ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (αναιρετικό τμήμα)
της 21ης Μαΐου 2014
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Luigi Macchia
«Αίτηση αναιρέσεως — Υπαλληλική υπόθεση — Έκτακτοι υπάλληλοι — Σύμβαση ορισμένου χρόνου — Απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως — Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης — Άρθρο 8, πρώτο εδάφιο, του ΚΛΠ — Καθήκον μέριμνας — Έννοια του συμφέροντος της υπηρεσίας — Απαγόρευση αποφάσεως ultra petita — Αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως»
Αντικείμενο:
Αίτηση αναιρέσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τρίτο τμήμα) της 13ης Ιουνίου 2012, F‑63/11, Macchia κατά Επιτροπής.
Απόφαση:
Η απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τρίτο τμήμα) της 13ης Ιουνίου 2012, F‑63/11, Macchia κατά Επιτροπής, αναιρείται, καθόσον με αυτή ακυρώθηκε η απόφαση του διευθυντή της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), της 12ης Αυγούστου 2010, περί απορρίψεως της αιτήσεως για παράταση της ισχύος της συμβάσεως του Luigi Macchia ως εκτάκτου υπαλλήλου και, κατ’ ακολουθίαν, απορρίφθηκε η αίτηση επανεντάξεως του L. Macchia στην OLAF και η αίτηση ανορθώσεως της υλικής ζημίας που αυτός ισχυρίζεται ότι υπέστη, λόγω του ότι οι αιτήσεις υποβλήθηκαν προώρως. Η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Η υπόθεση αναπέμπεται ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Περίληψη
Υπάλληλοι – Έκτακτοι υπάλληλοι – Πρόσληψη – Μη ανανέωση συμβάσεως αορίστου χρόνου – Υποχρέωση, διατυπωθείσα στην απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, εξετάσεως της δυνατότητας επαναδιορισμού του οικείου υπαλλήλου – Υποχρέωση μη προβλεπόμενη από το Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού
(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, άρθρα 2, στοιχείο αʹ, 8, εδ. 1, και 47, στοιχείο βʹ, σημείο i)
Υπάλληλοι – Έκτακτοι υπάλληλοι – Πρόσληψη – Ανανέωση συμβάσεως ορισμένου χρόνου – Εξουσία εκτιμήσεως της Διοικήσεως – Καθήκον μέριμνας που υπέχει η Διοίκηση – Συνεκτίμηση των συμφερόντων του οικείου υπαλλήλου και του συμφέροντος της υπηρεσίας
(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, άρθρα 2, στοιχείο αʹ, 8, εδ. 1, και 47, στοιχείο βʹ, σημείο i)
Η δυνατότητα ανανεώσεως συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου αποτελεί απλή δυνατότητα εξαρτώμενη από την εκτίμηση της αρμόδιας αρχής, δεδομένου ότι τα θεσμικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στο πλαίσιο της οργανώσεως των υπηρεσιών τους, σε συνάρτηση με την αποστολή που τους έχει ανατεθεί, καθώς και στο πλαίσιο της τοποθετήσεως του προσωπικού που διαθέτουν προς εκπλήρωση της αποστολής αυτής, υπό τον όρο ωστόσο ότι η τοποθέτηση αυτή γίνεται προς το συμφέρον της υπηρεσίας.
Συναφώς, το άρθρο 8, πρώτο εδάφιο, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει ότι η πρόσληψη εκτάκτου υπαλλήλου για τον οποίο ισχύει το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, μπορεί να γίνεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο και εξάλλου το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, του εν λόγω Καθεστώτος προβλέπει ότι θεωρείται έκτακτος υπάλληλος ο υπάλληλος ο οποίος προσλαμβάνεται για να καταλάβει θέση στην οποία έχει προσδοθεί προσωρινός χαρακτήρας. Επομένως, είναι αναντίρρητο ότι οι υπάλληλοι της Ένωσης οι οποίοι προσλαμβάνονται βάσει συμβάσεως ορισμένου χρόνου δεν μπορούν να αγνοούν τον προσωρινό χαρακτήρα της προσλήψεώς τους και το γεγονός ότι η πρόσληψη αυτή δεν τους παρέχει εγγύηση εργασίας.
Αντιστρόφως, ο ΚΥΚ παρέχει στους μόνιμους υπαλλήλους μεγαλύτερη σταθερότητα στην εργασία, δεδομένου ότι οι περιπτώσεις οριστικής παύσεως των καθηκόντων, παρά τη θέληση του ενδιαφερομένου, είναι αυστηρά καθορισμένες. Πράγματι, η έννοια της μόνιμης θέσεως ενός θεσμικού οργάνου, κατά το άρθρο 1α, παράγραφος 1, του ΚΥΚ περιλαμβάνει μόνο τις θέσεις που ρητώς προβλέπονται ως μόνιμες ή ονομάζονται έτσι με παρόμοιο τρόπο στον προϋπολογισμό, δεδομένου ότι κάθε αντίθετη ερμηνεία θα κατέληγε σε σημαντική αύξηση του αριθμού των μόνιμων θέσεων που αποδέχθηκε η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή, ματαιώνοντας έτσι τόσο την άσκηση των εξουσιών όσο και τις προθέσεις της αρχής αυτής.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, με την υποχρέωση προηγούμενης εξετάσεως της δυνατότητας διαφορετικής τοποθετήσεως του οικείου υπαλλήλου, όπως την όρισε, μετέβαλε τη φύση της θέσεως του έκτακτου υπαλλήλου με σύμβαση ορισμένου χρόνου, όπως αυτή προβλέπεται από το Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(βλ. σκέψεις 49, 51, 52 και 54)
Παραπομπή:
ΔΕΕ: 29 Ιουνίου 1994, C-298/93 P, Klinke κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1994, σ. I-3009, σκέψη 38
ΓΔΕΕ: 18 Απριλίου 1996, T-13/95, Κυρπίτσης κατά ΟΚΕ, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I-A-167 και II-503, σκέψη 52· 15 Οκτωβρίου 2008, T-160/04, Ποταμιάνος κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2008, σ. I-A-2-75 και II-A-2-469, σκέψη 30· 8 Σεπτεμβρίου 2009, T-404/06 P, ETF κατά Landgren, Συλλογή 2009, σ. II-2841, σκέψη 162 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· 21 Σεπτεμβρίου 2011, T-325/09 P, Adjemian κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2011, σ. II-6515, σκέψη 77
Η αρμόδια αρχή οφείλει, οσάκις λαμβάνει μια απόφαση αφορώσα την κατάσταση του υπαλλήλου, να λαμβάνει υπόψη όλους τους παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάσουν την απόφασή της αυτή και να συνεκτιμά όχι μόνον το συμφέρον της υπηρεσίας αλλά και το συμφέρον του οικείου υπαλλήλου. Τούτο προκύπτει, συγκεκριμένα, από το καθήκον μέριμνας της Διοικήσεως, το οποίο αντικατοπτρίζει την ισορροπία των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ο ΚΥΚ και, κατ’ αναλογίαν, το Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημιούργησαν στις σχέσεις μεταξύ της δημόσιας αρχής και των υπαλλήλων της. Εν πάση περιπτώσει, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που έχει απονεμηθεί εν προκειμένω στα θεσμικά όργανα, ο έλεγχος του δικαστή περιορίζεται στο αν υφίσταται ή όχι πρόδηλη πλάνη ή κατάχρηση εξουσίας.
Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, όμως, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως μιας αποφάσεως για τη μη ανανέωση συμβάσεως έκτακτου υπαλλήλου αορίστου χρόνου, προβαίνοντας στη στάθμιση του συμφέροντος της υπηρεσίας με αυτό του υπαλλήλου, μόνον αφού προηγουμένως διευκρίνισε την υποχρέωση προηγούμενης εξετάσεως της δυνατότητας διαφορετικής τοποθετήσεως του υπαλλήλου, δεν έλαβε υπόψη το συμφέρον της υπηρεσίας, όταν διατύπωσε την αρχή ότι οι αναφορές στις δυνατότητες του προϋπολογισμού και στα προσόντα και τις ικανότητες του προσφεύγοντος δεν συνιστούν έγκυρους λόγους για να ληφθεί απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως ορισμένου χρόνου.
(βλ. σκέψεις 49 και 56)
Παραπομπή:
ΔEΕ: Klinke κατά Δικαστηρίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 38
ΓΔΕΕ: Κυρπίτσης κατά ΟΚΕ, προπαρατεθείσα, σκέψη 52· Ποταμιάνος κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 30· ETF κατά Landgren, προπαρατεθείσα, σκέψη 162 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (αναιρετικό τμήμα)
της 21ης Μαΐου 2014
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Luigi Macchia
«Αίτηση αναιρέσεως — Υπαλληλική υπόθεση — Έκτακτοι υπάλληλοι — Σύμβαση ορισμένου χρόνου — Απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως — Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης — Άρθρο 8, πρώτο εδάφιο, του ΚΛΠ — Καθήκον μέριμνας — Έννοια του συμφέροντος της υπηρεσίας — Απαγόρευση αποφάσεως ultra petita — Αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως»
Αντικείμενο:
Αίτηση αναιρέσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τρίτο τμήμα) της 13ης Ιουνίου 2012, F‑63/11, Macchia κατά Επιτροπής.
Απόφαση:
Η απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τρίτο τμήμα) της 13ης Ιουνίου 2012, F‑63/11, Macchia κατά Επιτροπής, αναιρείται, καθόσον με αυτή ακυρώθηκε η απόφαση του διευθυντή της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), της 12ης Αυγούστου 2010, περί απορρίψεως της αιτήσεως για παράταση της ισχύος της συμβάσεως του Luigi Macchia ως εκτάκτου υπαλλήλου και, κατ’ ακολουθίαν, απορρίφθηκε η αίτηση επανεντάξεως του L. Macchia στην OLAF και η αίτηση ανορθώσεως της υλικής ζημίας που αυτός ισχυρίζεται ότι υπέστη, λόγω του ότι οι αιτήσεις υποβλήθηκαν προώρως. Η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Η υπόθεση αναπέμπεται ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Περίληψη
Υπάλληλοι – Έκτακτοι υπάλληλοι – Πρόσληψη – Μη ανανέωση συμβάσεως αορίστου χρόνου – Υποχρέωση, διατυπωθείσα στην απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, εξετάσεως της δυνατότητας επαναδιορισμού του οικείου υπαλλήλου – Υποχρέωση μη προβλεπόμενη από το Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού
(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, άρθρα 2, στοιχείο αʹ, 8, εδ. 1, και 47, στοιχείο βʹ, σημείο i)
Υπάλληλοι – Έκτακτοι υπάλληλοι – Πρόσληψη – Ανανέωση συμβάσεως ορισμένου χρόνου – Εξουσία εκτιμήσεως της Διοικήσεως – Καθήκον μέριμνας που υπέχει η Διοίκηση – Συνεκτίμηση των συμφερόντων του οικείου υπαλλήλου και του συμφέροντος της υπηρεσίας
(Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, άρθρα 2, στοιχείο αʹ, 8, εδ. 1, και 47, στοιχείο βʹ, σημείο i)
Η δυνατότητα ανανεώσεως συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου αποτελεί απλή δυνατότητα εξαρτώμενη από την εκτίμηση της αρμόδιας αρχής, δεδομένου ότι τα θεσμικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στο πλαίσιο της οργανώσεως των υπηρεσιών τους, σε συνάρτηση με την αποστολή που τους έχει ανατεθεί, καθώς και στο πλαίσιο της τοποθετήσεως του προσωπικού που διαθέτουν προς εκπλήρωση της αποστολής αυτής, υπό τον όρο ωστόσο ότι η τοποθέτηση αυτή γίνεται προς το συμφέρον της υπηρεσίας.
Συναφώς, το άρθρο 8, πρώτο εδάφιο, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει ότι η πρόσληψη εκτάκτου υπαλλήλου για τον οποίο ισχύει το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, μπορεί να γίνεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο και εξάλλου το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, του εν λόγω Καθεστώτος προβλέπει ότι θεωρείται έκτακτος υπάλληλος ο υπάλληλος ο οποίος προσλαμβάνεται για να καταλάβει θέση στην οποία έχει προσδοθεί προσωρινός χαρακτήρας. Επομένως, είναι αναντίρρητο ότι οι υπάλληλοι της Ένωσης οι οποίοι προσλαμβάνονται βάσει συμβάσεως ορισμένου χρόνου δεν μπορούν να αγνοούν τον προσωρινό χαρακτήρα της προσλήψεώς τους και το γεγονός ότι η πρόσληψη αυτή δεν τους παρέχει εγγύηση εργασίας.
Αντιστρόφως, ο ΚΥΚ παρέχει στους μόνιμους υπαλλήλους μεγαλύτερη σταθερότητα στην εργασία, δεδομένου ότι οι περιπτώσεις οριστικής παύσεως των καθηκόντων, παρά τη θέληση του ενδιαφερομένου, είναι αυστηρά καθορισμένες. Πράγματι, η έννοια της μόνιμης θέσεως ενός θεσμικού οργάνου, κατά το άρθρο 1α, παράγραφος 1, του ΚΥΚ περιλαμβάνει μόνο τις θέσεις που ρητώς προβλέπονται ως μόνιμες ή ονομάζονται έτσι με παρόμοιο τρόπο στον προϋπολογισμό, δεδομένου ότι κάθε αντίθετη ερμηνεία θα κατέληγε σε σημαντική αύξηση του αριθμού των μόνιμων θέσεων που αποδέχθηκε η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή, ματαιώνοντας έτσι τόσο την άσκηση των εξουσιών όσο και τις προθέσεις της αρχής αυτής.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, με την υποχρέωση προηγούμενης εξετάσεως της δυνατότητας διαφορετικής τοποθετήσεως του οικείου υπαλλήλου, όπως την όρισε, μετέβαλε τη φύση της θέσεως του έκτακτου υπαλλήλου με σύμβαση ορισμένου χρόνου, όπως αυτή προβλέπεται από το Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(βλ. σκέψεις 49, 51, 52 και 54)
Παραπομπή:ΔΕΕ: 29 Ιουνίου 1994, C-298/93 P, Klinke κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1994, σ. I-3009, σκέψη 38
ΓΔΕΕ: 18 Απριλίου 1996, T-13/95, Κυρπίτσης κατά ΟΚΕ, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I-A-167 και II-503, σκέψη 52· 15 Οκτωβρίου 2008, T-160/04, Ποταμιάνος κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2008, σ. I-A-2-75 και II-A-2-469, σκέψη 30· 8 Σεπτεμβρίου 2009, T-404/06 P, ETF κατά Landgren, Συλλογή 2009, σ. II-2841, σκέψη 162 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· 21 Σεπτεμβρίου 2011, T-325/09 P, Adjemian κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2011, σ. II-6515, σκέψη 77
Η αρμόδια αρχή οφείλει, οσάκις λαμβάνει μια απόφαση αφορώσα την κατάσταση του υπαλλήλου, να λαμβάνει υπόψη όλους τους παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάσουν την απόφασή της αυτή και να συνεκτιμά όχι μόνον το συμφέρον της υπηρεσίας αλλά και το συμφέρον του οικείου υπαλλήλου. Τούτο προκύπτει, συγκεκριμένα, από το καθήκον μέριμνας της Διοικήσεως, το οποίο αντικατοπτρίζει την ισορροπία των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ο ΚΥΚ και, κατ’ αναλογίαν, το Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημιούργησαν στις σχέσεις μεταξύ της δημόσιας αρχής και των υπαλλήλων της. Εν πάση περιπτώσει, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που έχει απονεμηθεί εν προκειμένω στα θεσμικά όργανα, ο έλεγχος του δικαστή περιορίζεται στο αν υφίσταται ή όχι πρόδηλη πλάνη ή κατάχρηση εξουσίας.
Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, όμως, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως μιας αποφάσεως για τη μη ανανέωση συμβάσεως έκτακτου υπαλλήλου αορίστου χρόνου, προβαίνοντας στη στάθμιση του συμφέροντος της υπηρεσίας με αυτό του υπαλλήλου, μόνον αφού προηγουμένως διευκρίνισε την υποχρέωση προηγούμενης εξετάσεως της δυνατότητας διαφορετικής τοποθετήσεως του υπαλλήλου, δεν έλαβε υπόψη το συμφέρον της υπηρεσίας, όταν διατύπωσε την αρχή ότι οι αναφορές στις δυνατότητες του προϋπολογισμού και στα προσόντα και τις ικανότητες του προσφεύγοντος δεν συνιστούν έγκυρους λόγους για να ληφθεί απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως ορισμένου χρόνου.
(βλ. σκέψεις 49 και 56)
Παραπομπή:ΔEΕ: Klinke κατά Δικαστηρίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 38
ΓΔΕΕ: Κυρπίτσης κατά ΟΚΕ, προπαρατεθείσα, σκέψη 52· Ποταμιάνος κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 30· ETF κατά Landgren, προπαρατεθείσα, σκέψη 162 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία