21.4.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 118/18


Αναίρεση που άσκησε στις 14 Φεβρουαρίου 2012 η Deutsche Post AG κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) στις 8 Δεκεμβρίου 2011 στην υπόθεση T-421/07, Deutsche Post AG κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής

(Υπόθεση C-77/12 P)

2012/C 118/29

Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική

Διάδικοι

Αναιρεσείουσα: Deutsche Post AG (εκπρόσωποι: J. Sedemund και T. Lübbig, δικηγόροι)

Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Αιτήματα της αναιρεσείουσας

Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει εξ ολοκλήρου την απόφαση που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) στις 8 Δεκεμβρίου 2011 στην υπόθεση T-421/07,

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα

Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα

Η αίτηση αναιρέσεως αφορά, ουσιαστικά, το αν και υπό ποιες προϋποθέσεις μια απόφαση της Επιτροπής περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, και το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 αποτελεί πράξη δυνάμενη να προσβληθεί κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Τίθεται, ειδικότερα, το ζήτημα αν μια απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας παράγει αυτοτελή δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, πέραν αυτών που έχει ήδη παραγάγει προγενέστερη απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας, η οποία φέρεται να αφορά τα ίδια μέτρα ενισχύσεως.

Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε απαράδεκτη την προσφυγή, με το σκεπτικό ότι η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας του 2007, στο πλαίσιο της υποθέσεως ενισχύσεως C 36/07 (πρώην NN 25/07), αφορά τα ίδια μέτρα ενισχύσεως, όπως μια προγενέστερη απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας, του 1999, στο πλαίσιο της υποθέσεως ενισχύσεως C 61/99 (πρώην NN 153/96). Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ασκεί, συναφώς, επιρροή το γεγονός ότι εκδόθηκε προ πενταετία αρνητική απόφαση, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 5, του κανονισμού 659/1999, με την οποία περατώθηκε η διαδικασία εξετάσεως που είχε προηγηθεί της νυν επίσημης διαδικασίας εξετάσεως, διότι η περάτωση ήταν, κατά το Γενικό Δικαστήριο, μερική.

Η αναιρεσείουσα προβάλλει τέσσερις λόγους προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως:

1)

Το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ότι η επίμαχη εν προκειμένω απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας του 2007, παράγει αυτοτελή έννομα αποτελέσματα. Συγκεκριμένα, η εν λόγω απόφαση αφορούσε μέτρα ενισχύσεως πολύ σημαντικότερα από αυτά που εντόπισε η Επιτροπή με την απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας του 1999. Επιπλέον, η κινηθείσα το 1999 επίσημη διαδικασία εξετάσεως περατώθηκε εξ ολοκλήρου με την αρνητική απόφαση του 2002 (2002/753/CE) και για τον λόγο αυτό η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας του 1999 δεν παράγει πλέον έννομα αποτελέσματα. Το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας την προσφυγή απαράδεκτη, παρέβη, μεταξύ άλλων, το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, διότι, κατά τη διάταξη αυτή, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα δικαστικού ελέγχου κάθε αποφάσεως που παράγει αυτοτελή έννομα αποτελέσματα.

2)

Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθώς δεν έλαβε υπόψη την εκ μέρους της Επιτροπής παράβαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ασφάλειας δικαίου και της τακτικής διαδικασίας, καθώς και τις επιπτώσεις της παραβάσεως επί της επίμαχης διαδικασίας εξετάσεως. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε η Επιτροπή, επειδή, αφενός, δέχθηκε εκ των υστέρων — χωρίς να ενημερώσει με την απαιτούμενη σαφήνεια τη Γερμανική Κυβέρνηση και την αναιρεσείουσα — ότι η αρνητική απόφαση του 2002 δεν είχε περατώσει εξ ολοκλήρου την κινηθείσα το 1999 επίσημη διαδικασίας εξετάσεως, και, αφετέρου, επανέλαβε τη διαδικασία αυτή πέντε έτη μετά την επίσημη περάτωσή της.

3)

Τρίτον, το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο αρνήθηκε, εν προκειμένω, στην αναιρεσείουσα κάθε δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ευθέως κατά της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας του 2007, συνιστά αρνησιδικία και προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος της αναιρεσείουσας σε αποτελεσματική ένδικη προστασία, το οποίο απορρέει από τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 47, παράγραφος 1, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, καθώς και από το άρθρο 6, παράγραφος 3, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ΕΣΔΑ.

4)

Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο δεν συμπεριέλαβε στο σκεπτικό της αποφάσεώς του διευκρινίσεις όσον αφορά τα δύο αμέσως προαναφερθέντα ζητήματα. Η παράλειψη αυτή συνιστά παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που υπέχει το Γενικό Δικαστήριο βάσει της αρχής του κράτους δικαίου.