ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 6ης Νοεμβρίου 2014 ( *1 )

«Κοινωνική ασφάλιση — Κανονισμός (EΟK) 1408/71 — Οικογενειακές παροχές — Κανόνες για τις περιπτώσεις σωρεύσεως δικαιωμάτων οικογενειακών παροχών»

Στην υπόθεση C‑4/13,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesfinanzhof (Γερμανία) με απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Ιανουαρίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης

Agentur für Arbeit Krefeld – Familienkasse

κατά

Susanne Fassbender-Firman,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο τμήματος, A. Rosas (εισηγητή), E. Juhász, D. Šváby και C. Vajda δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την T. Παπαδοπούλου,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον V. Kreuschitz,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Απριλίου 2014,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1606/98 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998 (ΕΕ L 209, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1408/71).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Agentur für Arbeit Krefeld — Familienkasse (Γραφείου εργασίας του Krefeld — Ταμείο οικογενειακών παροχών, στο εξής: Familienkasse) και της S. Fassbender-Firman, κατοίκου Βελγίου, η οποία ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στη Γερμανία, σχετικά με αίτηση επιστροφής των οικογενειακών επιδομάτων που καταβλήθηκαν στην τελευταία από το Familienkasse.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3

Υπό τον τίτλο «Γενικοί κανόνες», το άρθρο 13 του κανονισμού 1408/71 ορίζει τα εξής:

«1.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 14γ και 14στ, τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο παρών κανονισμός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους. Η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τίτλου.

2.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 14 έως 17:

α)

το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή αν η επιχείρηση ή ο εργοδότης που το απασχολεί έχει την έδρα της ή την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους·

[...]».

4

Το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71 προβλέπει τα εξής:

«Ο μισθωτός ή μη μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους δικαιούται, για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τις οικογενειακές παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του κράτους αυτού, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παραρτήματος VI.»

5

Το άρθρο 76 του ως άνω κανονισμού έχει ως εξής:

«1.   Όταν καταβάλλονται οικογενειακές παροχές, κατά την ίδια περίοδο, και για το ίδιο μέλος της οικογένειας λόγω άσκησης μιας επαγγελματικής δραστηριότητας, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχουν την κατοικία τους τα μέλη της οικογένειας, αναστέλλεται το δικαίωμα προς είσπραξη οικογενειακών παροχών που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, ενδεχομένως, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 73 και 74, μέχρι του ποσού που προβλέπεται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους.

2.   Εάν δεν υποβληθεί αίτηση παροχών στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου διαμένουν τα μέλη της οικογενείας, ο αρμόδιος φορέας του άλλου κράτους μέλους μπορεί να εφαρμόζει τις διατάξεις της παραγράφου 1, ως εάν εχορηγούντο οι παροχές στο πρώτο κράτος μέλος.»

6

Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138), όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 118/97 (στο εξής: κανονισμός 574/72), προβλέπει τα εξής:

«α)

Το δικαίωμα οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων που οφείλονται κατά τη νομοθεσία κράτους μέλους, σύμφωνα με την οποία η κτήση αυτού του δικαιώματος παροχών ή επιδομάτων δεν εξαρτάται από όρους ασφαλίσεως, απασχόλησης ή μη μισθωτής δραστηριότητας, αναστέλλεται όταν, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου και για το ίδιο μέλος της οικογένειας, οφείλονται παροχές είτε δυνάμει μόνο της εθνικής νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους είτε κατ’ εφαρμογή των άρθρων 73, 74, 77 ή 78 του κανονισμού [1408/71], και τούτο μέχρι του ποσού των παροχών αυτών.

β)

Πάντως, αν έχει ασκηθεί επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους:

i)

στην περίπτωση των παροχών που οφείλονται, είτε δυνάμει μόνο της εθνικής νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους είτε δυνάμει των άρθρων 73 ή 74 του κανονισμού, από το άτομο που έχει δικαίωμα οικογενειακών παροχών ή από το άτομο στο οποίο έχουν αυτές χορηγηθεί, το δικαίωμα οικογενειακών παροχών που οφείλονται, είτε δυνάμει μόνο της εθνικής νομοθεσίας αυτού του άλλου κράτους μέλους είτε δυνάμει των εν λόγω άρθρων, αναστέλλεται μέχρι του ποσού των οικογενειακών παροχών που προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί το μέλος της οικογενείας. Οι παροχές που καταβάλλονται από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου κατοικεί το μέλος της οικογενείας βαρύνουν το κράτος μέλος αυτό·

[...]».

7

Πρέπει να παρατηρηθεί, αφενός, ότι ο κανονισμός 1408/71 αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166, σ. 1), και, αφετέρου, ότι ο κανονισμός 574/72 αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού 883/2004 (ΕΕ L 284, σ. 1), οι δε νέοι αυτοί κανονισμοί άρχισαν να εφαρμόζονται την 1η Μαΐου 2010, σύμφωνα με το άρθρο 91 του κανονισμού 883/2004 και το άρθρο 97 του κανονισμού 987/2009. Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, αυτά εξακολουθούν να διέπονται από τους κανονισμούς 1408/71 και 574/72.

Το γερμανικό δίκαιο

8

Ο γερμανικός νόμος περί φορολογίας εισοδήματος (Einkommensteuergesetz), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: EStG), ορίζει στο άρθρο 65, με τίτλο «Άλλες παροχές για τέκνα», τα εξής:

«1.   Τα επιδόματα για προστατευόμενο τέκνο δεν καταβάλλονται για τέκνο το οποίο λαμβάνει μία από τις ακόλουθες παροχές ή θα τις ελάμβανε εάν είχε υποβληθεί συναφής αίτηση:

1)

επιδόματα για προστατευόμενο τέκνο προβλεπόμενα από τη νομοθεσία περί ατυχημάτων ή οικονομικά βοηθήματα χορηγούμενα δυνάμει της νομοθεσίας περί ασφαλίσεως συντάξεων·

2)

παροχές για τέκνα οι οποίες χορηγούνται στην αλλοδαπή και είναι παρεμφερείς με τα επιδόματα για προστατευόμενο τέκνο ή με μία από τις παροχές για τις οποίες γίνεται λόγος στο σημείο 1·

[...]».

9

Ο νόμος περί επιδόματος τέκνων (Bundeskindergeldgesetz), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, προβλέπει στο άρθρο 4, με τίτλο «Άλλες παροχές για τέκνα», τα εξής:

«Τα επιδόματα για προστατευόμενο τέκνο δεν καταβάλλονται για τέκνο το οποίο λαμβάνει μία από τις ακόλουθες παροχές ή θα τις ελάμβανε εάν είχε υποβληθεί συναφής αίτηση:

1)

επιδόματα για προστατευόμενο τέκνο προβλεπόμενα από τη νομοθεσία περί ατυχημάτων ή οικονομικά βοηθήματα χορηγούμενα δυνάμει της νομοθεσίας περί ασφαλίσεως συντάξεων·

2)

παροχές για τέκνα οι οποίες χορηγούνται στην αλλοδαπή και είναι παρεμφερείς με τα επιδόματα για προστατευόμενο τέκνο ή με μία από τις παροχές για τις οποίες γίνεται λόγος στο σημείο 1·

[...]».

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

10

Η S. Fassbender-Firman, Γερμανίδα υπήκοος, και ο σύζυγός της, Βέλγος υπήκοος, έχουν ένα γιο ο οποίος γεννήθηκε το 1995. Η οικογένεια, η οποία ζούσε στη Γερμανία, μετακόμισε στο Βέλγιο τον Ιούνιο του 2006 και έκτοτε έχει τον τόπο κατοικίας της στο εν λόγω κράτος μέλος. Η S. Fassbender-Firman ασκεί στη Γερμανία δραστηριότητα για την οποία υπόκειται σε υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση. Ο σύζυγός της εργάζεται από τον Νοέμβριο του 2006 σε βελγική εταιρία προσωρινής απασχολήσεως, προηγουμένως δε ήταν άνεργος.

11

Η S. Fassbender-Firman εξακολούθησε να λαμβάνει επίδομα τέκνου για τον γιο της στη Γερμανία. Ο σύζυγός της ούτε ζήτησε ούτε έλαβε οικογενειακά επιδόματα στο Βέλγιο.

12

Όταν το Familienkasse πληροφορήθηκε τη μετακόμιση της οικογένειας στο Βέλγιο, ανακάλεσε την πράξη περί χορηγήσεως οικογενειακών επιδομάτων στην S. Fassbender-Firman από τον Ιούλιο του 2006 και ζήτησε την επιστροφή των οικογενειακών επιδομάτων που της είχαν καταβληθεί μεταξύ του Ιουλίου 2006 και του Μαρτίου 2007 (στο εξής: επίδικη χρονική περίοδος).

13

Στο πλαίσιο διοικητικής ενστάσεως που άσκησε η S. Fassbender-Firman, το Familienkasse έκρινε ότι η S. Fassbender-Firman εδικαιούτο μεν, δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας, των οικογενειακών επιδομάτων για την επίδικη χρονική περίοδο, όμως υπήρχε επίσης δικαίωμα λήψεως τέτοιων επιδομάτων στο Βέλγιο. Κατά το Familienkasse, το δικαίωμα αυτό ανερχόταν μηνιαίως σε 77,05 ευρώ, από τον Ιούλιο έως τον Σεπτέμβριο του 2006, και μηνιαίως σε 78,59 ευρώ από τον Οκτώβριο του 2006 έως τον Μάρτιο του 2007. Κατά το Familienkasse, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 76 έως 79 του κανονισμού 1408/71, το δικαίωμα των γερμανικών οικογενειακών επιδομάτων έπρεπε να ανασταλεί μέχρι του ποσού των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων, ήταν δε δυνατή μόνον η καταβολή της διαφοράς μεταξύ των οφειλομένων στη Γερμανία και των οφειλομένων στο Βέλγιο ποσών. Το Familienkasse διευκρίνισε ότι το γεγονός ότι δεν υποβλήθηκε αίτηση για τη χορήγηση των προβλεπομένων στο Βέλγιο οικογενειακών επιδομάτων δεν επηρεάζει την εφαρμογή του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71. Πράγματι, η διάταξη αυτή αποσκοπεί, ακριβώς, στην αποφυγή της παρακάμψεως του συστήματος αναθέσεως αρμοδιοτήτων, που έχει θεσπιστεί με τον κανονισμό 1408/71, διά της μη υποβολής αιτήσεως εκ μέρους του ασφαλισμένου για τη χορήγηση οικογενειακών επιδομάτων.

14

Το Finanzgericht, ενώπιον του οποίου προσέφυγε η S. Fassbender‑Firman, έκρινε παράνομη την εν λόγω απόφαση του Familienkasse περί ανακλήσεως και ανακτήσεως των οικογενειακών επιδομάτων.

15

Συγκεκριμένα, το Finanzgericht έκρινε ότι οι καθοριζόμενες από τις εφαρμοστέες διατάξεις πραγματικές προϋποθέσεις για την εν μέρει μόνο χορήγηση των γερμανικών οικογενειακών επιδομάτων ασφαλώς μεν συνέτρεχαν, όμως το Familienkasse δεν είχε ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρείχε το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, δεδομένου ότι το άρθρο 76 αποτελεί τη λυσιτελή διάταξη περί μη σωρεύσεως παροχών στο μέτρο που πρόκειται για δικαιώματα αντλούμενα από πλείονες επαγγελματικές δραστηριότητες. Το Familienkasse θεώρησε εσφαλμένως ότι είχε την υποχρέωση να αφαιρέσει τα βελγικά οικογενειακά επιδόματα και ενήργησε, επομένως, παρανόμως.

16

Κατά το Finanzgericht, η απόφαση να αφαιρεθεί από το ποσό των γερμανικών οικογενειακών επιδομάτων το ποσό των επιδομάτων που θα είχε χορηγηθεί στο Βέλγιο απόκειται, δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, στη διακριτική ευχέρεια της διοικήσεως. Το Finanzgericht έκρινε επομένως ότι το Familienkasse, σ’ αυτή την περίπτωση, δεν ενήργησε στο πλαίσιο δεσμίας αρμοδιότητας.

17

Με την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά της αποφάσεως του Finanzgericht, το Familienkasse υποστηρίζει ότι το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν πρέπει να εκλαμβάνεται υπό την έννοια ότι παρέχει στη διοίκηση διακριτική ευχέρεια, κατά την έννοια του γερμανικού φορολογικού και κοινωνικού δικαίου, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των έννομων συνεπειών που αυτή αντλεί από τα πραγματικά περιστατικά. Το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 περιέχει θεμελιώδεις κανόνες για την επίλυση των προβλημάτων σωρεύσεως δικαιωμάτων κοινωνικών παροχών. Από τους εν λόγω κανόνες προκύπτει ότι το δικαίωμα για τη λήψη γερμανικών οικογενειακών επιδομάτων αναστέλλεται μέχρι του ποσού των οικογενειακών επιδομάτων που η S. Fassbender-Firman δικαιούται στο κράτος κατοικίας της, στο μέτρο που η καταβολή αυτών των παροχών προβλέπεται σε περίπτωση επαγγελματικής δραστηριότητας. Αυτό σημαίνει ότι, ασφαλώς, υφίσταται κατ’ αρχήν δικαίωμα οικογενειακών παροχών, αλλ’ ότι αυτό στην πραγματικότητα δεν ασκείται υποχρεωτικά. Επομένως, αν και πρόκειται για δικαίωμα που μπορεί να μην ασκηθεί, η αναστολή επέρχεται αυτομάτως.

18

Με βάση τα ανωτέρω, το Familienkasse εκτιμά ότι ο όρος «μπορεί» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στη διοίκηση διακριτική ευχέρεια και ότι σημαίνει απλώς ότι το κράτος μέλος του οποίου η παροχή αναστέλλεται δεν οφείλει πλέον να καταβάλλει το τμήμα των οικογενειακών παροχών που του αναλογεί, αυτό δε ακόμη και σε περίπτωση που στο κράτος μέλος της κατοικίας της οικογένειας δεν έχει υποβληθεί αίτηση για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών.

19

Το Familienkasse προσθέτει ότι με το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 καθίσταται δυνατό, για λόγους διανεμητικής δικαιοσύνης όσον αφορά το βάρος των οικογενειακών παροχών, ο δικαιούχος οικογενειακών παροχών να μην μπορεί να αποφασίζει, υποβάλλοντας ή παραλείποντας να υποβάλει αίτημα χορηγήσεως οικογενειακών παροχών, ποιο κράτος μέλος θα πρέπει να επιβαρυνθεί με την καταβολή αυτών των παροχών.

20

Η S. Fassbender-Firman θεωρεί, αντιθέτως, την απόφαση του Finanzgericht ορθή. Από το γράμμα του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 συνάγει ότι απόκειται στη διακριτική ευχέρεια της διοικήσεως κράτους μέλους η απόφαση να αφαιρεθεί ή όχι από το ποσό των οικογενειακών παροχών που χορηγεί το ποσό των παροχών που θα καταβάλλονταν από άλλο κράτος μέλος. Στο πλαίσιο της εν λόγω διακριτικής ευχέρειας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η δυνατότητα να απαγορεύεται σε δυνητικό δικαιούχο οικογενειακών παροχών να αποφασίζει ποιο κράτος μέλος θα του καταβάλει τις εν λόγω παροχές.

21

Κατά το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 έχει ως αποτέλεσμα να παρέχεται στον αρμόδιο φορέα η εξουσία να αποφασίζει για την εφαρμογή ή μη εφαρμογή του άρθρου 76, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού σε περίπτωση που δεν υφίσταται αίτημα για τη χορήγηση παροχών εντός του κράτους μέλους κατοικίας των μελών της οικογένειας διακινούμενου εργαζομένου και, επομένως, να αναστέλλει, πλήρως ή εν μέρει, το δικαίωμα οικογενειακών παροχών που οφείλονται από τον εν λόγω φορέα.

22

Κατά το αιτούν δικαστήριο, η έννοια των «παροχών που καταβάλλονται», που περιλαμβάνεται στο άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, δεν καλύπτει την περίπτωση των παροχών οι οποίες δεν έχουν ζητηθεί. Το άρθρο 76, παράγραφος 2, αποτελεί ειδική ρύθμιση για την ιδιαίτερη περίπτωση κατά την οποία ο δυνητικός δικαιούχος παροχών δεν υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση παροχών, πράγμα το οποίο συνάγεται ιδίως από το ιστορικό της διατάξεως αυτής. Με την εισαγωγή της παραγράφου 2 του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71, ο νομοθέτης της Ένωσης αντέδρασε σκοπίμως στην προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. αποφάσεις Salzano, 191/83, EU:C:1984:343· Ferraioli, 153/84, EU:C:1986:168, και Kracht, C‑117/89, EU:C:1990:279), κατά την οποία, ελλείψει υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση παροχών στο κράτος μέλος κατοικίας των μελών της οικογένειας διακινούμενου εργαζομένου, δεν επιτρέπεται αναστολή του δικαιώματος οικογενειακών παροχών στο κράτος μέλος απασχολήσεως του εν λόγω εργαζομένου.

23

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι έχει ήδη εξετάσει το ζήτημα της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Schwemmer (C‑16/09, EU:C:2010:605), χωρίς πάντως το Δικαστήριο να πρέπει να αποφανθεί επί του ερωτήματος αυτού με την εν λόγω απόφαση.

24

Διευκρινίζει επίσης ότι, κατά τη γερμανική αντίληψη, η χρήση του όρου «μπορεί» σε νομοθετικό ή κανονιστικό κείμενο δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι στη διοίκηση παρέχεται διακριτική ευχέρεια, δεδομένου ότι ο νομοθέτης ή η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση χρησιμοποιούν επίσης ενίοτε τον όρο αυτό ως συνώνυμο της φράσεως «έχει την εξουσία» ή «δικαιούται». Φρονεί εντούτοις ότι κανένα στοιχείο που να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, το οποίο αποτελεί κανόνα προτεραιότητας σε περίπτωση σωρεύσεως δικαιωμάτων, δεν συνηγορεί υπέρ αυτής της ερμηνείας. Επιπλέον, τα κριτήρια που μπορούν να εφαρμοστούν για την άσκηση διακριτικής ευχέρειας δεν καθορίζονται μεν, το γεγονός όμως ότι η ερμηνεία του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71 καθιστά δυνατή την αναγνώριση πλειόνων εφαρμόσιμων κριτηρίων συνηγορεί υπέρ του ότι πρόκειται για διάταξη που παρέχει στη διοίκηση διακριτική ευχέρεια.

25

Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 παρέχει μεν στον αρμόδιο φορέα την εξουσία να αποφασίζει αν θα εφαρμόσει το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού σε περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί αίτηση χορηγήσεως παροχών στο κράτος μέλος κατοικίας, όμως, πρέπει να διευκρινιστεί βάσει ποίων εκτιμήσεων ο φορέας αυτός θα πρέπει να αποφασίσει. Προσθέτει ότι, σ’ αυτή την περίπτωση, τίθεται επίσης το ζήτημα της εκτάσεως του δικαστικού ελέγχου που μπορεί να ασκηθεί έναντι αυτής της αποφάσεως.

26

Υπό τις συνθήκες αυτές το Bundesfinanzhof αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:

«1)

Έχει το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 την έννοια ότι απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου φορέα του κράτους μέλους στο οποίο ο ενδιαφερόμενος έχει την απασχόλησή του να εφαρμόσει το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, όταν στο κράτος μέλος της κατοικίας των μελών της οικογένειας δεν έχει υποβληθεί αίτηση για τη χορήγηση παροχών;

2)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα: στο πλαίσιο της ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας, βάσει ποιών εκτιμήσεων μπορεί ο αρμόδιος για τις οικογενειακές παροχές φορέας του κράτους μέλους στο οποίο ο ενδιαφερόμενος έχει την απασχόλησή του να προβεί σε εφαρμογή του άρθρου 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 ως εάν οι παροχές χορηγούνταν στο κράτος μέλος της κατοικίας των μελών της οικογένειας;

3)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα: ποια είναι η έκταση του δικαστικού ελέγχου στον οποίο μπορεί να υπόκειται η απόφαση που εκδίδει ο αρμόδιος φορέας κατ’ ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου ερωτήματος

27

Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους απασχολήσεως διακινούμενου εργαζομένου διαθέτει, ελλείψει υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών εντός του κράτους μέλους κατοικίας των μελών της οικογενείας του εν λόγω εργαζομένου, διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την εφαρμογή του κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως παροχών που προβλέπει το άρθρο 76, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού.

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

28

Πρέπει να υπομνησθεί κατ’ αρχάς ότι, παρά το γεγονός ότι το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71 ορίζει ότι ο μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους δικαιούται, για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος, τις οικογενειακές παροχές που προβλέπει η νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν στο έδαφος του κράτους αυτού, η εν λόγω διάταξη, αν και είναι γενικός κανόνας στον τομέα των οικογενειακών παροχών, δεν είναι απόλυτος κανόνας (βλ. αποφάσεις Schwemmer, EU:C:2010:605, σκέψεις 41 και 42, καθώς και Wiering, C‑347/12, EU:C:2014:300, σκέψη 40).

29

Συνεπώς, όταν ενδέχεται να επέλθει σώρευση δικαιωμάτων προβλεπομένων από τη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας και δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία του κράτους μέλους απασχολήσεως, το άρθρο 73 του εν λόγω κανονισμού πρέπει να αντιπαραβάλλεται με τους κανόνες περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως παροχών τους οποίους προβλέπουν ο κανονισμός αυτός και ο κανονισμός 574/72, ήτοι ιδίως τα άρθρα 76 του κανονισμού 1408/71 και 10 του κανονισμού 574/72 (βλ. αποφάσεις Schwemmer, EU:C:2010:605, σκέψη 43, και Wiering, EU:C:2014:300, σκέψη 42).

30

Το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71 περιλαμβάνει, όπως ορίζεται στον τίτλο του, «κανόνες προτεραιότητας σε περίπτωση σώρευσης δικαιωμάτων οικογενειακών παροχών δυνάμει της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους και δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας όπου τα μέλη της οικογένειας έχουν την κατοικία τους». Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι αυτή έχει ως σκοπό να επιλύει περιπτώσεις σωρεύσεως δικαιωμάτων οικογενειακών παροχών που οφείλονται δυνάμει, αφενός, του άρθρου 73 του κανονισμού αυτού και, αφετέρου, της εθνικής νομοθεσίας του κράτους κατοικίας των μελών της οικογένειας για τα οποία παρέχεται δικαίωμα λήψεως οικογενειακών παροχών λόγω ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας (βλ. αποφάσεις Dodl και Oberhollenzer, C‑543/03, EU:C:2005:364, σκέψη 53, καθώς και Schwemmer, EU:C:2010:605, σκέψη 45).

31

Πάντως, στην υπόθεση της κύριας δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71, η S. Fassbender-Firman εδικαιούτο στη Γερμανία, κατά την επίδικη χρονική περίοδο, να της καταβληθούν οικογενειακά επιδόματα για τον γιο της. Επιπλέον, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, κατά την εν λόγω χρονική περίοδο και για το ίδιο τέκνο, ο σύζυγος της S. Fassbender-Firman είχε επίσης δικαίωμα στο Βέλγιο αυτών των επιδομάτων, λόγω της ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, κατ’ αρχάς λόγω του καθεστώτος του του άνευ απασχολήσεως εργαζομένου που ετύγχανε αποζημιώσεως, κατόπιν δε λόγω της ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας στο εν λόγω κράτος μέλος.

32

Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι το άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71 εφαρμόζεται στα πραγματικά περιστατικά υποθέσεως όπως αυτή της κύριας δίκης.

33

Κατά τον κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως παροχών που διατυπώνεται στο άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, όταν καταβάλλονται οικογενειακές παροχές, κατά την ίδια περίοδο και για το ίδιο μέλος της οικογένειας λόγω ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους της κατοικίας, αναστέλλεται το δικαίωμα προς είσπραξη οικογενειακών παροχών που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους απασχολήσεως του διακινούμενου εργαζομένου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 73 του εν λόγω κανονισμού, μέχρι του ποσού που προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας.

34

Στην υπόθεση της κύριας δίκης, σύμφωνα με τον κανόνα αυτό, το δικαίωμα οικογενειακών επιδομάτων που οφείλονται στην S. Fassbender-Firman δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας αναστέλλεται επομένως, καταρχήν, μέχρι του ποσού των οικογενειακών επιδομάτων που προβλέπει η βελγική νομοθεσία.

35

Πάντως, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ο σύζυγος της S. Fassbender-Firman ούτε είχε ζητήσει ούτε είχε εισπράξει οικογενειακά επιδόματα στο Βέλγιο.

36

Όμως, το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 ορίζει εντούτοις ότι, εάν δεν υποβληθεί αίτηση παροχών στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου διαμένουν τα μέλη της οικογενείας, ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους απασχολήσεως μπορεί να εφαρμόζει τις διατάξεις της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου, ως εάν εχορηγούντο οι παροχές εντός του κράτους μέλους της κατοικίας.

37

To Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η τελευταία διάταξη αποσκοπεί στο να καταστήσει εφικτό στο κράτος μέλος απασχολήσεως να αναστείλει το δικαίωμα λήψεως των οικογενειακών παροχών, ακόμη και αν δεν έχει υποβληθεί αίτηση για την καταβολή των παροχών αυτών εντός του κράτους μέλους κατοικίας και αν, συνεπώς, το τελευταίο αυτό κράτος δεν έχει προβεί σε σχετική καταβολή (βλ. αποφάσεις Schwemmer, EU:C:2010:605, σκέψη 56, καθώς και Pérez García κ.λπ., C‑225/10, EU:C:2011:678, σκέψη 49).

38

Το Δικαστήριο είχε μεν κρίνει, πριν από την προσθήκη της παραγράφου 2 στο άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71 με τον κανονισμό (EΟK) 3427/89 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989 (ΕΕ L 331, σ. 1), ότι η αναστολή του δικαιώματος οικογενειακών παροχών που οφείλονται εντός του κράτους μέλους απασχολήσεως ενός εκ των γονέων δεν επέρχεται αν ο έτερος γονέας κατοικεί μαζί με τα τέκνα εντός άλλου κράτους μέλους και ασκεί εκεί επαγγελματική δραστηριότητα χωρίς πάντως να λαμβάνει οικογενειακές παροχές για τα τέκνα λόγω του ότι δεν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους για την πραγματική λήψη των εν λόγω παροχών, συμπεριλαμβανομένης της προϋποθέσεως ότι υποβλήθηκε προηγουμένως αίτηση (αποφάσεις Salzano, EU:C:1984:343, σκέψη 11· Ferraioli, EU:C:1986:168, σκέψη 15, και Kracht, EU:C:1990:279, σκέψη 11), η τροποποίηση εντούτοις αυτή του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71 πραγματοποιήθηκε για να καταστεί δυνατή η αναστολή του δικαιώματος οικογενειακών παροχών που προβλέπει το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, ακόμη και αν δεν έχει υποβληθεί αίτηση για τη χορήγηση παροχών εντός του κράτους μέλους της κατοικίας.

39

Λαμβανομένου υπόψη του γράμματος του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, κατά το οποίο «ο αρμόδιος φορέας» του κράτους μέλους απασχολήσεως «μπορεί» να εφαρμόζει τις διατάξεις του άρθρου 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, πρέπει επομένως να καθοριστεί αν φορέας όπως αυτός της κύριας δίκης, ήτοι το Familienkasse, διαθέτει, όπως υποστήριξε η S. Fassbender-Firman ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, διακριτική ευχέρεια όταν, ελλείψει υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών εντός του κράτους μέλους της κατοικίας, αποφασίζει να αναστείλει το δικαίωμα οικογενειακών παροχών που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους απασχολήσεως μέχρι το ποσό που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας.

Απάντηση του Δικαστηρίου

40

Από το γράμμα του άρθρου 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 προκύπτει ότι αυτό δεν επιβάλλει αναστολή του δικαιώματος οικογενειακών παροχών που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους απασχολήσεως μέχρι το ποσό που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους της κατοικίας, αλλά επιτρέπει αυτή την αναστολή.

41

Όπως διαπίστωσε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 48 και 49 των προτάσεών του, το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 καθιστά δυνατό, ακόμη και σε περίπτωση που δεν υφίσταται πραγματική σώρευση οικογενειακών παροχών, να παρακρατούνται από διακινούμενο εργαζόμενο ή τα μέλη της οικογένειάς του οικογενειακές παροχές που χορηγούνται δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους, με αποτέλεσμα αυτοί να εισπράττουν ενδεχομένως μικρότερο ποσό οικογενειακών παροχών από το ποσό που προβλέπει η νομοθεσία τόσο του κράτους μέλους απασχολήσεως όσο και του κράτους μέλους της κατοικίας των μελών της οικογένειας. Λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων αυτών, η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς.

42

Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, μια παροχή μπορεί να θεωρηθεί παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως εφόσον χορηγείται στους δικαιούχους χωρίς να γίνεται καμία εξατομικευμένη και κατά διακριτική ευχέρεια στάθμιση των ατομικών αναγκών, βάσει νομοθετικώς καθοριζομένης καταστάσεως, και εφόσον αφορά κάποιον από τους ρητώς απαριθμούμενους στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 κινδύνους (βλ. απόφαση Lachheb, C‑177/12, EU:C:2013:689, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

43

Όμως, η απαίτηση για τη χορήγηση οικογενειακής παροχής βάσει νομοθετικώς καθοριζομένης καταστάσεως συνεπάγεται ότι όχι μόνον οι προϋποθέσεις που διέπουν τη χορήγησή της αλλά, ενδεχομένως, και αυτές που διέπουν την αναστολή της πρέπει να καθορίζονται από τη νομοθεσία των κρατών μελών, εν προκειμένω από εκείνη του κράτους μέλους απασχολήσεως.

44

Πράγματι, η απαίτηση για ασφάλεια του δικαίου και διαφάνεια επιβάλλει οι διακινούμενοι εργαζόμενοι και τα μέλη της οικογένειάς τους να τυγχάνουν μιας σαφούς και ακριβούς νομικής καταστάσεως, που να καθιστά εφικτό σε αυτούς να γνωρίζουν όχι μόνον πλήρως τα δικαιώματά τους αλλά επίσης, ενδεχομένως, τους περιορισμούς αυτών (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg, C‑280/00, EU:C:2003:415, σκέψεις 58 καθώς και 59).

45

Συνεπώς, όπως υποστήριξε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, το δικαίωμα των πολιτών σε οικογενειακές παροχές δεν μπορεί να εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου φορέα.

46

Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 επιτρέπει στο κράτος μέλος απασχολήσεως να προβλέπει στη νομοθεσία του την εκ μέρους του αρμόδιου φορέα αναστολή του δικαιώματος οικογενειακών παροχών ελλείψει υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών εντός του κράτους μέλους της κατοικίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο εν λόγω φορέας δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την εφαρμογή, δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, του κανόνα περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων που προβλέπει το άρθρο 76, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, αλλά υποχρεούται να εφαρμόζει τον τελευταίο αυτό κανόνα αν αυτή η εφαρμογή προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους απασχολήσεως και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που η εν λόγω νομοθεσία προβλέπει για την εφαρμογή αυτή.

47

Εν προκειμένω, υπό την επιφύλαξη των ελέγχων που θα πραγματοποιήσει συναφώς το αιτούν δικαστήριο, από τη γραπτή απάντηση της Γερμανικής Κυβερνήσεως σε ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο προκύπτει ότι η αναστολή του δικαιώματος οικογενειακών παροχών ελλείψει υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών εντός του κράτους μέλους της κατοικίας προβλέπεται από τη γερμανική νομοθεσία, εν προκειμένω από τα άρθρα 65 του νόμου περί φορολογίας εισοδήματος, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, και 4 του νόμου περί επιδόματος τέκνων, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, τα οποία ερμηνεύθηκαν και εφαρμόστηκαν σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης μετά από την απόφαση Hudzinski και Wawrzyniak (C‑611/10 και C‑612/10, EU:C:2012:339), κατά τρόπον ώστε, ενδεχομένως, να καταβάλλεται πάντοτε η ενδεχόμενη διαφορά μεταξύ των γερμανικών οικογενειακών επιδομάτων και των οικογενειακών επιδομάτων που χορηγούνται από άλλο κράτος μέλος.

48

Σ’ αυτή την περίπτωση, φορέας όπως αυτός της κύριας δίκης οφείλει να αναστέλλει το δικαίωμα οικογενειακών παροχών που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους απασχολήσεως μέχρι το ποσό που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους της κατοικίας.

49

Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι επιτρέπει στο κράτος μέλος απασχολήσεως να προβλέπει στη νομοθεσία του την εκ μέρους του αρμόδιου φορέα αναστολή του δικαιώματος οικογενειακών παροχών ελλείψει υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών εντός του κράτους μέλους της κατοικίας. Υπ’ αυτές τις περιστάσεις, αν το κράτος μέλος απασχολήσεως προβλέπει αυτή την αναστολή του δικαιώματος οικογενειακών παροχών στην εθνική του νομοθεσία, ο αρμόδιος φορέας υποχρεούται να εφαρμόζει αυτή την αναστολή, δυνάμει του εν λόγω άρθρου 76, παράγραφος 2, υπό τον όρο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής, τις οποίες καθορίζει η εν λόγω νομοθεσία, χωρίς να διαθέτει συναφώς διακριτική ευχέρεια.

Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος

50

Δεδομένης της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα.

Επί των δικαστικών εξόδων

51

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 76, παράγραφος 2, του κανονισμού (EΟK) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1606/98 του Συμβουλίου, της29ης Ιουνίου 1998, έχει την έννοια ότι επιτρέπει στο κράτος μέλος απασχολήσεως να προβλέπει στη νομοθεσία του την εκ μέρους του αρμόδιου φορέα αναστολή του δικαιώματος οικογενειακών παροχών ελλείψει υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών εντός του κράτους μέλους της κατοικίας. Υπ’ αυτές τις περιστάσεις, αν το κράτος μέλος απασχολήσεως προβλέπει αυτή την αναστολή του δικαιώματος οικογενειακών παροχών στην εθνική του νομοθεσία, ο αρμόδιος φορέας υποχρεούται να εφαρμόζει αυτή την αναστολή, δυνάμει του εν λόγω άρθρου 76, παράγραφος 2, υπό τον όρο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής, τις οποίες καθορίζει η εν λόγω νομοθεσία, χωρίς να διαθέτει συναφώς διακριτική ευχέρεια.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.