Υπόθεση T‑216/12

Technion — Israel Institute of Technology

και

Technion Research & Development Foundation Ltd

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Χρηματοδοτική συνδρομή — Έκτο πρόγραμμα-πλαίσιο έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης — Ανάκτηση, κατ’ εφαρμογήν των πορισμάτων οικονομικού ελέγχου, των ποσών που καταβλήθηκαν από την Επιτροπή στο πλαίσιο συμβάσεως έρευνας — Συμψηφισμός απαιτήσεων — Μερικός αναχαρακτηρισμός του ενδίκου βοηθήματος — Αίτημα να διαπιστωθεί η ανυπαρξία απαιτήσεως από σύμβαση — Ρήτρα διαιτησίας — Επιλέξιμες δαπάνες — Αδικαιολόγητος πλουτισμός — Υποχρέωση αιτιολογήσεως»

Περίληψη — Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 6ης Οκτωβρίου 2015

  1. Προσφυγή ακυρώσεως – Πράξεις δεκτικές προσφυγής – Έννοια – Απόφαση περί εξώδικου συμψηφισμού μεταξύ οφειλών και απαιτήσεων εκδοθείσα από την Επιτροπή επί τη βάσει του κανονισμού 1605/2002 – Εμπίπτει

    (Άρθρο 263 ΣΛΕΕ· κανονισμός 1605/2002 του Συμβουλίου, άρθρο 73· κανονισμός 2342/2002 της Επιτροπής)

  2. Ένδικη διαδικασία – Άσκηση ενδίκου βοηθήματος ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου βάσει ρήτρας διαιτησίας – Συμβάσεις συναφθείσες στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης – Απόφαση περί εξώδικου συμψηφισμού μεταξύ οφειλών και απαιτήσεων εκδοθείσα από την Επιτροπή επί τη βάσει του κανονισμού 1605/2002 – Ένδικο βοήθημα με το οποίο επιδιώκεται η ακύρωση της αποφάσεως αυτής και η διαπίστωση της ανυπαρξίας των εν λόγω απαιτήσεων – Μερικός αναχαρακτηρισμός της προσφυγής ακυρώσεως ως αγωγής η οποία ανάγεται σε διαφορά συμβατικής φύσεως – Προϋποθέσεις

    [Άρθρα 263 ΣΛΕΕ και 272 ΣΛΕΕ· Κανονισμός Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου (1991), άρθρο 44 § 1, στοιχείο γʹ· κανονισμός 1605/2002 του Συμβουλίου]

  3. Προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης – Υποχρέωση του λήπτη να τηρήσει τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της συνδρομής – Συμβάσεις συναφθείσες στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης – Χρηματοδότηση η οποία αφορά μόνο τις πραγματικές δαπάνες – Πιστοποίηση ότι οι δηλωθείσες δαπάνες διενεργήθηκαν πράγματι – Δεν υφίσταται – Μη επιλέξιμες δαπάνες

    (Άρθρο 317 ΣΛΕΕ)

  4. Ένδικη διαδικασία – Προβολή νέων λόγων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας – Λόγος που προβάλλεται για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεως – Απαράδεκτο

    [Κανονισμός Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου (1991), άρθρο 44 § 1, στοιχείο γʹ]

  5. Ένδικη διαδικασία – Εξέταση της ουσίας πριν από την εξέταση του παραδεκτού – Επιτρέπεται

  6. Πράξεις των οργάνων – Αιτιολόγηση – Υποχρέωση – Έκταση – Απόφαση εντασσόμενη σε πλαίσιο γνωστό στον αποδέκτη

    (Άρθρο 296 ΣΛΕΕ)

  7. Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρχές – Αρχή της απαγορεύσεως του αδικαιολογήτου πλουτισμού της Ένωσης – Έννοια

  1.  Πράξη με την οποία η Επιτροπή προβαίνει σε εξώδικο συμψηφισμό μεταξύ των οφειλών και των απαιτήσεων που απορρέουν από διαφορετικές έννομες σχέσεις με το ίδιο πρόσωπο συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής υπό την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας προσφυγής ακυρώσεως εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να εξετάσει τη νομιμότητα αποφάσεως συμψηφισμού, δεδομένων των αποτελεσμάτων της που συνίστανται σε μη πραγματική καταβολή των επιδίκων ποσών στον προσφεύγοντα.

    (βλ. σκέψη 53)

  2.  Μολονότι η ρητή θεμελίωση της προσφυγής στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ και οι τίτλοι των προβαλλόμενων προς στήριξη της προσφυγής αυτής λόγων καλούν το Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει τις αρμοδιότητές του όσον αφορά τον έλεγχο νομιμότητας της αποφάσεως περί εξώδικου συμψηφισμού μεταξύ των οφειλών και των απαιτήσεων την οποία εξέδωσε η Επιτροπή επί τη βάσει του κανονισμού 1605/2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι προσφεύγοντες, προβάλλοντας λόγο που αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως της Επιτροπής, ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο να διαπιστώσει, επί τη βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, ότι δεν υφίσταται η απαίτηση την οποία η Επιτροπή υποστηρίζει ότι έχει.

    Στο μέτρο που το άρθρο 272 ΣΛΕΕ ανάγει τον δικαστή της Ένωσης σε δικαστή πλήρους δικαιοδοσίας, επιτρέποντάς του, κατ’ αντιδιαστολή προς τον δικαστή ελέγχου της νομιμότητας ο οποίος επιλαμβάνεται βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, να εκδικάσει κάθε είδος ενδίκου βοηθήματος δυνάμει ρήτρας διαιτησίας, το ως άνω άρθρο 272 ΣΛΕΕ συνιστά την ενδεδειγμένη νομική βάση για την έκδοση αποφάσεως επί αιτήματος να διαπιστωθεί η ανυπαρξία επίδικης απαιτήσεως από σύμβαση.

    Σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα μερικού αναχαρακτηρισμού ενός ενδίκου βοηθήματος ως ενδίκου βοηθήματος ασκηθέντος επί τη βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, υπενθυμίζεται ότι, όταν ασκείται ενώπιόν του προσφυγή ακυρώσεως ή αγωγή αποζημιώσεως, ενώ η διαφορά είναι, στην πραγματικότητα, συμβατικής φύσεως, το Γενικό Δικαστήριο προβαίνει σε αναχαρακτηρισμό του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τέτοιου είδους αναχαρακτηρισμό. Αντιθέτως, στο πλαίσιο διαφοράς συμβατικής φύσεως, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι αδυνατεί να προβεί σε αναχαρακτηρισμό προσφυγής ακυρώσεως τόσο όταν η εκπεφρασμένη βούληση του προσφεύγοντος να μη βασίσει την προσφυγή του στο άρθρο 272 ΣΛΕΕ αποκλείει τέτοιου είδους αναχαρακτηρισμό, όσο και όταν η προσφυγή δεν στηρίζεται σε λόγο που αφορά παράβαση των κανόνων οι οποίοι διέπουν την επίμαχη συμβατική σχέση, είτε πρόκειται για συμβατικούς όρους είτε για διατάξεις του εθνικού δικαίου που ορίζεται ως το εφαρμοστέο στη σύμβαση.

    Εξ αυτού συνάγεται ότι ο αναχαρακτηρισμός της προσφυγής είναι δυνατός, χωρίς να θίγονται τα δικαιώματα άμυνας του καθού θεσμικού οργάνου, στην περίπτωση που, αφενός, δεν υφίσταται αντίθετη εκπεφρασμένη βούληση του προσφεύγοντος και, αφετέρου, έχει προβληθεί στο δικόγραφο της προσφυγής έστω και ένας λόγος ακυρώσεως που να αφορά παράβαση των κανόνων οι οποίοι διέπουν την επίμαχη συμβατική σχέση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις είναι σωρευτικές.

    (βλ. σκέψεις 53, 54, 57-60)

  3.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 84, 88)

  4.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψη 91)

  5.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψη 93)

  6.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 96-98)

  7.  Από την πλειονότητα των εθνικών νομικών συστημάτων προκύπτει ότι οι αγωγές αδικαιολογήτου πλουτισμού προορίζονται να αποτελέσουν, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις αστικού δικαίου, πηγή εξωσυμβατικής ενοχής για τον πλουτίσαντα, συνιστάμενης κατά γενικό κανόνα στην απόδοση των όσων έλαβε χωρίς νόμιμη αιτία.

    Προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού, πρέπει οπωσδήποτε ο πλουτισμός να στερείται έγκυρης νομικής βάσεως. Η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται, μεταξύ άλλων, όταν ο πλουτισμός ευρίσκει δικαιολογητικό έρεισμα σε συμβατικές υποχρεώσεις.

    (βλ. σκέψεις 103, 104)