ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 15ης Ιουλίου 2015 ( *1 )

«Ανταγωνισμός — Διοικητική διαδικασία — Ευρωπαϊκή αγορά υαλοπινάκων αυτοκινήτου — Δημοσίευση αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ — Απόρριψη αιτήσεως περί εμπιστευτικής μεταχειρίσεως στοιχείων για τα οποία προβάλλεται ότι καλύπτονται από το επιχειρηματικό απόρρητο — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Εμπιστευτικότητα — Επαγγελματικό απόρρητο — Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη»

Στην υπόθεση T‑462/12,

Pilkington Group Ltd, με έδρα την Αγία Ελένη (Ηνωμένο Βασίλειο), εκπροσωπούμενη από τους J. Scott, S. Wisking, K. Φουντουκάκο-Κυριακάκο, solicitors, και C. Puech Baron, δικηγόρο,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους M. Kellerbauer, P. Van Nuffel και G. Meessen,

καθής,

με αντικείμενο αίτημα περί μερικής ακυρώσεως της αποφάσεως C(2012) 5718 τελικό της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 2012, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση περί εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που υπέβαλε η Pilkington Group Ltd, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8 της αποφάσεως 2011/695/ΕΕ του Προέδρου της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων σε ορισμένες διαδικασίες ανταγωνισμού (Υπόθεση COMP/39.125 — Υαλοπίνακες αυτοκινήτου),

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Σ. Παπασάββα, πρόεδρο, N. J. Forwood (εισηγητή) και E. Bieliūnas, δικαστές,

γραμματέας: L. Grzegorczyk, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 28ης Ιανουαρίου 2015,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Ιστορικό της διαφοράς

1

Στις 12 Νοεμβρίου 2008, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εξέδωσε την απόφαση C(2008) 6815 τελικό, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ έναντι ορισμένων κατασκευαστών υαλοπινάκων αυτοκινήτου, μεταξύ των οποίων η προσφεύγουσα, Pilkington Group Ltd (υπόθεση COMP/39.125 — Υαλοπίνακες αυτοκινήτου) (στο εξής: απόφαση υαλοπίνακες αυτοκινήτου).

2

Η Επιτροπή διαπίστωσε μεταξύ άλλων ότι οι αποδέκτες της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου, μετέχοντας, σε διάφορα χρονικά διαστήματα μεταξύ του Μαρτίου του 1998 και του Μαρτίου του 2003, σε σύνολο συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών με αντικείμενο τη νόθευση του ανταγωνισμού στον τομέα των υαλοπινάκων αυτοκινήτου εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), παρέβησαν το άρθρο 81 ΕΚ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ.

3

Σύμφωνα με την απόφαση υαλοπίνακες αυτοκινήτου, πρόκειται για ενιαία και διαρκή παράβαση που συνίσταται σε εναρμονισμένη κατανομή συμβάσεων προμήθειας υαλοπινάκων αυτοκινήτων ή συνόλων υαλοπινάκων, που περιλαμβάνουν κατά κανόνα υαλοπίνακες για το αλεξήνεμο, το οπίσθιο και τα πλευρικά παράθυρα, στους κύριους κατασκευαστές αυτοκινήτων εντός του ΕΟΧ. Κατά την Επιτροπή, η εν λόγω συνεννόηση έλαβε τη μορφή συντονισμού των πολιτικών των τιμών και των στρατηγικών για τον εφοδιασμό της πελατείας προς διατήρηση της συνολικής σταθερότητας των θέσεων των μετεχόντων στη σύμπραξη στην εν λόγω αγορά. Η σταθερότητα αυτή επιδιώχθηκε κυρίως μέσω διορθωτικών μηχανισμών, που ετίθεντο σε εφαρμογή όταν οι συνεννοήσεις δεν κατέληγαν στα επιδιωκόμενα αποτελέσματα.

4

Με επιστολή της 25ης Μαρτίου 2009, η Γενική Διεύθυνση (ΓΔ) «Ανταγωνισμός» της Επιτροπής (στο εξής: ΓΔ Ανταγωνισμός) ενημέρωσε την προσφεύγουσα μεταξύ άλλων για την πρόθεσή της να δημοσιεύσει, κατά το άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ 2003 L 1, σ. 1), ένα μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου στον ιστότοπό της στις αυθεντικές γλώσσες της υπόθεσης, ήτοι την αγγλική, τη γαλλική και την ολλανδική. Επιπλέον, η ΓΔ Ανταγωνισμός κάλεσε την προσφεύγουσα να προσδιορίσει τις πληροφορίες που ήσαν εμπιστευτικές ή συνιστούσαν επιχειρηματικό απόρρητο και να αιτιολογήσει την εκτίμησή της συναφώς.

5

Κατόπιν ανταλλαγής επιστολών με την προσφεύγουσα, η ΓΔ Ανταγωνισμός καθόρισε, τον Φεβρουάριο 2012, το μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου προς δημοσίευση στον ιστότοπο της Επιτροπής. Από την εν λόγω αλληλογραφία προκύπτει ότι η ΓΔ Ανταγωνισμός δεν έδωσε συνέχεια στις αιτήσεις της προσφεύγουσας περί αποκρύψεως των πληροφοριών που περιέχουν οι 202 αιτιολογικές σκέψεις και οι 53 υποσημειώσεις της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου.

6

Κατά τη ΓΔ Ανταγωνισμός, οι πληροφορίες αυτές μπορούν να κατανεμηθούν σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη περιέχει τα ονόματα των πελατών και την περιγραφή των οικείων προϊόντων, καθώς και κάθε πληροφορία βάσει της οποίας είναι δυνατός ο προσδιορισμός κάποιου πελάτη (στο εξής: πληροφορίες της κατηγορίας I). Η δεύτερη περιέχει τις ποσότητες των παρεχόμενων τεμαχίων, την κατανομή των ποσοστώσεων για κάθε κατασκευαστή αυτοκινήτων, τις συμφωνίες σχετικά με τις τιμές, τον υπολογισμό τους και τις διακυμάνσεις τους και, τέλος, τα αριθμητικά στοιχεία και τα ποσοστά που συνδέονται με την κατανομή των πελατών μεταξύ των μελών της συμπράξεως (στο εξής: πληροφορίες της κατηγορίας II). Η τρίτη περιέχει πληροφορίες που συνδέονται με τα φυσικά πρόσωπα που αποτελούν το προσωπικό της προσφεύγουσας (στο εξής: πληροφορίες της κατηγορίας III).

7

Η προσφεύγουσα απευθύνθηκε στον σύμβουλο ακροάσεων στις 30 Ιουνίου 2011, σύμφωνα με το άρθρο 9 της αποφάσεως 2001/462/ΕΚ, ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 23ης Μαΐου 2001, σχετικά με τα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων στις διαδικασίες ανταγωνισμού (ΕΕ L 162, σ. 21), αντιτασσόμενη στη δημοσίευση του συνόλου των επίμαχων πληροφοριών.

Προσβαλλόμενη απόφαση

8

Ο σύμβουλος ακροάσεων αποφάνθηκε επί της αιτήσεως της προσφεύγουσας με την απόφαση C(2012) 5718 τελικό της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 2012, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση περί εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που υπέβαλε η Pilkington Group, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 της αποφάσεως 2011/695/ΕΕ του Προέδρου της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων σε ορισμένες διαδικασίες ανταγωνισμού (Υπόθεση COMP/39.125 — Υαλοπίνακες αυτοκινήτου) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

9

Από την αιτιολογική σκέψη 18 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή στηρίζεται ουσιαστικά στην εξέταση δύο επιχειρημάτων που προέβαλε η προσφεύγουσα. Το πρώτο επιχείρημα, που εξετάστηκε στις αιτιολογικές σκέψεις 19 έως 42 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφορά πληροφορίες των κατηγοριών I και II, ενώ το δεύτερο επιχείρημα, που εξετάστηκε στις αιτιολογικές σκέψεις 43 έως 48 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφορά πληροφορίες της κατηγορίας III.

10

Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα, ο σύμβουλος ακροάσεων εκτίμησε, πρώτον, ότι οι πληροφορίες των κατηγοριών I και II ήταν, λόγω της φύσεώς τους και λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της αγοράς των υαλοπινάκων αυτοκινήτου, γνωστές και σε άλλους πλην της προσφεύγουσας, δεύτερον, ότι ήταν ιστορικές και, τρίτον, ότι αφορούσαν την ίδια την ουσία της παραβάσεως, τη δε δημοσιοποίησή τους υπαγόρευαν εξάλλου τα συμφέροντα των ζημιωθέντων προσώπων (αιτιολογικές σκέψεις 19 έως 32 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επιπλέον, στον βαθμό που η προσφεύγουσα προέβαλε συγκεκριμένα επιχειρήματα για να αποδείξει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών παρά τα γενικά χαρακτηριστικά τους που περιγράφονται ανωτέρω, ο σύμβουλος ακροάσεων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αιτιολογικές σκέψεις 198, 208, 367, 383 και 393 έως 397 της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου μπορούσαν κατ’ εξαίρεση να τύχουν εμπιστευτικής μεταχειρίσεως καθόσον περιείχαν πληροφορίες των κατηγοριών I και II (αιτιολογικές σκέψεις 32, δεύτερη φράση, έως 42 και άρθρα 1 και 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

11

Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα, ο σύμβουλος ακροάσεων στηρίχθηκε στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8, σ. 1), και δέχθηκε την εμπιστευτική μεταχείριση των πληροφοριών που περιέχουν οι αιτιολογικές σκέψεις 98, 132, 160, 163 και οι υποσημειώσεις 282 και 410 της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου (αιτιολογικές σκέψεις 43 έως 47 και άρθρο 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

12

Ο σύμβουλος ακροάσεων απέρριψε την αίτηση της προσφεύγουσας κατά τα λοιπά (άρθρο 4 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

13

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Οκτωβρίου 2012, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

14

Με διάταξη της 11ης Μαρτίου 2013, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου διέταξε τη μερική αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με διάταξη της 10ης Σεπτεμβρίου 2013, Επιτροπή κατά Pilkington Group [C‑278/13 P(R), Συλλογή, EU:C:2013:558], ο αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέρριψε την αναίρεση που άσκησε η Επιτροπή κατά της διατάξεως του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου.

15

Με διάταξη της 27ης Νοεμβρίου 2013, ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε τις αιτήσεις παρεμβάσεως που υπέβαλαν τέσσερις ασφαλιστικές εταιρίες, που δραστηριοποιούνται στον τομέα των υαλοπινάκων αυτοκινήτου, υπέρ της Επιτροπής.

16

Στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο υπέβαλε διάφορες ερωτήσεις στην Επιτροπή. Η τελευταία απάντησε στις ερωτήσεις αυτές με επιστολές της 7ης Οκτωβρίου και της 18ης Δεκεμβρίου 2014.

17

Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, ειδικότερα το άρθρο 4 αυτής·

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

18

Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή·

να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

Σκεπτικό

19

Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει έξι λόγους ακυρώσεως, αντλούμενους, αντίστοιχα, από:

έλλειψη αιτιολογίας και πλάνη σχετιζόμενη με την αιτιολογική σκέψη 115 της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου·

παράβαση του άρθρου 339 ΣΛΕΕ, του άρθρου 28 του κανονισμού 1/2003 και του άρθρου 8 της αποφάσεως 2011/695/ΕΕ του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων σε ορισμένες διαδικασίες ανταγωνισμού (ΕΕ L 275, σ. 29

παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως·

παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης·

παραβίαση των αρχών που διέπουν την προστασία της ταυτότητας των ατόμων·

παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και των αρχών που διέπουν την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων.

Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας και πλάνη σχετιζόμενη με την αιτιολογική σκέψη 115 της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου

20

Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι ο σύμβουλος ακροάσεων απέρριψε την αίτησή της διατυπώνοντας συνοπτική και συνολική αιτιολογία, στηριζόμενη σε μη προσήκοντα κριτήρια. Επιπλέον, η εν λόγω αιτιολογία δεν αναφέρει σαφώς τον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, δεν απαντά σε διάφορα επιχειρήματα αντλούμενα από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, ούτε δικαιολογεί μια συγκεκριμένη αντίφαση προς τη θέση της ΓΔ Ανταγωνισμός. Κατ’ αρχάς, όμως, η προσφεύγουσα δικαιολόγησε την αίτησή της με επιμέρους αναφορά σε κάθε σχετική αιτιολογική σκέψη. Εν συνεχεία, συνολική αιτιολογία είναι εκ φύσεως ανεπαρκής, καθόσον οι επίμαχες πληροφορίες, ακόμη και αυτές που υπάγονται σε μία και μόνη κατηγορία, είναι πολύ διαφορετικής φύσεως, όπως τούτο πιστοποιείται από το γεγονός ότι ορισμένες έτυχαν εμπιστευτικής μεταχειρίσεως, ενώ άλλες όχι. Τέλος, η γενική αναφορά στην έννοια των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την παράβαση ως αυτοτελές κριτήριο και στον μη εμπιστευτικό χαρακτήρα των στοιχείων που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή στο πλαίσιο της αιτήσεως για επιεική μεταχείριση, καθώς και οι ανακόλουθοι ορισμοί της εμπιστευτικότητας, καθιστούν την προσβαλλόμενη απόφαση πλημμελή λόγω ελλείψεως αιτιολογίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 296 ΣΛΕΕ και παραβίασε την αρχή της χρηστής διοικήσεως που διατυπώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επί της αιτιάσεως που αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας

21

Η υποχρέωση αιτιολογήσεως των ατομικών αποφάσεων έχει ως σκοπό, πέραν από το να καθιστά δυνατόν τον δικαστικό έλεγχο, να παρέχει στον ενδιαφερόμενο ικανές ενδείξεις ως προς το αν η απόφαση είναι ενδεχομένως πλημμελής και συνεπώς το κύρος της θα μπορούσε να αμφισβητηθεί. Η απαίτηση περί αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που έχουν ενδεχομένως στην παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να διασαφηνίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει του περιεχομένου της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα. Επιπλέον, η αιτιολογία μιας πράξεως πρέπει να είναι λογική και, ιδίως, να μην εμφανίζει εσωτερικές αντιφάσεις που να εμποδίζουν την ορθή κατανόηση των λόγων εκδόσεως της πράξεως (απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, Elf Aquitaine κατά Επιτροπής, C‑521/09 P, Συλλογή, EU:C:2011:620, σκέψεις 148, 150 και 151).

22

Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2011/695, ο σύμβουλος ακροάσεων μπορεί να εκτιμήσει ότι μια πληροφορία μπορεί να γνωστοποιηθεί είτε διότι δεν αποτελεί επιχειρηματικό απόρρητο ή άλλη πληροφορία εμπιστευτικού χαρακτήρα, είτε διότι υφίσταται υπέρτερο συμφέρον για τη γνωστοποίησή της. Κατά συνέπεια, το συμπέρασμα ότι η επίμαχη πληροφορία δύναται να γνωστοποιηθεί πρέπει να αιτιολογείται με αναφορά στις εκτιμήσεις βάσει των οποίων ο σύμβουλος ακροάσεων θεώρησε είτε ότι δεν αποτελεί επιχειρηματικό απόρρητο ή άλλη πληροφορία εμπιστευτικού χαρακτήρα, είτε ότι, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, υφίσταται υπέρτερο συμφέρον για τη γνωστοποίησή της.

23

Στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι ένας ή περισσότεροι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η άρνηση αναγνωρίσεως του εμπιστευτικού χαρακτήρα προβάλλονται σε σχέση με σειρά πληροφοριών οι οποίες, κατά τη γνώμη του συμβούλου ακροάσεων, παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά, δεν ασκεί επιρροή στην πληρότητα της αιτιολογίας, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιτρέπει την κατανόηση του ερείσματος των συμπερασμάτων του συμβούλου ακροάσεων. Αν οι ως άνω λόγοι δεν είναι έγκυροι ως προς μία ή περισσότερες πληροφορίες, αυτό που θα αμφισβητηθεί θα είναι το βάσιμο της αιτιολογίας και όχι η επάρκειά της ως ουσιώδους τύπου (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 22ας Μαρτίου 2001, Γαλλία κατά Επιτροπής, C‑17/99, Συλλογή, EU:C:2001:178, σκέψη 35).

24

Εν προκειμένω, από τις αιτιολογικές σκέψεις 19 έως 32 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ο σύμβουλος ακροάσεων εξέθεσε, κατ’ αρχάς, ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά των πληροφοριών των κατηγοριών I και II, με βάση τα οποία, κατ’ αυτόν, οι πληροφορίες αυτές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν εμπιστευτικές. Πρόκειται, πρώτον, για το γεγονός ότι οι εν λόγω πληροφορίες είναι, λόγω της φύσεώς τους, γνωστές σε τρίτους, δεύτερον, για τον ιστορικό τους χαρακτήρα και, τρίτον, για το γεγονός ότι συνιστούν την ίδια την ουσία της παραβατικής συμπεριφοράς.

25

Στο πλαίσιο αυτό, ο σύμβουλος ακροάσεων εξέτασε στη συνέχεια αν, παρά τα χαρακτηριστικά αυτά, η προσφεύγουσα προέβαλε συγκεκριμένα επιχειρήματα που αποδεικνύουν ότι οι εν λόγω πληροφορίες ήσαν εμπιστευτικές, υπό την έννοια ότι ήσαν γνωστές σε περιορισμένο αριθμό προσώπων, ότι η γνωστοποίησή τους ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρή ζημία και ότι τα συμφέρονται που θα μπορούσαν να υποστούν βλάβη λόγω της γνωστοποιήσεως ήσαν αντικειμενικά άξια προστασίας. Συναφώς, ο σύμβουλος ακροάσεων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μόνον οι αιτιολογικές σκέψεις 198, 208, 367, 383 και 393 έως 397 της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου περιείχαν πληροφορίες που δεν θα έπρεπε να γνωστοποιηθούν (αιτιολογικές σκέψεις 33 έως 42 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

26

Τέλος, όσον αφορά τις πληροφορίες της κατηγορίας III, ο σύμβουλος ακροάσεων εξέθεσε, στις αιτιολογικές σκέψεις 46 και 47 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι μόνον οι αιτιολογικές σκέψεις 98, 132, 160 και 163 και οι υποσημειώσεις 282 και 410 της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου περιείχαν πληροφορίες από τις οποίες θα μπορούσε, με εύλογη πιθανότητα, να προσδιοριστεί κάποιο φυσικό πρόσωπο. Αντιθέτως, κατά την αιτιολογική σκέψη 48 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι λοιπές αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου που περιείχαν, κατά την προσφεύγουσα, πληροφορίες της κατηγορίας III, δεν περιέχουν στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε, με εύλογη πιθανότητα, να προσδιοριστεί κάποιο φυσικό πρόσωπο.

27

Στον βαθμό που περιέχει την αιτιολογία αυτή, η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει στοιχεία που επιτρέπουν τόσο στο Γενικό Δικαστήριο όσο και στην προσφεύγουσα να προσδιορίσουν τους λόγους για τους οποίους ο σύμβουλος ακροάσεων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι επίμαχες πληροφορίες δεν ήσαν εμπιστευτικές, είτε οι λόγοι αυτοί αφορούν μια συγκεκριμένη πληροφορία είτε αφορούν τα χαρακτηριστικά μιας σειράς πληροφοριών. Συνεπώς, το γεγονός ότι ο σύμβουλος ακροάσεων δεν διατύπωσε χωριστή εκτίμηση για κάθε αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου την οποία αφορά η αίτηση της προσφεύγουσας δεν σημαίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελής λόγω ελλείψεως αιτιολογίας. Συνεπώς, στην προσφεύγουσα παρασχέθηκε η δυνατότητα να αμφισβητήσει επωφελώς τη νομιμότητα της αναλύσεως του συμβούλου ακροάσεων και το Γενικό Δικαστήριο διαθέτει τα απαραίτητα στοιχεία προκειμένου να διατυπώσει την εκτίμησή του συναφώς.

28

Εν πάση περιπτώσει, οι αιτιάσεις που αντλούνται από το γεγονός ότι οι κανόνες δικαίου που εφαρμόστηκαν δεν είχαν αναφερθεί, ότι οι προβληθέντες λόγοι δεν ήταν προσαρμοσμένοι σε όλες τις επίμαχες πληροφορίες, ότι η έννοια των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την παράβαση δεν είναι προσήκουσα, ότι οι πληροφορίες της κατηγορίας II δεν είναι, εκ της φύσεώς τους, γνωστές σε άλλους πλην της προσφεύγουσας και ότι οι ορισμοί της εμπιστευτικότητας που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι ανακόλουθοι, αφορούν την ουσιαστική νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως και επαναλαμβάνονται και εξετάζονται στο πλαίσιο του δεύτερου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως.

29

Όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από το ότι ο σύμβουλος ακροάσεων δεν απάντησε στο επιχείρημα περί παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, το επιχείρημα αυτό δεν είναι βάσιμο. Συγκεκριμένα, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η εξέταση αυτή εμπίπτει στις υποχρεώσεις του συμβούλου ακροάσεων, ο τελευταίος αυτός εκπλήρωσε την υποχρέωση αυτή στις αιτιολογικές σκέψεις 14 και 15 της προσβαλλομένης αποφάσεως εκθέτοντας, πρώτον, ότι η προσέγγιση της Επιτροπής στο πλαίσιο των προηγουμένων ερευνών μπορούσε να τροποποιηθεί προβαίνοντας σε νέα πληρέστερη δημοσίευση της αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται η παράβαση και, δεύτερον, ότι δεν μπορεί να τεκμαρθεί ότι κάθε παραλειπόμενο στοιχείο του δημοσιευθέντος κειμένου μιας τέτοιας αποφάσεως εμπίπτει στο επαγγελματικό απόρρητο. Το ζήτημα αν η αιτιολογία αυτή είναι ορθή εμπίπτει στο βάσιμο της αιτιολογίας και θα εξεταστεί στο πλαίσιο του τρίτου λόγου.

Επί της αιτιάσεως που αντλείται από πλάνη σχετιζόμενη με την αιτιολογική σκέψη 115 της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου

30

Αντιθέτως, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφεύγουσα βασίμως προβάλλει το γεγονός ότι ο σύμβουλος ακροάσεων απέρριψε ρητώς την αίτησή της για εμπιστευτική μεταχείριση όσον αφορά την αιτιολογική σκέψη 115 της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου, ενώ η ΓΔ Ανταγωνισμός είχε ήδη κάνει δεκτή την αίτηση αυτή.

31

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2011/695, η οικεία επιχείρηση μπορεί να απευθυνθεί στον σύμβουλο ακροάσεων όταν «αντιτίθεται στην αποκάλυψη των πληροφοριών». Η δημοσιοποίηση αυτή, όταν εξετάζεται η διενέργειά της, γνωστοποιείται καταρχάς στην επιχείρηση από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, της ίδιας αποφάσεως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αρμοδιότητα του συμβούλου ακροάσεων οριοθετείται από την αίτηση που του έχει υποβληθεί και δεν έχει δυνατότητα να θέσει εν αμφιβόλω τις αποφάσεις που έχει λάβει η ΓΔ Ανταγωνισμός όταν με αυτές γίνεται δεκτή αίτηση περί εμπιστευτικής μεταχειρίσεως.

32

Εν προκειμένω, όμως, από την παράγραφο 4 της επιστολής της Επιτροπής της 1ης Φεβρουαρίου 2012 προκύπτει ότι η ΓΔ Ανταγωνισμός δέχθηκε να διαγράψει από το δημοσιευμένο κείμενο της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου τα ονόματα των πελατών της προσφεύγουσας που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 115 της αποφάσεως αυτής, προκειμένου να προστατευθεί η ταυτότητα ορισμένων μελών του προσωπικού της. Συναφώς, πρέπει να απορριφθεί η θέση της Επιτροπής ότι η άποψη που εκφράστηκε στην επιστολή της 1ης Φεβρουαρίου 2012 ήταν απλώς προκαταρκτική και δεν επηρέασε την τελική απόφαση του συμβούλου ακροάσεων. Πράγματι, όπως τονίστηκε στη σκέψη 31 ανωτέρω, ο σύμβουλος ακροάσεων επιλαμβάνεται μόνο στις περιπτώσεις που η επιχείρηση αντιτίθεται στη σχεδιαζόμενη γνωστοποίηση. Αντιθέτως, όταν ουδεμία δημοσιοποίηση σχεδιάζεται, η παρέμβαση του συμβούλου ακροάσεων είναι άνευ αντικειμένου. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, η επιστολή της 1ης Φεβρουαρίου 2012 απηχεί την πραγματικότητα αυτή στην παράγραφό της 9, καθόσον η προσφεύγουσα εκαλείτο να απευθυνθεί στον σύμβουλο ακροάσεων αν δεν συμφωνούσε με την περίμετρο της σχεδιαζόμενης δημοσιεύσεως («[s]hould you not agree with the scope of the disclosure as described in this letter […]»).

33

Καίτοι αληθεύει ότι η προσφεύγουσα περιέλαβε την αιτιολογική σκέψη 115 της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου στις επιστολές της της 30ής Ιουνίου και της 7ης Νοεμβρίου 2011 προς τον σύμβουλο ακροάσεων, γεγονός παραμένει ότι η συμπερίληψη αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι η ΓΔ Ανταγωνισμός δεν δέχθηκε να μη δημοσιεύσει το επίμαχο τμήμα της εν λόγω αιτιολογικής σκέψης 115 παρά με επιστολή της 1ης Φεβρουαρίου 2012, ήτοι μετά την παρέμβαση του συμβούλου ακροάσεων. Παρά την κατάσταση αυτή, ο τελευταίος αυτός απέρριψε ρητώς την αίτηση εμπιστευτικότητας που αφορούσε την αιτιολογική σκέψη 115 της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου (αιτιολογική σκέψη 48 της προσβαλλομένης αποφάσεως), ενώ όφειλε να διαπιστώσει ότι είχε ήδη γίνει δεκτή η εν λόγω αίτηση από τη ΓΔ Ανταγωνισμός και να απόσχει από τη διατύπωση εκτιμήσεως συναφώς.

34

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί στον βαθμό που με αυτή απορρίπτεται η αίτηση εμπιστευτικότητας που υπέβαλε η προσφεύγουσα όσον αφορά το σχετικό τμήμα της αιτιολογικής σκέψεως 115 της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά.

Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 339 ΣΛΕΕ, του άρθρου 28 του κανονισμού 1/2003 και του άρθρου 8 της αποφάσεως 2011/695

35

Κατά την προσφεύγουσα, η έννοια των εμπιστευτικών πληροφοριών περιλαμβάνει το επαγγελματικό απόρρητο, τις λοιπές πληροφορίες η δημοσιοποίηση των οποίων θα έθιγε σοβαρά τα εμπορικά συμφέροντα μιας επιχειρήσεως και, τέλος, τα προσωπικά δεδομένα. Πληροφορία είναι εκ φύσεως εμπιστευτική αν είναι γνωστή σε περιορισμένο αριθμό ατόμων και αν η δημοσιοποίησή της ενδέχεται να προκαλέσει ζημία. Πληροφορία που πληροί τις σωρευτικές αυτές προϋποθέσεις μπορεί να δημοσιοποιείται μόνον εφόσον υπάρχει υπέρτερο συμφέρον του οποίου η διαπίστωση πρέπει να διενεργείται κατόπιν της σταθμίσεως των συμφερόντων στο πλαίσιο αυστηρής ερμηνείας. Ωστόσο, ο σύμβουλος ακροάσεων παρέλειψε να εκτιμήσει συγκεκριμένα, βάσει των καθορισμένων κριτηρίων, αν τα επίμαχα στοιχεία είναι εκ φύσεως εμπιστευτικά, προτού αποφανθεί επί της υπάρξεως υπέρτερου συμφέροντος που καθιστά αναγκαία τη δημοσιοποίησή τους.

36

Ειδικότερα, όσον αφορά τις πληροφορίες της κατηγορίας I, η δημοσίευση της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου υπό τη μορφή που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση θα αποκάλυπτε, υπό συγκεντρωτική μορφή, τους κύριους πελάτες της προσφεύγουσας καθώς και τα οικεία μοντέλα αυτοκινήτων και τα τεμάχια που παραδόθηκαν σε συγκεκριμένες περιόδους. Η δημοσιοποίηση αυτή θα ισοδυναμούσε με τη δημοσίευση πελατολογίου συνοδευόμενου από λεπτομέρειες σχετικά με τις σχέσεις με τους πελάτες, ήτοι πληροφοριών που είναι εκ φύσεως εμπιστευτικές. Αν το γεγονός και μόνον ότι οι πελάτες της προσφεύγουσας έχουν στην κατοχή τους μια πληροφορία αρκούσε για να αποκλειστεί η πληροφορία αυτή από οποιαδήποτε εμπιστευτική μεταχείριση, καμία πληροφορία σχετικά με τις σχέσεις με τους πελάτες δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εμπιστευτική, πράγμα που θα ήταν παράλογο. Το αυτό ισχύει για τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ των μελών συμπράξεως. Όσον αφορά τις πληροφορίες της κατηγορίας II, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι αυτές εμπίπτουν κατ’ εξοχήν στο επαγγελματικό απόρρητο στο οποίο δεν έχουν πρόσβαση ούτε καν ειδικευμένοι κύκλοι. Εντούτοις, ο σύμβουλος ακροάσεων δεν δικαιολόγησε την εκτίμησή του ότι τα εμπιστευτικά αυτά στοιχεία που αφορούν επίσης τρέχουσες εμπορικές σχέσεις, όπως μαρτυρεί σχετικώς και η αιτιολογική σκέψη 36 της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι γνωστά και σε άλλους πλην της προσφεύγουσας. Η τελευταία αυτή αιτιολογική σκέψη παρουσιάζει εξάλλου μιαν αντίφαση, στον βαθμό που δεν καθιστά δυνατή την κατανόηση του λόγου στον οποίο στηρίζεται η διάκριση που έκανε ο σύμβουλος ακροάσεων μεταξύ των πληροφοριών που πρέπει να προστατευθούν ως εμπιστευτικές και εκείνων που μπορούν να δημοσιευθούν.

37

Η προσφεύγουσα αμφισβητεί επίσης ότι οι πληροφορίες των κατηγοριών I και II είναι ιστορικές. Συγκεκριμένα, όλοι οι οικείοι πελάτες συνεχίζουν, μέχρι σήμερα, να είναι πελάτες της για τα μοντέλα αυτοκινήτων που αναφέρονται στην απόφαση υαλοπίνακες αυτοκινήτου. Οι εκτιμήσεις που περιέχονται στην αιτιολογική σκέψη 37 της προσβαλλομένης αποφάσεως αποδεικνύουν ότι θα προκληθεί ζημία σε περίπτωση δημοσιοποιήσεως των πληροφοριών της κατηγορίας I. Επιπλέον, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών των συμβάσεων προμήθειας, που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης πολλά έτη πριν από τη σύναψή τους και εκτελούνται επί μακρό χρονικό διάστημα, δεν μπορεί να τεκμαρθεί ότι οι πληροφορίες της κατηγορίας II που χρονολογούνται προ πέντε και πλέον ετών είναι ιστορικές, καθόσον η δημοσιοποίησή τους δύναται να αποκαλύψει την ταυτότητα των νυν πελατών και να καταστήσει διαφανή μια αγορά που ορίζεται από τις διμερείς διαπραγματεύσεις. Εξάλλου, η προσφεύγουσα εξέθεσε τους ειδικούς λόγους που αποδεικνύουν ότι οι πληροφορίες αυτές εξακολουθούν να έχουν σημασία και να είναι, ως εκ τούτου, ευαίσθητες. Συνεπώς, η συνδυασμένη δημοσιοποίηση των πληροφοριών των κατηγοριών I και II θα παρείχε στο κοινό μια εξαιρετικά λεπτομερή εικόνα των σχέσεων που έχει τώρα η προσφεύγουσα με τους πελάτες της, πράγμα που έχει ήδη αναγνωρίσει η προσβαλλόμενη απόφαση έναντι ορισμένων αιτιολογικών σκέψεων της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου.

38

Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντιβαίνει στην πάγια τακτική που έχει εφαρμόσει η Επιτροπή ως προς την εμπιστευτική μεταχείριση παρόμοιων πληροφοριών στο παρελθόν και υπονομεύει την πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων.

39

Περαιτέρω, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την εφαρμογή της έννοιας των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την παράβαση στην οποία προέβη ο σύμβουλος ακροάσεων εν προκειμένω. Η έννοια αυτή περιλαμβάνει, κατά την προσφεύγουσα, την πραγματοποίηση των συσκέψεων της συμπράξεως, την ταυτότητα των μετεχουσών επιχειρήσεων και τα είδη των ανταλλαγών, χωρίς να είναι αναγκαία η ονομαστική αναφορά στους πελάτες ούτε η περιγραφή των προϊόντων τα οποία αφορά ειδικώς κάθε σύσκεψη. Εν πάση περιπτώσει, οι πληροφορίες των κατηγοριών I και II, ακόμη και αν εθεωρούντο ότι εμπίπτουν στην έννοια αυτή, δεν θα έχαναν για τον λόγο αυτόν την εμπιστευτική τους φύση, καθόσον θα πληρούσαν τα κατάλληλα κριτήρια που διαλαμβάνονται στη σκέψη 35 ανωτέρω. Η διαφορετική μεταχείριση που έγινε στις αιτιολογικές σκέψεις 207, αφενός, και 394, αφετέρου, της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου επιβεβαιώνει το βάσιμο της προσεγγίσεως αυτής και καταδεικνύει επίσης ότι είναι αδύνατον να εκτιμηθεί αν η εφαρμογή της εννοίας αυτής αφορά το σύνολο ή μέρος μόνον των πληροφοριών των κατηγοριών I και II. Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ελλείψεως αιτιολογίας συναφώς.

40

Ο σύμβουλος ακροάσεων προέβη επίσης σε κακή εφαρμογή των κριτηρίων που συνδέονται με το επαγγελματικό απόρρητο όσον αφορά τις πληροφορίες που περιέχονται σε δήλωση περί επιεικούς μεταχειρίσεως, των οποίων η εμπιστευτική φύση δεν επηρεάζεται από την αρχή της διαφάνειας που διέπει τη δράση της Επιτροπής ούτε από τα συμφέρονται των προσώπων τα οποία φέρονται να έχουν υποστεί ζημία.

41

Τέλος, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι οι εμπιστευτικές πληροφορίες μπορούν να δημοσιοποιούνται μόνον εφόσον τούτο είναι απαραίτητο προκειμένου να εξυπηρετηθεί ένα δημόσιο συμφέρον ή τα συμφέρονται των προσώπων που υφίστανται βλάβη από την παράβαση. Εντούτοις, εν προκειμένω, η δημοσιοποίηση των επίμαχων εμπιστευτικών πληροφοριών δεν είναι απαραίτητη για την εξυπηρέτηση τέτοιων συμφερόντων. Συγκεκριμένα, οι πληροφορίες αυτές δεν αφορούν την παραβατική συμπεριφορά αυτή καθαυτή, όπως τούτο πιστοποιείται από το γεγονός ότι ο σύμβουλος ακροάσεων έκανε δεκτή την αίτηση της προσφεύγουσας ως προς ορισμένα στοιχεία. Επιπλέον, το ήδη δημοσιευμένο μη εμπιστευτικό κείμενο παρέχει τη δυνατότητα στο κοινό να πληροφορηθεί τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η δράση της Επιτροπής και στα μέρη που φέρονται να έχουν ζημιωθεί να προβάλουν τα δικαιώματά τους ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων.

42

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 30, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, η Επιτροπή δημοσιεύει, μεταξύ άλλων, αποφάσεις που διαπιστώνουν παράβαση και επιβάλλουν πρόστιμα ή χρηματικές ποινές. Κατά την παράγραφο 2 της ίδιας διατάξεως, στη δημοσίευση μνημονεύονται τα ενδιαφερόμενα μέρη και τα ουσιώδη στοιχεία της απόφασης, περιλαμβανομένων των κυρώσεων που επιβάλλονται. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το έννομο συμφέρον των επιχειρήσεων για την προστασία του επαγγελματικού απόρρητου.

43

Το άρθρο 28 του κανονισμού 1/2003 προβλέπει ότι οι πληροφορίες που συλλέγονται δυνάμει των άρθρων 17 έως 22 του ίδιου κανονισμού επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν μόνο για το σκοπό για τον οποίο συγκεντρώθηκαν και ότι απαγορεύεται στα πρόσωπα που υπάγονται στις αρμόδιες αρχές να δημοσιοποιούν πληροφορίες που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο.

44

Εξάλλου, από το άρθρο 8, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2011/695 προκύπτει ότι ο σύμβουλος ακροάσεων δύναται να διαπιστώσει ότι η πληροφορία μπορεί να αποκαλυφθεί διότι δεν αποτελεί επιχειρηματικό απόρρητο ή άλλη πληροφορία εμπιστευτικού χαρακτήρα ή διότι υπάρχει υπέρτερο συμφέρον για την αποκάλυψή της.

45

Το επαγγελματικό απόρρητο περιλαμβάνει, πέραν του επιχειρηματικού απορρήτου, πληροφορίες οι οποίες είναι γνωστές μόνο σε περιορισμένο αριθμό προσώπων και η δημοσιοποίηση των οποίων μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ζημία στο πρόσωπο που τις παρέσχε ή σε τρίτους. Τέλος, τα συμφέροντα που μπορεί να θιγούν από τη δημοσιοποίηση της πληροφορίας απαιτείται να είναι αντικειμενικώς άξια προστασίας. Η εκτίμηση του απορρήτου χαρακτήρα μιας πληροφορίας απαιτεί τη στάθμιση μεταξύ των εύλογων συμφερόντων που αντιτίθενται στη δημοσιοποίησή της και του γενικού συμφέροντος να έχουν οι δραστηριότητες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης τη μεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 30ής Μαΐου 2006, Bank Austria Creditanstalt κατά Επιτροπής, T‑198/03, Συλλογή, EU:T:2006:136, σκέψεις 29 και 71).

46

Βεβαίως, σύμφωνα με τις σκέψεις 75 της αποφάσεως Bank Austria Creditanstalt κατά Επιτροπής, σκέψη 45 ανωτέρω (EU:T:2006:136), και 64 της αποφάσεως της 12ης Οκτωβρίου 2007, Pergan Hilfsstoffe für industrielle Prozesse κατά Επιτροπής (T‑474/04, Συλλογή, EU:T:2007:306), στον βαθμό που η εμπιστευτικότητα ορισμένων πληροφοριών προστατεύεται από εξαίρεση από το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145, σ. 43), η προστασία αυτή έχει σημασία όταν εξετάζεται εάν η Επιτροπή τηρεί την απαγόρευση που επιβάλλεται από το άρθρο 28, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 όσον αφορά τη δημοσιοποίηση πληροφοριών που εκ φύσεως καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο.

47

Ωστόσο, μετά την έκδοση αυτών των δικαστικών αποφάσεων, το Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 κατά την έννοια ότι τα θεσμικά όργανα επιτρέπεται να στηρίζονται σε γενικά τεκμήρια που εφαρμόζονται σε ορισμένες κατηγορίες εγγράφων, δεδομένου ότι τέτοιες γενικού χαρακτήρα εκτιμήσεις ενδέχεται να αφορούν και αιτήσεις δημοσιοποιήσεως σχετικές με έγγραφα της ίδιας φύσεως. Η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται σε περίπτωση που η κανονιστική ρύθμιση που διέπει τη διαδικασία προβλέπει επίσης αυστηρούς κανόνες όσον αφορά τη μεταχείριση πληροφοριών που συνελέγησαν ή αποδείχθηκαν στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 28ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob, C‑404/10 P, Συλλογή, EU:C:2012:393, σκέψεις 108, 116 και 118). Τούτο ισχύει όσον αφορά τα άρθρα 27, παράγραφος 2, και 28 του κανονισμού 1/2003 και τα άρθρα 6, 8, 15 και 16 του κανονισμού (ΕΚ) 773/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων [101 και 102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ L 123, σ. 18), τα οποία ρυθμίζουν κατά τρόπο αυστηρό τη χρήση των εγγράφων που περιλαμβάνονται στον φάκελο υποθέσεως σχετικής με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Επιτροπή κατά EnBW, C‑365/12 P, Συλλογή, EU:C:2014:112, σκέψη 86). Στο πλαίσιο αυτό, εάν το άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 ερμηνευόταν υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται στην Επιτροπή να δημοσιεύει οποιαδήποτε πληροφορία στην οποία δύναται να αρνηθεί την πρόσβαση, δυνάμει της διατάξεως αυτής, επικαλούμενη γενικό τεκμήριο, τούτο θα καθιστούσε το άρθρο 30 του κανονισμού 1/2003 άνευ αντικειμένου. Αφενός, μια τέτοια ερμηνεία θα στερούσε από την Επιτροπή τη δυνατότητα να δημοσιεύει τα ουσιώδη έστω σημεία της αποφάσεώς της, κατά το μέτρο που αυτά προκύπτουν κατά λογική αναγκαιότητα από τον φάκελο της έρευνας. Αφετέρου, θα είχε επίσης ως αποτέλεσμα την ανατροπή του βάρους αποδείξεως, το οποίο, στον τομέα της εμπιστευτικής μεταχειρίσεως, φέρει η αιτούσα την εν λόγω μεταχείριση επιχείρηση, καθώς θα αρκούσε να προβάλει αυτή το γενικό τεκμήριο που τα θεσμικά όργανα μπορούν, υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, να επικαλεστούν, με συνέπεια να υποχρεωθεί εκ των πραγμάτων η Επιτροπή να αποδείξει ότι η επίμαχη πληροφορία μπορεί να συμπεριληφθεί στο προς δημοσίευση κείμενο της αποφάσεώς της. Επομένως, το γεγονός ότι η Επιτροπή, αντιμετωπίζοντας αίτηση προσβάσεως σε γενικώς οριζόμενο σύνολο εγγράφων το οποίο περιλαμβάνεται στον φάκελο της έρευνας, μπορεί να επικαλεσθεί γενικό τεκμήριο αντλούμενο από την προστασία ενός εκ των απαριθμούμενων στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 συμφερόντων (βλ., συναφώς, απόφαση Επιτροπή κατά EnBW, προαναφερθείσα, EU:C:2014:112, σκέψεις 65 έως 69) ουδόλως προδικάζει την έκταση της δημοσιεύσεως στην οποία μπορεί να προβεί το θεσμικό αυτό όργανο στο πλαίσιο του άρθρου 30 του κανονισμού 1/2003.

48

Εν προκειμένω, ο σύμβουλος ακροάσεων υπενθύμισε ότι οι πληροφορίες της κατηγορίας I αφορούσαν τα ονόματα των πελατών, τις ονομασίες και περιγραφές των προϊόντων, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία δυνάμενη να προσδιορίσει έναν πελάτη (αιτιολογική σκέψη 21 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

49

Πρώτον, όμως, αυτές οι πληροφορίες είναι εκ φύσεως γνωστές σε τρίτους. Επιπλέον, η απόφαση υαλοπίνακες αυτοκινήτου δεν περιέχει κατάλογο πελατών ή διανομέων, αλλά κάνει ονομαστική αναφορά στους πελάτες στο πλαίσιο της περιγραφής μιας παραβάσεως. Η ταυτότητα του πελάτη ενός κατασκευαστή υαλοπινάκων αυτοκινήτου χάνει εξάλλου τον εμπιστευτικό της χαρακτήρα λόγω της αναφοράς του εν λόγω κατασκευαστή στον τοποθετημένο υαλοπίνακα (αιτιολογικές σκέψεις 22 έως 24 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

50

Δεύτερον, οι επίμαχες πληροφορίες, εφόσον αφορούν προγενέστερα της 3ης Σεπτεμβρίου 2002 πραγματικά περιστατικά, δεν μπορούν πλέον να χαρακτηριστούν ως εμπιστευτικές, εκτός αν αποδειχθεί ότι, παρά τον ιστορικό τους χαρακτήρα, εξακολουθούν να αποτελούν ουσιώδη στοιχεία της εμπορικής θέσεως της προσφεύγουσας. Ούτε όμως η γενική περιγραφή της αγοράς των υαλοπινάκων αυτοκινήτου με τις μακροχρόνιες συμβάσεις της, ούτε το επιχείρημα περί της δυνατότητας αναγωγής των ιστορικών δεδομένων περί των τιμών μπορούν να εξαλείψουν τα αποτελέσματα που προκλήθηκαν από την παρέλευση του χρόνου εν προκειμένω (αιτιολογικές σκέψεις 25 έως 28 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

51

Τρίτον, ο σύμβουλος ακροάσεων υπογράμμισε το συμφέρον των προσώπων που υπέστησαν βλάβη να προβάλουν τα δικαιώματά τους κατά των αυτουργών της παραβάσεως και υπενθύμισε, στο πλαίσιο αυτό, ότι οι πληροφορίες της κατηγορίας I ενέπιπταν στην κατηγορία των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την εν λόγω παράβαση (αιτιολογικές σκέψεις 29, δεύτερη περίοδος, έως 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

52

Όσον αφορά τις πληροφορίες της κατηγορίας II, ο σύμβουλος ακροάσεων υπενθύμισε ότι αφορούσαν τις ποσότητες των παρεχόμενων τεμαχίων, την κατανομή των ποσοστώσεων για κάθε κατασκευαστή αυτοκινήτων, τις συμφωνίες σχετικά με τις τιμές, τον υπολογισμό τους και τις διακυμάνσεις τους και, τέλος, τα αριθμητικά στοιχεία και τα ποσοστά που συνδέονται με την κατανομή των πελατών μεταξύ των μελών της συμπράξεως (αιτιολογική σκέψη 21 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

53

Συναφώς, κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 22 έως 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις πληροφορίες της κατηγορίας I που περιγράφηκαν στις σκέψεις 49 έως 51 ανωτέρω χαρακτηρίζουν επίσης τις πληροφορίες της κατηγορίας II.

54

Επομένως, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 32 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι πληροφορίες των κατηγοριών I και II, λαμβανομένων υπόψη των γενικών χαρακτηριστικών τους, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ούτε απόρρητες ούτε εμπιστευτικές. Υπό τις συνθήκες αυτές, μόνο αν υπήρχαν ειδικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν στη σκέψη 45 ανωτέρω θα μπορούσε μια πληροφορία να τύχει εμπιστευτικής μεταχειρίσεως. Αφού εξέτασε την ύπαρξη τέτοιων στοιχείων, ο σύμβουλος ακροάσεων κατέληξε στα συμπεράσματα που εκτέθηκαν στις σκέψεις 25 και 26 ανωτέρω.

55

Αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, οι εκτιμήσεις αυτές δεν ενέχουν πλάνη.

56

Συγκεκριμένα, όσον αφορά τις πληροφορίες της κατηγορίας I, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ταυτότητα των πελατών της προσφεύγουσας συνιστά πληροφορία γνωστή σε περιορισμένο αριθμό προσώπων. Συναφώς, κατ’ αρχάς, εφόσον η προσφεύγουσα κοινοποίησε η ίδια στους ανταγωνιστές της τον κατάλογο των πελατών της στο πλαίσιο διακανονισμών συμπαιγνίας, η επίμαχη δημοσίευση θα παράσχει απλώς στους πελάτες της τη δυνατότητα να πληροφορηθούν την ταυτότητα των άλλων πελατών της προσφεύγουσας. Όπως όμως επισήμανε ο σύμβουλος ακροάσεων, με βάση τις συνήθειες που επικρατούν στην αγορά των υαλοπινάκων αυτοκινήτου, ο υαλοπίνακας που τοποθετείται σε ένα αυτοκίνητο φέρει ορατή ένδειξη της εμπορικής του προελεύσεως, οπότε είναι δυνατόν να συσχετίζεται ένα συγκεκριμένο μοντέλο με ένα προμηθευτή υαλοπινάκων. Συναφώς, το επιχείρημα που προέβαλε η προσφεύγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η επίμαχη ένδειξη δεν παρέχει πληροφορίες για την ταυτότητα όλων των προμηθευτών ενός μοντέλου αυτοκινήτου είναι αλυσιτελές. Ειδικότερα, η πληροφορία στη δημοσιοποίηση της οποίας αντιτίθεται η προσφεύγουσα αφορά το γεγονός ότι η τελευταία αυτή προμήθευσε τους υαλοπίνακες για αυτοκίνητα ορισμένων σημάτων ή μοντέλων. Δεν αφορά το αν άλλοι παραγωγοί υαλοπινάκων αυτοκινήτου προμήθευσαν επίσης τα ίδια σήματα ή μοντέλα.

57

Είναι εξάλλου αμφίβολο το αν η κατάρτιση καταλόγου με τα μοντέλα για τα οποία η προσφεύγουσα προμήθευσε τους υαλοπίνακες επί ορισμένο χρονικό διάστημα προσκρούει σε σημαντικά κωλύματα πρακτικής φύσεως, που συνδέονται με το πλήθος των μοντέλων αυτοκινήτων σε κυκλοφορία. Συγκεκριμένα, ακόμη και αν γίνει δεκτή η ύπαρξη τέτοιων κωλυμάτων, σε αυτά δεν πρέπει να δοθεί υπερβολική σημασία, δεδομένου ότι οι ειδικευμένοι κύκλοι των κατασκευαστών αυτοκινήτων έχουν ήδη την τεχνική εμπειρία για να αντλήσουν ορθές γενικές συνέπειες από την ένδειξη στον τοποθετημένο υαλοπίνακα. Από τις αιτιολογικές σκέψεις 76 έως 86 της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου, ιδίως δε από τις αιτιολογικές σκέψεις 77, 78 και 85 αυτής, προκύπτει ότι η αγορά των υαλοπινάκων αυτοκινήτου χαρακτηρίζεται από τέτοιο βαθμό διαφάνειας στο επίπεδο της ταυτότητας των προμηθευτών ώστε η πληροφορία αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως εμπιστευτική.

58

Επιπλέον, η διαπίστωση του συμβούλου ακροάσεων ότι οι επίμαχες πληροφορίες είναι ιστορικές είναι επίσης ορθή. Ειδικότερα, δεν είναι ούτε απόρρητες ούτε εμπιστευτικές οι πληροφορίες που είχαν αυτή την ιδιότητα, αλλά χρονολογούνται από πέντε ή και πλέον ετών και πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρούνται ιστορικές, εκτός αν, κατ’ εξαίρεση, ο ενδιαφερόμενος αποδείξει ότι, παρά την παλαιότητά τους, οι πληροφορίες αυτές εξακολουθούν να αποτελούν ουσιώδη στοιχεία της εμπορικής του θέσεως ή αυτής του εμπλεκόμενου τρίτου (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη της 8ης Μαΐου 2012, Spira κατά Επιτροπής, T‑108/07, EU:T:2012:226, σκέψη 65 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Οι πληροφορίες της κατηγορίας I, εφόσον χρονολογούνται από πέντε και πλέον ετών από της δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, έχουν πράγματι ιστορικό χαρακτήρα, αν δεν αποδείξει η προσφεύγουσα ότι η εμπιστευτική τους μεταχείριση επιβάλλεται από τη νυν εμπορική της θέση λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων που διαλαμβάνονται στις σκέψεις 56 και 57 ανωτέρω.

59

Τέλος, όπως και ο σύμβουλος ακροάσεων κατά την ανάλυσή του, η Επιτροπή δικαιούται, τηρώντας το επαγγελματικό απόρρητο, να λάβει υπόψη το συμφέρον των προσώπων που υπέστησαν βλάβη από την παράβαση διευκολύνοντας της ενέργειές τους προς αποκατάσταση της ζημίας τους, πράγμα που συνιστά συστατικό της πολιτικής του ανταγωνισμού. Δύναται συνεπώς να προβεί στη δημοσίευση ενός πληρέστερου κειμένου σε σχέση με το ελάχιστο που απαιτεί το άρθρο 30 του κανονισμού 1/2003 (βλ., συναφώς, απόφαση Bank Austria Creditanstalt κατά Επιτροπής, σκέψη 45 ανωτέρω, EU:T:2006:136, σκέψεις 78 και 79).

60

Όσον αφορά τις πληροφορίες της κατηγορίας II, υπενθυμίζεται ότι η εκτίμηση του συμβούλου ακροάσεων ότι οι πληροφορίες αυτές είναι, εκ της φύσεώς τους, γνωστές σε τρίτους είναι ορθή. Είναι αληθές ότι οι πληροφορίες σχετικά με τις τιμές που συμφωνούνται με κάθε πελάτη, τις ποσότητες που παραδίδονται, καθώς και τις λεπτομέρειες που συνδέονται με την εμπορική πολιτική όπως υλοποιείται στις συμφωνίες πώλησης εμπίπτουν, καταρχήν, στο επιχειρηματικό απόρρητο. Εντούτοις, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα επέλεξε να γνωστοποιήσει αυτά τα στοιχεία ακριβώς στα πρόσωπα και στις οντότητες ως προς τα οποία υποτίθεται ότι είναι απόρρητα. Συγκεκριμένα, τα πρόσωπα αυτά και οι οντότητες αυτές, λόγω του ότι είναι ανταγωνιστές της προσφεύγουσας, είναι κατ’ εξοχήν σε θέση να εκμεταλλευτούν τα εν λόγω απόρρητα στοιχεία με σκοπό να της προκαλέσουν ζημία λαμβάνοντάς τα υπόψη στο πλαίσιο της εμπορικής τους πολιτικής. Όπως όμως ισχυρίζεται η Επιτροπή, η προσφεύγουσα επέλεξε να παραιτηθεί από τον απόρρητο χαρακτήρα των πληροφοριών αυτών γνωστοποιώντας τες ευθέως στους ανταγωνιστές της σε αντάλλαγμα μιας αθέμιτης συμφωνίας σχετικά με τη μελλοντική συμπεριφορά τους. Η συμφωνία αυτή αποσκοπεί στην εξάλειψη της αβεβαιότητας που είναι εγγενής σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον και η οποία οφείλεται ακριβώς στον απόρρητο χαρακτήρα αυτού του είδους των πληροφοριών, ιδίως έναντι των ανταγωνιστών. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δεν μπορεί βασίμως να υποστηρίζει ότι η δημοσίευση των επίμαχων στοιχείων στην απόφαση υαλοπίνακες αυτοκινήτου θα έχει ως αποτέλεσμα να διευρυνθεί αδικαιολόγητα ο κύκλος των προσώπων που τα έχουν στην κατοχή τους, καθόσον η ίδια η προσφεύγουσα τις γνωστοποίησε ευθέως στους κύριους ανταγωνιστές της. Στο πλαίσιο αυτό, ο κίνδυνος οι επίμαχες πληροφορίες να περιέλθουν στην κατοχή των ανταγωνιστών της προσφεύγουσας κατέστη άνευ αντικειμένου λόγω των ενεργειών της τελευταίας αυτής. Δεδομένου, εξάλλου, ότι το ευρύ κοινό δεν έχει τα μέσα για να προκαλέσει ζημία στα εμπορικά συμφέροντα της προσφεύγουσας, το γεγονός ότι οι επίμαχες πληροφορίες θα είναι δημοσίως διαθέσιμες είναι νομικώς αδιάφορο.

61

Επιπλέον, όπως παρατήρησε ο σύμβουλος ακροάσεων στις αιτιολογικές σκέψεις 30 και 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στον βαθμό που οι επίμαχες πληροφορίες δεν αποτέλεσαν μόνον αντικείμενο ανταλλαγής μεταξύ ανταγωνιστών, αλλά είναι το αποτέλεσμα των ανταλλαγών μεταξύ αυτών, για παράδειγμα ως συμφωνηθείσες τιμές ή ποσοστά κατανομής, συνιστούν την ίδια της ουσία της παραβάσεως. Ειδικότερα, οι εν λόγω πληροφορίες προέρχονται από ένα πλαίσιο που αποκλείει το απόρρητο έναντι των ανταγωνιστών, όπως επιβάλλει το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, και υπήρξαν συνεπώς χάρη στην απουσία του απορρήτου αυτού. Κατά συνέπεια, η αξία των πληροφοριών αυτών για την προσφεύγουσα ενέκειτο ακριβώς στο γεγονός ότι προέρχονταν από μια συμφωνία που εξάλειφε την αβεβαιότητα που είναι εγγενής στο σύστημα ανταγωνισμού που εγκαθιδρύει η Συνθήκη. Ο σύμβουλος ακροάσεων δεν πλανήθηκε συνεπώς περί το δίκαιο προβάλλοντας τον χαρακτήρα των πληροφοριών αυτών, καθόσον συνιστούν την ίδια την ουσία της παραβάσεως, προκειμένου να αποκλείσει ότι είναι γνωστές μόνο σε μικρό αριθμό ατόμων.

62

Η οριοθέτηση αυτή του επαγγελματικού απορρήτου αντανακλάται επίσης στο άρθρο 39 της συμφωνίας περί των πτυχών των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που άπτονται του εμπορίου, το οποίο περιλαμβάνεται στο παράρτημα 15 Γ της Συμφωνίας για την Ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, η οποία υπογράφηκε στο Μαρακές στις 94 Απριλίου 1994, και εγκρίθηκε με την απόφαση 800/22/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθ’ όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ L 336, σ. 1): Δυνάμει της διατάξεως αυτής, τα κράτη μέλη του ΠΟΕ υποχρεούνται να προστατεύουν, σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, τις «μη αποκαλυφθείσες πληροφορίες» υπό την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες αυτές:

είναι απόρρητες, υπό την έννοια ότι, είτε ως σύνολο είτε από την άποψη του ακριβούς περιεχομένου και της διάταξης των επιμέρους στοιχείων που τις αποτελούν, δεν είναι ευρέως γνωστές ούτε μπορούν να γίνουν ευκόλως γνωστές σε πρόσωπα ανήκοντα σε κύκλους που ασχολούνται συνήθως με το οικείο είδος πληροφοριών,

έχουν εμπορική αξία η οποία απορρέει από τον απόρρητο χαρακτήρα τους και

το πρόσωπο που έχει αποκτήσει με νόμιμο τρόπο τον έλεγχο επί των εν λόγω πληροφοριών έχει καταβάλει εύλογες προσπάθειες, λαμβανομένων υπόψη των όλων συνθηκών, για τη διαφύλαξη του απόρρητου χαρακτήρα τους.

63

Η διάταξη αυτή, καίτοι είναι αληθές ότι αφορά τη διανοητική ιδιοκτησία, γεγονός παραμένει ότι απηχεί την ιδέα ότι η εμπιστευτικότητα πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τους κύκλους που ασχολούνται συνήθως με το εν λόγω είδος πληροφοριών.

64

Γνωστοποιώντας όμως τις πληροφορίες αυτές στους ανταγωνιστές της, η προσφεύγουσα τις αποκάλυψε ακριβώς στα πρόσωπα που έχουν την ευθύνη της επεξεργασίας των αντίστοιχων πληροφοριών στο πλαίσιο της επιχειρήσεως στην οποία ανήκουν. Επιπλέον, η προσφεύγουσα δεν κατέβαλε εξ ορισμού καμία προσπάθεια για να κρατήσει απόρρητες τις πληροφορίες αυτές έναντι των προσώπων και των οντοτήτων ως προς τα οποία κατ’ εξοχήν υποτίθεται ότι είναι εμπιστευτικές (βλ. σκέψεις 60 και 61 ανωτέρω).

65

Με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι επίμαχες πληροφορίες είναι γνωστές μόνο σε περιορισμένο αριθμό προσώπων υπό την έννοια της νομολογίας που παρατέθηκε στη σκέψη 45 ανωτέρω. Τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας ότι, πρώτον, οι επίμαχες πληροφορίες είναι γνωστές μόνο σε περιορισμένο αριθμό προσώπων και, δεύτερον, το κριτήριο που χρησιμοποίησε ο σύμβουλος ακροάσεων και το οποίο έγκειται στο ότι οι πληροφορίες αυτές εμπίπτουν στα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την παράβαση δεν είναι λυσιτελή και πρέπει συνεπώς να απορριφθούν.

66

Πρέπει επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι οι δημοσιοποιηθείσες τιμές θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο αναγωγής προκειμένου να καθοριστούν τα επίπεδα των ισχυουσών τιμών. Συγκεκριμένα, πέραν του ότι αυτό το μάλλον ασθενές επιχείρημα είναι αστήρικτο λόγω του ιστορικού χαρακτήρα των τιμών αυτών (βλ. σκέψη 58 ανωτέρω), πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 28 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι εν λόγω τιμές διαμορφώθηκαν στο πλαίσιο διακανονισμού συμπαιγνίας μεταξύ των κυρίων παραγωγών υαλοπινάκων αυτοκινήτου. Κατά συνέπεια, ελλείψει ειδικής εξηγήσεως σχετικά με το ενδιαφέρον που θα μπορούσε να παρουσιάζει αυτό το είδος πληροφορίας στο πλαίσιο προσπάθειας συναγωγής του ισχύοντος επιπέδου τιμών, το επιχείρημα της προσφεύγουσας δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

67

Η προσέγγιση που υιοθέτησε ο σύμβουλος ακροάσεων έναντι των πληροφοριών των οποίων απέρριψε την εμπιστευτική μεταχείριση είναι εξάλλου συμβατή προς τη συλλογιστική του σχετικά με τις πληροφορίες τις οποίες εκτίμησε ότι δεν ήσαν άξιες προστασίας.

68

Ειδικότερα, από την αιτιολογική σκέψη 37 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, όσον αφορά τις πληροφορίες της κατηγορίας I, ο σύμβουλος ακροάσεων δέχθηκε να αποκρύψει την αναφορά σε έναν κατασκευαστή αυτοκινήτων και σε δύο μοντέλα αυτοκινήτων συγκεκριμένου σήματος, προκειμένου να προστατεύσει την πληροφορία ότι ένα από τα μοντέλα αυτά «αποτελούσε μη αποδοτική αγορά για [την προσφεύγουσα]» και ότι η τελευταία αυτή «φαινόταν ότι θα ήθελε να αποχωρήσει από την αγορά αυτή». Ειδικότερα, εφόσον η εκτίμηση αυτή, που ανήκει στην Επιτροπή και δεν φαίνεται να είναι γνωστή παρά μόνο στην προσφεύγουσα, έχει ήδη δημοσιευθεί στο προσωρινό κείμενο της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου και η απόκρυψή της είναι συνεπώς πλέον άνευ αντικειμένου, ο σύμβουλος ακροάσεων δέχθηκε να αποκρύψει τις ενδείξεις που αφορούν τον κατασκευαστή, το σήμα και τα μοντέλα που μνημονεύονται στην αιτιολογική σκέψη 394 της ίδιας αποφάσεως. Για να διαφυλάξει την πρακτική αποτελεσματικότητα της αποκρύψεως αυτής, ο σύμβουλος ακροάσεων δέχθηκε επίσης να παραλείψει τα ίδια δεδομένου που περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 383, 393, 396 και 397 της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου. Για τους ίδιους λόγους, ο σύμβουλος ακροάσεων δέχθηκε να αποκρύψει τα ονόματα των κατασκευαστών αυτοκινήτων και των μοντέλων αυτοκινήτων στις αιτιολογικές σκέψεις 367 και 395 της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου, που περιέχουν εκτιμήσεις της Επιτροπής συνδεόμενες με τις τεχνικές δυσκολίες ορισμένων υαλοπινάκων, επειδή αυτοί δεν ήταν δημοφιλείς μεταξύ των παραγωγών και επειδή ορισμένες εφαρμοζόμενες τιμές προκαλούσαν ζημίες.

69

Όσον αφορά περαιτέρω τις πληροφορίες της κατηγορίας II, ο σύμβουλος ακροάσεων δέχθηκε, στις αιτιολογικές σκέψεις 35 και 36 της προσβαλλομένης αποφάσεως, να αποκρυφτούν τα ειδικά ποσοστά εκπτώσεως επί των τιμών που διαλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 104, 134, 198, 208, 323 και 344, καθώς και στην υποσημείωση 294 της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου, με το αιτιολογικό ότι εκπτώσεις της ίδιας τάξεως εξακολουθούν να παρέχονται μέχρι σήμερα. Υπό τις συνθήκες αυτές, η θέση του συμβούλου ακροάσεων είναι συμβατή με την εξαίρεση ότι ιστορικές καταρχήν πληροφορίες μπορούν να θεωρηθούν εμπιστευτικές αν εξακολουθούν να αποτελούν ουσιώδη στοιχεία της εμπορικής θέσεως του αιτούντος την εμπιστευτική μεταχείριση ή αυτή του εμπλεκομένου τρίτου (βλ. σκέψη 58 ανωτέρω).

70

Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να αντλεί λυσιτελές επιχείρημα από τις εκτιμήσεις αυτές για να ακυρώσει τα συμπεράσματα του συμβούλου ακροάσεων σχετικά με τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών των κατηγοριών I και II.

71

Με βάση την προηγηθείσα ανάλυση, ορθώς ο σύμβουλος ακροάσεων αναφέρθηκε, όσον αφορά τις πληροφορίες της κατηγορίας II, στη δυνατότητα της Επιτροπής να λάβει υπόψη το συμφέρον των προσώπων που ζημιώθηκαν από την παράβαση διευκολύνοντας τις ενέργειές τους που αποσκοπούν στην αποκατάσταση της ζημίας τους (βλ. σκέψη 59 ανωτέρω).

72

Όσον αφορά τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προσκρούει στην πάγια πρακτική που η Επιτροπή εφάρμοσε κατά το παρελθόν όσον αφορά την εμπιστευτική μεταχείριση πληροφοριών παρόμοιας φύσεως και υπονομεύει την πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων περί της προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων, τα επιχειρήματα αυτά θα εξεταστούν στο πλαίσιο της εκτιμήσεως σχετικά με τον τρίτο, τον τέταρτο και τον έκτο λόγο ακυρώσεως (βλ. σκέψεις 77, 78 και 89 κατωτέρω).

73

Τέλος, εφόσον η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά πληροφορίες παρασχεθείσες στο πλαίσιο της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (καρτέλ) (ΕΕ 2002, C 45, σ. 3), το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι ο σύμβουλος ακροάσεων προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των κριτηρίων που συνδέονται με το επαγγελματικό απόρρητο όσον αφορά τις πληροφορίες που περιέχονται σε δήλωση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως είναι αλυσιτελές, έστω και αν ο σύμβουλος ακροάσεων αναφέρθηκε εν συντομία στο πρόγραμμα εμπιστευτικής μεταχειρίσεως με γενική διατύπωση στην αιτιολογική σκέψη 29 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

74

Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας καθόσον αφορούν αυτό το είδος πληροφοριών και, συνεπώς, να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως.

Επί του τρίτου και του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, που αντλούνται από παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

75

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, τροποποιώντας την πολιτική της όσον αφορά τη δημοσίευση των εμπιστευτικών πληροφοριών σε σχέση με την πρακτική που ακολουθήθηκε κατά το παρελθόν σε συγκεκριμένες και παρόμοιες περιπτώσεις, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Εξάλλου, ουδεμία υπήρξε τροποποίηση του νομοθετικού ή κανονιστικού πλαισίου που να δικαιολογεί αυτή τη νέα προσέγγιση.

76

Επιπλέον, η πάγια πρακτική της Επιτροπής που συνίσταται στην προστασία εμπιστευτικών πληροφοριών όπως αυτές που εμπίπτουν στις κατηγορίες I και II δημιούργησε στην προσφεύγουσα δικαιολογημένη εμπιστοσύνη. Συνεπώς, η προσφεύγουσα δύναται βασίμως να επικαλεστεί υπέρ της την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης όσον αφορά τη μη δημοσίευση των πληροφοριών αυτών που εμπίπτουν στο επαγγελματικό απόρρητο σύμφωνα με τον κανονισμό 1/2003.

77

Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως αυτό τονίστηκε στη σκέψη 59 ανωτέρω, η Επιτροπή δικαιούται, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της όσον αφορά την εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού εντός της Ένωσης, να δημοσιεύει, τηρώντας τους κανόνες που διέπουν την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου που υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 42 έως 47 ανωτέρω, ένα κείμενο της αποφάσεώς της που να είναι πληρέστερο του ελάχιστου που απαιτεί το άρθρο 30 του κανονισμού 1/2003. Συνεπώς, όπως ισχύει στην περίπτωση του γενικού επιπέδου των προστίμων (βλ., συναφώς, απόφαση της 7 Ιουνίου 1983, Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, 100/80 έως 103/80, Συλλογή, EU:C:1983:158, σκέψη 109), η Επιτροπή δικαιούται να προσαρμόζει την προσέγγισή της όσον αφορά τη δημοσίευση των αποφάσεών της στις ανάγκες της πολιτικής της στον τομέα του ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, η αποστολή επιβλέψεως που αναθέτουν στην Επιτροπή το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και το άρθρο 102 ΣΛΕΕ δεν περιλαμβάνει μόνο το έργο της διερευνήσεως και της καταστολής των μεμονωμένων παραβάσεων, αλλά περιλαμβάνει και το καθήκον ασκήσεως μιας γενικής πολιτικής με στόχο την εφαρμογή στον τομέα του ανταγωνισμού των αρχών που καθορίζονται στη Συνθήκη και τον προσανατολισμό της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων προς την κατεύθυνση αυτή (απόφαση της 28 Ιουνίου 2005, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, Συλλογή, EU:C:2005:408, σκέψη 170). Συνεπώς, ακόμη και αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει μια αλλαγή της προσεγγίσεως της Επιτροπής όσον αφορά τον βαθμό λεπτομέρειας του δημοσιευθέντος κειμένου της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου σε σχέση με προγενέστερες υποθέσεις, το γεγονός αυτό και μόνον δεν δύναται, λαμβανομένης υπόψη της αναλύσεως που διατυπώθηκε σχετικά με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, να επηρεάσει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως.

78

Επιπλέον όπως προκύπτει από τις εκτιμήσεις που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, οι πληροφορίες των κατηγοριών I και II δεν εμπίπτουν στο επαγγελματικό απόρρητο. Κατά συνέπεια, στον βαθμό που η προσφεύγουσα επικαλείται υπέρ της την εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που στηρίζεται στον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών αυτών, το επιχείρημά της βασίζεται σε εσφαλμένη προκείμενη. Περαιτέρω, αν το επιχείρημα της προσφεύγουσας πρέπει να κατανοηθεί ως επίκληση της εφαρμογής της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ανεξάρτητα από τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών αυτών, πρέπει να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι, λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας της Επιτροπής να προσαρμόζει την προσέγγισή της στις ανάγκες της πολιτικής του ανταγωνισμού της οποίας την εφαρμογή εντός της Ένωσης έχει ως αποστολή, οι επιχειρήσεις που εμπλέκονται σε διοικητική διαδικασία που δύναται να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως περί δημοσιεύσεως δυνάμει του άρθρου 30 του κανονισμού 1/2003 δεν μπορούν να επικαλούνται δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά το επίπεδο λεπτομέρειας σχετικά με τα προς δημοσιοποίηση μη εμπιστευτικά στοιχεία (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 77 ανωτέρω, EU:C:2005:408, σκέψεις 171 έως 173, και της 18ης Μαΐου 2006, Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής, C‑397/03 P, Συλλογή, EU:C:2006:328, σκέψη 22).

79

Κατά συνέπεια, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν.

Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παραβίαση των αρχών που διέπουν την προστασία της ταυτότητας των ατόμων

80

Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, λαμβανομένης υπόψη της εκτιμήσεως του συμβούλου ακροάσεων όσον αφορά τις πληροφορίες της κατηγορίας I, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ως αντικείμενο τη δημοσίευση στοιχείων που παρέχουν τη δυνατότητα προσδιορισμού της ταυτότητας ορισμένων από τους υπαλλήλους της λόγω της αναφοράς των θέσεων που κατέχουν οι τελευταίοι αυτοί και της ονομαστικής αναφοράς στους πελάτες. Επιπλέον, η δημοσίευση της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου υπό τη μορφή που προκύπτει από την εφαρμογή της προσβαλλομένης αποφάσεως θα μπορούσε επίσης να έχει ως αποτέλεσμα εσφαλμένους προσδιορισμούς ταυτοτήτων που θίγουν τις σχέσεις εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπουν τις σχέσεις μεταξύ του προσωπικού της προσφεύγουσας και των πελατών της. Η Επιτροπή όμως δεν αποδεικνύει κατά τι θα διακυβευόταν η δυνατότητα των προσώπων που φέρονται να ζημιώθηκαν από την παράβαση να ασκήσουν αγωγές κατά της προσφεύγουσας, στον βαθμό που η Επιτροπή θα εμποδιζόταν να δημοσιεύσει τα ονόματα των πελατών για τον λόγο ότι η δημοσίευση αυτή θα μπορούσε να διευκολύνει τον έμμεσο προσδιορισμό της ταυτότητας των μελών του προσωπικού της προσφεύγουσας που εμπλέκονται στην παράβαση.

81

Συναφώς, πρέπει να εκ προοιμίου να απορριφθεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η προσφεύγουσα δεν δύναται να προβάλει επιχειρήματα στηριζόμενα στο συμφέρον των υπαλλήλων της. Συγκεκριμένα, το άρθρο 8 της αποφάσεως 2011/695 δεν προβλέπει τέτοιον περιορισμό όσον αφορά τη διοικητική διαδικασία, οπότε η προσφεύγουσα δικαιούται να αμφισβητεί τη νομιμότητα των εκτιμήσεων του συμβούλου ακροάσεων συναφώς.

82

Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να τονιστεί ότι, αν η Επιτροπή δημοσιεύσει απόφαση απευθυνόμενη σε επιχείρηση που μετέσχε σε διακανονισμό συμπαιγνίας με τους ανταγωνιστές της, οι πελάτες της εν λόγω επιχειρήσεως θα συναγάγουν οπωσδήποτε ότι ορισμένοι υπάλληλοι αυτής προέβησαν σε ανταλλαγές στοιχείων ή/και συνήψαν τις επίμαχες συμφωνίες. Είναι εξίσου αναπόφευκτο, για τους ίδιους αυτούς πελάτες, να υποθέσουν ότι οι εν λόγω υπάλληλοι είναι εκείνοι που είναι επιφορτισμένοι με τις εμπορικές σχέσεις με αυτούς. Οι πελάτες θα συναγάγουν τα συμπεράσματα αυτά ακόμη και αν η Επιτροπή δημοσιεύσει εξαιρετικά συνοπτικό κείμενο της αποφάσεώς της περιέχον μόνο τα ονόματα των αποδεκτών, αναφορά στα οικεία προϊόντα και γενική περιγραφή της παραβάσεως. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να ζητεί την παράλειψη των αναφορών στους πελάτες της από το δημοσιευμένο κείμενο της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου με το αιτιολογικό ότι οι εν λόγω πελάτες θα μπορούσαν να συναγάγουν τα ονόματα των φυσικών προσώπων που έλαβαν μέρος στους επιζήμιους για τον ανταγωνισμό διακανονισμούς.

83

Επιπλέον, κακώς η προσφεύγουσα επικαλείται την έλλειψη εμπιστοσύνης των πελατών της έναντι ορισμένων μελών του προσωπικού της που θα μπορούσε να προκύψει από τη δημοσίευση της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου όπως προκύπτει από την εφαρμογή της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, πρώτον, η έλλειψη αυτή εμπιστοσύνης, στον βαθμό που θα προκαλούνταν, θα ήταν το αποτέλεσμα της επιζήμιας για τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς της προσφεύγουσας, η οποία, εξ αντικειμένου, θα μπορούσε να βλάψει τα οικονομικά συμφέροντα των πελατών της. Δεύτερον, οι πελάτες της προσφεύγουσας θα υποθέσουν αναπόφευκτα ότι τα πρόσωπα που έχουν την ευθύνη των λογαριασμών τους μετέσχον στους διακανονισμούς συμπαιγνίας, είτε η Επιτροπή δημοσιεύσει τα ονόματα των εν λόγω πελατών είτε όχι. Εφόσον, όπως τονίζει και η ίδια η προσφεύγουσα, οι πελάτες της γνωρίζουν ορισμένες λεπτομέρειες της εσωτερικής της οργανώσεως, μεταξύ άλλων τα ονόματα των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με την παρακολούθηση του λογαριασμού τους, οι πελάτες αυτοί θα είναι καχύποπτοι έναντι ορισμένων προσώπων σε θέσεις ευθύνης, ανεξάρτητα από το εύρος της επίμαχης δημοσιεύσεως. Τρίτον, στον βαθμό που η προσφεύγουσα εκφράζει την ανησυχία της σχετικά με εσφαλμένους προσδιορισμούς ταυτοτήτων, αρκεί να τονιστεί ότι η μη αναφορά των ονομάτων των πελατών της δεν μειώνει τη δυνατότητα τέτοιων σφαλμάτων. Ειδικότερα, η αναφορά στα ονόματα των πελατών στο πλαίσιο της περιγραφής της επαφής που υπήρξε μεταξύ ανταγωνιστών διευκρινίζει το γεγονός ότι η εν λόγω επαφή αφορούσε έναν ή περισσότερες συγκεκριμένους πελάτες. Η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στο όνομα του/των πελατών ή του οικείου μοντέλου ή των οικείων μοντέλων θα έχει ως αποτέλεσμα ότι όλοι οι πελάτες της προσφεύγουσας θα έχουν την υπόνοια ότι το πρόσωπο που έχει την ευθύνη του λογαριασμού τους έλαβε μέρος στην επαφή αυτή. Στο πλαίσιο αυτό, η ονομαστική αναφορά στον οικείο ή στους οικείους πελάτες μπορεί μάλιστα να αναμείξει την αβεβαιότητα με τις υπόνοιες που θα προέκυπταν από την παράλειψη οποιουδήποτε ονόματος στο δημοσιευμένο κείμενο της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου.

84

Στο πλαίσιο αυτό, ορθώς ο σύμβουλος ακροάσεων ανέφερε, στην αιτιολογική σκέψη 46 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι μόνον οι πληροφορίες βάσει των οποίων θα μπορούσε να προσδιοριστεί η ταυτότητα ατόμου με επαρκή ακρίβεια έπρεπε να αποκρυφθούν. Από την αιτιολογική σκέψη 47 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει εξάλλου ότι τούτο ισχύει, κατά τον σύμβουλο ακροάσεων, όσον αφορά τις ευθείες αναφορές στο όνομα, στη θέση και, ενδεχομένως, στον αριθμό τηλεφώνου ατόμου, που συνοδεύονται από τα ονόματα των πελατών των οποίων είχε την ευθύνη. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο σύμβουλος ακροάσεων δέχθηκε να αποκρυφθεί το όνομα και η αντίστοιχη θέση και ότι, αν η θέση έχει ήδη δημοσιευθεί στο μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου, έπρεπε να αποκρυφθεί το όνομα του οικείου πελάτη.

85

Αντιθέτως, όπως εκτίμησε ο σύμβουλος ακροάσεων, οι πληροφορίες που περιέχονται στις αιτιολογικές σκέψεις και στις υποσημειώσεις της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου που διαλαμβάνονται στην αιτιολογική σκέψη 48 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορούν να αποκρυφθούν για λόγους συνδεόμενους με την προστασία της ταυτότητας των ατόμων. Συγκεκριμένα, οι πληροφορίες αυτές αφορούν τις συζητήσεις μεταξύ ανταγωνιστών σχετικά με ορισμένους πελάτες και μοντέλα, χωρίς να μνημονεύουν το όνομα ή τη θέση των εμπλεκομένων ατόμων. Στο πλαίσιο αυτό, η απόκρυψη των ονομάτων των οικείων πελατών δεν δύναται να μειώσει τις υπόνοιες που θα μπορούσαν να έχουν οι πελάτες της προσφεύγουσας σχετικά με την ταυτότητα των εμπλεκομένων προσώπων.

86

Συνεπώς, ο όγδοος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επί του έκτου λόγου, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και των αρχών που διέπουν την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων

87

Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προκαλεί συνέπειες που βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για να προστατευθούν τα συμφέροντα των προσώπων που επιθυμούν να ασκήσουν κατ’ αυτής αγωγή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Η δημοσίευση των επίμαχων πληροφοριών, εφόσον προκαλεί σημαντική ζημία στα εμπορικά συμφέροντα της προσφεύγουσας και σε εκείνα ορισμένων φυσικών προσώπων, αντιβαίνει στις διατάξεις που διέπουν την πρόσβαση του κοινού στον φάκελο της έρευνας. Επιπλέον, τα εθνικά δικαστήρια αποτελούν τα κατάλληλα όργανα για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που συνδέονται με τη δημοσίευση των επίμαχων πληροφοριών.

88

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, για τους λόγους που εκτέθηκαν στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, οι επίμαχες πληροφορίες δεν εμπίπτουν στο επαγγελματικό απόρρητο. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή μπορεί να τις περιλάβει στο δημοσιευμένο κείμενο της αποφάσεώς της έστω και αν δεν έχει αποδειχθεί ότι η συμπερίληψη αυτή είναι αυστηρώς αναγκαία για τη δικαστική προστασία των προσώπων που ζημιώνονται από την παράβαση. Επιπλέον, δεν μπορεί να αμφισβητείται σοβαρά ότι η δημοσίευση των εν λόγω πληροφοριών συντελεί σε καλύτερη δικαστική προστασία των προσώπων που ζημιώθηκαν από τη συμπεριφορά των αποδεκτών της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου. Η δημοσίευση όμως της αποφάσεως αυτής εμπίπτει στις αρμοδιότητες της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 30 του κανονισμού 1/2003, χωρίς ουδόλως να επηρεάζεται από το γεγονός ότι η πρόσβαση στις επίμαχες πληροφορίες μπορεί να ρυθμιστεί στο πλαίσιο των ενδίκων διαδικασιών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

89

Όσον αφορά, τέλος, το επιχείρημα που αντλείται από τις διατάξεις που διέπουν την πρόσβαση του κοινού στον φάκελο της έρευνας, αρκεί να τονιστεί ότι οι κανόνες αυτοί αφορούν την πρόσβαση στα έγγραφα που αποτελούν τμήμα του φακέλου της έρευνας. Συνεπώς, για τους λόγους που εκτέθηκαν στη σκέψη 47 ανωτέρω, οι διατάξεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή στη δημοσίευση της αποφάσεως της Επιτροπής που εκδόθηκε κατόπιν της έρευνας αυτής. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, όπως πρέπει να απορριφθεί και ο έκτος λόγος ακυρώσεως.

90

Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να ακυρωθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον αφορά την αίτηση της προσφεύγουσας σχετικά με την αιτιολογική σκέψη 115 της αποφάσεως υαλοπίνακες αυτοκινήτου (βλ. σκέψεις 30 έως 34 ανωτέρω) και να απορριφθεί η προσφυγή κατά τα λοιπά.

Επί των δικαστικών εξόδων

91

Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα.

92

Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε όσον αφορά τα κύρια αιτήματά της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της υπό κρίση υποθέσεως, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)

αποφασίζει:

 

1)

Ακυρώνει την απόφαση C(2012) 5718 τελικό της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 2012, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση περί εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που υπέβαλε η Pilkington Group Ltd, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8 της αποφάσεως 2011/695/ΕΕ του Προέδρου της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων σε ορισμένες διαδικασίες ανταγωνισμού (Υπόθεση COMP/39.125 — Υαλοπίνακες αυτοκινήτου), καθόσον αυτή αφορά την αίτηση της Pilkington Group σχετικά με την αιτιολογική σκέψη 115 της αποφάσεως C(2008) 6815 τελικό, της 12ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ.

 

2)

Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.

 

3)

Καταδικάζει την Pilkington Group στα δικαστικά έξοδα.

 

Παπασάββας

Forwood

Bieliūnas

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Ιουλίου 2015.

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.