Υπόθεση C‑642/13 P
Villeroy & Boch Belgium SA
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναίρεσης – Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Βελγική, γερμανική, γαλλική, ιταλική, ολλανδική και αυστριακή αγορά ειδών υγιεινής – Απόφαση με την οποία διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο – Συντονισμός τιμών πώλησης και ανταλλαγή ευαίσθητων εμπορικών πληροφοριών – Ενιαία παράβαση – Απόδειξη – Πρόστιμα – Πλήρης δικαιοδοσία – Εύλογη προθεσμία – Αναλογικότητα»
Περίληψη – Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα)
της 26ης Ιανουαρίου 2017
Ένδικη διαδικασία–Προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης–Προϋποθέσεις–Εξέταση από το Δικαστήριο–Τρόπος εξέτασης
[Κανονισμός Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου (1991), άρθρο 48 § 2]
Συμπράξεις–Απαγόρευση–Παραβάσεις–Συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που συνιστούν ενιαία παράβαση–Καταλογισμός σε επιχείρηση της ευθύνης για το σύνολο της παράβασης–Προϋποθέσεις–Παραβατικές πρακτικές και ενέργειες οι οποίες εντάσσονται σε συνολικό σχέδιο–Εκτίμηση–Απαίτηση να υπάρχει σχέση ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που συμμετέχουν–Δεν υφίσταται–Απαίτηση να αλληλοσυμπληρώνονται οι πρακτικές οι οποίες τους προσάπτονται–Δεν υφίσταται
(Άρθρο 101 § 1 ΣΛΕΕ)
Αναίρεση–Λόγοι–Ανεπαρκής αιτιολογία–Περιεχόμενο της υποχρέωσης αιτιολόγησης–Υποχρέωση του Γενικού Δικαστηρίου να αιτιολογήσει τυχόν διαφορές μεταξύ περισσότερων αποφάσεών του οι οποίες αφορούν την ίδια απόφαση της Επιτροπής–Δεν υφίσταται
(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρα 36 και 53, εδ. 1)
Αναίρεση–Λόγοι–Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών–Απαράδεκτο–Έλεγχος από το Δικαστήριο της εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων–Αποκλείεται, πλην της περίπτωσης παραμόρφωσης του περιεχομένου τους
(Άρθρο 256 § 1, εδ. 2, ΣΛΕΕ· Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 58, εδ. 1)
Ανταγωνισμός–Πρόστιμα–Ύψος–Καθορισμός–Δικαστικός έλεγχος–Πλήρης δικαιοδοσία του δικαστή της Ένωσης–Περιεχόμενο–Υποχρέωση αυτεπάγγελτου ελέγχου της απόφασης με την οποία επιβλήθηκε το πρόστιμο–Δεν υφίσταται–Προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας–Δεν υφίσταται
(Άρθρα 261 ΣΛΕΕ και 263 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 31)
Αναίρεση–Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου–Έλεγχος της εκτίμησης στην οποία προέβη η Επιτροπή σχετικά με τη σοβαρότητα της παράβασης, προκειμένου να καθορίσει το ύψος του προστίμου–Δεν εμπίπτει–Ελέγχεται μόνον το αν το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη τα βασικά κριτήρια εκτίμησης της σοβαρότητας της παράβασης και το σύνολο των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν κατά του επιβληθέντος προστίμου
(Άρθρο 256 ΣΛΕΕ· Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 58, εδ. 1· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23 § 3)
Αναίρεση–Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου–Αμφισβήτηση, για λόγους επιείκειας, της εκτίμησης του Γενικού Δικαστηρίου ως προς το ύψος των προστίμων που έχουν επιβληθεί σε επιχειρήσεις οι οποίες παρέβησαν τους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης–Αποκλείεται–Αμφισβήτηση της ως άνω εκτίμησης λόγω ενδεχόμενης παραβίασης της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων–Επιτρέπεται
(Άρθρα 256 ΣΛΕΕ και 261 ΣΛΕΕ· Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 58, εδ. 1· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 31)
Ανταγωνισμός–Πρόστιμα–Καθορισμός–Μη τήρηση της αρχής της εύλογης διάρκειας της διοικητικής και ένδικης διαδικασίας–Παράβαση η οποία δεν δικαιολογεί, από μόνη της, τη μείωση του προστίμου
(Άρθρα 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 41 § 1· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου)
Βλ. το κείμενο της απόφασης.
(βλ. σκέψεις 34, 35)
Επιχείρηση που έχει μετάσχει σε ενιαία και σύνθετη παράβαση με ενέργειές της οι οποίες ενέπιπταν στην έννοια της κατά το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμφωνίας ή εναρμονισμένης πρακτικής και απέβλεπαν στην υλοποίηση της παράβασης στο σύνολό της, μπορεί συνεπώς να είναι συνυπαίτια, ως προς όλη τη διάρκεια της συμμετοχής της στην εν λόγω παράβαση, για ενέργειες στις οποίες προέβησαν άλλες επιχειρήσεις στο πλαίσιο της ίδιας παράβασης. Τούτο ισχύει όταν αποδεικνύεται ότι η επιχείρηση αυτή είχε την πρόθεση να συμβάλει με τη συμπεριφορά της στους κοινούς σκοπούς που επιδίωκε το σύνολο των μετεχόντων και ότι είτε γνώριζε την παραβατική συμπεριφορά την οποία σχεδίαζαν να τηρήσουν ή τηρούσαν άλλες επιχειρήσεις, επιδιώκοντας τους ίδιους σκοπούς, είτε μπορούσε ευλόγως να την προβλέψει και αποδεχόταν τον σχετικό κίνδυνο.
Εξάλλου, προκειμένου να χαρακτηριστούν διάφορες ενέργειες ως ενιαία και διαρκής παράβαση, δεν είναι απαραίτητο να ελεγχθεί αν εμφανίζουν μεταξύ τους σχέση συμπληρωματικότητας, υπό την έννοια ότι καθεμία από αυτές αποσκοπεί στην αντιμετώπιση μίας ή περισσοτέρων συνεπειών της κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού, και αν συντείνουν, μέσω της αλληλεπίδρασής τους, στην επέλευση του συνόλου των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων τα οποία επιδίωξαν όσοι ενήργησαν στο πλαίσιο ενός σφαιρικού σχεδίου, επιδιώκοντας ενιαίο σκοπό.
Το γράμμα του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ αναφέρεται γενικώς σε όλες τις συμφωνίες και τις εναρμονισμένες πρακτικές οι οποίες, είτε στις οριζόντιες σχέσεις είτε στις κάθετες, νοθεύουν τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά, ανεξαρτήτως σε ποια συγκεκριμένη αγορά δραστηριοποιούνται οι εμπλεκόμενοι, καθώς και ανεξαρτήτως αν οι όροι των μεταξύ τους διακανονισμών αφορούν μόνον την εμπορική συμπεριφορά του ενός εξ αυτών.
Τούτο σημαίνει, αφενός, ότι μπορεί να συντρέχει παραβίαση της απαγόρευσης του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ από επιχείρηση όταν η συμπεριφορά της, όπως είναι συντονισμένη με εκείνη άλλων επιχειρήσεων, αποσκοπεί στον περιορισμό του ανταγωνισμού σε συγκεκριμένη αγορά, χωρίς να απαιτείται κατ’ ανάγκην να δραστηριοποιείται η ίδια στην εν λόγω αγορά.
Σημαίνει επίσης, αφετέρου, ότι η Επιτροπή δεν υποπίπτει σε σφάλμα όταν, χωρίς να αποδεικνύεται οπωσδήποτε η ύπαρξη σχέσης συμπληρωματικότητας μεταξύ των προσαπτόμενων πρακτικών, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υφίσταται ενιαία και διαρκής παράβαση κρίνοντας ότι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση ευθύνεται, από τη μία πλευρά, για άμεση συμμετοχή στην προσαπτόμενη παράβαση και, από την άλλη πλευρά, για έμμεση συμμετοχή σε αυτή, κατά το μέτρο που είτε γνώριζε όλες τις υπόλοιπες αθέμιτες ενέργειες στις οποίες σχεδίαζαν να προβούν ή προέβαιναν οι λοιποί μετέχοντες στην επίμαχη σύμπραξη, επιδιώκοντας τους ίδιους σκοπούς, είτε μπορούσε ευλόγως να τις προβλέψει και αποδεχόταν τον σχετικό κίνδυνο.
(βλ. σκέψεις 39, 40, 55, 57, 63)
Η υποχρέωση του Γενικού Δικαστηρίου να αιτιολογεί τις αποφάσεις του δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να φθάνει μέχρι του σημείου να του επιβάλλεται να δικαιολογήσει τη λύση που δέχεται σε μια υπόθεση, σε σχέση με τη λύση που έχει δεχθεί σε άλλη υπόθεση της οποίας επιλήφθηκε, έστω και αν η τελευταία αφορά την ίδια απόφαση της Επιτροπής σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.
(βλ. σκέψη 43)
Βλ. το κείμενο της απόφασης.
(βλ. σκέψη 45)
Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο των αποφάσεων της Επιτροπής περί επιβολής προστίμου για παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, ο έλεγχος νομιμότητας τον οποίο καθιερώνει το άρθρο 263 ΣΛΕΕ συμπληρώνεται με την πλήρη δικαιοδοσία που αναγνωρίζεται στον δικαστή της Ένωσης από το άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΣΛΕΕ. Η εν λόγω δικαιοδοσία παρέχει στον δικαστή την εξουσία, πέραν του απλού ελέγχου νομιμότητας της κύρωσης, να αντικαθιστά την εκτίμηση της Επιτροπής με τη δική του και, κατά συνέπεια, να ακυρώνει, να μειώνει ή να αυξάνει το πρόστιμο ή τη χρηματική ποινή που επιβλήθηκαν.
Για να γίνει δεκτό ότι πληρούνται, σε σχέση με το πρόστιμο που επιβλήθηκε, οι απαιτήσεις ενός ελέγχου πλήρους δικαιοδοσίας κατά την έννοια του άρθρου 47 του Χάρτη, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει, στο πλαίσιο της άσκησης των προβλεπόμενων από τα άρθρα 261 ΣΛΕΕ και 263 ΣΛΕΕ αρμοδιοτήτων του, να εξετάζει κάθε νομική ή πραγματική αιτίαση με την οποία υποστηρίζεται ότι το ύψος του προστίμου δεν είναι ανάλογο προς τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης. Η άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας δεν ισοδυναμεί, όμως, με αυτεπάγγελτο έλεγχο, και η διαδικασία διεξάγεται κατ’ αντιμωλίαν. Απόκειται κατ’ αρχήν στον προσφεύγοντα να προβάλει λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης της Επιτροπής και να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη των λόγων αυτών.
Η έλλειψη αυτεπάγγελτου ελέγχου του συνόλου της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνεπάγεται παραβίαση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Δεν είναι απαραίτητο για να πληρούται η ως άνω αρχή να υποχρεούται το Γενικό Δικαστήριο, το οποίο σαφώς οφείλει να απαντά στους προβαλλόμενους λόγους και να ασκεί έλεγχο τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε νέα, πλήρη εξέταση της δικογραφίας.
(βλ. σκέψεις 74-78)
Βλ. το κείμενο της απόφασης.
(βλ. σκέψεις 79, 83-85)
Βλ. το κείμενο της απόφασης.
(βλ. σκέψεις 80, 88)
Στον τομέα του ανταγωνισμού, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι, λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας, συντρέχει προσβολή του δικαιώματος που απορρέει από την αρχή της εύλογης διάρκειας, τούτο δεν αρκεί προς μείωση του προστίμου το οποίο επιβλήθηκε σε επιχείρηση λόγω της επίμαχης παράβασης του ανταγωνισμού.
(βλ. σκέψη 86)