ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 13ης Μαρτίου 2014 ( 1 )
Υπόθεση C‑66/13
Green Network SpA
κατά
Autorità per l’energia elettrica e il gas
[αίτηση του Consiglio di Stato (Ιταλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Περιβάλλον — Προαγωγή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας — Οδηγία 2001/77/ΕΚ — Εγγυήσεις προελεύσεως — Σύναψη διμερούς συμφωνίας μεταξύ κράτους μέλους και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την αναγνώριση των εγγυήσεων προελεύσεως — Εξωτερική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης»
I – Εισαγωγή
|
1. |
Με τη θεμελιώδη απόφασή του της 31ης Μαρτίου 1971, 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, γνωστή ως «AETR» ( 2 ), το Δικαστήριο καθιέρωσε την αρχή ότι η αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας να αναλαμβάνει διεθνείς δεσμεύσεις δεν υφίσταται μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται ρητώς στη Συνθήκη ΕΟΚ, αλλά μπορεί να συνάγεται επίσης σιωπηρώς από τις αρμοδιότητες που απονέμονται στην Κοινότητα σε εσωτερικό επίπεδο, και αναγνώρισε ότι, εφόσον η Κοινότητα έχει πράγματι ασκήσει την αρμοδιότητά της στο εσωτερικό επίπεδο θεσπίζοντας κοινούς κανόνες, η παράλληλη εξωτερική αρμοδιότητά της καθίσταται αποκλειστική, με συνέπεια τα κράτη μέλη να μην είναι πλέον ελεύθερα να αναλαμβάνουν έναντι τρίτων κρατών δεσμεύσεις που μπορούν να θίξουν τους κανόνες αυτούς ή να αλλοιώσουν το περιεχόμενό τους. |
|
2. |
Η υπό κρίση υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις που διέπουν την εφαρμογή του προαναφερθέντος δόγματος AETR στο πλαίσιο της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος και, ειδικότερα, της αναπτύξεως της ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ( 3 ). |
|
3. |
Με τα υπό εξέταση ερωτήματα ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει, κατά κύριο λόγο, αν η έκδοση της οδηγίας 2001/77/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, για την προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ( 4 ), επέφερε την απώλεια της συντρέχουσας εθνικής αρμοδιότητας των κρατών μελών, στερώντας από αυτά τη δυνατότητα να συνάπτουν με τρίτα κράτη συμφωνίες για την αναγνώριση των εγγυήσεων προελεύσεως ως μέσου αποδείξεως της πράσινης προελεύσεως της ηλεκτρικής ενέργειας που εισάγεται από τα κράτη αυτά. |
|
4. |
To Consiglio di Stato (Ιταλία) διερωτάται επίσης αν η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο προηγούμενο ερώτημα είναι διαφορετική, σε περίπτωση που το οικείο τρίτο κράτος είναι η Ελβετική Συνομοσπονδία, η οποία στις 22 Ιουλίου 1972 συνήψε με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών ( 5 ), η οποία στο άρθρο 13, παράγραφος 1, απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς στις εισαγωγές και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, εκτός αν δικαιολογούνται από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 20 της συμφωνίας αυτής ( 6 ). |
|
5. |
Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, τέλος, το Δικαστήριο αν η απάντηση που πρέπει να δοθεί στα προηγούμενα ερωτήματα είναι διαφορετική, σε περίπτωση που διάταξη της εθνικής νομοθεσίας προβλέπει την προηγούμενη σύναψη συμφωνίας, όχι μεταξύ του κράτους μέλους και του οικείου τρίτου κράτους, αλλά μεταξύ των φορέων που διαχειρίζονται τα δίκτυα των δύο αυτών κρατών, ιδίως όταν η συμφωνία αυτή είναι σιωπηρή, δεν έχει περιληφθεί σε επίσημο έγγραφο, και η μόνη ένδειξη περί της υπάρξεώς της είναι τα όσα σχετικώς υποστήριξε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης. |
|
6. |
Με τις προτάσεις αυτές θα υποστηρίξω, πρώτον, ότι λόγω του ότι οι εγγυήσεις προελεύσεως αφορούν τομέα καλυπτόμενο ήδη σε μεγάλο βαθμό από τους κοινούς κανόνες που έχουν θεσπιστεί σταδιακώς από της εκδόσεως της οδηγίας 2001/77 και εντεύθεν, με την προοπτική της ακόμα πληρέστερης εναρμονίσεως, η άσκηση της εσωτερικής αρμοδιότητας της Ένωσης συνεπάγεται την αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητά της, η οποία αντιτίθεται σε διάταξη της εθνικής νομοθεσίας όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, προβλέπουσα τη σύναψη διεθνών συμφωνιών μεταξύ του οικείου κράτους μέλους και τρίτων κρατών, για την αναγνώριση των εγγυήσεων προελεύσεως. |
|
7. |
Δεύτερον, θα υποστηρίξω ότι η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα δεν διαφοροποιείται από το γεγονός ότι το οικείο τρίτο κράτος είναι η Ελβετική Συνομοσπονδία, με τη οποία η Κοινότητα συνήψε τη συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών. |
|
8. |
Τρίτον, θα καταδείξω ότι παρέλκει η απάντηση στο τρίτο και το τέταρτο ερώτημα και, επικουρικώς, ότι η αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα που συνεπάγεται η άσκηση εκ μέρους της Ένωσης της αρμοδιότητάς της στο εσωτερικό επίπεδο αντιτίθεται επίσης, βάσει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, σε διάταξη της εθνικής νομοθεσίας που παραπέμπει σε προηγουμένως συναφθείσα συμφωνία, όχι μεταξύ του κράτους μέλους και του οικείου τρίτου κράτους, αλλά μεταξύ των οργανισμών που διαχειρίζονται τα δίκτυα των δύο αυτών κρατών, εφόσον μια τέτοια διάταξη έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα να παρακάμψει την αδυναμία αναλήψεως διεθνών υποχρεώσεων από τα κράτη μέλη έναντι τρίτων κρατών. |
II – Τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο
|
9. |
Τα ερωτήματα του Consiglio di Stato ερείδονται επί των ακόλουθων κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. |
|
10. |
Η Green Network SpA ( 7 ), η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της πωλήσεως ηλεκτρικής ενέργειας, εισήγαγε στην Ιταλία δυνάμει συμβάσεως παροχής συναφθείσας στις 2 Ιουνίου 2005 με την Aar e Ticino SA di Elettricità, 873855 MWh ηλεκτρική ενέργεια η οποία είχε παραχθεί από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ( 8 ) στην Ελβετία. |
|
11. |
Στην Ιταλία η εισαγωγή ηλεκτρικής ενέργειας υπόκειται, κατ’ αρχήν, στην προϋπόθεση τηρήσεως εκ μέρους του παραγωγού μιας υποχρεώσεως η οποία σκοπεί στην προαγωγή της χρήσεως πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας. Συγκεκριμένα, από το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 3, του νομοθετικού διατάγματος 79 για την εφαρμογή της οδηγίας 96/92/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (decreto legislativo n. 79 — Attuazione della direttiva 96/92/CE recante norme comuni per il mercato interno dell’energia elettrica), της 16ης Μαρτίου 1999 ( 9 ), προκύπτει ότι όσοι παρήγαγαν ή εισήγαγαν ηλεκτρική ενέργεια έχουν την υποχρέωση να διοχετεύσουν στο εθνικό δίκτυο κατά το επόμενο έτος ορισμένο ποσοστό πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας προερχόμενης από μονάδες παραγωγής που τέθηκαν σε λειτουργία ή αύξησαν την παραγωγή τους μετά από τη θέση σε ισχύ του ανωτέρω διατάγματος, ενώ συγχρόνως προβλέπεται η δυνατότητα απαλλαγής από την ανωτέρω υποχρέωση είτε με την προσκόμιση πιστοποιητικού που αποδεικνύει ότι έχει διοχετευθεί στο εθνικό δίκτυο ποσοστό παραχθείσας ή εισαχθείσας πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας είτε με την αγορά πράσινων πιστοποιητικών από τον διαχειριστή του εθνικού δικτύου ο οποίος, από την 1η Νοεμβρίου 2005, φέρει την επωνυμία Gestore dei Servizi Energetici — GSE SpA ( 10 ). |
|
12. |
Η απαλλαγή, όμως, του εισαγωγέα πράσινης ενέργειας από αυτή την υποχρέωση υπόκειται στους όρους που καθορίστηκαν με το άρθρο 4, παράγραφος 6, της υπουργικής αποφάσεως της 11ης Νοεμβρίου 1999, στη συνέχεια με το άρθρο 20, παράγραφος 3, του νομοθετικού διατάγματος 387 για την εφαρμογή της οδηγίας 2001/77 (decreto legislativo n. 387 — Attuazione della direttiva 2001/77), της 29ης Δεκεμβρίου 2003 ( 11 ). |
|
13. |
Το πρώτο από τα ανωτέρω κείμενα ορίζει τα εξής: «Η εκπλήρωση της υποχρεώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 11, [παράγραφος] 1 […], του νομοθετικού διατάγματος 79 […], είναι δυνατή διά της εισαγωγής, εν όλω ή εν μέρει, ηλεκτρικής ενέργειας παραγόμενης από μονάδες που ετέθησαν σε λειτουργία μετά την 1η Απριλίου 1999 και οι οποίες τροφοδοτούνται από ανανεώσιμες πηγές, εφόσον οι εν λόγω μονάδες λειτουργούν σε τρίτες χώρες οι οποίες υιοθετούν ανάλογες μεθόδους προωθήσεως και ενθαρρύνσεως των ανανεώσιμων πηγών, βασισμένες σε μηχανισμούς αγοράς που αναγνωρίζουν την ίδια δυνατότητα σε μονάδες που λειτουργούν στην Ιταλία. Στην περίπτωση αυτή, ο υπόχρεος υποβάλλει την προβλεπόμενη από την παράγραφο 3 αίτηση συνοδευόμενη από τη σύμβαση αγοράς της ενέργειας που παράγεται από τη μονάδα και από έγκυρο τίτλο για έγχυση της εν λόγω ενέργειας στο εθνικό δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας. Τα στοιχεία πρέπει να πιστοποιούνται στο σύνολό τους από την αρχή που ορίζεται κατά το άρθρο 20, παράγραφος 3, της οδηγίας 96/92/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ( 12 )] στη χώρα όπου λειτουργεί η μονάδα. Προκειμένου για χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αποδοχή της αιτήσεως προϋποθέτει τη συνομολόγηση συμβάσεως μεταξύ του διαχειριστή του εθνικού δικτύου διανομής και ομόλογης εθνικής αρχής για τον καθορισμό της διαδικασίας των αναγκαίων ελέγχων.» |
|
14. |
Το άρθρο 20, παράγραφος 3, του νομοθετικού διατάγματος 387 εξήρτησε από διαφορετικές προϋποθέσεις την απαλλαγή από την υποχρέωση αγοράς πράσινων πιστοποιητικών, διατηρώντας τη διάκριση μεταξύ της πραγματοποιήσεως της εισαγωγής από κράτος μέλος και της πραγματοποιήσεως αυτής από τρίτο κράτος. |
|
15. |
Όταν η ηλεκτρική ενέργεια εισάγεται από κράτος μέλος, ο εισαγωγέας μπορεί να λάβει την απαλλαγή, εφόσον προσκομίσει ακριβές αντίγραφο εγγυήσεως προελεύσεως εκδοθείσας σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 2001/77, κατά το οποίο: «1. Τα κράτη μέλη, το αργότερο στις 27 Οκτωβρίου 2003, φροντίζουν ώστε η προέλευση της [πράσινης] ηλεκτρικής ενέργειας […] να είναι καθεαυτή εγγυημένη κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, με βάση αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια, τα οποία καθορίζει κάθε κράτος μέλος. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη φροντίζουν να εκδίδεται εγγύηση προέλευσης, κατόπιν αιτήσεως. [...] 3. Οι εγγυήσεις προέλευσης:
4. Αυτές οι εγγυήσεις προέλευσης, εκδιδόμενες δυνάμει της παραγράφου 2, θα πρέπει να αναγνωρίζονται αμοιβαία από τα κράτη μέλη, αποκλειστικά ως απόδειξη των στοιχείων που μνημονεύονται στην παράγραφο 3. [...] 5. Τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιοι φορείς δημιουργούν τους κατάλληλους μηχανισμούς για να διασφαλίζουν ότι οι εγγυήσεις προέλευσης είναι ακριβείς και αξιόπιστες [...] [...]» |
|
16. |
Όταν η ηλεκτρική ενέργεια εισάγεται από τρίτο κράτος, η χορήγηση απαλλαγής στους δικαιούχους υπόκειται στην προϋπόθεση της προηγούμενης συνάψεως συμφωνίας για την αναγνώριση των εγγυήσεων προελεύσεως, μεταξύ, αφενός, του Υπουργείου Παραγωγικών Δραστηριοτήτων και του Υπουργείου Περιβάλλοντος και προστασίας του εδάφους και, αφετέρου, των αρμόδιων υπουργείων του οικείου τρίτου κράτους. |
|
17. |
Μια τέτοια συμφωνία, με τίτλο «μνημόνιο συνεννοήσεως», συνήφθη στις 6 Μαρτίου 2007 μεταξύ των ανωτέρω ιταλικών υπουργείων και του ομοσπονδιακού Υπουργείου Περιβάλλοντος, Μεταφορών, Ενέργειας και Επικοινωνιών της Ελβετικής Συνομοσπονδίας. Η συμφωνία αυτή προβλέπει την αμοιβαία αναγνώριση των εγγυήσεων προελεύσεως όσον αφορά την ηλεκτρική ενέργεια που εισάγεται από του έτους 2006, κατά το οποίο η Ελβετική Συνομοσπονδία απέκτησε νομοθεσία σύμφωνη με τις διατάξεις της οδηγίας 2001/77 και εντεύθεν. |
|
18. |
Βάσει των ανωτέρω διατάξεων και, ειδικότερα, του άρθρου 20, παράγραφος 3, του νομοθετικού διατάγματος 387, η Green Network ζήτησε από τον GSE να απαλλαγεί για το έτος 2006 από την υποχρέωση αγοράς των πράσινων πιστοποιητικών του άρθρου 11 του νομοθετικού διατάγματος 79, όσον αφορά την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που εισήχθη κατά το 2005. |
|
19. |
Με απόφαση της 7ης Ιουλίου 2006 ο GSE απέρριψε το αίτημα αυτό, με το αιτιολογικό ότι το 2005 η Ιταλική Δημοκρατία και η Ελβετική Συνομοσπονδία δεν είχαν ακόμη συνάψει τη συμφωνία που απαιτεί το ανωτέρω άρθρο 20, παράγραφος 3. Επιπλέον, ο GSE επέβαλε στην Green Network την υποχρέωση να αγοράσει 387 πράσινα πιστοποιητικά συνολικού ύψους 2367792 ευρώ. |
|
20. |
Λόγω της μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως της Green Network, η Autorità per l’energia elettrica e il gas την καταδίκασε σε διοικητικό πρόστιμο ύψους 2466450 ευρώ με απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2011, κατά της οποίας η Green Network άσκησε προσφυγή ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia. |
|
21. |
Μετά την απόρριψη της προσφυγής αυτής η Green Network άσκησε έφεση ενώπιον του Consiglio di Stato, το οποίο διερωτήθηκε αν μπορούν τα κράτη μέλη να συνάπτουν διεθνείς συμφωνίες σχετικά με την αναγνώριση των εγγυήσεων προελεύσεως, όταν ήδη έχουν ληφθεί εσωτερικά μέτρα από την Ένωση. |
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
|
22. |
Στο πλαίσιο αυτό και για να διαλυθούν οι σχετικές αμφιβολίες το Consiglio di Stato αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
IV – Η ανάλυσή μου
Α — Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
|
23. |
Πριν εξετάσω ειδικότερα τα τέσσερα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, αφενός, απαιτείται εξέταση του παραδεκτού αυτών και, αφετέρου, άρση της αβεβαιότητας που προκαλεί η διατύπωση του πρώτου ερωτήματος σχετικά με τον καθορισμό των ratione temporis εφαρμοστέων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης. |
1. Επί του παραδεκτού των ερωτημάτων
|
24. |
Διατηρώ ορισμένες επιφυλάξεις ως προς το παραδεκτό των ερωτημάτων, στον βαθμό που από την εξέτασή τους προκύπτει ότι το Consiglio di Stato στήριξε την απόφασή του σε δύο υποθέσεις, τις οποίες έκρινε εξ ίσου πιθανές, όσον αφορά το εθνικό δίκαιο που είναι εφαρμοστέο στη διαφορά της κύριας δίκης, η οποία υπενθυμίζω ότι αφορά εισαγωγή πραγματοποιηθείσα το 2005 και για την οποία η αγορά των πράσινων πιστοποιητικών έπρεπε να πραγματοποιηθεί το 2006. Ενώ τα δύο πρώτα ερωτήματα στηρίζονται στις διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος 387, με αντικείμενο τη μεταφορά της οδηγίας 2001/77, τα δύο τελευταία ερωτήματα λαμβάνουν, αντιθέτως, ως βάση ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις της υπουργικής αποφάσεως της 11ης Νοεμβρίου 1999. |
|
25. |
Θεωρώ ότι απέκειτο στο αιτούν δικαστήριο, κατόπιν εξετάσεως των δύο δυνατοτήτων, να κρίνει ποια διάταξη ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που διέπουν τη διαχρονική εφαρμογή του δικαίου κατά την εθνική νομοθεσία, το γεγονός δε ότι η μη διευκρίνιση αυτού του ζητήματος πριν από την παραπομπή των ερωτημάτων στο Δικαστήριο μπορεί να θεωρηθεί ότι καθιστά τα ερωτήματα υποθετικά. |
|
26. |
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Ιταλική Κυβέρνηση επισήμανε, εντούτοις, χωρίς να προβληθεί κάποια αντίρρηση επ’ αυτού, ότι από το άρθρο 11, παράγραφος 13, του νομοθετικού διατάγματος 387 προκύπτει ότι το εισαχθέν με το διάταγμα αυτό νέο σύστημα εγγυήσεως προελεύσεως αντικατέστησε εξ ολοκλήρου το θεσπισθέν με την υπουργική απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1999 παλαιό σύστημα και ότι, επιπλέον, η υπουργική αυτή απόφαση καταργήθηκε ρητώς με διάταγμα της 24ης Οκτωβρίου 2005. |
|
27. |
Συνεπώς, είμαι της γνώμης ότι πρέπει να δοθεί απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα, ενώ παρέλκει η απάντηση στα δύο τελευταία, τα οποία ερείδονται σε διατάξεις που δεν τυγχάνουν εφαρμογής. |
|
28. |
Έτσι, στην ανάλυση που ακολουθεί θα εξετασθεί μόνον επικουρικώς η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο τρίτο ερώτημα, επισημαίνεται δε ότι το τέταρτο ερώτημα, το οποίο δεν αφορά στην πραγματικότητα την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, αλλά τον τρόπο αποδείξεως της υπάρξεως συμβάσεως κατά την εθνική νομοθεσία, θεωρώ ότι, σε κάθε περίπτωση, είναι προφανώς απαράδεκτο. |
2. Το εφαρμοστέο δίκαιο της Ένωσης
|
29. |
Οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο δεν τυγχάνουν εφαρμογής, διότι τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του 2005. |
|
30. |
Η αναφορά σε διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που τέθηκαν μεταγενέστερα σε ισχύ δεν συνεπάγεται, όμως, το απαράδεκτο των ερωτημάτων και εναπόκειται στο Δικαστήριο να προβεί στην αναδιατύπωσή τους. |
|
31. |
Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο, προκειμένου να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο λυσιτελή απάντηση, ενδέχεται να χρειαστεί να λάβει υπόψη του κανόνες του δικαίου της Ένωσης τους οποίους το εθνικό δικαστήριο δεν αναφέρει στο ερώτημά του ( 13 ). |
|
32. |
Βάσει της νομολογίας αυτής το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν αρμόδιο να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα το οποίο αναφερόταν σε διατάξεις που δεν τύγχαναν εφαρμογής επί των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις που ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο των γεγονότων αυτών ( 14 ). |
|
33. |
Επομένως, φρονώ ότι δεν ασκεί επιρροή επί του παραδεκτού των ερωτημάτων το γεγονός ότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρθηκε στα άρθρα 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και 216 ΣΛΕΕ, τα οποία τέθηκαν σε ισχύ σε χρόνο μεταγενέστερο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, και τα ερωτήματα αυτά πρέπει να αναδιατυπωθούν στο μέτρο που κρίνεται απαραίτητο. Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο, διότι οι διατάξεις αυτές κωδικοποιούν απλώς, έστω μερικώς, την προγενέστερη νομολογία σχετικά με τη διεθνή αρμοδιότητα της Ένωσης, η οποία προέκυψε, κυρίως, από την προαναφερθείσα απόφαση AETR. |
Β — Επί του πρώτου ερωτήματος
|
34. |
Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 5 της οδηγίας 2001/77 απένειμε στην Ένωση αποκλειστική αρμοδιότητα να συνάπτει με τρίτα κράτη συμφωνίες για την αναγνώριση των εγγυήσεων προελεύσεως και αν αντιβαίνει στην αποκλειστική αυτή αρμοδιότητα διάταξη της εθνικής νομοθεσίας όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία, στο πλαίσιο ενός εθνικού συστήματος στηρίξεως της πράσινης ενέργειας, ορίζει ότι, για την πράσινη ηλεκτρική ενέργεια που εισάγεται από τρίτο κράτος, η απαλλαγή των παρόχων ηλεκτρικής ενέργειας από την υποχρέωση αγοράς πράσινων πιστοποιητικών υπόκειται στην προϋπόθεση προηγούμενης συνάψεως συμφωνίας μεταξύ του κράτους μέλους και του οικείου τρίτου κράτους, για την αναγνώριση των εγγυήσεων προελεύσεως. |
1. Οι εφαρμοστέες αρχές
|
35. |
Για να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα πρέπει να υπομνησθεί ότι η προστασία του περιβάλλοντος εμπίπτει στις συντρέχουσες αρμοδιότητες της Ένωσης και των κρατών μελών. |
|
36. |
Ο κανόνας αυτός, ο οποίος σήμερα προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο στʹ, ΣΛΕΕ, απέρρεε από την τότε ισχύουσα νομοθεσία ήδη κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης ( 15 ). Ενώ το άρθρο 175 ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 174, παράγραφος 2, ΕΚ, απένειμε στην Ένωση ρητή εξωτερική αρμοδιότητα στον τομέα του περιβάλλοντος ( 16 ), το άρθρο 174, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ προέβλεπε την προσθήκη στα μέτρα εναρμονίσεως μιας ρήτρας διασφαλίσεως, κατά την οποία τα κράτη μέλη μπορούσαν να λαμβάνουν προσωρινά μέτρα, για μη οικονομικούς περιβαλλοντικούς λόγους. Το άρθρο 176 ΕΚ επέτρεπε στα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν μέτρα ενισχυμένης προστασίας, υπό τον όρο ότι αυτά συμβιβάζονται με τη Συνθήκη ΕΚ και κοινοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. |
|
37. |
Κατά το μέτρο που η Ένωση έχει, κατ’ αρχήν, συντρέχουσα αρμοδιότητα για την προστασία του περιβάλλοντος, πρέπει να εξετασθεί αν η οδηγία 2001/77 κατέστησε την αρμοδιότητα αυτή αποκλειστική για τον τομέα που καλύπτει, κατ’ εφαρμογή των αρχών που απορρέουν από την προαναφερθείσα απόφαση AETR, αποστερώντας από τα κράτη μέλη κάθε κανονιστική εξουσία, λόγω της ασκήσεως του δικαιώματος προτιμήσεως της Ένωσης. |
|
38. |
Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση αυτή, η αρμοδιότητα της Κοινότητας για τη σύναψη διεθνών συμβάσεων μπορεί να απορρέει όχι μόνο από ρητή διάταξη της Συνθήκης ΕΟΚ αλλά και σιωπηρά από άλλες διατάξεις της Συνθήκης αυτής ή από πράξεις που εκδίδονται στο πλαίσιο αυτών των διατάξεων από τα όργανα της Κοινότητας ( 17 ). Το Δικαστήριο έκρινε, ειδικότερα, ότι «κάθε φορά που, για την εφαρμογή μιας προβλεπόμενης από τη Συνθήκη κοινής πολιτικής, η Κοινότητα εκδίδει διατάξεις οι οποίες θεσπίζουν, με οποιαδήποτε μορφή, κοινούς κανόνες, τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον το δικαίωμα, άσχετα αν δρουν ατομικά ή ακόμα και συλλογικά, να αναλαμβάνουν έναντι τρίτων κρατών υποχρεώσεις που θίγουν αυτούς τους κανόνες» ( 18 ). Προσέθεσε ότι «μετά την προοδευτική θέσπιση αυτών των κοινών κανόνων, μόνο η Κοινότητα είναι σε θέση να αναλάβει και να εκτελέσει, στο σύνολο των τομέων εφαρμογής της κοινοτικής έννομης τάξης, τις υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί έναντι τρίτων κρατών» ( 19 ). |
|
39. |
Η αρχή του παραλληλισμού της εξωτερικής και της εσωτερικής αρμοδιότητας, που αναγνωρίστηκε με την προαναφερθείσα απόφαση AETR, υπόκειται επομένως, αφενός, στην προϋπόθεση της προηγούμενης ασκήσεως της αρμοδιότητας της Ένωσης με τη θέσπιση κοινών κανόνων, συμπεριλαμβανομένων των τομέων που δεν καλύπτονται από κάποια κοινή πολιτική ( 20 ), και, αφετέρου, του επηρεασμού των κοινών κανόνων από την κρατική δράση. |
|
40. |
Η έννοια του επηρεασμού των κοινών κανόνων, που βρίσκεται στο κέντρο του δόγματος της προαναφερθείσας αποφάσεως AETR, προσδιορίστηκε στη συνέχεια στις αποφάσεις και τις γνωμοδοτήσεις του Δικαστηρίου. |
|
41. |
Η έννοια αυτή στηριζόταν πάντα σε μια ουδέτερη ή αντικειμενική ερμηνεία, υπό την έννοια ότι η νομολογία δεν απαιτεί να υπάρχει αντίφαση μεταξύ των κοινών κανόνων και των διεθνών υποχρεώσεων ( 21 ). |
|
42. |
Υπήρξε, ωστόσο, κάποια εξέλιξη στο περιεχόμενο της έννοιας αυτής, η οποία χαρακτηρίζεται από τρία βασικά στάδια. |
|
43. |
Σε ένα πρώτο στάδιο το Δικαστήριο φάνηκε να επιτρέπει μια ευρεία ερμηνεία, αναγνωρίζοντας την ύπαρξη αποκλειστικής σιωπηρής εξωτερικής αρμοδιότητας της Κοινότητας η οποία συνεπάγεται υποχρέωση αποχής των κρατών μελών, εφόσον από την εξέταση των σχετικών τομέων των κοινών κανόνων και των επίμαχων διεθνών δεσμεύσεων προκύπτει κάποια σύμπτωση, έστω μερική. |
|
44. |
Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση AETR έκρινε ότι το υπό εξέταση ζήτημα «[υπαγόταν] στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού [ΕΟΚ] 543/69» [ ( 22 ) ]» ( 23 ) και ότι η εξ αυτού προκύπτουσα κοινοτική αρμοδιότητα «[απέκλειε] τη δυνατότητα υπάρξεως συντρέχουσας αρμοδιότητας των κρατών μελών, ενώ κάθε πρωτοβουλία λαμβανομένη εκτός των πλαισίων των κοινοτικών οργάνων είναι ασυμβίβαστη προς την ενότητα της [κ]οινής [α]γοράς και την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου» ( 24 ). |
|
45. |
Σε συνέχεια της νομολογία αυτής, το Δικαστήριο επισήμανε στην προαναφερθείσα γνωμοδότηση 2/91 ότι «[π]αρ’ όλον ότι δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της Συμβάσεως [170 της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας για την ασφάλεια κατά τη χρησιμοποίηση των χημικών προϊόντων στην εργασία] και των διατάξεων των […] οδηγιών [που έχουν θεσπιστεί στους τομείς που αποτελούν το αντικείμενο του μέρους ΙΙΙ της Συμβάσεως αυτής] πρέπει πάντως να γίνει δεκτό ότι το μέρος III της Συμβάσεως [αυτής] ανήκει σε έναν τομέα που, σε μεγάλο μέρος, ήδη καλύπτεται από τους κοινοτικούς κανόνες που θεσπίστηκαν σταδιακά από το 1967 και εντεύθεν, με την προοπτική μιας ακόμη πληρέστερης εναρμονίσεως, η οποία αποσκοπούσε αφενός στην άρση των εμποδίων στις συναλλαγές, τα οποία προκύπτουν από τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ των ρυθμίσεων των κρατών μελών, και αφετέρου στην ταυτόχρονη εξασφάλιση της προστασίας του πληθυσμού καθώς και του περιβάλλοντος» ( 25 ). |
|
46. |
Σε ένα δεύτερο στάδιο, το Δικαστήριο φαίνεται ότι προσανατολίστηκε προς έναν στενότερο προσδιορισμό της έννοιας του επηρεασμού των κοινών κανόνων, εξαρτώντας την ενεργοποίηση της αρχής των παραλληλισμού της εξωτερικής και της εσωτερικής αρμοδιότητας από τρία συγκεκριμένα κριτήρια. Έτσι, στη γνωμοδότηση 1/94, της 15ης Νοεμβρίου 1994 ( 26 ), σχετικά με τη Γενική Συμφωνία για το Εμπόριο των Υπηρεσιών και τη Συμφωνία για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου, το Δικαστήριο, αφού επισήμανε ότι «η αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα της Κοινότητας δεν προκύπτει ipso facto από τηv εξουσία της vα θεσπίζει καvόvες επί εσωτερικoύ επιπέδoυ» ( 27 ) και ότι «[μ]όνο στο μέτρο κατά το οποίο έχουν θεσπιστεί κοινοί κανόνες επί εσωτερικού επιπέδου η εξωτερική αρμοδιότητα της Κοινότητας καθίσταται αποκλειστική» ( 28 ), και αφού διαπίστωσε ότι «δεν έχουν ακόμη αποτελέσει το αντικείμενο κοινών κανόνων όλα τα ζητήματα που αφορούν τις μεταφορές» ( 29 ), έκρινε ότι η Κοινότητα αποκτά αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα αφ’ ης στιγμής«έχει περιλάβει στις εσωτερικές της νομοθετικές πράξεις ρήτρες σχετικές με τη μεταχείριση που πρέπει να επιφυλάσσεται στους υπηκόους τρίτων χωρών ή έχει παράσχει ρητώς στα όργανά της αρμοδιότητα για τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων με τις τρίτες χώρες» ( 30 ) ή ακόμη όταν έχει πραγματοποιήσει «πλήρη εναρμόνιση» ( 31 ). |
|
47. |
Αυτή η προσέγγιση, η οποία είναι αυστηρότερη, δεδομένου ότι δεν αρκεί να αποδειχτεί η ύπαρξη ενός αρκετά σημαντικού πεδίου συμπτώσεως μεταξύ του καλυπτόμενου από τους κοινούς κανόνες τομέα και αυτού που καλύπτεται από την επίμαχη διεθνή συμφωνία, επιβεβαιώθηκε και μάλιστα ενισχύθηκε με τις αποφάσεις της 5ης Νοεμβρίου 2002 ( 32 ), γνωστές ως αποφάσεις «ελεύθερης αεροπλοΐας». |
|
48. |
Σε ένα τρίτο στάδιο, το οποίο ξεκίνησε με την προαναφερθείσα γνωμοδότηση 1/03, σχετικά με τη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( 33 ), το Δικαστήριο, προβαίνοντας σε μια σύνθεση της νομολογίας του, φαίνεται ότι επανήλθε σε μια πιο ευρεία ερμηνεία της έννοιας του επηρεασμού των κοινών κανόνων. Υπογράμμισε, συγκεκριμένα, ότι οι τρεις περιπτώσεις που εξετάσθηκαν τόσο στην προαναφερθείσα γνωμοδότηση 1/94 όσο και στις προαναφερθείσες αποφάσεις ελεύθερης αεροπλοΐας αποτελούν απλώς «παραδείγματα» ( 34 ) και ότι ο τρόπος με τον οποίο διατυπώθηκαν απέρρεε από ειδικές περιστάσεις. «[Α]ποφαινόμενο γενικότερα» ( 35 ), το Δικαστήριο δέχτηκε την ύπαρξη αποκλειστικής αρμοδιότητας της Κοινότητας στην περίπτωση που η σύναψη συμφωνίας από τα κράτη μέλη είναι ασυμβίβαστη με την ενότητα της κοινής αγοράς και την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου ( 36 ) και επισήμανε ότι δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει πλήρης σύμπτωση του τομέα που καλύπτει η διεθνής συμφωνία με τον τομέα που καλύπτει η κοινοτική ρύθμιση ( 37 ). |
|
49. |
Το Δικαστήριο παρέθεσε, επίσης, τη μέθοδο αναλύσεως βάσει της οποίας μπορεί να κριθεί αν πληρούται το κριτήριο που απορρέει από τη φράση «τομέας καλυπτόμενος ήδη σε μεγάλο μέρος από τους κοινοτικούς κανόνες», επισημαίνοντας ότι η ανάλυση δεν πρέπει να στηρίζεται μόνο στην έκταση των επίμαχων κανόνων αλλά και στη φύση τους και στο περιεχόμενό τους, υπενθυμίζοντας ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο το παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου στον οικείο τομέα αλλά και οι προοπτικές της εξελίξεώς του, εφόσον είναι προβλέψιμες κατά τον χρόνο της αναλύσεως αυτής ( 38 ). |
|
50. |
Τέλος, επισήμανε ότι έχει μεγάλη σημασία να διασφαλίζεται η ενιαία και ομοιόμορφη εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων, καθώς και η εύρυθμη λειτουργία του συστήματος που καθιερώνουν οι κανόνες αυτοί, ώστε να διαφυλάσσεται πλήρως η αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου ( 39 ). |
|
51. |
Υπό το πρίσμα αυτών των προϋποθέσεων, όπως περιγράφηκαν ανωτέρω, όσον αφορά την απόκτηση αποκλειστικής εξωτερικής αρμοδιότητας της Ένωσης μέσω της ασκήσεως της εσωτερικής της αρμοδιότητας, πρέπει να ερευνηθεί, κατ’ εφαρμογή της μεθόδου αναλύσεως του Δικαστηρίου, αφενός, αν και σε ποιο βαθμό η Ένωση έχει θεσπίσει κοινούς κανόνες για τις εγγυήσεις προελεύσεως και, αφετέρου, αν η θέσπιση από την Ιταλική Δημοκρατία διατάξεων σχετικά με τη σύναψη συμφωνίας με την Ελβετική Συνομοσπονδία για την αναγνώριση των εγγυήσεων προελεύσεως μπορεί να επηρεάσει τους κανόνες αυτούς. |
2. Η ύπαρξη κοινών κανόνων
|
52. |
Για να προσδιοριστεί η ακριβής έκταση της ασκήσεως εκ μέρους της Ένωσης της εσωτερικής της αρμοδιότητας και η επακόλουθη έκταση της καλύψεως του σχετικού πεδίου πρέπει να ληφθεί υπόψη όχι μόνον η οδηγία 2001/77 αλλά και η οδηγία 2009/28/ΕΚ ( 40 ), καθώς και οι προβλεπόμενες εξελίξεις του δικαίου της Ένωσης. |
α) Η οδηγία 2001/77
|
53. |
Όπως προκύπτει από τον τίτλο, το προοίμιο και το άρθρο 1 της οδηγίας 2001/77, σκοπός της είναι η προαγωγή της πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, με τον καθορισμό ποσοτικών στόχων για την προοδευτική αύξηση της συμβολής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα κάθε κράτους μέλους. |
|
54. |
Η οδηγία αυτή έχει δύο βασικά χαρακτηριστικά. |
|
55. |
Το πρώτο είναι ότι πρόκειται για οδηγία εναρμονίσεως και αμοιβαίας αναγνωρίσεως, όσον αφορά τις εγγυήσεις προελεύσεως. |
|
56. |
Ένα από τα μέτρα που θεσπίζονται με την οδηγία 2001/77 για να επιτευχθεί ο σκοπός της αναπτύξεως της παραγωγής πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας είναι η καθιέρωση της εγγυήσεως προελεύσεως. Ο νομοθέτης της Ένωσης δεν περιορίστηκε απλώς στη θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων, αλλά προέβη σε εναρμόνιση για πολλά ζητήματα του τομέα αυτού, την οποία συνόδευσε από την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως. Συγκεκριμένα, θέσπισε έναν ενιαίο για ολόκληρη την Ένωση ορισμό της εγγυήσεως προελεύσεως ( 41 ), με ενιαίο περιεχόμενο ( 42 ) στο επίπεδο της Ένωσης. Η οδηγία αυτή καθορίζει επίσης, με σαφή τρόπο, τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στην εγγύηση προελεύσεως ( 43 ) και, επιπλέον, θεσπίζει κοινούς κανόνες για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στις οποίες εκτείνεται η εγγύηση αυτή ( 44 ). Υποχρεώνει τα κράτη μέλη να καθορίσουν αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια για την έκδοσή της ( 45 ), καλώντας τα να ορίσουν φορείς ανεξάρτητους από τις δραστηριότητες παραγωγής και διανομής, αρμόδιους για την επίβλεψη της εκδόσεως των εγγυήσεων προελεύσεως ( 46 ). Τα κράτη μέλη οφείλουν επίσης να διασφαλίζουν την ακρίβεια και την αξιοπιστία των εγγυήσεων προελεύσεως ( 47 ). Η οδηγία αυτή τα υποχρεώνει, τέλος, να αναγνωρίζουν τις εγγυήσεις προελεύσεως που έχουν εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος και προβλέπει τη διενέργεια ελέγχου από την Επιτροπή σε περίπτωση αρνήσεως αναγνωρίσεως των εγγυήσεων αυτών ( 48 ). |
|
57. |
Το δεύτερο χαρακτηριστικό της οδηγίας 2001/77 είναι ότι είναι εκ φύσεως προσωρινή. |
|
58. |
Όπως προκύπτει από το άρθρο 1, σκοπός της οδηγίας αυτής είναι επίσης η «δημιουργία βάσης για ένα μελλοντικό κοινοτικό πλαίσιο στον εν λόγω τομέα» ( 49 ). Προβλέπεται ότι η Επιτροπή, το αργότερο στις 27 Οκτωβρίου 2005, υποβάλλει έκθεση σχετικά με την πείρα που αποκτήθηκε όσον αφορά την εφαρμογή και τη συνύπαρξη των διαφόρων μηχανισμών στηρίξεως της πράσινης ενέργειας, συνοδευόμενη, ενδεχομένως, από πρόταση κοινοτικού πλαισίου για τα συστήματα στηρίξεως ( 50 ), καθώς και συγκεφαλαιωτική έκθεση σχετικά με την υλοποίηση της οδηγίας 2001/77, το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2005, συνοδευόμενη, ενδεχομένως, από περαιτέρω προτάσεις προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 51 ). Ο μεταβατικός χαρακτήρας της οδηγίας αυτής απαιτεί μια δυναμική ερμηνεία των διατάξεών της, λαμβάνουσα υπόψη τους μακροπρόθεσμους σκοπούς της νομοθεσίας για την προαγωγή της πράσινης ενέργειας, καθώς και τις εξελίξεις που έχουν μεσολαβήσει από τη θέσπισή της. Συνεπώς, είναι σημαντικό κατά τον προσδιορισμό του τομέα που καλύπτεται από τους κοινούς κανόνες να ληφθεί υπόψη η οδηγία 2009/28. |
β) Η οδηγία 2009/28
|
59. |
Η οδηγία 2001/77 καταργήθηκε στο σύνολό της από 1ης Ιανουαρίου 2012 από την οδηγία 2009/28, η οποία, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 13 και το άρθρο 3 αυτής, καθορίζει τους δεσμευτικούς εθνικούς στόχους σχετικά με το μερίδιο της πράσινης ενέργειας στη συνολική κατανάλωση ενέργειας. |
|
60. |
Το ανωτέρω άρθρο αναφέρεται, συναφώς, στον στόχο αυξήσεως του μεριδίου της πράσινης ενέργειας στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας της Κοινότητας σε 20 % τουλάχιστον, στόχος ο οποίος πρέπει να επιτευχθεί μέχρι το 2020. |
|
61. |
Εντός του πλαισίου αυτού, το άρθρο 3, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2009/28 περιλαμβάνει στα μέτρα που μπορούν να λάβουν τα κράτη μέλη για την επίτευξη των στόχων τους τα μέτρα συνεργασίας με τρίτα κράτη. Συνεπώς, σε αντίθεση με την οδηγία 2001/77, η οδηγία 2009/28 περιλαμβάνει ένα πρόσθετο σκέλος όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις, επιτρέποντας στα κράτη μέλη να συνεργαστούν με τρίτα κράτη για κάθε είδους κοινά έργα που αφορούν την παραγωγή πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας και προβλέποντας, υπό ορισμένες προϋποθέσεις που απαριθμούνται στα άρθρα 9 και 10 της οδηγίας, η ηλεκτρική ενέργεια που εισάγεται από τρίτο κράτος να μπορεί να συνυπολογισθεί για την εκτίμηση της συμμορφώσεως με τους συνολικούς εθνικούς στόχους. Παραδόξως, η οδηγία αυτή προβλέπει τον συνυπολογισμό, μετά από άδεια της Επιτροπής, της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται και καταναλώνεται σε τρίτο κράτος ειδικά για την ιδιαίτερα χρονοβόρα κατασκευή διασυνδέσεως που προορίζεται για την εξαγωγή πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας προς την Ένωση. Κατά την αιτιολογική σκέψη 39 της εν λόγω οδηγίας η διευκόλυνση αυτή δικαιολογείται από το μεγάλο ενδιαφέρον που έχουν για την Ευρώπη τα έργα που πραγματοποιούνται σε τρίτες χώρες, όπως το μεσογειακό ηλιακό σχέδιο. |
|
62. |
Επίσης, η οδηγία 2009/28 επέφερε ορισμένες τροποποιήσεις στο καθεστώς της εγγυήσεως προελεύσεως, ιδίως παρέχοντας περισσότερες διευκρινίσεις σχετικά με τη μορφή και το περιεχόμενό της. Παρά ταύτα, παραμένει απλώς ένα μέσο αποδείξεως. |
γ) Οι προβλεπόμενες εξελίξεις του δικαίου της Ένωσης
|
63. |
Όσον αφορά τον στόχο της αυξήσεως του μεριδίου πράσινης ενέργειας, επισημαίνεται ότι η προαγωγή της παραγωγής πράσινης ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρείται βασικός στόχος, αναγνωρισμένος στο επίπεδο της Ένωσης. Έτσι, στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 22ας Ιανουαρίου 2014 ( 52 ), η αύξηση του ελάχιστου μεριδίου πράσινης ενέργειας σε ποσοστό 27 % το 2030 αναφέρεται ως ένας από τους βασικούς στόχους που συμφωνήθηκαν στο επίπεδο της Ένωσης, του οποίου η επίτευξη θα διασφαλιστεί με ένα νέο σύστημα διακυβέρνησης, βασιζόμενο στην υλοποίηση εθνικών ενεργειακών σχεδίων. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο καθορισμός ενός δεσμευτικού στόχου στο επίπεδο της Ένωσης αντανακλά μια νέα προσέγγιση, περισσότερο συλλογική, συνεκτική και συντονισμένη σχετικά με την προώθηση της πράσινης ενέργειας. |
|
64. |
Συνοψίζοντας, η ανάλυση τόσο της οδηγίας 2001/77 όσο και της οδηγίας 2009/28 και των προβλεπόμενων εξελίξεων του δικαίου της Ένωσης οδηγεί στη διαπίστωση ότι ο τομέας της εγγυήσεως προελεύσεως, θεωρούμενος συνολικά ως ένα από τα κύρια εργαλεία προαγωγής της πράσινης ενέργειας εντός της Ένωσης, έχει ήδη αποτελέσει σε μεγάλο βαθμό αντικείμενο ρυθμίσεως από το δίκαιο της Ένωσης. |
|
65. |
Μένει να εξεταστεί αν οι υφιστάμενοι στον τομέα αυτό κοινοί κανόνες επηρεάζονται από τη μονομερή δράση της Ιταλικής Δημοκρατίας. |
3. Ο επηρεασμός των κοινών κανόνων από την κρατική δράση
|
66. |
Είναι σαφές ότι το άρθρο 20, παράγραφος 3, του νομοθετικού διατάγματος 387, εξαρτώντας την απαλλαγή από την υποχρέωση αγοράς πράσινων πιστοποιητικών για ηλεκτρική ενέργεια εισαγόμενη από τρίτο κράτος από την προϋπόθεση συνάψεως συμφωνίας με το κράτος αυτό, με αντικείμενο να καθοριστεί ότι η προέλευση της «εισαγόμενης [πράσινης] ηλεκτρικής ενέργειας […] είναι καθεαυτή εγγυημένη κατά την έννοια του άρθρου 5 της οδηγίας 2001/77» αναγνωρίζει στη συμφωνία αυτή ένα ουσιαστικό πεδίο που συμπίπτει ακριβώς με αυτό που καλύπτει η ανωτέρω οδηγία. Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αλληλεπικάλυψη των σχετικών πεδίων της επίμαχης συμφωνίας και της εν λόγω οδηγίας αποδεικνύεται από τη ρητή παραπομπή εκ μέρους της εθνικής νομοθεσίας στις διατάξεις του άρθρου 5 της οδηγίας. |
|
67. |
Βεβαίως, με την απλή παραπομπή στην εγγύηση προελεύσεως, όπως αυτή ρυθμίζεται από δίκαιο της Ένωσης, η εν λόγω νομοθεσία δεν δημιουργεί προφανώς ασυμβατότητα μεταξύ του περιεχομένου της οδηγίας 2001/77 και του περιεχομένου των επίμαχων συμφωνιών, με αποτέλεσμα η Ιταλική Δημοκρατία, η οποία δεσμεύεται και από τα δύο κείμενα, να μπορεί να τηρήσει τις διατάξεις του ενός χωρίς να παραβιάζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άλλα. Εντούτοις, όταν, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, οι επίμαχες διεθνείς συμφωνίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής κοινών κανόνων ή, εν πάση περιπτώσει, σε τομέα καλυπτόμενο ήδη σε μεγάλο βαθμό από τέτοιους κανόνες, τα κράτη μέλη χάνουν την εξωτερική τους αρμοδιότητα, ακόμη και αν δεν υφίσταται καμία αντίθεση μεταξύ των κανόνων αυτών και των επίμαχων συμφωνιών ( 53 ). Η ουδετερότητα αυτή σχετικά με τον επηρεασμό των κοινών κανόνων, κατά την έννοια του δόγματος της προαναφερθείσας αποφάσεως AETR, δικαιολογείται από την ανάγκη να διασφαλιστεί η ενότητα και η αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης, οι οποίες θα μπορούσαν να θιγούν από τη λήψη διάσπαρτων μέτρων εκ μέρους των κρατών μελών ( 54 ). |
|
68. |
Εξάλλου, η παραπομπή που γίνεται από την ιταλική νομοθεσία στο άρθρο 5 της οδηγίας 2001/77 δεν μου φαίνεται ότι αποκλείει κάθε κίνδυνο συγκρούσεως μεταξύ των δεσμεύσεων της Ιταλικής Δημοκρατίας έναντι τρίτων κρατών και της νομοθεσίας της Ένωσης. Τίποτα δεν διασφαλίζει, συγκεκριμένα, ότι η συμφωνία θα επιτρέπει την έκδοση εγγυήσεων προελεύσεως μόνο για την πράσινη ηλεκτρική ενέργεια που εμπίπτει στον ορισμό του άρθρου 2 της ανωτέρω οδηγίας ( 55 ). |
|
69. |
Επιπλέον, κατά την άποψή μου, η σύναψη εκ μέρους κράτους μέλους μιας συμφωνίας με τρίτο κράτος για την αναγνώριση των εγγυήσεων προελεύσεως δεν είναι σύμφωνη προς τους σκοπούς της πολιτικής της Ένωσης στον τομέα της αναπτύξεως της πράσινης ενέργειας και μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της νομοθεσίας της Ένωσης. Πρέπει να υπογραμμιστεί, συναφώς, ότι η θέσπιση των εγγυήσεων προελεύσεως για την απόδειξη της πράσινης προελεύσεως της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας σκοπούσε στη διευκόλυνση των ανταλλαγών πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και στην προαγωγή του ανταγωνισμού μεταξύ των παραγωγών, καθιστώντας, ιδίως, εφικτή την ενημέρωση των τελικών πελατών σχετικά με την προέλευση της ηλεκτρικής ενέργειας που αγοράζουν. |
|
70. |
Η επίτευξη, όμως, των σκοπών που αποτελούν τη βάση της περιβαλλοντικής και της ενεργειακής πολιτικής της Ένωσης, όπως είναι η επανόρθωση των καταστροφών του περιβάλλοντος κατά προτεραιότητα στην πηγή, η μείωση των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου, η αύξηση της παραγωγής πράσινης ενέργειας στο σύνολο της Ένωσης, η βελτίωση των προοπτικών αναπτύξεως και απασχολήσεως στα κράτη μέλη, καθώς και η προαγωγή της ασφάλειας εφοδιασμού και ο περιορισμός της εξαρτήσεως από τις εισαγωγές ενέργειας, συνδέεται άρρηκτα με την αντιμετώπιση που επιφυλάσσεται στις εισαγωγές πράσινης ενέργειας από τρίτες χώρες. |
|
71. |
Η σύναψη διεθνών συμβάσεων από τα κράτη μέλη με τρίτα κράτη μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των σκοπών αυτών, διότι η δράση της Ένωσης για την προστασία του περιβάλλοντος θα καθίστατο προφανώς αναποτελεσματική σε περίπτωση που κάθε κράτος μέλος μπορούσε να καθορίζει ελεύθερα αν και κατά πόσο σκοπεύει να υποστηρίξει την εισαγωγή πράσινης ενέργειας από τρίτες χώρες. Όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, τόσο στις γραπτές όσο και στις προφορικές της παρατηρήσεις, η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία, προβλέποντας τη σύναψη διεθνών συμφωνιών για την αναγνώριση ωφελημάτων που αφορούν την εισαγωγή πράσινης ενέργειας από τρίτα κράτη, μπορεί να ευνοήσει την εισαγωγή πράσινης ενέργειας από τα κράτη αυτά σε βάρος της πράσινης ενέργειας που παράγεται στα κράτη μέλη. Εξάλλου, παρόλο που ο GSE διαβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η εισαχθείσα από την Ελβετία πράσινη ηλεκτρική ενέργεια δεν είχε ληφθεί υπόψη για την επίτευξη των εθνικών στόχων, η σύναψη διεθνούς συμφωνίας μεταξύ κράτους μέλους και τρίτου κράτους δεν παρέχει καμία εγγύηση σχετικά με το ζήτημα αυτό. Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 20, παράγραφος 4, του νομοθετικού διατάγματος 387, το οποίο περιλαμβάνεται στον εθνικό φάκελο που κατετέθη στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, φαίνεται να επιτρέπει να συνυπολογισθεί για την επίτευξη του εθνικού στόχου η εισαγόμενη ακόμη και από τρίτο κράτος πράσινη ενέργεια, υπό την επιφύλαξη της συνάψεως συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων υπουργείων της Ιταλικής Δημοκρατίας και του οικείου τρίτου κράτους. Τέλος, θυμίζω ότι η οδηγία 2009/28 ρυθμίζει στο εξής το ζήτημα αυτό, συντονίζοντας τη δράση των κρατών μελών έναντι τρίτων κρατών ( 56 ). |
|
72. |
Εν τέλει, η αναγκαιότητα, κατά την έννοια του δόγματος της προαναφερθείσας αποφάσεως AETR, των κοινών κανόνων που έχει θεσπίσει η Ένωση στον τομέα της εγγυήσεως προελεύσεως, συνδυάζεται με την αποτελεσματικότητα των διατάξεων των Συνθηκών για θέματα προστασίας περιβάλλοντος, προκειμένου να απονεμηθεί στην Ένωση η αποκλειστική αρμοδιότητα συνάψεως με τρίτα κράτη κάθε συμφωνίας που αφορά τον διεπόμενο από την οδηγία 2001/77 τομέα και αφαιρεί, κατά συνέπεια, από τα κράτη μέλη κάθε δικαίωμα αναλήψεως δεσμεύσεων για την αναγνώριση των εγγυήσεων προελεύσεως, στο μέτρο που αυτές μπορούν να επηρεάσουν τις διατάξεις της οδηγίας αυτής ή να αλλοιώσουν το περιεχόμενό τους. |
|
73. |
Αντιλαμβάνομαι, όμως, ότι μπορούν να προβληθούν τρεις αντιρρήσεις κατά της λύσεως αυτής. |
|
74. |
Η πρώτη, η οποία προβλήθηκε από την Ιταλική Κυβέρνηση, στηρίζεται στον ρόλο που αναγνωρίζει στα κράτη μέλη η οδηγία 2001/77 όσον αφορά την οργάνωση του συστήματος της εγγυήσεως προελεύσεως. Αναθέτοντας στα κράτη μέλη τη μέριμνα για τον καθορισμό αντικειμενικών, διαφανών και αμερόληπτων κριτηρίων, ώστε να είναι εγγυημένη η προέλευση της πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας, για τον ορισμό των αρμόδιων για την επίβλεψη της εκδόσεως των εγγυήσεων προελεύσεως φορέων και για τη δημιουργία κατάλληλων μηχανισμών για τη διασφάλιση της ακρίβειας και της αξιοπιστίας των εγγυήσεων αυτών, καθιερώνει την «κανονιστική συνεισφορά» των κρατών μελών, δηλαδή την παράλληλη αρμοδιότητά τους. |
|
75. |
Αυτή η πρώτη ένσταση μπορεί να αποκρουσθεί εύκολα. Όπως έχει κρίνει επανειλημμένως το Δικαστήριο, μια οδηγία μπορεί να θεωρηθεί ως κοινός κανόνας από τον οποίο μπορεί να απορρέει η αναγνώριση αποκλειστικής εξωτερικής αρμοδιότητας ( 57 ), και στην περίπτωση αυτή ο βαθμός της απώλειας της αρμοδιότητας των κρατών μελών ποικίλλει, ανάλογα με την κανονιστική ένταση της οδηγίας και τη διακριτική ευχέρεια που καταλείπεται σε αυτά για τον καθορισμό των όρων μεταφοράς στο πλαίσιο μιας δέσμιας εκτελεστικής αρμοδιότητας ( 58 ). Το γεγονός ότι ο νομοθέτης της Ένωσης καταλείπει στα κράτη μέλη ορισμένα καθήκοντα σχετικά με την έκδοση των εγγυήσεων προελεύσεως δεν εμποδίζει να αναγνωρισθεί ότι ο τομέας των εγγυήσεων αυτών, στο σύνολό του, έχει ήδη εναρμονισθεί, σε γενικές γραμμές, από το δίκαιο της Ένωσης. |
|
76. |
Η δεύτερη ένσταση, ενδεχομένως η ισχυρότερη, στηρίζεται στη διάκριση που κάνει η οδηγία 2001/77 μεταξύ των εγγυήσεων προελεύσεως και των πράσινων πιστοποιητικών, καθώς και στην εξουσία που καταλείπεται στα κράτη μέλη προκειμένου να καθορίσουν αν η ηλεκτρική ενέργεια της οποίας η πράσινη προέλευση αποδεικνύεται από εγγύηση προελεύσεως μπορεί να επωφεληθεί των μηχανισμών στηρίξεως. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση και τον GSE, το επίμαχο στην κύρια δίκη σύστημα, το οποίο αποτελεί ένα καθεστώς στηρίξεως υπό την έννοια της οδηγίας αυτής, εντάσσεται στο πλαίσιο των εξουσιών που αναγνωρίζει η εν λόγω οδηγία στα κράτη μέλη. |
|
77. |
Δεν βρίσκουμε πειστική την ένσταση αυτή, για τους τρεις λόγους που ακολουθούν. |
|
78. |
Πρώτον, από την ανάγνωση της αποφάσεως περί παραπομπής φαίνεται ότι το πεδίο εφαρμογής των διεθνών συμφωνιών στις οποίες αναφέρεται στο νομοθετικό διάταγμα 387 είναι ευρύτερο από τα καθεστώτα στηρίξεως, καθώς οι συμφωνίες αυτές έχουν ως σκοπό να ρυθμίσουν, γενικότερα, το ζήτημα της αναγνωρίσεως των εγγυήσεων προελεύσεως, είτε αυτές χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο κάποιου καθεστώτος στηρίξεως είτε όχι. |
|
79. |
Δεύτερον, εντός του συνολικού και, από τη φύση του, προσωρινού συστήματος των μέτρων στηρίξεως της πράσινης ενέργειας που θέσπισε η οδηγία 2001/77 για την επίτευξη των στόχων με ορίζοντα το 2010, πριν από την προγραμματισμένη δημιουργία ενός πραγματικού κοινοτικού πλαισίου, νομίζω ότι η καταλειπόμενη στα κράτη μέλη αρμοδιότητα να παρέμβουν με διατάξεις του εθνικού δικαίου σε μια συγκεκριμένη κατάσταση την οποία η Ένωση προσωρινά δεν έχει ρυθμίσει με κοινούς κανόνες, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν συνιστά επιφύλαξη αρμοδιότητας υπέρ των κρατών μελών, αλλά εξουσιοδότηση που τους παρέχεται προσωρινά από τον νομοθέτη της Ένωσης στο πλαίσιο της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Κατά τη γνώμη μου, η Ένωση σκοπούσε προδήλως να ασκήσει την αρμοδιότητά της στο σύνολο του οικείου τομέα, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού του πεδίου εφαρμογής των εγγυήσεων προελεύσεως για τα καθεστώτα εθνικής στηρίξεως, ακόμη και αν, προσωρινώς, ανέθεσε στα κράτη μέλη το ζήτημα αυτό. |
|
80. |
Πρέπει να επισημανθεί, σε σχέση με το ζήτημα αυτό και κατ’ αναλογία, ότι στην προαναφερθείσα γνωμοδότησή 1/03 το Δικαστήριο, στηριζόμενο στην «πληρότητα και τη συνοχή» ( 59 ) του συστήματος των κανόνων συγκρούσεως το οποίο θεσπίζει ο κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( 60 ), ερμήνευσε διάταξη του κανονισμού αυτού η οποία παρέπεμπε στη νομοθεσία των κρατών μελών ( 61 ) ως εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. |
|
81. |
Τρίτον, η εξουσία που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη περιορίζεται αποκλειστικά στον καθορισμό της στηρίξεως που παρέχεται στην προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος πράσινη ενέργεια και, συνεπώς, δεν μου φαίνεται ότι θεμελιώνει αρμοδιότητα συνάψεως διεθνούς συμφωνίας με τρίτο κράτος. Επιπλέον, στις προτάσεις μου επί των υποθέσεων Essent Belgium (C‑204/12 έως C‑208/12) και Ålands Vindkraft (C‑573/12), που εκκρεμούν επί του παρόντος ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέλυσα τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι μια τέτοια αρμοδιότητα αντιβαίνει στο πρωτογενές δίκαιο. |
|
82. |
Η τρίτη ένσταση συνίσταται στην αμφισβήτηση του πραγματικού και αποτελεσματικού χαρακτήρα του επηρεασμού των κοινών κανόνων, λόγω του ότι κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης η Ιταλική Δημοκρατία και η Ελβετική Συνομοσπονδία δεν είχαν ακόμη συνάψει τη σύμβαση για την αναγνώριση των εγγυήσεων προελεύσεως. Με άλλα λόγια, διάταξη του εθνικού δικαίου που απλώς σχεδιάζει τη σύναψη διεθνούς συμβάσεως είναι ικανή να επηρεάσει τους κοινούς κανόνες; |
|
83. |
Κατά τη γνώμη μου, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί θετική απάντηση. Αφενός, η θέσπιση διατάξεως του εθνικού δικαίου με την οποία σχεδιάζεται η σύναψη διεθνούς συμφωνίας προκαλεί αμέσως τον θεωρητικό επηρεασμό των κοινών κανόνων, αμφισβητώντας το αποτέλεσμα της απώλειας της αρμοδιότητας των κρατών μελών που απορρέει από την άσκηση της εσωτερικής αρμοδιότητας της Ένωσης. Αφετέρου, εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης θέτει έναν κίνδυνο, ένα ενδεχόμενο πραγματικού επηρεασμού των κοινών κανόνων σε περίπτωση που η συμφωνία πράγματι συναφθεί, πράγμα που αρκεί για την εφαρμογή του δόγματος της προαναφερθείσας αποφάσεως AETR. |
|
84. |
Αυτή η ευρεία ερμηνεία της έννοιας του επηρεασμού πιστεύω ότι απαντάται στη νομολογία. Παραδείγματος χάριν, στην απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2009, C-45/07, Επιτροπή κατά Ελλάδας ( 62 ), το Δικαστήριο έκρινε, στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως που άσκησε η Επιτροπή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, ότι μια απλή πρωτοβουλία κράτους μέλους στο πλαίσιο διεθνούς οργανισμού «ενδέχεται» ( 63 ) να επηρεάσει τη νομοθεσία της Ένωσης, δεδομένου ότι η πρωτοβουλία αυτή μπορεί να κινήσει μια διαδικασία που ενδέχεται να οδηγήσει στη θέσπιση νέων κανόνων που επηρεάζουν τη νομοθεσία αυτή ( 64 ). |
|
85. |
Αυτή η συλλογιστική μπορεί να επεκταθεί, κατ’ αναλογία, σε κάθε ενέργεια κράτους μέλους που ενδέχεται να οδηγήσει στη θέσπιση διεθνών κανόνων οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν τους κοινούς κανόνες της Ένωσης ( 65 ). |
|
86. |
Τούτο συμβαίνει στην περίπτωση της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης διάταξη. |
|
87. |
Μετά από την απόκρουση των διαφόρων αυτών ενστάσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο πρώτο ερώτημα την απάντηση ότι, λόγω του ότι οι εγγυήσεις προελεύσεως υπάγονται σε τομέα καλυπτόμενο ήδη σε μεγάλο βαθμό από τους κοινούς κανόνες που έχουν θεσπιστεί διαδοχικά από την οδηγία 2001/77 και εντεύθεν, με την προοπτική μιας ακόμα πληρέστερης εναρμονίσεως, η άσκηση εκ μέρους της Ένωσης της εσωτερικής της αρμοδιότητας συνεπάγεται την αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητά της η οποία δεν επιτρέπει διάταξη της εθνικής νομοθεσίας, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία προβλέπει τη σύναψη εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους διεθνών συμφωνιών με τρίτα κράτη για την αναγνώριση των εγγυήσεων προελεύσεως. |
Γ — Επί του δεύτερου ερωτήματος
|
88. |
Με το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν η άσκηση εκ μέρους της Ένωσης της εσωτερικής της αρμοδιότητας, με την έκδοση της οδηγίας 2001/77, στερεί από τα κράτη μέλη το δικαίωμά τους να συμβάλλονται με τρίτα κράτη, ακόμα και στην περίπτωση που το τρίτο κράτος είναι η Ελβετική Συνομοσπονδία, η οποία συνδέεται με την Ένωση με συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών. |
|
89. |
Αν μείνουμε απλώς στη διατύπωση του ερωτήματος αυτού, είναι εύκολο να δοθεί η δέουσα απάντηση. Το γεγονός ότι η Ελβετική Συνομοσπονδία έχει συνάψει τη συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών ουδόλως επηρεάζει τους κανόνες που διέπουν την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της. Επομένως, στο ερώτημα, νοούμενο κατ’ αυτόν τον τρόπο, πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. |
|
90. |
Το ερώτημα θα μπορούσε, όμως, να ερμηνευθεί με ευρύτερο τρόπο, δηλαδή ως εξής: είναι σύμφωνη με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και την απαγόρευση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών διάταξη της εθνικής νομοθεσίας, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία, ελλείψει συμφωνίας μεταξύ της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, υποχρεώνει, υπό την απειλή κυρώσεων, εισαγωγέα πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας προελεύσεως Ελβετίας να αγοράσει πράσινα πιστοποιητικά που αντιστοιχούν σε ορισμένο ποσοστό εισαγόμενης πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας; |
|
91. |
Εντούτοις, όπως προκύπτει σαφώς από τη διατύπωση των διαφόρων ερωτημάτων, το αιτούν δικαστήριο είχε την πρόθεση να ζητήσει διευκρινίσεις μόνο σχετικά με το ενδεχόμενο αποκλειστικής εξωτερικής αρμοδιότητας της Ένωσης. |
|
92. |
Επίσης, φρονώ ότι οι πληροφορίες που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο δεν ήταν επαρκείς προκειμένου οι κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί του ερωτήματος, όπως το αναδιατύπωσα ανωτέρω. |
|
93. |
Παρά ταύτα, προκειμένου να δοθεί λυσιτελής απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, θα διατυπώσω ορισμένες σκέψεις σχετικά με τις παραμέτρους που πρέπει να ληφθούν υπόψη. |
|
94. |
Υπό άλλες περιστάσεις ( 66 ), επισήμανα τους λόγους για τους οποίους υποστηρίζω ότι οι εθνικοί περιορισμοί των εισαγωγών πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας από άλλο κράτος μέλους αποτελούν εμπόδια που συνιστούν δυσμενή διάκριση στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, τα οποία δεν μπορούν να δικαιολογηθούν από επιτακτικούς λόγους προστασίας του περιβάλλοντος. |
|
95. |
Θεωρώ, αντιθέτως, ότι οι επιτακτικοί αυτοί λόγοι δικαιολογούν πλήρως τους περιορισμούς εισαγωγών πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας προελεύσεως τρίτου κράτους, όπως η Ελβετική Συνομοσπονδία, και, ιδίως, ότι τυγχάνουν εφαρμογής όλοι οι λόγοι που παρατίθενται στην απόφαση της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra ( 67 ). |
|
96. |
Πρέπει να επισημανθεί, συναφώς, ιδίως ότι, ελλείψει ενός συστήματος αμοιβαίας αναγνωρίσεως των εγγυήσεων προελεύσεως, η παραγόμενη σε τρίτο κράτος πράσινη ηλεκτρική ενέργεια δεν απολαμβάνει εγγυήσεως κατά τον ίδιο τρόπο που αυτό συμβαίνει για την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται σε κράτος μέλος και ότι η Ελβετική Συνομοσπονδία, η οποία διαπραγματεύεται εδώ και πολλά χρόνια διμερή συμφωνία για την ενέργεια με την Ένωση ( 68 ), δεν συμμετέχει ούτε στην πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος ( 69 ) ούτε στην υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας. |
|
97. |
Επομένως, το εμπόδιο στις συναλλαγές που ενδέχεται να προκύψει από την υποχρέωση αγοράς πράσινων πιστοποιητικών μού φαίνεται νόμιμο βάσει του άρθρου 20 της συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών. |
Δ — Επί του τρίτου ερωτήματος
|
98. |
Με το τρίτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η αναγνώριση αποκλειστικής εξωτερικής αρμοδιότητας της Ένωσης αντιτίθεται σε διάταξη της εθνικής νομοθεσίας η οποία εξαρτά την αναγνώριση των εκδιδόμενων από τρίτα κράτη εγγυήσεων προελεύσεως από τη σύναψη συμβάσεως, όχι μεταξύ του κράτους μέλους και του οικείου τρίτου κράτους, αλλά μεταξύ του διαχειριστή του εθνικού δικτύου του κράτους μέλους και της ομόλογης αρχής του τρίτου κράτους. |
|
99. |
Εξέφρασα ήδη τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι το ερώτημα αυτό δεν είναι παραδεκτό ( 70 ). Επομένως, το εξετάζω μόνον επικουρικώς. |
|
100. |
Το άρθρο 4, παράγραφος 6, της υπουργικής αποφάσεως της 11ης Νοεμβρίου 1999 παραπέμπει στη σύναψη συμβάσεως μεταξύ του διαχειριστή του ιταλικού δικτύου και της ομόλογης αρχής του τρίτου κράτους, για τον καθορισμό της διαδικασίας των αναγκαίων ελέγχων. |
|
101. |
Επομένως, η συμφωνία της οποίας προβλέπεται η σύναψη δεν αποτελεί διεθνή σύμβαση κατά την έννοια του δημοσίου διεθνούς δικαίου, αλλά συμβόλαιο, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, μεταξύ των διαχειριστών δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
102. |
Η σταδιακή απώλεια αρμοδιότητας των κρατών μελών στο επίπεδο της διεθνούς έννομης τάξης, στο μέτρο που η Ένωση ασκεί την αρμοδιότητά της στο εσωτερικό επίπεδο, έχει ιδίως ως συνέπεια να στερεί από τα κράτη αυτά την αρμοδιότητα συνάψεως διεθνών συμβάσεων με αντικείμενο τομείς καλυπτόμενους από τη νομοθεσία της Ένωσης. |
|
103. |
Γενικότερα, όμως, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να σέβονται κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας και την ανάγκη ενότητας στη διεθνή εκπροσώπηση της Ένωσης, η οποία αποτελεί ειδικότερη έκφραση αυτής. Επομένως, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να παρακάμψουν την αποκλειστικότητα της αρμοδιότητας της Ένωσης κρύβοντας την άσκηση κανονιστικής αρμοδιότητας μέσω εξουσιοδοτήσεως προς δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς οι οποίοι, ενεργώντας υπό τον έλεγχό τους, αναλαμβάνουν τη σύναψη συμφωνίας με ομόλογη αρχή τρίτου κράτους. |
|
104. |
Κατά συνέπεια έχω την άποψη, συμφωνώντας με την Επιτροπή, ότι η συλλογιστική που αναπτύχθηκε ως απάντηση στο πρώτο ερώτημα τυγχάνει εφαρμογής και για την επίμαχη στην κύρια δίκη νομοθεσία. |
|
105. |
Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα που προκύπτει από την άσκηση εκ μέρους της Ένωσης της αρμοδιότητάς της στο εσωτερικό επίπεδο αντιτίθεται επίσης, βάσει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, σε διάταξη της εθνικής νομοθεσίας που παραπέμπει σε προηγουμένως συναφθείσα συμφωνία, όχι μεταξύ του κράτους μέλους και του οικείου τρίτου κράτους, αλλά μεταξύ των φορέων που διαχειρίζονται τα δίκτυα των δύο αυτών κρατών, εφόσον μια τέτοια διάταξη έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παράκαμψη της απαγορεύσεως αναλήψεως διεθνών υποχρεώσεων από τα κράτη μέλη έναντι τρίτων κρατών. |
V – Πρόταση
|
106. |
Για τους ανωτέρω λόγους προτείνω να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Consiglio di Stato:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 729.
( 3 ) Χάριν ευκολίας, αποκαλώ αυτή την ενέργεια «πράσινη ενέργεια».
( 4 ) ΕΕ L 283, σ. 33.
( 5 ) Συμφωνία που συνήφθη, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2840/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/003, σ. 190, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 1/2000 της μεικτής επιτροπής ΕΚ-Ελβετίας, της 25ης Οκτωβρίου 2000 (ΕΕ 2001, L 51, σ. 1, στο εξής: συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών).
( 6 ) Κατά το άρθρο αυτό «[η] συμφωνία [ελεύθερων συναλλαγών] δεν εμποδίζει τις απαγορεύσεις ή [τους] περιορισμούς εισαγωγών, εξαγωγών ή διαμετακομίσεως, που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφυλάξεις των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία, ή προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, ούτε τις ρυθμίσεις περί χρυσού και αργύρου. Οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν δύνανται πάντως να αποτελέσουν μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων, ούτε συγκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ των συμβαλλομένων μερών».
( 7 ) Στο εξής: Green Network.
( 8 ) Στο εξής: πράσινη ηλεκτρική ενέργεια.
( 9 ) GURI αριθ. 75, της 31ης Μαρτίου 1999, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 79.
( 10 ) Στο εξής: GSE.
( 11 ) Τακτικό συμπλήρωμα GURI αριθ. 25, της 31ης Ιανουαρίου 2004, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 387.
( 12 ) ΕΕ 1997, L 27, σ. 20.
( 13 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 2013, C‑19/12, Efir (σκέψεις 26 και 27, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και της 25ης Απριλίου 2013, C‑212/11, Jyske Bank Gibraltar (σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 14 ) Απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2011, C-157/10, Banco Bilbao Vizcaya Argentaria (Συλλογή 2011, σ. Ι-13023, σκέψεις 17 έως 21).
( 15 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 1ης Οκτωβρίου 2009, C-370/07,Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2009, σ. Ι-8917, σκέψη 49)· της 9ης Μαρτίου 2010, C-378/08, ERG κ.λπ. (Συλλογή 2010, σ. I-1919, σκέψη 55)· της 8ης Μαρτίου 2011, C-240/09, Lesoochranárske zoskupenie (Συλλογή 2011, σ. Ι-1255, σκέψη 31), της 29ης Μαρτίου 2012, C‑504/09 P, Επιτροπή κατά Πολωνίας (σκέψη 79) καθώς και C‑505/09 Ρ, Επιτροπή κατά Εσθονίας (σκέψη 81).
( 16 ) Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Lesoochranárske zoskupenie (σκέψη 35).
( 17 ) Προαναφερθείσα απόφαση AETR (σκέψη 16).
( 18 ) Όπ.π. (σκέψη 17). Η υπογράμμιση δική μου.
( 19 ) Όπ.π. (σκέψη 18).
( 20 ) Βλ. γνωμοδότηση 2/91 της 19ης Μαρτίου 1993 (Συλλογή 1993, σ. Ι-1061, σκέψη 11).
( 21 ) Βλ. απόφαση της 14ης Ιουλίου 2005, C-433/03, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2005, σ. Ι-6985, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 22 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 1969, περί εναρμονίσεως ορισμένων κοινωνικών διατάξεων που αφορούν τις οδικές μεταφορές (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 47).
( 23 ) Σκέψη 30. Η υπογράμμιση δική μου.
( 24 ) Σκέψη 31. Η υπογράμμιση δική μου.
( 25 ) Σκέψη 25. Η υπογράμμιση δική μου. Έκτοτε η φράση «τομέας που, σε μεγάλο μέρος, ήδη καλύπτεται» από «κοινοτικούς» ή «κοινούς» κανόνες χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένως από το Δικαστήριο [βλ. γνωμοδότηση 1/03 της 7ης Φεβρουαρίου 2006 (Συλλογή 2006, σ. Ι-1145, σκέψη 126), καθώς και αποφάσεις της 5ης Νοεμβρίου 2002, C-475/98, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 2002, σ. I-9797, σκέψη 97)· της 2ας Ιουνίου 2005, C-266/03, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2005, σ. I-4805, σκέψη 43) και προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (σκέψη 45)].
( 26 ) Συλλογή 1994, σ. Ι-5267.
( 27 ) Σκέψη 77.
( 28 ) Όπ.π.
( 29 ) Όπ.π. Η υπογράμμιση δική μου.
( 30 ) Σκέψη 95.
( 31 ) Σκέψη 96. Η υπογράμμιση δική μου.
( 32 ) Αποφάσεις C-466/98, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 2002, σ. I-9427)· C-467/98, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 2002, σ. I-9519)·, C-468/98, Επιτροπή κατά Σουηδίας (Συλλογή 2002, σ. I-9575)· C-469/98, Επιτροπή κατά Φινλανδίας (Συλλογή 2002, σ. I-9627)· C-471/98, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2002, σ. Ι-9681)· C-472/98, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2002, σ. I-9741), Επιτροπή κατά Αυστρίας, προαναφερθείσα, και C-476/98, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2002, σ. Ι-9855).
( 33 ) Σύμβαση που υπεγράφη στις 30 Οκτωβρίου 2007, η οποία εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 2009/430/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2008 (ΕΕ L 147, σ. 1).
( 34 ) Προαναφερθείσα γνωμοδότηση 1/03 (σκέψη 121)
( 35 ) Όπ.π. (σκέψη 122).
( 36 ) Όπ.π.
( 37 ) Όπ.π. (σκέψη 126).
( 38 ) Όπ.π.
( 39 ) Όπ.π. (σκέψη 128).
( 40 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ (ΕΕ L 140, σ. 16).
( 41 ) Άρθρο 5 της οδηγίας 2001/77.
( 42 ) Άρθρο 5, παράγραφοι 3, δεύτερο εδάφιο, και 4 της οδηγίας αυτής.
( 43 ) Άρθρο 5, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2001/77. Η εγγύηση προελεύσεως πρέπει να προσδιορίζει την πηγή από την οποία έχει παραχθεί η ηλεκτρική ενέργεια, τις ημερομηνίες και τους τόπους παραγωγής, και, στις περιπτώσεις των υδροηλεκτρικών σταθμών, αναφέρουν την ισχύ.
( 44 ) Όπως συνάγεται από το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για τις οποίες πρέπει να εκδίδεται η εγγύηση προελεύσεως είναι η αιολική, ηλιακή και γεωθερμική ενέργεια, η ενέργεια κυμάτων, η παλιρροϊκή ενέργεια, η υδραυλική ενέργεια, η βιομάζα, τα αέρια που εκλύονται από χώρους υγειονομικής ταφής, από εγκαταστάσεις βιολογικού καθαρισμού και τα βιοαέρια.
( 45 ) Άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτη φράση, της ανωτέρω οδηγίας.
( 46 ) Άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/77.
( 47 ) Άρθρο 5, παράγραφος 5, της οδηγίας αυτής.
( 48 ) Άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας 2001/77
( 49 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 50 ) Άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
( 51 ) Άρθρο 8 της οδηγίας αυτής.
( 52 ) Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, σχετικά με ένα πλαίσιο πολιτικής για το κλίμα και την ενέργεια κατά την περίοδο από το 2020 έως το 2030 [COM(2014) 15 τελικό].
( 53 ) Βλ. σημείο 41 των παρουσών προτάσεων.
( 54 ) Βλ., συναφώς, σημείο 71 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Α. Tizzano στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι προπαρατεθείσες αποφάσεις ελεύθερης αεροπλοΐας.
( 55 ) Βλ. υποσημείωση 44 των παρουσών προτάσεων.
( 56 ) Βλ. σημείο 64 των παρουσών προτάσεων.
( 57 ) Βλ., συναφώς, προαναφερθείσα απόφαση AETR, κατά την οποία οι κοινοί κανόνες μπορούν να θεσπίζονται «με οποιαδήποτε μορφή». Βλ., επίσης, προαναφερθείσες αποφάσεις 1/94 και 2/91.
( 58 ) Βλ., συναφώς, Neframi, E., «Les accords mixtes de la Communauté européenne: aspects communautaires et internationaux», διδακτορική διατριβή, Bruylant, 2007, η οποία επισημαίνει ότι «τα κράτη μέλη εφαρμόζοντας μια οδηγία δεν ασκούν μια αυτόνομη υπολειμματική αρμοδιότητα αλλά μια δέσμια αρμοδιότητα. Χάνουν την εξουσία να αποφασίζουν επί της αρχής της δράσεώς τους, διατηρώντας την εξουσία να καθορίζουν τις λεπτομέρειες αυτής» (σ. 50). Μπορεί να γίνει παραλληλισμός με την απώλεια αρμοδιότητας που προκαλεί η έκδοση οδηγιών εναρμονίσεως στο εσωτερικό πεδίο. Μετά την άσκηση εκ μέρους της Ένωσης της εσωτερικής της αρμοδιότητας, τα κράτη μέλη δεν είναι πλέον αρμόδια να τροποποιήσουν μονομερώς το περιεχόμενο εναρμονισμένων εθνικών διατάξεων [βλ., συναφώς, αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 1985, 28/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1985, σ. 3097, σκέψη 28), και της 14ης Ιουνίου 1988, 29/87, Dansk Denkavit (Συλλογή 1988, σ. 2965, σκέψη 16)].
( 59 ) Σκέψη 148.
( 60 ) ΕΕ L 12, σ. 1.
( 61 ) Επρόκειτο για το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, κατά το οποίο «[α]ν ο εναγόμενος δεν έχει κατοικία στο έδαφος κράτους μέλους, η διεθνής δικαιοδοσία σε κάθε κράτος μέλος ρυθμίζεται από το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους».
( 62 ) Συλλογή 2009, σ. I‑701.
( 63 ) Σκέψεις 19 και 23.
( 64 ) Σκέψη 21.
( 65 ) Βλ., συναφώς, Neframi, E., «Renforcement des obligations des États membres dans le domaine des relations extérieures», Revue trimestrielle de droit européen, 2009, σ. 601.
( 66 ) Βλ. τις προτάσεις μου επί των προαναφερθεισών υποθέσεων Essent Belgium και Ålands Vindkraft.
( 67 ) Συλλογή 2001, σ. I‑2099.
( 68 ) Εξ όσων μπορώ να αντιληφθώ βάσει του τεύχους της Agence Europe αριθ. 11016 της 12ης Φεβρουαρίου 2014, η συνέχιση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας ενδέχεται να επηρεαστεί από το δημοψήφισμα της 9ης Φεβρουαρίου 2014, επί της πρωτοβουλίας με τίτλο «Εναντίον της μαζικής μετανάστευσης».
( 69 ) Με εξαίρεση τη συμμετοχή της στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος και στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Πληροφοριών και Παρατηρήσεων σχετικά με το Περιβάλλον. Βλ., συναφώς, συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη συμμετοχή της Ελβετίας στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος και στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Πληροφοριών και Παρατηρήσεων σχετικά με το Περιβάλλον (ΕΕ 2006, L 90, σ. 37). Συμφωνία συναφθείσα και εγκριθείσα εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 2006/235/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 2006 (ΕΕ L 90, σ. 36).
( 70 ) Βλ. σημεία 24 έως 27 των παρουσών προτάσεων.