ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 6ης Φεβρουαρίου 2014 ( *1 )

«Αίτηση αναιρέσεως — Άρθρο 181 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου — Άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου — Υποχρεωτικό περιεχόμενο της αιτήσεως αναιρέσεως»

Στην υπόθεση C‑28/13 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ασκήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 2013,

Gabi Thesing, κάτοικος Λονδίνου (Ηνωμένο Βασίλειο),

Bloomberg Finance LP, με έδρα το Wilmington (ΗΠΑ),

εκπροσωπούμενες από τους M. Stephens και R. Lands, solicitors, καθώς και από τον T. Pitt-Payne, QC,

αναιρεσείουσες,

όπου ο έτερος διάδικος είναι η

Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), εκπροσωπούμενη από τις M. López Torres και S. Lambrinoc,

καθής πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους T. von Danwitz (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, E. Juhász, A. Rosas, D. Šváby και C. Vajda, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi

γραμματέας: A. Calot Escobar

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 181 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1

Με την αίτησή τους αναιρέσεως, η G. Thesing και η Bloomberg Finance LP (στο εξής: Bloomberg) ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 29ης Νοεμβρίου 2012, T‑590/10, Thesing και Bloomberg Finance κατά ΕΚΤ (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή τους με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της εκτελεστικής επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η οποία τους κοινοποιήθηκε στις 21 Οκτωβρίου 2010, περί επιβεβαιώσεως της μη χορηγήσεως σε αυτές προσβάσεως σε δύο έγγραφα αφορώντα το δημόσιο χρέος και το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ελληνικής Δημοκρατίας (στο εξής: επίδικη απόφαση).

Το νομικό πλαίσιο

2

Η απόφαση 2004/258/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 4ης Μαρτίου 2004, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΕ L 80, σ. 42), έχει ως σκοπό, όπως ορίζεται στο άρθρο της 1, «να καθορίσει τους όρους και τους περιορισμούς σύμφωνα με τους οποίους η ΕΚΤ χορηγεί στο κοινό πρόσβαση σε έγγραφα της ΕΚΤ».

3

Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως ορίζει ότι «[κ]άθε πολίτης της Ένωσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την έδρα του σε ένα κράτος μέλος έχει δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα των θεσμικών οργάνων, υπό την επιφύλαξη των αρχών, όρων και περιορισμών που καθορίζονται στην παρούσα απόφαση».

4

Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 έως 3, της αποφάσεως 2004/258 προβλέπει τα εξής:

«1.   Η ΕΚΤ αρνείται την πρόσβαση σε ένα έγγραφο η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία:

α)

του δημοσίου συμφέροντος, όσον αφορά:

την εμπιστευτικότητα των εργασιών των οργάνων λήψης αποφάσεων της ΕΚΤ,

τη δημοσιονομική, νομισματική ή οικονομική πολιτική της Κοινότητας ή ενός κράτους μέλους,

τα οικονομικά της ΕΚΤ ή των [εθνικών κεντρικών τραπεζών]

την προστασία της ακεραιότητας των τραπεζογραμματίων ευρώ,

τη δημόσια ασφάλεια,

τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές, νομισματικές ή οικονομικές σχέσεις·

[...]

2.   Η ΕΚΤ αρνείται την πρόσβαση σε ένα έγγραφο η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία:

των εμπορικών συμφερόντων ενός συγκεκριμένου φυσικού ή νομικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της πνευματικής ιδιοκτησίας,

των δικαστικών διαδικασιών και της παροχής νομικών συμβουλών,

του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου,

εκτός εάν για τη [δημοσιοποίηση] του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.

3.   Η ΕΚΤ αρνείται την πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν απόψεις για εσωτερική χρήση, ως μέρος συζητήσεων και προκαταρκτικών διαβουλεύσεων εντός της ΕΚΤ ή με τις [εθνικές κεντρικές τράπεζες], ακόμη και αφού έχει ληφθεί η απόφαση, εκτός εάν για τη γνωστοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.»

5

Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, της ίδιας αποφάσεως, «[σ]την περίπτωση ολικής ή μερικής άρνησης, ο αιτών μπορεί, εντός 15 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της απάντησης του θεσμικού οργάνου, να υποβάλει επιβεβαιωτική αίτηση ζητώντας από το θεσμικό όργανο να αναθεωρήσει τη θέση του […]».

Το ιστορικό της διαφοράς και η επίδικη απόφαση

6

Η G. Thesing είναι δημοσιογράφος. Εργάζεται στην εταιρία Bloomberg, η οποία ασκεί τη δραστηριότητά της στο Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο) υπό την επωνυμία Bloomberg News.

7

Στις 20 Αυγούστου 2010, η G. Thesing ζήτησε από την ΕΚΤ πρόσβαση σε δύο έγγραφα σχετικά με την πραγματοποίηση συναλλαγών σχετικών με παράγωγα μέσα κατά τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων και κατά τη διαχείριση του δημοσίου χρέους στην Ελλάδα και στη ζώνη του ευρώ. Με έγγραφο της 17ης Σεπτεμβρίου 2010, ο γενικός διευθυντής Γραμματείας και Γλωσσικών Υπηρεσιών της ΕΚΤ γνωστοποίησε στην G. Thesing την απόφαση να μη χορηγηθεί πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα.

8

Στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, οι αναιρεσείουσες υπέβαλαν επιβεβαιωτική αίτηση στην ΕΚΤ, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2004/258, ζητώντας από την εκτελεστική επιτροπή της ΕΚΤ να αναθεωρήσει την απόφαση της ΕΚΤ περί αρνήσεως χορηγήσεως προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα.

9

Με έγγραφο της 21ης Οκτωβρίου 2010, ο πρόεδρος της ΕΚΤ ενημέρωσε την G. Thesing για την επίδικη απόφαση. Η εν λόγω απόφαση βασιζόταν στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος όσον αφορά την οικονομική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελληνικής Δημοκρατίας, καθώς και στην προστασία των εργασιών και των εσωτερικών διαβουλεύσεων της ΕΚΤ, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερη περίπτωση, και του άρθρου 4, παράγραφος 3, της αποφάσεως 2004/258. Όσον αφορά το δεύτερο έγγραφο, η άρνηση χορηγήσεως προσβάσεως επίσης στηρίχθηκε στην προστασία των εμπορικών συμφερόντων συγκεκριμένου φυσικού ή νομικού προσώπου, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της ως άνω αποφάσεως.

Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

10

Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 27 Δεκεμβρίου 2010, οι αναιρεσείουσες άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως με αίτημα να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση, να διαταχθεί η ΕΚΤ να χορηγήσει σε αυτές πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα και να καταδικασθεί η ΕΚΤ στα δικαστικά έξοδα.

11

Η ΕΚΤ ζήτησε την απόρριψη της εν λόγω προσφυγής και την καταδίκη των νυν αναιρεσειουσών στα δικαστικά έξοδα.

12

Στο πλαίσιο της λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο διέταξε την ΕΚΤ να προσκομίσει τα δύο επίμαχα έγγραφα, επισημαίνοντας ότι αυτά δεν θα κοινοποιούνταν στις νυν αναιρεσείουσες. Η ΕΚΤ συμμορφώθηκε προς το μέτρο αυτό εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

13

Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ως μερικώς απαράδεκτη και ως μερικώς αβάσιμη και καταδίκασε τις νυν αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.

14

Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η ΕΚΤ μπορούσε βασίμως να στηρίξει την άρνησή της περί χορηγήσεως προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα στην εξαίρεση από το δικαίωμα προσβάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως 2004/258.

Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

15

Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

να ακυρώσει την επίδικη απόφαση της ΕΚΤ·

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέτρο που με αυτή καταδικάζονται οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της ΕΚΤ, και

επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ούτως ώστε αυτό να αποφανθεί σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου επί των νομικών ζητημάτων που προβλήθηκαν με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.

16

Η ΕΚΤ ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.

17

Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Νοεμβρίου 2013 απορρίφθηκαν οι αιτήσεις παρεμβάσεως που υπέβαλαν η Media Legal Defence Initiative, η Access Info Europe καθώς και η Guardian News and Media Ltd.

Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

18

Δυνάμει του άρθρου 181 του Κανονισμού του Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι, εν όλω ή εν μέρει, προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο δύναται ανά πάσα στιγμή, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να απορρίψει εν όλω ή εν μέρει την αίτηση αναιρέσεως, με αιτιολογημένη διάταξη.

19

Προς στήριξη της αιτήσεώς τους, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν πέντε λόγους αναιρέσεως, εκ των οποίων ο τελευταίος αφορά την απόφαση επί των δικαστικών εξόδων.

Επί των τεσσάρων πρώτων λόγων αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

20

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως 2004/258. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο στην οποία, κατά τις αναιρεσείουσες, υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο κρίνοντας ότι η ΕΚΤ μπορούσε βασίμως να αποφασίσει ότι η γνωστοποίηση των ζητηθέντων από τις αναιρεσείουσες εγγράφων θίγει την οικονομική πολιτική της Ένωσης και της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αντλείται από πεπλανημένη ερμηνεία του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις4 Νοεμβρίου 1950. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον δεν εξέτασε τα σχετικά με το άρθρο 4, παράγραφοι 2 και 3, της αποφάσεως 2004/258 επιχειρήματά τους.

21

Η ΕΚΤ υποστηρίζει, κυρίως, ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη. Αφενός, εκτιμά ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις των άρθρων 21, 56 και 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 169 του Κανονισμού Διαδικασίας. Ειδικότερα, οι αναιρεσείουσες δεν προσδιορίζουν σαφώς ούτε τις σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ούτε τα συγκεκριμένα σημεία του σκεπτικού της τελευταίας κατά των οποίων βάλλουν με την αίτησή τους αναιρέσεως. Η μνεία των εν λόγω σημείων στο υπόμνημα απαντήσεως δεν δύναται να θεραπεύσει την πλημμέλεια αυτή. Επιπλέον, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται μόνον ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο χωρίς εντούτοις να προβάλλουν επιχειρήματα προς στήριξη του εν λόγω ισχυρισμού.

22

Αφετέρου, η ΕΚΤ εκτιμά ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι οι αναιρεσείουσες περιορίστηκαν σε μια «συνοπτική έκθεση των λόγων αναιρέσεως και των επιχειρημάτων των αναιρεσειουσών» η οποία δεν περιλαμβάνει τους προβληθέντες λόγους αναιρέσεως και τα προβληθέντα νομικά επιχειρήματα.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

23

Με τους τέσσερις πρώτους λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες βάλλουν κατά διαφόρων στοιχείων του σκεπτικού του Γενικού Δικαστηρίου.

24

Εντούτοις, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως δεν περιλαμβάνουν καμία ένδειξη ως προς τα σημεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στα οποία προσάπτεται πλάνη περί το δίκαιο, ούτε επιχειρηματολογία η οποία να θεμελιώνει τίνι τρόπω το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε τέτοια πλάνη. Μολονότι, στο πλαίσιο των ως άνω προβληθέντων λόγων, η αίτηση αναιρέσεως περιλαμβάνει ανάλυση που βαίνει πέραν της απλής επικλήσεως των λόγων αναιρέσεως, εντούτοις η ανάλυση αυτή εξαντλείται στην παρουσίαση των αιτημάτων χωρίς να παρέχει περαιτέρω διευκρινίσεις.

25

Όπως έχει επανειλημμένως κρίνει το Δικαστήριο, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να αναφέρει επακριβώς τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν ειδικώς την αίτηση αυτή, επί ποινή απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως ή του οικείου λόγου αναιρέσεως (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 2005, C-189/02 P, C-202/02 P, C-205/02 P έως C-208/02 P και C-213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I-5425, σκέψη 426, της 18ης Ιουλίου 2013, C‑501/11 P, Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 43, της 3ης Οκτωβρίου 2013, C‑120/12 P, Rintisch κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 49, καθώς και της 7ης Νοεμβρίου 2013, C‑560/12 P, Wam Industriale κατά Επιτροπής, σκέψη 42). Δεν ανταποκρίνεται σε αυτή την απαίτηση αίτηση αναιρέσεως η οποία δεν περιλαμβάνει καμία επιχειρηματολογία ώστε να προσδιορισθεί η πλάνη περί το δίκαιο την οποία ενέχει, κατά τον αναιρεσείοντα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 27ης Ιουνίου 2013, C‑566/12 P, Baleanu κατά Επιτροπής, σκέψη 13, και προπαρατεθείσα απόφαση Wam Industriale κατά Επιτροπής, σκέψη 42).

26

Το Δικαστήριο έχει επίσης υπογραμμίσει ότι η αόριστη επίκληση λόγων αναιρέσεως στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές των άρθρων 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού του Διαδικασίας (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-51/92 P, Hercules Chemicals κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-4235, σκέψη 113, και προπαρατεθείσα απόφαση Wam Industriale κατά Επιτροπής, σκέψη 43).

27

Συναφώς, στο άρθρο 169, παράγραφος 2, του ως άνω Κανονισμού, ορίζεται ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι και τα προβαλλόμενα νομικά επιχειρήματα προσδιορίζουν με ακρίβεια τα σημεία του σκεπτικού της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου που αμφισβητούνται.

28

Συγκεκριμένα, αίτηση αναιρέσεως η οποία στερείται τέτοιων χαρακτηριστικών δεν είναι δυνατόν να τύχει νομικής εκτιμήσεως κατά τρόπο ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να εκπληρώσει την αποστολή του και να ασκήσει τον προσήκοντα έλεγχο νομιμότητας στην εξεταζόμενη περίπτωση (προπαρατεθείσα απόφαση Wam Industriale κατά Επιτροπής, σκέψη 44).

29

Επιπροσθέτως, ο κανόνας που προβλέπεται στο άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας καθιστά δυνατή την προστασία της ισότητας των διοικουμένων. Συγκεκριμένα, η δυνατότητα του Δικαστηρίου να επισημαίνει με ευκολία τα αμφισβητούμενα σημεία μιας αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εξαρτάται από πλείονα στοιχεία, όπως η έκταση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η έκταση της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αριθμός των λόγων αναιρέσεως, καθώς και η πολυπλοκότητα του σκεπτικού τόσο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όσο και της αιτήσεως αναιρέσεως. Ωστόσο, το παραδεκτό μιας αιτήσεως αναιρέσεως δεν μπορεί να εξαρτάται από τέτοια στοιχεία.

30

Εξάλλου, δεν μπορεί να θεραπευθεί, μέσω του υπομνήματος απαντήσεως, η πλημμέλεια η απορρέουσα από τη μη τήρηση της ως άνω διατάξεως στην αίτηση αναιρέσεως, λαμβανομένης υπόψη της λειτουργίας του εν λόγω υπομνήματος όπως αυτή προκύπτει από το άρθρο 175, παράγραφος 1, του ως άνω Κανονισμού.

31

Κατά συνέπεια, και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της αναπτυχθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου επιχειρηματολογίας, όπως αυτή επισημάνθηκε ανωτέρω, οι τέσσερις πρώτοι λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως προδήλως απαράδεκτοι.

Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα

32

Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έπρεπε να τις καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα της ΕΚΤ, δεδομένου ότι οι ίδιες δεν ζήτησαν, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της δικής τους προσφυγής, την καταδίκη της ΕΚΤ στα δικά τους δικαστικά έξοδα.

33

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στην περίπτωση απορρίψεως όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως, ο λόγος που αφορά την έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου επί των δικαστικών εξόδων πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτος, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο δεν χωρεί αναίρεση αποκλειστικά για τον καταλογισμό ή το ύψος των δικαστικών εξόδων (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-57/00 P και C-61/00 P, Freistaat Sachsen κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I-9975, σκέψη 124, της 5ης Ιουλίου 2011, C-263/09 P, Edwin κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2011, σ. I-5853, σκέψη 78, καθώς και της 14ης Νοεμβρίου 2013, C‑514/11 P και C‑605/11 P, LPN και Φινλανδία κατά Επιτροπής, σκέψη 100).

34

Δεδομένου ότι οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως απορρίφθηκαν, ο τελευταίος λόγος, σχετικά με την κατανομή των δικαστικών εξόδων, πρέπει, συνεπώς, να κριθεί απαράδεκτος.

35

Δεδομένου δε ότι κανένας από τους προβληθέντες από τις αναιρεσείουσες λόγους αναιρέσεως δεν έγινε δεκτός, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Επί των δικαστικών εξόδων

36

Δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων.

37

Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου του 184, παράγραφος 1, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, αν υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η G. Thesing και η Bloomberg ηττήθηκαν και η ΕΚΤ ζήτησε την καταδίκη τους στα δικαστικά έξοδα, αυτές πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) διατάσσει:

 

1)

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

 

2)

Καταδικάζει την Gabi Thesing και την Bloomberg Finance LP στα δικαστικά έξοδα.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.