22.9.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 287/19


Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το Arbeitsgericht Nienburg (Γερμανία) στις 27 Ιουνίου 2012 — Heinz Kassner κατά Mittelweser-Tiefbau GmbH & Co. RG

(Υπόθεση C-311/12)

2012/C 287/36

Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική

Αιτούν δικαστήριο

Arbeitsgericht Nienburg

Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης

Ενάγων: Heinz Kassner

Εναγομένη: Mittelweser-Tiefbau GmbH & Co. RG

Προδικαστικά ερωτήματα

1)

Πρέπει το άρθρο 31 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτά εθνική νομοθετική ρύθμιση βάσει της οποίας σε ορισμένους κλάδους η διάρκεια της ετήσιας ελάχιστης αδείας των τεσσάρων εβδομάδων μπορεί να μειωθεί μέσω συλλογικής συμβάσεως εργασίας;

2)

Πρέπει το άρθρο 31 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτά εθνική νομοθετική ρύθμιση βάσει της οποίας μπορεί να ορισθεί σε συλλογική σύμβαση εργασίας ότι οι μειώσεις των αποδοχών, οι οποίες επέρχονται κατά το χρονικό διάστημα υπολογισμού λόγω εργασίας με μειωμένο ωράριο, απουσίας από την εργασία ή ανυπαίτιας μη προσελεύσεως στην εργασία, επηρεάζουν τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας με συνέπεια ο εργαζόμενος να μη λαμβάνει κατά τη διάρκεια της ετήσιας ελάχιστης αδείας των τεσσάρων εβδομάδων κανενός είδους αποδοχές αδείας ή, μετά τη λήξη της εργασιακής σχέσεως, κανενός είδους αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας;

3)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα: πρέπει το άρθρο 31 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτά εθνική νομοθετική ρύθμιση βάσει της οποίας μπορεί να ορισθεί με συλλογική σύμβαση εργασίας ότι οι μειώσεις των αποδοχών, οι οποίες επέρχονται κατά το χρονικό διάστημα υπολογισμού λόγω εργασίας με μειωμένο ωράριο, απουσίας από την εργασία ή ανυπαίτιας μη προσελεύσεως στην εργασία, επηρεάζουν τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας, με συνέπεια ο εργαζόμενος να λαμβάνει κατά τη διάρκεια της ετήσιας ελάχιστης αδείας των τεσσάρων εβδομάδων μικρότερες αποδοχές αδείας –ή μετά τη λήξη της εργασιακής σχέσεως μικρότερη αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας– από ό,τι θα ελάμβανε εάν ο υπολογισμός των αποδοχών αδείας στηριζόταν στις κατά μέσον όρο αποδοχές τις οποίες θα ελάμβανε ο εργαζόμενος κατά την περίοδο υπολογισμού άνευ αυτών των μειώσεων των αποδοχών; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: Σε ποιο ποσοστό, υπολογιζόμενο βάσει των κατά μέσον όρο αποδοχών του εργαζομένου άνευ μειώσεων, θα μπορούσε να ανέρχεται κατ’ ανώτατο όριο η επιτραπείσα από τις εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις μείωση των αποδοχών αδείας, βάσει συλλογικής συμβάσεως εργασίας, λόγω εργασίας με μειωμένο ωράριο, απουσίας από την εργασία ή ανυπαίτιας μη προσελεύσεως στην εργασία κατά την περίοδο υπολογισμού, προκειμένου να μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή η εθνική ρύθμιση ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης;

4)

Πρέπει το άρθρο 31 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτά ρύθμιση σε εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας βάσει της οποίας δεν γεννάται δικαίωμα αδείας για αυτές τις περιόδους του έτους κατά τις οποίες ο λόγω ασθενείας ανίκανος προς εργασία εργαζόμενος δεν ελάμβανε ούτε αποδοχές ούτε επίδομα ασθενείας ούτε επίδομα λόγω εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθενείας, εφόσον τούτο έχει ως συνέπεια ο εργαζόμενος να δικαιούται ετήσια άδεια μικρότερη των τεσσάρων εβδομάδων;

5)

Πρέπει το άρθρο 31 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτά ρύθμιση σε εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας βάσει της οποίας δεν γεννάται αξίωση αποδοχών αδείας –ή αξίωση αποζημιώσεως μη ληφθείσας αδείας μετά τη λήξη της εργασιακής σχέσεως– σε σχέση με τα έτη κατά τα οποία λόγω απουσίας από την εργασία ή ανυπαίτιας μη προσελεύσεως στην εργασία, μεταξύ άλλων λόγω ασθενείας, δεν καταβαλλόταν στην πράξη ακαθάριστος μισθός;

6)

Πρέπει το άρθρο 31, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιβαίνει σε αυτά ρύθμιση σε εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας βάσει της οποίας το δικαίωμα αδείας και η αξίωση καταβολής αποζημιώσεως μη ληφθείσας αδείας αποσβέννυνται άμα τη λήξει του ημερολογιακού έτους που έπεται του έτους κατά το οποίο γεννήθηκε το δικαίωμα αδείας και, ως εκ τούτου, περιορίζεται η δυνατότητα του ανίκανου προς εργασία εργαζομένου να σωρεύσει επί πολλές συναπτές περιόδους αναφοράς δικαιώματα για τη λήψη αδείας μετ’ αποδοχών; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: Θα αποτελούσε καλύτερη και αποτελεσματικότερη μεταφορά του δικαίου της Ένωσης στην εθνική νομοθεσία εάν μια τέτοια ρύθμιση σε συλλογική σύμβαση εργασίας ουδόλως εφαρμοζόταν ή εάν διεπλάθετο κατά τρόπο σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης ούτως ώστε αντί της ενιαυσίας προθεσμίας να ισχύει μια προθεσμία μεγαλύτερης διαρκείας;

7)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως σε ένα ή σε πλείονα από τα ερωτήματα 1 έως 5: επιβάλλουν η γενική αρχή της ασφάλειας δικαίου και η απαγόρευση της αναδρομικότητας που ισχύουν στο δίκαιο της Ένωσης να περιοριστεί έναντι όλων των εμπλεκομένων η δυνατότητα επικλήσεως της ερμηνείας που θα δώσει το Δικαστήριο με την προδικαστική απόφασή του, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, στις διατάξεις του άρθρου 31 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, ως προς τα διαχρονικά αποτελέσματά της, καθώς η νομολογία του ανώτατου εθνικού δικαστηρίου έχει αποφανθεί κατά το παρελθόν ότι οι συναφείς κανόνες της εθνικής νομοθεσίας και των εθνικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας δεν επιδέχονται ερμηνεία σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης; Σε περίπτωση αποφατικής απαντήσεως του Δικαστηρίου στο ανωτέρω ερώτημα: συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης η προστασία από τα εθνικά δικαστήρια της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, στους εργοδότες οι οποίοι επέδειξαν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στην πάγια νομολογία του ανώτατου εθνικού δικαστηρίου, ή η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης;