ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 15ης Ιουλίου 2015 ( *1 )

«Ανταγωνισμός — Διοικητική διαδικασία — Ευρωπαϊκή αγορά υαλοπινάκων αυτοκινήτου — Δημοσίευση αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ — Απόρριψη αιτήσεως περί εμπιστευτικής μεταχειρίσεως πληροφοριών τις οποίες σκοπεύει να δημοσιεύσει η Επιτροπή — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Εμπιστευτικός χαρακτήρας — Επαγγελματικό απόρρητο — Πρόγραμμα επιείκειας — Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη — Ίση μεταχείριση»

Στην υπόθεση T‑465/12,

AGC Glass Europe SA, με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο),

AGC Automotive Europe SA, με έδρα το Fleurus (Βέλγιο),

AGC France SAS, με έδρα το Boussois (Γαλλία),

AGC Flat Glass Italia Srl, με έδρα το Cuneo (Ιταλία),

AGC Glass UK Ltd, με έδρα το Northampton (Ηνωμένο Βασίλειο),

AGC Glass Germany GmbH, με έδρα το Wegberg (Γερμανία),

εκπροσωπούμενες από τους L. Garzaniti, J. Blockx, P. Niggemann, A. Burckett St Laurent, δικηγόρους, και S. Ryan, solicitor,

προσφεύγουσες,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους M. Kellerbauer, G. Meessen και P. Van Nuffel,

καθής,

με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως C(2012) 5719 τελικό της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 2012, περί απορρίψεως αιτήσεως εμπιστευτικής μεταχειρίσεως υποβληθείσας από τις AGC Glass Europe SA, AGC Automotive Europe SA, AGC France SAS, AGC Flat Glass Italia Srl, AGC Glass UK Ltd και AGC Glass Germany GmbH, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8 της αποφάσεως 2011/695/ΕΕ του προέδρου της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων σε ορισμένες διαδικασίες ανταγωνισμού (υπόθεση COMP/39.125 — Υαλοπίνακες αυτοκινήτου),

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Σ. Παπασάββα, πρόεδρο, N. J. Forwood (εισηγητή) και E. Bieliūnas, δικαστές,

γραμματέας: L. Grzegorczyk, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 2ας Μαρτίου 2015,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση ( 1 )

Ιστορικό της διαφοράς

1

Στις 12 Νοεμβρίου 2008, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εξέδωσε την απόφαση C(2008) 6815 τελικό, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 81 [ΕΚ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ κατά πλειόνων κατασκευαστών υαλοπινάκων αυτοκινήτου, μεταξύ των οποίων οι προσφεύγουσες, AGC Glass Europe SA, AGC Automotive Europe SA, AGC France SAS, AGC Flat Glass Italia Srl, AGC Glass UK Ltd και AGC Glass Germany GmbH (υπόθεση COMP/39.125 — Υαλοπίνακες αυτοκινήτου) (στο εξής: απόφαση υαλοπίνακες αυτοκινήτου).

2

Η Επιτροπή διαπίστωσε μεταξύ άλλων ότι οι αποδέκτες της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου παρέβησαν το άρθρο 81 ΕΚ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) μετέχοντας, σε διάφορα χρονικά διαστήματα μεταξύ του Μαρτίου του 1998 και του Μαρτίου του 2003, σε σύνολο συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών με αντικείμενο τη νόθευση του ανταγωνισμού στον τομέα των υαλοπινάκων αυτοκινήτου στον ΕΟΧ.

3

Κατά την απόφαση υαλοπίνακες αυτοκινήτου, πρόκειται περί ενιαίας και διαρκούς παραβάσεως, συνιστάμενης σε εναρμονισμένη κατανομή των συμβάσεων για την προμήθεια υαλοφράξεων αυτοκινήτου ή συνόλων υαλοφράξεων, τα οποία περιλαμβάνουν κατά κανόνα ένα αλεξήνεμο, έναν υαλοπίνακα για οπίσθιο παράθυρο και πλευρικά παράθυρα, στους κύριους κατασκευαστές αυτοκινήτων εντός του ΕΟΧ. Η εναρμόνιση αυτή, κατά την Επιτροπή, έλαβε τη μορφή συντονισμού της τιμολογιακής πολιτικής και των στρατηγικών εφοδιασμού της πελατείας, με σκοπό τη διατήρηση συνολικής σταθερότητας των θέσεων των μερών της συμπράξεως στην εν λόγω αγορά. Η σταθερότητα επιδιώχθηκε μεταξύ άλλων με διορθωτικούς μηχανισμούς οι οποίοι ετίθεντο σε λειτουργία όταν οι συμπράξεις δεν κατέληγαν στα αναμενόμενα αποτελέσματα.

4

Με έγγραφο της 25ης Μαρτίου 2009, η Γενική Διεύθυνση (ΓΔ) «Ανταγωνισμός» της Επιτροπής πληροφόρησε τις προσφεύγουσες ιδίως για την πρόθεσή της να δημοσιεύσει, σύμφωνα με το άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου στον διαδικτυακό τόπο της, στις αυθεντικές στη συγκεκριμένη υπόθεση γλώσσες, δηλαδή στην αγγλική, στη γαλλική και στην ολλανδική. Επιπλέον, η ΓΔ «Ανταγωνισμός» κάλεσε τις προσφεύγουσες να επισημάνουν τις ενδεχόμενες εμπιστευτικές πληροφορίες ή αυτές που συνιστούν επαγγελματικά απόρρητα και να αιτιολογήσουν την εκτίμησή τους συναφώς.

5

Κατόπιν ανταλλαγής εγγράφων με τις προσφεύγουσες, η ΓΔ «Ανταγωνισμός» ενέκρινε, τον Δεκέμβριο του 2011, το μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου προς δημοσίευση στον διαδικτυακό τόπο της Επιτροπής. Από την εν λόγω ανταλλαγή εγγράφων προκύπτει ότι η ΓΔ «Ανταγωνισμός» δεν έδωσε συνέχεια στα αιτήματα των προσφευγουσών περί διαγραφής ορισμένων πληροφοριών που περιέχονταν στις 246 αιτιολογικές σκέψεις και στις 122 υποσημειώσεις της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου.

6

Κατά τη ΓΔ «Ανταγωνισμός», οι πληροφορίες αυτές είναι δυνατό να κατανεμηθούν σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη περιλαμβάνει τα ονόματα των πελατών και την περιγραφή των οικείων προϊόντων καθώς και κάθε πληροφορία βάσει της οποίας είναι δυνατό να ταυτοποιηθεί ένας πελάτης (στο εξής: πληροφορίες της κατηγορίας I). Η δεύτερη περιλαμβάνει τις ποσότητες των παραδοθέντων τεμαχίων, την απονομή ποσοστώσεων σε σχέση με κάθε κατασκευαστή αυτοκινήτων, τις συμφωνίες επί των τιμών, του υπολογισμού και των διακυμάνσεών τους και, τέλος, τα αριθμητικά στοιχεία και τα ποσοστά που αφορούν την κατανομή πελατών μεταξύ των μελών της συμπράξεως (στο εξής: πληροφορίες της κατηγορίας II). Η τρίτη περιλαμβάνει πληροφορίες αμιγώς διοικητικής φύσεως που συνίστανται στην παραπομπή σε έγγραφα του φακέλου (στο εξής: πληροφορίες της κατηγορίας III).

7

Οι προσφεύγουσες παρέπεμψαν το θέμα στον σύμβουλο επί των ακροάσεων στις 20 Ιανουαρίου 2012, σύμφωνα με το άρθρο 9 της αποφάσεως 2001/462/ΕΚ, ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 23ης Μαΐου 2001, σχετικά με τα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων σε ορισμένες διαδικασίες ανταγωνισμού (ΕΕ L 162, σ. 21), αντιτασσόμενες στη δημοσίευση των πληροφοριών των κατηγοριών I και II καθώς και στη δημοσίευση μιας φράσεως που αποτελεί μέρος της αιτιολογικής σκέψεως 726 της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου. Με έγγραφο της 21ης Μαΐου 2012, οι προσφεύγουσες απέσυραν το αίτημά τους όσον αφορά τις πληροφορίες της κατηγορίας II.

Η προσβαλλόμενη απόφαση

8

Ο σύμβουλος επί των ακροάσεων αποφάνθηκε επί της αιτήσεως των προσφευγουσών με την απόφαση C(2012) 5719 τελικό της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 2012, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως υποβληθείσα από τις προσφεύγουσες, απόφαση εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 8 της αποφάσεως 2011/695/ΕΕ του προέδρου της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων σε ορισμένες διαδικασίες ανταγωνισμού (υπόθεση COMP/39.125 — Υαλοπίνακες αυτοκινήτου) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

9

Προκριματικώς, ο σύμβουλος επί των ακροάσεων εξέθεσε ότι η ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε υποθέσεις συμπράξεων (ΕΕ 2006, C 298, σ. 17, στο εξής: ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2006) δεν δημιούργησε στις προσφεύγουσες δικαιολογημένη εμπιστοσύνη η οποία να εμποδίζει την Επιτροπή να προβεί στη δημοσίευση πληροφοριών που δεν εμπίπτουν στο επαγγελματικό απόρρητο. Επιπλέον, το συμφέρον των προσφευγουσών να μην αποκαλυφθούν οι λεπτομέρειες της συμπεριφοράς τους που δεν εμπίπτουν στο εν λόγω απόρρητο δεν ήταν άξιο ειδικής προστασίας. Εξάλλου, ο σύμβουλος περί των ακροάσεων δεν είναι αρμόδιος να αποφανθεί επί της σκοπιμότητας της δημοσιεύσεως των μη εμπιστευτικών πληροφοριών ούτε επί των βλαβών που προκαλεί η γενική πολιτική της Επιτροπής συναφώς (αιτιολογικές σκέψεις 12 έως 14 και 19 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

10

Δεύτερον, ο σύμβουλος επί των ακροάσεων απέρριψε το επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεσμεύεται από την προγενέστερη πρακτική της όσον αφορά το εύρος των πληροφοριών οι οποίες υπόκεινται σε δημοσίευση. Εξάλλου, ο σύμβουλος επί των ακροάσεων υπενθύμισε ότι η σκοπούμενη δημοσίευση δεν περιελάμβανε την πηγή των δηλώσεων επιείκειας ούτε άλλα έγγραφα υποβληθέντα στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίζοντας ότι δεν είναι αρμόδιος να αποφανθεί επί του εύρους των πληροφοριών που υπόκεινται στη σκοπούμενη δημοσίευση με βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, λαμβανομένης υπόψη της ιδιότητας των προσφευγουσών ως αιτουσών επιείκεια (αιτιολογικές σκέψεις 16 έως 18 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

11

Από την αιτιολογική σκέψη 21 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η αιτιολογική σκέψη αυτή στηρίζεται κυρίως στην εξέταση δύο επιχειρημάτων που προέβαλαν οι προσφεύγουσες. Το πρώτο επιχείρημα, το οποίο εξετάζεται στις αιτιολογικές σκέψεις 22 έως 35 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφορά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των επίδικων πληροφοριών καθεαυτές και, το δεύτερο επιχείρημα, το οποίο εξετάζεται στις αιτιολογικές σκέψεις 36 έως 45 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφορά την προστασία της ταυτότητας των φυσικών προσώπων.

12

Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα, ο σύμβουλος επί των ακροάσεων έκρινε, πρώτον, ότι οι πληροφορίες της κατηγορίας I, οι οποίες αφορούν τα ονόματα των πελατών και την περιγραφή των οικείων προϊόντων, ήταν, ως εκ της φύσεώς τους και λαμβανομένων υπόψη των ιδιομορφιών της αγοράς υαλοπινάκων αυτοκινήτου, γνωστές και σε άλλους πλην των προσφευγουσών, δεύτερον ότι αφορούσαν το παρελθόν και, τρίτον, ότι αφορούσαν την ουσία καθεαυτή της παραβάσεως, οπότε η αποκάλυψή τους υπαγορευόταν από τα συμφέροντα των θιγομένων προσώπων (αιτιολογικές σκέψεις 24 έως 29 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επιπλέον, καθόσον οι προσφεύγουσες προέβαλαν συγκεκριμένα επιχειρήματα προς απόδειξη του εμπιστευτικού χαρακτήρα των πληροφοριών αυτών παρά τα γενικά χαρακτηριστικά τους όπως περιγράφηκαν ανωτέρω, ο σύμβουλος επί των ακροάσεων κατέληξε, κατόπιν αναλύσεως στο πλαίσιο της οποίας ελήφθησαν υπόψη τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις, ότι οι πληροφορίες της κατηγορίας I δεν ενέπιπταν στο επαγγελματικό απόρρητο (αιτιολογικές σκέψεις 30, τελευταία περίοδος, έως 35 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

13

Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα, ο σύμβουλος επί των ακροάσεων στηρίχθηκε στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8, σ. 1), και δέχθηκε την εμπιστευτική μεταχείριση πληροφοριών που εκτίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 115, 128, 132, 252 και 562 καθώς και στην υποσημείωση 282 της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου (αιτιολογικές σκέψεις 36 έως 45 και άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

14

Ο σύμβουλος επί των ακροάσεων δέχθηκε επίσης την εμπιστευτική μεταχείριση όσον αφορά μια φράση της αιτιολογικής σκέψεως 726 της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου (αιτιολογική σκέψη 8 και άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

15

Ο σύμβουλος επί των ακροάσεων απέρριψε την αίτηση των προσφευγουσών κατά τα λοιπά (άρθρο 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

16

Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Οκτωβρίου 2012, οι προσφεύγουσες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.

17

Με διάταξη της 27ης Νοεμβρίου 2013, ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε τις αιτήσεις παρεμβάσεως που κατέθεσαν τέσσερις ασφαλιστικές εταιρίες, οι οποίες αναπτύσσουν δραστηριότητα στον τομέα των υαλοπινάκων αυτοκινήτου, προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.

18

Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει το άρθρο 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως·

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα·

να διατάξει τη λήψη κάθε άλλου πρόσφορου μέτρου.

19

Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή·

να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.

Σκεπτικό

20

Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες προέβαλαν έξι λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αφορούν:

παράβαση του άρθρου 8 της αποφάσεως 2011/695/ΕΕ του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων σε ορισμένες διαδικασίες ανταγωνισμού (ΕΕ L 275, σ. 29),

παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης,

παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως,

παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως,

παράβαση των διατάξεων περί της προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης,

παράβαση των διατάξεων περί της προστασίας του επαγγελματικού απορρήτου.

21

Πρέπει να εξετασθεί κατ’ αρχάς ο έκτος λόγος ακυρώσεως.

Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση των διατάξεων περί της προστασίας του επαγγελματικού απορρήτου

[παραλειπόμενα]

Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 8 της αποφάσεως 2011/695

55

Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι ο σύμβουλος επί των ακροάσεων, αρνούμενος, στις αιτιολογικές σκέψεις 14, 17 και 19 της προσβαλλομένης αποφάσεως, να εξετάσει αν η σκοπούμενη δημοσίευση ήταν σύμφωνη προς τις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως, παρέλειψε να ασκήσει την αρμοδιότητα που του έχει ανατεθεί με το άρθρο 8 της αποφάσεως 2011/695. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι ο σύμβουλος επί των ακροάσεων αρνήθηκε ρητώς ότι έχει αρμοδιότητα, η προσβαλλόμενη απόφαση βαρύνεται με έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με τις αρχές αυτές.

56

Συναφώς, επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι, όπως προκύπτει από την ανάλυση στο πλαίσιο εξετάσεως του έκτου λόγου ακυρώσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν βαρύνεται με παρανομία ως προς τις εκτιμήσεις που αφορούν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των επίδικων πληροφοριών.

57

Περαιτέρω, από τις αιτιολογικές σκέψεις 14, 17 και 19 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ο σύμβουλος επί των ακροάσεων προέβη σε διάκριση μεταξύ των επιχειρημάτων των προσφευγουσών που στηρίζονται στον εμπιστευτικό χαρακτήρα των επίδικων πληροφοριών, αφενός, και των επιχειρημάτων που αφορούν την παραβίαση αρχών που δεν συνδέονται προς το επαγγελματικό απόρρητο, όπως η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αφετέρου.

58

Συναφώς, ορθώς ο σύμβουλος επί των ακροάσεων κατέληξε, στην αιτιολογική σκέψη 14 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα εν λόγω επιχειρήματα αφορούσαν εξ ορισμού πληροφορίες που ήταν δυνατό να δημοσιευθούν, τηρουμένων των ορίων που θέτουν στις ενέργειες της Επιτροπής το άρθρο 30, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 και το άρθρο 8 της αποφάσεως 2011/695, δηλαδή πληροφορίες που δεν ενέπιπταν αυτές καθεαυτές στο επαγγελματικό απόρρητο. Υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 8, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2011/695, η διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας ενδέχεται να παρέμβει ο σύμβουλος επί των ακροάσεων κινείται «[ό]ταν η Επιτροπή έχει την πρόθεση να αποκαλύψει πληροφορίες που ενδέχεται να αποτελούν επιχειρηματικό απόρρητο ή άλλες πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα». Στο πλαίσιο αυτό, επίσης ορθώς υπογράμμισε ο σύμβουλος επί των ακροάσεων το περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής όταν το θεσμικό όργανο αυτό προσδιόριζε τις μη εμπιστευτικές πληροφορίες που θα δημοσιεύονταν.

59

Επιβάλλεται εξάλλου να υπογραμμισθεί ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 8, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2011/695, ο σύμβουλος επί των ακροάσεων πρέπει να προσδιορίσει, στην απόφασή του, την προθεσμία κατά τη λήξη της οποίας θα αποκαλυφθεί η κριθείσα ως μη εμπιστευτική επίδικη πληροφορία, προθεσμία η οποία δεν μπορεί να είναι συντομότερη της μίας εβδομάδας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η παρέμβαση του συμβούλου επί των ακροάσεων συνίσταται στην εφαρμογή των κανόνων που προστατεύουν τις επιχειρήσεις λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της οικείας πληροφορίας. Πράγματι, η δημοσίευση εκ μέρους της ΓΔ «Ανταγωνισμός» πληροφορίας εμπίπτουσας στο επαγγελματικό απόρρητο καταργεί οριστικώς την ειδική προστασία που παρέχεται στο είδος αυτό πληροφορίας. Συνεπώς, η παρέμβαση του συμβούλου επί των ακροάσεων σκοπεί στην προσθήκη ενός επιπλέον σταδίου ελέγχου εκ μέρους οργάνου ανεξάρτητου από τη ΓΔ «Ανταγωνισμός». Το όργανο αυτό υποχρεούται, επιπλέον, να μεταθέσει την έναρξη ισχύος της αποφάσεώς του, παρέχοντας κατά τον τρόπο αυτό στην επιχείρηση τη δυνατότητα να υποβάλει το ζήτημα στην κρίση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, προκειμένου να επιτύχει αναστολή εκτελέσεως σύμφωνα με τις οικείες προϋποθέσεις. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ της εφαρμογής των κανόνων δικαίου που αφορούν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της πληροφορίας καθεαυτήν, αφενός, και αυτών των οποίων γίνεται επίκληση προκειμένου να επιτευχθεί εμπιστευτική μεταχείριση της πληροφορίας, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν αυτή είναι εμπιστευτική ως εκ της φύσεώς της, αφετέρου. Συναφώς, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η δημοσίευση πληροφορίας μη εμπίπτουσας στο επαγγελματικό απόρρητο είναι δυνατό να αποτελέσει παράβαση κανόνα που εμπίπτει στη δεύτερη από τις προαναφερθείσες κατηγορίες, τούτο δεν καθιστά κενή περιεχομένου την προστασία που παρέχουν οι κανόνες οι οποίοι αφορούν το εν λόγω απόρρητο. Μια τέτοια παράβαση, αν υποτεθεί ότι αποδεικνύεται, είναι δυνατό να συνεπάγεται τη λήψη πρόσφορων διορθωτικών μέτρων, όπως η αποζημίωση, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που αφορούν τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης. Κατά συνέπεια, η επί της ουσίας ανάλυση των επιχειρημάτων που αφορούν αυτή την κατηγορία κανόνων βαίνει πέραν των σκοπών που επιδιώκονται με τις αρμοδιότητες που έχουν ανατεθεί στον σύμβουλο επί των ακροάσεων βάσει του άρθρου 8 της αποφάσεως 2011/695 (απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2015, Evonik Degussa κατά Επιτροπής, T‑341/12, Συλλογή, EU:T:2015:51, σκέψη 43), οπότε οι εκτιμήσεις που εκτίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 14, 17 και 19 δεν βαρύνονται με παρανομία.

60

Εν πάση περιπτώσει, τέλος, στις αιτιολογικές σκέψεις 12, 13 και 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο σύμβουλος επί των ακροάσεων υπογράμμισε ότι οι προσφεύγουσες δεν επικαλέσθηκαν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ή άλλο έννομο συμφέρον το οποίο να εμποδίζει την Επιτροπή να δημοσιεύσει μη εμπιστευτικές πληροφορίες, ακόμη και αν αυτές δεν περιλαμβάνονταν στο ουσιώδες μέρος της αποφάσεως περί διαπιστώσεως της παραβάσεως. Επιπλέον, ο σύμβουλος επί των ακροάσεων υπενθύμισε, στην αιτιολογική σκέψη 18 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δέχθηκε να απαλείψει κάθε μνεία ικανή να ταυτοποιήσει την πηγή των δηλώσεων που υποβλήθηκαν κατά τη διαδικασία επιείκειας ή των εγγράφων που κατατέθηκαν στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, προκειμένου να ληφθεί προσηκόντως υπόψη η ιδιότητα των προσφευγουσών ως επιχειρήσεων που συνεργάσθηκαν. Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο σύμβουλος επί των ακροάσεων διατύπωσε την εκτίμησή του επί των επιχειρημάτων που αφορούν την παραβίαση των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως, οπότε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν βαρύνεται, εν πάση περιπτώσει, με έλλειψη αιτιολογίας.

61

Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επί του δευτέρου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως, οι οποίοι αφορούν παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

62

Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι οι ανακοινώσεις περί συνεργασίας του 2002 και του 2006 περιέχουν διατάξεις οι οποίες δημιουργούν σε κάθε επιχείρηση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής τους δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς το ότι οι οικειοθελώς παρεχόμενες πληροφορίες θα παραμείνουν εμπιστευτικές, κατά το μέτρο του δυνατού, ακόμη και στο στάδιο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως της Επιτροπής. Επιπλέον, κατά τις προσφεύγουσες, οι ίδιες ανακοινώσεις παρέχουν συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις ως προς το ότι τα δημοσιευθέντα στοιχεία θα συνεπάγονται για τις επιχειρήσεις που συνεργάσθηκαν, όπως οι προσφεύγουσες, μικρότερη έκθεση στους κινδύνους αστικών αγωγών σε σχέση με τις επιχειρήσεις που δεν συνεργάσθηκαν. Η εμπιστοσύνη αυτή, η οποία στηρίζεται επίσης στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001, καλύπτει όχι μόνον τα έγγραφα που κατατίθενται στο πλαίσιο διαδικασίας επιείκειας, αλλά και τις πληροφορίες που περιέχονται στα έγγραφα αυτά. Η προσβαλλόμενη απόφαση όμως επιτρέπει τη δημοσίευση της ταυτότητας των πελατών των προσφευγουσών, δηλαδή στοιχείων που παρασχέθηκαν στην Επιτροπή στο πλαίσιο του προγράμματος επιείκειας. Η δημοσίευση αυτή, η οποία δεν είναι αναγκαία για την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, συνιστά ως εκ τούτου προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των προσφευγουσών και τις θέτει σε λιγότερο ευνοϊκή θέση από τις επιχειρήσεις που δεν συνεργάσθηκαν. Εντεύθεν προκύπτει παράβαση των διατάξεων που αφορούν την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου.

63

Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν επίσης ότι, ως οι μόνες αιτούσες επιείκεια, τελούν σε διαφορετική κατάσταση σε σχέση με τις άλλες αποδέκτριες της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου. Η προσβαλλόμενη απόφαση όμως επιτρέπει στην Επιτροπή να υιοθετήσει, όσον αφορά τη δημοσίευση της ταυτότητας των οικείων πελατών, ενιαία προσέγγιση έναντι όλων των αποδεκτών της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου. Τούτο ζημιώνει δυσανάλογα τις προσφεύγουσες, δεδομένου ότι οι αναφορές στους παραγωγούς αυτοκινήτων τους οποίους αφορούσε η σύμπραξη είχαν ως αντικείμενο στην πλειονότητα των περιπτώσεων τους δικούς τους πελάτες. Οι περιστάσεις αυτές συνεπάγονται επίσης προσβολή του επαγγελματικού απορρήτου, καθόσον οι εκτιμήσεις του συμβούλου επί των ακροάσεων βαρύνονται με πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθώς και με έλλειψη αιτιολογίας.

64

Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.

65

Επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι οι εκτιμήσεις που εκτίθενται στη σκέψη 59 ανωτέρω δεν θίγουν την αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης να αποφαίνεται επί των λόγων ακυρώσεως που αφορούν παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.

66

Συναφώς, πρώτον, οι ανακοινώσεις περί συνεργασίας του 2002 και του 2006 δεν περιέχουν καμία διάταξη η οποία να ενισχύει την επιχειρηματολογία των προσφευγουσών. Ειδικότερα, από τα σημεία 3 έως 7 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 καθώς και από τα σημεία 3 έως 5 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2006 προκύπτει ότι οι ανακοινώσεις αυτές έχουν ως μόνο σκοπό τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μια επιχείρηση είναι δυνατό να τύχει είτε απαλλαγής από το πρόστιμο είτε μειώσεώς του. Όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, οι εν λόγω ανακοινώσεις δεν προβλέπουν κανένα πλεονέκτημα το οποίο θα μπορούσε να διεκδικήσει μια επιχείρηση ως αντάλλαγμα για τη συνεργασία της. Οι κανόνες που εκτίθενται στα σημεία 8 έως 27 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 και στα σημεία 8 έως 30 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2006 αφορούν αποκλειστικώς το ύψος των προστίμων.

67

Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται ρητώς στο σημείο 31 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 και στο σημείο 39 της αντίστοιχης ανακοινώσεως του 2006. Κατά το πανομοιότυπο γράμμα των σημείων αυτών, το γεγονός ότι μια επιχείρηση τυγχάνει απαλλαγής από τα πρόστιμα ή μειώσεως του ύψους τους δεν την απαλλάσσει από την αστική ευθύνη που συνεπάγεται η συμμετοχή της σε μια παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ.

68

Βεβαίως, κατά το σημείο 6 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2006 «[ο]ι επιχειρήσεις που ζητούν επιεική μεταχείριση, μπορεί να αποθαρρυνθούν ως προς τη συνεργασία τους με την Επιτροπή βάσει της παρούσας ανακοίνωσης, αν η θέση τους στο πλαίσιο αστικής δίκης καταστεί δυσμενέστερη σε σύγκριση με τις επιχειρήσεις που δεν συνεργάζονται».

69

Εντούτοις, η φράση αυτή πρέπει να ερμηνευθεί εντός του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται και υπό το πρίσμα των προηγουμένων φράσεων, κατά τις οποίες:

«Εκτός από προϋπάρχοντα έγγραφα, οι επιχειρήσεις μπορούν να υποβάλουν οικειοθελώς στην Επιτροπή αναφορά σχετικά με όσα γνωρίζουν για το συγκεκριμένο καρτέλ καθώς και τον ρόλο τους εντός αυτού, την οποία εκπονούν ειδικά για να υποβληθεί στο πλαίσιο του παρόντος προγράμματος επιεικούς μεταχείρισης. Οι πρωτοβουλίες αυτές αποδείχθηκαν χρήσιμες για την αποτελεσματική διεξαγωγή της έρευνας και την παύση παραβάσεων εκ μέρους των καρτέλ, και δεν θα πρέπει να αποθαρρύνονται με την έκδοση διαταγών προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο αστικής δίκης.»

70

Κατά συνέπεια, η φράση που παρατίθεται στη σκέψη 68 ανωτέρω σημαίνει ότι μια επιχείρηση δεν πρέπει να τίθεται σε δυσμενή θέση στο πλαίσιο αστικών αγωγών που ενδεχομένως ασκούνται κατ’ αυτής απλώς και μόνο διότι υπέβαλε εγγράφως στην Επιτροπή δήλωση επιείκειας που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αποφάσεως διατάσσουσας τη γνωστοποίηση εγγράφων. Στο πλαίσιο της βουλήσεως αυτής να προστατεύσει ειδικώς τις δηλώσεις επιείκειας η Επιτροπή επέβαλε στον εαυτό της, στα σημεία 31 έως 35 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2006, ειδικούς κανόνες διέποντες τις λεπτομέρειες για την κατάρτιση των εν λόγω δηλώσεων, την πρόσβαση στις δηλώσεις αυτές και τη χρήση τους. Οι κανόνες αυτοί αφορούν αποκλειστικώς και μόνον τα έγγραφα και τις δηλώσεις, γραπτές ή ηχογραφημένες, ληφθείσες σύμφωνα με τις ανακοινώσεις περί συνεργασίας του 2002 ή του 2006 και των οποίων η αποκάλυψη κατά κανόνα θεωρείται από την Επιτροπή ως θίγουσα την προστασία των σκοπών των δραστηριοτήτων επιθεωρήσεως και ελέγχου, υπό την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001, όπως επισημάνθηκε στα σημεία 32 και 40 των εν λόγω ανακοινώσεων. Συνεπώς, δεν έχουν ούτε ως σκοπό ούτε ως αποτέλεσμα να εμποδίσουν την Επιτροπή να δημοσιεύσει, στην απόφασή της περί περατώσεως της διοικητικής διαδικασίας, τις σχετικές με την περιγραφή της παραβάσεως πληροφορίες που της υποβλήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος επιείκειας και δεν δημιουργούν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη συναφώς.

71

Ως εκ τούτου, μια τέτοια δημοσίευση, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 30 του κανονισμού 1/2003 και, όπως προκύπτει από την εξέταση του έκτου λόγου ακυρώσεως, μη θίγουσα το επαγγελματικό απόρρητο, δεν προσβάλλει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη την οποία θα μπορούσαν να επικαλεσθούν οι προσφεύγουσες βάσει των ανακοινώσεων περί επιείκειας του 2002 και του 2006, όσον αφορά τον υπολογισμό του προστίμου και τη μεταχείριση της οποίας τυγχάνουν τα έγγραφα και οι δηλώσεις που αφορούν ειδικώς οι ανακοινώσεις αυτές.

72

Αντιστοίχως, για τους λόγους που εκτίθενται στη σκέψη 29 ανωτέρω, το άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 αφορά την πρόσβαση στα έγγραφα που περιλαμβάνονται στον φάκελο της έρευνας της υποθέσεως, εξαιρουμένης της αποφάσεως την οποία εκδίδει η Επιτροπή κατά το πέρας της διοικητικής διαδικασίας, της οποίας το περιεχόμενο καθορίζεται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 30 του κανονισμού 1/2003. Ως εκ τούτου, το άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 δεν είναι ικανό να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στις προσφεύγουσες ως προς το περιεχόμενο του δημοσίου κειμένου της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου.

73

Δεύτερον, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, oι ανακοινώσεις περί συνεργασίας του 2002 και του 2006 σκοπούν στην εφαρμογή μιας πολιτικής διαφοροποιήσεως μεταξύ των αποδεκτών αποφάσεως η οποία διαπιστώνει παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ αναλόγως του βαθμού συνεργασίας εκάστου και μόνον όσον αφορά το ύψος του προστίμου. Εφόσον, σύμφωνα με την ανωτέρω ανάλυση, οι εν λόγω ανακοινώσεις δεν έχουν ως σκοπό να επηρεάσουν τις αστικού δικαίου συνέπειες της συμμετοχής σε παράβαση των επιχειρήσεων που ζητούν επιείκεια, το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι τελούν, υπό το πρίσμα των συνεπειών αυτών, σε διαφορετική κατάσταση από αυτή των άλλων αποδεκτών της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου λόγω της ιδιότητάς τους ως αιτούσες επιείκεια (βλ. σκέψη 63 ανωτέρω) δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα ότι η Επιτροπή όφειλε να διαφοροποιήσει τις δημοσιευθείσες αναφορές στους πελάτες κάθε αποδέκτη της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου αναλόγως του βαθμού συνεργασίας εκάστου εξ αυτών, εκτός του ότι είναι ανεδαφικό, στηρίζεται σε εσφαλμένη προκείμενη. Λαμβανομένου υπόψη του ότι, όπως υπενθύμισε ο σύμβουλος επί των ακροάσεων στην αιτιολογική σκέψη 18 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή είχε δεχθεί να απαλείψει κάθε μνεία ικανή να ταυτοποιήσει την πηγή πληροφοριών που αφορά κάθε πραγματικό στοιχείο στο οποίο στηρίχθηκε η απόφαση υαλοπίνακες αυτοκινήτου, δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να τεθεί θέμα παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ή παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.

74

Επομένως, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν.

Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως

[παραλειπόμενα]

Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση των διατάξεων περί της προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης

[παραλειπόμενα]

Επί των δικαστικών εξόδων

[παραλειπόμενα]

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)

αποφασίζει:

 

1)

Απορρίπτει την προσφυγή.

 

2)

Καταδικάζει τις AGC Glass Europe SA, AGC Automotive Europe SA, AGC France SAS, AGC Flat Glass Italia Srl, AGC Glass UK Ltd και AGC Glass Germany GmbH στα δικαστικά έξοδα.

 

Παπασάββας

Forwood

Bieliūnas

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Ιουλίου 2015.

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.

( 1 ) Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο. Όσον αφορά τις παραλειφθείσες σκέψεις, βλ. την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 2015, Pilkington Group κατά Επιτροπής (T‑462/12).