Υπόθεση C‑50/12 P

Kendrion NV

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Αίτηση αναιρέσεως — Ανταγωνισμός — Συμπράξεις — Αγορά των πλαστικών βιομηχανικών σάκων — Καταλογισμός στη μητρική εταιρία της παραβάσεως που διέπραξε η θυγατρική — Εις ολόκληρον ευθύνη της μητρικής εταιρίας για την καταβολή του προστίμου που επιβλήθηκε στη θυγατρική — Υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου — Αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας»

Περίληψη — Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 26ης Νοεμβρίου 2013

  1. Ανταγωνισμός – Κανόνες της Ένωσης – Παραβάσεις – Καταλογισμός – Μητρική εταιρία και θυγατρικές – Οικονομική ενότητα – Κριτήρια εκτιμήσεως – Τεκμήριο ασκήσεως καθοριστικής επιρροής από τη μητρική εταιρία επί των θυγατρικών που της ανήκουν εξ ολοκλήρου – Υποχρεώσεις, ως προς την απόδειξη, της εταιρίας που επιδιώκει την ανατροπή του τεκμηρίου αυτού

    [Άρθρο 81 § 1 ΕΚ (νυν άρθρο 101 § 1 ΣΛΕΕ)]

  2. Πράξεις των οργάνων – Αιτιολογία – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Περιεχόμενο – Απόφαση εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού

    (Άρθρο 296 ΣΛΕΕ)

  3. Ανταγωνισμός – Κανόνες της Ένωσης – Παράβαση την οποία διέπραξε θυγατρική εταιρία – Καταλογισμός στη μητρική εταιρία – Εις ολόκληρον ευθύνη για την καταβολή του προστίμου – Περιεχόμενο – Μητρική και θυγατρική εταιρία οι οποίες αποτελούσαν μία επιχείρηση υπό την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ κατά τον χρόνο της παραβάσεως αλλά όχι κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως για την επιβολή προστίμου – Συνέπειες ως προς τον καθορισμό του ανώτατου ορίου του προστίμου

    [Άρθρο 81 § 1 ΕΚ (νυν άρθρο 101 § 1 ΣΛΕΕ)· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23 § 2]

  4. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως – Διαφορά στη μεταχείριση των επιχειρήσεων λόγω της εφαρμογής του ανώτατου ορίου – Επιτρέπεται

    [Άρθρο 81 § 1 ΕΚ (νυν άρθρο 101 § 1 ΣΛΕΕ)· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23 § 2]

  5. Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρχές – Θεμελιώδη δικαιώματα – Τήρηση εξασφαλιζόμενη από το Δικαστήριο – Δικαίωμα κάθε προσώπου σε δίκαιη δίκη – Τήρηση ευλόγου προθεσμίας – Κατοχύρωση από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθερίων —Αναφορά στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας

    (Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47)

  6. Ένδικη διαδικασία – Διάρκεια της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου – Εύλογη διάρκεια – Διαφορά με αντικείμενο την ύπαρξη παραβιάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού – Υπέρβαση της εύλογης διάρκειας – Συνέπειες

    (Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47, εδ. 2)

  7. Ένδικη διαδικασία – Διάρκεια της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου – Εύλογη διάρκεια – Κριτήρια εκτιμήσεως

    (Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47, εδ. 2)

  8. Εξωσυμβατική ευθύνη – Αίτημα στηριζόμενο στην υπερβολική διάρκεια της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου – Προϋποθέσεις – Έλλειψη νομιμότητας – Ζημία – Αιτιώδης σύνδεσμος – Κριτήρια εκτιμήσεως – Σύνθεση του δικαστικού σχηματισμού

    (Άρθρα 256 ΣΛΕΕ, 269 ΣΛΕΕ και 340 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47, εδ. 2)

  1.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 27-34)

  2.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 41-48)

  3.  Στην περίπτωση που τόσο η ευθύνη της μητρικής εταιρίας όσο και η ευθύνη της θυγατρικής στηρίζονται στο γεγονός ότι αμφότερες οι εταιρίες αυτές αποτελούσαν μέρος της οικονομικής οντότητας που παρέβη το άρθρο 81 ΕΚ, η μητρική εταιρία θεωρείται, εξ αυτού του λόγου, ότι έχει παραβιάσει η ίδια τους κανόνες ανταγωνισμού του δικαίου της Ένωσης. Κατά συνέπεια, όσον αφορά την καταβολή του προστίμου, η εις ολόκληρον ευθύνη την οποία υπέχουν δύο εταιρίες που συναποτελούν τέτοια οικονομική οντότητα δεν εξαντλείται στην εκ μέρους της μητρικής εταιρίας παροχή κάποιας μορφής εγγυήσεως προς εξασφάλιση της καταβολής του προστίμου που επιβλήθηκε στη θυγατρική.

    Στην περίπτωση που δύο χωριστά νομικά πρόσωπα, όπως ορισμένη μητρική εταιρία και η θυγατρική της, δεν αποτελούν πλέον μία επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ κατά τον χρόνο εκδόσεως αποφάσεως με την οποία τους επιβάλλεται πρόστιμο λόγω παραβιάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού, κάθε ένα από τα νομικά αυτά πρόσωπα έχει δικαίωμα να εφαρμοστεί ατομικώς ως προς αυτό το όριο του 10 % του κύκλου εργασιών. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η μητρική εταιρία δεν έχει δικαίωμα να τύχει του ορίου που εφαρμόστηκε για την πρώην θυγατρική της.

    Κατά συνέπεια, είναι δυνατόν να υποχρεωθεί μητρική εταιρία στην καταβολή προστίμου μεγαλύτερου του επιβληθέντος στη θυγατρική της.

    (βλ. σκέψεις 55-58)

  4.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 62-68)

  5.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 77, 78, 106)

  6.  Η εκ μέρους δικαιοδοτικού οργάνου της Ένωσης παράβαση της υποχρεώσεώς του, που απορρέει από το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να εκδικάζει τις υποθέσεις που άγονται ενώπιόν του εντός ευλόγου προθεσμίας πρέπει να έχει ως συνέπεια την παροχή δυνατότητας ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, δεδομένου ότι τέτοια αγωγή αποτελεί αποτελεσματικό μέσο επανορθώσεως.

    Κατά συνέπεια, αίτημα με το οποίο διώκεται η αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε λόγω της υπερβάσεως, εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, της εύλογης διάρκειας της δίκης δεν μπορεί να προβληθεί απευθείας κατ’ αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά πρέπει να αχθεί ενώπιον του ίδιου του Γενικού Δικαστηρίου.

    Εξάλλου, εάν δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου επηρέασε την επίλυση της διαφοράς, η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης δεν μπορεί να οδηγήσει στην αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να γίνονται σεβαστοί οι κανόνες ανταγωνισμού του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων, αποκλειστικά και μόνο για τον λόγο της υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της δίκης, μπορεί να θέτει υπό αμφισβήτηση το βάσιμο ή το ποσό προστίμου ενώ όλοι οι λόγοι αναιρέσεως κατά των διαπιστώσεων στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο ως προς το ποσό του προστίμου και τη συμπεριφορά για την οποία αυτό αποτελεί την κύρωση απορρίφθηκαν.

    (βλ. σκέψεις 81, 82, 87, 94, 95)

  7.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 96-98, 102-106)

  8.  Στο πλαίσιο της εξετάσεως αιτήματος με το οποίο διώκεται η αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε λόγω της υπερβάσεως, εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, της εύλογης διάρκειας της δίκης, στο Γενικό Δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει, εξετάζοντας τα αποδεικτικά στοιχεία που θα προσκομιστούν προς τον σκοπό αυτό, τόσο το υποστατό της προβαλλόμενης ζημίας όσο και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ζημίας και της υπερβολικής διάρκειας της επίμαχης ένδικης διαδικασίας.

    Συναφώς, στην περίπτωση αγωγής αποζημιώσεως λόγω παραβάσεως, εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επειδή δεν τήρησε τις επιταγές σχετικά με την εύλογη διάρκεια της δίκης, στο δικαιοδοτικό αυτό όργανο εναπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να λάβει υπόψη τις γενικές αρχές του δικαίου που εφαρμόζονται στις έννομες τάξεις των κρατών μελών για την εκδίκαση αγωγών λόγω παρόμοιων παραβάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο πρέπει ιδίως να ερευνήσει αν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί, πέρα από την ύπαρξη περιουσιακής ζημίας, μη περιουσιακή βλάβη την οποία έχει ενδεχομένως υποστεί ο διάδικος τον οποίον θίγει η υπέρβαση της διάρκειας και η οποία θα έπρεπε, κατά περίπτωση, να ικανοποιηθεί επαρκώς.

    Ως εκ τούτου, στο Γενικό Δικαστήριο, το οποίο είναι αρμόδιο δυνάμει του άρθρου 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, εναπόκειται να αποφαίνεται επί τέτοιων αιτημάτων αποζημιώσεως, κρίνοντας σε δικαστικό σχηματισμό διαφορετικό εκείνου που επιλήφθηκε της ένδικης διαφοράς η διάρκεια της διαδικασίας επί της οποίας επικρίνεται και εφαρμόζοντας τα κριτήρια που καθόρισε το Δικαστήριο για την εκτίμηση του κατά πόσον το Γενικό Δικαστήριο τήρησε την αρχή της εύλογης διάρκειας.

    (βλ. σκέψεις 99-101)


Υπόθεση C‑50/12 P

Kendrion NV

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Αίτηση αναιρέσεως — Ανταγωνισμός — Συμπράξεις — Αγορά των πλαστικών βιομηχανικών σάκων — Καταλογισμός στη μητρική εταιρία της παραβάσεως που διέπραξε η θυγατρική — Εις ολόκληρον ευθύνη της μητρικής εταιρίας για την καταβολή του προστίμου που επιβλήθηκε στη θυγατρική — Υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου — Αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας»

Περίληψη — Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 26ης Νοεμβρίου 2013

  1. Ανταγωνισμός — Κανόνες της Ένωσης — Παραβάσεις — Καταλογισμός — Μητρική εταιρία και θυγατρικές — Οικονομική ενότητα — Κριτήρια εκτιμήσεως — Τεκμήριο ασκήσεως καθοριστικής επιρροής από τη μητρική εταιρία επί των θυγατρικών που της ανήκουν εξ ολοκλήρου — Υποχρεώσεις, ως προς την απόδειξη, της εταιρίας που επιδιώκει την ανατροπή του τεκμηρίου αυτού

    [Άρθρο 81 § 1 ΕΚ (νυν άρθρο 101 § 1 ΣΛΕΕ)]

  2. Πράξεις των οργάνων — Αιτιολογία — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Περιεχόμενο — Απόφαση εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού

    (Άρθρο 296 ΣΛΕΕ)

  3. Ανταγωνισμός — Κανόνες της Ένωσης — Παράβαση την οποία διέπραξε θυγατρική εταιρία — Καταλογισμός στη μητρική εταιρία — Εις ολόκληρον ευθύνη για την καταβολή του προστίμου — Περιεχόμενο — Μητρική και θυγατρική εταιρία οι οποίες αποτελούσαν μία επιχείρηση υπό την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ κατά τον χρόνο της παραβάσεως αλλά όχι κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως για την επιβολή προστίμου — Συνέπειες ως προς τον καθορισμό του ανώτατου ορίου του προστίμου

    [Άρθρο 81 § 1 ΕΚ (νυν άρθρο 101 § 1 ΣΛΕΕ)· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23 § 2]

  4. Ανταγωνισμός — Πρόστιμα — Ύψος — Καθορισμός — Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως — Διαφορά στη μεταχείριση των επιχειρήσεων λόγω της εφαρμογής του ανώτατου ορίου — Επιτρέπεται

    [Άρθρο 81 § 1 ΕΚ (νυν άρθρο 101 § 1 ΣΛΕΕ)· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23 § 2]

  5. Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Αρχές — Θεμελιώδη δικαιώματα — Τήρηση εξασφαλιζόμενη από το Δικαστήριο — Δικαίωμα κάθε προσώπου σε δίκαιη δίκη — Τήρηση ευλόγου προθεσμίας — Κατοχύρωση από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθερίων —Αναφορά στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας

    (Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47)

  6. Ένδικη διαδικασία — Διάρκεια της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου — Εύλογη διάρκεια — Διαφορά με αντικείμενο την ύπαρξη παραβιάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού — Υπέρβαση της εύλογης διάρκειας — Συνέπειες

    (Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47, εδ. 2)

  7. Ένδικη διαδικασία — Διάρκεια της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου — Εύλογη διάρκεια — Κριτήρια εκτιμήσεως

    (Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47, εδ. 2)

  8. Εξωσυμβατική ευθύνη — Αίτημα στηριζόμενο στην υπερβολική διάρκεια της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου — Προϋποθέσεις — Έλλειψη νομιμότητας — Ζημία — Αιτιώδης σύνδεσμος — Κριτήρια εκτιμήσεως — Σύνθεση του δικαστικού σχηματισμού

    (Άρθρα 256 ΣΛΕΕ, 269 ΣΛΕΕ και 340 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47, εδ. 2)

  1.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 27-34)

  2.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 41-48)

  3.  Στην περίπτωση που τόσο η ευθύνη της μητρικής εταιρίας όσο και η ευθύνη της θυγατρικής στηρίζονται στο γεγονός ότι αμφότερες οι εταιρίες αυτές αποτελούσαν μέρος της οικονομικής οντότητας που παρέβη το άρθρο 81 ΕΚ, η μητρική εταιρία θεωρείται, εξ αυτού του λόγου, ότι έχει παραβιάσει η ίδια τους κανόνες ανταγωνισμού του δικαίου της Ένωσης. Κατά συνέπεια, όσον αφορά την καταβολή του προστίμου, η εις ολόκληρον ευθύνη την οποία υπέχουν δύο εταιρίες που συναποτελούν τέτοια οικονομική οντότητα δεν εξαντλείται στην εκ μέρους της μητρικής εταιρίας παροχή κάποιας μορφής εγγυήσεως προς εξασφάλιση της καταβολής του προστίμου που επιβλήθηκε στη θυγατρική.

    Στην περίπτωση που δύο χωριστά νομικά πρόσωπα, όπως ορισμένη μητρική εταιρία και η θυγατρική της, δεν αποτελούν πλέον μία επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ κατά τον χρόνο εκδόσεως αποφάσεως με την οποία τους επιβάλλεται πρόστιμο λόγω παραβιάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού, κάθε ένα από τα νομικά αυτά πρόσωπα έχει δικαίωμα να εφαρμοστεί ατομικώς ως προς αυτό το όριο του 10 % του κύκλου εργασιών. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η μητρική εταιρία δεν έχει δικαίωμα να τύχει του ορίου που εφαρμόστηκε για την πρώην θυγατρική της.

    Κατά συνέπεια, είναι δυνατόν να υποχρεωθεί μητρική εταιρία στην καταβολή προστίμου μεγαλύτερου του επιβληθέντος στη θυγατρική της.

    (βλ. σκέψεις 55-58)

  4.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 62-68)

  5.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 77, 78, 106)

  6.  Η εκ μέρους δικαιοδοτικού οργάνου της Ένωσης παράβαση της υποχρεώσεώς του, που απορρέει από το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να εκδικάζει τις υποθέσεις που άγονται ενώπιόν του εντός ευλόγου προθεσμίας πρέπει να έχει ως συνέπεια την παροχή δυνατότητας ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, δεδομένου ότι τέτοια αγωγή αποτελεί αποτελεσματικό μέσο επανορθώσεως.

    Κατά συνέπεια, αίτημα με το οποίο διώκεται η αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε λόγω της υπερβάσεως, εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, της εύλογης διάρκειας της δίκης δεν μπορεί να προβληθεί απευθείας κατ’ αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά πρέπει να αχθεί ενώπιον του ίδιου του Γενικού Δικαστηρίου.

    Εξάλλου, εάν δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου επηρέασε την επίλυση της διαφοράς, η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης δεν μπορεί να οδηγήσει στην αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να γίνονται σεβαστοί οι κανόνες ανταγωνισμού του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων, αποκλειστικά και μόνο για τον λόγο της υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της δίκης, μπορεί να θέτει υπό αμφισβήτηση το βάσιμο ή το ποσό προστίμου ενώ όλοι οι λόγοι αναιρέσεως κατά των διαπιστώσεων στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο ως προς το ποσό του προστίμου και τη συμπεριφορά για την οποία αυτό αποτελεί την κύρωση απορρίφθηκαν.

    (βλ. σκέψεις 81, 82, 87, 94, 95)

  7.  Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.

    (βλ. σκέψεις 96-98, 102-106)

  8.  Στο πλαίσιο της εξετάσεως αιτήματος με το οποίο διώκεται η αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε λόγω της υπερβάσεως, εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, της εύλογης διάρκειας της δίκης, στο Γενικό Δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει, εξετάζοντας τα αποδεικτικά στοιχεία που θα προσκομιστούν προς τον σκοπό αυτό, τόσο το υποστατό της προβαλλόμενης ζημίας όσο και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ζημίας και της υπερβολικής διάρκειας της επίμαχης ένδικης διαδικασίας.

    Συναφώς, στην περίπτωση αγωγής αποζημιώσεως λόγω παραβάσεως, εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επειδή δεν τήρησε τις επιταγές σχετικά με την εύλογη διάρκεια της δίκης, στο δικαιοδοτικό αυτό όργανο εναπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να λάβει υπόψη τις γενικές αρχές του δικαίου που εφαρμόζονται στις έννομες τάξεις των κρατών μελών για την εκδίκαση αγωγών λόγω παρόμοιων παραβάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο πρέπει ιδίως να ερευνήσει αν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί, πέρα από την ύπαρξη περιουσιακής ζημίας, μη περιουσιακή βλάβη την οποία έχει ενδεχομένως υποστεί ο διάδικος τον οποίον θίγει η υπέρβαση της διάρκειας και η οποία θα έπρεπε, κατά περίπτωση, να ικανοποιηθεί επαρκώς.

    Ως εκ τούτου, στο Γενικό Δικαστήριο, το οποίο είναι αρμόδιο δυνάμει του άρθρου 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, εναπόκειται να αποφαίνεται επί τέτοιων αιτημάτων αποζημιώσεως, κρίνοντας σε δικαστικό σχηματισμό διαφορετικό εκείνου που επιλήφθηκε της ένδικης διαφοράς η διάρκεια της διαδικασίας επί της οποίας επικρίνεται και εφαρμόζοντας τα κριτήρια που καθόρισε το Δικαστήριο για την εκτίμηση του κατά πόσον το Γενικό Δικαστήριο τήρησε την αρχή της εύλογης διάρκειας.

    (βλ. σκέψεις 99-101)