ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

YVES BOT

της 26ης Μαρτίου 2015 ( 1 )

Υπόθεση C‑511/13 P

Philips Lighting Poland SA,

Philips Lighting BV

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

«Αίτηση αναιρέσεως — Ντάμπινγκ — Εισαγωγές λαμπτήρων φθορισμού μικρού μεγέθους με ηλεκτρονικό κύκλωμα (CFL-i) προελεύσεως Κίνας, Βιετνάμ, Πακιστάν και Φιλιππίνων — Κανονισμός (ΕΚ) 1225/2009 — Ζημία προκληθείσα σε κοινοτική βιομηχανία — Ορισμός της κοινοτικής βιομηχανίας — Έννοια “μεγαλύτερο μέρος” της συνολικής κοινοτικής παραγωγής»

1. 

Με την αίτησή τους αναιρέσεως η Philips Lighting Poland SA ( 2 ) και η Philips Lighting BV ( 3 ) ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Philips Lighting Poland και Philips Lighting κατά Συμβουλίου ( 4 ), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή τους με αίτημα την ακύρωση, καθόσον εφαρμόζεται επί αυτών, του κανονισμού (ΕΚ) 1205/2007 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2007, για την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές λαμπτήρων φθορισμού μικρού μεγέθους με ηλεκτρονικό κύκλωμα (CFL-i), καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, κατόπιν επανεξέτασης ενόψει της λήξης της ισχύος των μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96, και την επέκταση του δασμού στις εισαγωγές του ίδιου προϊόντος που αποστέλλονται από τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Βιετνάμ, την Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν και τη Δημοκρατία των Φιλιππίνων ( 5 ).

2. 

Η υπό κρίση υπόθεση προσφέρει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να τοποθετηθεί επί διαφόρων λεπτών νομικών ζητημάτων με σημαντικές προεκτάσεις. Το Δικαστήριο καλείται, ειδικότερα, να αποφανθεί:

επί της δυνατότητας του δικαστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης να απορρίψει προσφυγή ακυρώσεως χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί επί λόγου απαραδέκτου δημοσίας τάξεως ο οποίος αντλείται από έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως·

επί της εφαρμογής ratione temporis του άρθρου 263 ΣΛΕΕ·

επί της ενεργητικής νομιμοποιήσεως κοινοτικού παραγωγού προς άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά κανονισμού αντιντάμπινγκ·

επί της δυνατότητας των θεσμικών οργάνων της Ένωσης να συνεχίζουν τη διαδικασία αντιντάμπινγκ οσάκις, κατόπιν μειώσεως του βαθμού υποστηρίξεώς της, η καταγγελία παύει να πληροί τις προϋποθέσεις αντιπροσωπευτικότητας που επιβάλλει η κανονιστική ρύθμιση, και

επί του εννοιολογικού περιεχομένου του όρου «μεγαλύτερο μέρος» της κοινοτικής βιομηχανίας για τις ανάγκες προσδιορισμού της ζημίας.

3. 

Με τις παρούσες προτάσεις θα προτείνω στο Δικαστήριο την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

4. 

Κατ’ αρχάς, θα προτείνω στο Δικαστήριο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως κατά πόσον οι αναιρεσείουσες νομιμοποιούνταν να ασκήσουν προσφυγή για την ακύρωση του επίδικου κανονισμού.

5. 

Στο πλαίσιο αυτό, αφού προτείνω στο Δικαστήριο να προβεί στην εν λόγω εξέταση υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, το οποίο, όπως θα υποστηριχθεί, τυγχάνει εφαρμογής ratione temporis, έστω και αν η ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή ασκήθηκε μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους εκτιμώ ότι ο επίδικος κανονισμός αφορά τη Philips Lighting άμεσα και ατομικά και ότι, ως εκ τούτου, αυτή νομιμοποιείτο να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως.

6. 

Εν συνεχεία, θα εξηγήσω τον λόγο για τον οποίο, κατά την άποψή μου, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης ηδύναντο να συνεχίσουν τη διαδικασία επανεξετάσεως έστω και αν, κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο βαθμός υποστηρίξεως της αιτήσεως μειώθηκε σε επίπεδο χαμηλότερο του απαιτούμενου από την κανονιστική ρύθμιση ορίου αντιπροσωπευτικότητας.

7. 

Τέλος, θα επισημάνω ότι, μολονότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι ο όρος «μεγαλύτερο μέρος» της συνολικής κοινοτικής παραγωγής, ο οποίος περιλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ( 6 ), όπως τροποποιήθηκε εσχάτως με τον κανονισμό (ΕΚ) 2117/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 2005 ( 7 ), έπρεπε να νοείται ως παραπέμπων στο κατώτατο όριο του 25 % της εν λόγω παραγωγής, για το οποίο γίνεται λόγος στο άρθρο 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, εντούτοις δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποκλείοντας την εφαρμογή του ορίου του 50 % της συνολικής παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος για το οποίο γίνεται ομοίως λόγος στη συγκεκριμένη διάταξη, καθώς τα δύο αυτά όρια, τα οποία καθιερώνονται αποκλειστικώς για την εκτίμηση της αντιπροσωπευτικότητας της καταγγελίας, είναι άσχετα προς τον ορισμό της κοινοτικής βιομηχανίας για τις ανάγκες προσδιορισμού της ζημίας. Δεδομένου ότι οι αναιρεσείουσες διατυπώνουν απλώς την αιτίαση ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη σε σωρευτική εφαρμογή των δύο αυτών ορίων, χωρίς εξάλλου να προσάπτουν σε αυτό ότι υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κρίνοντας ότι μεγαλύτερο μέρος της συνολικής κοινοτικής παραγωγής μπορούσε να αποτελείται από την παραγωγή ενός και μόνον κοινοτικού παραγωγού αντιπροσωπεύοντος περί το 48 % της εν λόγω παραγωγής, θα προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι οι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και να απορρίψει, ως εκ τούτου, την αίτηση αναιρέσεως.

I – Το νομικό πλαίσιο

Α – Ο βασικός κανονισμός

8.

Οι διατάξεις που διείπαν την εκ μέρους της Ένωσης επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ και οι οποίες ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου περιλαμβάνονταν στον βασικό κανονισμό.

9.

Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Προσδιορισμός της ζημίας», με τον όρο «ζημία» νοείτο, εφόσον δεν οριζόταν άλλως, «[η] σημαντική ζημία που προκαλείται στην κοινοτική βιομηχανία, [ο] κίνδυνο[ς] πρόκλησης σημαντικής ζημίας στην κοινοτική βιομηχανία ή [η] αισθητή καθυστέρηση της δημιουργίας μιας τέτοιας βιομηχανίας».

10.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 του βασικού κανονισμού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Ορισμός της κοινοτικής βιομηχανίας», όριζε ότι ως «κοινοτική βιομηχανία» νοείτο «το σύνολο των κοινοτικών παραγωγών ομοειδών προϊόντων ή εκείνο[ι] εξ αυτών των οποίων αθροιστικά η παραγωγή αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής κοινοτικής παραγωγής των εν λόγω προϊόντων, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 4».

11.

Το άρθρο 5 του βασικού κανονισμού, το οποίο διείπε την κίνηση της διαδικασίας αρχικής έρευνας για την εξακρίβωση της υπάρξεως, της εκτάσεως και των επιπτώσεων πρακτικών ντάμπινγκ για τις οποίες είχε υποβληθεί καταγγελία, όριζε:

«1.   Με την επιφύλαξη όσων προβλέπονται στην παράγραφο 6, η έναρξη έρευνας για να διαπιστωθούν η ύπαρξη, η έκταση και οι επιπτώσεις των τυχόν εικαζόμενων πρακτικών ντάμπινγκ προϋποθέτει γραπτή καταγγελία εκ μέρους κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, καθώς και κάθε ένωσης χωρίς νομική προσωπικότητα, που ενεργεί επ’ ονόματι της κοινοτικής βιομηχανίας.

[...]

4.   Η έναρξη έρευνας βάσει της παραγράφου 1 επιτρέπεται μόνον αφού έχει διαπιστωθεί, μετά από εξέταση του βαθμού στήριξης της καταγγελίας ή αντίθεσης προς αυτήν που έχουν εκφράσει οι κοινοτικοί παραγωγοί του ομοειδούς προϊόντος, ότι η καταγγελία έχει υποβληθεί εκ μέρους ή για λογαριασμό της κοινοτικής βιομηχανίας. Γίνεται δεκτό ότι η καταγγελία έχει υποβληθεί “εκ μέρους ή για λογαριασμό της κοινοτικής βιομηχανίας”, αν υποστηρίζεται από κοινοτικούς παραγωγούς των οποίων η αθροιστική παραγωγή αντιπροσωπεύει ποσοστό άνω του 50 % της συνολικής παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος που πραγματοποιεί εκείνο το τμήμα της κοινοτικής βιομηχανίας το οποίο είτε εκφράζει την υποστήριξή του προς την καταγγελία, είτε αντιτίθεται σε αυτήν. Εντούτοις, η έναρξη έρευνας δεν είναι δυνατή, όταν οι κοινοτικοί παραγωγοί που υποστηρίζουν ρητώς την καταγγελία αντιπροσωπεύουν ποσοστό κατώτερο του 25 % της συνολικής παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος που πραγματοποιεί η κοινοτική βιομηχανία.

[...]»

12.

Το άρθρο 9 του βασικού κανονισμού, το οποίο αφορούσε την περάτωση της διαδικασίας άνευ λήψεως μέτρων ή επιβολής οριστικών δασμών, όριζε:

«1.   Σε περίπτωση ανάκλησης της καταγγελίας, η διαδικασία είναι δυνατό να περατούται, εκτός αν κρίνεται ότι η περάτωσή της δεν είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας.

[...]

4.   Όταν από τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί τελικώς, προκύπτει ότι υπάρχει ντάμπινγκ και ότι εξ αυτού προκαλείται ζημία, καθώς και ότι το συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει επέμβαση σύμφωνα με το άρθρο 21, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και μετά από διαβουλεύσεις στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής, επιβάλλει οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ. [...]

[...]»

13.

Κατά το άρθρο 11 του βασικού κανονισμού:

«[...]

2.   Κάθε οριστικό μέτρο αντιντάμπινγκ παύει να ισχύει πέντε έτη από την επιβολή του ή από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της πλέον πρόσφατης διαδικασίας επανεξέτασης η οποία κάλυψε τόσο το ντάμπινγκ, όσο και τη ζημία, εκτός αν η επανεξέταση οδήγησε στο συμπέρασμα ότι τυχόν λήξη της ισχύος του μέτρου είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή στην επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας. Κάθε επανεξέταση ενόψει της λήξης της ισχύος ενός μέτρου αρχίζει με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή μετά από αίτηση που υποβάλλεται εκ μέρους ή για λογαριασμό των κοινοτικών παραγωγών, ενώ το μέτρο παραμένει σε ισχύ μέχρι να ολοκληρωθεί η επανεξέταση.

[...]

5.   Οι συναφείς διατάξεις του παρόντος κανονισμού οι σχετικές με τις διαδικασίες και τη διεξαγωγή των ερευνών, με εξαίρεση εκείνες που αναφέρονται στις σχετικές προθεσμίες, εφαρμόζονται σε κάθε επανεξέταση η οποία διενεργείται δυνάμει των παραγράφων 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου [...]

[...]».

Β – Οι κανονισμοί περί των λαμπτήρων φθορισμού μικρού μεγέθους με ηλεκτρονικό κύκλωμα

14.

Κατόπιν έρευνας που διενεργήθηκε μετά την υποβολή καταγγελίας, την 4η Απριλίου 2000, εκ μέρους της European Lighting Companies Federation, η Ένωση εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1470/2001 του Συμβουλίου, της 16ης Ιουλίου 2001, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές λαμπτήρων φθορισμού μικρού μεγέθους με ηλεκτρονικό κύκλωμα (CFL-i) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας ( 8 ).

15.

Στο πλαίσιο διαδικασίας έρευνας που κινήθηκε για ενδεχόμενη αποφυγή της καταβολής των εν λόγω δασμών, η Ένωση προχώρησε επίσης στην έκδοση του κανονισμού (ΕΚ) 866/2005 του Συμβουλίου, της 6ης Ιουνίου 2005, για την επέκταση των οριστικών μέτρων αντιντάμπινγκ, που επιβλήθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) 1470/2001 του Συμβουλίου στις εισαγωγές λαμπτήρων φθορισμού μικρού μεγέθους με ηλεκτρονικό κύκλωμα (CFL-i) καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, στις εισαγωγές του ίδιου προϊόντος που αποστέλλονται από τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Βιετνάμ, την Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν και τη Δημοκρατία των Φιλιππίνων ( 9 ).

16.

Οι κανονισμοί 1470/2001 και 866/2005 τροποποιήθηκαν εν συνεχεία με τον κανονισμό (ΕΚ) 1322/2006 του Συμβουλίου, της 1ης Σεπτεμβρίου 2006 ( 10 ).

II – Το ιστορικό της διαφοράς

17.

Κατόπιν της δημοσιεύσεως ανακοινώσεως για τη λήξη της ισχύος των επιβληθέντων με τον κανονισμό 1470/2001 μέτρων, η Επιτροπή επελήφθη αιτήσεως επανεξετάσεως των εν λόγω μέτρων, υποβληθείσας εκ μέρους της Community Federation of Lighting Industry of Compact Fluorescent Lamps Integrated, η οποία ενεργούσε εξ ονόματος της Osram GmbH ( 11 ).

18.

Τη 12η Ιουνίου 2006 η Επιτροπή απηύθυνε ένα ερωτηματολόγιο στους τέσσερις κοινοτικούς παραγωγούς λαμπτήρων φθορισμού μικρού μεγέθους με ηλεκτρονικό κύκλωμα ( 12 ), ήτοι στην GE Hungary Ipari és Kereskedelmi Zrt ( 13 ), στην Osram, στη Philips Lighting και στην SLI Sylvania Lighting International ( 14 ). Η Osram και η GE Hungary δήλωσαν ότι ήταν σύμφωνες με την κίνηση διαδικασίας επανεξετάσεως, η Philips Poland εξέφρασε την αντίθεσή της σε μια τέτοια διαδικασία, ενώ η Sylvania δεν απάντησε στο ερωτηματολόγιο.

19.

Εκτιμώντας ότι είχε στην κατοχή της επαρκή για την κίνηση της διαδικασίας επανεξετάσεως αποδεικτικά στοιχεία, η Επιτροπή αποφάσισε τη διενέργεια έρευνας για το διάστημα από 1ης Ιουλίου 2005 έως 30 Ιουνίου 2006.

20.

Την 26η Νοεμβρίου 2006 η GE Hungary επισήμανε στην Επιτροπή ότι δεν ετάσσετο πλέον υπέρ της διατηρήσεως των επίμαχων μέτρων αντιντάμπινγκ, ενώ τη 19η Δεκεμβρίου 2006 η Sylvania ενημέρωσε την Επιτροπή ότι εκτιμούσε ότι η διατήρηση των επίμαχων μέτρων αντιντάμπινγκ δεν εξυπηρετούσε το συμφέρον της Κοινότητας.

21.

Τη 10η Ιουλίου 2007 η Επιτροπή απηύθυνε ενημερωτικό έγγραφο με το οποίο γνωστοποίησε την πρόθεσή της να προτείνει την περάτωση της διαδικασίας επανεξετάσεως. Με το έγγραφο αυτό η Επιτροπή, μεταξύ άλλων, εξήγησε ότι, ενώ κατά την έναρξη της διαδικασίας επανεξετάσεως η αίτηση υποστηριζόταν από το μεγαλύτερο μέρος της κοινοτικής παραγωγής, το άθροισμα της παραγωγής των παραγωγών που αντετίθεντο στην αίτηση αντιπροσώπευε πλέον ποσοστό κατά τι μεγαλύτερο του 50 % της συνολικής κοινοτικής παραγωγής. Η Επιτροπή εκτιμούσε, ως εκ τούτου, ότι τα μέτρα αντιντάμπινγκ έπρεπε να καταργηθούν και ότι η διαδικασία επανεξετάσεως έπρεπε να περατωθεί.

22.

Την 24η και την 25η Ιουλίου 2007 η Philips Poland και η Community Federation of Lighting Industry of Compact Fluorescent Lamps Integrated υπέβαλαν παρατηρήσεις επί του εν λόγω εγγράφου.

23.

Με νέο ενημερωτικό έγγραφο της 31ης Αυγούστου 2007 η Επιτροπή ενημέρωσε τα ενδιαφερόμενα μέρη ότι είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το συμφέρον της Κοινότητας υπαγόρευε την παράταση της εφαρμογής των μέτρων αντιντάμπινγκ κατά ένα έτος.

24.

Τη 15η Οκτωβρίου 2007 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε τον επίδικο κανονισμό.

III – Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

25.

Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] την 21η Δεκεμβρίου 2007, οι προσφεύγουσες [στο εξής, προκειμένου για τη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου: προσφεύγουσες] και ήδη αναιρεσείουσες [στο εξής: προκειμένου για τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου: αναιρεσείουσες] ζήτησαν την ακύρωση του επίδικου κανονισμού.

26.

Προς στήριξη της προσφυγής τους οι προσφεύγουσες προέβαλαν τρεις λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων οι δύο πρώτοι αντλούνταν από παράβαση των άρθρων 3, παράγραφος 1, 9, παράγραφοι 1 και 4, και 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού.

27.

Η Philips Lighting υποστήριξε, ειδικότερα, αφενός, ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν ηδύναντο να συνεχίσουν τη διαδικασία αντιντάμπινγκ σε περίπτωση μειώσεως του βαθμού υποστηρίξεως της καταγγελίας και, αφετέρου, ότι το Συμβούλιο δεν ηδύνατο να στηριχθεί αποκλειστικώς στα στοιχεία της Osram για την εκτίμηση της προκληθείσας στην κοινοτική βιομηχανία ζημίας, στον βαθμό κατά τον οποίο η παραγωγή της εν λόγω εταιρείας, η οποία αντιστοιχούσε μόλις στο 48 % περίπου της συνολικής κοινοτικής παραγωγής, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως το «μεγαλύτερο μέρος» αυτής.

28.

Δεδομένου ότι το Συμβούλιο εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της προσφυγής αμφισβητώντας την ενεργητική νομιμοποίηση των προσφευγουσών, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, για λόγους οικονομίας της δίκης, επεβάλλετο να εξετάσει απευθείας τους λόγους ακυρώσεως, χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί επί του παραδεκτού της προσφυγής, δεδομένου ότι η προσφυγή ήταν, εν πάση, περιπτώσει, αβάσιμη.

29.

Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τους δύο πρώτους λόγους ακυρώσεως βάσει συλλογιστικής η οποία διαρθρώνεται σε δύο σκέλη.

30.

Κατ’ αρχάς, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα κατά πόσον τα θεσμικά όργανα της Ένωσης ηδύναντο να συνεχίσουν τη διαδικασία επανεξετάσεως παρά το γεγονός ότι ο βαθμός υποστηρίξεως της καταγγελίας είχε μειωθεί σε επίπεδο χαμηλότερο του ορίου του 50 % που προβλέπεται από το άρθρο 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού.

31.

Με τις σκέψεις 75 έως 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε εν πρώτοις ότι, ενώ η αίτηση κινήσεως της διαδικασίας επανεξετάσεως είχε υποστηριχθεί αρχικώς από την Osram και τη GE Hungary, οι οποίες αντιπροσώπευαν ομού ποσοστό πλέον του 50 % της συνολικής κοινοτικής παραγωγής CFL-i, καθώς η Philips Poland είχε εκφράσει την αντίθεσή της, ενώ η Sylvania δεν είχε λάβει θέση, η κατάσταση μετεβλήθη λίγους μήνες αργότερα όταν, κατά τη διάρκεια της έρευνας, η GE Hungary και η Sylvania ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι αντετίθεντο πλέον στη διατήρηση των επίμαχων μέτρων αντιντάμπινγκ, με αποτέλεσμα ο βαθμός υποστηρίξεως της αιτήσεως επανεξετάσεως, καίτοι παρέμεινε σε ποσοστό σημαντικά υψηλότερο του ορίου του 25 % που προβλέπεται από το άρθρο 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, διαμορφώθηκε σε ποσοστό ελαφρώς χαμηλότερο του προβλεπόμενου από την ίδια διάταξη ορίου του 50 %, αφού ο μόνος κοινοτικός παραγωγός που εξακολουθούσε να υποστηρίζει την εν λόγω αίτηση, η Osram, αντιπροσώπευε ποσοστό 48 % της συνολικής κοινοτικής παραγωγής CFL-i, λαμβανομένου υπόψη ότι οι τρεις άλλοι παραγωγοί, οι οποίοι αντετίθεντο στην εν λόγω αίτηση, αντιπροσώπευαν από κοινού το υπόλοιπο ποσοστό 52 %.

32.

Εν συνεχεία, με τη σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι έχει ήδη αποφανθεί ότι το άρθρο 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού δεν επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση περατώσεως διαδικασίας αντιντάμπινγκ που τελεί εν εξελίξει στην περίπτωση κατά την οποία ο βαθμός υποστηρίξεως της καταγγελίας μειώνεται σε επίπεδο χαμηλότερο του κατώτατου ορίου του 25 % της κοινοτικής παραγωγής, καθώς «η διάταξη αυτή αφορά μόνον τον αναγκαίο βαθμό υποστηρίξεως της καταγγελίας για να μπορεί η Επιτροπή να κινήσει σχετική διαδικασία». Το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η απόφαση Interpipe Niko Tube και Interpipe NTRP κατά Συμβουλίου (T‑249/06, EU:T:2009:62) είχε θεμελιωθεί στο άρθρο 9, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, παρά το γεγονός ότι αυτή είχε εκδοθεί επί υποθέσεως στο πλαίσιο της οποίας δεν είχε χωρήσει ανάκληση της καταγγελίας, αλλά μόνο φερόμενη μείωση του βαθμού υποστηρίξεώς της κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, «[η] λύση αυτή είναι απολύτως εύλογη δεδομένου ότι, εάν, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, η Επιτροπή δεν έχει την υποχρέωση να περατώσει τη διαδικασία σε περίπτωση ανακλήσεως της καταγγελίας, το ίδιο πρέπει να ισχύει, κατά μείζονα λόγο, και στην περίπτωση της απλής μειώσεως του βαθμού υποστηρίξεως προς την εν λόγω καταγγελία».

33.

Διαπιστώνοντας, με τη σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα άρθρα 5, παράγραφος 4, και 9, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού τυγχάνουν εφαρμογής επί των διαδικασιών επανεξετάσεως δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού, το Γενικό Δικαστήριο απεφάνθη ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης είχαν το δικαίωμα να συνεχίσουν τη διαδικασία επανεξετάσεως παρά το γεγονός ότι ήταν πιθανόν να μην πληρούται πλέον η κατ’ άρθρο 5, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού προϋπόθεση του ορίου του 50 %.

34.

Τέλος, με τη σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το Συμβούλιο, με τη συγκεκριμένη ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, δεν είχε οικειοποιηθεί κάποια νέα αρμοδιότητα, καθώς «[είχε] αποφ[ασίσει] να διατηρήσει σε ισχύ τα επίμαχα μέτρα αντιντάμπινγκ για συμπληρωματική περίοδο ενός έτους μόνον αφού προσδιόρισε, όπως είχε υποχρέωση, ότι εξακολουθούσε να υπάρχει ντάμπινγκ, ότι η λήξη της ισχύος των εν λόγω μέτρων μπορούσε να ευνοήσει τη συνέχιση του εν λόγω ντάμπινγκ και της ζημίας και ότι η διατήρηση των εν λόγω μέτρων ήταν προς το συμφέρον της Κοινότητας». Το Γενικό Δικαστήριο πρόσθεσε ότι η ερμηνεία αυτή δεν καθιστούσε εξάλλου κενή περιεχομένου την προϋπόθεση ότι, προκειμένου να είναι δυνατή η επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ, πρέπει να αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημίας για την «κοινοτική βιομηχανία», καθώς το Συμβούλιο είχε ορίσει ορθώς την κοινοτική βιομηχανία για τις ανάγκες προσδιορισμού της ζημίας.

35.

Το Γενικό Δικαστήριο απεφάνθη, ως εκ τούτου, ότι εν προκειμένω δεν ήταν δυνατή η κατάφαση παραβάσεως του άρθρου 9, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.

36.

Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα του ορισμού της κοινοτικής βιομηχανίας για τις ανάγκες προσδιορισμού της ζημίας.

37.

Με τη σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε κατ’ αρχάς ότι, δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, μέτρο αντιντάμπινγκ δύναται να διατηρηθεί σε ισχύ πέραν του προβλεπόμενου από την εν λόγω διάταξη ανώτατου χρονικού διαστήματος των πέντε ετών μόνον αν η λήξη της ισχύος του θα ευνοούσε τη συνέχιση ή την επανεμφάνιση του ντάμπινγκ και της ζημίας, λαμβανομένου υπόψη ότι με τον όρο «ζημία» νοείται, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού, σημαντική ζημία που προκαλείται στην κοινοτική βιομηχανία, κίνδυνος προκλήσεως σημαντικής ζημίας στην κοινοτική βιομηχανία ή αισθητή καθυστέρηση στη δημιουργία τέτοιας βιομηχανίας.

38.

Εν συνεχεία, με τη σκέψη 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, ως κοινοτική βιομηχανία ορίζεται «το σύνολο των κοινοτικών παραγωγών ομοειδών προϊόντων» ή «εκείν[οι] εξ αυτών των οποίων αθροιστικά η παραγωγή αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής κοινοτικής παραγωγής των εν λόγω [ομοειδών] προϊόντων όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, [του εν λόγω κανονισμού]» και ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ως προς την επιλογή μεταξύ των δύο αυτών διαζευκτικώς προβλεπόμενων ορισμών.

39.

Περαιτέρω, με τη σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξήγησε τους λόγους για τους οποίους εκτιμούσε ότι η κοινοτική βιομηχανία, όπως αυτή έχει ορισθεί για τις ανάγκες προσδιορισμού της ζημίας, δεν έπρεπε κατ’ ανάγκην να απαρτίζεται από τους κοινοτικούς παραγωγούς οι οποίοι συναποτελούσαν την κοινοτική βιομηχανία που ελήφθη υπόψη προκειμένου να αποδειχθεί αν η αρχική καταγγελία ή η αίτηση επανεξετάσεως ετύγχανε επαρκούς υποστηρίξεως συμφώνως προς το άρθρο 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, «αφενός, στη δεύτερη περίπτωση, η κοινοτική βιομηχανία μπορεί να περιλαμβάνει, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος της τελευταίας αυτής επίμαχης διατάξεως, μόνον τους κοινοτικούς παραγωγούς που υποστηρίζουν την καταγγελία ή την αίτηση, ενώ, στην πρώτη περίπτωση, η κοινοτική βιομηχανία μπορεί να περιλαμβάνει το σύνολο των κοινοτικών παραγωγών, ανεξαρτήτως του αν αυτοί παρείχαν ή όχι μια τέτοια υποστήριξη. Αφετέρου, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο ορισμός της κοινοτικής βιομηχανίας προς τον σκοπό του καθορισμού της ζημίας είναι μια διεργασία που συντελείται, εκ μέρους των θεσμικών οργάνων [της Ένωσης], μετά την κίνηση της διαδικασίας».

40.

Με τη σκέψη 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται, ρητώς ή σιωπηρώς, το άρθρο 9, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού προϋποθέτουν, εξ ορισμού, ότι το προβλεπόμενο από το άρθρο 5, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού όριο του 50 % δεν επιτυγχάνεται πλέον, συνάγοντας εξ αυτού ότι «η περιλαμβανόμενη [στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού] παραπομπή στο άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού, εν γένει, όσον αφορά την έκφραση “μεγαλύτερο μέρος […] της συνολικής κοινοτικής παραγωγής” μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνον ως παραπέμπουσα στο ελάχιστο όριο του 25 %, και όχι σε αυτό του 50 %». Κατά το Γενικό Δικαστήριο, «[μ]ια τέτοια λύση είναι επιβεβλημένη πολλώ μάλλον εφόσον η απαίτηση ότι η κοινοτική βιομηχανία πρέπει να αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής κοινοτικής παραγωγής αποσκοπεί στο να διασφαλισθεί ότι η αθροιστική παραγωγή των παραγωγών, οι οποίοι συμπεριλαμβάνονται στην εν λόγω βιομηχανία, είναι αρκούντως αντιπροσωπευτική. Πάντως, η τελευταία αυτή ιδιότητα μάλλον αποτελεί συνάρτηση του μεριδίου της παραγωγής των εν λόγω παραγωγών εντός της συνολικής κοινοτικής παραγωγής παρά της θέσεως που έλαβαν οι παραγωγοί, οι οποίοι δεν συμπεριλαμβάνονται στην κοινοτική βιομηχανία κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, έναντι της καταγγελίας ή της αιτήσεως επανεξετάσεως».

41.

Τέλος, με τη σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι δεν μπορεί να απαιτείται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, στην περίπτωση για την οποία γίνεται λόγος με τη σκέψη 94 της αποφάσεώς του, να ορίζουν την κοινοτική βιομηχανία αποκλειστικώς διά του πρώτου σκέλους της διαζεύξεως που προβλέπεται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού και ενώ αυτά διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ως προς την επιλογή μεταξύ των δύο αυτών διαζευκτικώς προβλεπόμενων ορισμών.

42.

Με τη σκέψη 96 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο απεφάνθη ότι το Συμβούλιο δεν είχε υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο αποφασίζοντας να λάβει υπόψη μόνον την Osram κατά τον ορισμό της κοινοτικής βιομηχανίας για τις ανάγκες προσδιορισμού της ζημίας.

IV – Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

43.

Προς στήριξη της αιτήσεώς τους αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προβάλλουν δύο λόγους.

44.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες εκτιμούν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, με μια a fortiori ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού η οποία αντιφάσκει τόσο προς το γράμμα όσο και προς το σύστημα της εν λόγω διατάξεως, ότι η Επιτροπή ηδύνατο να συνεχίσει τη διαδικασία όχι μόνο σε περίπτωση ανακλήσεως της καταγγελίας, αλλά ομοίως σε περίπτωση απλής μειώσεως του βαθμού υποστηρίξεώς της.

45.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, προκειμένου να προσδιορίσει τη ζημία που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία, ότι ο κατ’ άρθρο 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού όρος «το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής κοινοτικής παραγωγής» έπρεπε να νοηθεί ως παραπέμπων στο κατώτατο όριο 25 % της εν λόγω παραγωγής, χωρίς να λάβει υπόψη το όριο 50 % που προβλέπεται ομοίως από την εν λόγω διάταξη.

Α – Επί της ενεργητικής νομιμοποιήσεως των προσφευγουσών

1. Τα επιχειρήματα των διαδίκων

46.

Το Συμβούλιο, η Osram και η Επιτροπή προβάλλουν ένσταση απαράδεκτου της προσφυγής ακυρώσεως για τον λόγο ότι ο επίδικος κανονισμός δεν αφορούσε τις προσφεύγουσες ατομικά.

47.

Προς στήριξη της εν λόγω ενστάσεως απαραδέκτου, το Συμβούλιο, το οποίο, χωρίς να προβάλει τυπικώς ένσταση, είχε ήδη εκφράσει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αμφιβολίες ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση των προσφευγουσών, επισημαίνει ότι αυτές δεν δύνανται να επικαλούνται την απόφαση Timex κατά Συμβουλίου και Επιτροπής ( 15 ), καθόσον δεν υποστήριξαν την αίτηση επανεξετάσεως των εν ισχύι μέτρων αντιντάμπινγκ, και ότι αυτές δεν δύνανται να επικαλούνται ούτε τη διαμορφωθείσα με την απόφαση Nachi Europe νομολογιακή θέση ( 16 ), καθόσον οι τιμές τους πωλήσεως δεν χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ. Το Συμβούλιο εκτιμά ότι η Philips Lighting δεν δύναται να επικαλείται ούτε τη διαμορφωθείσα με την απόφαση Extramet Industrie κατά Συμβουλίου νομολογιακή θέση ( 17 ), καθόσον αυτή δεν βρίσκεται σε κατάσταση αρκούντως ιδιαίτερη η οποία να την χαρακτηρίζει έναντι οιουδήποτε άλλου επιχειρηματία λόγω ορισμένων ιδιοτήτων που προσιδιάζουν σε αυτήν.

48.

Η Philips Lighting, η οποία υπενθυμίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε, για λόγους οικονομίας της δίκης, να εξετάσει απευθείας το βάσιμο της προσφυγής χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί επί του παραδεκτού της, εκτιμά ότι, συμφώνως προς τα άρθρα 173 και 174 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το υπόμνημα του Συμβουλίου επί της αιτήσεως αναιρέσεως δύναται να περιέχει μόνον επιχειρήματα σχετικά με την αποδοχή ή την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και ότι, ως εκ τούτου, τα σχετικά με το παραδεκτό της προσφυγής στοιχεία του εν λόγω υπομνήματος πρέπει να αποκλεισθούν της εξετάσεως του Δικαστηρίου. Η Philips Lighting υποστηρίζει εις επίμετρον ότι ο επίδικος κανονισμός την αφορά άμεσα και ατομικά, καθόσον η ίδια είναι ο κύριος εισαγωγέας CFL-i στην Ένωση και, παράλληλα, σημαντικός κοινοτικός κατασκευαστής των εν λόγω προϊόντων. Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι ο επίδικος κανονισμός αναγνωρίζει τον αρνητικό αντίκτυπο των δασμών αντιντάμπινγκ επί των δραστηριοτήτων της.

2. Η εκτίμησή μου

49.

Προτείνεται η πραγμάτευση, ευθύς εξαρχής, του ζητήματος του δικαστικού ελέγχου που το Δικαστήριο, ως αναιρετικός δικαστής, δύναται να ασκήσει επί του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως πριν εξετάσει, πιο συγκεκριμένα, το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποιήσεως των προσφευγουσών· στο πλαίσιο αυτό, θα επιχειρηθεί κατ’ αρχάς ο προσδιορισμός της εφαρμοστέας ratione temporis διατάξεως και, εν συνεχεία, θα εξετασθεί το ζήτημα κατά πόσον οι προσφεύγουσες πληρούσαν τις προϋποθέσεις ενεργητικής νομιμοποιήσεώς τους.

α) Ο έλεγχος του Δικαστηρίου επί του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως

50.

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα της αντιστροφής της συνήθους σειράς εξετάσεως των ζητημάτων, σύμφωνα με την οποία η εξέταση του παραδεκτού προσφυγής προηγείται της εξετάσεως του βασίμου της. Παρά τις αμφιβολίες που εξέφρασε το Συμβούλιο ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση των προσφευγουσών, το Γενικό Δικαστήριο, «για λόγους οικονομίας της δίκης» ( 18 ), προτίμησε να απορρίψει επί της ουσίας την προσφυγή ακυρώσεως πριν αποφανθεί επί του παραδεκτού της.

51.

Η συνήθης αυτή πρακτική του Γενικού Δικαστηρίου ( 19 ) ευθυγραμμίζεται με τη νομολογιακή θέση που διαμορφώθηκε, ειδικότερα, με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου Συμβούλιο κατά Boehringer ( 20 ) και Γαλλία κατά Επιτροπής ( 21 ), στις οποίες παραπέμπει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και η οποία επικυρώθηκε με την απόφαση Cofradía de pescadores «San Pedro» de Bermeo κ.λπ. κατά Συμβουλίου ( 22 ).

52.

Κρίνεται σκόπιμη επί του σημείου αυτού μια σύντομη αναφορά στις λύσεις που προκρίθηκαν με τις εν λόγω αποφάσεις.

53.

Με την απόφαση Συμβούλιο κατά Boehringer (C‑23/00 P, EU:C:2002:118) το Δικαστήριο, επιληφθέν αιτήσεως αναιρέσεως ασκηθείσας από το Συμβούλιο κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου με την οποία δεν είχε εξετασθεί η ένσταση απαραδέκτου που το Συμβούλιο είχε προβάλει αμφισβητώντας τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως κατά οδηγίας ( 23 ), δέχθηκε, πριν απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη για τον λόγο ότι αυτή δεν έβαλε κατά αποφάσεως, ότι «[σ]το Πρωτοδικείο εναπέκειτο να εκτιμήσει, όπως έπραξε, αν, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, ήταν δικαιολογημένη, από άποψη ορθής απονομής της δικαιοσύνης, η επί της ουσίας απόρριψη της προσφυγής στην εν λόγω υπόθεση χωρίς προηγούμενη απόφαση επί της ενστάσεως απαραδέκτου του Συμβουλίου» ( 24 ).

54.

Με την απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής (C‑233/02, EU:C:2004:173) το Δικαστήριο, επιληφθέν προσφυγής ακυρώσεως κατά αποφάσεως σχετικής με τη σύναψη συμφωνίας περί κατευθυντήριων γραμμών, έκρινε ότι παρείλκε η απόφανση επί της ενστάσεως απαραδέκτου η οποία αφορούσε τη μη ύπαρξη πράξεως δεκτικής προσβολής, καθώς τα αιτήματα της Γαλλικής Δημοκρατίας έπρεπε να απορριφθούν επί της ουσίας.

55.

Τέλος, με την απόφαση Cofradía de pescadores «San Pedro» de Bermeo κ.λπ. κατά Συμβούλιου (C‑6/06 P, EU:C:2007:702), το Δικαστήριο, επαναλαμβάνοντας τη διατύπωση της αποφάσεως Συμβούλιο κατά Boehringer (C‑23/00 P, EU:C:2002:118), απέρριψε την αντίθετη αίτηση αναιρέσεως του Συμβουλίου με αίτημα τη μερική αναίρεση αποφάσεως του Πρωτοδικείου με την οποία είχε απορριφθεί αγωγή για εξωσυμβατική ευθύνη άνευ εξετάσεως της προταθείσας από το εν λόγω θεσμικό όργανο ενστάσεως απαραδέκτου ( 25 ).

56.

Για λόγους νομολογιακής συνοχής, κρίνεται αναγκαία η αντιπαραβολή των λύσεων αυτών με τη διατυπωθείσα από το Δικαστήριο αρχή ότι το απαράδεκτο προσφυγής ακυρώσεως που απορρέει από την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως του προσφεύγοντος συνιστά λόγο δημοσίας τάξεως ο οποίος δύναται και δη πρέπει να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή της Ένωσης ( 26 ). Κατά τη διατύπωση της αποφάσεως Stadtwerke Schwäbisch Hall κ.λπ. κατά Επιτροπής ( 27 ), «το Δικαστήριο, επιληφθέν αιτήσεως αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του, οφείλει να αποφαίνεται, εν ανάγκη αυτεπαγγέλτως, επί του λόγου δημοσίας τάξεως που αντλείται από αγνόηση της επιβαλλόμενης από το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, προϋποθέσεως, σύμφωνα με την οποία ο προσφεύγων δύναται να ζητήσει την ακύρωση αποφάσεως της οποίας δεν είναι αποδέκτης μόνον εάν αυτή τον αφορά άμεσα και ατομικά» ( 28 ). Επιπροσθέτως, με άλλες αποφάσεις του, το Δικαστήριο χαρακτήρισε ρητώς τον λόγο που αντλείται από το απαράδεκτο της ασκηθείσας από φυσικό ή νομικό πρόσωπο προσφυγής κατά αποφάσεως της οποίας το πρόσωπο αυτό δεν είναι αποδέκτης ως «λόγο απαραδέκτου δημοσίας τάξεως», τον οποίο τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης δύνανται να εξετάζουν ανά πάσα στιγμή, ακόμη και αυτεπαγγέλτως ( 29 ). Οι λόγοι απαραδέκτου δημοσίας τάξεως διαφέρουν, όμως, από τους λοιπούς λόγους, καθώς μπορούν να τοποθετηθούν στο ίδιο επίπεδο με εκείνο των λόγων ουσίας. Όπως προκύπτει τόσο από το άρθρο 150 του Κανονισμού Διαδικασίας όσο και από τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι λόγοι απαραδέκτου διέπονται από ιδιαίτερο δικονομικό καθεστώς το οποίο χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, από το γεγονός ότι εξέταση των λόγων αυτών χωρεί οιαδήποτε χρονική στιγμή της δίκης, ακόμη και αυτεπαγγέλτως.

57.

Οι δύο αυτές παράλληλες νομολογιακές γραμμές δεν δίνουν την αίσθηση απόλυτης συνοχής στο πλαίσιο ενός προσεκτικώς δομημένου δικαιοδοτικού συστήματος. Πώς θα μπορούσε, συγκεκριμένα, να δικαιολογηθεί το γεγονός ότι, ενώ ο δικαστής της Ένωσης επιβάλλει στον εαυτό του την υποχρέωση αυτεπάγγελτης εξετάσεως, ομοίως στο πλαίσιο της κατ’ αναίρεση δίκης, λόγου απαραδέκτου αντλούμενου από την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως προς άσκηση προσφυγής ακυρώσεως, αυτός δέχεται συγχρόνως ότι δύναται να απαλλαγεί της υποχρεώσεως αποφάνσεως επί ενός τέτοιου λόγου απαραδέκτου οσάκις ο λόγος αυτός εγείρεται ενώπιόν του εκ μέρους διαδίκου; Είναι συμβατή η υποχρέωση συστηματικού ελέγχου της ενεργητικής νομιμοποιήσεως, υποχρέωση η οποία βαρύνει ιδίως τον αναιρετικό δικαστή, με τη δυνατότητα παραλείψεως του εν λόγω έλεγχου οσάκις είναι δυνατή η επί της ουσίας απόρριψη της προσφυγής;

58.

Κατά της νομολογιακής θέσεως η οποία επιτρέπει στον δικαστή της Ένωσης να παραλείπει την εξέταση του λόγου απαραδέκτου που αντλείται από την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως οσάκις αυτός εκτιμά ότι είναι δυνατή η επί της ουσίας απόρριψη της προσφυγής δύνανται να διατυπωθούν κυρίως τρεις αιτιάσεις.

59.

Πρώτον, η λύση αυτή δεν κρίνεται συμβατή με την αναγνώριση του αντλoύμενου από την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως λόγου απαραδέκτου ως δημοσίας τάξεως. Οσάκις λόγος απαραδέκτου χαρακτηρίζεται ως δημοσίας τάξεως, ο δικαστής της Ένωσης, μολονότι «δύναται» να αποφαίνεται οιαδήποτε χρονική στιγμή και όχι απαραίτητα in limine litis, «οφείλει» να αποφαίνεται με την απόφασή του. Εν ολίγοις, η ευχέρεια που αναγνωρίζεται στον εν λόγω δικαστή αφορά αποκλειστικώς την επιλογή του χρονικού σημείου κατά το οποίο αυτός προτίθεται να εκπληρώσει την υποχρέωσή του αυτεπάγγελτου ελέγχου του παραδεκτού της προσφυγής.

60.

Δεύτερον, φρονώ ότι η νομολογιακή αυτή θέση δεν είναι σύμφωνη με τη φύση και το έννομο καθεστώς που διέπει τον συγκεκριμένο λόγο απαραδέκτου. Εάν οι προϋποθέσεις παραδεκτού προσφυγής ακυρώσεως ασκηθείσας από φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν πληρούνται, το Δικαστήριο δεν δύναται, λαμβανομένων υπόψη των ορίων που επιβάλλονται στις εξουσίες που αυτό διαθέτει κατά την απόφανση επί μιας τέτοιας προσφυγής, να εξετάσει τους λόγους ουσίας επί των οποίων η εν λόγω προσφυγή θεμελιώνεται. Κατά τη διατύπωση τόσο του άρθρου 230, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΕΚ όσο και του άρθρου 263, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο δεν είναι πλέον «αρμόδιο» να αποφανθεί επί της προσφυγής. Το απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του προσφεύγοντος συνιστά, συνεπώς, πρόσκομμα στη συνέχιση της εξετάσεως του βασίμου της εν λόγω προσφυγής.

61.

Τρίτον, αμφιβάλλω κατά πόσον είναι απολύτως σύμφωνη με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και με μια δόκιμη νομολογιακή πολιτική η χρονική μετάθεση της απαντήσεως επί ουσιωδών ερωτημάτων τα οποία ενδέχεται να τεθούν στο πλαίσιο άλλων ένδικων διαφορών. Η πρακτική αυτή, απότοκος μιας πραγματιστικής προσεγγίσεως η οποία δυσχερώς συμβιβάζεται με την αυστηρή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, είναι, κατά την άποψή μου, επικριτέα κατά μείζονα λόγο διότι δεν περιορίζεται σε περιπτώσεις στις οποίες η προσφυγή είναι προδήλως αβάσιμη αλλά όχι προδήλως απαράδεκτη. Αντιθέτως, η πρακτική αυτή έτυχε γενικευμένης και άνευ ορίων εφαρμογής, ακόμη και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκτίμηση του βασίμου της προσφυγής ήγειρε σοβαρά προβλήματα.

62.

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσφέρει την ευκαιρία επικυρώσεως ή, αντιθέτως, εγκαταλείψεως της νομολογιακής αυτής θέσεως, της οποίας η επανεξέταση δεν είναι άσκοπη, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου που εκδόθηκαν επί του ζητήματος αυτού είναι προγενέστερες εκείνων οι οποίες, αφενός υποχρεώνουν τον δικαστή της Ένωσης να αποφαίνεται, εν ανάγκη αυτεπαγγέλτως, επί του λόγου απαραδέκτου προσφυγής ασκηθείσας από φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατά αποφάσεως της οποίας το πρόσωπο αυτό δεν είναι αποδεκτής και, αφετέρου, χαρακτηρίζουν τον συγκεκριμένο λόγο ως «λόγο απαραδέκτου δημοσίας τάξεως».

63.

Τρεις είναι, κατά την άποψή μου, οι πιθανές λύσεις.

64.

Kατ’ αρχάς, καίτοι δεν είναι, κατά την άποψή μου, δικαιολογημένη, δεν δύναται να αποκλεισθεί ως λύση το ενδεχόμενο το Δικαστήριο να επικυρώσει τη νομολογία του και να προχωρήσει απευθείας στην εξέταση των λόγων αναιρέσεως, χωρίς προηγουμένως να εξετάσει το ζήτημα του παραδεκτού της ασκηθείσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγής ακυρώσεως, ζήτημα επί του οποίου θα όφειλε να αποφανθεί μόνον εάν αποφάσιζε να μην ακολουθήσει τη λύση απορρίψεως της αιτήσεως αναιρέσεως την οποία θα του προτείνω να υιοθετήσει επί της ουσίας.

65.

Η δεύτερη οδός συνίσταται, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω, στην εγκατάλειψη της νομολογιακής θέσεως ή, τουλάχιστον, στην εξάρτησή της από τη διαπίστωση του προδήλως αβασίμου χαρακτήρα της προσφυγής ακυρώσεως· στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, η λύση αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα να εξετάσει το Δικαστήριο εν πρώτοις το παραδεκτό της.

66.

Τέλος, η τρίτη λύση συνίσταται στη μη εφαρμογή της εν λόγω νομολογίας επί της υπό κρίση υποθέσεως, άνευ αποφάνσεως επί της ορθότητας αυτής, λύση η οποία παρέχει στον δικαστή της Ένωσης την απλή ευχέρεια να μην αποφανθεί επί του παραδεκτού της προσφυγής στην περίπτωση κατά την οποία προτίθεται να την απορρίψει, χωρίς να επιβάλλει σε αυτόν αντίστοιχη υποχρέωση.

67.

Για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω τάσσομαι υπέρ της δεύτερης λύσεως, η οποία οδηγεί στην εκ προοιμίου εξέταση του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως και η οποία προϋποθέτει, ως εκ τούτου, τον προσδιορισμό των εφαρμοστέων ratione temporis διατάξεων.

β) Ο προσδιορισμός των εφαρμοστέων ratione temporis διατάξεων

68.

Προ της εξετάσεως του ζητήματος κατά πόσον οι προσφεύγουσες νομιμοποιούνταν ενεργητικώς να ζητήσουν την ακύρωση του επίδικου κανονισμού, κρίνεται αναγκαία η εξέταση ενός ακόμη ζητήματος. Πρόκειται, ειδικότερα, για το ζήτημα ποιο εκ των άρθρων 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ και 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ τυγχάνει εφαρμογής ratione temporis.

69.

Το ζήτημα αυτό έχει, στο πλαίσιο της εξετάσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, πρακτική σημασία αντιστρόφως ανάλογη του θεωρητικού ενδιαφέροντος που παρουσιάζει.

70.

Συγκεκριμένα, η απάντηση επί του εν λόγω ζητήματος δεν είναι ουδόλως καθοριστική για την επίλυση της διαφοράς, καθόσον, για τους λόγους που θα εκτεθούν κατωτέρω, εκτιμώ ότι ο επίδικος κανονισμός αφορά τις αναιρεσείουσες άμεσα και ατομικά.

71.

Αντιθέτως, το εν λόγω ζήτημα παρουσιάζει θεωρητική σημασία, καθώς η Συνθήκη της Λισσαβώνας όχι μόνο δεν επαναλαμβάνει αυτολεξεί τις προϋποθέσεις παραδεκτού των προσφύγων ακυρώσεως που ασκούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, αλλά, τουναντίον, τις καθιστά λιγότερο αυστηρές, προσθέτοντας στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ την τελευταία του φράση, η οποία εισάγει τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως κατά κανονιστικών πράξεων που αφορούν τον προσφεύγοντα άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα. Συνεπώς, φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δεν νομιμοποιείτο ενεργητικώς υπό την ισχύ του άρθρου 230 ΕΚ θα μπορούσε, θεωρητικώς, να νομιμοποιείται ενεργητικώς επί τη βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.

72.

Πριν αναπτύξω τη θέση μου επί της δυνατότητας εφαρμογής ratione temporis του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, κρίνω σκόπιμη, κατ’ αρχάς, την υπόμνηση της τρέχουσας καταστάσεως της νομολογίας του Γενικού Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού.

73.

Το Γενικό Δικαστήριο έταμε το ζήτημα κατά πόσον το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ τυγχάνει εφαρμογής επί ένδικων διαδικασιών που εκκρεμούσαν την 1η Δεκεμβρίου 2009 με τις διατάξεις του Norilsk Nickel Harjavalta και Umicore κατά Επιτροπής ( 30 ), καθώς και Etimine και Etiproducts κατά Επιτροπής ( 31 ).

74.

Με τις δύο αυτές διατάξεις το Γενικό Δικαστήριο, αφού υπενθυμίζει ότι η Συνθήκη της Λισσαβώνας δεν προβλέπει κάποια ειδική μεταβατική διάταξη, επισημαίνει ότι, «κατά πάγια νομολογία, αφενός, σύμφωνα με την αρχή tempus regit actum […], το ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής πρέπει να κριθεί βάσει των κανόνων που ισχύουν κατά την ημερομηνία που ασκήθηκε […] και, αφετέρου, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της προσφυγής εκτιμώνται κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής, δηλαδή κατά τον χρόνο κατάθεσης του δικογράφου της προσφυγής [...], το οποίο μπορεί να συμπληρωθεί μόνον εντός της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής» ( 32 ).

75.

Το Γενικό Δικαστήριο προσθέτει ότι η «αντίθετη λύση θα μπορούσε […] να δημιουργήσει κίνδυνο αυθαιρεσίας κατά την απονομή της δικαιοσύνης, εφόσον το παραδεκτό της προσφυγής θα εξηρτάτο από την ημερομηνία, καθ’ όλα τυχαία, της εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως του [Γενικού Δικαστηρίου]» ( 33 ) και ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ειδικότερα δε η τελευταία φράση του, θα μπορούσε εν προκειμένω, να αποτελέσει θεμέλιο για το έννομο συμφέρον του οποίου οι προσφεύγουσες στερούνταν βάσει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, το εν λόγω έννομο συμφέρον δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση του παραδεκτού της υπό κρίση προσφυγής, δεδομένου ότι την 1η Δεκεμβρίου 2009, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής, κατά την έννοια τόσο του άρθρου 230, πέμπτο εδάφιο, ΕΚ όσο και του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, είχε ήδη εκπνεύσει ( 34 ).

76.

Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει, τέλος, ότι «[η] εκτίμηση αυτή δεν αναιρείται από το επιχείρημα ότι το άρθρο 263 ΣΛΕΕ περιλαμβάνεται στους δικονομικούς κανόνες για τους οποίους η νομολογία έχει κρίνει ότι, σε αντίθεση με τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, εφαρμόζονται γενικά σε όλες τις διαφορές που εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος τους, [καθώς] ακόμη και αν θεωρηθεί ότι τα θέματα δικαιοδοτικής αρμοδιότητας εμπίπτoυν στον τομέα των δικονομικών κανόνων […], επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, […] για τον καθορισμό των εφαρμοστέων διατάξεων βάσει των οποίων πρέπει να κριθεί το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως κατά πράξης της Ένωσης, είναι αναγκαίο να εφαρμοστεί το αξίωμα tempus regit actum» ( 35 ).

77.

Επιβάλλεται η επικύρωση ή η αναθεώρηση της εν λόγω νομολογιακής θέσεως;

78.

Η αυθόρμητη απάντησή μου επί του ερωτήματος αυτού θα ήταν ενδεχομένως η πρόταση για επικύρωση της εν λόγω νομολογιακής θέσεως, διότι η συλλογιστική που το Γενικό Δικαστήριο ανέπτυξε προς στήριξη της προκριθείσας από το ίδιο λύσεως εμφανίζεται, εκ πρώτης όψεως, πειστική. Πράγματι, είναι λογικό ο έλεγχος της ενεργητικής νομιμοποιήσεως προσφεύγοντος ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης να πραγματοποιείται με χρονικό σημείο αναφοράς την ημερομηνία κατά την οποία ασκήθηκε η προσφυγή. Είναι θεμιτή, εξάλλου, η επιθυμία αποφυγής του κινδύνου άνισης μεταχειρίσεως των προσφυγών, αναλόγως της ταχύτητας του δικαστή της Ένωσης.

79.

Εντούτοις, εκτιμώ ότι τουλάχιστον τρία αντεπιχειρήματα κατισχύουν των προαναφερθέντων δικαιολογητικών λόγων.

80.

Το πρώτο αντεπιχείρημα δύναται να αντληθεί από τους παραδοσιακούς κανόνες που διέπουν τη διαχρονική εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Η προσέγγιση σύμφωνα με την οποία το αξίωμα tempus regit actum θα έπρεπε να κατισχύει της άμεσης εφαρμογής των δικονομικών κανόνων βασίζεται, κατά την άποψή μου, σε μια θεώρηση η οποία αποδίδει υπέρμετρη βαρύτητα στο εν λόγω αξίωμα και η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις εφαρμοστέες επί του ζητήματος αρχές.

81.

Η άρση των διαχρονικών συγκρούσεων νόμων διέπεται από την παραδοσιακή διάκριση μεταξύ ουσιαστικών και δικονομικών κανόνων.

82.

Οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου ερμηνεύονται συνήθως ως άμεσης εφαρμογής, γεγονός που σημαίνει ότι ρυθμίζουν τις καταστάσεις που «πρόκειται να δημιουργηθούν», καθώς και τα αποτελέσματα τόσο «ενεστώτα» ( 36 ) όσο και «μέλλοντα» ( 37 ) των καταστάσεων που «έχουν δημιουργηθεί» υπό την ισχύ του παλαιού κανόνα, χωρίς εντούτοις να έχουν διαμορφωθεί πλήρως. Προκειμένου να εξασφαλίζεται η τήρηση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, κατ’ επιταγήν των οποίων η νομοθεσία της Ένωσης πρέπει να είναι σαφής και προβλέψιμη για τους διοικούμενους, αναδρομική εφαρμογή των εν λόγω κανόνων, ανεξαρτήτως των αποτελεσμάτων της, ευνοϊκών ή δυσμενών, για τους ενδιαφερόμενους, δεν χωρεί και, συνεπώς, νέοι κανόνες δεν δύνανται να εφαρμόζονται επί καταστάσεων «διαμορφωθεισών» προς της ενάρξεως ισχύος αυτών, εκτός εάν από το γράμμα, τους σκοπούς ή την οικονομία των εν λόγω κανόνων προκύπτει με σαφήνεια ότι πρέπει να τους αναγνωρισθεί αναδρομική ισχύς ( 38 ).

83.

Οι δικονομικοί κανόνες διέπονται από διαφορετικό καθεστώς το οποίο χαρακτηρίζεται από την ακόμη πιο αυστηρή εφαρμογή της αρχής της άμεσης ισχύος των νέων κανόνων. Κατά πάγια νομολογία, οι δικονομικοί κανόνες θεωρούνται «γενικώς» εφαρμοστέοι επί όλων των διαφορών που εκκρεμούν κατά την έναρξη ισχύος τους ( 39 ). Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο προέβη σε δύο σημαντικές διευκρινίσεις. Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο έκρινε ότι το ζήτημα της δικαιοδοτικής αρμοδιότητας εμπίπτει στο πεδίο των δικονομικών κανόνων ( 40 ). Περαιτέρω, το Δικαστήριο απέκλεισε την εφαρμογή της διακρίσεως μεταξύ ουσιαστικών κανόνων και δικονομικών κανόνων στην περίπτωση κατά την οποία οι δικονομικοί κανόνες που περιλαμβάνονται σε κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης αποτελούν αδιαίρετο σύνολο με τους ουσιαστικούς κανόνες και δεν δύνανται να εξετασθούν μεμονωμένως ως προς τη διαχρονική τους ισχύ ( 41 ).

84.

Επιβάλλεται η επισήμανση ότι η νομολογία εφαρμόζει την εν λόγω αρχή κατά τρόπο ιδιαιτέρως ευρύ, χωρίς να διακρίνει μεταξύ προγενέστερων ή μεταγενέστερων του νέου νόμου διαδικαστικών πράξεων ή μεταξύ των κανόνων οι οποίοι διέπουν τις πράξεις των διαδίκων και εκείνων, όπως οι κανόνες αρμοδιότητας, οι οποίες διέπουν τη δράση του δικαστή της Ένωσης ( 42 ).

85.

Οι διατάξεις του άρθρου 263 ΣΛΕΕ πρέπει να θεωρούνται δικονομικής φύσεως, καθώς ορίζουν τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται ενεργητικώς προς άσκηση προσφυγής ακυρώσεως, έστω και αν προβλέπουν ουσιαστικές και όχι αμιγώς τυπικές προϋποθέσεις. Η αρχή της άμεσης ισχύος των δικονομικών κανόνων συνεπάγεται, ως εκ τούτου, την εφαρμογή των κανόνων αυτών επί εκκρεμών κατά την έναρξη ισχύος τους δικών.

86.

Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αρχή της άμεσης ισχύος του νέου κανόνα δεν βαίνει έως το σημείο να επιτρέπει την εφαρμογή του επί διαδικαστικής πράξεως, εν προκειμένω προσφυγής ακυρώσεως. προγενέστερης της ενάρξεως ισχύος του, επιβάλλεται η επισήμανση ότι οι διατάξεις του άρθρου 263 ΣΛΕΕ συγκεντρώνουν, πέραν των γενικών χαρακτηριστικών του «δικονομικού» κανόνα, καθόσον αφορούν την ενεργητική νομιμοποίηση προς άσκηση προσφυγής ακυρώσεως, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κανόνα «αρμοδιότητας», καθώς ορίζουν την εξουσία του δικαστή της Ένωσης να αποφαίνεται επί προσφυγών ακυρώσεως που ασκούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα.

87.

Συναφώς, όπως έχω ήδη τονίσει, η διατύπωση του άρθρου 263, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το οποίο ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Δικαστήριο «είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί προσφυγών» ( 43 ) και το οποίο παραπέμπει στο τέταρτο εδάφιο του ιδίου άρθρου, έχει, κατά την άποψή μου, βαρύνουσα σημασία. Υπό το πρίσμα αυτό, το αξίωμα tempus regit actum δεν δύναται να δικαιολογήσει τη μη εφαρμογή του νέου νόμου, αφού, ενόσω η διαφορά δεν έχει επιλυθεί με την έκδοση δικαστικής αποφάσεως, δεν υφίσταται ολοκληρωμένη διαδικαστική πράξη, όσον αφορά τον νόμο περί αρμοδιότητας, αλλά μια κατάσταση εν εξελίξει, η οποία πρέπει να διέπεται από τον νέο νόμο περί αρμοδιότητας. Συνεπώς, το Δικαστήριο, αρμόδιο από 1ης Δεκεμβρίου 2009 να αποφαίνεται επί προσφυγών ακυρώσεως ασκουμένων από φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατά κανονιστικής πράξεως που τα αφορά άμεσα και η οποία δεν περιλαμβάνει εκτελεστικό μέτρο, πρέπει να μπορεί να αποφαίνεται, από της εν λόγω ημερομηνίας και εντεύθεν, επί τέτοιων προσφυγών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εκκρεμούν ενώπιόν του. Επιβάλλεται δε να προστεθεί ότι, μολονότι εντάσσεται σε διαφορετικό δικονομικό πλαίσιο, η απόφαση Weryński ( 44 ), με την οποία το Δικαστήριο εφάρμοσε, επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως υποβληθείσας προ της ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, τους νέους κανόνες που κατήργησαν τον παλαιό, προβλεπόμενο από το άρθρο 68, παράγραφος 1, ΕΚ, περιορισμό του δικαιώματος υποβολής τέτοιας αιτήσεως ( 45 ), είναι χαρακτηριστική της τάσεως του Δικαστηρίου να εφαρμόζει αμέσως τις νέες διατάξεις που ρυθμίζουν την αρμοδιότητά του.

88.

Υπέρ της εφαρμογής του άρθρου 263 ΣΛΕΕ επί των εκκρεμών δικών συνηγορεί ένας δεύτερος, επιτακτικός, κατά την άποψή μου, λόγος. Οι λεπτομέρειες της διαχρονικής εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως πρέπει να προσδιορισθούν με γνώμονα τον σκοπό της, ο οποίος συνίσταται στην εξασφάλιση στους ιδιώτες των ενδίκων βοηθημάτων που είναι αναγκαία για την αποτελεσματική ένδικη προστασία τους, ούτως ώστε να αποφεύγεται, όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο, ο κίνδυνος να πρέπει ο ιδιώτης να παραβεί τον νόμο προκειμένου να μπορεί να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη ( 46 ). Στον βαθμό κατά τον οποίο η αναγνώριση του δικαιώματος κάθε ιδιώτη να αμφισβητεί τη νομιμότητα πράξεως επηρεάζουσας την έννομη κατάστασή του εμπερικλείεται στην επιταγή περί αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, η οποία επισφραγίζεται με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και συνιστά, εκ του λόγου τούτου, ένα εκ των βάθρων μιας Ένωσης θεμελιωμένης στις αξίες του κράτους δικαίου, αποτελεί, κατά την άποψή μου, καθήκον του δικαστή της Ένωσης να εξασφαλίζει την άμεση παύση καταστάσεως ικανής να οδηγήσει σε περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος όπως είναι το δικαίωμα προσφυγής και, συνεπώς, να εφαρμόζει στις εκκρεμείς δίκες τον νέο κανόνα.

89.

Ένας τρίτος λόγος δύναται να αντληθεί από το γεγονός ότι η εφαρμογή του άρθρου 263 ΣΛΕΕ επί εκκρεμών κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του δικών δεν προσκρούει ούτε στην αρχή της ασφάλειας δικαίου ούτε στην αρχή προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Επιβάλλεται συναφώς η επισήμανση ότι η επί εκκρεμών δικών εφαρμογή της νέας διατάξεως, η οποία σκοπεί στην κάλυψη κενού στο σύστημα ένδικης προστασίας της Ένωσης, δεν θίγει την ασφάλεια δικαίου. Ο ακυρωτικός έλεγχος των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης που καθιερώνεται με τα άρθρα 263 ΣΛΕΕ και 264 ΣΛΕΕ έχει αντικειμενικό χαρακτήρα και σκοπεί πρωτίστως στην αποκατάσταση της νομιμότητας. Η άμεση εφαρμογή επί των εκκρεμών δικών κανόνα ο οποίος καθιστά λιγότερο αυστηρές τις προϋποθέσεις του παραδεκτού προσφυγής ακυρώσεως δεν ευνοεί τα δικαιώματα ενός διαδίκου εις βάρος του άλλου, όπως θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση αναδρομικής εφαρμογής διατάξεως ουσιαστικού δικαίου. Η εν λόγω άμεση εφαρμογή δεν θίγει ομοίως τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των υποκειμένων δικαίου, των οποίων, αντιθέτως, την προστασία ενισχύει, διευκολύνοντας την πρόσβασή τους στα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης.

90.

Επιβάλλεται να προστεθεί ότι το γεγονός ότι η εκ μέρους του Δικαστηρίου στενή ερμηνεία της έννοιας «κανονιστική πράξη» ( 47 ) και, κυρίως, της σχετικής με την απουσία εκτελεστικών μέτρων προϋποθέσεως ( 48 ) μετρίασε τη χαλάρωση των προϋποθέσεων απευθείας προσβάσεως στον δικαστή της Ένωσης δεν συνιστά επιχείρημα συνηγορούν υπέρ της αντίθετης λύσεως, καθώς κανένα στοιχείο δεν δικαιολογεί τη θέση ότι η συρρίκνωση της εν λόγω διατάξεως από πλευράς ουσιαστικού περιεχομένου συνοδεύεται από συρρίκνωση της διαχρονικής εφαρμογής της.

91.

Για τους προεκτεθέντες λόγους προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι το άρθρο 263 ΣΛΕΕ τυγχάνει εφαρμογής επί της ασκηθείσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγής ακυρώσεως της οποίας το παραδεκτό επιβάλλεται, συνεπώς, να εξετασθεί, υπό το πρίσμα του εν λόγω άρθρου.

γ) Η ενεργητική νομιμοποίηση των προσφευγουσών

92.

Το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προβλέπει δύο περιπτώσεις στις οποίες φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να ασκήσει προσφυγή κατά αποφάσεως της οποίας δεν είναι αποδέκτης. Αφενός, άσκηση προσφυγής χωρεί στην περίπτωση κατά την οποία η απόφαση αφορά το πρόσωπο άμεσα και ατομικά. Αφετέρου, πρόσωπο δύναται να ασκήσει προσφυγή κατά κανονιστικής πράξεως η οποία δεν περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα εάν η πράξη αυτή το αφορά άμεσα.

93.

Επιβάλλεται να εξετασθεί, κατ’ αρχάς, το παραδεκτό της προσφυγής στο πλαίσιο της πρώτης περιπτώσεως. Δεδομένου ότι η πλήρωση της προϋποθέσεως περί άμεσου αντικτύπου δεν αμφισβητείται, επιβάλλεται να διερευνηθεί απευθείας εάν πληρούται η προϋπόθεση περί ατομικού αντίκτυπου επί των προσφευγουσών.

94.

Κατά πάγια νομολογία αναγόμενη στην απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής ( 49 ), υποκείμενα άλλα, πέραν των αποδεκτών αποφάσεως, δύνανται να ισχυρισθούν ότι η απόφαση τα αφορά ατομικά μόνον αν αυτή τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιαίτερων ιδιοτήτων ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με οιοδήποτε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, τα προσδιορίζει ατομικώς κατά τρόπο ανάλογο προς εκείνον του αποδέκτη ( 50 ).

95.

Όσον αφορά, ειδικότερα, τις αποφάσεις στο πεδίο των μέτρων αντιντάμπινγκ, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι οι κανονισμοί που επιβάλλουν δασμό αντιντάμπινγκ, μολονότι έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, στον βαθμό κατά τον οποίον τυγχάνουν εφαρμογής επί του συνόλου των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών, ενδέχεται να έχουν ομοίως ατομικό χαρακτήρα, καθόσον δύνανται να αφορούν άμεσα και ατομικά ορισμένους εκ των εν λόγω επιχειρηματιών ( 51 ) οι οποίοι, ως εκ τούτου, νομιμοποιούνται ενεργητικώς προς άσκηση προσφυγής ακυρώσεως. Υιοθετώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη θεωρία του «υβριδικού χαρακτήρα» των εν λόγω πράξεων, η νομολογία απεδείχθη εν γένει σχετικώς θετική έναντι της αναγνωρίσεως της ενεργητικής νομιμοποιήσεως των οικείων επιχειρηματιών.

96.

Η εξέλιξη αυτή καταλαμβάνει, σε διαφορετικό βαθμό, το σύνολο των οικείων επιχειρηματιών, είτε πρόκειται για παραγωγούς και εξαγωγείς, για εισαγωγείς, για ορισμένους προμηθευτές ή για κοινοτικούς παραγωγούς.

97.

Πρώτον, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ επιβάλλονται σε συνάρτηση με διαπιστώσεις που προκύπτουν από έρευνες επί των τιμών παραγωγής και των τιμών εξαγωγής μεμονωμένων επιχειρήσεων, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι κανονισμοί που επιβάλλουν δασμό αντιντάμπινγκ δύνανται να αφορούν άμεσα και ατομικά εκείνες εκ των «επιχειρήσεων παραγωγής και εξαγωγής» στις οποίες καταλογίζονται οι πρακτικές ντάμπινγκ βάσει στοιχείων της εμπορικής τους δραστηριότητας οι οποίες είναι σε θέση να αποδείξουν ότι οι πράξεις της Επιτροπής ή του Συμβουλίου τις προσδιορίζουν ατομικώς ή ότι οι προκαταρκτικές έρευνες καταλαμβάνουν και τις ίδιες ( 52 ).

98.

Δεύτερον, το Δικαστήριο έχει ομοίως κρίνει ότι οι σχετικές με την ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ διαπιστώσεις αφορούν ατομικά εκείνους εκ των «εισαγωγέων» που συνδέονται με εξαγωγείς τρίτων χωρών των οποίων τα προϊόντα πλήττονται από δασμούς αντιντάμπινγκ, εφόσον η τιμή εξαγωγής ( 53 ) ή ο δασμός αντιντάμπινγκ αυτός καθ’ εαυτός ( 54 ) έχει υπολογισθεί σε συνάρτηση με τις τιμές μεταπωλήσεως των οικείων εμπορευμάτων που οι εν λόγω εισαγωγείς εφαρμόζουν στην αγορά της Ένωσης. Αντιθέτως, κρίθηκε ότι στερείται ενεργητικής νομιμοποιήσεως ανεξάρτητος εισαγωγέας με έδρα στην Ένωση για τον οποίο δεν γινόταν λόγος στις πράξεις της Επιτροπής ή του Συμβουλίου και τον οποίο ο επιβάλλων τους δασμούς αντιντάμπινγκ κανονισμός αφορούσε μόνο στον βαθμό κατά τον οποίο ο εν λόγω εισαγωγέας ενέπιπτε αντικειμενικώς στο πεδίο εφαρμογής του ( 55 ). Εξαίρεση στην εν λόγω εξαίρεση εισήχθη με την απόφαση Extramet Industrie κατά Συμβουλίου ( 56 ), με την οποία έγινε δεκτή η ενεργητική νομιμοποίηση ανεξάρτητου εισαγωγέως ο οποίος είχε αποδείξει την ύπαρξη ενός συνόλου στοιχείων που συνέθεταν ιδιαίτερη κατάσταση η οποία τον προσδιόριζε ατομικώς, έναντι του επιδίκου μέτρου, σε σχέση με οιονδήποτε άλλον επιχειρηματία ( 57 ).

99.

Τρίτον, η νομολογία έχει δεχθεί την ενεργητική νομιμοποίηση επιχειρηματιών, όπως κατασκευαστή εξοπλισμού προμηθεύοντος, υπό το δικό του εμπορικό σήμα, προϊόντα κατασκευασμένα από παραγωγό, οι οποίοι, σε περιορισμένο αριθμό και ατομικώς προσδιορισμένοι από τα θεσμικά όργανα, εμφανίζουν, ως προς τις εμπορικές τους σχέσεις με τον παραγωγό των οικείων προϊόντων, ιδιαιτερότητες οι οποίες ελήφθησαν υπόψη στο πλαίσιο της κατασκευής της κανονικής αξίας και του υπολογισμού του σταθμισμένου περιθωρίου ντάμπινγκ βάσει του οποίου καθορίσθηκε ο δασμός αντιντάμπινγκ ( 58 ).

100.

Τέταρτον, ο δικαστής της Ένωσης δέχθηκε την ενεργητική νομιμοποίηση «κοινοτικού παραγωγού» στον βαθμό κατά τον οποίο ο κανονισμός που επέβαλλε δασμό αντιντάμπινγκ βασιζόταν στην ατομική κατάσταση του εν λόγω παραγωγού, κύριου κατασκευαστή του οικείου προϊόντος εντός της Ένωσης. Προκειμένου να καταλήξει στην εν λόγω διαπίστωση το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η καταγγελία βάσει της οποίας είχε κινηθεί η διαδικασία έρευνας αναγόταν στις αιτιάσεις του εν λόγω παραγωγού, ότι ο παραγωγός αυτός είχε υποβάλει τις παρατηρήσεις του κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η πορεία της οποίας είχε καθορισθεί σε μεγάλο βαθμό από τις εν λόγω παρατηρήσεις, και ότι ο δασμός αντιντάμπινγκ είχε καθορισθεί σε συνάρτηση με τις συνέπειες που η διαπιστωθείσα πρακτική ντάμπινγκ είχε για τον ίδιο ( 59 ).

101.

Δανειζόμενος την ορολογία του ποινικού δικαίου, θα μπορούσα να πω ότι η νομολογία αναγνώρισε εν τέλει την ενεργητική νομιμοποίηση τόσο στους αυτουργούς των πρακτικών ντάμπινγκ και σε ορισμένους εκ των συνεργών τους όσο και στα θύματα αυτών, υπό ποικίλες, ωστόσο, προϋποθέσεις, οι οποίες καθιστούν δυσχερή τον προσδιορισμό των εφαρμοζόμενων κριτηρίων. Εξαιρουμένων των εισαγωγέων και ορισμένων προμηθευτών, για τους οποίους διαμορφώθηκε αμφιλεγόμενο κριτήριο ( 60 ), βασιζόμενο στη συνεκτίμηση των οικονομικών δεδομένων τους κατά τον καθορισμό των στοιχείων που χρησιμεύουν για τον υπολογισμό του δασμού αντιντάμπινγκ, το κύριο κριτήριο βασίζεται στη συμμετοχή του προσφεύγοντος στη διαδικασία εκδόσεως της πράξεως.

102.

Κατά την άποψή μου, η εφαρμογή του εν λόγω κριτηρίου οδηγεί, εν προκειμένω, στην παραδοχή ότι ο επίδικος κανονισμός θίγει τις προσφεύγουσες λόγω ορισμένων ιδιοτήτων οι οποίες προσιδιάζουν σε αυτές. Επιπροσθέτως, οι προσφεύγουσες δύνανται να επικαλεσθούν πραγματική κατάσταση η οποία τις χαρακτηρίζει έναντι οιουδήποτε άλλου προσώπου και, ως εκ τούτου, τις προσδιορίζει ατομικώς κατά τρόπο ανάλογο προς εκείνο του αποδέκτη.

103.

Κατ’ αρχάς, ο επίδικος κανονισμός δεν αφορά τη Philips Lighting μόνον υπό την ουσιαστική ιδιότητά της του κοινοτικού παραγωγού θύματος πρακτικών ντάμπινγκ, εμπίπτοντος αντικειμενικώς στο πεδίο εφαρμογής αυτού. Συγκεκριμένα, η Philips Lighting διαθέτει ομοίως ιδιαίτερη διαδικαστική ιδιότητα, καθώς δεν αμφισβητείται ότι με τις αιτιολογικές σκέψεις 13, στοιχείο ζʹ, 47 έως 49, 98 και 99 του επίδικου κανονισμού γίνεται μνεία στον εν λόγω παραγωγό, ο οποίος προσδιορίζεται ατομικώς ως «κοινοτικός κατασκευαστής», και ότι αυτή συνεργάσθηκε στην έρευνα. Επιπροσθέτως, στο πλαίσιο της εξετάσεως που διενεργήθηκε κατά τη διάρκεια της έρευνας βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, η Philips Lighting μνημονεύθηκε υπό την ιδιότητα της «αντιτιθέμενης» στην αίτηση επανεξετάσεως. Συνεπώς, η Philips Lighting δύναται να επικαλείται όχι μόνον τη συμμετοχή της στη διαδικασία που προηγήθηκε της λήψεως των μέτρων αντιντάμπινγκ, αλλά ομοίως το γεγονός ότι η ιδιότητα της αντιτιθέμενης στην αίτηση επανεξετάσεως ελήφθη υπόψη για τον προσδιορισμό του βαθμού υποστηρίξεως της εν λόγω αιτήσεως. Υποτιθέσθω ότι η εν λόγω αίτηση είχε υποστηριχθεί εξαρχής μόνον από ποσοστό κοινοτικών παραγωγών χαμηλότερο του απαιτούμενου από το άρθρο 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού ορίου του 50 % και ότι η Επιτροπή αποφάσισε, μολοντούτο, να κινήσει διαδικασία έρευνας βάσει αυτής της καταγγελίας, χωρίς να διαθέτει αποχρώντα αποδεικτικά στοιχεία επιτρέποντα σε αυτήν, συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 6, του εν λόγω κανονισμού, να κινήσει αυτεπαγγέλτως διαδικασία έρευνας. Θα μπορούσε να αποκλεισθεί στους κοινοτικούς παραγωγούς οι οποίοι συνεργάσθηκαν στην έρευνα και εξέφρασαν την αντίθεσή τους η δυνατότητα να καταγγείλουν την παραβίαση του δικαίου της Ένωσης υπό το πρόσχημα ότι ο εκδοθείς κατά το πέρας αυτής της παρατύπως διεξαχθείσας διαδικασίας κανονισμός δεν τους αφορά ατομικά; Κατά την άποψή μου, το ειδικό καθεστώς που αναγνωρίσθηκε στη Philips Lighting στο πλαίσιο της διαδικασίας είχε ως αποτέλεσμα τον προσδιορισμό της ατομικώς κατά τρόπο όμοιο με εκείνον του αποδεκτή.

104.

Δεύτερον, ο επίδικος κανονισμός λαμβάνει υπόψη την ιδιαίτερη πραγματική κατάσταση που χαρακτηρίζει τις αναιρεσείουσες έναντι των λοιπών εμπλεκόμενων επιχειρηματιών. Πέραν του γεγονότος ότι η ειδική οικονομική τους κατάσταση αποτέλεσε αντικείμενο εξετάσεως της οποίας τα αποτελέσματα παρατίθενται αναλυτικώς στο παράρτημα του επιδίκου κανονισμού, το Συμβούλιο, εξετάζοντας το συμφέρον διατηρήσεως των μέτρων αντιντάμπινγκ για τους κοινοτικούς κατασκευαστές πλην της Osram, επισήμανε, με την αιτιολογική σκέψη 98 του επίδικου κανονισμού, ότι, λαμβανομένων υπόψη των εισαγωγικών δραστηριοτήτων των κοινοτικών κατασκευαστών, η ύπαρξη δασμών είχε αρνητικό αντίκτυπο επί της συνολικής δραστηριότητάς τους και ότι, πέραν των δαπανών που είχαν προκληθεί λόγω των συνδεόμενων με τις εισαγωγές δασμών αντιντάμπινγκ, τα μέτρα είχαν εμποδίσει τους εν λόγω παραγωγούς να βελτιστοποιήσουν το εύρος της παραγωγής τους, το πελατολόγιο και, κατά συνέπεια, την αποδοτικότητά τους, επηρεάζοντας ομοίως τις επενδύσεις, την παραγωγή, την έρευνα και ανάπτυξη και άλλες στρατηγικές αποφάσεις. Εν συνεχεία, με την αιτιολογική σκέψη 99 του επιδίκου κανονισμού, το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, λαμβανομένης υπόψη της στρατηγικής εφοδιασμού της Philips Lighting, η επανάληψη των μέτρων δεν ήταν προς το συμφέρον του εν λόγω κατασκευαστή.

105.

Επιβάλλεται, ως εκ τούτου, να γίνει δεκτό ότι η ασκηθείσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή είναι παραδεκτή, καθώς οι προσφεύγουσες, υπό τη διττή ιδιότητα των κοινοτικών παραγωγών και εισαγωγέων, προσδιορίζονται ατομικώς στις συναφείς με τους δασμούς αντιντάμπινγκ πράξεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής, ενώ οι προκαταρκτικές έρευνες τις αφορούν και ο επίδικος κανονισμός τις μνημονεύει ως αντιτιθέμενες στην αίτηση επανεξετάσεως.

106.

Εξάλλου, είναι, κατά την άποψή μου, θεμιτό οι κοινοτικοί παραγωγοί που βρίσκονται στην κατάσταση των προσφευγουσών να μπορούν να αμφισβητήσουν, ειδικότερα, το στοιχείο ότι η κατάστασή τους δεν ελήφθη υπόψη κατά τον προσδιορισμό της ζημίας που προκλήθηκε στην κοινοτική βιομηχανία κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.

107.

Καθόσον εκτιμώ ότι ο επίδικος κανονισμός αφορά τη Philips Lighting άμεσα και ατομικά, παρέλκει η εξέταση του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως υπό το πρίσμα της δεύτερης περιπτώσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κατά το οποίο φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να ασκήσει προσφυγή κατά κανονιστικής πράξεως μη περιλαμβάνουσας εκτελεστικά μέτρα εάν η πράξη αυτή το αφορά άμεσα.

Β – Επί του βασίμου της αιτήσεως αναιρέσεως

1. Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από πεπλανημένη ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού

α) Τα επιχειρήματα των διαδίκων

108.

Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε σε πεπλανημένη ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, δεχόμενο ότι η Επιτροπή ηδύνατο να συνεχίσει την έρευνα σε περίπτωση μειώσεως του βαθμού υποστηρίξεως της καταγγελίας και όχι ανακλήσεώς της.

109.

Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η εν λόγω διασταλτική ερμηνεία δεν δύναται να θεμελιωθεί βασίμως στην απόφαση Interpipe Niko Tube και Interpipe NTRP κατά Συμβουλίου ( 61 ), στην οποία παραπέμπει το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, λαμβανομένων υπόψη των διαφορών μεταξύ του πλαισίου των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως και εκείνου της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, ότι η ερμηνεία αυτή δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα ούτε στο σύστημα του άρθρου 9, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού και ότι δεν ερείδεται ούτε στην πρακτική που έχουν ακολουθήσει τα θεσμικά όργανα της Ένωσης κατά τα τελευταία είκοσι πέντε έτη.

110.

Υπενθυμίζοντας ότι η αίτηση κινήσεως της διαδικασίας επανεξετάσεως είχε αρχικώς υποστηριχθεί από την Osram και την GE Hungary, οι οποίες αντιπροσώπευαν ποσοστό πλέον του 50 % της συνολικής κοινοτικής παραγωγής CFL-i, πριν η GE Hungary ενημερώσει την Επιτροπή, μετά την κίνηση της διαδικασίας έρευνας, ότι αντετίθετο στα υφιστάμενα μέτρα αντιντάμπινγκ, το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Osram και την Επιτροπή, επισημαίνει ότι το γεγονός ότι ο βασικός κανονισμός περιέχει σαφείς διατάξεις μόνον όσον αφορά την ενεργητική νομιμοποίηση κατά την κίνηση της διαδικασίας έρευνας οφείλεται στο στοιχείο ότι η ενεργητική νομιμοποίηση διαδραματίζει ρόλο μόνο σε αυτό το στάδιο, ενώ ο βαθμός υποστηρίξεως κατά τη διενέργεια της έρευνας αποτελεί διαφορετικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο των πληροφοριών που η κοινοτική βιομηχανία οφείλει να κοινοποιεί στην Επιτροπή προκειμένου να της παρέχει, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα να αποφαίνεται επί της ζημίας που έχει ενδεχομένως προκληθεί.

111.

Κατά το Συμβούλιο, η a fortiori συλλογιστική την οποία ακολούθησε το Γενικό Δικαστήριο είναι συνεπής, λογική και σύμφωνη με τις συνήθεις ερμηνευτικές μεθόδους, βρίσκει δε έρεισμα στην προγενέστερη νομολογία, η οποία απορρέει τόσο από την απόφαση Interpipe Niko Tube και Interpipe NTRP κατά Συμβούλιου (T‑249/06, EU:T:2009:62) όσο και από την απόφαση Gem-Year και Jinn-Well Auto-Parts (Zhejiang) κατά Συμβουλίου (T‑172/09, EU:T:2012:532), εκ των οποίων προκύπτει ότι οι σχετικές με την ενεργητική νομιμοποίηση προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού πρέπει να πληρούνται μόνον κατά τον χρόνο κινήσεως της διαδικασίας έρευνας και όχι κατ’ ανάγκην κατά τη διάρκεια αυτής. Κατά το εν λόγω θεσμικό όργανο, οι αναιρεσείουσες συγχέουν το ζήτημα της έννοιας της κοινοτικής βιομηχανίας για τις ανάγκες ελέγχου της ενεργητικής νομιμοποιήσεως με εκείνο του ορισμού της εν λόγω κοινοτικής βιομηχανίας για τις ανάγκες προσδιορισμού της ζημίας.

112.

Το Συμβούλιο προσθέτει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αποδεικνύεται ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, τα οποία διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως ως προς την αναγκαιότητα ή μη περατώσεως διαδικασίας έρευνας κατόπιν ανακλήσεως της καταγγελίας, έχουν προκρίνει στο παρελθόν την περάτωση και όχι τη συνέχιση της έρευνας στην πλειονότητα των περιπτώσεων τέτοιας ανακλήσεως, δεν δύναται να συναχθεί εξ αυτού ότι τα εν λόγω όργανα όφειλαν ομοίως να περατώσουν τη διαδικασία έρευνας η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίδικου κανονισμού για τον λόγο ότι ο βαθμού υποστηρίξεως της έρευνας εκ μέρους της κοινοτικής βιομηχανίας είχε μειωθεί.

β) Ανάλυση

113.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως τίθεται εν αμφιβόλω η a fortiori συλλογιστική που το Γενικό Δικαστικό ανέπτυξε επί τη βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, δεχόμενο, με τις σκέψεις 85 και 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, εφόσον, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να περατώσει τη διαδικασία έρευνας ή επανεξετάσεως σε περίπτωση ανακλήσεως της καταγγελίας, το αυτό πρέπει, κατά μείζονα λόγο, να ισχύει στην περίπτωση απλής μειώσεως του βαθμού υποστηρίξεως οιασδήποτε εξ αυτών.

114.

Διάφορα επιχειρήματα με οδηγούν να προτείνω στο Δικαστήριο την υιοθέτηση της προκριθείσας από το Γενικό Δικαστήριο λύσεως.

115.

Το πρώτο επιχείρημα βασίζεται σε γραμματική ερμηνεία. Αφενός, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι η προϋπόθεση περί της αντιπροσωπευτικότητας της καταγγελίας που πρέπει να υποβληθεί από την κοινοτική βιομηχανία ή εξ ονόματός της αφορά μόνον την «κίνηση της έρευνας» και όχι τη «συνέχιση της διαδικασίας» μετά την κίνησή της. Αφετέρου, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 139 της αποφάσεως Interpipe Niko Tube και Interpipe NTRP κατά Συμβουλίου (T‑249/06, EU:T:2009:62) και 42 της αποφάσεως Gem-Year και Jinn-Well Auto-Parts (Zhejiang) κατά Συμβουλίου (T‑172/09, EU:T:2012:532), καθώς και με τη σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο βασικός κανονισμός δεν περιέχει καμία διάταξη επιβάλλουσα στην Επιτροπή την υποχρέωση να περατώνει εν εξελίξει διαδικασία αντιντάμπινγκ όταν ο βαθμός υποστηρίξεως της καταγγελίας μειώνεται σε επίπεδο χαμηλότερο του κατώτατου ορίου του 25 % της κοινοτικής παραγωγής. Ομοίως, ο εν λόγω κανονισμός δεν περιέχει διάταξη επιβάλλουσα στην Επιτροπή την υποχρέωση να περατώνει τη διαδικασία οσάκις ο βαθμός υποστηρίξεως της καταγγελίας μειώνεται σε επίπεδο χαμηλότερο του ορίου του 50 % του μέρους της κοινοτικής παραγωγής που τοποθετήθηκε υπέρ της καταγγελίας. Η άποψη ότι ο απαιτούμενος από το άρθρο 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού βαθμός αντιπροσωπευτικότητας πρέπει να διατηρείται καθ’ όλη τη διάρκεια της έρευνας ή ακόμη και της διαδικασίας αντιντάμπινγκ δεν βρίσκει κανένα σημείο αγκιστρώσεως στο γράμμα του εν λόγω κανονισμού, ο οποίος, αντιθέτως, απαιτεί με σαφήνεια την πλήρωση της εν λόγω προϋποθέσεως μόνον κατά τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας και μόνο για την κίνηση της διαδικασίας έρευνας.

116.

Το δεύτερο επιχείρημα ερείδεται σε συστηματική και τελεολογική ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού. Η διάταξη αυτή, η οποία παρέχει στα θεσμικά όργανα της Ένωσης τη δυνατότητα συνεχίσεως της διαδικασίας οσάκις η καταγγελία ανακαλείται μετά την έναρξη της έρευνας ( 62 ), πρέπει, όπως επισημαίνουν ορθώς το Συμβούλιο και η Επιτροπή, να συσχετίζεται με το άρθρο 5, παράγραφος 6, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο παρέχει στην Επιτροπή εξουσία πρωτοβουλίας η οποία της επιτρέπει, υπό ειδικές περιστάσεις, να κινεί αυτεπαγγέλτως διαδικασία έρευνας εάν έχει στην κατοχή της αποχρώντα αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη ντάμπινγκ και ζημίας σε αιτιώδη συνάφεια με αυτό. Στο ίδιο πνεύμα, το άρθρο 11, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού επιτρέπει στην Επιτροπή να προβαίνει εξ ιδίας πρωτοβουλίας σε επανεξέταση των μέτρων αντιντάμπινγκ εν όψει της λήξεως της ισχύος τους. Σε αυτές της διαδικαστικής φύσεως διατάξεις, οι οποίες παρέχουν στην Επιτροπή, προ της διαπιστώσεως ντάμπινγκ και ζημίας, περιθώριο εκτιμήσεως ως προς την κίνηση ή τη συνέχιση αρχικής έρευνας ή επανεξετάσεως ανεξαρτήτως της συμπεριφοράς ή της αδράνειας της κοινοτικής βιομηχανίας, προστίθενται ουσιαστικές διατάξεις οι οποίες αναγνωρίζουν εκ των υστέρων, μετά τη διαπίστωση του ντάμπινγκ και της προκληθείσας στην κοινοτική βιομηχανία ζημίας, νέο περιθώριο εκτιμήσεως στα θεσμικά όργανα στο πλαίσιο της λήψεως μέτρων αντιντάμπινγκ. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 21, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, η «συνολική εκτίμηση όλων των ποικίλων συμφερόντων», συμπεριλαμβανομένων των συμφερόντων των χρηστών και των καταναλωτών, επιτρέπει στα θεσμικά όργανα της Ένωσης να μη λάβουν μέτρα αντιντάμπινγκ ακόμη και αν έχουν διαπιστώσει την ύπαρξη ντάμπινγκ και εξ αυτού απορρέουσας ζημίας για την κοινοτική βιομηχανία. Τέλος, όπως επισήμανε το Δικαστήριο με την απόφασή του Fediol κατά Επιτροπής (191/82, EU:C:1983:259), η Επιτροπή διαθέτει «ευρεία εξουσία εκτιμήσεως» ως προς τον καθορισμό, σε συνάρτηση με τα συμφέροντα της Κοινότητας, των μέτρων που επιβάλλεται ενδεχομένως να λάβει για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας καταστάσεως ( 63 ).

117.

Οι διαφορετικοί αυτοί διαδικαστικοί και ουσιαστικοί κανόνες αντικατοπτρίζουν την αντίληψη ότι η δράση αντιντάμπινγκ σκοπεί στην προστασία όχι μόνον των συμφερόντων των ιδιωτών, εν προκειμένω των επαγγελματικών συμφερόντων των παραγωγών του οικείου προϊόντος, αλλά ομοίως του γενικού συμφέροντος της Ένωσης. Μολονότι ο κανονικός τρόπος κινήσεως της διαδικασίας έρευνας είναι η εκ μέρους της κοινοτικής βιομηχανίας υποβολή καταγγελίας, το αναγνωριζόμενο στους καταγγέλλοντες «δικαίωμα υποβολής καταγγελίας» ( 64 ) δεν σημαίνει ότι αυτοί δικαιούνται ομοίως να τερματίζουν την έρευνα ανακαλώντας την καταγγελία ή αποσύροντας την υποστήριξή τους σε αυτήν. Καίτοι η δράση αντιντάμπινγκ περιβάλλεται με διαδικαστικές εγγυήσεις, η διαδικασία αντιντάμπινγκ δεν αποτελεί «υπόθεση» των κοινοτικών παραγωγών ή ορισμένων εξ αυτών οι οποίοι μπορούν να την τερματίζουν κατά το δοκούν.

118.

Υπέρ της προκριθείσας από το Γενικό Δικαστήριο λύσεως συνηγορεί, κατά την άποψή μου, και ένα τρίτο, πρακτική φύσεως, επιχείρημα. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αντιντάμπινγκ, η θέση των καταγγελλόντων και εκείνη των κοινοτικών παραγωγών που δήλωσαν την υποστήριξη ή την αντίθεσή τους στην καταγγελία δύνανται να μετεξελιχθούν, σε διαφορετικά χρονικά σημεία και προς αντίθετες κατευθύνσεις. Ένας κοινοτικός παραγωγός ο οποίος υποστήριζε την καταγγελία δύναται να αποσύρει την υποστήριξή του και να παραμείνει ουδέτερος ή να αντιταχθεί σε αυτήν, ενώ άλλος, ο οποίος ήταν αντίθετος, ενδέχεται να αποφασίσει να υποστηρίξει την καταγγελία, χωρίς αυτές οι μεταστροφές να σχετίζονται κατ’ ανάγκην με την προκληθείσα ζημία ( 65 ).

119.

Το σύνολο των προεκτεθέντων επιχειρημάτων με οδηγεί στην πρόταση περί απορρίψεως του πρώτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος είναι, κατά την άποψή μου, αβάσιμος.

2. Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από πεπλανημένη ερμηνεία των άρθρων 4, παράγραφος 1, και 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού

α) Τα επιχειρήματα των διαδίκων

120.

Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε πεπλανημένως τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού κατά τον ορισμό της κοινοτικής βιομηχανίας, στον βαθμό κατά τον οποίο δεν έλαβε υπόψη το δεύτερο σωρευτικώς προβλεπόμενο κριτήριο προσδιορισμού της έννοιας «μεγαλύτερο μέρος», κατά το οποίο η κοινοτική παραγωγή που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να εκπροσωπεί ποσοστό τουλάχιστον 50 % των παραγωγών που τοποθετήθηκαν επί αυτής. Υπογραμμίζοντας ότι ο ορισμός της κοινοτικής βιομηχανίας αποτελεί ένα εκ των αναγκαίων σταδίων για την αποτίμηση της ζημίας, οι αναιρεσείουσες εκτιμούν ότι η προκριθείσα από το Γενικό Δικαστήριο λύση είναι αντίθετη τόσο προς το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού όσο και στη μέχρι τούδε πρακτική των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Κατά την άποψή τους, το Δικαστήριο θα πρέπει, ως εκ τούτου, να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αποφανθεί αμετακλήτως επί της διαφοράς, ακυρώνοντας τον επίδικο κανονισμό.

121.

Το Συμβούλιο, η Osram και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι αναιρεσείουσες συγχέουν δύο διαφορετικές προβληματικές· η πρώτη σχετίζεται με την ενεργητική νομιμοποίηση κατά τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας ή της αιτήσεως επανεξετάσεως, ενώ η δεύτερη με τον προσδιορισμό της ζημίας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Όπως επισημαίνουν, το προβλεπόμενο από το άρθρο 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού όριο του 50 % εφαρμόζεται μόνον ως προς το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποιήσεως κατά τον χρόνο κινήσεως της διαδικασίας έρευνας. Κατά το Συμβούλιο και την Επιτροπή, με τη σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο προέβη ορθώς στην εν λόγω διάκριση, η οποία είναι σύμφωνη με τη νομολογία του και με την πρακτική των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, καταλήγοντας ακριβώς στο συμπέρασμα ότι, για τον προσδιορισμό του μεγαλύτερου τμήματος της κοινοτικής βιομηχανίας στο πλαίσιο αποτιμήσεως της ζημίας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον το κατώτατο όριο του 25 %, το οποίο αφορά τη συνολική κοινοτική παραγωγή, και όχι το όριο του 50 %, το οποίο αντιστοιχεί σε διαφορετικό ποσοστό, ήτοι στο ποσοστό των κοινοτικών παραγωγών που τοποθετήθηκαν επί της καταγγελίας.

Ανάλυση

122.

Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, δασμός αντιντάμπινγκ επιβάλλεται επί προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ μόνον όταν η θέση του εν λόγω προϊόντος σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Ένωσης προκαλεί ζημία, ως «ζημία» δε νοείται, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού, η σημαντική ζημία που προκαλείται στην κοινοτική βιομηχανία, ο κίνδυνος προκλήσεως σημαντικής ζημίας στην κοινοτική βιομηχανία ή η αισθητή καθυστέρηση στη δημιουργία κοινοτικής βιομηχανίας.

123.

Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, ως κοινοτική βιομηχανία νοείται, ιδίως για τις ανάγκες προσδιορισμού ενδεχόμενης ζημίας, το σύνολο των κοινοτικών παραγωγών ομοειδών προϊόντων ή εκείνοι εξ αυτών των οποίων η παραγωγή, αθροιστικώς λαμβανόμενη, αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής κοινοτικής παραγωγής των εν λόγω προϊόντων κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού. Συνεπώς, μολονότι ορίζει ότι η κοινοτική βιομηχανία περιλαμβάνει κατ’ αρχήν το σύνολο των παραγωγών ομοειδών προϊόντων, ο εν λόγω κανονισμός, συνεκτιμώντας τις δυσχέρειες προσδιορισμού του συνόλου των παραγωγών, προκειμένου ιδίως για βιομηχανίες κατακερματισμένες, με πολύ υψηλό αριθμό μικροπαραγωγών, παρέχει ομοίως τη δυνατότητα συνυπολογισμού μόνο μέρους αυτών, εφόσον οι συγκεκριμένοι παραγωγοί συναποτελούν «το μεγαλύτερο μέρος» της κοινοτικής παραγωγής.

124.

Εξ αυτού συνάγεται ότι εν λόγω κανονισμός προβλέπει παράλληλα δύο επιλογές για τον προσδιορισμό της κοινοτικής παραγωγής ενόψει του προσδιορισμού της ζημίας, χωρίς να καθιερώνει ιεραρχική σχέση μεταξύ τους.

125.

Η έννοια «μεγαλύτερο μέρος» συνιστά επομένως θεμελιώδη έννοια της κανονιστικής ρυθμίσεως περί αντιντάμπινγκ. Πράγματι, δεδομένου ότι ο βασικός κανονισμός επιτρέπει την επιβολή κυρώσεων για το ντάμπινγκ μόνον εφόσον αυτό προκαλεί ζημία, η δυνατότητα χρησιμοποιήσεως ως σημείου αναφοράς του «μεγαλύτερου μέρους» διευκολύνει την εκ μέρους της Επιτροπής διαπίστωση της υπάρξεως ζημίας, επιτρέποντάς της να θεμελιώσει την ανάλυσή της επί της καταστάσεως μέρους μόνον των κοινοτικών παραγωγών.

126.

Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού ορίζει την έννοια του μεγαλύτερου μέρους της συνολικής κοινοτικής παραγωγής αποκλειστικώς διά της παραπομπής στο άρθρο 5, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού. Εκτιμώ, ωστόσο, ότι το περιεχόμενο της εν λόγω παραπομπής δεν είναι σαφές.

127.

Μολονότι βούληση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν προφανώς η δημιουργία, διά της εν λόγω παραπομπής, δεσμού μεταξύ του ορίου αντιπροσωπευτικότητας της καταγγελίας ενόψει της κινήσεως διαδικασίας έρευνας αντιντάμπινγκ και του προσδιορισμού της εγχώριας παραγωγής που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό ενδεχόμενης ζημίας, το άρθρο 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού δεν σκοπεί στον ορισμό της έννοιας του μεγαλύτερου μέρους, για την οποία, εξάλλου, δεν γίνεται καν μνεία σε αυτό.

128.

Επιπροσθέτως, η εν λόγω διάταξη εισάγει τεκμήριο αντιπροσωπευτικότητας της καταγγελίας το οποίο βασίζεται σε διττό κριτήριο. Ενώ το ποσοστό 25 % υπολογίζεται βάσει της συνολικής παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος, το ποσοστό 50 % υπολογίζεται σε συνάρτηση με την παραγωγή εκείνων μόνον των παραγωγών οι οποίοι έλαβαν θέση υπέρ ή κατά της καταγγελίας. Εντούτοις, από το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού προκύπτει με σαφήνεια ότι το μεγαλύτερο μέρος πρέπει να προσδιορίζεται αποκλειστικώς σε συνάρτηση με τη «συνολική κοινοτική παραγωγή» του ομοειδούς προϊόντος, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η παραγωγή του μέρους της κοινοτικής βιομηχανίας που εξέφρασε την υποστήριξη ή την αντίθεσή του στην καταγγελία.

129.

Εν ολίγοις, το γεγονός ότι το άρθρο 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού δεν προσδιορίζει το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «μεγαλύτερο μέρος» αλλά αναφέρεται σε διττό κριτήριο αντιπροσωπευτικότητας, ενώ το άρθρο 4, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού προβλέπει ένα μόνον κριτήριο, καθιστά τον όρο «το μεγαλύτερο μέρος […] όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 4» ασαφή, αν όχι κενό περιεχομένου.

130.

Δεδομένου ότι εκ της γραμματικής ερμηνείας των άρθρων 4, παράγραφος 1, και 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού δεν δύναται να συναχθεί αναμφίλεκτη απάντηση επί του υπό εξέταση ζητήματος, επιβάλλεται η ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων, αφενός, με γνώμονα τους επιδιωκόμενους από αυτές σκοπούς, καθώς και του συστήματος και της οικονομίας του βασικού κανονισμού και, αφετέρου, κατά τρόπο συνάδοντα προς τη συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου VI της γενικής συμφωνίας δασμών και εμπορίου του 1994 (GATT) ( 66 ).

131.

Πρώτον, μολονότι ο βασικός κανονισμός περιέχει έναν μόνον ορισμό της κοινοτικής βιομηχανίας, τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 5, παράγραφος 4, αυτού είναι δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους διατάξεις οι οποίες αφορούν διαφορετικά στάδια της διαδικασίας αντιντάμπινγκ και διέπονται από διαφορετικές λογικές. Όπως ορθώς επισημαίνουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, ενώ το άρθρο 5, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού αφορά, κατά τον χρόνο κινήσεως της διαδικασίας έρευνας, τον προσδιορισμό του ορίου αντιπροσωπευτικότητας της καταγγελίας, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι αυτή υποστηρίζεται από επαρκή αριθμό κοινοτικών παραγωγών, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 1, αυτού, αφορά, κατά τη διάρκεια της έρευνας, τον προσδιορισμό της ζημίας που οι πρακτικές ντάμπινγκ προκαλούν στην κοινοτική βιομηχανία. Οι δύο αυτές τελευταίες διατάξεις υπηρετούν διαφορετικό σκοπό ο οποίος συνίσταται στην παροχή στα θεσμικά όργανα της Ένωσης της δυνατότητας εκτιμήσεως της ζημίας παρά τη δυσχέρεια, αν όχι αδυναμία, συγκεντρώσεως αντικειμενικών στοιχείων αξιολογήσεως για το σύνολο των κοινοτικών παραγωγών, ιδίως οσάκις η αγορά του οικείου προϊόντος είναι μια αγορά κατακερματισμένη στην οποία δραστηριοποιούνται πολυάριθμοι παραγωγοί.

132.

Δεύτερον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, μολονότι, κατά πάγια νομολογία, η συμφωνία για την ίδρυση του ΠΟΕ και οι περιλαμβανόμενες στα παραρτήματα 1, 2 και 3 αυτής συμφωνίες δεν συγκαταλέγονται κατ’ αρχήν μεταξύ των κανόνων με γνώμονα τους οποίους το Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης ( 67 ), κατά πάγια επίσης νομολογία, η υπεροχή των συναπτομένων από την Ένωση διεθνών συμφωνιών έναντι του παράγωγου δικαίου επιτάσσει την ερμηνεία των διατάξεων του παράγωγου δικαίου, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο συνάδοντα προς τις εν λόγω συμφωνίες ( 68 ), ιδίως οσάκις οι διατάξεις αυτές έχουν ακριβώς ως σκοπό να θέσουν σε εφαρμογή διεθνή συμφωνία συναφθείσα από την Ένωση ( 69 ). Συνεπώς, ανεξαρτήτως του ζητήματος κατά πόσον οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως αντιστοιχούν σε μία εκ των δύο περιπτώσεων στις οποίες αναφέρθηκε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του Fedio κατά Επιτροπής (70/87, EU:C:1989:254) και Nakajima κατά Συμβουλίου (C‑69/89, EU:C:1991:186), στο πλαίσιο των οποίων αποτελεί έργο του δικαστή της Ένωσης να ελέγξει τη νομιμότητα των πράξεων της Ένωσης υπό το πρίσμα των κανόνων του ΠΟΕ, η αρχή της σύμφωνης ερμηνείας, συμφυής με την υπεροχή των συναπτομένων από την Ένωση διεθνών συμφωνιών έναντι του παράγωγου δικαίου, επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη η ερμηνεία της συμφωνίας αντιντάμπινγκ κατά την ερμηνεία των αντίστοιχων διατάξεων του βασικού κανονισμού. Επομένως, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο, όπως μόλις επισημάνθηκε, επιδέχεται, λόγω της αμφισημίας του, περισσότερες της μίας ερμηνείες, πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο σύμφωνο προς τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 4.1 της συμφωνίας αντιντάμπινγκ, το οποίο αναφέρεται ομοίως στην έννοια «μεγαλύτερο μέρος» προκειμένου να προσδιορίσει, για τους σκοπούς της εν λόγω συμφωνίας, το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «εγχώριος κλάδος παραγωγής».

133.

Συναφώς, η έκθεση της ειδικής ομάδας του ΠΟΕ της 22ας Απριλίου 2003, με τίτλο «Αργεντινή – Οριστικοί δασμοί αντιντάμπινγκ που αφορούν το κρέας πουλερικών προελεύσεως Βραζιλίας» ( 70 ), και η έκθεση του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου του ΠΟΕ της 15ης Ιουλίου 2011, με τίτλο «Ευρωπαϊκές Κοινότητες – Οριστικά μέτρα αντιντάμπινγκ για τις εισαγωγές ορισμένων συνδετήρων από σίδηρο ή χάλυβα από την Κίνα» ( 71 ), προσφέρουν χρήσιμα στοιχεία για την ερμηνεία της έννοιας «μεγαλύτερο μέρος».

134.

Με την έκθεση της 22ας Απριλίου 2003 η ειδική ομάδα του ΠΟΕ δέχθηκε ότι ως «μεγαλύτερο μέρος» για τις ανάγκες ορισμού του εγχώριου κλάδου παραγωγής θα πρέπει να νοείται ένα «σημαντικό, σοβαρό ή αξιόλογο» μέρος της συνολικής εγχώριας παραγωγής και ότι το άρθρο 4.1 της συμφωνίας δεν απαιτεί να αποτελείται ο εγχώριος κλάδος παραγωγής από εγχώριους παραγωγούς αντιπροσωπεύοντες ποσοστό πλέον του 50 % της συνολικής εγχώριας παραγωγής ( 72 ). Στο πλαίσιο της υποθέσεως που είχε υποβληθεί στην κρίση της, η ειδική ομάδα του ΠΟΕ δέχθηκε, κατά συνέπεια, ότι ο εγχώριος κλάδος παραγωγής αποτελείτο από εγχώριους παραγωγούς αντιπροσωπεύοντες μόνον το 46 % της συνολικής εγχώριας παραγωγής ( 73 ).

135.

Με την έκθεση της 15ης Ιουλίου 2011 το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο του ΠΟΕ, αφού προέβη στη διαπίστωση ότι το άρθρο 4.1 της συμφωνίας αντιντάμπινγκ δεν ορίζει συγκεκριμένο ποσοστό βάσει του οποίου να μπορεί να εκτιμηθεί ποιο μέγεθος συνιστά το «μεγαλύτερο μέρος» ( 74 ), επισήμανε ότι, λαμβανομένου υπόψη του συγκειμένου του, ο όρος αυτός θα πρέπει να ερμηνεύεται ως ένα «σχετικώς υψηλό» ποσοστό της συνολικής εγχώριας παραγωγής, το οποίο «θα αντικατοπτρίζει κατά κανόνα σε σημαντικό βαθμό τη συνολική εγχώρια παραγωγή» ( 75 ).

136.

Εν συνεχεία, εμμένοντας στη σημασία του ακριβούς προσδιορισμού της ζημίας, το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο του ΟΗΕ διευκρίνισε ότι, μολονότι η προσφυγή στην έννοια του μεγαλύτερου μέρους καθιστούσε δυνατή, ιδίως προκειμένου για κατακερματισμένη αγορά με πολυάριθμους παραγωγούς, την άμβλυνση των πρακτικών προσκομμάτων για την απόκτηση πληροφοριών σχετικών με το σύνολο της παραγωγής, μέσω της αποδοχής, εν ανάγκη, ποσοστού χαμηλότερου του κατά κανόνα επιτρεπόμενου σε αγορά λιγότερο κατακερματισμένη, επεβάλλετο να εξασφαλισθεί ότι ο ορισμός του εγχώριου κλάδου παραγωγής «είναι ικανός να παράσχει πολυάριθμα δεδομένα για μια ακριβή ανάλυση της ζημίας» και ότι αυτός δεν συνεπάγεται σημαντικό κίνδυνο ασυμμετρίας των οικονομικών δεδομένων και στρεβλώσεως κατά τον προσδιορισμό ενδεχόμενης ζημίας ( 76 ).

137.

Τέλος, εξετάζοντας το επιχείρημα της Ένωσης η οποία υποστήριζε ότι, για τον προσδιορισμό του μεγαλύτερου μέρους κατά την έννοια του άρθρου 4.1 της συμφωνίας αντιντάμπινγκ, έπρεπε να ληφθούν υπόψη τα όρια που προβλέπονται από το άρθρο 5.4 της ιδίας συμφωνίας και ότι, συνεπώς, μπορούσε να γίνει δεκτό ότι οι παραγωγοί που αντιπροσώπευαν ποσοστό ίσο ή υψηλότερο του 25 % της εγχώριας παραγωγής μπορούσαν θεμιτώς να θεωρούνται ως αντιπροσωπεύοντες το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής παραγωγής, το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο του ΠΟΕ έκρινε ότι «η άποψη αυτή δεν έβρισκε κανένα έρεισμα στο γράμμα της διατάξεως» και ότι, μολονότι η Ένωση δήλωνε ότι, κατά τις σχετικές διαπραγματεύσεις, οι συζητήσεις επί του μεγαλυτέρου μέρους και επί της αντιπροσωπευτικότητας είχαν διεξαχθεί παράλληλα, γεγονός παρέμενε ότι δεν είχε επιτευχθεί συμφωνία επί του καθορισμού ειδικού ποσοστού, επιτρέποντος να προσδιορίζεται αφηρημένως τι συνιστά «μεγαλύτερο μέρος». Κατά το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο του ΠΟΕ, τα άρθρα 4.1 και 5.4 της συμφωνίας αντιντάμπινγκ αφορούν διαφορετικές πτυχές της διαδικασίας αντιντάμπινγκ, καθώς το μεν άρθρο 4.1 ορίζει τον εγχώριο κλάδο παραγωγής ο οποίος είναι κρίσιμος για τον προσδιορισμό ενδεχόμενης ζημίας, το δε άρθρο 5.4 ορίζει, ανεξαρτήτως του τρόπου προσδιορισμού του εγχώριου κλάδου παραγωγής, ένα κατώτατο όριο σχετικό με την υποστήριξη της αιτήσεως κινήσεως διαδικασίας έρευνας ( 77 ).

138.

Τέλος, το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο του ΠΟΕ, μολονότι έλαβε υπόψη την κατακερματισμένη φύση της οικείας αγοράς, έκρινε, στο πλαίσιο της εν λόγω διαφοράς, ότι το όριο του 27 % που δέχθηκε η Επιτροπή «[κ]ατόπιν της εφαρμογής ως σημείου αναφοράς του ποσοστού [25 %], ποσοστού απολύτως άσχετου προς την ορθή ερμηνεία του όρου “μεγαλύτερο μέρος”», συνιστούσε ποσοστό ιδιαιτέρως χαμηλό για να θεωρηθεί «μεγαλύτερο μέρος» ( 78 ).

139.

Εκ της προηγηθείσας αναλύσεως προκύπτει ότι είναι πλέον δυνατή μία μόνον ερμηνεία της έννοιας «μεγαλύτερο μέρος». Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, ως «μεγαλύτερο μέρος» πρέπει να νοηθεί ποσοστό της κοινοτικής παραγωγής αρκούντως σημαντικό ώστε να αντιπροσωπεύει, τρόπον τινά, την εν λόγω παραγωγή με σχετική πιστότητα. Εν ολίγοις, η κειμενική σχέση μεταξύ των άρθρων 4, παράγραφος 1, και 9, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, την οποία άλλωστε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή χαρακτήρισε ως «ατυχή», είναι αντίθετη τόσο προς το πνεύμα όσο και προς τη λογική και τους σκοπούς της κανονιστικής ρυθμίσεως της Ένωσης περί αντιντάμπινγκ, όπως αυτή ερμηνεύεται με γνώμονα τη συμφωνία αντιντάμπινγκ, και πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί, κενή κανονιστικού περιεχομένου.

140.

Ενδεχόμενη αποδοχή, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, της θέσεως ότι το μεγαλύτερο μέρος δύναται να ισούται προς το ένα τέταρτο μόνον της συνολικής κοινοτικής παραγωγής θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση της δυνατότητας πραγματικής καταστρατηγήσεως των όρων της κανονιστικής ρυθμίσεως περί αντιντάμπινγκ, καθιστώντας δυνατή τη λήψη μέτρων προς όφελος μόνο μιας μειονότητας της κοινοτικής βιομηχανίας, έστω και αν τα τρία τέταρτα της βιομηχανίας αυτής δεν υφίσταντο ζημία.

141.

Επιβάλλεται εντούτοις η επισήμανση ότι, με τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες δεν προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο εφαρμογή του εν λόγω κατώτατου ορίου του 25 %. Οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο μόνον τη μη σωρευτική εφαρμογή του εν λόγω κατωτάτου ορίου με το προβλεπόμενο από το άρθρο 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού όριο του 50 %.

142.

Η θέση ότι η περιλαμβανόμενη στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού παραπομπή στο άρθρο 5, παράγραφος 4, αυτού εμπερικλείει άνευ όρων επιταγή περί σωρευτικής εφαρμογής των δύο κατωτάτων ορίων που προβλέπονται από το άρθρο 5, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού για τον προσδιορισμό της αντιπροσωπευτικότητας της καταγγελίας βασίζεται, κατά την άποψή μου, σε πεπλανημένη ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού, το οποίο διευκρινίζει ότι το μεγαλύτερο μέρος πρέπει να προσδιορίζεται με αναφορά στη «συνολική κοινοτική παραγωγή» και όχι στο μέρος της εγχώριας παραγωγής που τοποθετήθηκε επί της καταγγελίας.

143.

Ως εκ τούτου, φρονώ ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο διατυπώνεται αποκλειστικώς η αιτίαση ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εφάρμοσε σωρευτικώς τα δύο κατώτατα όρια του άρθρου 5, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, είναι αβάσιμος.

144.

Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί χωρίς να καθίσταται αναγκαία η περαιτέρω εξέταση του ζητήματος κατά πόσον τα θεσμικά όργανα της Ένωσης υπέπεσαν σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κρίνοντας ότι το ζήτημα της εξακολουθήσεως ή της επανεμφανίσεως της ζημίας ηδύνατο να εξετασθεί βάσει των δεδομένων ενός μόνον παραγωγού, αντιπροσωπεύοντος το 48 % της συνολικής κοινοτικής παραγωγής.

145.

Αρκεί συναφώς η επισήμανση ότι, λαμβανομένης υπόψη της όλως ιδιάζουσας διαμορφώσεως της οικείας αγοράς, αγοράς διαμοιρασμένης μεταξύ τεσσάρων κοινοτικών παραγωγών των οποίων οι δραστηριότητες περιελάμβαναν, πέραν της παραγωγής εντός της Ένωσης, ομοίως εισαγωγές, δεν είναι, κατά την άποψή μου, αντίθετο προς τη λογική της κανονιστικής ρυθμίσεως περί αντιντάμπινγκ το γεγονός ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης έλαβαν υπόψη τη ζημία που προκλήθηκε σε εκείνον μόνον εκ των παραγωγών ο οποίος παρουσίαζε τη μεγαλύτερη παραγωγή εντός της Ένωσης και τις πιο περιορισμένες εισαγωγές, ως ποσοστό των πωλήσεών του.

146.

Για τους λόγους αυτούς εκτιμώ ότι επιβάλλεται η απόρριψη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.

V – Πρόταση

147.

Λαμβανομένης υπόψη της προεκτεθείσας συλλογιστικής, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:

1)

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

2)

Η Philips Lighting Poland SA και η Philips Lighting BV καταδικάζονται στα δικαστικά έξοδα.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) Στο εξής: Philips Poland.

( 3 ) Στο εξής, ομού: Philips Lighting.

( 4 ) T‑469/07, EU:T:2013:370, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

( 5 ) ΕΕ L 272, σ. 1, στο εξής: επίδικος κανονισμός.

( 6 ) ΕΕ L 56, σ. 1.

( 7 ) ΕΕ L 340, σ. 17, στο εξής: βασικός κανονισμός.

( 8 ) ΕΕ L 195, σ. 8. Εν προκειμένω, ο εν λόγω κανονισμός τυγχάνει εφαρμογής όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1322/2006 του Συμβουλίου, της 1ης Σεπτεμβρίου 2006 (ΕΕ L 244, σ. 1).

( 9 ) ΕΕ L 145, σ. 1.

( 10 ) ΕΕ L 244, σ. 1.

( 11 ) Στο εξής: Osram.

( 12 ) Στο εξής: CFL-i.

( 13 ) Στο εξής: GE Hungary.

( 14 ) Στο εξής: Sylvania.

( 15 ) 264/82, EU:C:1985:119.

( 16 ) C‑239/99, EU:C:2001:101.

( 17 ) C‑358/89, EU:C:1991:214.

( 18 ) Σκέψη 62 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

( 19 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Mebrom κατά Επιτροπής (T‑216/05, EU:T:2007:148)· διάταξη Charron Inox και Almet κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (T‑445/11 και T‑88/12, EU:T:2013:4)· Marchiani κατά Κοινοβουλίου (T‑479/13, EU:T:2014:866) και Club Hotel Loutraki κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑58/13, EU:T:2015:1), καθώς και διάταξη Istituto di vigilanza dell’urbe κατά Επιτροπής (T‑579/13, EU:T:2015:27).

( 20 ) C‑23/00 P, EU:C:2002:118.

( 21 ) C‑233/02, EU:C:2004:173.

( 22 ) C‑6/06 P, EU:C:2007:702.

( 23 ) Όπως προκύπτει από τη σκέψη 37 της αποφάσεως Συμβούλιο κατά Boehringer (C‑23/00 P, EU:C:2002:118) και από το σημείο 28 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα D. Ruiz-Jarabo Colomer στην υπόθεση Συμβούλιο κατά Boehringer (C‑23/00 P, EU:C:2001:511), η προταθείσα ένσταση απαραδέκτου αφορούσε την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως των προσφευγουσών κατά το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, EΚ.

( 24 ) Σκέψη 52 της εν λόγω αποφάσεως.

( 25 ) Σκέψη 21 της αποφάσεως Cofradía de pescadores «San Pedro» de Bermeo κ.λπ. κατά Συμβουλίου (C‑6/06 P, EU:C:2007:702).

( 26 ) Βλ. απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής (C‑298/00 P, EU:C:2004:240, σκέψη 35), καθώς και διάταξη Cheminova κ.λπ. κατά Επιτροπής [C‑60/08 P(R), EU:C:2009:181, σκέψη 31].

( 27 ) C‑176/06 P, EU:C:2007:730.

( 28 ) Σκέψη 18. Συναφώς, βλ. επίσης διατάξεις Complejo Agrícola κατά Επιτροπής (C‑415/08 P, EU:C:2009:574, σκέψη 22) και Calebus κατά Επιτροπής (C‑421/08 P, EU:C:2009:575, σκέψη 22). Εκ των δύο αυτών διατάξεων απορρέουν, αφενός, η αρχή ότι ο έλεγχος της ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ασκήσαντος προσφυγή ακυρώσεως αποτελεί «υποχρέωση» του Δικαστηρίου ως αναιρετικού δικαστή και, αφετέρου, η αρχή ότι η επιβαλλόμενη από το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, EΚ προϋπόθεση συνιστά λόγο απαραδέκτου δημοσίας τάξεως τον οποίο τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης «δύνανται» να εξετάζουν ανά πάσα στιγμή, ακόμη και αυτεπαγγέλτως (βλ. σκέψη 21 των δύο αυτών διατάξεων). Πέραν του γεγονότος ότι η διαμόρφωση της δεύτερης αυτής αρχής αποδίδεται πεπλανημένως στη σκέψη 18 της αποφάσεως Stadtwerke Schwäbisch Hall κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑176/06 P, EU:C:2007:730), η οποία δεν την μνημονεύει, από την αντιπαραβολή των σκέψεων 21 και 22 των δύο αυτών ομοίων διατάξεων προκύπτει αβεβαιότητα ως προς το ζήτημα κατά πόσον η εξέταση του λόγου απαραδέκτου δημοσίας τάξεως που απορρέει από την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως συνιστά υποχρέωση ή απλή δυνατότητα του δικαστή της Ένωσης.

( 29 ) Βλ. απόφαση Stichting Woonlinie κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑133/12 P, EU:C:2014:105, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 30 ) T‑532/08, EU:T:2010:353.

( 31 ) T‑539/08, EU:T:2010:354.

( 32 ) Διατάξεις Norilsk Nickel Harjavalta και Umicore κατά Επιτροπής (T‑532/08, EU:T:2010:353, σκέψεις 69 και 70), καθώς και Etimine και Etiproducts κατά Επιτροπής (T‑539/08, EU:T:2010:354, σκέψεις 75 και 76).

( 33 ) Όπ.π. (αντιστοίχως, σκέψη 71 και σκέψη 77).

( 34 ) Όπ.π. (αντιστοίχως, σκέψη 72 και σκέψη 78).

( 35 ) Όπ.π. (αντιστοίχως, σκέψη 73 και σκέψη 79).

( 36 ) Συναφώς, βλ., προκειμένου για την εφαρμογή των σχετικών με την ιθαγένεια της Ένωσης διατάξεων, αποφάσεις D’Hoop (C‑224/98, EU:C:2002:432, σκέψη 25)· Lassal (C‑162/09, EU:C:2010:592, σκέψη 39)· Runevič-Vardyn και Wardyn (C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 55), καθώς και Ziolkowski και Szeja (C‑424/10 και C‑425/10, EU:C:2011:866, σκέψη 58).

( 37 ) Βλ., συναφώς, απόφαση Westzucker (1/73, EU:C:1973:78), κατά την οποία, «[σύμφωνα με γενικώς αναγνωρισμένη αρχή], [ο]ι τροποποιητικοί νόμοι εφαρμόζονται, πλην εξαιρέσεων, στα μελλοντικά αποτελέσματα καταστάσεων που δημιουργήθηκαν υπό το κράτος του παλαιού νόμου» (σκέψη 5). Πρόκειται, εξ όσων γνωρίζω, για την πρώτη απόφαση με την οποία το Δικαστήριο ανακήρυξε την άμεση ισχύ σε «γενικώς αναγνωρισμένη αρχή». Συναφώς, βλ. επίσης αποφάσεις Gemeinde Altrip κ.λπ. (C‑72/12, EU:C:2013:712, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και Balazs και Casa Judeţeană de Pensii Cluj (C‑401/13 και C‑432/13, EU:C:2015:26, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 38 ) Συναφώς, βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Bureau national interprofessionnel du Cognac (C‑4/10 και C‑27/10, EU:C:2011:484, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· Toshiba Corporation κ.λπ. (C‑17/10, EU:C:2012:72, σκέψη 51), καθώς και Kuso (C‑614/11, EU:C:2013:544, σκέψη 24 εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 39 ) Βλ. αποφάσεις Conserchimica (C‑261/96, EU:C:1997:524, σκέψη 17)· Beemsterboer Coldstore Services (C‑293/04, EU:C:2006:162, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· Dell’Orto (C‑467/05, EU:C:2007:395, σκέψη 48)· Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑334/08, EU:C:2010:414, σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· Toshiba Corporation κ.λπ. (C‑17/10, EU:C:2012:72, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑610/10, EU:C:2012:781, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και Melloni (C‑399/11, EU:C:2013:107, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 40 ) Απόφαση Dell’Orto (C‑467/05, EU:C:2007:395, σκέψη 49).

( 41 ) Αποφάσεις Meridionale Industria Salumi κ.λπ. (212/80 έως 217/80, EU:C:1981:270, σκέψη 11), καθώς και Reichelt (113/81, EU:C:1982:206, σκέψη 13). Βλ., επίσης, απόφαση Conserchimica (C‑261/96, EU:C:1997:524, σκέψη 17) και, επί του εύρους της εν λόγω εξαιρέσεως, απόφαση Molenbergnatie (C‑201/04, EU:C:2006:136, σκέψεις 31 έως 34).

( 42 ) Επί της εν λόγω διακρίσεως η οποία έχει διαμορφωθεί στη θεωρία, βλ. Roubier, P., Le droit transitoire (conflits des lois dans le temps), 2η έκδ., Dalloz et Sirey, Παρίσι, 1960, σ. 545 επ.

( 43 ) Η υπογράμμιση δική μου.

( 44 ) C‑283/09, EU:C:2011:85.

( 45 ) Σκέψη 28.

( 46 ) Βλ. απόφαση Telefónica κατά Επιτροπής (C‑274/12 P, EU:C:2013:852, σκέψη 27).

( 47 ) Βλ. απόφαση Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625).

( 48 ) Βλ. απόφαση Telefónica κατά Επιτροπής (C‑274/12 P, EU:C:2013:852).

( 49 ) 25/62, EU:C:1963:17.

( 50 ) Σ. 223. Βλ., εσχάτως, διάταξη Banco Bilbao Vizcaya Argentaria και Telefónica κατά Επιτροπής (C‑587/13 P και C‑588/13 P, EU:C:2015:18, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 51 ) Βλ. διάταξη Gesamtverband der deutschen Textil- und Modeindustrie κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ. [C‑3/11 P(I), EU:C:2011:665, σκέψη 13 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία], καθώς και απόφαση Valimar (C‑374/12, EU:C:2014:2231, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 52 ) Βλ. απόφαση Valimar (C‑374/12, EU:C:2014:2231, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 53 ) Όπ.π. (σκέψη 32).

( 54 ) Βλ. απόφαση Neotype Techmashexport κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (C‑305/86 και C‑160/87, EU:C:1990:295, σκέψεις 19 και 20).

( 55 ) Βλ. μεταξύ άλλων, συναφώς, απόφαση Allied Corporation κ.λπ. κατά Επιτροπής (239/82 και 275/82, EU:C:1984:68, σκέψεις 15 και 16). Βλ. επίσης, συναφώς, την κριτική του E. Van Ginderachter στο Van Ginderachter, E., «Recevabilité des recours en matière de dumping», Cahiers de droit européen, 1987, αριθ. 1 και 2, σ. 623.

( 56 ) C‑358/89, EU:C:1991:214.

( 57 ) Σκέψη 17.

( 58 ) Απόφαση Neotype Techmashexport κατά Συμβουλίου (C‑305/86 και C‑160/87, EU:C:1990:295).

( 59 ) Απόφαση Timex κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (264/82, EU:C:1985:119, σκέψεις 14 και 15).

( 60 ) Βλ., ειδικότερα, την κριτική που ασκεί ως προς το εν λόγω κριτήριο ο E. Van Ginderachter, όπ.π.

( 61 ) T‑249/06, EU:T:2009:62.

( 62 ) Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 8, του βασικού κανονισμού, αν η καταγγελία ανακληθεί προ της ενάρξεως της έρευνας, λογίζεται ως μη υποβληθείσα.

( 63 ) Σκέψη 26 της εν λόγω αποφάσεως.

( 64 ) Σκέψη 11 της εν λόγω αποφάσεως.

( 65 ) Βλ. Didier, P., «Le code anti-dumping du cycle de l’Uruguay: impact dans la Communauté», Cahiers de droit européen, 1994, αριθ. 3 και 4, σ. 251, ο οποίος επισημαίνει ότι η υποστήριξη ή η εναντίωση σε καταγγελία δύναται να οφείλεται σε ποικίλους λόγους και ότι, επί παραδείγματι, πολλοί εκ των εγχώριων παραγωγών δύνανται να υποστηρίζουν καταγγελία ενόσω η υποστήριξη αυτή «δεν συνεπάγεται για τους ίδιους καμία υποχρέωση οικονομικής ή πνευματικής φύσεως» (σ. 291)

( 66 ) ΕΕ L 336, σ. 103, στο εξής: συμφωνία αντιντάμπινγκ. Η εν λόγω συμφωνία περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1 A της συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), η οποία υπεγράφη στο Μαρακές τη 15η Απριλίου 1994 και ενεκρίθη με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθ’ όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ 1994, L 336, σ. 1).

( 67 ) Απόφαση LVP (C‑306/13, EU:C:2014:2465, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 68 ) Βλ. αποφάσεις Z. (C‑363/12, EU:C:2014:159, σκέψη 72 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και Glatzel (C‑356/12, EU:C:2014:350, σκέψη 70 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 69 ) Βλ. απόφαση Petrotub και Republica κατά Συμβουλίου (C‑76/00 P, EU:C:2003:4, σκέψη 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 70 ) WT/DS241/R.

( 71 ) WT/DS397/AB/R.

( 72 ) WT/DS241/R (σημείο 7.341).

( 73 ) Όπ.π. (σημείο 7.344).

( 74 ) WT/DS397/AB/R (σημείο 411).

( 75 ) Όπ.π. (σημείο 412).

( 76 ) Όπ.π. (σημεία 413 έως 416).

( 77 ) Όπ.π (σημεία 417 και 418).

( 78 ) Όπ.π. (σημείο 425).