Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I – Εισαγωγή
1. Το νομικό πλαίσιο της παρούσας προδικαστικής παραπομπής είναι ο κανονισμός (ΕΚ) 1346/2000 (2) . Ακριβέστερα, το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας), με τα ερωτήματα που θέτει, καλεί το Δικαστήριο να εξετάσει, κατ’ αρχάς, το κατά πόσον το άρθρο 13 του κανονισμού αυτού είναι εφαρμοστέο στην περίπτωση που η γενόμενη πληρωμή στο πλαίσιο εκτελέσεως διαταγής πληρωμής εις βάρος του οφειλέτη (στο εξής: προσβαλλόμενη πράξη ή επίμαχη πράξη) έλαβε χώρα μετά από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει εάν το εφαρμοστέο επί της προσβαλλόμενης πράξεως δίκαιο (στο εξής: lex causae), εν προκειμένω το αυστριακό δίκαιο, διέπει επίσης τα έννομα αποτελέσματα που συνδέονται με την πάροδο του χρόνου. Τέλος, η παρούσα προδικαστική παραπομπή δίδει στο Δικαστήριο το έναυσμα να διευκρινίσει εάν οι δικονομικοί κανόνες που πρέπει να τηρούνται για την άσκηση από τον σύνδικο του δικαιώματος ανακλήσεως, βάσει του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000, διέπονται επίσης από τη lex causae.
2. Πριν προχωρήσω στην ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000, φρονώ ότι είναι χρήσιμο να εξεταστεί σε ποιον βαθμό το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού είναι εφαρμοστέο επί του δικαιώματος κατασχέσεως δυνάμει του οποίου, εν προκειμένω, επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση για την πληρωμή του επίδικου ποσού.
II – Το νομικό πλαίσιο
A – Το δίκαιο της Ένωσης
3. Η αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού 1346/2000 έχει ως ακολούθως:
«Ο παρών κανονισμός παραδέχεται το γεγονός ότι, ως αποτέλεσμα των σημαντικών διαφορών που υφίστανται όσον αφορά το ουσιαστικό δίκαιο, δεν είναι πρακτικό να καθιερωθεί ενιαία διαδικασία αφερεγγυότητας γενικής εφαρμογής για ολόκληρη την Κοινότητα. Για τον λόγο αυτό, η άνευ εξαιρέσεων εφαρμογή του δικαίου του κράτους έναρξης της διαδικασίας θα οδηγούσε συχνά σε δυσκολίες. Αυτό ισχύει ιδίως για τα δικαιώματα ασφαλείας, τα οποία διαφέρουν σημαντικά στα κράτη μέλη. Τα προνόμια που διαθέτουν ορισμένοι πιστωτές στη διαδικασία αφερεγγυότητας είναι επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις, πολύ διαφορετικά. Ο παρών κανονισμός αποσκοπεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση αυτή με δύο τρόπους: προβλέπει, αφενός, ότι θα πρέπει να θεσπισθούν ειδικοί κανόνες για το εφαρμοστέο δίκαιο σε ορισμένες περιπτώσεις ιδιαίτερα σημαντικών δικαιωμάτων και νομικών καταστάσεων (π.χ. εμπράγματα δικαιώματα και συμβάσεις εργασίας) και, αφετέρου, ότι παράλληλα με την κύρια διαδικασία αφερεγγυότητας γενικής εφαρμογής θα πρέπει να επιτρέπεται και η εφαρμογή εθνικών διαδικασιών που αφορούν μόνο τα περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στο κράτος έναρξης.»
4. Η αιτιολογική σκέψη 24 του ίδιου κανονισμού έχει ως εξής:
«Η αυτόματη αναγνώριση μιας διαδικασίας αφερεγγυότητας στην οποία εφαρμόζεται κανονικά το δίκαιο του κράτους έναρξης της διαδικασίας μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με τους κανόνες δυνάμει των οποίων διεξάγονται κανονικά οι συναλλαγές στα άλλα κράτη μέλη. Για να προστατευθούν οι έννομες προσδοκίες και η ασφάλεια των συναλλαγών στα άλλα κράτη μέλη εκτός αυτού της έναρξης της διαδικασίας, θα πρέπει να προβλεφθούν ορισμένες εξαιρέσεις από τον γενικό κανόνα.»
5. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχεία στʹ και ιβʹ, του εν λόγω κανονισμού ορίζει:
«2. Το δίκαιο του κράτους έναρξης ρυθμίζει τις προϋποθέσεις έναρξης, τη διεξαγωγή και την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Βάσει του δικαίου αυτού, ορίζονται συγκεκριμένα:
[...]
στ) τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών, εκτός αν υφίσταται εκκρεμοδικία·
[...]
ιγ) οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για το σύνολο των πιστωτών δικαιοπραξιών.»
6. Το άρθρο 5 του ιδίου κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«1. Η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν θίγει εμπράγματα δικαιώματα πιστωτών ή τρίτων επί πραγμάτων ή ασωμάτων αντικειμένων, κινητών ή ακινήτων (τόσο συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων όσο και περιουσιών, ως συνόλου που κατά καιρούς αλλάζει), ανηκόντων στον οφειλέτη και ευρισκόμενων σε άλλο κράτος μέλος κατά την έναρξη της διαδικασίας.
2. Τα δικαιώματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι ιδίως:
α) το δικαίωμα απευθείας ή μέσω τρίτου διάθεσης στοιχείου του ενεργητικού και ικανοποίησης από το τίμημα ή τις προσόδους του, ιδίως δυνάμει ενεχύρου ή υποθήκης·
β) το αποκλειστικό δικαίωμα είσπραξης μιας απαιτήσεως, και ιδίως το δικαίωμα, το ασφαλιζόμενο είτε με ενέχυρο, αντικείμενο του οποίου είναι η απαίτηση, είτε με εκχώρηση απαιτήσεως ως εγγύηση·
[...]
4. Η παράγραφος 1 δεν κωλύει τις κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, αγωγές αναγνώρισης της ακυρότητας ή ακυρώσεως ή κήρυξης του ανενεργού της δικαιοπραξίας.»
7. Κατά το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000:
«Το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, δεν ισχύει, εάν αυτός ο οποίος επωφελήθη δικαιοπραξίας επιβλαβούς για το σύνολο των πιστωτών προσκομίσει απόδειξη ότι:
– η δικαιοπραξία αυτή διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους άλλου από το κράτος έναρξης
και ότι
– το δίκαιο αυτό δεν παρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση κανένα μέσο προσβολής της δικαιοπραξίας αυτής.»
8. Το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:
«1. Ο πιστωτής ο οποίος, μετά την έναρξη διαδικασίας του άρθρου 3 παράγραφος 1, ικανοποίησε καθ’ οιονδήποτε τρόπο, και δη μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως, εν όλω ή εν μέρει την απαίτησή του με περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη ευρισκόμενα σε άλλο κράτος μέλος οφείλει να αποδώσει [ό,τι] έλαβε στο σύνδικο, επιφυλασσομένων των άρθρων 5 και 7.»
Β – Το γερμανικό δίκαιο
9. Το άρθρο 88 του Insolvenzordnung (γερμανικού πτωχευτικού κώδικα, BGBl. 1994 I, σ. 2866, στο εξής: InsO) προβλέπει:
«Εάν πιστωτής του αφερέγγυου προσώπου απέκτησε, κατά τη διάρκεια του προηγηθέντος της καταθέσεως αιτήσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας μηνός ή κατόπιν αυτής μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως, ασφάλεια επί περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη που ανήκει στην πτωχευτική περιουσία, η έναρξη της διαδικασίας καθιστά την ασφάλεια αυτή ανενεργή.»
Γ – Το αυστριακό δίκαιο
10. Το άρθρο 43, παράγραφοι 1 και 2, του Insolvenzordnung (αυστριακού πτωχευτικού κώδικα, RGBl. 1914, σ. 337, στο εξής: IO) ορίζει:
«(1) Η προσβολή μπορεί να προβληθεί νομίμως μόνο με αγωγή [...].
(2) Η σχετική αγωγή πρέπει να ασκηθεί εντός ενιαύσιας αποσβεστικής προθεσμίας από της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας. [...]»
III – Τα πραγματικά περιστατικά
11. Η ECZ GmbH είναι εταιρία γερμανικού δικαίου που εδρεύει στο Tettnang (Γερμανία). Η εν λόγω εταιρία επιδιδόταν σε παράνομο εμπόριο αυτοκίνητων κατά το σύστημα της πυραμίδος. Συγκεκριμένα, προκειμένου να λειτουργεί στην αυστριακή αγορά, αυτή η μητρική εταιρία χρησιμοποιούσε μια θυγατρική της, την ECZ Autohandel GmbH (στο εξής: οφειλέτρια εταιρία) εδρεύουσα στο Bregenz (Αυστρία). Ο Η. Lutz, αναιρεσείων στην κύρια δίκη, κάτοικος Αυστρίας, περιλαμβανόταν μεταξύ των πελατών της οφειλέτριας εταιρίας, από την οποία είχε αγοράσει ένα αυτοκίνητο.
12. Στις 17 Μαρτίου 2008, λόγω μη εκτελέσεως από την οφειλέτρια εταιρία της συμβάσεως αγοραπωλησίας του εν λόγω αυτοκίνητου, ο Η. Lutz επέτυχε στις 17 Μαρτίου 2008 την έκδοση από το Bezirksgericht Bregenz (Ειρηνοδικείου του Bregenz, Αυστρία) αποφάσεως περί εκτελέσεως διαταγής πληρωμής κατά της οφειλέτριας εταιρίας για ποσό 9 566 ευρώ, και για τους σχετικούς τόκους.
13. Στις 20 Μαΐου 2008 το Bezirksgericht Bregenz επέτρεψε την αναγκαστική εκτέλεση, στο πλαίσιο της οποίας κατασχέθηκαν οι καταθέσεις τριών τραπεζικών λογαριασμών της οφειλέτριας εταιρίας σε αυστριακή τράπεζα. Στις 23 Μαΐου 2008 η εκτελεστή απόφαση κοινοποιήθηκε στη Sparkasse του Feldkirch (Αυστρία) (στο εξής: τράπεζα της οφειλέτριας εταιρίας).
14. Στις 13 Απριλίου 2008 η οφειλέτρια εταιρία ζήτησε την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Στις 4 Αυγούστου 2008 το Amtsgericht Ravensburg (Ειρηνοδικείο του Ravensburg, Γερμανία) κίνησε τη διαδικασία αφερεγγυότητας κατά της οφειλέτριας εταιρίας στη Γερμανία. Η Ε. Bäuerle, αναιρεσίβλητη στην κύρια δίκη, κάτοικος Γερμανίας, είναι η σημερινή σύνδικος (3) στην εν λόγω διαδικασία.
15. Στις 17 Μαρτίου 2009 η τράπεζα της οφει λέτριας εταιρίας κατέβαλε στον Η. Lutz, στο πλαίσιο της επιβληθείσας κατασχέσεως, το επίδικο ποσό των 11 778,48 ευρώ. Προηγουμένως, με επιστολή της 10ης Μαρτίου 2009, ο τότε σύνδικος είχε δηλώσει ότι δεν επρόκειτο να προβάλει ανταπαιτήσεις πιστωτών κατά της εν λόγω τράπεζας, επιφυλασσόμενος πάντως της ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως λόγω της αφερεγγυότητας.
16. Με εξώδικο της 3ης Ιουνίου 2009, ήτοι δέκα περίπου μήνες μετά από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ο τότε σύνδικος δήλωσε ότι θα προσβάλει ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου τις πράξεις αναγκαστικής εκτελέσεως που επετράπησαν στις 20 Μαΐου 2008, καθώς και ότι ανακαλεί την πράξη καταβολής της 17ης Μαρτίου 2009. Εντούτοις, η ανακλητική αγωγή ασκήθηκε το πρώτον με δικόγραφο που κοινοποιήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 2009. Με την ανακοπή της, η Ε. Bäuerle ζήτησε, ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων, την επιστροφή του κατασχεθέντος ποσού στην πτωχευτική περιουσία.
17. Το Landgericht Ravensburg (περιφερειακό πρωτοδικείο του Ravensburg, Γερμανία) δέχθηκε την αγωγή. Η ασκηθείσα εν συνεχεία έφεση του Η. Lutz απορρίφθηκε. Με την αίτησή του αναιρέσεως, εμμένει στο αίτημά του να απορριφθούν όλα τα αιτήματα που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως.
18. Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000, εφόσον ήθελε θεωρηθεί ότι η εν λόγω διάταξη είναι εφαρμοστέα εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, του εν λόγω κανονισμού διευκρινίζει ότι το ζήτημα της ακυρότητας, ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών διέπεται από το εφαρμοστέο επί της διαδικασίας αφερεγγυότητας δίκαιο (στο εξής: lex fori concursus). Πάντως, το άρθρο 13 του ιδίου κανονισμού ορίζει ότι δεν έχει εφαρμογή η εν λόγω διάταξη εάν αυτός ο οποίος επωφελήθη δικαιοπραξίας επιβλαβούς για το σύνολο των πιστωτών προσκομίσει απόδειξη ότι η δικαιοπραξία αυτή διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους άλλου από το κράτος ενάρξεως της διαδικασίας και ότι το δίκαιο αυτό δεν παρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση κανένα μέσο προσβολής της δικαιοπραξίας αυτής.
19. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, κατ’ εφαρμογή της lex fori concursus, ήτοι, εν προκειμένω, των κανόνων του γερμανικού δικαίου, η επίμαχη πράξη δεν μπορεί να προσβληθεί, δεδομένου ότι οι μόνες πράξεις που μπορούν να προσβληθούν είναι αυτές που έλαβαν χώρα πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας (4) . Πάντως, η καταβολή του κατασχεθέντος ποσού στους τραπεζικούς λογαριασμούς έγινε επτά μήνες μετά από την έναρξη της διαδικασίας. Εντούτοις, το δικαίωμα κατασχέσεως των τραπεζικών καταθέσεων γεννήθηκε το πρώτον μετά από την υποβολή της αιτήσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ήτοι στις 13 Απριλίου 2008, και, ως εκ τούτου, ήταν άκυρη, δυνάμει του άρθρου 88 του InsO, κατά την ημερομηνία ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Επομένως, η καταβολή του κατασχεθέντος ποσού από τους τραπεζικούς λογαριασμούς που έλαβε χώρα εν συνεχεία επίσης ήταν άκυρη (5) . Περαιτέρω, μολονότι το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 ορίζει ότι η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν θίγει τα εμπράγματα δικαιώματα των πιστωτών, εντούτοις δεν αντιβαίνει στο άρθρο αυτό, δυνάμει της παραγράφου του 4, η ακυρότητα, η ακύρωση ή η κήρυξη του ανενεργού της επίμαχης πράξεως.
20. Εντούτοις, από τη διάταξη περί παραπομπής συνάγεται ότι ο Η. Lutz υποστήριξε, στηριζόμενος στο άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000, ότι η καταβολή του επίδικου ποσού δεν υπόκειται σε κανένα μέσο προσβολής βάσει του εφαρμοστέου επί της προσβαλλόμενης πράξεως δικαίου (6), λόγω παρελεύσεως απράκτου της αποσβεστικής προθεσμίας. Συγκεκριμένα, μολονότι, κατά τις κρίσιμες διατάξεις του αυστριακού δικαίου, η γενόμενη στις 17 Μαρτίου 2009 πληρωμή βάσει των τραπεζικών καταθέσεων μπορούσε, κατ’ αρχήν, να προσβληθεί αρχικώς (7), εντούτοις, τυχόν ανακλητική αγωγή δεν θα είχε καμία πιθανότητα να ευδοκιμήσει, διότι το άρθρο 43, παράγραφος 2, του IO προβλέπει ενιαύσια αποσβεστική προθεσμία από της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας για την άσκηση μιας τέτοιας ανακλητικής αγωγής που στηρίζεται στην αφερεγγυότητα.
21. Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί συναφώς ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, η προθεσμία για την άσκηση ανακλητικής αγωγής είναι τριετής και ότι η προθεσμία αυτή τηρήθηκε.
IV – Τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
22. Υπό τις περιστάσεις αυτές, με απόφαση της 10ής Οκτωβρίου 2013, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Οκτωβρίου 2013, το Bundesgerichtshof αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως με τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Εφαρμόζεται το άρθρο 13 του κανονισμού [1346/2000] στην περίπτωση κατά την οποία η προσβαλλόμενη από τον σύνδικο της πτωχεύσεως καταβολή ενός ποσού που είχε κατασχεθεί πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας πραγματοποιήθηκε μετά από την έναρξη της διαδικασίας αυτής;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Αφορά η προβλεπόμενη στο άρθρο 13 του κανονισμού [1346/2000] ένσταση ακόμη και τον χρόνο παραγραφής ή την προθεσμία ασκήσεως ανακλητικής αγωγής ή την αποσβεστική προθεσμία που προβλέπονται από το δίκαιο του κράτους στο οποίο η προσβαλλόμενη δικαιοπραξία παράγει τα αποτελέσματά της (lex causae);
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα: Οι τυπικές προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος που προβλέπεται στο άρθρο 13 του κανονισμού [1346/2000] ρυθμίζονται και αυτές από το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την προσβαλλόμενη δικαιοπραξία (από τη lex causae) ή από το δίκαιο του κράτους ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας (από τη lex fori concursus);»
23. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
24. Οι διάδικοι στην κύρια δίκη, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο της Ισπανίας, καθώς και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 18ης Σεπτεμβρίου 2014.
V – Ανάλυση
A – Επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000
25. Η παρούσα υπόθεση εντάσσεται σε μια περίπλοκη νομική συνάφεια και θέτει το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000 σε πληρωμή που πραγματοποιήθηκε μετά από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας επί τη βάσει δικαιώματος κατασχέσεως το οποίο γεννήθηκε πριν από την έναρξη της εν λόγω διαδικασίας. Προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η επιβλαβής πράξη είναι εν προκειμένω η γένεση του δικαιώματος κατασχέσεως (8), πρέπει να καθοριστεί εάν το εμπράγματο δικαίωμα που αφορά αγαθό ευρισκόμενο, κατά τον χρόνο ενάρξεως της διαδικασίας, στο έδαφος άλλου κράτους μέλους καθίσταται ανενεργό κατόπιν της ενάρξεως της εν λόγω διαδικασίας, κατ’ εφαρμογή της lex fori concursus.
26. Υπενθυμίζω, κατ’ αρχάς, ότι το αιτούν δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να διαπιστώσει και να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του, καθώς και να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει το εθνικό δίκαιο (9) .
27. Υπό τις περιστάσεις αυτές, και ενώ το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο ως προς τον τρόπο ερμηνείας του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000, φρονώ ότι είναι αναγκαίο να εξεταστεί, εκ των προτέρων, εάν το δικαίωμα κατασχέσεως συνιστά πράγματι εμπράγματο δικαίωμα και, ως εκ τούτου, εάν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του εν λόγω κανονισμού συντρέχουν εν προκειμένω. Πράγματι, μόνον εάν το δικαίωμα κατασχέσεως είναι όντως εμπράγματο δικαίωμα, ζήτημα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει, ο Η. Lutz δεν υποχρεούται να επιστρέψει στην πτωχευτική περιουσία την αξία της ασφαλισθείσας απαιτήσεως (10) . Ο χαρακτηρισμός ενός δικαιώματος ως εμπράγματου δικαιώματος αποτελεί ως εκ τούτου προϋπόθεση για την εφαρμογή εν προκειμένω του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000.
28. Ως εκ τούτου, θα εξετάσω, πρώτον, τον νομικό χαρακτηρισμό του δικαιώματος κατασχέσεως των τραπεζικών καταθέσεων της οφειλέτριας εταιρίας ως εμπράγματου δικαιώματος, προτού αναλύσω, δεύτερον, την έκταση της προστασίας των εμπράγματων δικαιωμάτων που διασφαλίζει το άρθρο 5, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού.
1. Επί του νομικού χαρακτηρισμού του δικαιώματος κατασχέσεως των τραπεζικών καταθέσεων της οφειλέτριας εταιρίας βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000
29. Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1346/2000, εφαρμοστέο στη διαδικασία αφερεγγυότητας και στα αποτελέσματά της δίκαιο είναι το δίκαιο του κράτους μέλους ενάρξεως της διαδικασίας (lex fori concursus). Το δίκαιο αυτό διέπει, όπως επισημαίνει και η αιτιολογική σκέψη 23 του κανονισμού, όλους τους όρους ενάρξεως, διεξαγωγής και περατώσεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας (11) .
30. Παρά ταύτα, για την εδραίωση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ασφάλειας δικαίου στις συναλλαγές εντός κρατών μελών διαφορετικών από το κράτος μέλος ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ο κανονισμός 1346/2000 προβλέπει, στα άρθρα του 5 έως 15, ορισμένες εξαιρέσεις από τον ανωτέρω κανόνα για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, όσον αφορά συγκεκριμένα δικαιώματα και έννομες καταστάσεις που, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού, έχουν ιδιαίτερη σημασία (12) . Έτσι, όσον αφορά ειδικότερα τα εμπράγματα δικαιώματα, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν θίγει εμπράγματα δικαιώματα πιστωτών ή τρίτων επί πραγμάτων ανηκόντων στον οφειλέτη και ευρισκομένων σε άλλο κράτος μέλος κατά την έναρξη της διαδικασίας (13) .
31. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής αποσαφηνίζεται από τις αιτιολογικές σκέψεις 11 και 25 του κανονισμού 1346/2000, κατά τις οποίες είναι αναγκαίο να προβλεφθούν για τα εμπράγματα δικαιώματα ειδικές συνδετικές έννοιες «που θα παρεκκλίνουν από τη νομοθεσία του κράτους ενάρξεως», δεδομένου ότι τα δ ικαιώματα αυτά έχουν σημαντικό ρόλο στη χορήγηση πιστώσεων. Ως εκ τούτου, κατά την αιτιολογική σκέψη 25, η αιτιολόγηση, η ισχύς και η εμβέλεια ενός τέτοιου εμπράγματου δικαιώματος θα πρέπει κανονικά να καθορίζονται δυνάμει του δικαίου της τοποθεσίας του πράγματος (lex rei sitae) και να μην επηρεάζονται από την ενδεχόμενη κίνηση διαδικασίας αφερεγγυότητας (14) . Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού θα πρέπει να ερμηνεύεται ως διάταξη η οποία, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα που ορίζει ως εφαρμοστέο το δίκαιο του κράτους ενάρξεως, παρέχει τη δυνατότητα να εφαρμόζεται στα εμπράγματα δικαιώματα που έχουν πιστωτές ή τρίτοι επί ορισμένων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη το δίκαιο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται το επίμαχο περιουσιακό στοιχείο (lex rei sitae) (15) . Στην προστασία του άρθρου αυτού εμπίπτουν μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα τα οποία αφορούν περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη ευρισκόμενα, κατά τον χρόνο ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, σε άλλο κράτος μέλος από το κράτος ενάρξεως της διαδικασίας (16) . Πράγματι, το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 δεν αποτελεί κανόνα συγκρούσεως νόμων, αλλά «αρνητικό» κανόνα ουσιαστικού δικαίου (17) που έχει ως αντικείμενο τη διασφάλιση της προστασίας των εμπράγματων δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας (18) .
32. Συνεπώς, τίθεται ένα προκριματικό ζήτημα: το δικαίωμα κατασχέσεως τραπεζικών καταθέσεων μπορεί να χαρακτηριστεί, εν προκειμένω, ως εμπράγματο δικαίωμα του οποίου δικαιούχος είναι ο Η. Lutz;
33. Όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό του δικαιώματος κατασχέσεως, επισημαίνω ευθύς εξαρχής ότι ο κανονισμός 1346/2000 παραπέμπει στο εθνικό δίκαιο, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου του 5, παράγραφοι 2 και 3.
34. Κατ’ αρχάς, ο νομικός χαρακτηρισμός ενός δικαιώματος ως εμπράγματου δικαιώματος ανήκει στο εθνικό δίκαιο, το οποίο διέπει, δυνάμει κανόνων συγκρούσεως εφαρμοστέων προηγουμένως επί της διαδικασίας αφερεγγυότητας, τα εμπράγματα δικαιώματα (lex rei sitae) (19) . Η σύσταση, το κύρος και το περιεχόμενο αυτών των εμπράγματων δικαιωμάτων διέπονται επομένως από το δίκαιο του τόπου στον οποίο ευρίσκεται το περιουσιακό στοιχείο που αποτελεί το αντικείμενο του εμπράγματου δικαιώματος (20) .
35. Εν συνεχεία, άπαξ καθορισθεί η εμπράγματη φύση του δικαιώματος που εξετάζεται υπό το πρίσμα της lex rei sitae, πρέπει να εξεταστεί, εάν το δικαίωμα αυτό πληροί τα κριτήρια εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1346/2000. Αυτά τα κριτήρια αυτοτελούς νομικού χαρακτηρισμού (21) περιορίζουν επομένως τον βάσει του εθνικού δικαίου νομικό χαρακτηρισμό ενός δικαιώματος ως εμπραγμάτου για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 5 του κανονισμού αυτού (22) .
36. Ως προς την υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, από τα υποβληθέντα στο Δικαστήριο στοιχεία της δικογραφίας, τα οποία επιβεβαιώθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, συνάγεται, πρώτον, ότι, κατά το αυστριακό δίκαιο, το δικαίωμα ενεχύρου βάσει του οποίου μπορεί να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα που στηρίζεται στην κοινοποίηση της διαταγής πληρωμής στον οφειλέτη (23) .
37. Συναφώς, η διάταξη περί παραπομπής επισημαίνει ότι αυστριακό δικαστήριο επέτρεψε, στις 20 Μαΐου 2008, την αναγκαστική εκτέλεση, δυνάμει της οποίας κατασχέθηκαν οι καταθέσεις σε τρεις τραπεζικούς λογαριασμούς που κατείχε η οφειλέτρια εταιρία στην τράπεζά της στην Αυστρία. Η διαδικασία εκτελέσεως γνωστοποιήθηκε στην ίδια αυτή τράπεζα στις 23 Μαΐου 2008. Έτσι, βάσει των διαπιστώσεων του αιτούντος δικαστηρίου, συμφώνως προς το αυστριακό δίκαιο (24), το προνόμιο που αποκτήθηκε με την άδεια περί επιβολής κατασχέσεως δεν επηρεάζεται από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, διότι γεννήθηκε 60 ημέρες και πλέον πριν από την έναρξη της διαδικασίας. Κατά το εν λόγω δικαστήριο, νομίμως καταβλήθηκε στον Η. Lutz, βάσει του αναγνωριζόμενου σε αυτόν προνομίου, το κατασχεθέν ποσόν από τις τραπεζικές καταθέσεις (25) .
38. Δεύτερον, όπως συνάγεται από το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1346/2000, ως εμπράγματο δικαίωμα νοείται μεταξύ άλλων «το αποκλειστικό δικαίωμα εισπράξεως μιας απαιτήσεως, και δη το δικαίωμα το οποίο είναι ασφαλισμένο είτε με ενέχυρο, αντικείμενο του οποίου είναι η απαίτηση, είτε με εκχώρηση της απαιτήσεως αυτής» (26), πράγμα που, στο πλαίσιο του αυστριακού δικαίου, καλύπτει την κατάσχεση καταθέσεων ενός τραπεζικού λογαριασμού. Έτσι, η προστασία του Η. Lutz διασφαλίζεται, κατ’ αρχήν, από το δικαίωμά του να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση επί των καταθέσεων των τραπεζικών λογαριασμών της οφειλέτριας εταιρίας προκειμένου να εισπράξει την απαίτηση έως αν αυτή δεν αποτελούσε το αντικείμενο διαδικασίας αφερεγγυότητας στη Γερμανία. Εν προκειμένω, ενώ η επίμαχη καταβολή μπορούσε, αρχικώς, να προσβληθεί κατ’ εφαρμογήν του αυστριακού πτωχευτικού δικαίου (27), κατά το αιτούν δικαστήριο (28), η διαπίστωση αυτή ουδόλως προδικάζει τον νομικό χαρακτηρισμό του δικαιώματος κατασχέσεως ως εμπράγματου δικαιώματος υπό το πρίσμα του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000.
39. Αφετέρου, όσον αφορά τον ακριβή τόπο στον οποίον ευρισκόταν το περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη κατά τον χρόνο της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, επίσης από τη διάταξη περί παραπομπής συνάγεται ότι, στις 4 Αυγούστου 2008, το περιουσιακό στοιχείο της οφειλέτριας εταιρίας, το οποίο αφορούσε το δικαίωμα κατασχέσεως, ήτοι το επίδικο ποσό, ευρισκόταν στους αυστριακούς τραπεζικούς λογαριασμούς της εν λόγω οφειλέτριας εταιρίας (29) .
40. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000 συντρέχουν εν προκειμένω, πράγμα το οποίο εναπόκειται, εν πάση περιπτώσει, στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει, το οποίο άλλωστε είναι και το μόνο αρμόδιο για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της εκκρεμούσας ενώπιόν του διαφοράς.
2. Η έκταση της προστασίας των εμπράγματων δικαιωμάτων υπό το πρίσμα του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 1346/2000: οι επιβλαβείς πράξεις
41. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι, δεδομένου ότι η προστασία των εμπράγματων δικαιωμάτων των τρίτων και, ως εκ τούτου, το απρόσβλητό τους, είναι σχετικό, ο αποκλεισμός των εν λόγω δικαιωμάτων από τον τομέα της lex fori concursus δεν είναι απόλυτος.
42. Πρώτον, ο κανόνας του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1346/2000 δεν εμποδίζει τον σύνδικο να ζητήσει την έναρξη δευτερεύουσας διαδικασίας στο κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία, εάν ο οφειλέτης έχει κάποια εγκατάσταση σε αυτό το κράτος μέλος (30) . Μια τέτοια δευτερεύουσα διαδικασία θα είχε τα ίδια αποτελέσματα επί των εμπράγματων δικαιωμάτων με αυτά που θα είχε η κύρια διαδικασία (31) .
43. Δεύτερον, το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 1346/2000 εισάγει μια εξαίρεση στην εξαίρεση προβλέποντας ότι η παράγραφος 1 δεν κωλύει τις κατ’ άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, του εν λόγω κανονισμού αγωγές αναγνωρίσεως της ακυρότητας ή ακυρώσεως ή κηρύξεως του ανενεργού δικαιοπραξίας. Έτσι, η lex fori concursus εφαρμόζεται όταν η σύσταση ή η άσκηση των εμπράγματων δικαιωμάτων έρχεται σε σύγκρουση προς τα συμφέροντα της διαδικασίας αφερεγγυότητας και όταν οι δικαιοπραξίες μπορούν να χαρακτηριστούν ως επιβλαβείς για την πτωχευτική περιουσία των πιστωτών. Συνεπώς, το άρθρο αυτό αφορά, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, τις αγωγές ανακλήσεως που στηρίζ ονται στους κανόνες των διαδικασιών αφερεγγυότητας και όχι στους κανόνες του κοινού δικαίου (τακτικές αγωγές του αστικού και εμπορικού δικαίου). Αυτές οι τελευταίες διέπονται από τους γενικούς κανόνες συγκρούσεως των νόμων. Εντούτοις, αυτές οι αγωγές του κοινού δικαίου είναι παραδεκτές μόνο στον βαθμό που το επιτρέπει η lex fori concursus (32) .
44. Ο βασικός κανόνας είναι ότι ο νόμος του κράτους μέλους ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας διέπει, κατά το άρθρο 4 του κανονισμού 1346/2000, την ενδεχόμενη ακυρότητα, ακυρωσία και το ανενεργόν επιβλαβών για τα συμφέροντα του συνόλου των πιστωτών πράξεων. Επομένως, εν προκειμένω, η ανακλητική αγωγή που άσκησε η Ε. Bäuerle διέπεται από το γερμανικό δίκαιο. Αυτό το εφαρμοστέο δίκαιο διέπει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι επιβλαβείς για το σύνολο των πιστωτών πράξεις μπορούν να έχουν ως συνέπεια τη μη ισχύ τους (ακυρότητα, ακυρωσία), το καθεστώς των συνεπειών αυτών (οι οποίες μπορούν να επέλθουν είτε αυτοδικαίως είτε δυνάμει αγωγής ασκουμένης από τον σύνδικο, με ή άνευ αναδρομικού αποτελέσματος, κ.λπ.), καθώς και τα έννομα αποτελέσματά τους (π.χ., νομική κατάσταση του τρίτου κατά του οποίου ασκείται ανακλητική αγωγή) (33) .
45. Συναφώς, στο γερμανικό δίκαιο, το άρθρο 88 του InsO προβλέπει ότι, οσάκις πιστωτής του αφερέγγυου προσώπου έλαβε, κατά το διάστημα του μηνός που προηγήθηκε της αιτήσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας ή μετά από αυτήν, μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως, ασφάλεια από την περιουσία του οφειλέτη η οποία ανήκει στην πτωχευτική περιουσία, η έναρξη της διαδικασίας καθιστά την ασφάλεια αυτή ανενεργή. Επομένως, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το προαναφερθέν άρθρο αφορά την αυτοδίκαιη (ipso jure) ακυρότητα ασφάλειας από την περιουσία του οφειλέτη, ελλείψει οποιασδήποτε αγωγής ασκηθείσας από τον σύνδικο. Τούτο θέτει ένα ζήτημα που έχει καθοριστική σημασία για την επίλυση της διαφοράς στην κύρια δίκη για το οποίο αντηλλάγησαν απόψεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση κατόπιν ερωτήσεως του Δικαστηρίου προκειμένου να δοθεί προφορική απάντηση: αυτός ο κανόνας του γερμανικού δικαίου εμπίπτει, όπως υποστηρίζει το αιτούν δικαστήριο, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 1346/2000; Με άλλα λόγια, τυχόν αυτοδίκαιη ακυρότητα ενός εμπράγματου δικαιώματος επί της περιουσίας του οφειλέτη διέπεται από το άρθρο 5, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού που προβλέπει την εφαρμογή της lex fori concursus επί των αγωγών αναγνωρίσεως της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού περί των οποίων διαλαμβάνει το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ;
46. Φρονώ ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει.
47. Κατ’ αρχάς, όπως προκύπτει από την προηγηθείσα στα σημεία 25 έως 40 των ανά χείρας προτάσεων ανάλυση και από τις παρατηρήσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το αντικείμενο του άρθρου 88 του InsO, ήτοι η απόκτηση, μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως, ασφάλειας επί περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, το οποίο αποτελεί μέρος της πτωχευτικής περιουσίας, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000.
48. Επιπλέον, η έκθεση Virgós/Schmit φαίνεται να δέχεται, στις παραγράφους 91 και 106, μια διασταλτική ερμηνεία της εννοίας των αγωγών του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 1346/2000. Έτσι, «μια επιβλαβής για όλους τους πιστωτές πράξη μπορεί να συνίσταται στη σύσταση εμπράγματου δικαιώματος υπέρ ενός συγκεκριμένου πιστωτή ή ενός συγκεκριμένου τρίτου. Στην περίπτωση αυτή, εφαρμοστέοι είναι οι γενικοί κανόνες [του κανονισμού 1346/2000] που διέπουν τις αγωγές περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού νομικών πράξεων (άρθρα 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, και 13)» (34) . Συναφώς, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι τυχόν διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των διατάξεων που προβλέπουν την αυτοδίκαιη (ipso jure) ακυρότητα και αυτών που απαιτούν την άσκηση αγωγής θα αντέβαινε τόσο στο αντικείμενο όσο και στο πνεύμα του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 1346/2000.
49. Τέλος, όπως ορθώς υποστηρίζουν η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, το γεγονός ότι υφίσταται διαφορά μεταξύ των γλωσσικών αποδόσεων όσον αφορά τη μνεία των «αγωγών» περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στο συμπέρασμα ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 1346/2000 περιορίζεται αποκλειστικά στις αγωγές. Το άρθρο αυτό πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, του εν λόγω κανονισμού που κάνει λόγο για τους «κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, ακυρωσίας ή του ανενεργού» (35) και όχι αποκλειστικώς για «αγωγές αναγνώρισης της ακυρότητας ή ακυρώσεως ή κήρυξης του ανενεργού». Επομένως, το εθνικό δίκαιο είναι αυτό που καθορίζει εάν η ακυρότητα, η ακυρωσία ή το ανενεργόν απορρέει από αγωγή, από νομοθετική πρόβλεψη (36) ή από δικαιοπραξία. Εντούτοις, το γεγονός ότι το εθνικό δίκαιο επιβάλλει την άσκηση αγωγής ακυρότητας, σε ένα πρώτο στάδιο, ή ότι η απόφαση περί ενάρξεως συνεπάγεται αυτομάτως την ακύρωση (37), στον βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο(38), το δίκαιο του κράτους ενάρξεως της διαδικασίας (εν προκειμένω, το γερμανικό δίκαιο) υποκαθιστά το δίκαιο το οποίο θα ήταν εφαρμοστέο κανονικά επί της επιβλαβούς πράξεως (εν προκειμένω, το αυστριακό δίκαιο) (39) .
50. Έτσι, κατά το αιτούν δικαστήριο, η κατάσχεση των καταθέσεων στους τραπεζικούς λογαριασμούς στην Αυστρία ήταν ανίσχυρη, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 88 του InsO, εκ του λόγου και μόνον ότι η κατάσχεση αυτή επιβλήθηκε μετά από την κατάθεση αιτήσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας στη Γερμανία. Ως εκ τούτου, το δικαίωμα κατασχέσεως που αποκτήθηκε επί των τραπεζικών καταθέσεων πριν από την έναρξη της διαδικασίας καθίσταται κατ’ αρχήν ανενεργό κατόπιν της ενάρξεως της διαδικασίας αυτής κατ’ εφαρμογή της lex fori concursus (40) .
51. Πάντως, το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, του κανονισμού 1346/2000 πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο του 13. Συνεπώς, θα μπορούσε να μην έχει εφαρμογή η lex fori concursus κατ’ εφαρμογήν της lex causae. Αυτό ακριβώς είναι το αντικείμενο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος που θα εξετάσω εν συνεχεία.
Β – Επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000 σε πράξη η οποία προηγήθηκε της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας
52. Από τη διάταξη περί παραπομπής, καθώς και από τα σημεία 45 και 49 των ανά χείρας προτάσεων, συνάγεται ότι το δικαίωμα κατασχέσεως των ευρισκόμενων στο αυστριακό έδαφος τραπεζικών καταθέσεων γεννήθηκε μετά από την αίτηση περί ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας και, ως εκ τούτου, είχε καταστεί ανενεργό, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 88 του InsO, κατά την ημερομηνία ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
53. Εντούτοις, το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 προβλέπει μια εξαίρεση από την εφαρμογή της lex fori concursus, δυνάμει της οποίας η επίμαχη πράξη δεν μπορεί να προσβληθεί νομίμως εάν αυτός ο οποίος επωφελήθη δικαιοπραξίας επιβλαβούς για το σύνολο των πιστωτών προσκομίσει απόδειξη ότι «η δικαιοπραξία αυτή διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους άλλου από το κράτος έναρξης και ότι το δίκαιο αυτό δεν παρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση κανένα μέσο προσβολής της δικαιοπραξίας αυτής».
54. Με αυτό το πρώτο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν εάν το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 είναι εφαρμοστέο στην περίπτωση που το εμπράγματο δικαίωμα γεννήθηκε πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ενώ η καταβολή του κατασχεθέντος για τον λόγο αυτόν ποσού έλαβε χώρα μετά από την έναρξη της εν λόγω διαδικασίας.
55. Προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, θα εξετάσω, πρώτον, το περιεχόμενο του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000 προτού εξετάσω, δεύτερον, εάν η γένεση του δικαιώματος κατασχέσεως μπορεί να θεωρηθεί ως το καθοριστικό χρονικό σημείο για τους σκοπούς της εφαρμογής του εν λόγω άρθρου.
1. Επί του περιεχομένου του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000
56. Πρέπει, κατ’ αρχάς, να διευκρινίσω ότι συμμερίζομαι την ανάλυση που αναπτύχθηκε, κατ’ ουσίαν από τον Η. Lutz και τη Γερμανική Κυβέρνηση, κατά την οποία το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 δεν περιέχει καμία ένδειξη από την οποία θα μπορούσε να συναχθεί ως συνέπεια η διάκριση των επιβλαβών πράξεων ανάλογα με το εάν έχουν συναφθεί πριν ή μετά από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
57. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, για να προσδιοριστεί η έννοια μιας διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να συνεκτιμώνται τόσο το γράμμα της όσο και το πλαίσιό της και οι σκοποί της (41) . Οι νομοπαρασκευαστικές εργασίες μιας διατάξεως του δικαίου της Ένωσης μπορούν επίσης να παράσχουν κρίσιμα στοιχεία για την ερμηνεία της (42) .
58. Όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000, η χρήση των εκφράσεων «[…] αυτός ο οποίος επωφελήθη δικαιοπραξίας επιβλαβούς για το σύνολο των πιστωτών προσκομίσει απόδειξη», «στη συγκεκριμένη περίπτωση» και «κανένα μέσο προσβολής» επιβεβαιώνει τον στενό χαρακτήρα της εξαιρέσεως σε σχέση με τον γενικό κανόνα του άρθρου 4 του κανονισμού 1346/2000. Κατά την έκθεση Virgós/Schmit, η πρώτη έκφραση συνεπάγεται ότι η εν λόγω διάταξη αποτελεί ουσιαστική εξαίρεση από την εφαρμογή της lex fori concursus, κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερομένου ο οποίος φέρει το βάρος αποδείξεως (43) . Περαιτέρω, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή αναφέρθηκε ορθώς στις εκφράσεις «στη συγκεκριμένη περίπτωση» και «κανένα μέσο προσβολής» τις οποίες άντλησε από την εν λόγω έκθεση. Όσον αφορά την πρώτη, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η πράξη δεν πρέπει να υπόκειται σε προσβολή στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήτοι λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των συγκεκριμένων περιστάσεων της υποθέσεως. Δεν αρκεί να διαπιστώνεται η ύπαρξη ενός αφηρημένου κινδύνου. Τέλος, η έκφραση «κανένα μέσο προσβολής» υποδηλώνει ότι η πράξη δεν μπορεί να ακυρωθεί ούτε κατ’ εφαρμογήν των κανόνων που διέπουν ειδικώς τις διαδικασίες αφερεγγυότητας ούτε κατ’ εφαρμογήν των εφαρμοστέων κανόνων του κοινού δικαίου (44) .
59. Όσον αφορά την όλη οικονομία και τον σκοπό του ερμηνευόμενου κανόνα δικαίου, υπενθυμίζω ότι το καθεστώς που διέπει τη σύγκρουση νόμων το οποίο απορρέει από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, και 13 του κανονισμού 1346/2000 έχει γενικό περιεχόμενο στο σύστημα του κανονισμού. Το καθεστώς αυτό εφαρμόζεται και στα προστατευόμενα από το άρθρο 5 εμπράγματα δικαιώματα. Έτσι, το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, του κανονισμού 1346/2000 αφορά τους κανόνες ή τις αγωγές ακυρώσεως που προέρχονται από τη lex fori concursus, το δε άρθρο του 13 αποτελεί την εξαίρεση από την εφαρμογή του δικαίου αυτού (45) . Πράγματι, αυτό το τελευταίο άρθρο λειτουργεί ως κανόνας «αρνησικυρίας» που κωλύει την κατ’ εφαρμογήν του δικαίου του κράτους της ενάρξεως της διαδικασίας ακύρωση της επιβλαβούς πράξεως. Συνεπώς, το εν λόγω άρθρο δεν επιδιώκει άλλον σκοπό πέραν αυτού της διαφυλάξεως της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ενός πιστωτή ή ενός τρίτου ως προς το κύρος μιας σύμφωνης προς τη lex causae πράξεως (τόσο υπό το πρίσμα των διατάξεων του κοινού δικαίου όσο και των κανόνων που διέπουν τη διαδικασία αφερεγγυότητας), έναντι της εμβόλιμης εφαρμογής κάποιου άλλου lex fori concursus (46) .
60. Τέλος, οι ανωτέρω εκτιμήσεις επιρρωννύονται από τις νομοπαρασκευαστικές εργασίες της εν λόγω διατάξεως. Πράγματι, όπως συνάγεται από την έκθεση Virgós/Schmit, το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 αφορά τις «επιβλαβείς πράξεις» που συνάπτονται ή πραγματοποιούνται πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας και τελούν υπό τη δαμόκλειο σπάθη, όπως εν προκειμένω, των ασκηθεισών από τον σύνδικο αγωγών ανακλήσεως. Έτσι, το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στις απαλλοτριώσεις που έλαβαν χώρα πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Πράγματι, η εμπιστοσύνη των πιστωτών στο κύρος τέτοιων μεταγενέστερων πράξεων δεν πρέπει να τυγχάνει αυξημένης προστασίας, διότι δεν είναι δικαιολογημένη.
61. Συνεπώς, φρονώ ότι το σύνολο των ανωτέρω εκτιμήσεων συνηγορεί σαφώς υπέρ της συσταλτικής ερμηνείας του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000. Εντούτοις, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, όπως ορθώς επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, δεν είναι βέβαιον ότι μια τέτοια ερμηνεία μπορεί να ευσταθεί και στην περίπτωση κατά την οποία, όπως στην ένδικη διαφορά που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, η μετακίνηση του περιουσιακού στοιχείου υπέρ του πιστωτή στηρίζεται σε εμπράγματο δικαίωμα που έχει ήδη αποκτηθεί πριν από την έναρξη της διαδικασίας. Συναφώς, εάν η καταβολή δεν είχε ακόμη πραγματοποιηθεί κατά την ημερομηνία ασκήσεως της ανακλητικής αγωγής, ο σύνδικος θα έπρεπε να ζητήσει την ανάκληση του δικαιώματος κατασχέσεως η οποία είχε επιβληθεί δυνάμει δικαιώματος γεννηθέντος πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Πάντως, το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 θα ήταν εφαρμοστέο σε μια τέτοια περίπτωση.
2. Επί της γενέσεως του δικαιώματος κατασχέσεως ως καθοριστικού στοιχείου για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000
62. Ας μου επιτραπεί να αρχίσω την ανάλυση αυτή με ένα ερώτημα: πρέπει να θεωρηθεί, εν προκειμένω, ο χρόνος της καταβολής στον Η. Lutz του ποσού που ασφαλίζεται με εμπράγματο δικαίωμα, εν προκειμένω το δικαίωμα κατασχέσεως, ως ουσιαστικό στοιχείο που δικαιολογεί την εφαρμογή του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000;
63. Δεν το νομίζω.
64. Κατά την Επιτροπή, οσάκις ένα πραγματικό, καίτοι υποκείμενο σε ανάκληση, δικαίωμα κατασχέσεως επί της περιουσίας του οφειλέτη γεννήθηκε πριν από την έναρξη της διαδικασίας, είναι αδιάφορο, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000, το γεγονός ότι το ποσό που ασφαλίζεται με το εμπράγματο δικαίωμα καταβλήθηκε πριν από την έναρξη της διαδικασίας αυτής. Φρονώ ότι το επιχείρημα αυτό είναι πειστικό. Κατά την άποψή μου, μόνον η γένεση του δικαιώματος κατασχέσεως θα έπρεπε να είναι καθοριστική για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 13 του εν λόγω κανονισμού. Έτσι, μόνον η σύσταση του εμπράγματος δικαιώματος είναι αυτή που μπορεί να θεωρηθεί ως επιβλαβής πράξη. Εάν το εμπράγματο δικαίωμα δεν είχε συσταθεί, η lex fori concursus θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής και ο Η. Lutz δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή. Πράγματι, η καταβολή στην οποία προέβη η τράπεζα της οφειλέτριας εταιρίας στον Η. Lutz δεν ήταν παρά μόνον η συνέπεια της αναγκαστικής κατασχέσεως που είχε επιβληθεί πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Επιπλέον, όπως υποστήριξε ο εκπρόσωπός του κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο Η. Lutz δεν μπορούσε να προβλέψει την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, η οποία έλαβε χώρα στις 4 Αυγούστου 2008, ούτε κατά τον χρόνο κατά τον οποίον προσέφυγε στα αυστριακά δικαστήρια ούτε κατά τον χρόνο της γενέσεως του εν λόγω εκτελεστού δικαιώματος ενεχυριάσεως.
65. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από την όλη οικονομία του μηχανισμού που καθιερώνει ο κανονισμός 1346/2000 ο οποίος στηρίζεται, αφενός, στον μη επηρεασμό των εμπράγματων δικαιωμάτων επί των ευρισκόμενων σε άλλο κράτος μέλος περιουσιακών στοιχείων (άρθρο 5), πράγμα που ισοδυναμεί με τον αποκλεισμό των δικαιωμάτων αυτών από τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας, και, αφετέρου, στην προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των πιστωτών ή των τρίτων στο κύρος μιας πράξεως (άρθρο 13).
66. Όσον αφορά, πρώτον, την προστασία των εμπράγματων δικαιωμάτων την οποία διασφαλίζει το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000, η λύση αυτή έγινε αποδεκτή για λόγους ουσίας, όπως είναι ο σκοπός της προστασίας του εμπορίου στο κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία και εδραιώσεως ασφάλειας δικαίου σε σχέση με τα συναφή δικαιώματα. Τα εμπράγματα δικαιώματα επιτελούν μια ζωτικής σημασίας λειτουργία στο πλαίσιο των πιστώσεων και της παραγωγικής χρήσεως του πλούτου. Πράγματι, τα εν λόγω δικαιώματα προστατεύουν τους δικαιούχους τους έναντι του κινδύνου αφερεγγυότητας του οφειλέτη και παρέχουν τη δυνατότητα λήψεως πιστώσεων υπό ευνοϊκούς όρους (47) . Έτσι, η ασφάλεια δικαίου και η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των πιστωτών στις πραγματοποιούμενες συναλλαγές αποτελούν, κατά την άποψή μου, ουσιώδη στοιχεία. Επιπλέον, λόγοι δικονομικής τάξεως δικαιολογούν επίσης την αυξημένη προστασία των εμπράγματων δικαιωμάτων, όπως είναι οι θεσμικοί στόχοι του κανονισμού 1346/2000 που συνδέονται με την ανάγκη απλοποιημένης και ευχερέστερης διοικήσεως των περιουσιακών στοιχείων (48) .
67. Όσον αφορά, δεύτερον, το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000, από τις προεκτεθείσες στα σημεία 30 και 65 των ανά χείρας προτάσεων εκτιμήσεις συνάγεται ότι η λύση που επελέγη από τη διάταξη αυτή σκοπεί, πρωτίστως, να διαφυλάξει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των πιστωτών ή των τρίτων στο κύρος μιας πράξεως σύμφωνης προς τη lex causae. Συναφώς, συμμερίζομαι την ανάλυση του Η. Lutz και της Επιτροπής, κατά την οποία, υπό το πρίσμα του αυστριακού δικαίου και λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων της διαφοράς που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, η επίμαχη πράξη δεν μπορούσε να προσβληθεί (49) .
68. Βάσει του συνόλου των εκτιμήσεων που προηγήθηκαν, φρονώ ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 πρέπει να ερμηνευθεί υπό τη έννοια ότι είναι εφαρμοστέο στην περίπτωση που το εμπράγματο δικαίωμα συστήθηκε πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας και η καταβολή του κατασχεθέντος ποσού για τον λόγο αυτόν επήλθε μετά από την έναρξη της εν λόγω διαδικασίας.
Γ – Επί του χρόνου παραγραφής, των προθεσμιών ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως και των αποσβεστικών προθεσμιών που προβλέπει η lex causae στο πλαίσιο των εξαιρέσεων του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000
69. Το δεύτερο ερώτημα αφορά το κατά πόσον το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι συνεπάγεται ότι η lex causae διέπει και τα νομικά αποτελέσματα τα οποία συνδέονται με την πάροδο του χρόνου. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν το καθεστώς των εξαιρέσεων που προβλέπει το εν λόγω άρθρο 13 περιλαμβάνει και τον χρόνο παραγραφής, τις προθεσμίες ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως και τις αποσβεστικές προθεσμίες τις οποίες προβλέπει η lex causae.
70. Από την διάταξη περί παραπομπής συνάγεται ότι, βάσει των κανόνων δικαίου της γερμανικής νομοθεσίας, το δικαίωμα κατασχέσεως επί των τραπεζικών καταθέσεων γεννήθηκε μετά από την κατάθεση της αιτήσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας και, ως εκ τούτου, δυνάμει του άρθρου 88 του InsO, έπαυσε να είναι ισχυρό κατά την ημερομηνία ενάρξεως της εν λόγω διαδικασίας (50) . Εντούτοις, κατά τους κρίσιμους κανόνες του αυστριακού δικαίου, η ανακλητική αγωγή της Ε. Bäuerle υπέκυψε σε παραγραφή λόγω της παρόδου της ενιαύσιας προθεσμίας από της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας την οποία έχει ο σύνδικος προκειμένου να προσφύγει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, στη δικαιοσύνη. Αντιθέτως, στο γερμανικό δίκαιο, η προθεσμία για την άσκηση μιας τέτοιας αγωγής είναι τριετής.
71. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η γερμανική θεωρία είναι διχασμένη ως προς το ζήτημα αυτό. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η lex causae δεν πρέπει να διέπει τον χρόνο παραγραφής ή τις αποσβεστικές προθεσμίες. Οι εν λόγω προθεσμίες, ως διατάξεις δικονομικού δικαίου, θα πρέπει να αντλούνται από τη lex fori concursus (51) . Αντιθέτως, άλλοι υποστηρίζουν ότι η παραπομπή στη lex causae θα πρέπει να νοηθεί ως συνολική παραπομπή στο σύνολο των κανόνων της, περιλαμβανομένων αυτών που αφορούν τον χρόνο παραγραφής ή την αποσβεστική προθεσμία.
72. Δεν συντάσσομαι με την πρώτη ανάλυση, αλλά, αντιθέτως, συμμερίζομαι, όπως θα διευκρινίσω κατωτέρω, τη δεύτερη (52) .
73. Αφενός, κατά την εξέταση του πρώτου ερωτήματος, αναφέρθηκα ήδη, στα σημεία 57 έως 60 των ανά χείρας προτάσεων, στην οριοθέτηση του περιεχομένου του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000, λαμβανομένων υπόψη των όρων του, της οικονομίας του και των σκοπών που επιδιώκει (53) . Από την ανάλυση αυτή συνάγεται μεταξύ άλλων ότι η έκφραση «στη συγκεκριμένη περίπτωση» αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες μια πράξη δεν πρέπει να είναι προσβλητή λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των συγκεκριμένων περιστάσεων της υποθέσεως. Φρονώ ότι είναι σαφές ότι ο χρόνος που έχει παρέλθει και, ως εκ τούτου, οι ουσιαστικοί και δικονομικοί κανόνες που τη διέπουν ανήκουν στις εν λόγω περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (54) . Συναφώς, και το αιτούν δικαστήριο διαβεβαιώνει ότι η απώλεια ενός δικαιώματος συνεπεία της παρόδου του χρόνου μπορεί να περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών των συγκεκριμένων περιστάσεων.
74. Αφετέρου, και προεκτείνοντας αυτή τη συλλογιστική, πρέπει να αναφερθώ στις παρατηρήσεις του Η. Lutz, της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής. Υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 αναφέρεται σε πράξη η οποία δεν μπορεί να προσβληθεί με «κανένα μέσο προσβολής», οπότε δεν περιορίζεται στις ουσιαστικές προϋποθέσεις της ανακλήσεως βάσει της lex causae, αλλά, ως εκ τούτου, επεκτείνεται μεταξύ άλλων στις διατάξεις περί παραγραφής ή αποσβεστικής προθεσμίας. Πάντως, όπως επισήμανα ανωτέρω, η έκφραση αυτή υποδηλώνει ότι η πράξη δεν μπορεί να ακυρωθεί, όπως εν προκειμένω, ούτε κατ’ εφαρμογήν των κανόνων επί των διαδικασιών αφερεγγυότητας ούτε κατ’ εφαρμογήν των κανόνων του κοινού δικαίου που είναι εφαρμοστέοι επ’ αυτής (55) . Όσον αφορά αυτούς τους τελευταίους κανόνες, και λαμβανομένης υπόψη της διαφορετικής φύσεως, μεταξύ άλλων της παραγραφής, στα διάφορα νομικά συστήματα, η εφαρμογή της lex causae συνηγορεί, κατά την άποψή μου, υπέρ της διαφυλάξεως της συνοχής της έννομης τάξεως στην οποία εντάσσεται και, κατά συνέπεια, της συνοχής μεταξύ των διατάξεων του ουσιαστικού και των διατάξεων του δικονομικού δικαίου.
75. Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει με τα υπομνήματά της ότι οποιαδήποτε ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000 η οποία θα απέκλειε τους χρόνους παραγραφής που χαρακτηρίζονται, στο εθνικό δίκαιο, ως δικονομικής φύσεως θα συνιστούσε, μεταξύ των θεωρητικών μοντέλων που γίνονται αποδεκτά από τα κράτη μέλη, αυθαίρετη δυσμενή διάκριση και θα εμπόδιζε την ομοι όμορφη ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως.
76. Η άποψη αυτή επιρρωννύεται από τις διατάξεις του κανονισμού Ρώμη I (56) . Έτσι, το αιτούν δικαστήριο, ο Η. Lutz και η Επιτροπή παραπέμπουν, ορθώς, στο άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του εν λόγω κανονισμού, δυνάμει του οποίου η επιρροή της παρόδου του χρόνου επί ενός συμβατικού δικαιώματος καθορίζεται από την έννομη τάξη η οποία διέπει το εν λόγω δικαίωμα (57) . Ειδικότερα, συμφώνως προς το άρθρο αυτό, το δίκαιο που διέπει τις συμβάσεις δυνάμει του κανονισμού Ρώμη I διέπει μεταξύ άλλων «τους διάφορους τρόπους απόσβεσης των ενοχών, καθώς και τις παραγραφές και εκπτώσεις λόγω παρόδου προθεσμίας» (58), οι οποίες, ως εκ τούτου, θεωρούνται θεσμοί του ουσιαστικού δικαίου και υπόκεινται στη lex causae.
77. Επιπλέον, υπενθυμίζω, όπως συνάγεται από τα σημεία 30, 65 και 67 των ανά χείρας προτάσεων, ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 σκοπεί στην προστασία της εμπιστοσύνης του πιστωτή στη διάρκεια μιας πράξεως. Έτσι, ένας πιστωτής που εμπιστεύεται το κύρος της πράξεως συμφώνως προς τη lex causae δεν πρέπει να καταλαμβάνεται εξαπίνης από την εφαρμογή του δικαίου περί διαδικασιών αφερεγγυότητας ενός άλλου κράτους μέλους (59) .
78. Εν πάση περιπτώσει, ουδεμία αμφιβολία έχω ότι οι κανόνες περί παραγραφής ή αποσβεστικής προθεσμίας περιλαμβάνονται στο σύστημα των λόγων ακυρώσεως των πράξεων. Έτσι, οσάκις μια πράξη μπορεί να προσβληθεί συμφώνως προς τη lex causae μέσω ανακλητικής αγωγής, όπως στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, πλην όμως η προθεσμία για την άσκηση μιας τέτοιας αγωγής έχει παρέλθει, δεν βλέπω κανέναν λόγο ο οποίος να δικαιολογεί την παραδοχή ότι η πράξη αυτή εξακολουθεί να υπόκειται σε προσβολή συμφώνως προς το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 (60) .
79. Ως εκ τούτου, βάσει των στοιχείων που προηγήθηκαν, φρονώ ότι το καθεστώς των εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 περιλαμβάνει τους χρόνους παραγραφής, τις προθεσμίες ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως και τις αποσβεστικές προθυμίες που προβλέπει η lex causae.
Δ – Επί του εφαρμοστέου δικαίου στον καθορισμό των τυπικών προϋποθέσεων οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για την άσκηση της ανακλητικής αγωγής
80. Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν οι κανόνες που διέπουν τις τυπικές προϋποθέσεις και οι οποίοι πρέπει να τηρούνται προκειμένου να ασκηθεί το δικαίωμα ανακλήσεως βάσει του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000 καθορίζονται από τη lex causae ή από τη lex fori concursus.
81. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, στο γερμανικό δίκαιο, δήλωση μη υποκείμενη σε τυπικές προϋποθέσεις, με την οποία ο σύνδικος δηλώνει ότι προτίθεται να προβάλει δικαίωμα επιστροφής, αρκεί προκειμένου να εκλείψει η εμπιστοσύνη του πιστωτή στο κύρος της καταβολής. Αντιθέτως, στο αυστριακό δίκαιο, η ανάκληση μπορεί να προβληθεί εγκύρως μόνο μέσω αγωγής ασκούμενης εντός ενιαύσιας προθεσμίας από της ενάρξεως της πτωχευτικής διαδικασίας, η δε εμπιστοσύνη του πιστωτή είναι αδιάφορη συναφώς.
82. Συμμερίζομαι το επιχείρημα της Επιτροπής ότι αυτός που ωφελείται από την πράξη δεν γνωρίζει ούτε τις προθεσμίες ούτε τους δικονομικούς κανόνες του δικαίου που προέρχονται από μια άλλη έννομη τάξη. Πράγματι, το μόνο καθοριστικό στοιχείο για αυτόν ήταν να γνωρίζει εάν, εντός της προθεσμίας που ισχύει στο δικό του νομικό σύστημα, ήταν νόμιμη η ασκηθείσα ανακλητική αγωγή. Έτσι, εν προκειμένω, κατά το αυστριακό δίκαιο, η διατήρηση του αποκτηθέντος περιουσιακού στοιχείου εξαρτάται μόνον από το εάν ασκήθηκε ή όχι αγωγή περί επιστροφής εντός της ενιαύσιας προθεσμίας από της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, πράγμα το οποίο αποκλείει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το εξώδικο του συνδίκου της 10ης Μαρτίου 2009.
83. Πάντως, συναφώς, η αιτιολογική σκέψη 24 του κανονισμού 1346/2000 ορίζει ότι, προκειμένου να προστατευθούν οι έννομες προσδοκίες και η ασφάλεια των συναλλαγών στα άλλα κράτη μέλη εκτός αυτού της ενάρξεως της διαδικασίας, θα πρέπει να προβλεφθούν ορισμένες εξαιρέσεις από τον γενικό κανόνα. Έτσι, η λειτουργία του άρθρου 13 του κανονισμού αυτού, ως κανόνα «αρνησικυρίας» που έχει στη διάθεσή του αυτός που επωφελείται από την πράξη, δεν απαιτεί όπως ο σύνδικος προσδιορίζει κατά τρόπο σωρευτικό τη δυνατότητα ανακλήσεως μιας πράξεως στις δύο εμπλεκόμενες έννομες τάξεις.
84. Επιπλέον, παραπέμπω στην ανωτέρω ανάλυσή μου της εκφράσεως «κανένα μέσο προσβολής» που υποδηλώνει ότι η παραπομπή στη lex causae πρέπει να είναι μια συνολική παραπομπή.
85. Υπενθυμίζω επίσης ότι οι κανόνες για τον τύπο μπορούν να συνιστούν προϋποθέσεις όχι μόνον ουσιαστικής αλλά και δικονομικής φύσεως. Ως εκ τούτου, οι όροι για την άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως πρέπει να καθορίζονται κατά κύριο λόγο από τη lex causae. Συγκεκριμένα, είναι αντίθετο προς τη συνοχή της εφαρμοστέας έννομης τάξεως να γίνεται διάκριση μεταξύ των ζητημάτων που αφορούν τον χρόνο παραγραφής και αυτών που αφορούν τον τύπο, προκειμένου να υπαχθούν σε διαφορετικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, εν προκειμένω, μια επιβλαβής πράξη δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από την εξωδικαστική άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως το οποίο προέρχεται από τη lex fori concursus.
86. Εξάλλου, η άποψη αυτή επιρρωννύεται από την έκθεση αξιολογήσεως από την εφαρμογή του κανονισμού 1346/2000 (61) . Έτσι, διάφορες εθνικές εκθέσεις τονίζουν ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 είναι αναγκαίο για την προστασία των νομίμων προσδοκιών των συμβαλλομένων όσον αφορά το εφαρμοστέο επί των έννομων σχέσεών τους νομικό καθεστώς (62) .
87. Αντιθέτως, η συλλογιστική που ακολούθησε η Γερμανική Κυβέρνηση στις παρατηρήσεις της τις οποίες ανέπτυξε προφορικά κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά την οποία η πλήρης εφαρμογή της lex causae προσκρούει σε δυσχέρειες πρακτικής φύσεως συνδεόμενες με τον καθορισμό και την εξέταση από τον σύνδικο άλλων έννομων τάξεων, δεν είναι πειστική. Κατά την άποψή μου, το γεγονός ότι φέρει το καθήκον να αναλύει τους κανόνες άλλων έννομων τάξεων οι οποίοι διέπουν τις τυπικές προϋποθέσεις προκειμένου να ασκήσει ανακλητική αγωγή δεν συνιστά για τον σύνδικο υπέρμετρο βάρος. Συναφώς, από την προαναφερθείσα έκθεση αξιολογήσεως συνάγεται ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 δεν βαίνει πέραν των ειωθότων στον τομέα των διεθνών σχέσεων (και, ως εκ τούτου, του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου), στο μέτρο που συνεπάγεται τη συνεκτίμηση και άλλων εθνικών δικαίων. Πράγματι, η συνεκτίμηση ενός δεύτερου νομικού καθεστώτος δεν εγείρει στην πράξη ανυπέρβλητες δυσκολίες, όπως τούτο συνάγεται από ένα σημαντικό αριθμό εθνικών εκθέσεων (63) . Έτσι, η εν λόγω έκθεση δεν πρότεινε καμία τροποποίηση ούτε περιορισμό της παραπομπής στη lex causae από το εν λόγω άρθρο (64) .
88. Κατά συνέπεια, βάσει του συνόλου των εκτιμήσεων που προηγούνται, φρονώ ότι οι κανόνες για τον τύπο που πρέπει να τηρούνται για την άσκηση του δικαιώματος υπό το πρίσμα του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000 καθορίζονται από τη lex causae.
VI – Πρόταση
89. Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Bundesgerichtshof ως εξής:
1) Το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι είναι εφαρμοστέο στην περίπτωση εμπράγματου δικαιώματος που συστήθηκε πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας και η καταβολή του κατασχεθέντος ποσού για την αιτία αυτή επήλθε μετά από την έναρξη της εν λόγω διαδικασίας.
2) Το καθεστώς εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει τον χρόνο παραγραφής, τις προθεσμίες ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως και τις αποσβεστικές προθεσμίες που προβλέπει η lex causae.
3) Οι κανόνες για τις τυπικές προϋποθέσεις οι οποίοι πρέπει να τηρούνται για την άσκηση του δικαιώματος υπό το πρίσμα του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000 καθορίζονται από τη lex causae.
(1) .
(2) — Κανονισμός του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ L 160, σ. 1).
(3) — Υποσημείωση άνευ αντικειμένου για την ελληνική μετάφραση.
(4) — Άρθρο 129, παράγραφος 1, του InsO.
(5) — Άρθρο 91, παράγραφος 1, του InsO.
(6) — Κατά το αιτούν δικαστήριο, το δικαίωμα κατασχέσεως γεννήθηκε σε άλλο κράτος μέλος από αυτό της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Συνεπώς, το εφαρμοστέο επί της καταβολής του κατασχεθέντος ποσού των τραπεζικών καταθέσεων δικαίου είναι το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο η καταβολή παράγει τα αποτελέσματά της, ήτοι το αυστριακό δίκαιο.
(7) — Από τη διάταξη περί παραπομπής συνάγεται ότι, δυνάμει του αυστριακού δικαίου, πράξη μέσω της οποίας ένας πιστωτής της διαδικασίας αφερεγγυότητας λαμβάνει εγγύηση ή ικανοποιείται, μετά από την ημερομηνία παύσεως των πληρωμών ή μετά από την υποβολή αιτήσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, μπορεί να προσβληθεί στην περίπτωση που ο πιστωτής τελούσε σε γνώση της αφερεγγυότητας ή της υποβολής αιτήσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ή έπρεπε να έχει γνώση συναφώς. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η καταβολή του επίδικου ποσού ικανοποίησε τις απαιτήσεις του Η. Lutz σε ημερομηνία κατά την οποία αυτός τελούσε σε γνώση της καταθέσεως αιτήσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας λόγω της επιστολής του συνδίκου της 10ης Μαρτίου 2009. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος του Η. Lutz υποστήριξε εντούτοις ότι, στο αυστριακό δίκαιο, όσον αφορά την άσκηση ανακλητικής αγωγής, το αφετηριακό σημείο είναι η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Συγκεκριμένα, από την ημερομηνία αυτή, αφενός, αποκτά δημοσιότητα η διαδικασία και, ως εκ τούτου, μπορεί ο πιστωτής να λάβει γνώση της καταστάσεως αφερεγγυότητας του οφειλέτη και, αφετέρου, αρχίζει να τρέχει ή ενιαύσια αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση αγωγής. Αντιθέτως, στο γερμανικό δίκαιο, το σημείο αφετηρίας είναι η κατάθεση αιτήσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας και ο χρόνος για την άσκηση ανακλητικής αγωγής είναι τρία έτη. Βλ., επίσης, κατωτέρω σημεία 81 έως 83.
(8) — Εν προκειμένω, η αναγκαστική εκτέλεση για την καταβολή του επίδικου ποσού αποτελεί απόρροια της γενέσεως του δικαιώματος κατασχέσεως. Ως εκ τούτου, το δικαίωμα κατασχέσεως είναι αυτό που πρέπει να θεωρηθεί ως επιβλαβής πράξη.
(9) — Απόφαση Econord (C‑182/11 και C‑183/11, EU:C:2012:758, σκέψη 21).
(10) — Βλ. αιτιολογική σκέψη 25 και άρθρο 20 του κανονισμού 1346/2000, καθώς και υποσημείωση 19 των ανά χείρας προτάσεων.
(11) — Απόφαση ERSTE Bank Hungary (C‑527/10, EU:C:2012:417, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
(12) — Αυτόθι, σκέψη 39. Βλ. επίσης αιτιολογική σκέψη 24 του κανονισμού 1346/2000.
(13) — Επισημαίνω ότι το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 προϋποθέτει ότι τα περιουσιακά στοιχεία δεν ευρίσκονται παρανόμως σε άλλο κράτος μέλος από αυτό της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Βλ., συναφώς, έκθεση επί της συμβάσεως για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας (στο εξής: έκθεση Virgós/Schmit), παράγραφος 105, και Ingelmann, T., «Article 5», European Insolvency Regulation, K. Pannen (επιμέλεια), De Gruyter Recht, Βερολίνο, 2007, σ. 252. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, έστω και αν η έκθεση Virgós/Schmit δεν αφορά παρά μόνον τη σύμβαση για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας, παρέχει χρήσιμα στοιχεία για την ερμηνεία του κανονισμού 1346/2000. Βλ., για το ζήτημα αυτό, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs επί της υποθέσεως Eurofood IFSC (C‑341/04, EU:C:2005:579, σημείο 2).
(14) — Απόφαση ERSTE Bank Hungary (EU:C:2012:417, σκέψη 41).
(15) — Αυτόθι, σκέψη 42.
(16) — Προκειμένου να μπορέσει το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 να εκπληρώσει τον σκοπό του, μια τελολογική ερμηνεία της διατάξεως αυτής θα απαιτούσε όπως όλες οι αναγκαίες πράξεις για τη σύσταση εμπράγματου δικαιώματος έχουν πραγματοποιηθεί πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Βλ. έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 95· Virgós Soriano, M. και Garcimartín Alférez, F. J., Comentario al Reglamento europeo de insolvencia, Thomson-Civitas, Μαδρίτη, 2003, σ. 96 και 101, καθώς και Moss, G., Fletcher, I. F. και Isaacs, S., The EC Regulation on Insolvency Procedures: A Commentary and Annotated Guide, Oxford University Press, 2η έκδοση, 2009, σ. 287.
(17) — Σχετικά με τον ουσιαστικό χαρακτήρα της διατάξεως αυτής, βλ. έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 99· Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 105· Ingelmann, T., «Article 5», όπ.π., σ. 250· Moss, G., Fletcher, I. F., και Isaacs, S., όπ.π., σ. 286· Hess, B., Oberhammer, P., και Pfeiffer, T., European Insolvency Law. The Heidelberg-Luxembourg-Vienna Report on the Application of the Regulation No 1346/2000/EC on Insolvency Proceedings, Beck-Hart-Nomos, C. H., Μόναχο/Οξφόρδη, 2014 (στο εξής: έκθεση Heidelberg-Luxembourg-Vienne), σ. 178, και Klyta, W., Uznanie zagranicznych postępowań upadłościowych, Oficyna Wolters Kluwer business, Βαρσοβία, 2008, σ. 149.
(18) — Πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση German Graphics Graphische Maschinen, σε σχέση με το άρθρο 7 του κανονισμού 1346/2000, διάταξη ανάλογη προς το άρθρο 5 του ιδίου κανονισμού, ότι «[μ]ε άλλα λόγια, η εν λόγω διάταξη είναι απλώς ένας κανόνας ουσιαστικού δικαίου ο οποίος σκοπό έχει να προστατεύσει τον πωλητή όταν πρόκειται για περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται εκτός του κράτους μέλους ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας» (C‑292/08, EU:C:2009:544, σκέψη 35). Κατά την έκθεση Heidelberg-Luxembourg-Vienne, σ. 181, η κρατούσα γνώμη στα 17 κράτη μέλη ερμηνεύει το άρθρο 5 ως κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
(19) — Ingelmann, T., «Article 5», όπ.π., σ. 253.
(20) — Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφοι 95 και 100. Το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 ορίζει ότι η διαδικασία αφερεγγυότητας δεν επηρεάζει τα εμπράγματα δικαιώματα επί των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη και όχι ότι η διαδικασία δεν θίγει τα περιουσιακά στοιχεία (ή τις απαιτήσεις) που βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος και προστατεύονται από τα δικαιώματα αυτά. Καθώς η κύρια διαδικασία είναι μια γενική διαδικασία, περιλαμβάνει όλα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη. Αυτό είναι σημαντικό εάν η αξία της ασφάλειας υπερβαίνει την αξία της απαιτήσεως η οποία ασφαλίζεται με το εμπράγματο δικαίωμα. Έτσι, ελλείψει ενάρξεως δευτερεύουσας διαδικασίας, ο πιστωτής υποχρεούται να επιστρέψει στον σύνδικο της κύριας διαδικασίας το τυχόν πλεόνασμα του προϊόντος εκποιήσεως (βλ. αιτιολογική σκέψη 25 και άρθρο 20 του κανονισμού 1346/2000). Αντιθέτως, εάν η απαίτηση καλύπτεται από την αξία της ασφάλειας, ο πιστωτής που ικανοποιείται για τις ασφαλισμένες με εμπράγματα δικαιώματα απαιτήσεις του δεν υποχρεούται να επιστρέψει τίποτα στους λοιπούς πιστωτές. Βλ., συναφώς, έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφοι 99 και 173· Virgós Soriano, M. και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 106 και 236. Βλ. επίσης, για το ζήτημα αυτό, Moss, G., Fletcher, I. F. και Isaacs, S., όπ.π., σ. 286, και Porzycki, M., Zabezpieczenia rzeczowe w transgranicznym postępowaniu upadłościowym w Unii Europejskiej, Czasopismo kwartalne całego prawa handlowego, upadłościowego oraz rynku kapitałowego , NR 3 (5) 2008, σ. 405.
(21) — Βλ., συναφώς, Veder, S. M., Cross-border insolvency proceedings and security rights: a comparison of Dutch and German law, the EC Insolvency Regulation and the UNCITRAL Model Law on Cross-Border Insolvency, Deventer, 2004, σ. 334 έως 336: «An independent interpretation of rights in rem is facilitated by the references that the second paragraph contains of the types of rights Art. 5 IR refersto». Βλ., επίσης, Klyta, W., όπ.π., σ. 150.
(22) — Virgós, M., και Garcimartín, F., όπ.π., σ. 96: «Its function [of article 5] is to operate as a limit to the characterization of a right as a right in rem for the purposes of άρθρο 5. Only those rights conferred by national laws that conform to its typological characterization are protected by Article 5.1 of Regulation».
(23) – Κατά τους θεωρητικούς του δικαίου, εμπράγματα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000 δεν είναι μόνον αυτά που απορρέουν από κάποια δικαιοπραξία, αλλά και αυτά τα οποία γεννώνται και παράγονται αυτοδικαίως (ipso jure), Porzycki, M., όπ.π., σ. 405.
(24) — Άρθρα 11, παράγραφος 1, και 12, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του αυστριακού νόμου για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας, ως είχε κατά τον χρόνο των κρίσιμων για την υπόθεση στην κύρια δίκη πραγματικών περιστατικών (öBGBl. I 2007/73).
(25) — Αυτόθι, άρθρο 48, παράγραφος 1. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει επίσης ότι εκ του γεγονότος της γενόμενης προς τον Η. Lutz καταβολής, το δικαίωμα κατασχέσεως αποσβέστηκε δυνάμει του αναλογικώς εφαρμοζομένου άρθρου 469 του αυστριακού αστικού κώδικα (Allgemeines Bürgerliches Gesetzbuch) και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να προσβληθεί. Βλ., σε σχέση με το ζήτημα αυτό, υποσημείωση 7.
(26) — Προκειμένου να καταστήσει ευχερέστερη την εφαρμογή του, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1346/2000 παραθέτει κατάλογο δικαιωμάτων τα οποία θεωρούνται, κατ’ αρχήν, ως εμπράγματα δικαιώματα από τα εθνικά δίκαια. Συνεπώς, ο κατάλογος αυτός δεν είναι εξαντλητικός. Βλ., συναφώς, έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 103, καθώς και Moss, G., Fletcher, I. F. και Isaacs, S., όπ.π., σ. 287.
(27) — Βλ., επ’ αυτού, υποσημείωση 7 των ανά χείρας προτάσεων.
(28) — Βλ., επίσης, σημείο 20 των ανά χείρας προτάσεων.
(29) — Φρονώ χρήσιμο να υπενθυμίσω στο σημείο αυτό ότι τα εμπράγματα δικαιώματα εντοπίζονται στο σημείο όπου βρίσκεται το περιουσιακό στοιχείο το οποίο αφορούν. Επιπλέον, διέπονται από το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 τα εμπράγματα δικαιώματα επί απαιτήσεων. Βλ., συναφώς, Virgós, M., και Garcimartín, F., The European Insolvency Regulation: Law and Practice, Kluwer Law International, Χάγη, 2004, σ. 103.
(30) — Από τη δικογραφία της υποθέσεως που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν προκύπτει κάποια στοιχείο όσον αφορά την έναρξη δευτερεύουσας διαδικασίας στην Αυστρία.
(31) — Βλ., στο ίδιο πνεύμα, Moss, G., Fletcher, I. F., και Isaacs, S., όπ.π., σ. 287. Βλ., επίσης, άρθρο 27 του κανονισμού 1346/2000.
(32) — Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 135, και Virgós, M., και Garcimartín, F., όπ.π., σ. 135.
(33) — Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 135· Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 135· Pannen, K., και Riedemann, S., «Article 4», όπ.π., σ. 228, καθώς και Klyta, W., όπ.π., σ. 175.
(34) — Έστω και αν αυτή η έκθεση κάνει λόγο για νομικές πράξεις, δεν θεωρώ ότι συντρέχει κάποιος λόγος αποκλεισμού από το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, και 13 του κανονισμού 1346/2000 των νομικών αποτελεσμάτων που επέρχονται αυτοδικαίως (ipso jure) ή που έχουν δικονομικό χαρακτήρα.
(35) — Βλ. απόφαση Seagon (C‑339/07, EU:C:2009:83, σκέψη 28) σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων που επιλαμβάνονται αγωγών ανακλήσεως στηριζόμενων στην αφερεγγυότητα.
(36) — Dammann, R., «Article 13», όπ.π., σ. 291: «Some legal systems automatically void any secured rights that have been granted within a specific period prior to the opening of insolvency proceedings. Whether such legal provisions are avoidance actions within the meaning of Art 4 (2) sentence 2 (m) of the European Insolvency Regulation is debatable».
(37) — Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 91.
(38) — Πρόκειται, π.χ., για την περίπτωση κατά την οποία ανακλητική αγωγή ασκήθηκε από το πρόσωπο που ασκούσε καθήκοντα συνδίκου κατά τον χρόνο της κηρύξεως της πτωχεύσεως, όπως στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης. Υπενθυμίζω συναφώς ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, του κανονισμού 1346/2000 αφορά τις αγωγές ή τους κανόνες ακυρώσεως πράξεων οι οποίες στηρίζονται στην lex fori concursus. Αντιθέτως, οι κανόνες του κοινού δικαίου είναι εφαρμοστέοι μόνο στον βαθμό που η lex fori concursus το επιτρέπει. Βλ., συναφώς, Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 135, Virgós, M., και Garcimartín, F., όπ.π., σ. 135. Βλ., επ’ αυτού, σημείο 43 των ανά χείρας προτάσεων.
(39) — Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 91.
(40) — Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση LBI (C‑85/12, EU:C:2013:697), που αφορά τις διατάξεις της οδηγίας 2001/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 2001, για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 125, σ. 1), με την οποία το Δικαστήριο κλήθηκε να ερμηνεύσει διατάξεις κατ’ ουσίαν πανομοιότυπες με αυτές που αποτελούν το αντικείμενο στην παρούσα υπόθεση.
(41) — Βλ. αποφάσεις Cilfit κ.λπ. (283/81, EU:C:1982:335, σκέψη 20), καθώς και Kronos Titan και Rhein-Ruhr Beschichtungs-Service (C‑43/13 και C‑44/13, EU:C:2014:216, σκέψη 25).
(42) — Βλ. απόφαση Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/1 P, EU:C:2013:625, σκέψη 50).
(43) — Moss, G., Fletcher, I. F., και Isaacs, S., όπ.π., σ. 297: «This will involve not only providing the relevant foreign law but also the relevant facts».
(44) — Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 138· Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 137, και Moss, G., Fletcher, I. F., και Isaacs, S., όπ.π., σ. 296.
(45) — Υπενθυμίζω ότι το οριζόμενο από τον κανονισμό 1346/2000 καθεστώς που διέπει την ακύρωση πράξεων του οφειλέτη που πραγματοποιήθηκαν πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας προβλέπει, πρώτον, την εφαρμογή της lex fori concursus (άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ), αλλά παρέχει τη δυνατότητα άρσεως των αποτελεσμάτων της διά της επικλήσεως του δικαίου το οποίο διέπει τη δικαιοπραξία (άρθρο 13). Εντούτοις, δεδομένου ότι ο όρος «πράξη» που χρησιμοποιεί το άρθρο 13 του κανονισμού αυτού παρέχει τη δυνατότητα μιας αρκετά διασταλτικής ερμηνείας της διατάξεως αυτής, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το καθεστώς αυτό πρέπει να μπορεί να εφαρμόζεται όχι μόνον στις επιβλαβείς πράξεις του οφειλέτη, αλλά και στα νομικά αποτελέσματα που επέρχονται αυτοδικαίως (ipso jure) ή σε αυτά που έχουν δικονομική φύση, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Βλ., υπό την έννοια αυτή, Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 134 και 135.
(46) — Βλ., υπό την έννοια αυτή, έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφοι 136 και 138, καθώς και Moss, G., Fletcher, I. F., και Isaacs, S., όπ.π., σ. 297.
(47) — Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 97.
(48) — Αυτόθι, παράγραφος 97.
(49) — Βλ. σημείο 20 των ανά χείρας προτάσεων.
(50) — Βλ. επίσης το σημείο 19 των ανά χείρας προτάσεών μου.
(51) — Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει, συναφώς, ότι ορισμένοι οι οποίοι υπεραμύνονται της απόψεως αυτής εξαιρούν ρητώς τις προθεσμίες ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως. Κατά την άποψή τους, οι προθεσμίες αυτές θα πρέπει να εξετάζονται σωρευτικώς υπό το πρίσμα της lex fori concursus και της lex causae, ούτως ώστε να επιλέγεται ως προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως η πλέον σύντομη από τις δύο προθεσμίες, πράγμα το οποίο ευνοεί, εν προκειμένω, τον Η. Lutz.
(52) — Η Επιτροπή παρατηρεί με τα υπομνήματά της ότι το επιχείρημα βάσει του οποίου ο χρόνος παραγραφής ή η αποσβεστική προθεσμία της lex causae δεν πρέπει, λόγω της δικονομικής φύσεώς τους, να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000 είναι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αμφίβολης ορθότητας αν ληφθεί υπόψη ο χαρακτήρας της αποσβεστικής προθεσμίας στο αυστριακό δίκαιο ως θεσμού του ουσιαστικού δικαίου.
(53) — Βλ. αποφάσεις Cilfit κ.λπ. (EU:C:1982:335, σκέψη 20), καθώς και Kronos Titan και Rhein-Ruhr Beschichtungs-Service (EU:C:2014:216, σκέψη 25).
(54) — Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 137.
(55) — Αυτόθι, παράγραφος 138, καθώς και Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 136. Βλ. επίσης Virgós, M., και Garcimartín, F., όπ.π., σ. 136.
(56) — Κανονισμός (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (ΕΕ L 177, σ. 6).
(57) — Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι κανόνες του κανονισμού Ρώμη I οι οποίοι αφορούν το εφαρμοστέο δίκαιο απαιτούν εν γένει από τον εκκαθαριστή να τηρεί το αλλοδαπό δίκαιο στις περιπτώσεις που εμπλέκεται και άλλη χώρα, πράγμα το οποίο δεν θα παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσχέρειες.
(58) — Βλ., για το ζήτημα αυτό, Gaudemet-Tallon, H., «Convention de Rome du 19 juin 1980 et règlement “Rome I” du 17 juin 2008. Détermination de la loi applicable. Domaine de la loi applicable», JurisClasseur Europe Traité , τεύχος 3201, 2009, σ. 119 έως 121: «La loi applicable au fond du contrat déterminera donc la durée de la prescription ainsi que les causes d’interruption et de suspension. Et les mêmes articles soumettent également les déchéances à la loi du contrat». Στα νομικά συστήματα των κρατών της ηπειρωτικής Ευρώπης γίνεται ευρέως αποδεκτό ότι η παραγραφή διέπεται από τη lex causae, Zrałek, J., Przedawnienie w międzynarodowym obrocie handlowym, Zakamycze , Κρακοβία, 2005, σ. 142.
(59) — Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 135.
(60) — Όπ.π., σ. 136.
(61) — Βλ. έκθεση Heidelberg-Luxembourg-Vienne, σ. 213.
(62) — Βλ., συναφώς, απάντηση στην ερώτηση 24 στις εθνικές εκθέσεις του Βελγίου, της Εσθονίας, της Λετονίας και της Ρουμανίας. Π.χ., για την έκθεση του Ηνωμένου Βασιλείου, το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 θεωρείται επιτυχές ως προς την προάσπιση των θεμιτών συμφερόντων των πιστωτών. Όπ.π., σ. 213.
(63) — Όπ.π., σ. 214.
(64) — Όπ.π., σ. 215.
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MACIEJ SZPUNAR
της 27ης Νοεμβρίου 2014 ( 1 )
Υπόθεση C‑557/13
Hermann Lutzκατά
Elke Bäuerle,
ως συνδίκου της πτωχεύσεως της ECZ Autohandel GmbH
[αίτηση του Bundesgerichtshof (Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή — Κανονισμός (EK) 1346/2000 — Άρθρα 4 και 13 — Αγωγή βάλλουσα κατά επιβλαβούς πράξεως — Χρόνος παραγραφής, αποσβεστική προθεσμία και προθεσμία ασκήσεως ανακλητικής αγωγής — Τυπικές προϋποθέσεις — Καθορισμός του εφαρμοστέου δικαίου — Πληρωμή πραγματοποιηθείσα μετά από την ημερομηνία ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας δυνάμει κατασχέσεως επιβληθείσας πριν από αυτήν την ημερομηνία»
I – Εισαγωγή
|
1. |
Το νομικό πλαίσιο της παρούσας προδικαστικής παραπομπής είναι ο κανονισμός (ΕΚ) 1346/2000 ( 2 ). Ακριβέστερα, το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Γερμανίας), με τα ερωτήματα που θέτει, καλεί το Δικαστήριο να εξετάσει, κατ’ αρχάς, το κατά πόσον το άρθρο 13 του κανονισμού αυτού είναι εφαρμοστέο στην περίπτωση που η γενόμενη πληρωμή στο πλαίσιο εκτελέσεως διαταγής πληρωμής εις βάρος του οφειλέτη (στο εξής: προσβαλλόμενη πράξη ή επίμαχη πράξη) έλαβε χώρα μετά από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει εάν το εφαρμοστέο επί της προσβαλλόμενης πράξεως δίκαιο (στο εξής: lex causae), εν προκειμένω το αυστριακό δίκαιο, διέπει επίσης τα έννομα αποτελέσματα που συνδέονται με την πάροδο του χρόνου. Τέλος, η παρούσα προδικαστική παραπομπή δίδει στο Δικαστήριο το έναυσμα να διευκρινίσει εάν οι δικονομικοί κανόνες που πρέπει να τηρούνται για την άσκηση από τον σύνδικο του δικαιώματος ανακλήσεως, βάσει του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000, διέπονται επίσης από τη lex causae. |
|
2. |
Πριν προχωρήσω στην ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000, φρονώ ότι είναι χρήσιμο να εξεταστεί σε ποιον βαθμό το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού είναι εφαρμοστέο επί του δικαιώματος κατασχέσεως δυνάμει του οποίου, εν προκειμένω, επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση για την πληρωμή του επίδικου ποσού. |
II – Το νομικό πλαίσιο
A – Το δίκαιο της Ένωσης
|
3. |
Η αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού 1346/2000 έχει ως ακολούθως: «Ο παρών κανονισμός παραδέχεται το γεγονός ότι, ως αποτέλεσμα των σημαντικών διαφορών που υφίστανται όσον αφορά το ουσιαστικό δίκαιο, δεν είναι πρακτικό να καθιερωθεί ενιαία διαδικασία αφερεγγυότητας γενικής εφαρμογής για ολόκληρη την Κοινότητα. Για τον λόγο αυτό, η άνευ εξαιρέσεων εφαρμογή του δικαίου του κράτους έναρξης της διαδικασίας θα οδηγούσε συχνά σε δυσκολίες. Αυτό ισχύει ιδίως για τα δικαιώματα ασφαλείας, τα οποία διαφέρουν σημαντικά στα κράτη μέλη. Τα προνόμια που διαθέτουν ορισμένοι πιστωτές στη διαδικασία αφερεγγυότητας είναι επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις, πολύ διαφορετικά. Ο παρών κανονισμός αποσκοπεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση αυτή με δύο τρόπους: προβλέπει, αφενός, ότι θα πρέπει να θεσπισθούν ειδικοί κανόνες για το εφαρμοστέο δίκαιο σε ορισμένες περιπτώσεις ιδιαίτερα σημαντικών δικαιωμάτων και νομικών καταστάσεων (π.χ. εμπράγματα δικαιώματα και συμβάσεις εργασίας) και, αφετέρου, ότι παράλληλα με την κύρια διαδικασία αφερεγγυότητας γενικής εφαρμογής θα πρέπει να επιτρέπεται και η εφαρμογή εθνικών διαδικασιών που αφορούν μόνο τα περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στο κράτος έναρξης.» |
|
4. |
Η αιτιολογική σκέψη 24 του ίδιου κανονισμού έχει ως εξής: «Η αυτόματη αναγνώριση μιας διαδικασίας αφερεγγυότητας στην οποία εφαρμόζεται κανονικά το δίκαιο του κράτους έναρξης της διαδικασίας μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με τους κανόνες δυνάμει των οποίων διεξάγονται κανονικά οι συναλλαγές στα άλλα κράτη μέλη. Για να προστατευθούν οι έννομες προσδοκίες και η ασφάλεια των συναλλαγών στα άλλα κράτη μέλη εκτός αυτού της έναρξης της διαδικασίας, θα πρέπει να προβλεφθούν ορισμένες εξαιρέσεις από τον γενικό κανόνα.» |
|
5. |
Το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχεία στʹ και ιβʹ, του εν λόγω κανονισμού ορίζει: «2. Το δίκαιο του κράτους έναρξης ρυθμίζει τις προϋποθέσεις έναρξης, τη διεξαγωγή και την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Βάσει του δικαίου αυτού, ορίζονται συγκεκριμένα: [...]
[...]
|
|
6. |
Το άρθρο 5 του ιδίου κανονισμού προβλέπει τα εξής: «1. Η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν θίγει εμπράγματα δικαιώματα πιστωτών ή τρίτων επί πραγμάτων ή ασωμάτων αντικειμένων, κινητών ή ακινήτων (τόσο συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων όσο και περιουσιών, ως συνόλου που κατά καιρούς αλλάζει), ανηκόντων στον οφειλέτη και ευρισκόμενων σε άλλο κράτος μέλος κατά την έναρξη της διαδικασίας. 2. Τα δικαιώματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι ιδίως:
[...] 4. Η παράγραφος 1 δεν κωλύει τις κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, αγωγές αναγνώρισης της ακυρότητας ή ακυρώσεως ή κήρυξης του ανενεργού της δικαιοπραξίας.» |
|
7. |
Κατά το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000: «Το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, δεν ισχύει, εάν αυτός ο οποίος επωφελήθη δικαιοπραξίας επιβλαβούς για το σύνολο των πιστωτών προσκομίσει απόδειξη ότι:
|
|
8. |
Το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής: «1. Ο πιστωτής ο οποίος, μετά την έναρξη διαδικασίας του άρθρου 3 παράγραφος 1, ικανοποίησε καθ’ οιονδήποτε τρόπο, και δη μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως, εν όλω ή εν μέρει την απαίτησή του με περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη ευρισκόμενα σε άλλο κράτος μέλος οφείλει να αποδώσει [ό,τι] έλαβε στο σύνδικο, επιφυλασσομένων των άρθρων 5 και 7.» |
Β – Το γερμανικό δίκαιο
|
9. |
Το άρθρο 88 του Insolvenzordnung (γερμανικού πτωχευτικού κώδικα, BGBl. 1994 I, σ. 2866, στο εξής: InsO) προβλέπει: «Εάν πιστωτής του αφερέγγυου προσώπου απέκτησε, κατά τη διάρκεια του προηγηθέντος της καταθέσεως αιτήσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας μηνός ή κατόπιν αυτής μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως, ασφάλεια επί περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη που ανήκει στην πτωχευτική περιουσία, η έναρξη της διαδικασίας καθιστά την ασφάλεια αυτή ανενεργή.» |
Γ – Το αυστριακό δίκαιο
|
10. |
Το άρθρο 43, παράγραφοι 1 και 2, του Insolvenzordnung (αυστριακού πτωχευτικού κώδικα, RGBl. 1914, σ. 337, στο εξής: IO) ορίζει: «(1) Η προσβολή μπορεί να προβληθεί νομίμως μόνο με αγωγή [...]. (2) Η σχετική αγωγή πρέπει να ασκηθεί εντός ενιαύσιας αποσβεστικής προθεσμίας από της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας. [...]» |
III – Τα πραγματικά περιστατικά
|
11. |
Η ECZ GmbH είναι εταιρία γερμανικού δικαίου που εδρεύει στο Tettnang (Γερμανία). Η εν λόγω εταιρία επιδιδόταν σε παράνομο εμπόριο αυτοκίνητων κατά το σύστημα της πυραμίδος. Συγκεκριμένα, προκειμένου να λειτουργεί στην αυστριακή αγορά, αυτή η μητρική εταιρία χρησιμοποιούσε μια θυγατρική της, την ECZ Autohandel GmbH (στο εξής: οφειλέτρια εταιρία) εδρεύουσα στο Bregenz (Αυστρία). Ο Η. Lutz, αναιρεσείων στην κύρια δίκη, κάτοικος Αυστρίας, περιλαμβανόταν μεταξύ των πελατών της οφειλέτριας εταιρίας, από την οποία είχε αγοράσει ένα αυτοκίνητο. |
|
12. |
Στις 17 Μαρτίου 2008, λόγω μη εκτελέσεως από την οφειλέτρια εταιρία της συμβάσεως αγοραπωλησίας του εν λόγω αυτοκίνητου, ο Η. Lutz επέτυχε στις 17 Μαρτίου 2008 την έκδοση από το Bezirksgericht Bregenz (Ειρηνοδικείου του Bregenz, Αυστρία) αποφάσεως περί εκτελέσεως διαταγής πληρωμής κατά της οφειλέτριας εταιρίας για ποσό 9566 ευρώ, και για τους σχετικούς τόκους. |
|
13. |
Στις 20 Μαΐου 2008 το Bezirksgericht Bregenz επέτρεψε την αναγκαστική εκτέλεση, στο πλαίσιο της οποίας κατασχέθηκαν οι καταθέσεις τριών τραπεζικών λογαριασμών της οφειλέτριας εταιρίας σε αυστριακή τράπεζα. Στις 23 Μαΐου 2008 η εκτελεστή απόφαση κοινοποιήθηκε στη Sparkasse του Feldkirch (Αυστρία) (στο εξής: τράπεζα της οφειλέτριας εταιρίας). |
|
14. |
Στις 13 Απριλίου 2008 η οφειλέτρια εταιρία ζήτησε την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Στις 4 Αυγούστου 2008 το Amtsgericht Ravensburg (Ειρηνοδικείο του Ravensburg, Γερμανία) κίνησε τη διαδικασία αφερεγγυότητας κατά της οφειλέτριας εταιρίας στη Γερμανία. Η Ε. Bäuerle, αναιρεσίβλητη στην κύρια δίκη, κάτοικος Γερμανίας, είναι η σημερινή σύνδικος ( 3 ) στην εν λόγω διαδικασία. |
|
15. |
Στις 17 Μαρτίου 2009 η τράπεζα της οφειλέτριας εταιρίας κατέβαλε στον Η. Lutz, στο πλαίσιο της επιβληθείσας κατασχέσεως, το επίδικο ποσό των 11778,48 ευρώ. Προηγουμένως, με επιστολή της 10ης Μαρτίου 2009, ο τότε σύνδικος είχε δηλώσει ότι δεν επρόκειτο να προβάλει ανταπαιτήσεις πιστωτών κατά της εν λόγω τράπεζας, επιφυλασσόμενος πάντως της ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως λόγω της αφερεγγυότητας. |
|
16. |
Με εξώδικο της 3ης Ιουνίου 2009, ήτοι δέκα περίπου μήνες μετά από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ο τότε σύνδικος δήλωσε ότι θα προσβάλει ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου τις πράξεις αναγκαστικής εκτελέσεως που επετράπησαν στις 20 Μαΐου 2008, καθώς και ότι ανακαλεί την πράξη καταβολής της 17ης Μαρτίου 2009. Εντούτοις, η ανακλητική αγωγή ασκήθηκε το πρώτον με δικόγραφο που κοινοποιήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 2009. Με την ανακοπή της, η Ε. Bäuerle ζήτησε, ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων, την επιστροφή του κατασχεθέντος ποσού στην πτωχευτική περιουσία. |
|
17. |
Το Landgericht Ravensburg (περιφερειακό πρωτοδικείο του Ravensburg, Γερμανία) δέχθηκε την αγωγή. Η ασκηθείσα εν συνεχεία έφεση του Η. Lutz απορρίφθηκε. Με την αίτησή του αναιρέσεως, εμμένει στο αίτημά του να απορριφθούν όλα τα αιτήματα που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως. |
|
18. |
Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000, εφόσον ήθελε θεωρηθεί ότι η εν λόγω διάταξη είναι εφαρμοστέα εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, του εν λόγω κανονισμού διευκρινίζει ότι το ζήτημα της ακυρότητας, ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών διέπεται από το εφαρμοστέο επί της διαδικασίας αφερεγγυότητας δίκαιο (στο εξής: lex fori concursus). Πάντως, το άρθρο 13 του ιδίου κανονισμού ορίζει ότι δεν έχει εφαρμογή η εν λόγω διάταξη εάν αυτός ο οποίος επωφελήθη δικαιοπραξίας επιβλαβούς για το σύνολο των πιστωτών προσκομίσει απόδειξη ότι η δικαιοπραξία αυτή διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους άλλου από το κράτος ενάρξεως της διαδικασίας και ότι το δίκαιο αυτό δεν παρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση κανένα μέσο προσβολής της δικαιοπραξίας αυτής. |
|
19. |
Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, κατ’ εφαρμογή της lex fori concursus, ήτοι, εν προκειμένω, των κανόνων του γερμανικού δικαίου, η επίμαχη πράξη δεν μπορεί να προσβληθεί, δεδομένου ότι οι μόνες πράξεις που μπορούν να προσβληθούν είναι αυτές που έλαβαν χώρα πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας ( 4 ). Πάντως, η καταβολή του κατασχεθέντος ποσού στους τραπεζικούς λογαριασμούς έγινε επτά μήνες μετά από την έναρξη της διαδικασίας. Εντούτοις, το δικαίωμα κατασχέσεως των τραπεζικών καταθέσεων γεννήθηκε το πρώτον μετά από την υποβολή της αιτήσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ήτοι στις 13 Απριλίου 2008, και, ως εκ τούτου, ήταν άκυρη, δυνάμει του άρθρου 88 του InsO, κατά την ημερομηνία ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Επομένως, η καταβολή του κατασχεθέντος ποσού από τους τραπεζικούς λογαριασμούς που έλαβε χώρα εν συνεχεία επίσης ήταν άκυρη ( 5 ). Περαιτέρω, μολονότι το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 ορίζει ότι η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν θίγει τα εμπράγματα δικαιώματα των πιστωτών, εντούτοις δεν αντιβαίνει στο άρθρο αυτό, δυνάμει της παραγράφου του 4, η ακυρότητα, η ακύρωση ή η κήρυξη του ανενεργού της επίμαχης πράξεως. |
|
20. |
Εντούτοις, από τη διάταξη περί παραπομπής συνάγεται ότι ο Η. Lutz υποστήριξε, στηριζόμενος στο άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000, ότι η καταβολή του επίδικου ποσού δεν υπόκειται σε κανένα μέσο προσβολής βάσει του εφαρμοστέου επί της προσβαλλόμενης πράξεως δικαίου ( 6 ), λόγω παρελεύσεως απράκτου της αποσβεστικής προθεσμίας. Συγκεκριμένα, μολονότι, κατά τις κρίσιμες διατάξεις του αυστριακού δικαίου, η γενόμενη στις 17 Μαρτίου 2009 πληρωμή βάσει των τραπεζικών καταθέσεων μπορούσε, κατ’ αρχήν, να προσβληθεί αρχικώς ( 7 ), εντούτοις, τυχόν ανακλητική αγωγή δεν θα είχε καμία πιθανότητα να ευδοκιμήσει, διότι το άρθρο 43, παράγραφος 2, του IO προβλέπει ενιαύσια αποσβεστική προθεσμία από της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας για την άσκηση μιας τέτοιας ανακλητικής αγωγής που στηρίζεται στην αφερεγγυότητα. |
|
21. |
Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί συναφώς ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, η προθεσμία για την άσκηση ανακλητικής αγωγής είναι τριετής και ότι η προθεσμία αυτή τηρήθηκε. |
IV – Τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
|
22. |
Υπό τις περιστάσεις αυτές, με απόφαση της 10ής Οκτωβρίου 2013, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Οκτωβρίου 2013, το Bundesgerichtshof αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως με τα ακόλουθα ερωτήματα:
|
|
23. |
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι διάδικοι της κύριας δίκης, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. |
|
24. |
Οι διάδικοι στην κύρια δίκη, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο της Ισπανίας, καθώς και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 18ης Σεπτεμβρίου 2014. |
V – Ανάλυση
A – Επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000
|
25. |
Η παρούσα υπόθεση εντάσσεται σε μια περίπλοκη νομική συνάφεια και θέτει το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000 σε πληρωμή που πραγματοποιήθηκε μετά από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας επί τη βάσει δικαιώματος κατασχέσεως το οποίο γεννήθηκε πριν από την έναρξη της εν λόγω διαδικασίας. Προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η επιβλαβής πράξη είναι εν προκειμένω η γένεση του δικαιώματος κατασχέσεως ( 8 ), πρέπει να καθοριστεί εάν το εμπράγματο δικαίωμα που αφορά αγαθό ευρισκόμενο, κατά τον χρόνο ενάρξεως της διαδικασίας, στο έδαφος άλλου κράτους μέλους καθίσταται ανενεργό κατόπιν της ενάρξεως της εν λόγω διαδικασίας, κατ’ εφαρμογή της lex fori concursus. |
|
26. |
Υπενθυμίζω, κατ’ αρχάς, ότι το αιτούν δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να διαπιστώσει και να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του, καθώς και να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει το εθνικό δίκαιο ( 9 ). |
|
27. |
Υπό τις περιστάσεις αυτές, και ενώ το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο ως προς τον τρόπο ερμηνείας του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000, φρονώ ότι είναι αναγκαίο να εξεταστεί, εκ των προτέρων, εάν το δικαίωμα κατασχέσεως συνιστά πράγματι εμπράγματο δικαίωμα και, ως εκ τούτου, εάν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του εν λόγω κανονισμού συντρέχουν εν προκειμένω. Πράγματι, μόνον εάν το δικαίωμα κατασχέσεως είναι όντως εμπράγματο δικαίωμα, ζήτημα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει, ο Η. Lutz δεν υποχρεούται να επιστρέψει στην πτωχευτική περιουσία την αξία της ασφαλισθείσας απαιτήσεως ( 10 ). Ο χαρακτηρισμός ενός δικαιώματος ως εμπράγματου δικαιώματος αποτελεί ως εκ τούτου προϋπόθεση για την εφαρμογή εν προκειμένω του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000. |
|
28. |
Ως εκ τούτου, θα εξετάσω, πρώτον, τον νομικό χαρακτηρισμό του δικαιώματος κατασχέσεως των τραπεζικών καταθέσεων της οφειλέτριας εταιρίας ως εμπράγματου δικαιώματος, προτού αναλύσω, δεύτερον, την έκταση της προστασίας των εμπράγματων δικαιωμάτων που διασφαλίζει το άρθρο 5, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού. |
1. Επί του νομικού χαρακτηρισμού του δικαιώματος κατασχέσεως των τραπεζικών καταθέσεων της οφειλέτριας εταιρίας βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000
|
29. |
Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1346/2000, εφαρμοστέο στη διαδικασία αφερεγγυότητας και στα αποτελέσματά της δίκαιο είναι το δίκαιο του κράτους μέλους ενάρξεως της διαδικασίας (lex fori concursus). Το δίκαιο αυτό διέπει, όπως επισημαίνει και η αιτιολογική σκέψη 23 του κανονισμού, όλους τους όρους ενάρξεως, διεξαγωγής και περατώσεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας ( 11 ). |
|
30. |
Παρά ταύτα, για την εδραίωση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ασφάλειας δικαίου στις συναλλαγές εντός κρατών μελών διαφορετικών από το κράτος μέλος ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ο κανονισμός 1346/2000 προβλέπει, στα άρθρα του 5 έως 15, ορισμένες εξαιρέσεις από τον ανωτέρω κανόνα για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, όσον αφορά συγκεκριμένα δικαιώματα και έννομες καταστάσεις που, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού, έχουν ιδιαίτερη σημασία ( 12 ). Έτσι, όσον αφορά ειδικότερα τα εμπράγματα δικαιώματα, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν θίγει εμπράγματα δικαιώματα πιστωτών ή τρίτων επί πραγμάτων ανηκόντων στον οφειλέτη και ευρισκομένων σε άλλο κράτος μέλος κατά την έναρξη της διαδικασίας ( 13 ). |
|
31. |
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής αποσαφηνίζεται από τις αιτιολογικές σκέψεις 11 και 25 του κανονισμού 1346/2000, κατά τις οποίες είναι αναγκαίο να προβλεφθούν για τα εμπράγματα δικαιώματα ειδικές συνδετικές έννοιες «που θα παρεκκλίνουν από τη νομοθεσία του κράτους ενάρξεως», δεδομένου ότι τα δικαιώματα αυτά έχουν σημαντικό ρόλο στη χορήγηση πιστώσεων. Ως εκ τούτου, κατά την αιτιολογική σκέψη 25, η αιτιολόγηση, η ισχύς και η εμβέλεια ενός τέτοιου εμπράγματου δικαιώματος θα πρέπει κανονικά να καθορίζονται δυνάμει του δικαίου της τοποθεσίας του πράγματος (lex rei sitae) και να μην επηρεάζονται από την ενδεχόμενη κίνηση διαδικασίας αφερεγγυότητας ( 14 ). Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού θα πρέπει να ερμηνεύεται ως διάταξη η οποία, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα που ορίζει ως εφαρμοστέο το δίκαιο του κράτους ενάρξεως, παρέχει τη δυνατότητα να εφαρμόζεται στα εμπράγματα δικαιώματα που έχουν πιστωτές ή τρίτοι επί ορισμένων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη το δίκαιο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται το επίμαχο περιουσιακό στοιχείο (lex rei sitae) ( 15 ). Στην προστασία του άρθρου αυτού εμπίπτουν μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα τα οποία αφορούν περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη ευρισκόμενα, κατά τον χρόνο ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, σε άλλο κράτος μέλος από το κράτος ενάρξεως της διαδικασίας ( 16 ). Πράγματι, το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 δεν αποτελεί κανόνα συγκρούσεως νόμων, αλλά «αρνητικό» κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( 17 ) που έχει ως αντικείμενο τη διασφάλιση της προστασίας των εμπράγματων δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας ( 18 ). |
|
32. |
Συνεπώς, τίθεται ένα προκριματικό ζήτημα: το δικαίωμα κατασχέσεως τραπεζικών καταθέσεων μπορεί να χαρακτηριστεί, εν προκειμένω, ως εμπράγματο δικαίωμα του οποίου δικαιούχος είναι ο Η. Lutz; |
|
33. |
Όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό του δικαιώματος κατασχέσεως, επισημαίνω ευθύς εξαρχής ότι ο κανονισμός 1346/2000 παραπέμπει στο εθνικό δίκαιο, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου του 5, παράγραφοι 2 και 3. |
|
34. |
Κατ’ αρχάς, ο νομικός χαρακτηρισμός ενός δικαιώματος ως εμπράγματου δικαιώματος ανήκει στο εθνικό δίκαιο, το οποίο διέπει, δυνάμει κανόνων συγκρούσεως εφαρμοστέων προηγουμένως επί της διαδικασίας αφερεγγυότητας, τα εμπράγματα δικαιώματα (lex rei sitae) ( 19 ). Η σύσταση, το κύρος και το περιεχόμενο αυτών των εμπράγματων δικαιωμάτων διέπονται επομένως από το δίκαιο του τόπου στον οποίο ευρίσκεται το περιουσιακό στοιχείο που αποτελεί το αντικείμενο του εμπράγματου δικαιώματος ( 20 ). |
|
35. |
Εν συνεχεία, άπαξ καθορισθεί η εμπράγματη φύση του δικαιώματος που εξετάζεται υπό το πρίσμα της lex rei sitae, πρέπει να εξεταστεί, εάν το δικαίωμα αυτό πληροί τα κριτήρια εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1346/2000. Αυτά τα κριτήρια αυτοτελούς νομικού χαρακτηρισμού ( 21 ) περιορίζουν επομένως τον βάσει του εθνικού δικαίου νομικό χαρακτηρισμό ενός δικαιώματος ως εμπραγμάτου για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 5 του κανονισμού αυτού ( 22 ). |
|
36. |
Ως προς την υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, από τα υποβληθέντα στο Δικαστήριο στοιχεία της δικογραφίας, τα οποία επιβεβαιώθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, συνάγεται, πρώτον, ότι, κατά το αυστριακό δίκαιο, το δικαίωμα ενεχύρου βάσει του οποίου μπορεί να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα που στηρίζεται στην κοινοποίηση της διαταγής πληρωμής στον οφειλέτη ( 23 ). |
|
37. |
Συναφώς, η διάταξη περί παραπομπής επισημαίνει ότι αυστριακό δικαστήριο επέτρεψε, στις 20 Μαΐου 2008, την αναγκαστική εκτέλεση, δυνάμει της οποίας κατασχέθηκαν οι καταθέσεις σε τρεις τραπεζικούς λογαριασμούς που κατείχε η οφειλέτρια εταιρία στην τράπεζά της στην Αυστρία. Η διαδικασία εκτελέσεως γνωστοποιήθηκε στην ίδια αυτή τράπεζα στις 23 Μαΐου 2008. Έτσι, βάσει των διαπιστώσεων του αιτούντος δικαστηρίου, συμφώνως προς το αυστριακό δίκαιο ( 24 ), το προνόμιο που αποκτήθηκε με την άδεια περί επιβολής κατασχέσεως δεν επηρεάζεται από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, διότι γεννήθηκε 60 ημέρες και πλέον πριν από την έναρξη της διαδικασίας. Κατά το εν λόγω δικαστήριο, νομίμως καταβλήθηκε στον Η. Lutz, βάσει του αναγνωριζόμενου σε αυτόν προνομίου, το κατασχεθέν ποσόν από τις τραπεζικές καταθέσεις ( 25 ). |
|
38. |
Δεύτερον, όπως συνάγεται από το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1346/2000, ως εμπράγματο δικαίωμα νοείται μεταξύ άλλων «το αποκλειστικό δικαίωμα εισπράξεως μιας απαιτήσεως, και δη το δικαίωμα το οποίο είναι ασφαλισμένο είτε με ενέχυρο, αντικείμενο του οποίου είναι η απαίτηση, είτε με εκχώρηση της απαιτήσεως αυτής» ( 26 ), πράγμα που, στο πλαίσιο του αυστριακού δικαίου, καλύπτει την κατάσχεση καταθέσεων ενός τραπεζικού λογαριασμού. Έτσι, η προστασία του Η. Lutz διασφαλίζεται, κατ’ αρχήν, από το δικαίωμά του να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση επί των καταθέσεων των τραπεζικών λογαριασμών της οφειλέτριας εταιρίας προκειμένου να εισπράξει την απαίτηση έως αν αυτή δεν αποτελούσε το αντικείμενο διαδικασίας αφερεγγυότητας στη Γερμανία. Εν προκειμένω, ενώ η επίμαχη καταβολή μπορούσε, αρχικώς, να προσβληθεί κατ’ εφαρμογήν του αυστριακού πτωχευτικού δικαίου ( 27 ), κατά το αιτούν δικαστήριο ( 28 ), η διαπίστωση αυτή ουδόλως προδικάζει τον νομικό χαρακτηρισμό του δικαιώματος κατασχέσεως ως εμπράγματου δικαιώματος υπό το πρίσμα του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000. |
|
39. |
Αφετέρου, όσον αφορά τον ακριβή τόπο στον οποίον ευρισκόταν το περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη κατά τον χρόνο της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, επίσης από τη διάταξη περί παραπομπής συνάγεται ότι, στις 4 Αυγούστου 2008, το περιουσιακό στοιχείο της οφειλέτριας εταιρίας, το οποίο αφορούσε το δικαίωμα κατασχέσεως, ήτοι το επίδικο ποσό, ευρισκόταν στους αυστριακούς τραπεζικούς λογαριασμούς της εν λόγω οφειλέτριας εταιρίας ( 29 ). |
|
40. |
Ως εκ τούτου, φρονώ ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000 συντρέχουν εν προκειμένω, πράγμα το οποίο εναπόκειται, εν πάση περιπτώσει, στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει, το οποίο άλλωστε είναι και το μόνο αρμόδιο για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της εκκρεμούσας ενώπιόν του διαφοράς. |
2. Η έκταση της προστασίας των εμπράγματων δικαιωμάτων υπό το πρίσμα του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 1346/2000: οι επιβλαβείς πράξεις
|
41. |
Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι, δεδομένου ότι η προστασία των εμπράγματων δικαιωμάτων των τρίτων και, ως εκ τούτου, το απρόσβλητό τους, είναι σχετικό, ο αποκλεισμός των εν λόγω δικαιωμάτων από τον τομέα της lex fori concursus δεν είναι απόλυτος. |
|
42. |
Πρώτον, ο κανόνας του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1346/2000 δεν εμποδίζει τον σύνδικο να ζητήσει την έναρξη δευτερεύουσας διαδικασίας στο κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία, εάν ο οφειλέτης έχει κάποια εγκατάσταση σε αυτό το κράτος μέλος ( 30 ). Μια τέτοια δευτερεύουσα διαδικασία θα είχε τα ίδια αποτελέσματα επί των εμπράγματων δικαιωμάτων με αυτά που θα είχε η κύρια διαδικασία ( 31 ). |
|
43. |
Δεύτερον, το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 1346/2000 εισάγει μια εξαίρεση στην εξαίρεση προβλέποντας ότι η παράγραφος 1 δεν κωλύει τις κατ’ άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, του εν λόγω κανονισμού αγωγές αναγνωρίσεως της ακυρότητας ή ακυρώσεως ή κηρύξεως του ανενεργού δικαιοπραξίας. Έτσι, η lex fori concursus εφαρμόζεται όταν η σύσταση ή η άσκηση των εμπράγματων δικαιωμάτων έρχεται σε σύγκρουση προς τα συμφέροντα της διαδικασίας αφερεγγυότητας και όταν οι δικαιοπραξίες μπορούν να χαρακτηριστούν ως επιβλαβείς για την πτωχευτική περιουσία των πιστωτών. Συνεπώς, το άρθρο αυτό αφορά, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, τις αγωγές ανακλήσεως που στηρίζονται στους κανόνες των διαδικασιών αφερεγγυότητας και όχι στους κανόνες του κοινού δικαίου (τακτικές αγωγές του αστικού και εμπορικού δικαίου). Αυτές οι τελευταίες διέπονται από τους γενικούς κανόνες συγκρούσεως των νόμων. Εντούτοις, αυτές οι αγωγές του κοινού δικαίου είναι παραδεκτές μόνο στον βαθμό που το επιτρέπει η lex fori concursus ( 32 ). |
|
44. |
Ο βασικός κανόνας είναι ότι ο νόμος του κράτους μέλους ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας διέπει, κατά το άρθρο 4 του κανονισμού 1346/2000, την ενδεχόμενη ακυρότητα, ακυρωσία και το ανενεργόν επιβλαβών για τα συμφέροντα του συνόλου των πιστωτών πράξεων. Επομένως, εν προκειμένω, η ανακλητική αγωγή που άσκησε η Ε. Bäuerle διέπεται από το γερμανικό δίκαιο. Αυτό το εφαρμοστέο δίκαιο διέπει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι επιβλαβείς για το σύνολο των πιστωτών πράξεις μπορούν να έχουν ως συνέπεια τη μη ισχύ τους (ακυρότητα, ακυρωσία), το καθεστώς των συνεπειών αυτών (οι οποίες μπορούν να επέλθουν είτε αυτοδικαίως είτε δυνάμει αγωγής ασκουμένης από τον σύνδικο, με ή άνευ αναδρομικού αποτελέσματος, κ.λπ.), καθώς και τα έννομα αποτελέσματά τους (π.χ., νομική κατάσταση του τρίτου κατά του οποίου ασκείται ανακλητική αγωγή) ( 33 ). |
|
45. |
Συναφώς, στο γερμανικό δίκαιο, το άρθρο 88 του InsO προβλέπει ότι, οσάκις πιστωτής του αφερέγγυου προσώπου έλαβε, κατά το διάστημα του μηνός που προηγήθηκε της αιτήσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας ή μετά από αυτήν, μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως, ασφάλεια από την περιουσία του οφειλέτη η οποία ανήκει στην πτωχευτική περιουσία, η έναρξη της διαδικασίας καθιστά την ασφάλεια αυτή ανενεργή. Επομένως, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το προαναφερθέν άρθρο αφορά την αυτοδίκαιη (ipso jure) ακυρότητα ασφάλειας από την περιουσία του οφειλέτη, ελλείψει οποιασδήποτε αγωγής ασκηθείσας από τον σύνδικο. Τούτο θέτει ένα ζήτημα που έχει καθοριστική σημασία για την επίλυση της διαφοράς στην κύρια δίκη για το οποίο αντηλλάγησαν απόψεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση κατόπιν ερωτήσεως του Δικαστηρίου προκειμένου να δοθεί προφορική απάντηση: αυτός ο κανόνας του γερμανικού δικαίου εμπίπτει, όπως υποστηρίζει το αιτούν δικαστήριο, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 1346/2000; Με άλλα λόγια, τυχόν αυτοδίκαιη ακυρότητα ενός εμπράγματου δικαιώματος επί της περιουσίας του οφειλέτη διέπεται από το άρθρο 5, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού που προβλέπει την εφαρμογή της lex fori concursus επί των αγωγών αναγνωρίσεως της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού περί των οποίων διαλαμβάνει το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ; |
|
46. |
Φρονώ ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει. |
|
47. |
Κατ’ αρχάς, όπως προκύπτει από την προηγηθείσα στα σημεία 25 έως 40 των ανά χείρας προτάσεων ανάλυση και από τις παρατηρήσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το αντικείμενο του άρθρου 88 του InsO, ήτοι η απόκτηση, μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως, ασφάλειας επί περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, το οποίο αποτελεί μέρος της πτωχευτικής περιουσίας, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000. |
|
48. |
Επιπλέον, η έκθεση Virgós/Schmit φαίνεται να δέχεται, στις παραγράφους 91 και 106, μια διασταλτική ερμηνεία της εννοίας των αγωγών του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 1346/2000. Έτσι, «μια επιβλαβής για όλους τους πιστωτές πράξη μπορεί να συνίσταται στη σύσταση εμπράγματου δικαιώματος υπέρ ενός συγκεκριμένου πιστωτή ή ενός συγκεκριμένου τρίτου. Στην περίπτωση αυτή, εφαρμοστέοι είναι οι γενικοί κανόνες [του κανονισμού 1346/2000] που διέπουν τις αγωγές περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού νομικών πράξεων (άρθρα 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, και 13)» ( 34 ). Συναφώς, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι τυχόν διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των διατάξεων που προβλέπουν την αυτοδίκαιη (ipso jure) ακυρότητα και αυτών που απαιτούν την άσκηση αγωγής θα αντέβαινε τόσο στο αντικείμενο όσο και στο πνεύμα του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 1346/2000. |
|
49. |
Τέλος, όπως ορθώς υποστηρίζουν η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, το γεγονός ότι υφίσταται διαφορά μεταξύ των γλωσσικών αποδόσεων όσον αφορά τη μνεία των «αγωγών» περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στο συμπέρασμα ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 1346/2000 περιορίζεται αποκλειστικά στις αγωγές. Το άρθρο αυτό πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, του εν λόγω κανονισμού που κάνει λόγο για τους «κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, ακυρωσίας ή του ανενεργού» ( 35 ) και όχι αποκλειστικώς για «αγωγές αναγνώρισης της ακυρότητας ή ακυρώσεως ή κήρυξης του ανενεργού». Επομένως, το εθνικό δίκαιο είναι αυτό που καθορίζει εάν η ακυρότητα, η ακυρωσία ή το ανενεργόν απορρέει από αγωγή, από νομοθετική πρόβλεψη ( 36 ) ή από δικαιοπραξία. Εντούτοις, το γεγονός ότι το εθνικό δίκαιο επιβάλλει την άσκηση αγωγής ακυρότητας, σε ένα πρώτο στάδιο, ή ότι η απόφαση περί ενάρξεως συνεπάγεται αυτομάτως την ακύρωση ( 37 ), στον βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο ( 38 ), το δίκαιο του κράτους ενάρξεως της διαδικασίας (εν προκειμένω, το γερμανικό δίκαιο) υποκαθιστά το δίκαιο το οποίο θα ήταν εφαρμοστέο κανονικά επί της επιβλαβούς πράξεως (εν προκειμένω, το αυστριακό δίκαιο) ( 39 ). |
|
50. |
Έτσι, κατά το αιτούν δικαστήριο, η κατάσχεση των καταθέσεων στους τραπεζικούς λογαριασμούς στην Αυστρία ήταν ανίσχυρη, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 88 του InsO, εκ του λόγου και μόνον ότι η κατάσχεση αυτή επιβλήθηκε μετά από την κατάθεση αιτήσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας στη Γερμανία. Ως εκ τούτου, το δικαίωμα κατασχέσεως που αποκτήθηκε επί των τραπεζικών καταθέσεων πριν από την έναρξη της διαδικασίας καθίσταται κατ’ αρχήν ανενεργό κατόπιν της ενάρξεως της διαδικασίας αυτής κατ’ εφαρμογή της lex fori concursus ( 40 ). |
|
51. |
Πάντως, το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, του κανονισμού 1346/2000 πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο του 13. Συνεπώς, θα μπορούσε να μην έχει εφαρμογή η lex fori concursus κατ’ εφαρμογήν της lex causae. Αυτό ακριβώς είναι το αντικείμενο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος που θα εξετάσω εν συνεχεία. |
Β – Επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000 σε πράξη η οποία προηγήθηκε της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας
|
52. |
Από τη διάταξη περί παραπομπής, καθώς και από τα σημεία 45 και 49 των ανά χείρας προτάσεων, συνάγεται ότι το δικαίωμα κατασχέσεως των ευρισκόμενων στο αυστριακό έδαφος τραπεζικών καταθέσεων γεννήθηκε μετά από την αίτηση περί ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας και, ως εκ τούτου, είχε καταστεί ανενεργό, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 88 του InsO, κατά την ημερομηνία ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας. |
|
53. |
Εντούτοις, το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 προβλέπει μια εξαίρεση από την εφαρμογή της lex fori concursus, δυνάμει της οποίας η επίμαχη πράξη δεν μπορεί να προσβληθεί νομίμως εάν αυτός ο οποίος επωφελήθη δικαιοπραξίας επιβλαβούς για το σύνολο των πιστωτών προσκομίσει απόδειξη ότι «η δικαιοπραξία αυτή διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους άλλου από το κράτος έναρξης και ότι το δίκαιο αυτό δεν παρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση κανένα μέσο προσβολής της δικαιοπραξίας αυτής». |
|
54. |
Με αυτό το πρώτο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν εάν το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 είναι εφαρμοστέο στην περίπτωση που το εμπράγματο δικαίωμα γεννήθηκε πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ενώ η καταβολή του κατασχεθέντος για τον λόγο αυτόν ποσού έλαβε χώρα μετά από την έναρξη της εν λόγω διαδικασίας. |
|
55. |
Προκειμένου να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, θα εξετάσω, πρώτον, το περιεχόμενο του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000 προτού εξετάσω, δεύτερον, εάν η γένεση του δικαιώματος κατασχέσεως μπορεί να θεωρηθεί ως το καθοριστικό χρονικό σημείο για τους σκοπούς της εφαρμογής του εν λόγω άρθρου. |
1. Επί του περιεχομένου του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000
|
56. |
Πρέπει, κατ’ αρχάς, να διευκρινίσω ότι συμμερίζομαι την ανάλυση που αναπτύχθηκε, κατ’ ουσίαν από τον Η. Lutz και τη Γερμανική Κυβέρνηση, κατά την οποία το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 δεν περιέχει καμία ένδειξη από την οποία θα μπορούσε να συναχθεί ως συνέπεια η διάκριση των επιβλαβών πράξεων ανάλογα με το εάν έχουν συναφθεί πριν ή μετά από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας. |
|
57. |
Συναφώς, υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, για να προσδιοριστεί η έννοια μιας διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να συνεκτιμώνται τόσο το γράμμα της όσο και το πλαίσιό της και οι σκοποί της ( 41 ). Οι νομοπαρασκευαστικές εργασίες μιας διατάξεως του δικαίου της Ένωσης μπορούν επίσης να παράσχουν κρίσιμα στοιχεία για την ερμηνεία της ( 42 ). |
|
58. |
Όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000, η χρήση των εκφράσεων «[…] αυτός ο οποίος επωφελήθη δικαιοπραξίας επιβλαβούς για το σύνολο των πιστωτών προσκομίσει απόδειξη», «στη συγκεκριμένη περίπτωση» και «κανένα μέσο προσβολής» επιβεβαιώνει τον στενό χαρακτήρα της εξαιρέσεως σε σχέση με τον γενικό κανόνα του άρθρου 4 του κανονισμού 1346/2000. Κατά την έκθεση Virgós/Schmit, η πρώτη έκφραση συνεπάγεται ότι η εν λόγω διάταξη αποτελεί ουσιαστική εξαίρεση από την εφαρμογή της lex fori concursus, κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερομένου ο οποίος φέρει το βάρος αποδείξεως ( 43 ). Περαιτέρω, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή αναφέρθηκε ορθώς στις εκφράσεις «στη συγκεκριμένη περίπτωση» και «κανένα μέσο προσβολής» τις οποίες άντλησε από την εν λόγω έκθεση. Όσον αφορά την πρώτη, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η πράξη δεν πρέπει να υπόκειται σε προσβολή στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήτοι λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των συγκεκριμένων περιστάσεων της υποθέσεως. Δεν αρκεί να διαπιστώνεται η ύπαρξη ενός αφηρημένου κινδύνου. Τέλος, η έκφραση «κανένα μέσο προσβολής» υποδηλώνει ότι η πράξη δεν μπορεί να ακυρωθεί ούτε κατ’ εφαρμογήν των κανόνων που διέπουν ειδικώς τις διαδικασίες αφερεγγυότητας ούτε κατ’ εφαρμογήν των εφαρμοστέων κανόνων του κοινού δικαίου ( 44 ). |
|
59. |
Όσον αφορά την όλη οικονομία και τον σκοπό του ερμηνευόμενου κανόνα δικαίου, υπενθυμίζω ότι το καθεστώς που διέπει τη σύγκρουση νόμων το οποίο απορρέει από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, και 13 του κανονισμού 1346/2000 έχει γενικό περιεχόμενο στο σύστημα του κανονισμού. Το καθεστώς αυτό εφαρμόζεται και στα προστατευόμενα από το άρθρο 5 εμπράγματα δικαιώματα. Έτσι, το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, του κανονισμού 1346/2000 αφορά τους κανόνες ή τις αγωγές ακυρώσεως που προέρχονται από τη lex fori concursus, το δε άρθρο του 13 αποτελεί την εξαίρεση από την εφαρμογή του δικαίου αυτού ( 45 ). Πράγματι, αυτό το τελευταίο άρθρο λειτουργεί ως κανόνας «αρνησικυρίας» που κωλύει την κατ’ εφαρμογήν του δικαίου του κράτους της ενάρξεως της διαδικασίας ακύρωση της επιβλαβούς πράξεως. Συνεπώς, το εν λόγω άρθρο δεν επιδιώκει άλλον σκοπό πέραν αυτού της διαφυλάξεως της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ενός πιστωτή ή ενός τρίτου ως προς το κύρος μιας σύμφωνης προς τη lex causae πράξεως (τόσο υπό το πρίσμα των διατάξεων του κοινού δικαίου όσο και των κανόνων που διέπουν τη διαδικασία αφερεγγυότητας), έναντι της εμβόλιμης εφαρμογής κάποιου άλλου lex fori concursus ( 46 ). |
|
60. |
Τέλος, οι ανωτέρω εκτιμήσεις επιρρωννύονται από τις νομοπαρασκευαστικές εργασίες της εν λόγω διατάξεως. Πράγματι, όπως συνάγεται από την έκθεση Virgós/Schmit, το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 αφορά τις «επιβλαβείς πράξεις» που συνάπτονται ή πραγματοποιούνται πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας και τελούν υπό τη δαμόκλειο σπάθη, όπως εν προκειμένω, των ασκηθεισών από τον σύνδικο αγωγών ανακλήσεως. Έτσι, το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στις απαλλοτριώσεις που έλαβαν χώρα πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Πράγματι, η εμπιστοσύνη των πιστωτών στο κύρος τέτοιων μεταγενέστερων πράξεων δεν πρέπει να τυγχάνει αυξημένης προστασίας, διότι δεν είναι δικαιολογημένη. |
|
61. |
Συνεπώς, φρονώ ότι το σύνολο των ανωτέρω εκτιμήσεων συνηγορεί σαφώς υπέρ της συσταλτικής ερμηνείας του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000. Εντούτοις, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, όπως ορθώς επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, δεν είναι βέβαιον ότι μια τέτοια ερμηνεία μπορεί να ευσταθεί και στην περίπτωση κατά την οποία, όπως στην ένδικη διαφορά που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, η μετακίνηση του περιουσιακού στοιχείου υπέρ του πιστωτή στηρίζεται σε εμπράγματο δικαίωμα που έχει ήδη αποκτηθεί πριν από την έναρξη της διαδικασίας. Συναφώς, εάν η καταβολή δεν είχε ακόμη πραγματοποιηθεί κατά την ημερομηνία ασκήσεως της ανακλητικής αγωγής, ο σύνδικος θα έπρεπε να ζητήσει την ανάκληση του δικαιώματος κατασχέσεως η οποία είχε επιβληθεί δυνάμει δικαιώματος γεννηθέντος πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Πάντως, το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 θα ήταν εφαρμοστέο σε μια τέτοια περίπτωση. |
2. Επί της γενέσεως του δικαιώματος κατασχέσεως ως καθοριστικού στοιχείου για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000
|
62. |
Ας μου επιτραπεί να αρχίσω την ανάλυση αυτή με ένα ερώτημα: πρέπει να θεωρηθεί, εν προκειμένω, ο χρόνος της καταβολής στον Η. Lutz του ποσού που ασφαλίζεται με εμπράγματο δικαίωμα, εν προκειμένω το δικαίωμα κατασχέσεως, ως ουσιαστικό στοιχείο που δικαιολογεί την εφαρμογή του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000; |
|
63. |
Δεν το νομίζω. |
|
64. |
Κατά την Επιτροπή, οσάκις ένα πραγματικό, καίτοι υποκείμενο σε ανάκληση, δικαίωμα κατασχέσεως επί της περιουσίας του οφειλέτη γεννήθηκε πριν από την έναρξη της διαδικασίας, είναι αδιάφορο, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000, το γεγονός ότι το ποσό που ασφαλίζεται με το εμπράγματο δικαίωμα καταβλήθηκε πριν από την έναρξη της διαδικασίας αυτής. Φρονώ ότι το επιχείρημα αυτό είναι πειστικό. Κατά την άποψή μου, μόνον η γένεση του δικαιώματος κατασχέσεως θα έπρεπε να είναι καθοριστική για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 13 του εν λόγω κανονισμού. Έτσι, μόνον η σύσταση του εμπράγματος δικαιώματος είναι αυτή που μπορεί να θεωρηθεί ως επιβλαβής πράξη. Εάν το εμπράγματο δικαίωμα δεν είχε συσταθεί, η lex fori concursus θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής και ο Η. Lutz δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή. Πράγματι, η καταβολή στην οποία προέβη η τράπεζα της οφειλέτριας εταιρίας στον Η. Lutz δεν ήταν παρά μόνον η συνέπεια της αναγκαστικής κατασχέσεως που είχε επιβληθεί πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Επιπλέον, όπως υποστήριξε ο εκπρόσωπός του κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο Η. Lutz δεν μπορούσε να προβλέψει την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, η οποία έλαβε χώρα στις 4 Αυγούστου 2008, ούτε κατά τον χρόνο κατά τον οποίον προσέφυγε στα αυστριακά δικαστήρια ούτε κατά τον χρόνο της γενέσεως του εν λόγω εκτελεστού δικαιώματος ενεχυριάσεως. |
|
65. |
Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από την όλη οικονομία του μηχανισμού που καθιερώνει ο κανονισμός 1346/2000 ο οποίος στηρίζεται, αφενός, στον μη επηρεασμό των εμπράγματων δικαιωμάτων επί των ευρισκόμενων σε άλλο κράτος μέλος περιουσιακών στοιχείων (άρθρο 5), πράγμα που ισοδυναμεί με τον αποκλεισμό των δικαιωμάτων αυτών από τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας, και, αφετέρου, στην προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των πιστωτών ή των τρίτων στο κύρος μιας πράξεως (άρθρο 13). |
|
66. |
Όσον αφορά, πρώτον, την προστασία των εμπράγματων δικαιωμάτων την οποία διασφαλίζει το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000, η λύση αυτή έγινε αποδεκτή για λόγους ουσίας, όπως είναι ο σκοπός της προστασίας του εμπορίου στο κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία και εδραιώσεως ασφάλειας δικαίου σε σχέση με τα συναφή δικαιώματα. Τα εμπράγματα δικαιώματα επιτελούν μια ζωτικής σημασίας λειτουργία στο πλαίσιο των πιστώσεων και της παραγωγικής χρήσεως του πλούτου. Πράγματι, τα εν λόγω δικαιώματα προστατεύουν τους δικαιούχους τους έναντι του κινδύνου αφερεγγυότητας του οφειλέτη και παρέχουν τη δυνατότητα λήψεως πιστώσεων υπό ευνοϊκούς όρους ( 47 ). Έτσι, η ασφάλεια δικαίου και η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των πιστωτών στις πραγματοποιούμενες συναλλαγές αποτελούν, κατά την άποψή μου, ουσιώδη στοιχεία. Επιπλέον, λόγοι δικονομικής τάξεως δικαιολογούν επίσης την αυξημένη προστασία των εμπράγματων δικαιωμάτων, όπως είναι οι θεσμικοί στόχοι του κανονισμού 1346/2000 που συνδέονται με την ανάγκη απλοποιημένης και ευχερέστερης διοικήσεως των περιουσιακών στοιχείων ( 48 ). |
|
67. |
Όσον αφορά, δεύτερον, το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000, από τις προεκτεθείσες στα σημεία 30 και 65 των ανά χείρας προτάσεων εκτιμήσεις συνάγεται ότι η λύση που επελέγη από τη διάταξη αυτή σκοπεί, πρωτίστως, να διαφυλάξει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των πιστωτών ή των τρίτων στο κύρος μιας πράξεως σύμφωνης προς τη lex causae. Συναφώς, συμμερίζομαι την ανάλυση του Η. Lutz και της Επιτροπής, κατά την οποία, υπό το πρίσμα του αυστριακού δικαίου και λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων της διαφοράς που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, η επίμαχη πράξη δεν μπορούσε να προσβληθεί ( 49 ). |
|
68. |
Βάσει του συνόλου των εκτιμήσεων που προηγήθηκαν, φρονώ ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 πρέπει να ερμηνευθεί υπό τη έννοια ότι είναι εφαρμοστέο στην περίπτωση που το εμπράγματο δικαίωμα συστήθηκε πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας και η καταβολή του κατασχεθέντος ποσού για τον λόγο αυτόν επήλθε μετά από την έναρξη της εν λόγω διαδικασίας. |
Γ – Επί του χρόνου παραγραφής, των προθεσμιών ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως και των αποσβεστικών προθεσμιών που προβλέπει η lex causae στο πλαίσιο των εξαιρέσεων του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000
|
69. |
Το δεύτερο ερώτημα αφορά το κατά πόσον το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι συνεπάγεται ότι η lex causae διέπει και τα νομικά αποτελέσματα τα οποία συνδέονται με την πάροδο του χρόνου. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν το καθεστώς των εξαιρέσεων που προβλέπει το εν λόγω άρθρο 13 περιλαμβάνει και τον χρόνο παραγραφής, τις προθεσμίες ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως και τις αποσβεστικές προθεσμίες τις οποίες προβλέπει η lex causae. |
|
70. |
Από την διάταξη περί παραπομπής συνάγεται ότι, βάσει των κανόνων δικαίου της γερμανικής νομοθεσίας, το δικαίωμα κατασχέσεως επί των τραπεζικών καταθέσεων γεννήθηκε μετά από την κατάθεση της αιτήσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας και, ως εκ τούτου, δυνάμει του άρθρου 88 του InsO, έπαυσε να είναι ισχυρό κατά την ημερομηνία ενάρξεως της εν λόγω διαδικασίας ( 50 ). Εντούτοις, κατά τους κρίσιμους κανόνες του αυστριακού δικαίου, η ανακλητική αγωγή της Ε. Bäuerle υπέκυψε σε παραγραφή λόγω της παρόδου της ενιαύσιας προθεσμίας από της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας την οποία έχει ο σύνδικος προκειμένου να προσφύγει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, στη δικαιοσύνη. Αντιθέτως, στο γερμανικό δίκαιο, η προθεσμία για την άσκηση μιας τέτοιας αγωγής είναι τριετής. |
|
71. |
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η γερμανική θεωρία είναι διχασμένη ως προς το ζήτημα αυτό. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η lex causae δεν πρέπει να διέπει τον χρόνο παραγραφής ή τις αποσβεστικές προθεσμίες. Οι εν λόγω προθεσμίες, ως διατάξεις δικονομικού δικαίου, θα πρέπει να αντλούνται από τη lex fori concursus ( 51 ). Αντιθέτως, άλλοι υποστηρίζουν ότι η παραπομπή στη lex causae θα πρέπει να νοηθεί ως συνολική παραπομπή στο σύνολο των κανόνων της, περιλαμβανομένων αυτών που αφορούν τον χρόνο παραγραφής ή την αποσβεστική προθεσμία. |
|
72. |
Δεν συντάσσομαι με την πρώτη ανάλυση, αλλά, αντιθέτως, συμμερίζομαι, όπως θα διευκρινίσω κατωτέρω, τη δεύτερη ( 52 ). |
|
73. |
Αφενός, κατά την εξέταση του πρώτου ερωτήματος, αναφέρθηκα ήδη, στα σημεία 57 έως 60 των ανά χείρας προτάσεων, στην οριοθέτηση του περιεχομένου του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000, λαμβανομένων υπόψη των όρων του, της οικονομίας του και των σκοπών που επιδιώκει ( 53 ). Από την ανάλυση αυτή συνάγεται μεταξύ άλλων ότι η έκφραση «στη συγκεκριμένη περίπτωση» αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες μια πράξη δεν πρέπει να είναι προσβλητή λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των συγκεκριμένων περιστάσεων της υποθέσεως. Φρονώ ότι είναι σαφές ότι ο χρόνος που έχει παρέλθει και, ως εκ τούτου, οι ουσιαστικοί και δικονομικοί κανόνες που τη διέπουν ανήκουν στις εν λόγω περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως ( 54 ). Συναφώς, και το αιτούν δικαστήριο διαβεβαιώνει ότι η απώλεια ενός δικαιώματος συνεπεία της παρόδου του χρόνου μπορεί να περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών των συγκεκριμένων περιστάσεων. |
|
74. |
Αφετέρου, και προεκτείνοντας αυτή τη συλλογιστική, πρέπει να αναφερθώ στις παρατηρήσεις του Η. Lutz, της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής. Υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 αναφέρεται σε πράξη η οποία δεν μπορεί να προσβληθεί με «κανένα μέσο προσβολής», οπότε δεν περιορίζεται στις ουσιαστικές προϋποθέσεις της ανακλήσεως βάσει της lex causae, αλλά, ως εκ τούτου, επεκτείνεται μεταξύ άλλων στις διατάξεις περί παραγραφής ή αποσβεστικής προθεσμίας. Πάντως, όπως επισήμανα ανωτέρω, η έκφραση αυτή υποδηλώνει ότι η πράξη δεν μπορεί να ακυρωθεί, όπως εν προκειμένω, ούτε κατ’ εφαρμογήν των κανόνων επί των διαδικασιών αφερεγγυότητας ούτε κατ’ εφαρμογήν των κανόνων του κοινού δικαίου που είναι εφαρμοστέοι επ’ αυτής ( 55 ). Όσον αφορά αυτούς τους τελευταίους κανόνες, και λαμβανομένης υπόψη της διαφορετικής φύσεως, μεταξύ άλλων της παραγραφής, στα διάφορα νομικά συστήματα, η εφαρμογή της lex causae συνηγορεί, κατά την άποψή μου, υπέρ της διαφυλάξεως της συνοχής της έννομης τάξεως στην οποία εντάσσεται και, κατά συνέπεια, της συνοχής μεταξύ των διατάξεων του ουσιαστικού και των διατάξεων του δικονομικού δικαίου. |
|
75. |
Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει με τα υπομνήματά της ότι οποιαδήποτε ερμηνεία του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000 η οποία θα απέκλειε τους χρόνους παραγραφής που χαρακτηρίζονται, στο εθνικό δίκαιο, ως δικονομικής φύσεως θα συνιστούσε, μεταξύ των θεωρητικών μοντέλων που γίνονται αποδεκτά από τα κράτη μέλη, αυθαίρετη δυσμενή διάκριση και θα εμπόδιζε την ομοιόμορφη ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως. |
|
76. |
Η άποψη αυτή επιρρωννύεται από τις διατάξεις του κανονισμού Ρώμη I ( 56 ). Έτσι, το αιτούν δικαστήριο, ο Η. Lutz και η Επιτροπή παραπέμπουν, ορθώς, στο άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του εν λόγω κανονισμού, δυνάμει του οποίου η επιρροή της παρόδου του χρόνου επί ενός συμβατικού δικαιώματος καθορίζεται από την έννομη τάξη η οποία διέπει το εν λόγω δικαίωμα ( 57 ). Ειδικότερα, συμφώνως προς το άρθρο αυτό, το δίκαιο που διέπει τις συμβάσεις δυνάμει του κανονισμού Ρώμη I διέπει μεταξύ άλλων «τους διάφορους τρόπους απόσβεσης των ενοχών, καθώς και τις παραγραφές και εκπτώσεις λόγω παρόδου προθεσμίας» ( 58 ), οι οποίες, ως εκ τούτου, θεωρούνται θεσμοί του ουσιαστικού δικαίου και υπόκεινται στη lex causae. |
|
77. |
Επιπλέον, υπενθυμίζω, όπως συνάγεται από τα σημεία 30, 65 και 67 των ανά χείρας προτάσεων, ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 σκοπεί στην προστασία της εμπιστοσύνης του πιστωτή στη διάρκεια μιας πράξεως. Έτσι, ένας πιστωτής που εμπιστεύεται το κύρος της πράξεως συμφώνως προς τη lex causae δεν πρέπει να καταλαμβάνεται εξαπίνης από την εφαρμογή του δικαίου περί διαδικασιών αφερεγγυότητας ενός άλλου κράτους μέλους ( 59 ). |
|
78. |
Εν πάση περιπτώσει, ουδεμία αμφιβολία έχω ότι οι κανόνες περί παραγραφής ή αποσβεστικής προθεσμίας περιλαμβάνονται στο σύστημα των λόγων ακυρώσεως των πράξεων. Έτσι, οσάκις μια πράξη μπορεί να προσβληθεί συμφώνως προς τη lex causae μέσω ανακλητικής αγωγής, όπως στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, πλην όμως η προθεσμία για την άσκηση μιας τέτοιας αγωγής έχει παρέλθει, δεν βλέπω κανέναν λόγο ο οποίος να δικαιολογεί την παραδοχή ότι η πράξη αυτή εξακολουθεί να υπόκειται σε προσβολή συμφώνως προς το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 ( 60 ). |
|
79. |
Ως εκ τούτου, βάσει των στοιχείων που προηγήθηκαν, φρονώ ότι το καθεστώς των εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 περιλαμβάνει τους χρόνους παραγραφής, τις προθεσμίες ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως και τις αποσβεστικές προθυμίες που προβλέπει η lex causae. |
Δ – Επί του εφαρμοστέου δικαίου στον καθορισμό των τυπικών προϋποθέσεων οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για την άσκηση της ανακλητικής αγωγής
|
80. |
Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν οι κανόνες που διέπουν τις τυπικές προϋποθέσεις και οι οποίοι πρέπει να τηρούνται προκειμένου να ασκηθεί το δικαίωμα ανακλήσεως βάσει του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000 καθορίζονται από τη lex causae ή από τη lex fori concursus. |
|
81. |
Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, στο γερμανικό δίκαιο, δήλωση μη υποκείμενη σε τυπικές προϋποθέσεις, με την οποία ο σύνδικος δηλώνει ότι προτίθεται να προβάλει δικαίωμα επιστροφής, αρκεί προκειμένου να εκλείψει η εμπιστοσύνη του πιστωτή στο κύρος της καταβολής. Αντιθέτως, στο αυστριακό δίκαιο, η ανάκληση μπορεί να προβληθεί εγκύρως μόνο μέσω αγωγής ασκούμενης εντός ενιαύσιας προθεσμίας από της ενάρξεως της πτωχευτικής διαδικασίας, η δε εμπιστοσύνη του πιστωτή είναι αδιάφορη συναφώς. |
|
82. |
Συμμερίζομαι το επιχείρημα της Επιτροπής ότι αυτός που ωφελείται από την πράξη δεν γνωρίζει ούτε τις προθεσμίες ούτε τους δικονομικούς κανόνες του δικαίου που προέρχονται από μια άλλη έννομη τάξη. Πράγματι, το μόνο καθοριστικό στοιχείο για αυτόν ήταν να γνωρίζει εάν, εντός της προθεσμίας που ισχύει στο δικό του νομικό σύστημα, ήταν νόμιμη η ασκηθείσα ανακλητική αγωγή. Έτσι, εν προκειμένω, κατά το αυστριακό δίκαιο, η διατήρηση του αποκτηθέντος περιουσιακού στοιχείου εξαρτάται μόνον από το εάν ασκήθηκε ή όχι αγωγή περί επιστροφής εντός της ενιαύσιας προθεσμίας από της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, πράγμα το οποίο αποκλείει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το εξώδικο του συνδίκου της 10ης Μαρτίου 2009. |
|
83. |
Πάντως, συναφώς, η αιτιολογική σκέψη 24 του κανονισμού 1346/2000 ορίζει ότι, προκειμένου να προστατευθούν οι έννομες προσδοκίες και η ασφάλεια των συναλλαγών στα άλλα κράτη μέλη εκτός αυτού της ενάρξεως της διαδικασίας, θα πρέπει να προβλεφθούν ορισμένες εξαιρέσεις από τον γενικό κανόνα. Έτσι, η λειτουργία του άρθρου 13 του κανονισμού αυτού, ως κανόνα «αρνησικυρίας» που έχει στη διάθεσή του αυτός που επωφελείται από την πράξη, δεν απαιτεί όπως ο σύνδικος προσδιορίζει κατά τρόπο σωρευτικό τη δυνατότητα ανακλήσεως μιας πράξεως στις δύο εμπλεκόμενες έννομες τάξεις. |
|
84. |
Επιπλέον, παραπέμπω στην ανωτέρω ανάλυσή μου της εκφράσεως «κανένα μέσο προσβολής» που υποδηλώνει ότι η παραπομπή στη lex causae πρέπει να είναι μια συνολική παραπομπή. |
|
85. |
Υπενθυμίζω επίσης ότι οι κανόνες για τον τύπο μπορούν να συνιστούν προϋποθέσεις όχι μόνον ουσιαστικής αλλά και δικονομικής φύσεως. Ως εκ τούτου, οι όροι για την άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως πρέπει να καθορίζονται κατά κύριο λόγο από τη lex causae. Συγκεκριμένα, είναι αντίθετο προς τη συνοχή της εφαρμοστέας έννομης τάξεως να γίνεται διάκριση μεταξύ των ζητημάτων που αφορούν τον χρόνο παραγραφής και αυτών που αφορούν τον τύπο, προκειμένου να υπαχθούν σε διαφορετικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, εν προκειμένω, μια επιβλαβής πράξη δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από την εξωδικαστική άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως το οποίο προέρχεται από τη lex fori concursus. |
|
86. |
Εξάλλου, η άποψη αυτή επιρρωννύεται από την έκθεση αξιολογήσεως από την εφαρμογή του κανονισμού 1346/2000 ( 61 ). Έτσι, διάφορες εθνικές εκθέσεις τονίζουν ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 είναι αναγκαίο για την προστασία των νομίμων προσδοκιών των συμβαλλομένων όσον αφορά το εφαρμοστέο επί των έννομων σχέσεών τους νομικό καθεστώς ( 62 ). |
|
87. |
Αντιθέτως, η συλλογιστική που ακολούθησε η Γερμανική Κυβέρνηση στις παρατηρήσεις της τις οποίες ανέπτυξε προφορικά κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά την οποία η πλήρης εφαρμογή της lex causae προσκρούει σε δυσχέρειες πρακτικής φύσεως συνδεόμενες με τον καθορισμό και την εξέταση από τον σύνδικο άλλων έννομων τάξεων, δεν είναι πειστική. Κατά την άποψή μου, το γεγονός ότι φέρει το καθήκον να αναλύει τους κανόνες άλλων έννομων τάξεων οι οποίοι διέπουν τις τυπικές προϋποθέσεις προκειμένου να ασκήσει ανακλητική αγωγή δεν συνιστά για τον σύνδικο υπέρμετρο βάρος. Συναφώς, από την προαναφερθείσα έκθεση αξιολογήσεως συνάγεται ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 δεν βαίνει πέραν των ειωθότων στον τομέα των διεθνών σχέσεων (και, ως εκ τούτου, του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου), στο μέτρο που συνεπάγεται τη συνεκτίμηση και άλλων εθνικών δικαίων. Πράγματι, η συνεκτίμηση ενός δεύτερου νομικού καθεστώτος δεν εγείρει στην πράξη ανυπέρβλητες δυσκολίες, όπως τούτο συνάγεται από ένα σημαντικό αριθμό εθνικών εκθέσεων ( 63 ). Έτσι, η εν λόγω έκθεση δεν πρότεινε καμία τροποποίηση ούτε περιορισμό της παραπομπής στη lex causae από το εν λόγω άρθρο ( 64 ). |
|
88. |
Κατά συνέπεια, βάσει του συνόλου των εκτιμήσεων που προηγούνται, φρονώ ότι οι κανόνες για τον τύπο που πρέπει να τηρούνται για την άσκηση του δικαιώματος υπό το πρίσμα του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000 καθορίζονται από τη lex causae. |
VI – Πρόταση
|
89. |
Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Bundesgerichtshof ως εξής:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ L 160, σ. 1).
( 3 ) Υποσημείωση άνευ αντικειμένου για την ελληνική μετάφραση.
( 4 ) Άρθρο 129, παράγραφος 1, του InsO.
( 5 ) Άρθρο 91, παράγραφος 1, του InsO.
( 6 ) Κατά το αιτούν δικαστήριο, το δικαίωμα κατασχέσεως γεννήθηκε σε άλλο κράτος μέλος από αυτό της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Συνεπώς, το εφαρμοστέο επί της καταβολής του κατασχεθέντος ποσού των τραπεζικών καταθέσεων δικαίου είναι το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο η καταβολή παράγει τα αποτελέσματά της, ήτοι το αυστριακό δίκαιο.
( 7 ) Από τη διάταξη περί παραπομπής συνάγεται ότι, δυνάμει του αυστριακού δικαίου, πράξη μέσω της οποίας ένας πιστωτής της διαδικασίας αφερεγγυότητας λαμβάνει εγγύηση ή ικανοποιείται, μετά από την ημερομηνία παύσεως των πληρωμών ή μετά από την υποβολή αιτήσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, μπορεί να προσβληθεί στην περίπτωση που ο πιστωτής τελούσε σε γνώση της αφερεγγυότητας ή της υποβολής αιτήσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ή έπρεπε να έχει γνώση συναφώς. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η καταβολή του επίδικου ποσού ικανοποίησε τις απαιτήσεις του Η. Lutz σε ημερομηνία κατά την οποία αυτός τελούσε σε γνώση της καταθέσεως αιτήσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας λόγω της επιστολής του συνδίκου της 10ης Μαρτίου 2009. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος του Η. Lutz υποστήριξε εντούτοις ότι, στο αυστριακό δίκαιο, όσον αφορά την άσκηση ανακλητικής αγωγής, το αφετηριακό σημείο είναι η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Συγκεκριμένα, από την ημερομηνία αυτή, αφενός, αποκτά δημοσιότητα η διαδικασία και, ως εκ τούτου, μπορεί ο πιστωτής να λάβει γνώση της καταστάσεως αφερεγγυότητας του οφειλέτη και, αφετέρου, αρχίζει να τρέχει ή ενιαύσια αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση αγωγής. Αντιθέτως, στο γερμανικό δίκαιο, το σημείο αφετηρίας είναι η κατάθεση αιτήσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας και ο χρόνος για την άσκηση ανακλητικής αγωγής είναι τρία έτη. Βλ., επίσης, κατωτέρω σημεία 81 έως 83.
( 8 ) Εν προκειμένω, η αναγκαστική εκτέλεση για την καταβολή του επίδικου ποσού αποτελεί απόρροια της γενέσεως του δικαιώματος κατασχέσεως. Ως εκ τούτου, το δικαίωμα κατασχέσεως είναι αυτό που πρέπει να θεωρηθεί ως επιβλαβής πράξη.
( 9 ) Απόφαση Econord (C‑182/11 και C‑183/11, EU:C:2012:758, σκέψη 21).
( 10 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 25 και άρθρο 20 του κανονισμού 1346/2000, καθώς και υποσημείωση 19 των ανά χείρας προτάσεων.
( 11 ) Απόφαση ERSTE Bank Hungary (C‑527/10, EU:C:2012:417, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 12 ) Αυτόθι, σκέψη 39. Βλ. επίσης αιτιολογική σκέψη 24 του κανονισμού 1346/2000.
( 13 ) Επισημαίνω ότι το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 προϋποθέτει ότι τα περιουσιακά στοιχεία δεν ευρίσκονται παρανόμως σε άλλο κράτος μέλος από αυτό της ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Βλ., συναφώς, έκθεση επί της συμβάσεως για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας (στο εξής: έκθεση Virgós/Schmit), παράγραφος 105, και Ingelmann, T., «Article 5», European Insolvency Regulation, K. Pannen (επιμέλεια), De Gruyter Recht, Βερολίνο, 2007, σ. 252. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, έστω και αν η έκθεση Virgós/Schmit δεν αφορά παρά μόνον τη σύμβαση για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας, παρέχει χρήσιμα στοιχεία για την ερμηνεία του κανονισμού 1346/2000. Βλ., για το ζήτημα αυτό, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs επί της υποθέσεως Eurofood IFSC (C‑341/04, EU:C:2005:579, σημείο 2).
( 14 ) Απόφαση ERSTE Bank Hungary (EU:C:2012:417, σκέψη 41).
( 15 ) Αυτόθι, σκέψη 42.
( 16 ) Προκειμένου να μπορέσει το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 να εκπληρώσει τον σκοπό του, μια τελολογική ερμηνεία της διατάξεως αυτής θα απαιτούσε όπως όλες οι αναγκαίες πράξεις για τη σύσταση εμπράγματου δικαιώματος έχουν πραγματοποιηθεί πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Βλ. έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 95· Virgós Soriano, M. και Garcimartín Alférez, F. J., Comentario al Reglamento europeo de insolvencia, Thomson-Civitas, Μαδρίτη, 2003, σ. 96 και 101, καθώς και Moss, G., Fletcher, I. F. και Isaacs, S., The EC Regulation on Insolvency Procedures: A Commentary and Annotated Guide, Oxford University Press, 2η έκδοση, 2009, σ. 287.
( 17 ) Σχετικά με τον ουσιαστικό χαρακτήρα της διατάξεως αυτής, βλ. έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 99· Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 105· Ingelmann, T., «Article 5», όπ.π., σ. 250· Moss, G., Fletcher, I. F., και Isaacs, S., όπ.π., σ. 286· Hess, B., Oberhammer, P., και Pfeiffer, T., European Insolvency Law. The Heidelberg-Luxembourg-Vienna Report on the Application of the Regulation No 1346/2000/EC on Insolvency Proceedings, Beck-Hart-Nomos, C. H., Μόναχο/Οξφόρδη, 2014 (στο εξής: έκθεση Heidelberg-Luxembourg-Vienne), σ. 178, και Klyta, W., Uznanie zagranicznych postępowań upadłościowych, Oficyna Wolters Kluwer business, Βαρσοβία, 2008, σ. 149.
( 18 ) Πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση German Graphics Graphische Maschinen, σε σχέση με το άρθρο 7 του κανονισμού 1346/2000, διάταξη ανάλογη προς το άρθρο 5 του ιδίου κανονισμού, ότι «[μ]ε άλλα λόγια, η εν λόγω διάταξη είναι απλώς ένας κανόνας ουσιαστικού δικαίου ο οποίος σκοπό έχει να προστατεύσει τον πωλητή όταν πρόκειται για περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται εκτός του κράτους μέλους ενάρξεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας» (C‑292/08, EU:C:2009:544, σκέψη 35). Κατά την έκθεση Heidelberg-Luxembourg-Vienne, σ. 181, η κρατούσα γνώμη στα 17 κράτη μέλη ερμηνεύει το άρθρο 5 ως κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
( 19 ) Ingelmann, T., «Article 5», όπ.π., σ. 253.
( 20 ) Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφοι 95 και 100. Το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 ορίζει ότι η διαδικασία αφερεγγυότητας δεν επηρεάζει τα εμπράγματα δικαιώματα επί των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη και όχι ότι η διαδικασία δεν θίγει τα περιουσιακά στοιχεία (ή τις απαιτήσεις) που βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος και προστατεύονται από τα δικαιώματα αυτά. Καθώς η κύρια διαδικασία είναι μια γενική διαδικασία, περιλαμβάνει όλα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη. Αυτό είναι σημαντικό εάν η αξία της ασφάλειας υπερβαίνει την αξία της απαιτήσεως η οποία ασφαλίζεται με το εμπράγματο δικαίωμα. Έτσι, ελλείψει ενάρξεως δευτερεύουσας διαδικασίας, ο πιστωτής υποχρεούται να επιστρέψει στον σύνδικο της κύριας διαδικασίας το τυχόν πλεόνασμα του προϊόντος εκποιήσεως (βλ. αιτιολογική σκέψη 25 και άρθρο 20 του κανονισμού 1346/2000). Αντιθέτως, εάν η απαίτηση καλύπτεται από την αξία της ασφάλειας, ο πιστωτής που ικανοποιείται για τις ασφαλισμένες με εμπράγματα δικαιώματα απαιτήσεις του δεν υποχρεούται να επιστρέψει τίποτα στους λοιπούς πιστωτές. Βλ., συναφώς, έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφοι 99 και 173· Virgós Soriano, M. και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 106 και 236. Βλ. επίσης, για το ζήτημα αυτό, Moss, G., Fletcher, I. F. και Isaacs, S., όπ.π., σ. 286, και Porzycki, M., Zabezpieczenia rzeczowe w transgranicznym postępowaniu upadłościowym w Unii Europejskiej, Czasopismo kwartalne całego prawa handlowego, upadłościowego oraz rynku kapitałowego, NR 3 (5) 2008, σ. 405.
( 21 ) Βλ., συναφώς, Veder, S. M., Cross-border insolvency proceedings and security rights: a comparison of Dutch and German law, the EC Insolvency Regulation and the UNCITRAL Model Law on Cross-Border Insolvency, Deventer, 2004, σ. 334 έως 336: «An independent interpretation of rights in rem is facilitated by the references that the second paragraph contains of the types of rights Art. 5 IR refersto». Βλ., επίσης, Klyta, W., όπ.π., σ. 150.
( 22 ) Virgós, M., και Garcimartín, F., όπ.π., σ. 96: «Its function [of article 5] is to operate as a limit to the characterization of a right as a right in rem for the purposes of άρθρο 5. Only those rights conferred by national laws that conform to its typological characterization are protected by Article 5.1 of Regulation».
( 23 ) Κατά τους θεωρητικούς του δικαίου, εμπράγματα δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 1346/2000 δεν είναι μόνον αυτά που απορρέουν από κάποια δικαιοπραξία, αλλά και αυτά τα οποία γεννώνται και παράγονται αυτοδικαίως (ipso jure), Porzycki, M., όπ.π., σ. 405.
( 24 ) Άρθρα 11, παράγραφος 1, και 12, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του αυστριακού νόμου για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας, ως είχε κατά τον χρόνο των κρίσιμων για την υπόθεση στην κύρια δίκη πραγματικών περιστατικών (öBGBl. I 2007/73).
( 25 ) Αυτόθι, άρθρο 48, παράγραφος 1. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει επίσης ότι εκ του γεγονότος της γενόμενης προς τον Η. Lutz καταβολής, το δικαίωμα κατασχέσεως αποσβέστηκε δυνάμει του αναλογικώς εφαρμοζομένου άρθρου 469 του αυστριακού αστικού κώδικα (Allgemeines Bürgerliches Gesetzbuch) και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να προσβληθεί. Βλ., σε σχέση με το ζήτημα αυτό, υποσημείωση 7.
( 26 ) Προκειμένου να καταστήσει ευχερέστερη την εφαρμογή του, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1346/2000 παραθέτει κατάλογο δικαιωμάτων τα οποία θεωρούνται, κατ’ αρχήν, ως εμπράγματα δικαιώματα από τα εθνικά δίκαια. Συνεπώς, ο κατάλογος αυτός δεν είναι εξαντλητικός. Βλ., συναφώς, έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 103, καθώς και Moss, G., Fletcher, I. F. και Isaacs, S., όπ.π., σ. 287.
( 27 ) Βλ., επ’ αυτού, υποσημείωση 7 των ανά χείρας προτάσεων.
( 28 ) Βλ., επίσης, σημείο 20 των ανά χείρας προτάσεων.
( 29 ) Φρονώ χρήσιμο να υπενθυμίσω στο σημείο αυτό ότι τα εμπράγματα δικαιώματα εντοπίζονται στο σημείο όπου βρίσκεται το περιουσιακό στοιχείο το οποίο αφορούν. Επιπλέον, διέπονται από το άρθρο 5 του κανονισμού 1346/2000 τα εμπράγματα δικαιώματα επί απαιτήσεων. Βλ., συναφώς, Virgós, M., και Garcimartín, F., The European Insolvency Regulation: Law and Practice, Kluwer Law International, Χάγη, 2004, σ. 103.
( 30 ) Από τη δικογραφία της υποθέσεως που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν προκύπτει κάποια στοιχείο όσον αφορά την έναρξη δευτερεύουσας διαδικασίας στην Αυστρία.
( 31 ) Βλ., στο ίδιο πνεύμα, Moss, G., Fletcher, I. F., και Isaacs, S., όπ.π., σ. 287. Βλ., επίσης, άρθρο 27 του κανονισμού 1346/2000.
( 32 ) Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 135, και Virgós, M., και Garcimartín, F., όπ.π., σ. 135.
( 33 ) Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 135· Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 135· Pannen, K., και Riedemann, S., «Article 4», όπ.π., σ. 228, καθώς και Klyta, W., όπ.π., σ. 175.
( 34 ) Έστω και αν αυτή η έκθεση κάνει λόγο για νομικές πράξεις, δεν θεωρώ ότι συντρέχει κάποιος λόγος αποκλεισμού από το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, και 13 του κανονισμού 1346/2000 των νομικών αποτελεσμάτων που επέρχονται αυτοδικαίως (ipso jure) ή που έχουν δικονομικό χαρακτήρα.
( 35 ) Βλ. απόφαση Seagon (C‑339/07, EU:C:2009:83, σκέψη 28) σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων που επιλαμβάνονται αγωγών ανακλήσεως στηριζόμενων στην αφερεγγυότητα.
( 36 ) Dammann, R., «Article 13», όπ.π., σ. 291: «Some legal systems automatically void any secured rights that have been granted within a specific period prior to the opening of insolvency proceedings. Whether such legal provisions are avoidance actions within the meaning of Art 4 (2) sentence 2 (m) of the European Insolvency Regulation is debatable».
( 37 ) Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 91.
( 38 ) Πρόκειται, π.χ., για την περίπτωση κατά την οποία ανακλητική αγωγή ασκήθηκε από το πρόσωπο που ασκούσε καθήκοντα συνδίκου κατά τον χρόνο της κηρύξεως της πτωχεύσεως, όπως στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης. Υπενθυμίζω συναφώς ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ, του κανονισμού 1346/2000 αφορά τις αγωγές ή τους κανόνες ακυρώσεως πράξεων οι οποίες στηρίζονται στην lex fori concursus. Αντιθέτως, οι κανόνες του κοινού δικαίου είναι εφαρμοστέοι μόνο στον βαθμό που η lex fori concursus το επιτρέπει. Βλ., συναφώς, Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 135, Virgós, M., και Garcimartín, F., όπ.π., σ. 135. Βλ., επ’ αυτού, σημείο 43 των ανά χείρας προτάσεων.
( 39 ) Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 91.
( 40 ) Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση LBI (C‑85/12, EU:C:2013:697), που αφορά τις διατάξεις της οδηγίας 2001/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 2001, για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 125, σ. 1), με την οποία το Δικαστήριο κλήθηκε να ερμηνεύσει διατάξεις κατ’ ουσίαν πανομοιότυπες με αυτές που αποτελούν το αντικείμενο στην παρούσα υπόθεση.
( 41 ) Βλ. αποφάσεις Cilfit κ.λπ. (283/81, EU:C:1982:335, σκέψη 20), καθώς και Kronos Titan και Rhein-Ruhr Beschichtungs-Service (C‑43/13 και C‑44/13, EU:C:2014:216, σκέψη 25).
( 42 ) Βλ. απόφαση Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/1 P, EU:C:2013:625, σκέψη 50).
( 43 ) Moss, G., Fletcher, I. F., και Isaacs, S., όπ.π., σ. 297: «This will involve not only providing the relevant foreign law but also the relevant facts».
( 44 ) Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 138· Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 137, και Moss, G., Fletcher, I. F., και Isaacs, S., όπ.π., σ. 296.
( 45 ) Υπενθυμίζω ότι το οριζόμενο από τον κανονισμό 1346/2000 καθεστώς που διέπει την ακύρωση πράξεων του οφειλέτη που πραγματοποιήθηκαν πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας προβλέπει, πρώτον, την εφαρμογή της lex fori concursus (άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο ιγʹ), αλλά παρέχει τη δυνατότητα άρσεως των αποτελεσμάτων της διά της επικλήσεως του δικαίου το οποίο διέπει τη δικαιοπραξία (άρθρο 13). Εντούτοις, δεδομένου ότι ο όρος «πράξη» που χρησιμοποιεί το άρθρο 13 του κανονισμού αυτού παρέχει τη δυνατότητα μιας αρκετά διασταλτικής ερμηνείας της διατάξεως αυτής, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το καθεστώς αυτό πρέπει να μπορεί να εφαρμόζεται όχι μόνον στις επιβλαβείς πράξεις του οφειλέτη, αλλά και στα νομικά αποτελέσματα που επέρχονται αυτοδικαίως (ipso jure) ή σε αυτά που έχουν δικονομική φύση, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Βλ., υπό την έννοια αυτή, Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 134 και 135.
( 46 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφοι 136 και 138, καθώς και Moss, G., Fletcher, I. F., και Isaacs, S., όπ.π., σ. 297.
( 47 ) Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 97.
( 48 ) Αυτόθι, παράγραφος 97.
( 49 ) Βλ. σημείο 20 των ανά χείρας προτάσεων.
( 50 ) Βλ. επίσης το σημείο 19 των ανά χείρας προτάσεών μου.
( 51 ) Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει, συναφώς, ότι ορισμένοι οι οποίοι υπεραμύνονται της απόψεως αυτής εξαιρούν ρητώς τις προθεσμίες ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως. Κατά την άποψή τους, οι προθεσμίες αυτές θα πρέπει να εξετάζονται σωρευτικώς υπό το πρίσμα της lex fori concursus και της lex causae, ούτως ώστε να επιλέγεται ως προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος ανακλήσεως η πλέον σύντομη από τις δύο προθεσμίες, πράγμα το οποίο ευνοεί, εν προκειμένω, τον Η. Lutz.
( 52 ) Η Επιτροπή παρατηρεί με τα υπομνήματά της ότι το επιχείρημα βάσει του οποίου ο χρόνος παραγραφής ή η αποσβεστική προθεσμία της lex causae δεν πρέπει, λόγω της δικονομικής φύσεώς τους, να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του άρθρου 13 του κανονισμού 1346/2000 είναι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αμφίβολης ορθότητας αν ληφθεί υπόψη ο χαρακτήρας της αποσβεστικής προθεσμίας στο αυστριακό δίκαιο ως θεσμού του ουσιαστικού δικαίου.
( 53 ) Βλ. αποφάσεις Cilfit κ.λπ. (EU:C:1982:335, σκέψη 20), καθώς και Kronos Titan και Rhein-Ruhr Beschichtungs-Service (EU:C:2014:216, σκέψη 25).
( 54 ) Έκθεση Virgós/Schmit, παράγραφος 137.
( 55 ) Αυτόθι, παράγραφος 138, καθώς και Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 136. Βλ. επίσης Virgós, M., και Garcimartín, F., όπ.π., σ. 136.
( 56 ) Κανονισμός (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (ΕΕ L 177, σ. 6).
( 57 ) Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι κανόνες του κανονισμού Ρώμη I οι οποίοι αφορούν το εφαρμοστέο δίκαιο απαιτούν εν γένει από τον εκκαθαριστή να τηρεί το αλλοδαπό δίκαιο στις περιπτώσεις που εμπλέκεται και άλλη χώρα, πράγμα το οποίο δεν θα παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσχέρειες.
( 58 ) Βλ., για το ζήτημα αυτό, Gaudemet-Tallon, H., «Convention de Rome du 19 juin 1980 et règlement “Rome I” du 17 juin 2008. Détermination de la loi applicable. Domaine de la loi applicable», JurisClasseur Europe Traité, τεύχος 3201, 2009, σ. 119 έως 121: «La loi applicable au fond du contrat déterminera donc la durée de la prescription ainsi que les causes d’interruption et de suspension. Et les mêmes articles soumettent également les déchéances à la loi du contrat». Στα νομικά συστήματα των κρατών της ηπειρωτικής Ευρώπης γίνεται ευρέως αποδεκτό ότι η παραγραφή διέπεται από τη lex causae, Zrałek, J., Przedawnienie w międzynarodowym obrocie handlowym, Zakamycze, Κρακοβία, 2005, σ. 142.
( 59 ) Virgós Soriano, M., και Garcimartín Alférez, F. J., όπ.π., σ. 135.
( 60 ) Όπ.π., σ. 136.
( 61 ) Βλ. έκθεση Heidelberg-Luxembourg-Vienne, σ. 213.
( 62 ) Βλ., συναφώς, απάντηση στην ερώτηση 24 στις εθνικές εκθέσεις του Βελγίου, της Εσθονίας, της Λετονίας και της Ρουμανίας. Π.χ., για την έκθεση του Ηνωμένου Βασιλείου, το άρθρο 13 του κανονισμού 1346/2000 θεωρείται επιτυχές ως προς την προάσπιση των θεμιτών συμφερόντων των πιστωτών. Όπ.π., σ. 213.
( 63 ) Όπ.π., σ. 214.
( 64 ) Όπ.π., σ. 215.