεως πράξεων πληρωμής. Ως «ιδρύματα πληρωμών» νοούνται, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 4, «τα νομικά πρόσωπα που έχουν άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 10 [σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις που σκοπεύουν να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών, να λάβουν άδεια ως ιδρύματα πληρωμών πριν αρχίσουν την παροχή των υπηρεσιών πληρωμών], να παρέχουν και να εκτελούν υπηρεσίες πληρωμών σε ολόκληρη την Κοινότητα». Ως «υπηρεσίες πληρωμών» νοούνται «οι επιχειρηματικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα» (άρθρο 4, παράγραφος 3). Ως «αντιπρόσωπος» ορίζεται «το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες πληρωμών εξ ονόματος ενός ιδρύματος πληρωμών» (άρθρο 4, παράγραφος 22).

45.

Σύμφωνα με το άρθρο 5, η αίτηση για άδεια λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών συνοδεύεται από διάφορα έγγραφα, μεταξύ των οποίων «περιγραφή των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου που έχει θεσπίσει ο αιτών ώστε να τηρεί τις υποχρεώσεις σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας που προβλέπουν η οδηγία [για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες]». Το άρθρο 10, παράγραφος 2, προβλέπει ότι άδειες χορηγούνται «εάν οι πληροφορίες και τα δικαιολογητικά που συνοδεύουν την αίτηση πληρούν όλες τις απαιτήσεις δυνάμει του άρθρου 5 και εάν οι αρμόδιες αρχές, μετά από διεξοδική εξέταση της αίτησης, καταλήξουν σε ευνοϊκή συνολική αξιολόγηση». Βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 1, οι άδειες μπορούν να ανακαλούνται μόνον υπό ορισμένες περιστάσεις, μεταξύ των οποίων και όταν το ίδρυμα πληρωμών δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση της άδειας (άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ).

46.

Σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, ίδρυμα πληρωμών που προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών μέσω αντιπροσώπου πρέπει να κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής συγκεκριμένες πληροφορίες προκειμένου να μπορούν να εγγράψουν τον αντιπρόσωπο στο μητρώο που καταρτίζεται δυνάμει του άρθρου 13. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν το όνομα και τη διεύθυνση του αντιπροσώπου και μια περιγραφή των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου που θα χρησιμοποιούν οι αντιπρόσωποι για να τηρούν τις υποχρεώσεις που προβλέπει η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

47.

Κατά το άρθρο 20, παράγραφος 1, εδάφιο πρώτο, τα κράτη μέλη ορίζουν ως αρμόδιες αρχές «[...] είτε δημόσιες αρχές είτε οργανισμούς αναγνωρισμένους είτε από την εθνική νομοθεσία είτε από δημόσιες αρχές ρητά εξουσιοδοτημένες προς τούτο από την εθνική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών κεντρικών τραπεζών». Το δεύτερο εδάφιο προβλέπει ότι η ανεξαρτησία των αρμοδίων αρχών από οικονομικούς φορείς πρέπει να είναι εγγυημένη και οι συγκρούσεις συμφερόντων πρέπει να αποφεύγονται. Με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου, ως αρμόδιες αρχές δεν πρέπει να ορίζονται τα ιδρύματα πληρωμών, τα πιστωτικά ιδρύματα, τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος ή τα γραφεία ταχυδρομικών επιταγών.

48.

Το άρθρο 21 («Εποπτεία») έχει ως εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι έλεγχοι που ασκούν οι αρμόδιες αρχές για να διαπιστώνουν τη συνεχή τήρηση του παρόντος τίτλου [«Πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών»] να είναι ανάλογοι, επαρκείς και προσαρμοσμένοι στους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται τα ιδρύματα πληρωμών.

Για να διαπιστώνουν την τήρηση του παρόντος τίτλου, οι αρμόδιες αρχές μπορούν μεταξύ άλλων:

α)

να απαιτούν από το ίδρυμα πληρωμών να παρέχει κάθε πληροφορία απαραίτητη για το σκοπό αυτόν·

β)

να πραγματοποιούν επιτόπιους ελέγχους στο ίδρυμα πληρωμών, καθώς και σε κάθε αντιπρόσωπο ή υποκατάστημα που παρέχει υπηρεσίες πληρωμών υπό την ευθύνη του ιδρύματος, ή σε κάθε εξωτερική οντότητα στην οποία ανατίθενται εργασίες υπηρεσιών πληρωμών·

γ)

να εκδίδουν συστάσεις και κατευθυντήριες γραμμές και, εφόσον ενδείκνυται, δεσμευτικές διοικητικές διατάξεις· και

δ)

να αναστέλλουν ή να ανακαλούν την άδεια στις περιπτώσεις του άρθρου 12.

2.   […] τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αντίστοιχες αρμόδιες αρχές τους μπορούν να επιβάλλουν κυρώσεις ή να λαμβάνουν μέτρα κατά των ιδρυμάτων πληρωμών ή των υπεύθυνων διευθυνόντων τους, σε περίπτωση παράβασης νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων σχετικών με τον έλεγχο ή την άσκηση των δραστηριοτήτων τους σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών. Σκοπός των μέτρων ή κυρώσεων είναι να παύσουν οι παραβάσεις ή να εκλείψουν τα αίτιά τους.

[...]»

49.

Κατά το άρθρο 79 της οδηγίας περί «προστασίας των δεδομένων»: «[τ]α κράτη μέλη επιτρέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα συστήματα πληρωμών και τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, όταν χρειάζεται για την πρόληψη, τη διερεύνηση και τον εντοπισμό της απάτης στον τομέα των πληρωμών. Η επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διενεργείται σύμφωνα με την οδηγία [για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα]».

Η εθνική νομοθεσία

50.

Ο Ley 10/2010, de 28 de abril, de prevención del blanqueo de capitales y de la financiación del terrorismo (νόμος 10/2010, της 28ης Απριλίου, για την πρόληψη της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας, στο εξής: νόμος 10/2010), ο οποίος μετέφερε στην ισπανική έννομη τάξη την οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τυποποιεί τρία είδη μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη: (i) συνήθη μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη (άρθρα 3 έως 6)· (ii) απλουστευμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη (άρθρο 9) ( 18 )· και (iii) αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη (άρθρο 11).

51.

Τα συνήθη μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη περιλαμβάνουν την τυπική εξακρίβωση των ενδιαφερόμενων προσώπων (άρθρο 3) την εξακρίβωση των πραγματικών δικαιούχων (άρθρο 4), τη συλλογή πληροφοριών για το αντικείμενο και τον σχεδιαζόμενο χαρακτήρα της επιχειρηματικής σχέσεως (άρθρο 5) και τη συνεχή παρακολούθηση της επιχειρηματικής σχέσεως (άρθρο 6).

52.

Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, πρόσωπα που υπόκεινται στον νόμο 10/2010 δεν δύνανται να συνάπτουν επιχειρηματική σχέση ή να διενεργούν συναλλαγή όταν δεν μπορούν να εφαρμόζουν τα προβλεπόμενα από τον συγκεκριμένο νόμο μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Εάν η αδυναμία εφαρμογής επισυμβεί ενόσω διαρκεί η επιχειρηματική σχέση, οφείλουν να την τερματίσουν.

53.

Το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο b, επιτρέπει στα πρόσωπα που υπόκεινται στον νόμο 10/2010 να μην εφαρμόζουν ορισμένα μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη όσον αφορά πελάτες που είναι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί εδρεύοντες στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε τρίτες χώρες που επιβάλλουν ισοδύναμες απαιτήσεις και τελούν υπό εποπτεία όσον αφορά τη συμμόρφωσή τους προς τα μέτρα δέουσας επιμέλειας. Κατά την κρίση του αιτούντος δικαστηρίου, η χρήση της λέξεως «επιτρέπει» υποδηλώνει ότι η συγκεκριμένη διάταξη δεν θεσπίζει υποχρέωση. Εντούτοις το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς την ακριβή σημασία της.

54.

Σύμφωνα με το άρθρο 11, αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη πρέπει να λαμβάνονται όταν, κατόπιν αξιολογήσεως των κινδύνων, διαπιστώνεται υψηλός κίνδυνος νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας. Ορισμένες περιπτώσεις, λόγω της φύσεώς τους, παρουσιάζουν τέτοιον κίνδυνο, ιδίως οι υπηρεσίες αποστολής χρημάτων.

Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικά ερωτήματα

55.

Η Safe είναι εταιρία με αντικείμενο τη μεταφορά κεφαλαίων πελατών της στο εξωτερικό (ήτοι, σε άλλα κράτη μέλη και σε τρίτα κράτη) μέσω των λογαριασμών που τηρεί σε πιστωτικά ιδρύματα.

56.

Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι οι τράπεζες προέβησαν σε κλείσιμο των λογαριασμών της Safe κατόπιν αρνήσεώς της να παράσχει σε αυτές πληροφορίες (αναφορικά με τους πελάτες της και την τοποθέτηση των κεφαλαίων) που της ζητήθηκαν βάσει του νόμου 10/2010, κατόπιν παρατυπιών στις οποίες υπέπεσαν αντιπρόσωποι εξουσιοδοτημένοι από τη Safe να διενεργούν εξ ονόματός της μεταφορές κεφαλαίων μέσω των λογαριασμών της και ελεγμένοι από την Banco de España (κεντρική τράπεζα της Ισπανίας).

57.

Στις 11 Μαΐου 2011, η BBVA ενημέρωσε για τις παρατυπίες αυτές τη Servicio Ejecutivo de la Comisión de Prevención del Blanqueo de Capitales e Infracciones Monetarias del Banco de España (εκτελεστική αρχή για την πρόληψη της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την αποτροπή παραβάσεων περί το νόμισμα [της κεντρικής τράπεζας της Ισπανίας]· στο εξής: SEPBLAC). Στις 24 Ιουλίου 2011, η BBVA γνωστοποίησε στη Safe το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού της.

58.

Η Safe στράφηκε δικαστικώς κατά της αποφάσεως της BBVA να κλείσει τον λογαριασμό της (και κατά παρόμοιων αποφάσεων δύο ακόμα τραπεζών), ασκώντας αγωγή ενώπιον του Juzgado de lo Mercantil No 5 de Barcelona (εμποροδικείου αριθ. 5 της Βαρκελώνης· στο εξής: εμποροδικείο) και προβάλλοντας ως επιχείρημα ότι το κλείσιμο αυτό συνιστούσε πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού και δεν της επέτρεπε να λειτουργεί κανονικώς μεταφέροντας κεφάλαια στο εξωτερικό. Η Safe προέβαλε ότι: (i) υποχρεωτικώς τηρούσε λογαριασμούς σε τραπεζικά ιδρύματα προκειμένου να είναι εφικτή η αποστολή εμβασμάτων στο εξωτερικό· (ii) τελούσε σε σχέση ανταγωνισμού με αυτά τα τραπεζικά ιδρύματα· (iii) τα τραπεζικά ιδρύματα ουδέποτε προηγουμένως είχαν απαιτήσει από τη Safe να τους γνωστοποιήσει τα δεδομένα που της ζητήθηκαν αναφορικά με την ταυτότητα των πελατών της και την προέλευση και την τοποθέτηση των κεφαλαίων (η πρακτική αυτή άρχισε όταν οι τράπεζες επικαλέστηκαν τον νόμο 10/2010)· και (iv) η παροχή τέτοιου είδους δεδομένων θα ερχόταν σε αντίθεση προς τη νομοθεσία για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Οι τράπεζες αντέτειναν ότι τα μέτρα που επέβαλαν στη Safe ήταν σύμφωνα με τον νόμο 10/2010, ειδικότερα δε ότι ήταν δικαιολογημένα λόγω των κινδύνων που ενέχει η μεταφορά κεφαλαίων στο εξωτερικό και ότι δεν ήταν αντίθετα προς το δίκαιο του ανταγωνισμού.

59.

Με την απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2009, το εμποροδικείο απέρριψε την αγωγή της Safe. Κατά την κρίση του, οι τράπεζες μπορούσαν να απαιτήσουν από τη Safe να λάβει αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τους πελάτες της και να παράσχει σε αυτές τα στοιχεία των τελευταίων, υπό την προϋπόθεση ότι είχαν εντοπίσει στη συμπεριφορά της Safe ενδείξεις ότι είχε παραβιαστεί ο νόμος 10/2010. Κατά το δικαστήριο, το ζήτημα κατά πόσον οι τράπεζες έκλεισαν δικαιολογημένα τους λογαριασμούς που τηρούσε σε αυτές η Safe έπρεπε να εξεταστεί χωριστά για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Μολονότι καμία από τις τράπεζες δεν είχε υποπέσει σε συγκεκριμένη παράβαση στον τομέα του ανταγωνισμού, εντούτοις οι Sabadell και Liberbank (αλλά όχι η BBVA) επέδειξαν συμπεριφορά αντίθετη προς τους κανόνες περί αθέμιτου ανταγωνισμού, καθώς δεν αιτιολόγησαν την απόφασή τους να λάβουν τα σχετικά μέτρα. Η συμπεριφορά της BBVA θεωρήθηκε δικαιολογημένη αφού στηριζόταν σε ελέγχους από τους οποίους προέκυπτε ότι το 22 % των μεταφορών που έγιναν μέσω του λογαριασμού της Safe από 1ης Σεπτεμβρίου έως 30 Νοεμβρίου 2010δεν διενεργήθηκε από αντιπροσώπους εξουσιοδοτημένους προς τούτο από τη Safe και ελεγμένους από την κεντρική τράπεζα της Ισπανίας. Επιπροσθέτως, κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου, έγιναν μεταφορές από 1291 πρόσωπα, αριθμό ο οποίος υπερέβαινε κατά πολύ εκείνον των αντιπροσώπων της Safe. Έκθεση εμπειρογνωμόνων είχε υπογραμμίσει έτι περαιτέρω τους κινδύνους που ενέχουν μεταφορές κεφαλαίων διενεργούμενες από μη ταυτοποιημένους αντιπροσώπους.

60.

Οι Safe, Sabadell και Liberbank άσκησαν έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ενώπιον του Audiencia Provincial, Barcelona (επαρχιακό δικαστήριο της Βαρκελώνης· στο εξής: αιτούν δικαστήριο), το οποίο συνεκδικάζει τις τρεις αυτές εφέσεις.

61.

Κατά το αιτούν δικαστήριο, όλοι οι διάδικοι υπόκεινται στον νόμο 10/2010, αφής στιγμής εμπίπτουν στις απαριθμούμενες κατηγορίες του άρθρου 2 του συγκεκριμένου νόμου, όπου περιλαμβάνονται πιστωτικά ιδρύματα και ιδρύματα πληρωμών. Εξάλλου, όλοι οι διάδικοι τελούν μεταξύ τους σε σχέση ανταγωνισμού και ασκούν την ίδια δραστηριότητα, ήτοι την αποστολή εμβασμάτων στο εξωτερικό. Τα ιδρύματα πληρωμών (όπως είναι η Safe), ωστόσο, είναι αναγκασμένα να την ασκούν μέσω λογαριασμών που τηρούν σε πιστωτικά ιδρύματα (όπως είναι οι τράπεζες).

62.

Η Safe υποστηρίζει, πρώτον, ότι η BBVA δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, για τον λόγο ότι αυτοί τελούν υπό την άμεση εποπτεία των δημοσίων αρχών, εν προκειμένω δε της κεντρικής τράπεζας της Ισπανίας. Δεύτερον, στην Ισπανία, η SEPBLAC είναι η μόνη που νομιμοποιείται να έχει πρόσβαση στα στοιχεία των πελατών των ιδρυμάτων πληρωμών. Τρίτον, ακόμη κι αν η BBVA έπρεπε να λάβει μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, όφειλε, προτού λάβει τέτοια μέτρα, να εκπονήσει αναλυτική και εξαντλητική μελέτη με αντικείμενο την πολιτική συμμορφώσεως της Safe προς τη σχετική νομοθεσία. Στην υπό κρίση υπόθεση, η BBVA ζήτησε απλώς μιαν έκθεση εμπειρογνωμόνων, η οποία μάλιστα συντάχθηκε με βάση τα δεδομένα της ίδιας της BBVA. Τέταρτον, ο νόμος 10/2010 δεν εφαρμόζεται επί προσώπων, όπως είναι οι αντιπρόσωποι, που συνδράμουν τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς στη μεταφορά κεφαλαίων.

63.

Η έφεση της Sabadell θέτει το ζήτημα ότι το εμποροδικείο δέχθηκε μεν ότι η Sabadell μπορούσε κατ’ αρχήν να λάβει μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας ως προς τους πελάτες της, έκρινε όμως ότι δεν επιτρεπόταν να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η Liberbank ισχυρίζεται ότι το κλείσιμο των λογαριασμών ήταν αιτιολογημένο, δεδομένου ότι η Safe δεν διαβίβασε τις πληροφορίες που της ζητήθηκαν.

64.

Κατόπιν τούτου, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των ακολούθων ερωτημάτων:

«1)

Επί της ερμηνείας του άρθρου 11, παράγραφος 1, της [οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες]:

α.

Ερμηνευόμενο σε σχέση με το άρθρο 7 της ίδιας οδηγίας, ήταν βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να εισαγάγει γνήσια εξαίρεση από τη δυνατότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων να λαμβάνουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τους πελάτες τους, όταν οι τελευταίοι είναι ιδρύματα πληρωμών τα οποία υπόκεινται με τη σειρά τους σε δικό τους σύστημα εποπτείας, ή απλώς να παράσχει δυνατότητα εξαιρέσεως;

β.

Ερμηνευόμενο σε σχέση με το άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας, δύναται ο εθνικός νομοθέτης να μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο την εξαίρεση που περιέχεται στον προαναφερθέντα κανόνα υπό όρους διαφορετικούς σε σχέση με το ίδιο το περιεχόμενό του;

γ.

Έχει εφαρμογή η εξαίρεση του άρθρου 11, παράγραφος 1, και τα μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας, υπό τους ίδιους όρους σε σχέση με τα μέτρα δέουσας επιμέλειας;

2)

Επικουρικώς, σε περίπτωση που η απάντηση στα προηγούμενα ερωτήματα είναι καταφατική όσον αφορά τη δυνατότητα λήψεως από τα πιστωτικά ιδρύματα μέτρων δέουσας επιμέλειας και αυξημένης δέουσας επιμέλειας ως προς τα ιδρύματα πληρωμών:

α.

Έως ποίου σημείου εκτείνεται η δυνατότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων να εποπτεύουν τη λειτουργία του ιδρύματος πληρωμών; Μπορεί να γίνει δεκτό ότι τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν αρμοδιότητα, δυνάμει των οριζομένων στην [οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες], να ασκούν εποπτεία στις διαδικασίες και τα μέτρα επιμέλειας που τα ιδρύματα πληρωμών λαμβάνουν ή η εν λόγω αρμοδιότητα ανήκει αποκλειστικώς στις δημόσιες αρχές στις οποίες αναφέρεται [η οδηγία για τις υπηρεσίες πληρωμών], εν προκειμένω στην Banco de España [...];

β.

Απαιτείται για την εφαρμογή της εν λόγω δυνατότητας λήψεως μέτρων από τα πιστωτικά ιδρύματα κάποιου είδους ειδική αιτιολόγηση συναρτώμενη με τις πράξεις του ιδρύματος πληρωμών ή μπορεί κάλλιστα η εν λόγω δυνατότητα να τύχει γενικής εφαρμογής, λόγω του απλού γεγονότος ότι το ίδρυμα πληρωμών αναπτύσσει δραστηριότητα ενέχουσα κίνδυνο, όπως είναι η αποστολή εμβασμάτων στο εξωτερικό;

γ.

Σε περίπτωση που κριθεί ότι απαιτείται ειδική αιτιολόγηση προκειμένου τα πιστωτικά ιδρύματα να μπορούν να λαμβάνουν μέτρα επιμέλειας ως προς τα ιδρύματα πληρωμών:

i.

Ποιες είναι οι κρίσιμες συμπεριφορές στις οποίες το τραπεζικό ίδρυμα οφείλει να εφιστά την προσοχή του προκειμένου να λάβει μέτρα επιμέλειας;

ii.

Δύναται να θεωρηθεί το πιστωτικό ίδρυμα αρμόδιο να αξιολογεί, προς τον σκοπό αυτό, τα μέτρα δέουσας επιμέλειας που το ίδρυμα πληρωμών εφαρμόζει στις διαδικασίες του;

iii.

Αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση από το πιστωτικό ίδρυμα της εξουσίας αυτής να έχει προηγουμένως διαπιστώσει στη λειτουργία του ιδρύματος πληρωμών ορισμένη συμπεριφορά που το καθιστά ύποπτο συμμετοχής στις δραστηριότητες νομιμοποιήσεως χρημάτων από παράνομες δραστηριότητες ή στη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας;

3)

Σε περίπτωση, ομοίως, που κριθεί ότι τα πιστωτικά ιδρύματα διαθέτουν εξουσία λήψεως μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας ως προς τα ιδρύματα πληρωμών:

α.

Πρέπει να γίνει δεκτό ότι μεταξύ των μέτρων αυτών μπορεί να περιλαμβάνεται η απαίτηση διαβιβάσεως των στοιχείων της ταυτότητας όλων των πελατών τους από τους οποίους προέρχονται τα κεφάλαια που εμβάζονται, καθώς επίσης της ταυτότητας των ληπτών;

β.

Είναι σύμφωνη με [την οδηγία για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα] η επιβολή στα ιδρύματα πληρωμών της υποχρεώσεως να παρέχουν τα στοιχεία των πελατών τους στα πιστωτικά ιδρύματα με τα οποία υποχρεούνται να συνεργάζονται και με τα οποία τελούν ταυτόχρονα σε σχέση ανταγωνισμού;»

65.

Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η BBVA, η Safe, η Ισπανική και η Πορτογαλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή. Οι ίδιοι μετέχοντες στη διαδικασία, πλην της BBVA και της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως, ανέπτυξαν και προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 6 Μαΐου 2015.

Ανάλυση

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

66.

Η ουσία της διαφοράς ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου έγκειται στο κατά πόσον οι τράπεζες όντως μπορούσαν ή όφειλαν να λάβουν, δυνάμει της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (κατ’ ορθήν εφαρμογή της), τα μέτρα που εφάρμοσαν εν προκειμένω ή εάν χρησιμοποίησαν αδικαιολόγητα την εν λόγω οδηγία ως πρόσχημα για μια συμπεριφορά αντίθετη προς το θεμιτό ανταγωνισμό.

67.

Τα υποβληθέντα ερωτήματα ανακύπτουν υπό την προϋπόθεση και μόνον ότι οι τράπεζες και η Safe αποτελούν εμπίπτουσες οντότητες στο πλαίσιο της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ( 19 ). Ουδείς εκ των μετεχόντων στη διαδικασία αμφισβήτησε την επιλογή του αιτούντος δικαστηρίου να τις χαρακτηρίσει αντιστοίχως, στη διατύπωση των ερωτημάτων, ως πιστωτικά ιδρύματα και ίδρυμα πληρωμών κατά την έννοια του εθνικού δικαίου που μετέφερε στην εσωτερική έννομη τάξη το άρθρο 3 της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

68.

Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, και συγκεκριμένα ως προς το κατά πόσον η συγκεκριμένη διάταξη, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 και 7, αποκλείει τη δυνατότητα κράτους μέλους να επιτρέπει σε πιστωτικό ίδρυμα ή να απαιτεί από αυτό να λαμβάνει συνήθη μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη του, όταν ο τελευταίος είναι ίδρυμα πληρωμών το οποίο επίσης υπόκειται στην οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (πρώτο ερώτημα, υπό α και β). Με το πρώτο ερώτημα, υπό γ, το αιτούν δικαστήριο θέτει παρόμοιο ζήτημα αναφορικά πλέον με τα αυξημένης δέουσας επιμέλειας μέτρα του άρθρου 13.

69.

Κατά την άποψή μου, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα εξαρτάται πρωτίστως από το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 7, 11, παράγραφος 1, και 13 της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Εάν, τα κράτη μέλη, εφαρμόζοντας τις εν λόγω διατάξεις, έχουν την ευχέρεια να επιτρέπουν σε πιστωτικό ίδρυμα ή να απαιτούν από αυτό να προβεί σε κλείσιμο των λογαριασμών που τηρεί ίδρυμα πληρωμών, υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, τότε παρέλκει η ανάλυση του άρθρου 5, για τον λόγο ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την εθνική νομοθεσία αντιστοιχούν απλώς σε εκείνες που θεσπίζει η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

70.

Αντιστρόφως, εάν τα άρθρα 5, 7, 11, παράγραφος 1, και 13 της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν παρέχουν στα κράτη μέλη την ευχέρεια να επιτρέπουν σε πιστωτικά ιδρύματα, όπως είναι οι τράπεζες, ή να απαιτούν από αυτά να λαμβάνουν (αυξημένα) μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τους πελάτες τους υπό περιστάσεις όπου αρκεί απλουστευμένη δέουσα επιμέλεια, τότε τόσο το δεύτερο όσο και το τρίτο ερώτημα καθίστανται κενά περιεχομένου, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή τα μέτρα των τραπεζών στερούνται νομίμου βάσεως.

71.

Εάν, υπό τέτοιες συνθήκες, η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες αναγνωρίζει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιτρέπουν σε πιστωτικό ίδρυμα ή να απαιτούν από αυτό να εφαρμόζει μέτρα (αυξημένης) δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, τότε με το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα ζητείται απλώς από το Δικαστήριο να διευκρινίσει πόσο εκτεταμένα μπορούν να είναι τα σχετικά μέτρα και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορούν να επιβληθούν. Πιο συγκεκριμένα: μπορεί η εθνική νομοθεσία να προβλέπει τη δυνατότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων να ασκούν εποπτεία όχι μόνο στις πράξεις των ιδρυμάτων πληρωμής, αλλά και στις διαδικασίες και στα μέτρα δέουσας επιμέλειας που αυτά εφαρμόζουν ως προς τους πελάτες τους και, εφόσον η απάντηση είναι καταφατική, σε ποιον βαθμό (δεύτερο ερώτημα, υπό αʹ; Είναι αναγκαία κάποιου είδους ειδική αιτιολόγηση προκειμένου αυτά [τα πιστωτικά ιδρύματα] να έχουν τη δυνατότητα ασκήσεως του δικαιώματος εφαρμογής μέτρων (αυξημένης) δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη τους ή μήπως αρκεί ότι ο πελάτης τους [το ίδρυμα πληρωμών] ασκεί δραστηριότητα ενέχουσα κίνδυνο (δεύτερο ερώτημα, υπό β); Σε περίπτωση που κριθεί ότι απαιτείται ειδική αιτιολόγηση, σε ποια κριτήρια πρέπει να στηρίζεται μια τέτοια ανάλυση (τρίτο ερώτημα, υπό γ); Τέλος, μεταξύ των εν λόγω μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τους πελάτες, μπορεί να περιλαμβάνεται η απαίτηση διαβιβάσεως των στοιχείων της ταυτότητας όλων των πελατών τους από τους οποίους προέρχονται τα ποσά που εμβάζονται, καθώς και της ταυτότητας των ληπτών, και είναι τούτο σύμφωνο με την οδηγία για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (τρίτο ερώτημα, υπό α και β);

72.

Όσον αφορά την ερμηνεία της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, άπαντες οι μετέχοντες στη διαδικασία επικαλέστηκαν τις συστάσεις και τα στοιχεία της FAFT, ενός διακυβερνητικού οργανισμού που θεσπίζει πρότυπα και προωθεί πολιτικές για την καταπολέμηση της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας ( 20 ). Το Δικαστήριο έχει ήδη αναγνωρίσει ότι η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (όπως και η προηγηθείσα οδηγία 91/308/ΕΟΚ) εκδόθηκε με σκοπό να εφαρμόζονται και να καταστούν δεσμευτικές εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι συστάσεις της FATF ( 21 ). Η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες θα πρέπει ως εκ τούτου να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των συστάσεων της FATF του 2003 ( 22 ), οι οποίες, κατ’ ουσίαν, αποτελούν τα ελάχιστα πρότυπα στον τομέα αυτό. Συνακόλουθα, θα λαμβάνονται υπόψη όποτε αυτό θεωρείται σκόπιμο.

73.

Σε ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο παρέπεμψε σε συγκεκριμένες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Σε άλλα όχι. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να δώσει λυσιτελή απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα που του υποβλήθηκαν, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του κανόνες του δικαίου της Ένωσης στους οποίους ουδόλως αναφέρθηκε το αιτούν δικαστήριο κατά τη διατύπωση των ερωτημάτων του ( 23 ). Την προσέγγιση αυτή ακολουθώ προκειμένου να προτείνω απαντήσεις στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα.

74.

Μολονότι το τρίτο ερώτημα, υπό γ, δεν αναφέρεται στην οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, εντούτοις το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει, σε άλλο σημείο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, αμφιβολίες ως προς τον τρόπο με τον οποίο σχετίζονται τελικώς μεταξύ τους τα δικαιώματα που αντλούνται, αφενός, από αυτήν και, αφετέρου, από την οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ωστόσο, η οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, για τον λόγο ότι η Safe δεν«ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική [της] δραστηριότητα» ( 24 ). Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι οι όροι «εμπορευόμενος» και «καταναλωτής» της οδηγίας αυτής είναι διαμετρικώς αντίθετοι και ότι ο όρος «καταναλωτής» καλύπτει «κάθε ιδιώτη ο οποίος δεν αναπτύσσει εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες» ( 25 ). Κατά συνέπεια, η Safe δεν λογίζεται καταναλωτής υπό την έννοια της συγκεκριμένης οδηγίας.

Πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (πρώτο ερώτημα, υπό α έως γ)

75.

Μολονότι το αιτούν δικαστήριο δεν το διατύπωσε ρητώς, εντούτοις από στοιχεία τόσο της δικογραφίας όσο και των γραπτών και των προφορικών παρατηρήσεων συνάγεται ότι οι υποψίες της BBVA για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ξεκίνησαν αφότου διαπίστωσε παρατυπίες στις πληροφορίες σχετικά με τους αντιπροσώπους που μετέφεραν κεφάλαια [στο εξωτερικό] μέσω των λογαριασμών που τηρούσε η Safe στην BBVA.

76.

Η BBVA προχώρησε σε κλείσιμο του λογαριασμού της Safe κατ’ εφαρμογήν του νόμου 10/2010, δυνάμει του οποίου, αφενός, επιτρέπεται η εφαρμογή μέτρων απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας ως προς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς οι οποίοι τελούν υπό εποπτεία όσον αφορά τη συμμόρφωσή τους με τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και, αφετέρου, απαιτείται από τις εμπίπτουσες οντότητες να εφαρμόζουν, βάσει δικής τους αξιολογήσεως κινδύνου, αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σε περιπτώσεις οι οποίες, λόγω της φύσεώς τους, παρουσιάζουν υψηλότερο κίνδυνο νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας, όπως είναι η μεταφορά κεφαλαίων.

77.

Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν αντιβαίνει στην οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κανόνας εθνικού δικαίου ο οποίος ρυθμίζει μ’ αυτό τον τρόπο τα (απλουστευμένα και αυξημένα) μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη.

78.

Η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες προβλέπει τριών ειδών μέτρα δέουσας επιμέλειας (συνήθη, απλουστευμένα, αυξημένα). Τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν για τη δέουσα εφαρμογή των εν λόγω μέτρων, που σκοπό έχουν την πρόληψη της χρησιμοποιήσεως του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Τέτοιου είδους μέτρα μπορεί να παραστεί ανάγκη να ληφθούν είτε πριν είτε μετά τη σύναψη επιχειρηματικών σχέσεων ή τη διενέργεια μιας συναλλαγής. Ο σκοπούμενος βαθμός αποτρεπτικότητας καθενός από αυτά εξαρτάται από το ύψος του κινδύνου που εκτιμάται ότι διατρέχει το χρηματοπιστωτικό σύστημα να χρησιμοποιηθεί για τέτοιους σκοπούς. Ο βαθμός του κινδύνου αυτού είναι κατ’ ανάγκην διαφορετικός σε κάθε περίπτωση και, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα μέτρα που λαμβάνονται ανταποκρίνονται στην κατάσταση όπως διαμορφώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ( 26 ). Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η απόφαση σχετικά με το επίπεδο των εφαρμοστέων μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη πρέπει να στηρίζεται σε λόγους που επιδέχονται έλεγχο.

79.

Κατά την άποψή μου, σημείο εκκινήσεως για την κατανόηση του κεφαλαίου II («Δέουσα επιμέλεια») της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της σχέσεως μεταξύ των άρθρων 5, 7, 11, παράγραφος 1, και 13 είναι η υποχρέωση λήψεως μέτρων συνήθους δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη.

80.

Το άρθρο 7 απαριθμεί τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες καθίσταται αυτομάτως υποχρεωτική η λήψη μέτρων συνήθους δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, για τον λόγο ότι θεωρούνται ως ενέχουσες κινδύνους νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας που μπορούν να αποτρέπονται με τα μέτρα των άρθρων 8 και 9 ( 27 ). Οι περιπτώσεις αυτές αφορούν: (α) τη σύναψη επαγγελματικών σχέσεων· (β) τη διενέργεια περιστασιακών συναλλαγών που ανέρχονται σε ποσό ίσο ή μεγαλύτερο από 15000 ευρώ· (γ) την ύπαρξη υπόνοιας νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας· (δ) την ύπαρξη αμφιβολιών για την ακρίβεια ή την καταλληλότητα των δεδομένων που συγκεντρώθηκαν προηγουμένως για την εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη. Ως εκ τούτου, συνήθη μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη μπορούν να εφαρμοστούν πριν από τη σύναψη επαγγελματικής σχέσεως ή τη διενέργεια συναλλαγής (άρθρο 7, στοιχεία αʹ και βʹ) ή ανεξαρτήτως του εάν πρόκειται ή όχι περί αυτού (άρθρο 7, στοιχεία γʹ και δʹ). Ειδικότερα, ουδόλως προκύπτει από το άρθρο 7, στοιχείο γʹ, ότι πρέπει να εγείρεται υπόνοια νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας πριν από τη σύναψη, και όχι κατά τη διάρκεια, επαγγελματικών σχέσεων ή συναλλαγής.

81.

Η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δεν ορίζει την έννοια «υπόνοια νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας». Μολονότι από το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, (σχετικά με το εύρος της υποχρεώσεως αναφοράς στη ΜΧΠ) συνάγεται μάλλον ότι η ύπαρξη «υπόνοιας» δεν ταυτίζεται με την ύπαρξη «εύλογων λόγων να υποπτεύεται» ότι διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, εντούτοις θεωρώ ότι η συγκεκριμένη διάκριση δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η «υπόνοια» του άρθρου 7, στοιχείο γʹ, είναι αμιγώς υποκειμενικό ζήτημα. Είμαι της γνώμης ότι η υπόνοια πρέπει να στηρίζεται σε ορισμένα αντικειμενικά στοιχεία δυνάμενα να ελεγχθούν προκειμένου να διαπιστωθεί εάν τηρούνται το άρθρο 7, στοιχείο γʹ, και άλλες διατάξεις της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ( 28 ). Ως εκ τούτου, κατά την άποψή μου, «υπόνοια νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας» κατά την έννοια του άρθρου 7, στοιχείο γʹ, εγείρεται ειδικότερα όταν, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις ενός πελάτη και των συναλλαγών του (σχετικά, μεταξύ άλλων, με τη χρήση και τη διαχείριση του λογαριασμού ή των λογαριασμών του), συντρέχουν λόγοι οι οποίοι μπορούν να ελεγχθούν και καταδεικνύουν ότι, όσον αφορά τον συγκεκριμένο πελάτη, υφίσταται ή θα ανακύψει κίνδυνος νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας.

82.

Σύμφωνα με την οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, το εθνικό δίκαιο πρέπει να προβλέπει ότι, σε περίπτωση υπόνοιας (και στις λοιπές περιπτώσεις του άρθρου 7), οι εμπίπτουσες οντότητες οφείλουν να εφαρμόζουν συνήθη μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, τα οποία περιλαμβάνουν την εξακρίβωση και τον έλεγχο της ταυτότητας του πελάτη (άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ)· την εξακρίβωση, ενδεχομένως, της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου (άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ)· τη συλλογή πληροφοριών για τον σκοπό και τον σχεδιαζόμενο χαρακτήρα της επιχειρηματικής σχέσεως· (άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ)· και την άσκηση συνεχούς εποπτείας όσον αφορά την επιχειρηματική σχέση και τις συναλλαγές που ήδη πραγματοποιούνται (άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ). Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, μπορεί να τύχει εφαρμογής μόνον ex post. Τα υπόλοιπα τρία είδη μέτρων μπορούν να εφαρμοστούν σε κάθε στάδιο. Τούτο συνάδει προς το άρθρο 9, παράγραφος 6, το οποίο υποχρεώνει τα κράτη να απαιτούν από τις εμπίπτουσες οντότητες να εφαρμόζουν τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας ως προς όλους τους νέους πελάτες και, την κατάλληλη χρονική στιγμή, ως προς τους υπάρχοντες πελάτες ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου. Ωστόσο, πριν τη σύναψη επιχειρηματικών σχέσεων ή τη διενέργεια σχετικής συναλλαγής, τα κράτη μέλη πρέπει να απαιτούν να πραγματοποιείται η εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου (άρθρο 9, παράγραφος 1).

83.

Κατά συνέπεια, με τα άρθρα 7, 8 και 9 ο νομοθέτης της Ένωσης προσδιόρισε σε ποιες περιπτώσεις το εθνικό δίκαιο πρέπει να προβλέπει «συνήθη» προληπτικά μέτρα όταν συντρέχει κίνδυνος νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας, και όρισε ποια είναι τα κατάλληλα μέτρα προς αποτροπή της επελεύσεως του κινδύνου αυτού.

84.

Σε άλλες περιπτώσεις (γεγονός που εξαρτάται, για παράδειγμα, από το είδος του πελάτη, της επιχειρηματικής σχέσεως, του προϊόντος ή της συναλλαγής ( 29 )), ο κίνδυνος μπορεί να είναι χαμηλότερος ή υψηλότερος. Τα άρθρα 11 και 13 αντιστοίχως αφορούν τις καταστάσεις αυτές και θεσπίζουν την υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν ότι λαμβάνονται διαφορετικού βαθμού μέτρα δέουσας επιμέλειας.

85.

Υπό τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις του άρθρου 11, δεν λαμβάνονται τα μέτρα δέουσας επιμέλειας των άρθρων 8 και 9, παράγραφος 1, σε περιπτώσεις στις οποίες άλλως, δυνάμει του άρθρου 7, στοιχεία αʹ, βʹ και δʹ, τούτο θα απαιτούνταν. Οι προϋποθέσεις αφορούν καταστάσεις για τις οποίες ο νομοθέτης της Ένωσης έκρινε ότι συντρέχει χαμηλότερος κίνδυνος νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας λόγω της ταυτότητας, για παράδειγμα, του πελάτη ή της αξίας και του περιεχομένου της συναλλαγής ή του προϊόντος.

86.

Τούτο συμβαίνει όταν πελάτης μιας εμπίπτουσας οντότητας είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοοικονομικός οργανισμός που εμπίπτει ο ίδιος στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη δεν δύνανται να απαιτούν από τις εμπίπτουσες οντότητες (όπως είναι οι τράπεζες) να λαμβάνουν δέουσας επιμέλειας μέτρα των άρθρων 8 και 9, παράγραφος 1, ως προς τους πελάτες τους (όπως είναι η Safe) στις περιπτώσεις του άρθρου 7, στοιχεία αʹ, βʹ, και δʹ.

87.

Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, απαιτεί οι εμπίπτουσες οντότητες να μην υπόκεινται σε συνήθη μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, ενώ άλλες παράγραφοι του άρθρου 11 (όπως είναι η παράγραφος 2) επιτρέπουν στα κράτη μέλη να προβλέπουν απλουστευμένη δέουσα επιμέλεια. Η επιτρεπτική διατύπωση που χρησιμοποιείται σε άλλα σημεία του άρθρου 11 υποδηλώνει ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν μέτρα απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας του άρθρου 11· συνήθη μέτρα δέουσας επιμέλειας του άρθρου 8· ή αυξημένα μέτρα ή αυστηρότερες υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 5, αντιστοίχως. Κατά την άποψή μου, η περιοριστική διατύπωση του άρθρου 11, παράγραφος 1, έχει αντιθέτως την έννοια ότι, στην περίπτωση αυτή, οι διαθέσιμες δυνατότητες είναι λιγότερες: είτε εφαρμόζεται απλουστευμένη δέουσα επιμέλεια είτε, όπου είναι αναγκαίο, αυξημένα μέτρα ή αυστηρότερες υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 5, αντιστοίχως. Αυτή η οποία δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής είναι η συνήθης δέουσα επιμέλεια καθαυτή. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεν έχει την έννοια ότι απαγορεύει την εφαρμογή αυστηρότερων διατάξεων που θεσπίζονται ή διατηρούνται σε ισχύ βάσει του άρθρου 5.

88.

Ο λόγος υπάρξεως της παρεκκλίσεως του άρθρου 11, παράγραφος 1, έγκειται στο ότι ο ίδιος ο πελάτης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ο πελάτης αυτός οφείλει να συμμορφώνεται με όλες τις σχετικές απαιτήσεις της οδηγίας όπως αυτή μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων λήψης μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τους δικούς του πελάτες, και, επιπλέον, υπέχει από την εν λόγω οδηγία συγκεκριμένες υποχρεώσεις, μεταξύ άλλων, αναφοράς και εποπτείας. Υπό τέτοιες συνθήκες, η ανάγκη για προληπτική δράση ατονεί.

89.

Η ratio αυτή συνάδει εξάλλου και με τις συστάσεις της FATF του 2012. Στο σημείο 16 του ερμηνευτικού σημειώματος επί της συστάσεως 10 αναγνωρίζεται ότι ενδέχεται να υπάρχουν περιστάσεις όπου ο κίνδυνος νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας είναι χαμηλότερος και, υπό την επιφύλαξη της επαρκούς εκτιμήσεως του κινδύνου αυτού, θα ήταν λογικό να επιτρέπεται στους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς να εφαρμόζουν απλουστευμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη ( 30 ). Το σημείο 17 αναφέρει ρητώς ως πιθανό παράδειγμα χαμηλότερου κινδύνου την περίπτωση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία υπόκεινται και τα ίδια στις απαιτήσεις για την καταπολέμηση της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας σύμφωνα με τις συστάσεις της FATF του 2012, τηρούν πράγματι τις απαιτήσεις αυτές και τελούν υπό εποπτεία όσον αφορά τη συμμόρφωσή τους προς τους σχετικούς ελέγχους ( 31 ).

90.

Ως εκ τούτου, είμαι της γνώμης ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, αποτελεί έκφραση της αρχής σύμφωνα με την οποία τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη θα πρέπει να είναι ανάλογα προς τους κινδύνους που εντοπίζονται ( 32 ). Το άρθρο 11, παράγραφος 1, προϋποθέτει μειωμένο κίνδυνο για τον λόγο ότι, αφής στιγμής ο πελάτης είναι μια εμπίπτουσα οντότητα, η δέουσα ως προς τον πελάτη επιμέλεια, όπως και τα μέτρα αναφοράς και εποπτείας, εφαρμόζονται ήδη για τη διαχείριση του κινδύνου τον οποίο η εν λόγω εμπίπτουσα οντότητα και ειδικότερα οι πελάτες αυτής ενδέχεται να παρουσιάσουν. Επομένως, το άρθρο 11, παράγραφος 1, αποσκοπεί στον συμβιβασμό των συμφερόντων της αποτελεσματικής ρυθμίσεως, της πιο οικονομικής διαχειρίσεως του κινδύνου και της πρόσφορης και αναλογικής προλήψεως του κινδύνου νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας.

91.

Το άρθρο 11, παράγραφος 1, εφαρμόζεται σε όλες τις εμπίπτουσες οντότητες, ακόμη κι αν ορισμένες οντότητες υπόκεινται ενδεχομένως σε πρόσθετες απαιτήσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ιδρυμάτων πληρωμής δυνάμει της οδηγίας για τις υπηρεσίες πληρωμών. Η άδεια λειτουργίας τους ως ιδρυμάτων πληρωμής εξαρτάται από τη συμμόρφωσή τους προς τις διατάξεις της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και, σε περίπτωση που προτίθενται να χρησιμοποιούν καταχωρισμένους αντιπροσώπους, οφείλουν να μεριμνούν για τη λειτουργία ενός μηχανισμού εσωτερικού ελέγχου προκειμένου να ελέγχεται η συμμόρφωση ακριβώς προς τις απαιτήσεις της οδηγίας αυτής ( 33 ).

92.

Ωστόσο, παρά την εφαρμογή της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, της οδηγίας για τις υπηρεσίες πληρωμών και της λοιπής νομοθεσίας της Ένωσης ( 34 ), η παρεχόμενη κατ’ εφαρμογήν του υφιστάμενου ενωσιακού δικαίου (και των εθνικών εφαρμοστικών νόμων) προστασία έναντι του κινδύνου νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας δεν μπορεί εγγυημένα να εκμηδενίσει τον κίνδυνο αυτόν ( 35 ).

93.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεν θεσπίζει παρέκκλιση από το άρθρο 7, στοιχείο γʹ. Ανεξάρτητα από κάθε παρέκκλιση, εξαίρεση ή κατώτατο όριο και, ως εκ τούτου, ανεξαρτήτως του εάν ο πελάτης είναι ή όχι εμπίπτουσα οντότητα, το άρθρο 7, στοιχείο γʹ, επιτάσσει να λαμβάνονται σε κάθε περίπτωση μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη όταν υπάρχει υπόνοια νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας ( 36 ). Άλλαις λέξεσιν, οσάκις εγείρεται τέτοια υπόνοια, απαγορεύεται σε κράτος μέλος να επιτρέπει ή να απαιτεί τη λήψη μέτρων απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Έτσι, εάν στην υπό κρίση υπόθεση το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι τόσο η BBVA όσο και οι δύο άλλες τράπεζες ευλόγως κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι όντως συντρέχει μια τέτοια υπόνοια στην περίπτωση της Safe, τότε αυτό υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης την υποχρέωση να ερμηνεύσει (στο μέτρο του δυνατού) το εθνικό δίκαιο υπό την έννοια ότι οι τράπεζες όφειλαν βάσει του άρθρου 7, στοιχείο γʹ, να εφαρμόσουν συνήθη (τουλάχιστον) μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη ( 37 ).

94.

Ούτε, εξάλλου, το γεγονός ότι ο ίδιος ο πελάτης συνιστά οντότητα εμπίπτουσα στην οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σημαίνει ότι το οικείο κράτος μέλος δεν οφείλει να απαιτεί την εφαρμογή μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας κατά την έννοια του άρθρου 13 της ως άνω οδηγίας ως προς τον συγκεκριμένο πελάτη εάν, παρά τις εγγυήσεις που ήδη παρέχονται από την οδηγία αυτή, από την οδηγία για τις υπηρεσίες πληρωμών και από τη λοιπή νομοθεσία της Ένωσης, υφίσταται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή υψηλότερος κίνδυνος νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας. Το άρθρο 11 θεσπίζει παρέκκλιση από την υποχρέωση εφαρμογής μέτρων συνήθους δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σε καταστάσεις που παρουσιάζουν χαμηλότερο κίνδυνο και μόνο. Αφής στιγμής δε η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται στο άρθρο 13, ουδόλως επηρεάζει τα μέτρα δέουσας επιμέλειας που απαιτούνται όταν συντρέχει υψηλότερος κίνδυνος.

95.

Το άρθρο 13 απαιτεί από τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι εμπίπτουσες οντότητες λαμβάνουν, ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου, αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και δη σε περιπτώσεις οι οποίες λόγω της φύσεώς τους ενέχουν υψηλότερο κίνδυνο νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας, τουλάχιστον δε στις περιπτώσεις υψηλότερου κινδύνου που προσδιορίζονται στο άρθρο 13, παράγραφοι 2 έως 4. Η αποστολή εμβασμάτων στο εξωτερικό δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιπτώσεων που απαριθμούνται στις παραγράφους αυτές. Ούτε, άλλωστε, άφησε το αιτούν δικαστήριο να εννοηθεί ότι έχει εν προκειμένω εφαρμογή κάποια από τις συγκεκριμένες παραγράφους ( 38 ). Ωστόσο, το άρθρο 13 δεν στερεί από τα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αναγνωρίζουν στο εθνικό τους δίκαιο, υιοθετώντας μια προσέγγιση που βασίζεται στην εκτίμηση του κινδύνου, και άλλες περιπτώσεις οι οποίες λόγω της φύσεώς τους παρουσιάζουν υψηλότερο κίνδυνο και εξ αυτού του λόγου να δικαιολογούν ή ακόμα και να επιβάλλουν αυξημένη δέουσα επιμέλεια (πέραν της συνήθους δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη).

96.

Ως εκ τούτου, ανεξαρτήτως της παρεκκλίσεως του άρθρου 11, παράγραφος 1, τα άρθρα 7 και 13 της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες απαιτούν από τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι οι εμπίπτουσες οντότητες λαμβάνουν, όταν πρόκειται για πελάτες οι οποίοι είναι και οι ίδιοι οντότητες εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής, (i) τα συνήθη μέτρα δέουσας επιμέλειας των άρθρων 8 και 9, παράγραφος 1, όταν υπάρχει υπόνοια νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας κατά την έννοια του άρθρου 7, στοιχείο γʹ και (ii) τα αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας του άρθρου 13 στις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή περιπτώσεις.

97.

Ακόμη και όταν τα κράτη μέλη έχουν μεταφέρει ορθώς τα άρθρα 7, 11 και 13 στην εσωτερική έννομη τάξη τους ( 39 ), το άρθρο 5 επιτρέπει σε αυτά να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ «αυστηρότερες διατάξεις» με σκοπό να ενισχυθεί η καταπολέμηση της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας ( 40 ), και επιβεβαιώνει ότι η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες προβλέπει μόνον ένα ελάχιστο επίπεδο εναρμονίσεως ( 41 ). Οι εν λόγω «αυστηρότερες διατάξεις», κατά την άποψή μου, θα μπορούσαν να αφορούν τόσο περιπτώσεις για τις οποίες η οδηγία ήδη προβλέπει κάποιου είδους μέτρο δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, όσο και άλλες περιπτώσεις που, κατά την εκτίμηση των κρατών μελών, ενέχουν κάποιον κίνδυνο.

98.

Το άρθρο 5 εντάσσεται στο κεφάλαιο I («Αντικείμενο, Πεδίο και Ορισμοί») και ισχύει για όλες τις «διατάξεις για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στον τομέα που διέπει η οδηγία [για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες]». Η εμβέλειά του συνεπώς δεν περιορίζεται στις διατάξεις του κεφαλαίου II («Δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη»). Ως εκ τούτου, κράτος μέλος μπορεί να αναγνωρίζει σε πιστωτικό ίδρυμα την εξουσία να λαμβάνει μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς ίδρυμα πληρωμών, ακόμη κι όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 11, παράγραφος 1 (και, ως εκ τούτου, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει καμία απολύτως υπόνοια κατά την έννοια του άρθρου 7, στοιχείο γʹ), και σε περιπτώσεις πέραν όσων απαριθμούνται στα άρθρα 7 και 13, όταν τούτο δικαιολογείται και συνάδει κατά τα λοιπά με το δίκαιο της Ένωσης ( 42 ).

99.

Συνοψίζοντας, διατάξεις όπως τα άρθρα 8 ή 13 της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες αφήνουν στα κράτη μέλη σημαντικό περιθώριο χειρισμού στο πλαίσιο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, και δη όσον αφορά τον τρόπο εκπληρώσεως των υποχρεώσεων να προβλέπουν διαφορετικά είδη μέτρων δέουσας επιμέλειας, ανάλογα με τις περιστάσεις και σύμφωνα με τις πρωταρχικές υποχρεώσεις για αξιολόγηση του κινδύνου και θέσπιση διατάξεων για την εφαρμογή μέτρων που να είναι ανάλογα με τον κίνδυνο ο οποίος διαπιστώνεται και να συνάδουν με λοιπές υποχρεώσεις απορρέουσες από το δίκαιο της Ένωσης. Εν συνεχεία, το άρθρο 5 διευρύνει έτι περαιτέρω το συγκεκριμένο περιθώριο ευχέρειας, καθώς επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν «αυστηρότερες διατάξεις» όταν τις θεωρούν αναγκαίες, εφόσον τηρούν συναφώς τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης.

Μπορούν τα πιστωτικά ιδρύματα να ασκούν εποπτεία στα μέτρα επιμέλειας που λαμβάνονται από τα ιδρύματα πληρωμών (δεύτερο ερώτημα, υπό α και γ, περίπτωση ii);

100.

Με το δεύτερο ερώτημα, υπό α, το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις επί της εξουσίας που τυχόν διαθέτουν τα πιστωτικά ιδρύματα, δυνάμει της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της οδηγίας για τις υπηρεσίες πληρωμών, να ασκούν εποπτεία στη λειτουργία, τις διαδικασίες και τα μέτρα επιμέλειας που τα ιδρύματα πληρωμών ως πελάτες τους λαμβάνουν. Με το στενά συνδεόμενο δεύτερο ερώτημα, υπό γ, περίπτωση ii, το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει κατά πόσον πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να αξιολογεί τα μέτρα δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζονται από ίδρυμα πληρωμών.

101.

Αντιλαμβάνομαι ότι τα ερωτήματα αυτά στηρίζονται στην παραδοχή ότι οι λογαριασμοί που τηρούσε η Safe έκλεισαν για τον λόγο ότι η Safe δεν παρέσχε στις τράπεζες τις πληροφορίες που απαίτησαν στο πλαίσιο των εφαρμοζόμενων από αυτές μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Συνακόλουθα, το κλείσιμο των λογαριασμών θα έπρεπε να θεωρηθεί ως ενέργεια εξαναγκασμού της Safe προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει τόσο από την οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες όσο και από την οδηγία για τις υπηρεσίες πληρωμών, στην οποία αρμόδιες να προβούν δεν θα ήταν οι τράπεζες αλλά μόνον οι αρμόδιες αρχές ( 43 ).

102.

Δεν βλέπω με ποιον τρόπο η ενέργεια των τραπεζών μπορεί να εκληφθεί ως εποπτικής φύσεως. Η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες αφορά απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη οι οποίες ισχύουν για τις εμπίπτουσες οντότητες, και όχι για τους πελάτες λόγω και μόνον της ιδιότητάς τους ως πελατών. Η οδηγία δεν απαιτεί από τους πελάτες να παρέχουν στις εμπίπτουσες οντότητες τις πληροφορίες που οι τελευταίες πρέπει να συλλέγουν και να εξακριβώνουν προκειμένου να τηρούν τις δικές τους υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Έτσι, για παράδειγμα, το άρθρο 8 προσδιορίζει για ποια στοιχεία μιας επιχειρηματικής σχέσεως πρέπει να συγκεντρωθούν και να εξακριβωθούν πληροφορίες. Η διάταξη αυτή δεν διευκρινίζει εάν ο εθνικός νομοθέτης οφείλει να προβλέπει ότι οι πληροφορίες συλλέγονται απευθείας από τον πελάτη και εάν ο τελευταίος υπέχει, κατ’ ορθήν εφαρμογή της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, την υποχρέωση να ανταποκρίνεται σε τέτοιου είδους αιτήματα (έστω κι αν αυτό συμφέρει ιδιαιτέρως τον πελάτη προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες του άρθρου 9, παράγραφος 5) ( 44 ).

103.

Ως εκ τούτου, ενέργειες όπως αυτές στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 9, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο (παραδείγματος χάρη, ο τερματισμός της επιχειρηματικής σχέσεως, εφόσον έχει ήδη συναφθεί) είναι συνέπεια της αδυναμίας μιας εμπίπτουσας οντότητας να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη τις οποίες υπέχει από το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, όπως εφαρμόζεται από τα κράτη μέλη. Η συνέπεια αυτή δικαιολογείται από τον κίνδυνο που προκύπτει πελάτες, συναλλαγές και σχέσεις να (ή ενδεχομένως να) χρησιμοποιούνται για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

104.

Η εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 5, δεν εξαρτάται από το γιατί μια εμπίπτουσα οντότητα δεν μπορεί να συμμορφωθεί προς τα απαιτούμενα μέτρα δέουσας επιμέλειας του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ. Συνεπώς, το γεγονός ότι πελάτες εμπίπτουσας οντότητας δεν συνεργάζονται παρέχοντας πληροφορίες που θα της επιτρέψουν να συμμορφωθεί με τις εθνικές διατάξεις για την εφαρμογή του άρθρου 8 στην εσωτερική έννομη τάξη δεν συνιστά ούτε αναγκαία ούτε πάντοτε ικανή προϋπόθεση για να επέλθουν οι συνέπειες του άρθρου 9, παράγραφος 5.

105.

Βεβαίως, το άρθρο 37 της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες απαιτεί από τις αρμόδιες αρχές να παρακολουθούν αποτελεσματικά και να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση των εμπιπτουσών οντοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των ιδρυμάτων πληρωμών που λαμβάνουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς κάποιους από τους πελάτες τους, προς τις διατάξεις της οδηγίας αυτής. Κατά τη διατύπωση που χρησιμοποίησε ο γενικός εισαγγελέας Y. Bot, η αποτελεσματικότητα των μέτρων εποπτείας και αναφοράς εξασφαλίζεται με την αναγνώριση στις αρμόδιες εθνικές αρχές ενισχυμένων εξουσιών ελέγχου και έρευνας ( 45 ). Συμμερίζομαι την άποψή του ότι τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, μαζί με τις υποχρεώσεις αναφοράς, εποπτείας και ελέγχου, συνθέτουν ένα πλέγμα μέτρων τόσο προληπτικής όσο και αποτρεπτικής φύσεως, το οποίο καθιστά δυνατή την αποτελεσματική καταπολέμηση της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας και διασφαλίζει την ευρωστία και την ακεραιότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος.

106.

Ωστόσο, τούτο δεν σημαίνει ότι οι εμπίπτουσες οντότητες, όταν δρουν βάσει των εθνικών διατάξεων περί μεταφοράς των άρθρων 8 και 9 της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, αναλαμβάνουν τον εποπτικό ρόλο που επιφυλάσσεται στις αρμόδιες αρχές.

107.

Ούτε, εξάλλου, σημαίνει ότι οι εμπίπτουσες οντότητες μπορούν να υπονομεύουν την εκτέλεση των καθηκόντων εποπτείας τα οποία οι αρμόδιες αρχές οφείλουν, βάσει του άρθρου 21 της οδηγίας για τις υπηρεσίες πληρωμής, να ασκούν επί των ιδρυμάτων πληρωμών προκειμένου να διαπιστώνεται εάν τηρούνται οι διατάξεις του τίτλου II («Πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών») της εν λόγω οδηγίας ( 46 ). Μολονότι οι συγκεκριμένες αρχές θα μπορούσαν, υπό ορισμένες περιστάσεις, να ανακαλέσουν, βάσει εκείνης της οδηγίας ( 47 ), την εγγραφή των αντιπροσώπων, του υποκαταστήματος ή ακόμα και του ίδιου του ιδρύματος πληρωμών, εντούτοις αυτού του είδους οι δυνατότητες συνυπάρχουν με τα προληπτικά μέτρα τα οποία οφείλουν να λαμβάνουν οι εμπίπτουσες οντότητες και με την εξουσία εποπτείας που ασκούν οι αρμόδιες αρχές, δυνάμει της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Απαιτείται για την άσκηση του δικαιώματος εφαρμογής (αυξημένων) μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη κάποια ειδική δικαιολογητική βάση ή μήπως είναι αρκετό ότι ο πελάτης ασκεί δραστηριότητα ενέχουσα κίνδυνο (δεύτερο ερώτημα, υπό β); Σε περίπτωση που κριθεί ότι απαιτείται ειδική δικαιολογητική βάση, ποια είναι τα εφαρμοστέα κριτήρια (δεύτερο ερώτημα, υπό γʹ, περιπτώσεις i έως iii);

108.

Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα είτε να επιτρέπουν σε πιστωτικά ιδρύματα είτε να απαιτούν από αυτά να λαμβάνουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, με το δεύτερο ερώτημα, υπό β και γ, περιπτώσεις i έως iii, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να αποσαφηνιστεί εάν αυτού του είδους τα μέτρα μπορούν να στηρίζονται αποκλειστικά στη δραστηριότητα που γενικώς ασκεί το ίδρυμα πληρωμών ή εάν πρέπει να αναλύονται μεμονωμένες πράξεις του ιδρύματος.

109.

Υπενθυμίζω ότι τα συγκεκριμένα ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς στην οποία εμπίπτουσες οντότητες ισχυρίζονται ότι έλαβαν ως προς πελάτη τους συγκεκριμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας, στηριζόμενες σε εθνικές διατάξεις εφαρμοζόμενες επί περιπτώσεων που ο νομοθέτης έχει αποφασίσει ότι ενέχουν υψηλό κίνδυνο (όπως είναι για παράδειγμα οι υπηρεσίες αποστολής χρημάτων) και δεν περιλαμβάνονται στο άρθρο 13. Εξάλλου, εξετάσθηκε ήδη ανωτέρω τι απαιτείται σε περίπτωση υπόνοιας νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά την έννοια του άρθρου 7, στοιχείο γʹ ( 48 ).

110.

Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το δεύτερο ερώτημα, υπό β και γ, περιπτώσεις i έως iii, αφορά περιπτώσεις στις οποίες κράτος μέλος δρα στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που του αναγνωρίζει η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

111.

Παρά ταύτα, τα κράτη μέλη, όταν δρουν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ευχέρειας, οφείλουν να την ασκούν σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα να τηρούν τις θεμελιώδεις ελευθερίες τις οποίες εγγυώνται οι Συνθήκες ( 49 ). Το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι ο σκοπός της καταπολεμήσεως της χρησιμοποιήσεως του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, τον οποίο επιδιώκει η οικεία οδηγία, πρέπει να σταθμίζεται με την προστασία των λοιπών συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένης της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Στο πνεύμα αυτό, με την απόφαση Jyske Bank Gibraltar, το Δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν ότι οι είναι επιτρεπτοί οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών οι οποίοι απορρέουν από την υποχρέωση παροχής πληροφοριών, «εφόσον μια τέτοια ρύθμιση αποσκοπεί στην ενίσχυση, τηρουμένου του δικαίου της Ένωσης, της αποτελεσματικότητας της καταπολεμήσεως της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας» ( 50 ). Επίσης, εάν (όπως εν προκειμένω) ο οικείος τομέας δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο εναρμονίσεως σε επίπεδο Ένωσης, τότε εθνική ρύθμιση η οποία συνεπάγεται περιορισμούς βασικών ελευθεριών ενδέχεται να δικαιολογείται εφόσον εξυπηρετεί υπέρτερο γενικό συμφέρον, υπό την προϋπόθεση ότι το συμφέρον αυτό δεν διασφαλίζεται ήδη από τους κανόνες στους οποίους υπόκειται ο παρέχων τις υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος και στον βαθμό που η εν λόγω ρύθμιση είναι πρόσφορη για την εξασφάλιση της επιτεύξεως του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίου για την επίτευξή του ( 51 ).

112.

Το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι η πρόληψη και η καταπολέμηση της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας συνιστούν θεμιτούς σκοπούς οι οποίοι άπτονται της προστασίας της δημοσίας τάξεως και είναι ικανοί να δικαιολογήσουν εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ( 52 ).

113.

Είναι πρόσφορη μια εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη να διασφαλίσει την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού, στο μέτρο που συνδράμει στον περιορισμό του κινδύνου και, πιο γενικά, επειδή αποσκοπεί πράγματι στην επίτευξή του με συνοχή και συστηματικότητα ( 53 ); Είμαι της γνώμης ότι η απαίτηση αυτή πληρούται όταν η οικεία εθνική ρύθμιση προσδιορίζει, κατόπιν κατάλληλης αξιολογήσεως (συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου οι πελάτες είναι ιδρύματα πληρωμών), το ύψος του κινδύνου σε συνάρτηση με το είδος (για παράδειγμα) του πελάτη, της χώρας, του προϊόντος ή της συναλλαγής και επί της βάσεως αυτής επιτρέπει στις εμπίπτουσες οντότητες ή ακόμα και απαιτεί από αυτές να εφαρμόζουν κατάλληλα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, αφού προηγουμένως ολοκληρώσουν τη δική τους αξιολόγηση κινδύνου για την κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

114.

Η αξιολόγηση της εθνικής ρυθμίσεως υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας προϋποθέτει καθορισμό του επιθυμητού για τα κράτη μέλη επιπέδου προστασίας σε συνάρτηση με τον βαθμό κινδύνου που διαπιστώνεται, ως προς το ενδεχόμενο νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας. Κατά τη δική μου ερμηνεία, η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες επιβεβαιώνει ότι τα κράτη μέλη μπορούν, για παράδειγμα, να θεσπίζουν επίπεδο προστασίας υψηλότερο εκείνου που έθεσε ο νομοθέτης της Ένωσης, να ορίζουν διαφορετικές περιπτώσεις οι οποίες ενέχουν (υψηλό) κίνδυνο και να επιτρέπουν ή να απαιτούν διαφορετικά μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, σε σχέση με εκείνα που προβλέπει η εν λόγω οδηγία.

115.

Στην περίπτωση αυτή έχουν τη δυνατότητα, για παράδειγμα, να προσδιορίζουν ποια συγκεκριμένα μέτρα πρέπει να λαμβάνονται σε ορισμένες ρητώς αναφερόμενες περιπτώσεις ή να παρέχουν στις εμπίπτουσες οντότητες διακριτική ευχέρεια για λήψη, μετά από δέουσα αξιολόγηση του κινδύνου, όσων μέτρων θεωρούνται ανάλογα προς τον κρίσιμο σε μια συγκεκριμένη περίπτωση κίνδυνο. Και στις δύο περιπτώσεις, τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι τα λαμβανόμενα αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη στηρίζονται στην εκτίμηση της υπάρξεως και του επιπέδου του κινδύνου για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, σε συνάρτηση, κατά περίπτωση, με τον πελάτη, την επαγγελματική σχέση, τον λογαριασμό, το προϊόν ή τη συναλλαγή. Ελλείψει τέτοιας εκτιμήσεως, ούτε το κράτος μέλος ούτε, ενδεχομένως, η εμπίπτουσα οντότητα είναι σε θέση να κρίνουν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση ποια μέτρα να λάβουν. Επίσης, οσάκις δεν συντρέχει κίνδυνος για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, δεν μπορεί να αναληφθεί προληπτική δράση για τους ως άνω (βάσιμους) λόγους.

116.

Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, τουλάχιστον, όλα τα σχετικά στοιχεία που είναι ικανά να αποδείξουν τον κίνδυνο (και το επίπεδο του κινδύνου) μίας εκ των μορφών συμπεριφοράς που τυποποιούνται ως νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Οι κίνδυνοι αυτοί (και το επίπεδό τους) εξαρτώνται, μεταξύ άλλων, από τους πελάτες, τις χώρες ή τις γεωγραφικές περιοχές, τα προϊόντα, τις υπηρεσίες, τις συναλλαγές ή τους διαύλους παραδόσεων. Κατά συνέπεια, ενδέχεται να πρέπει να εξακριβωθεί, βάσει της όποιας διαθέσιμης ήδη πληροφορίας, (για παράδειγμα) ποιος εμπλέκεται σε μια μεταβίβαση περιουσίας, η προέλευση της μεταβιβαζόμενης αυτής περιουσίας, ποια δικαιώματα μεταβιβάζονται, αν υπήρχε γνώση της εγκληματικής δραστηριότητας, ο βαθμός συμμετοχής συγκεκριμένων προσώπων και οντοτήτων στην απόκτηση, κατοχή, χρήση ή μεταβίβαση της περιουσίας, ο σκοπός κάθε συναλλαγής ή σχέσεως, το γεωγραφικό στίγμα οποιασδήποτε πράξεως αφορά την περιουσία, η αξία της περιουσίας ή μιας συναλλαγής που αφορά την περιουσία αυτή, ή η κανονικότητα ή η διάρκεια της επαγγελματικής σχέσεως.

117.

Μια τέτοιου είδους αξιολόγηση καθιστά δυνατό, τόσο σε γενικό επίπεδο όσο και σε ειδικές περιπτώσεις, τον καθορισμό του τρόπου διαχειρίσεως του κινδύνου με τη λήψη κατάλληλων μέτρων. Κατά την επιλογή των μέτρων, πρέπει να εξετάζεται (τόσο από τα κράτη μέλη όσο και, όπου αυτό είναι αναγκαίο, από τις εμπίπτουσες οντότητες) μέχρι ποιον βαθμό έχει τυχόν ήδη επιτευχθεί η διαχείριση του κινδύνου που έγινε αντιληπτός και ήδη διασφαλιστεί το επιθυμητό επίπεδο προστασίας μέσω άλλων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εδράζονται στην οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στην οδηγία για τις υπηρεσίες πληρωμών και στη λοιπή ενωσιακή (ή εθνική) νομοθεσία. Είναι μάλλον απίθανο να εξαλειφθεί κάθε κίνδυνος για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για χρηματοδότηση της τρομοκρατίας λαμβάνοντας ένα μόνο μέτρο δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη ή οποιοδήποτε άλλο μέτρο. Τουναντίον, από την υφιστάμενη ενωσιακή νομοθεσία προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, προκειμένου να αντιμετωπίζουν τους συγκεκριμένους κινδύνους, να αναλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα δράσεων.

118.

Επιπροσθέτως, το κατά πόσο μια εθνική ρύθμιση είναι αναλογική θα εξαρτάται ακόμα από τον βαθμό στον οποίο τα προβλεπόμενα από αυτήν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη θίγουν ενδεχομένως άλλα δικαιώματα και συμφέροντα που απολαύουν της προστασίας του δικαίου της Ένωσης, όπως είναι η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 8 του Χάρτη) και η αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ [επιχειρηματικών] οντοτήτων οι οποίες δρουν στην ίδια αγορά. Ο σκοπός τους πρέπει πάντοτε να σταθμίζεται με τέτοια έννομα συμφέροντα.

119.

Τέλος, το κατά πόσο μια εθνική ρύθμιση είναι αναλογική είναι κάτι που εξαρτάται από το αν υφίστανται εναλλακτικά, λιγότερο περιοριστικά μέσα για την επίτευξη του ίδιου επιπέδου προστασίας. Έτσι, για παράδειγμα, αντί ενός νόμου «σκούπα» ο οποίος δίχως καμία διάκριση θα θεωρεί ότι η αποστολή κεφαλαίων στο εξωτερικό ενέχει πάντοτε υψηλό κίνδυνο ( 54 ), μια ρύθμιση η οποία διακρίνει μεταξύ των χωρών προς τις οποίες γίνεται η αποστολή (βάσει του κινδύνου που ενέχει η αποστολή χρημάτων προς αυτές) ή που απαιτεί από τις εμπίπτουσες οντότητες να επιφυλάσσουν συναφώς διαφορετική αντιμετώπιση ενδέχεται να είναι λιγότερο περιοριστική και, παρά ταύτα, να επιτυγχάνει το επίπεδο προστασίας που επιθυμεί το οικείο κράτος μέλος.

Μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (τρίτο ερώτημα, υπό α και β)

120.

Με το τρίτο ερώτημα, υπό β, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν η οδηγία για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα εμποδίζει τα κράτη μέλη να απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών να παρέχουν τα στοιχεία της ταυτότητας των πελατών τους στα πιστωτικά ιδρύματα, με τα οποία ευρίσκονται σε άμεση ανταγωνιστική σχέση, στο πλαίσιο λήψεως αυξημένων μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη από τα τελευταία. Παρόμοιο είναι και το τρίτο ερώτημα, υπό α, αν και δεν αναφέρεται σε κάποια συγκεκριμένη διάταξη του δικαίου της Ένωσης ούτε στη σχέση ανταγωνισμού που υφίσταται μεταξύ των ιδρυμάτων πληρωμής και των πιστωτικών ιδρυμάτων (αλλά, εξ αντιδιαστολής, αναφέρεται, πράγματι, στα δεδομένα τα οποία αφορούν τους λήπτες των κεφαλαίων που μεταφέρονται μέσω των λογαριασμών της Safe).

121.

Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι έχουν εκφραστεί ορισμένες αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό του τρίτου ερωτήματος, καθόσον η BBVA επιμένει ότι ουδέποτε απαίτησε να της διαβιβαστούν δεδομένα σχετικά με τους πελάτες της Safe ή με τους λήπτες των κεφαλαίων που εμβάζονται· αντιθέτως, αναζήτησε πληροφορίες σχετικές με τους αντιπροσώπους που ενήργησαν εξ ονόματος της Safe και χρησιμοποίησαν τους λογαριασμούς της.

122.

Αν όντως η BBVA παρουσιάζει με ακρίβεια τα πραγματικά περιστατικά, αντικατοπτρίζοντας παράλληλα με τον τρόπο αυτό τι συνέβη και μεταξύ των υπόλοιπων δύο τραπεζών και της Safe, τότε το τρίτο ερώτημα, πράγματι, δεν φαίνεται λυσιτελές για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να διαπιστώσει και να αξιολογήσει τα πραγματικά περιστατικά που προκάλεσαν τη διαφορά. Το έργο αυτό αποτελεί προνόμιο των εθνικών δικαστηρίων ( 55 ) και η σχετική αρμοδιότητά τους συνιστά ζήτημα εθνικού δικαίου. Για αυτό θα απαντήσω στο τρίτο ερώτημα μόνο στο μέτρο του δυνατού.

123.

Εμπίπτουσες οντότητες, όπως είναι τα πιστωτικά ιδρύματα και τα ιδρύματα πληρωμών, μπορεί να χρειαστεί να προβούν σε συλλογή και εξακρίβωση δεδομένων σχετικών, τουλάχιστον, με τους πελάτες τους, στο πλαίσιο της συμμορφώσεώς τους είτε προς την οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είτε, εφόσον υπόκεινται σε αυστηρότερες διατάξεις δυνάμει του άρθρου 5 της οδηγίας αυτής, σε άλλους κανόνες του εθνικού δικαίου που συνάδουν με τη νομοθεσία της Ένωσης. Σε περίπτωση που αυτό ενέχει διαχείριση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δεν είναι ιδιαίτερα σαφής στο σημείο αυτό), πρέπει να πληρούνται κατ’ αρχήν όλες οι απαιτήσεις που προβλέπουν αμφότερες οι οδηγίες. Η αιτιολογική σκέψη 33 της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες επιβεβαιώνει το ως άνω συμπέρασμα όσον αφορά την υποχρέωση για γνωστοποίηση πληροφοριών κατά την έννοια του άρθρου 28. Το ίδιο συμβαίνει με την αιτιολογική σκέψη 48, η οποία αναφέρεται στον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου επομένως και του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 του Χάρτη.

124.

Δεν βρίσκω για ποιον λόγο ο όρος «πελάτης» που χρησιμοποιείται τόσο στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ ( 56 ) όσο και στο άρθρο 13 θα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται και στον πελάτη ή στους πελάτες του πελάτη της εμπίπτουσας οντότητας. Οι διατάξεις αυτές αφορούν κατ’ ουσίαν τη σχέση μεταξύ εμπίπτουσας οντότητας και του πελάτη ή των πελατών της, καθώς και τις συναλλαγές που διενεργούνται στο πλαίσιο της σχέσεως αυτής. Βεβαίως, είναι αληθές ότι το άρθρο 13, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, απαριθμεί μέτρα τα οποία σκοπό έχουν να καθορίσουν την πηγή του πλούτου και την προέλευση των κεφαλαίων που εμπλέκονται σε επιχειρηματική σχέση ή συναλλαγή με πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα διαμένοντα σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα. Ωστόσο, ουδόλως διαφαίνεται από κάποιο στοιχείο στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ότι εν προκειμένω πρόκειται περί αυτού.

125.

Είμαι, πάντως, της γνώμης ότι δεν αντιβαίνουν κατ’ ανάγκη στην οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες εθνικοί κανόνες οι οποίοι επιτρέπουν σε εμπίπτουσα οντότητα ή απαιτούν από αυτή, εφόσον δικαιολογείται, να συλλέγει πληροφορίες σχετικές με τους πελάτες του πελάτη της. Πληροφορίες σχετικές με τους πελάτες αυτούς ενδέχεται να είναι κρίσιμες προκειμένου να εκτιμηθεί αν ο πελάτης της εμπίπτουσας οντότητας, οι συναλλαγές του και οι επαγγελματικές σχέσεις του ενέχουν κινδύνους για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

126.

Κατά συνέπεια, δεν συμμερίζομαι την άποψη ότι είναι αδύνατο εθνική νομοθεσία να επιτρέπει σε εμπίπτουσα οντότητα ή να απαιτεί από αυτή στο πλαίσιο της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες πληροφορίες σχετικές με τους πελάτες των πελατών της προκειμένου να καταπολεμήσει τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Ούτε, εξάλλου, η οδηγία για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, και συγκεκριμένα το άρθρο 7, φαίνεται να απαγορεύει την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στις περιπτώσεις αυτές.

127.

Ωστόσο, αυτού του είδους οι εθνικές ρυθμίσεις πρέπει να συνάδουν με τις λοιπές υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει το κράτος μέλος από το δίκαιο της Ένωσης, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων που απορρέουν από την οδηγία για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και από τα άρθρα 8 και 52, παράγραφος 1, του Χάρτη.

Πρόταση

128.

Υπό το πρίσμα του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Audiencia Provincial de Barcelona (Ισπανία) ως εξής:

Ανεξάρτητα από την παρέκκλιση του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, τα άρθρα 7 και 13 απαιτούν από τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι οι εμπίπτουσες οντότητες λαμβάνουν, όταν πρόκειται για πελάτες οι οποίοι είναι και οι ίδιοι οντότητες εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής, (i) τα συνήθη μέτρα δέουσας επιμέλειας των άρθρων 8 και 9, παράγραφος 1, όταν υπάρχει υπόνοια νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας κατά την έννοια του άρθρου 7, στοιχείο γʹ και (ii) τα αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας του άρθρου 13 στις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή περιπτώσεις.

«Υπόνοια νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας» κατά την έννοια του άρθρου 7, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2005/60 εγείρεται ειδικότερα όταν, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις ενός πελάτη και των συναλλαγών του (σχετικά, μεταξύ άλλων, με τη χρήση και τη διαχείριση του λογαριασμού ή των λογαριασμών του), συντρέχουν λόγοι οι οποίοι μπορούν να ελεγχθούν και καταδεικνύουν ότι, όσον αφορά τον συγκεκριμένο πελάτη, υφίσταται ή θα ανακύψει κίνδυνος νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεν θεσπίζει παρέκκλιση από το άρθρο 7, στοιχείο γʹ. Ανεξάρτητα από κάθε παρέκκλιση, εξαίρεση ή κατώτατο όριο και, ως εκ τούτου, ανεξαρτήτως του αν ο πελάτης είναι ή όχι εμπίπτουσα οντότητα, το άρθρο 7, στοιχείο γʹ, επιτάσσει να λαμβάνονται σε κάθε περίπτωση μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη όταν υπάρχει υπόνοια νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας. Εξ αυτού του λόγου, οσάκις εγείρεται τέτοια υπόνοια, απαγορεύεται σε κράτος μέλος να επιτρέπει ή να απαιτεί τη λήψη μέτρων απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη.

Το γεγονός ότι ο ίδιος ο πελάτης είναι οντότητα εμπίπτουσα στην οδηγία 2005/60 δεν σημαίνει ότι το οικείο κράτος μέλος δεν οφείλει να απαιτεί την εφαρμογή μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας κατά την έννοια του άρθρου 13 της εν λόγω οδηγίας ως προς τον συγκεκριμένο πελάτη εάν, παρά τις εγγυήσεις που ήδη παρέχονται από την οδηγία 2005/60 και τη λοιπή νομοθεσία της Ένωσης, υφίσταται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή υψηλότερος κίνδυνος νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας. Το άρθρο 11 θεσπίζει παρέκκλιση από την υποχρέωση εφαρμογής μέτρων συνήθους δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη σε καταστάσεις που παρουσιάζουν χαμηλότερο κίνδυνο και μόνον. Αφής στιγμής δε η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται στο άρθρο 13, ουδόλως επηρεάζει τα μέτρα δέουσας επιμέλειας που απαιτούνται όταν συντρέχει υψηλότερος κίνδυνος

Ακόμη και όταν τα κράτη μέλη έχουν μεταφέρει ορθώς τα άρθρα 7, 11 και 13 της οδηγίας 2005/60 στην εσωτερική έννομη τάξη τους, το άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας επιτρέπει σε αυτά να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ αυστηρότερες διατάξεις με σκοπό να ενισχυθεί η καταπολέμηση της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, και επιβεβαιώνει ότι η οδηγία 2005/60 προβλέπει μόνον ένα ελάχιστο επίπεδο εναρμονίσεως. Η εμβέλεια του άρθρου 5 της οδηγίας 2005/60 δεν περιορίζεται στις διατάξεις του κεφαλαίου II («Δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη»). Ως εκ τούτου, κράτος μέλος μπορεί να αναγνωρίζει σε πιστωτικό ίδρυμα την εξουσία να λαμβάνει μέτρα δέουσας ως προς ίδρυμα πληρωμών, ακόμη κι όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 11, παράγραφος 1, και σε περιπτώσεις πέραν όσων απαριθμούνται στα άρθρα 7 και 13, εφόσον τούτο δικαιολογείται και συνάδει κατά τα λοιπά με το δίκαιο της Ένωσης.

Τα κράτη μέλη, όταν δρουν στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που τους αναγνωρίζει το άρθρο 5 της οδηγία 2005/60, οφείλουν να την ασκούν σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα να τηρούν τις θεμελιώδεις ελευθερίες τις οποίες εγγυώνται οι Συνθήκες. Εάν (όπως εν προκειμένω) ο οικείος τομέας δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο εναρμονίσεως σε επίπεδο Ένωσης, τότε εθνική ρύθμιση η οποία συνεπάγεται περιορισμούς βασικών ελευθεριών ενδέχεται να δικαιολογείται εφόσον εξυπηρετεί υπέρτερο γενικό συμφέρον, στον βαθμό που είναι πρόσφορη για την εξασφάλιση της επιτεύξεως του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν βαίνει πέραν του μέτρου το οποίο είναι αναγκαίο για την επίτευξή του.

Η αξιολόγηση της εθνικής ρυθμίσεως υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας προϋποθέτει καθορισμό του επιθυμητού για τα κράτη μέλη επιπέδου προστασίας σε συνάρτηση με τον βαθμό κινδύνου που διαπιστώνεται, όσον αφορά το ενδεχόμενο νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν επίπεδο προστασίας υψηλότερο εκείνου που έθεσε ο νομοθέτης της Ένωσης, να ορίζουν διαφορετικές περιπτώσεις οι οποίες ενέχουν (υψηλό) κίνδυνο και να επιτρέπουν ή να απαιτούν διαφορετικά μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι τα λαμβανόμενα αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη στηρίζονται στην εκτίμηση της υπάρξεως και του επιπέδου του κινδύνου για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, σε συνάρτηση, κατά περίπτωση, με τον πελάτη, την επαγγελματική σχέση, τον λογαριασμό, το προϊόν ή τη συναλλαγή. Κατά την επιλογή των μέτρων, πρέπει να εξετάζεται (τόσο από τα κράτη μέλη όσο και, όπου αυτό είναι αναγκαίο, από τις εμπίπτουσες οντότητες) μέχρι ποιον βαθμό έχει τυχόν ήδη επιτευχθεί η διαχείριση του κινδύνου που έγινε αντιληπτός και ήδη διασφαλιστεί το επιθυμητό επίπεδο προστασίας μέσω άλλων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εδράζονται στην οδηγία 2005/60, στην οδηγία 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, και στη λοιπή ενωσιακή (ή εθνική) νομοθεσία. Το κατά πόσο μια εθνική ρύθμιση είναι αναλογική θα εξαρτάται ακόμα από τον βαθμό στον οποίο τα προβλεπόμενα από αυτήν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη θίγουν ενδεχομένως άλλα δικαιώματα και συμφέροντα που απολαύουν της προστασίας του δικαίου της Ένωσης, όπως είναι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και η αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ οντοτήτων οι οποίες δρουν στην ίδια αγορά. Τέλος, το κατά πόσο μια εθνική ρύθμιση είναι αναλογική είναι κάτι που εξαρτάται από το αν υφίστανται εναλλακτικά, λιγότερο περιοριστικά μέσα για την επίτευξη του ίδιου επιπέδου προστασίας.

Εμπίπτουσες οντότητες στο πλαίσιο της οδηγίας 2005/60 δεν επιτρέπεται να υπονομεύουν την εκτέλεση των καθηκόντων εποπτείας τα οποία οι αρμόδιες αρχές οφείλουν, βάσει του άρθρου 21 της οδηγίας για τις υπηρεσίες πληρωμής, να ασκούν επί των ιδρυμάτων πληρωμών προκειμένου να διαπιστώνεται εάν τηρούνται οι διατάξεις του τίτλου II («Πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών») της εν λόγω οδηγίας . Μολονότι οι συγκεκριμένες αρχές θα μπορούσαν, υπό ορισμένες περιστάσεις, να ανακαλέσουν την εγγραφή των αντιπροσώπων, του υποκαταστήματος ή ακόμα και του ίδιου του ιδρύματος πληρωμών, εντούτοις αυτού του είδους οι δυνατότητες συνυπάρχουν με τα προληπτικά μέτρα τα οποία οφείλουν να λαμβάνουν οι εμπίπτουσες οντότητες και με την εξουσία εποπτείας που ασκούν οι αρμόδιες αρχές δυνάμει της οδηγίας 2005/60.

Η οδηγία 2005/60 δεν αντιτίθεται κατ’ ανάγκην σε εθνικούς κανόνες οι οποίοι επιτρέπουν σε μια εμπίπτουσα οντότητα ή απαιτούν από αυτή, εφόσον δικαιολογείται, να συλλέγει πληροφορίες σχετικές με τους πελάτες του πελάτη της. Ωστόσο, αυτού του είδους οι εθνικές ρυθμίσεις πρέπει να συνάδουν με τις λοιπές υποχρεώσεις που υπέχει το κράτος μέλος από το δίκαιο της Ένωσης, στις οποίες περιλαμβάνονται οι υποχρεώσεις που καθιερώνονται με την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και τα άρθρα 8 και 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.

( 2 ) Για ορισμούς των εννοιών «πιστωτικό ίδρυμα» και «ίδρυμα πληρωμής» κατά τις κρίσιμες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, βλ. σημεία 16, 17 και 44 των παρουσών προτάσεων.

( 3 ) Οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L 309, σ. 15), όπως τροποποιήθηκε εσχάτως με την οδηγία 2010/78/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010 (ΕΕ L 331, σ. 120).

( 4 ) Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281, σ. 31), όπως τροποποιήθηκε σε ορισμένα σημεία με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ L 284, σ. 1).

( 5 ) Οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές) (ΕΕ L 149, σ. 22).

( 6 ) Οδηγία 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ, 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ, και την κατάργηση της οδηγίας 97/5/ΕΚ (ΕΕ L 319, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε.

( 7 ) Βλ., επίσης, σημείο 72 των παρουσών προτάσεων.

( 8 ) Μια πιο πρόσφατη έκδοση των συστάσεων χρονολογείται ήδη από τον Φεβρουάριο 2012: Διεθνή πρότυπα για την καταπολέμηση της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδοτήσεως και διαδόσεως της τρομοκρατίας: συστάσεις της FATF (στο εξής: συστάσεις της FATF του 2012). Αμφότερες οι εκδόσεις είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο της FATF: http://www.fatf-gafi.org/.

( 9 ) Βλ. σημείο 29 των παρουσών προτάσεων.

( 10 ) Οδηγία 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 126, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε.

( 11 ) Οδηγία 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 177, σ. 1). Η οδηγία αυτή κατήργησε την οδηγία 2000/12/ΕΚ.

( 12 ) Βλ. σημείο 44 των παρουσών προτάσεων.

( 13 ) Πλήρης ορισμός της έννοιας «ιδρύματα πληρωμών» ανευρίσκεται στο άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας για τις υπηρεσίες πληρωμών: βλ. σημείο 44 των παρουσών προτάσεων.

( 14 ) Βλ., επίσης, σημείο 29 των παρουσών προτάσεων.

( 15 ) Μέτρα εφαρμογής θεσπίστηκαν με την οδηγία 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Αυγούστου 2006, για τη θέσπιση μέτρων εφαρμογής της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τον ορισμό του «πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου» και τα τεχνικά κριτήρια για την εφαρμογή της απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και την εφαρμογή της εξαίρεσης σε περιπτώσεις άσκησης χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας σε περιστασιακή ή πολύ περιορισμένη βάση (ΕΕ L 214, σ. 29). Μολονότι η οδηγία αυτή θεσπίζει μέτρα εφαρμογής όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τα τεχνικά κριτήρια με βάση τα οποία εκτιμάται εάν μία κατάσταση αντιπροσωπεύει χαμηλό κίνδυνο νομιμοποιήσεως παράνομων εσόδων ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας όπως αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφοι 2 και 5, της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, εντούτοις δεν καλύπτει το άρθρο 11, παράγραφος 1.

( 16 ) Βλ. σημείο 32 των παρουσών προτάσεων.

( 17 ) Βλ. άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.

( 18 ) Το άρθρο 10 θεσπίζει μεν απλουστευμένα μέτρα, τα οποία ωστόσο αφορούν προϊόντα ή συναλλαγές.

( 19 ) Ήτοι, πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί όπως απαριθμούνται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, περιπτώσεις 1 και 2, της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

( 20 ) Βλ. συστάσεις της FATF του 2003, εισαγωγή, υποσημείωση 1, και συστάσεις της FATF του 2012, εισαγωγή, σελ. 7. Η Επιτροπή απαριθμείται μεταξύ των μελών της FATF.

( 21 ) Βλ., εν είδει παραδείγματος, απόφαση Jyske Bank Gibraltar (C‑212/11, EU:C:2013:270, σκέψεις 46 και 63) (στο εξής: απόφαση Jyske Bank Gibraltar).

( 22 ) Βλ. σημείο 7 των παρουσών προτάσεων.

( 23 ) Βλ. απόφαση Jyske Bank Gibraltar (EU:C:2013:270, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 24 ) Άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.

( 25 ) Απόφαση BKK Mobil Oil (C‑59/12, EU:C:2013:634, σκέψη 33).

( 26 ) Βλ., για παράδειγμα, άρθρα 8, παράγραφος 2, και 34, παράγραφος 1, και αιτιολογικές σκέψεις 22 και 24 της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

( 27 ) Ενδέχεται να υφίστανται και άλλες περιπτώσεις στις οποίες διαπιστώνεται η ύπαρξη ενός τέτοιου κινδύνου.

( 28 ) Όπως τα άρθρα 22, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, 24 και 27.

( 29 ) Σημειώνω ότι, μολονότι η οδηγία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δεν ορίζει, όπως φαίνεται, την έννοια «προϊόν», εντούτοις, λαμβάνοντας υπόψη το συγκείμενο εντός του οποίου αυτή χρησιμοποιείται, προκύπτει ότι εμπίπτουν σε αυτή ποικίλες οικονομικές και εμπορικές προσφορές.

( 30 ) Βλ., επίσης, ερμηνευτικό σημείωμα 9 επί της συστάσεως 5 των συστάσεων της FATF του 2003.

( 31 ) Βλ., επίσης, ερμηνευτικό σημείωμα 10 επί της συστάσεως 5 των συστάσεων της FATF του 2003.

( 32 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 22 και 24 της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Βλ. επίσης σύσταση 1 των συστάσεων της FATF του 2012.

( 33 ) Βλ., για παράδειγμα, άρθρα 17 και 21 της οδηγίας για τις υπηρεσίες πληρωμών.

( 34 ) Εν είδει παραδείγματος, στο νομοθετικό οπλοστάσιο της Ένωσης για την καταπολέμηση της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα εξής: κανονισμός (ΕΚ) 1781/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Νοεμβρίου 2006, περί των πληροφοριών για τον πληρωτή που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών (ΕΕ L 345, σ. 1)· κανονισμός (ΕΚ) 1889/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με τους ελέγχους ρευστών διαθεσίμων που εισέρχονται ή εξέρχονται από την Κοινότητα (ΕΕ L 309, σ. 9)· κανονισμός (ΕΚ) 2580/2001 του Συμβουλίου, της 27ης Δεκεμβρίου 2001, για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L 344, σ. 70).

( 35 ) Η FATF υιοθέτησε επίσης την άποψη ότι η προσέγγιση που βασίζεται στον κίνδυνο δεν είναι μια προσέγγιση «μηδενικής αποτυχίας» και ότι δεν αποκλείεται ένας οργανισμός να έχει λάβει όλα τα εύλογα μέτρα προκειμένου να διαπιστώνονται και να μετριάζονται οι κίνδυνοι και παρά ταύτα να χρησιμοποιείται για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Βλ., FATF, Guidance for a Risk-Based Approach — The Banking Sector (Οκτώβριος 2014), σημείο 10.

( 36 ) Επί του συμπεράσματος αυτού στηρίχθηκε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προκειμένου να προτείνει την εξαίρεση του (νυν) άρθρου 7, στοιχείο γʹ. από την παρέκκλιση [του άρθρου 11]: βλ. έκθεση επί της προτάσεως οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας [COM52004°0448 — C6-0143/2004 — 2004/0137(COD)], σ. 43.

( 37 ) Τούτο επίσης συνάδει με τις συστάσεις της FATF του 2003. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό σημείωμα 13 επί της συστάσεως 5 «τα απλουστευμένα μέτρα [δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη] δεν επιτρέπονται όταν υφίσταται υπόνοια νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας ή δεν αποκλείονται συγκεκριμένα σενάρια υψηλότερου κινδύνου». Βλ., επίσης, ερμηνευτικό σημείωμα 2 επί της συστάσεως 1 των συστάσεων της FATF του 2012.

( 38 ) Είναι αληθές ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να θέτουν παρόμοιες υποχρεώσεις και σε περιπτώσεις πέραν των απαριθμούμενων στις παραγράφους 2 έως 4, εφόσον παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας και πληρούν τα τεχνικά κριτήρια που καθορίζονται με τα μέτρα εφαρμογής τα οποία λαμβάνει θεσπίζει η Επιτροπή βάσει του άρθρου 40, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ. Καθόσον μπορώ να διαπιστώσω, τέτοια μέτρα εφαρμογής δεν έχουν ακόμη θεσπιστεί.

( 39 ) Βλ. σημείο 54 των παρουσών προτάσεων.

( 40 ) Απόφαση Jyske Bank Gibraltar (EU:C:2013:270, σκέψη 61).

( 41 ) Βλ. απόφαση Jyske Bank Gibraltar (EU:C:2013:270, σκέψη 61).

( 42 ) Βλ. σημεία 108 έως 119 των παρουσών προτάσεων.

( 43 ) Άρθρο 21 της οδηγίας για τις υπηρεσίες πληρωμών.

( 44 ) Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 10 της οδηγίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

( 45 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Jyske Bank Gibraltar (C‑212/11, EU:C:2012:607, σημείο 61 [78]).

( 46 ) Ο τίτλος αυτός περιλαμβάνει το άρθρο 17, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες πληρωμών.

( 47 ) Βλ. άρθρο 17, παράγραφος 6, της οδηγίας για τις υπηρεσίες πληρωμών.

( 48 ) Βλ. σημεία 81 έως 82 των παρουσών προτάσεων.

( 49 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑438/08, EU:C:2009:651, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 50 ) Απόφαση Jyske Bank Gibraltar (EU:C:2013:270, σκέψη 49, σε συνδυασμό με τις σκέψεις 59 και 60).

( 51 ) Απόφαση Jyske Bank Gibraltar (EU:C:2013:270, σκέψεις 57 έως 60 και, ιδίως, παρατιθέμενη στη σκέψη 60 νομολογία).

( 52 ) Απόφαση Jyske Bank Gibraltar (EU:C:2013:270, σκέψεις 62 έως 64 και 85 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 53 ) Απόφαση Jyske Bank Gibraltar (EU:C:2013:270, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 54 ) Το ερμηνευτικό σημείωμα 15, από κοινού με το ερμηνευτικό σημείωμα 14, των συστάσεων της FATF του 2012 περιλαμβάνει παραδείγματα τα οποία προσφέρουν καθοδήγηση ως προς το ποιοι είναι χρήσιμοι δείκτες υψηλού κινδύνου. Ωστόσο, το γράμμα του σημειώματος 14 ρητώς αναφέρει ότι τα παραδείγματα αυτά ενδέχεται να μην είναι λυσιτελή για όλες τις περιπτώσεις. Υπό στοιχείο γʹ απαριθμούνται: υπηρεσίες ιδιωτικής τράπεζας, ανώνυμες συναλλαγές, απρόσωπες εμπορικές σχέσεις ή συναλλαγές, πληρωμές από άγνωστα ή μη συνδεόμενα τρίτα πρόσωπα.

( 55 ) Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις Accor (C‑310/09, EU:C:2011:581, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και ProRail (C‑332/11, EU:C:2013:87, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 56 ) Υπό τις συνθήκες αυτές, συμμερίζομαι την άποψη ότι η συγκεκριμένη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι καλύπτει επίσης όλους εκείνους των οποίων οι πράξεις, όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα του αντιπροσώπου, συνεπάγονται ευθύνη της οντότητας εξ ονόματος της οποίας πράττουν. Το άρθρο 9, παράγραφος 4, το οποίο αναφέρεται σε συναλλαγές που [δεν] γίνονται «από τον πελάτη ή για λογαριασμό του», επιβεβαιώνει τη συγκεκριμένη ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ. Η ερμηνεία αυτή συνάδει επίσης με τις συστάσεις της FATF του 2003 και το ερμηνευτικό σημείωμα 4, σύμφωνα με το οποίο, οσάκις ο πελάτης είναι νομικό πρόσωπο, τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη για την εξακρίβωση και τον έλεγχο και της ταυτότητάς του περιλαμβάνουν την υποχρέωση «να ελέγχεται αν κάθε πρόσωπο που φέρεται ότι πράττει για λογαριασμό του πελάτη είναι όντως προς τούτο εξουσιοδοτημένο και να εξακριβώνεται η ταυτότητα του συγκεκριμένου προσώπου». Βλ., επίσης, ερμηνευτικό σημείωμα 4 επί της συστάσεως 10 των συστάσεων της FATF του 2012.