Υπόθεση C‑398/13 P

Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ.

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Αίτηση αναιρέσεως — Κανονισμός (ΕΚ) 737/2010 — Κανονισμός για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 1007/2009 — Εμπόριο προϊόντων φώκιας — Περιορισμοί στην εισαγωγή και την εμπορία των εν λόγω προϊόντων — Κύρος — Νομική βάση — Άρθρο 95 ΕΚ — Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Άρθρο 17 — Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των αυτοχθόνων πληθυσμών — Άρθρο 19»

Περίληψη — Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 3ης Σεπτεμβρίου 2015

  1. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Μέτρα προοριζόμενα για τη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς – Νομική βάση – Άρθρο 95 ΕΚ – Δικαστικός έλεγχος – Όρια – Εκτίμηση με γνώμονα τα διαθέσιμα στοιχεία κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως

    (Άρθρο 95 ΕΚ)

  2. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Μέτρα προοριζόμενα για τη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς – Νομική βάση – Άρθρο 95 ΕΚ – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Περιεχόμενο

    (Άρθρα 95 ΕΚ και 253 ΕΚ)

  3. Αναίρεση – Λόγοι – Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων – Απαράδεκτο – Έλεγχος από το Δικαστήριο της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων – Αποκλείεται, πλην της περιπτώσεως παραμορφώσεως του περιεχομένου των εν λόγω στοιχείων

    (Άρθρο 256 § 1, ΣΛΕΕ· Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 58, εδ. 1)

  4. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Μέτρα προοριζόμενα για τη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς – Νομική βάση – Άρθρο 95 ΕΚ – Η προσφυγή στο εν λόγω άρθρο δεν εξαρτάται από το αν είναι πολυάριθμες οι εμπορικές συναλλαγές όσον αφορά τα προϊόντα με τα οποία σχετίζεται το επίμαχο μέτρο

    (Άρθρο 95 ΕΚ)

  5. Θεμελιώδη δικαιώματα – Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα δικαιώματα του ανθρώπου – Πράξη που δεν είναι τυπικώς ενταγμένη στην έννομη τάξη της Ένωσης

    (Άρθρο 6 § 3 ΣΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 52 § 3)

  6. Αναίρεση – Λόγοι – Έλλειψη επακριβούς επικρίσεως ενός σημείου της συλλογιστικής του Γενικού Δικαστηρίου – Έλλειψη παραθέσεως των επίμαχων σημείων του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως – Απαράδεκτο

    (Άρθρο 256 § 1, εδ. 2, ΣΛΕΕ· Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 58, εδ. 1· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρα 168 § 1, στοιχείο δʹ, και 169 § 2)

  7. Αναίρεση – Λόγοι – Λόγος προβαλλόμενος για πρώτη φορά κατ’ αναίρεση – Απαράδεκτο

    (Άρθρο 256 § 1, εδ. 2, ΣΛΕΕ· Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 58, εδ. 1)

  8. Θεμελιώδη δικαιώματα – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δικαίωμα ιδιοκτησίας – Πεδίο εφαρμογής – Δικαιώματα εκ των οποίων απορρέει μια δεδομένη νομική κατάσταση – Έννοια

    (Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 17)

  9. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Εμπόριο προϊόντων φώκιας – Κανονισμός 1007/2009 – Λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής – Υποχρέωση διαβουλεύσεως και συνεργασίας με τις κοινότητες Inuit δυνάμει της Διακηρύξεως των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των αυτοχθόνων πληθυσμών – Δεν υφίσταται

    (Κανονισμός 1007/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, αιτιολογική σκέψη 14 και άρθρο 3 § 1)

  1.  Η νομιμότητα πράξεως της Ένωσης πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τα διαθέσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως. Ως εκ τούτου, όσον αφορά προσφυγή με την οποία τίθεται εν αμφιβόλω η χρήση του άρθρου 95 ΕΚ για την έκδοση ενός κανονισμού, το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο οφείλει να ανατρέχει στον χρόνο εκδόσεως της επίμαχης πράξεως της Ένωσης προκειμένου να εξετάσει αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή τη χρήση του άρθρου 95 ΕΚ. Απεναντίας, ο χρόνος υποβολής της προτάσεως κανονισμού της Επιτροπής δεν μπορεί να είναι κρίσιμος για την ως άνω εξέταση. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο προσφυγής στρεφομένης κατά νομοθετικής πράξεως, εκείνο που αποτελεί αντικείμενο του ελέγχου νομιμότητας του δικαστή της Ένωσης δεν είναι η ως άνω πρόταση, η οποία υπόκειται σε τροποποιήσεις κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας, αλλά η εν λόγω νομοθετική πράξη όπως αυτή έχει εκδοθεί από τον νομοθέτη της Ένωσης κατά το πέρας της ως άνω διαδικασίας.

    Εξάλλου, ο αριθμός των κρατών μελών που έχουν νομοθετήσει ή που προετίθεντο να νομοθετήσουν στον οικείο τομέα κατά τον χρόνο υποβολής της προτάσεως της Επιτροπής δεν είναι, αυτός καθαυτόν, κρίσιμος για την εκτίμηση της νομιμότητας της χρήσεως, εκ μέρους του νομοθέτη της Ένωσης, του άρθρου 95 ΕΚ, εφόσον επληρούντο οι προϋποθέσεις προσφυγής στο εν λόγω άρθρο κατά τον χρόνο εκδόσεως της επίμαχης νομοθετικής πράξεως.

    (βλ. σκέψεις 22-24)

  2.  Τα μέτρα που προβλέπει το άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ πρέπει να σκοπούν πράγματι στη βελτίωση των συνθηκών για την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Μολονότι η απλή διαπίστωση διαφορών μεταξύ των εθνικών ρυθμίσεων και του αφηρημένου κινδύνου παρεμποδίσεως της ασκήσεως θεμελιωδών ελευθεριών ή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού δεν αρκεί προς δικαιολόγηση της επιλογής του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως, ο νομοθέτης της Ένωσης μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο αυτό ιδίως στην περίπτωση διαφορών μεταξύ εθνικών ρυθμίσεων που είναι ικανές να εμποδίσουν την άσκηση θεμελιωδών ελευθεριών και να έχουν, ως εκ τούτου, άμεσο αντίκτυπο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ή να προκαλέσουν αισθητές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Εξάλλου, η επιλογή αυτής της διατάξεως ως νομικής βάσεως είναι μεν δυνατή προκειμένου να προληφθούν μελλοντικά εμπόδια στο εμπόριο λόγω της ανομοιογενούς εξελίξεως των εθνικών νομοθεσιών, η εμφάνιση όμως των εμποδίων αυτών πρέπει να είναι πιθανή και το επίδικο μέτρο πρέπει να έχει ως αντικείμενο την πρόληψή τους.

    Όσον αφορά την αιτιολογία που πρέπει να παρατίθεται σε έναν κανονισμό προκειμένου να δικαιολογηθεί προσφυγή στο άρθρο 95 ΕΚ, εφόσον η αιτιολογία πράξεων γενικής ισχύος μπορεί να περιορίζεται, αφενός, στην περιγραφή της όλης καταστάσεως που οδήγησε στην έκδοση της πράξεως και, αφετέρου, στον καθορισμό των γενικών σκοπών που η πράξη αυτή επιδιώκει, δεν είναι δυνατό να προσαφθεί στον νομοθέτη της Ένωσης ότι αυτός εξέθεσε μόνον κατά γενικό τρόπο τις αποκλίσεις που υφίστανται μεταξύ των εθνικών ρυθμίσεων οι οποίες διέπουν το σχετικό θέμα και τις εξ αυτών προκύπτουσες διαταραχές της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς. Μεταξύ άλλων, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είναι υποχρεωμένος να αποσαφηνίσει, στο ίδιο το προοίμιο του κανονισμού, τον αριθμό και την ταυτότητα των κρατών μελών των οποίων η εθνική ρύθμιση έδωσε λαβή για την έκδοση της εν λόγω πράξεως.

    Εξάλλου, εφόσον η αιτιολογία του βασικού κανονισμού είναι, αυτή καθαυτήν, επαρκής, δεν είναι δυνατό να προσαφθεί στον δικαστή της Ένωσης ότι έλαβε υπόψη του, κατά την εκ μέρους του εξέταση, τις υποβληθείσες κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της νομοθεσίας των κρατών μελών, κατάσταση η οποία έδωσε λαβή για την έκδοση του εν λόγω κανονισμού, λαμβανομένου υπόψη ότι οι πληροφορίες αυτές απλώς και μόνον παρείχαν διευκρινίσεις ως προς την αιτιολογία του κανονισμού.

    (βλ. σκέψεις 26, 27, 29, 30)

  3.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 36-38)

  4.  Δεν υφίσταται νομικό κριτήριο κατά το οποίο τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται βάσει του άρθρου 95 ΕΚ αφορούν μόνον τις αγορές των προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο σχετικά σημαντικών εμπορικών συναλλαγών, δεδομένου ότι από το γράμμα του άρθρου 95 ΕΚ δεν προκύπτει η ύπαρξη τέτοιας απαιτήσεως.

    (βλ. σκέψεις 39, 40)

  5.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 45, 46)

  6.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψη 53)

  7.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψη 57)

  8.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 60, 61)

  9.  Δεδομένου ότι το άρθρο 19 της Διακηρύξεως των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των αυτοχθόνων πληθυσμών (ΔΗΕΔΑΠ), το οποίο αφορά τη διαβούλευση και τη συνεργασία με τους αυτόχθονες πληθυσμούς, δεν έχει, αυτό καθαυτό, δεσμευτική νομική ισχύ, η αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού 1007/2009, περί εμπορίου προϊόντων φώκιας, δεν προσδίδει, επίσης, δεσμευτικό αποτέλεσμα στην προβλεπόμενη από το εν λόγω άρθρο υποχρέωση αυτή προκειμένου να αποκτηθεί η συναίνεση των κοινοτήτων Inuit. Συγκεκριμένα, από το γράμμα της ως άνω αιτιολογικής σκέψεως προκύπτει ότι, προκειμένου να μην επηρεάζονται αρνητικά τα στοιχειώδη οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα των κοινοτήτων Inuit, οι οποίες επιδίδονται στη θήρα φώκιας για την επιβίωσή τους, θα πρέπει να επιτραπεί η διάθεση στην αγορά των προϊόντων φώκιας που προέρχονται από τη θήρα στην οποία επιδίδονται παραδοσιακά οι εν λόγω κοινότητες και που συμβάλλουν στην επιβίωσή τους. Δεδομένου ότι μια τέτοια άδεια διαθέσεως προϊόντων φώκιας στην αγορά προβλέπεται από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1007/2009, προκύπτει ότι η εν λόγω αιτιολογική σκέψη 14, αναφερόμενη στην αναγνώριση, εκ μέρους της ΔΗΕΔΑΠ, της ως άνω θήρας ως αναπόσπαστου μέρους του πολιτισμού και της ταυτότητας των μελών των κοινοτήτων Inuit, απλώς και μόνον αιτιολογεί την ως άνω παρέκκλιση από την προκύπτουσα από τον εν λόγω κανονισμό απαγόρευση διαθέσεως προϊόντων φώκιας στην αγορά.

    Αντιθέτως, δεν είναι δυνατό να συναχθεί από το γράμμα της αιτιολογικής σκέψεως 14 του εν λόγω κανονισμού η ύπαρξη νομικώς δεσμευτικής υποχρεώσεως συμμορφώσεως προς το άρθρο 19 της ΔΗΕΔΑΠ, διατάξεως η οποία δεν μνημονεύεται, εξάλλου, στην ως άνω αιτιολογική σκέψη.

    (βλ. σκέψεις 64-67)