ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
YVES BOT
της 28ης Νοεμβρίου 2013 ( 1 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑501/12 έως C‑506/12, C‑540/12 και C‑541/12
Thomas Specht (C‑501/12), Jens Schombera (C‑502/12), Alexander Wieland (C‑503/12), Uwe Schönefeld (C‑504/12),
Antje Wilke (C‑505/12),Gerd Schini (C‑506/12)κατά
Land Berlin
και
Rena Schmeel (C‑540/12),
Ralf Schuster (C‑541/12)κατά
Bundesrepublik Deutschland
[αιτήσεις του Verwaltungsgericht Berlin (Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινωνική πολιτική — Διακρίσεις λόγω της ηλικίας των εργαζομένων — Κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους προβλέπουσα ότι ο βασικός μισθός των υπαλλήλων καθορίζεται βάσει της ηλικίας του υπαλλήλου»
|
1. |
Οι παρούσες προδικαστικές παραπομπές έχουν ως νομικό πλαίσιο την οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία ( 2 ). |
|
2. |
Ειδικότερα, με τα ερωτήματα που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Berlin (Γερμανία), το Δικαστήριο καλείται, κατ’ αρχάς, να εξετάσει διαδοχικώς το κύρος του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2000/78 καθώς και την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως στους όρους αμοιβής των υπαλλήλων, ακολούθως δε το συμβατό των επίδικων εθνικών διατάξεων με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 2 της οδηγίας αυτής. Κατόπιν, το Δικαστήριο καλείται να καθορίσει τις έννομες συνέπειες ενδεχόμενης παραβιάσεως της εν λόγω αρχής. Τέλος, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει αν εθνική διάταξη, όπως η επίδικη στο πλαίσιο των διαφορών της κύριας δίκης, η οποία προβλέπει ότι οι υπάλληλοι υποχρεούνται να προβάλουν αξίωση χρηματικών παροχών που δεν απορρέουν άμεσα από τον νόμο πριν από το τέλος του τρέχοντος οικονομικού έτους σέβεται το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής. |
I – Το νομικό πλαίσιο
Α– Το δίκαιο της Ένωσης
|
3. |
Κατά το άρθρο 1, σκοπός της οδηγίας 2000/78 είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως στα κράτη μέλη. |
|
4. |
Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής: «1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1. 2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1:
|
|
5. |
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι αυτή εφαρμόζεται, εντός των ορίων των εξουσιών που απονέμονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε όλα τα πρόσωπα, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων, όσον αφορά τις εργασιακές συνθήκες και τους όρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των όρων αμοιβής. |
|
6. |
Το άρθρο 6 της οδηγίας 2000/78 ορίζει τα εξής: «1. Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία. Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει:
[…]». |
|
7. |
Η παράγραφος 16, στοιχείο αʹ, του άρθρου 78 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταργηθούν οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. |
Β – Το γερμανικό δίκαιο
1. Η εφαρμοζόμενη επί της μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων του Land Berlin νομοθεσία
α) Ο ομοσπονδιακός νόμος περί μισθοδοσίας των υπαλλήλων που ίσχυε μέχρι τον Ιούνιο 2011
|
8. |
Έως τις 30 Ιουνίου 2011, τα άρθρα 27 επ. του ομοσπονδιακού νόμου περί μισθοδοσίας των υπαλλήλων (Bundesbesoldungsgesetz, στο εξής: προϊσχύων BBesG), όπως ίσχυε στις 31 Αυγούστου 2006, αποτελούσαν τη νομική βάση του μισθολογικού συστήματος των υπαλλήλων του Land Berlin. |
|
9. |
Στον προϊσχύοντα BBesG, η ηλικία αναφοράς, καθοριζόμενη βάσει της πραγματικής ηλικίας, είναι αυτή που αποτελούσε το κριτήριο αναφοράς για την αρχική κατάταξη σε κλιμάκιο καθώς και την αφετηρία για την περαιτέρω εξέλιξη στη μισθολογική κλίμακα του μισθολογικού καθεστώτος. |
|
10. |
Υπό την έννοια αυτή, το άρθρο 27 του προϊσχύοντος BBesG προβλέπει ότι ο βασικός μισθός υπολογίζεται ανά κλιμάκια, εκτός αντιθέτων διατάξεων των μισθολογικών καθεστώτων. Η εξέλιξη στα κλιμάκια καθορίζεται βάσει της ηλικίας αναφοράς και της επιδόσεως του υπαλλήλου. Ο υπάλληλος ή ο στρατιωτικός λαμβάνει τουλάχιστον τον αρχικό βασικό μισθό του βαθμού στον οποίο διορίζεται. Πάντοτε σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο βασικός μισθός αυξάνει ανά διετία έως το πέμπτο κλιμάκιο, κατόπιν ανά τριετία έως το ένατο κλιμάκιο και πέραν τούτου ανά τετραετία. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει επίσης ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι στρατιωτικοί που υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς Α και διακρίνονται λόγω της εξέχουσας και διαρκούς επιδόσεώς τους μπορούν να λαμβάνουν προώρως τον βασικό μισθό του αμέσως υψηλότερου κλιμακίου (κλιμάκιο επιδόσεως). Ο αριθμός των προσώπων που τυγχάνουν, υπό την έννοια αυτή, κλιμακίου επιδόσεως, χορηγουμένου από έναν και τον αυτό εργοδότη, δεν μπορεί, κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους, να υπερβαίνει το 15 % του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων και των στρατιωτικών που εμπίπτουν στο μισθολογικό καθεστώς Α και που δεν έχουν ακόμη φθάσει στον τελευταίο βασικό μισθό. Αν διαπιστωθεί ότι η επίδοση του δημοσίου υπαλλήλου ή του στρατιωτικού δεν ανταποκρίνεται στις συνδεόμενες με την κατεχόμενη θέση μέσες απαιτήσεις, αυτός παραμένει στο κλιμάκιό του έως ότου η επίδοσή του να δικαιολογεί τη μετάβαση στο αμέσως υψηλότερο μισθολογικό κλιμάκιο. |
|
11. |
Κατά το άρθρο 28 του προϊσχύοντος BBesG, η ηλικία αναφοράς υπολογίζεται από την πρώτη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο ο δημόσιος υπάλληλος ή ο στρατιωτικός συμπλήρωσε το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας του. |
|
12. |
Η εν λόγω αφετηρία του υπολογισμού της ηλικίας αναφοράς καθυστερεί, μετά τη συμπλήρωση του 31ου έτους της ηλικίας, λόγω περιόδων κατά τις οποίες δεν υπήρχε μισθολογική αξίωση υπό την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή του στρατιωτικού, για ένα τέταρτο του χρόνου μέχρι τη συμπλήρωση του 35ου έτους της ηλικίας και για το ήμισυ του περαιτέρω χρόνου. Με μισθό δημοσίου υπαλλήλου ή στρατιωτικού εξομοιώνονται οι αμοιβές που εισπράττονται για κύρια επαγγελματική δραστηριότητα στην υπηρεσία εργοδότη δημοσίου δικαίου, θρησκευτικών φορέων δημοσίου δικαίου ή των ενώσεών τους, καθώς και οιουδήποτε εργοδότη ο οποίος εφαρμόζει τις ισχύουσες στον δημόσιο τομέα συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή συλλογικές συμβάσεις σχεδόν ομοίου περιεχομένου και στον οποίο συμμετέχουν ουσιαστικά το δημόσιο ή άλλα πρόσωπα δημοσίου δικαίου με την καταβολή εισφορών ή επιδομάτων ή κατ’ άλλον τρόπο. |
|
13. |
Με τον δεύτερο νόμο περί τροποποιήσεως του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου (Zweites Dienstrechtsänderungsgesetz), της 21ης Ιουνίου 2011, το Land Berlin ενσωμάτωσε στο δίκαιο του Land Berlin τις συναφείς διατάξεις του προϊσχύοντος BBesG ως ομοσπονδιακό νόμο περί μισθοδοσίας των υπαλλήλων, όπως ίσχυε μεταβατικώς για το Βερολίνο (Bundesbesoldungsgesetz in der Überleitungsfassung für Berlin, στο εξής: προϊσχύων BBesG Bln). |
β) Ο ομοσπονδιακός νόμος περί μισθοδοσίας των υπαλλήλων που ισχύει από την 1η Αυγούστου 2011
|
14. |
Με τον νόμο περί της νέας μισθολογικής ρυθμίσεως για το ομόσπονδο κράτος του Βερολίνου (Gesetz zur Besoldungsneuregelung für das Land Berlin – Berliner Besoldungsneuregelungsgesetz, στο εξής: BerlBesNG), της 29ης Ιουνίου 2011, το Land Berlin τροποποίησε τον προϊσχύοντα BBesG Bln. Έκτοτε, διαφορετικές ρυθμίσεις εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του Land Berlin ανάλογα με το αν αυτοί διορίσθηκαν από την 1η Αυγούστου 2011 και μετά (στο εξής: νέοι υπάλληλοι) ή αν ήσαν ήδη στην υπηρεσία την 31η Ιουλίου 2011 (στο εξής: παλαιοί υπάλληλοι). Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του BerlBesNG τροποποίησε τον προϊσχύοντα BBesG Bln με ισχύ από 1ης Αυγούστου 2011. Ως προς τους νέους υπαλλήλους εφαρμόζεται ο τροποποιηθείς υπό την έννοια αυτή προϊσχύων BBesG Bln (στο εξής: νέος BBesG Bln). |
i) Η εφαρμοζόμενη στους νέους υπαλλήλους νομοθεσία
|
15. |
Η αρχική κατάταξη των νέων υπαλλήλων σε κλιμάκιο (με κριτήριο την πείρα) και η μεταγενέστερη μισθολογική ανέλιξη, από κλιμάκιο σε κλιμάκιο, εντός του μισθολογικού καθεστώτος Α δεν επιβάλλονται πλέον από την ηλικία αναφοράς, καθοριζόμενη βάσει της πραγματικής ηλικίας, αλλά από τη διάρκεια των περιόδων υπηρεσίας που έχουν συμπληρωθεί σύμφωνα με τις προϋποθέσεις απαιτούμενης πείρας. |
|
16. |
Υπό την έννοια αυτή, το άρθρο 27 του νέου BBesG Bln προβλέπει ότι ο βασικός μισθός υπολογίζεται ανά κλιμάκιο (κλιμάκια με κριτήριο την πείρα), εκτός αντιθέτων διατάξεων των μισθολογικών καθεστώτων. Η μετάβαση στο αμέσως υψηλότερο κλιμάκιο εξαρτάται από την κτηθείσα πείρα. Κατά το άρθρο αυτό, για τον πρώτο διορισμό σε θέση που θεμελιώνει δικαίωμα για λήψη αμοιβής που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νέου BBesG Bln, καθορίζεται βασικός μισθός που αντιστοιχεί στο κλιμάκιο 1, υπό την επιφύλαξη του συνυπολογισμού προγενεστέρων περιόδων κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 28, παράγραφος 1, του νόμου αυτού. Το άρθρο 27, παράγραφος 3, του νέου BBesG Bln προβλέπει ότι ο βασικός μισθός αυξάνει μετά από πείρα δύο ετών στο κλιμάκιο 1, μετά από πείρα τριών ετών στα κλιμάκια 2 έως 4 και μετά από πείρα τεσσάρων ετών στα κλιμάκια 5 έως 7. Περίοδοι χωρίς δικαίωμα αμοιβής υπό την ιδιότητα υπαλλήλου καθυστερούν, για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, την εξέλιξη του υπαλλήλου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 28, παράγραφος 2, του νέου BBesG Bln. |
|
17. |
Κατά το άρθρο 27, παράγραφος 4, του νέου BBesG Bln, οι υπάλληλοι που υπάγονται στα μισθολογικά καθεστώτα Α και διακρίνονται λόγω της εξέχουσας και διαρκούς επιδόσεώς τους μπορούν να λαμβάνουν προώρως τον βασικό μισθό του αμέσως ανώτερου κλιμακίου (κλιμάκιο επιδόσεως). Ο αριθμός των προσώπων που τυγχάνουν, υπό την έννοια αυτή, κλιμακίου επιδόσεως, χορηγουμένου από έναν και τον αυτό εργοδότη, δεν μπορεί, κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους, να υπερβαίνει το 15 % του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων που εμπίπτουν στο μισθολογικό καθεστώς Α και που δεν έχουν ακόμη φθάσει στον τελευταίο βασικό μισθό. Αν διαπιστωθεί ότι η επίδοση του υπαλλήλου δεν ανταποκρίνεται στις συνδεόμενες με την κατεχόμενη θέση μέσες απαιτήσεις, αυτός παραμένει στο κλιμάκιό του έως ότου η επίδοσή του να δικαιολογεί τη μετάβαση στο αμέσως υψηλότερο μισθολογικό κλιμάκιο. |
|
18. |
Το άρθρο 28, παράγραφος 1, του νέου BBesG Bln προβλέπει ότι, κατά τον καθορισμό του αρχικού κλιμακίου κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 27, παράγραφος 2, του νόμου αυτού, λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, οι περίοδοι που αντιστοιχούν στην κατά κύριο λόγο άσκηση ισοδύναμης επαγγελματικής δραστηριότητας στην υπηρεσία εργοδότη δημοσίου δικαίου, πολιτιστικών κοινοτήτων δημοσίου δικαίου ή των ενώσεών τους, εφόσον η εν λόγω επαγγελματική δραστηριότητα δεν συνιστά προϋπόθεση για την πρόσβαση στην οικεία σταδιοδρομία. Λαμβάνονται επίσης υπόψη οι περίοδοι που πρέπει να αντισταθμιστούν βάσει του Arbeitsplatzschutzgesetz (νόμου περί προστασίας της θέσεως εργασίας κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής στρατιωτικής ή πολιτικής θητείας), οσάκις ο διορισμός στη δημόσια διοίκηση καθυστέρησε λόγω της υποχρεωτικής ασκήσεως στρατιωτικής ή πολιτικής θητείας. |
ii) Η εφαρμοζόμενη στους παλαιούς υπαλλήλους νομοθεσία
|
19. |
Βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του BerlBesNG δημιουργήθηκε αποκλίνουσα ρύθμιση για τους παλαιούς υπαλλήλους. Πρόκειται για τον Berliner Besoldungsüberleitungsgesetz [μεταβατικό νόμο περί μισθοδοσίας των υπαλλήλων του Βερολίνου, στο εξής: BerlBesÜG], της 29ης Ιουνίου 2011, ο οποίος προβλέπει τις λεπτομέρειες της νέας κατατάξεως, στο πλαίσιο του νέου συστήματος, των παλαιών υπαλλήλων. |
|
20. |
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του BerlBesÜG, την 1η Αυγούστου 2011, οι υπάλληλοι κατατάσσονται, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που καθορίζονται στις επόμενες παραγράφους, στα κλιμάκια ή στα μεταβατικά κλιμάκια που προβλέπονται στο παράρτημα 3 του BerlBesNG ανάλογα με την κατεχόμενη στις 31 Ιουλίου 2011 θέση και τον βασικό μισθό που δικαιούνταν την 1η Αυγούστου 2011 κατ’ εφαρμογήν του νόμου περί προσαρμογής των αμοιβών και των συντάξεων των υπαλλήλων 2010/2011 για το Βερολίνο (Gesetz zur Besoldungs- und Versorgungsanpassung für Berlin), της 8ης Ιουλίου 2010. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του BerlBesÜG, ο υπάλληλος κατατάσσεται στο κλιμάκιο ή το μεταβατικό κλιμάκιο που αντιστοιχεί στο ποσό του βασικού μισθού, στρογγυλοποιημένο προς τα επάνω. |
|
21. |
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του BerlBesÜG προβλέπει ότι η κατάταξη σε κλιμάκιο όπως αυτή που προβλέπει το παράρτημα 3 του BerlBesNG αποτελεί την αφετηρία για τον υπολογισμό της διάρκειας της απαιτουμένης για την εξέλιξη πείρας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 27, παράγραφος 3, του νέου BBesG Bln. |
|
22. |
Το αιτούν δικαστήριο εξηγεί ότι ο νομοθέτης δικαιολόγησε την τροποποίηση αυτή ισχυριζόμενος ότι, λαμβάνοντας υπόψη την οδηγία 2000/78, το παλαιό σύστημα μισθοδοσίας καθίστατο ολοένα πιο αμφιλεγόμενο λόγω της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, ιδίως μετά την πρόσφατη νομολογία σχετικά με τους συμβασιούχους. |
|
23. |
Ως προς τους καθεαυτούς δημόσιους υπαλλήλους, ο νομοθέτης διαπίστωσε ότι, μέχρι στιγμής, υπήρχαν μεν μόνον αποφάσεις πρωτοβάθμιων δικαστηρίων που δεν κατέληγαν στην ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως λόγω ηλικίας, πλην όμως ήταν καιρός να επιλεγεί ένα σύστημα βασιζόμενο στην πείρα, διότι δεν μπορούσε να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο τα ανώτερα δικαστήρια και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εκτιμήσουν το ζήτημα αυτό διαφορετικά, πράγμα το οποίο, ενδεχομένως, θα μπορούσε να προκαλέσει ετήσια πρόσθετα έξοδα εκτιμώμενα σε 109 εκατομμύρια ευρώ. Συνεπώς, δεν θα έπρεπε πλέον να καθορίζεται ο αρχικός μισθός και η μεταγενέστερη εξέλιξή του βάσει της ηλικίας αναφοράς, υπολογιζόμενης βάσει της πραγματικής ηλικίας, αλλά να προτιμάται έναντι αυτής ένα κριτήριο βασιζόμενο στη διάρκεια των περιόδων υπηρεσίας που συμπληρώθηκαν σύμφωνα με τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Ο νομοθέτης προσθέτει ότι η εν λόγω τροποποίηση λαμβάνει υπόψη την οδηγία 2000/78. Κατ’ αυτόν, πάντως, ο στόχος του νέου συστήματος είναι επίσης να μην επέλθει ούτε μείωση ούτε αύξηση του εισοδήματος των υπαλλήλων. Κατά συνέπεια, η νέα μισθολογική κλίμακα διαμορφώθηκε, κατ’ αρχάς, «με σταθερό κόστος» και αποκλίνει κατ’ ανώτατο όριο συν/πλην 1 % του πλασματικού εισοδήματος που θα είχε ο υπάλληλος στην ηλικία των 65 ετών, άνευ προαγωγής. Όσον αφορά την αποκλίνουσα διάταξη που προβλέφθηκε για τους παλαιούς υπαλλήλους, αυτή επίσης διαπνέεται από τη μέριμνα του νομοθέτη να διατηρηθούν τα κεκτημένα δικαιώματα των υπαλλήλων. |
2. Η εφαρμοζόμενη στους ομοσπονδιακούς υπαλλήλους νομοθεσία
|
24. |
Έως τις 30 Ιουνίου 2009, τα άρθρα 27 επ. του παλαιού BBesG, όπως ίσχυε στις 6 Αυγούστου 2002, αποτελούσαν το νομικό έρεισμα του μισθολογικού συστήματος των ομοσπονδιακών δημοσίων υπαλλήλων. Οι διατάξεις αυτές ήσαν πανομοιότυπες με αυτές που εξετέθησαν προηγουμένως σχετικά με τον παλαιό BBesG, όπως ίσχυε στις 31 Αυγούστου 2006. |
|
25. |
Ο νόμος περί μεταρρυθμίσεως και εκσυγχρονισμού του ομοσπονδιακού δικαίου της δημοσίας διοικήσεως (Gesetz zur Neuordnung und Modernisierung des Bundesdienstrechts), της 5ης Φεβρουαρίου 2009, τροποποίησε το βασιζόμενο στην ηλικία αναφοράς σύστημα υπολογισμού των μισθών των ομοσπονδιακών δημοσίων υπαλλήλων. Υπό την έννοια αυτή, από την 1η Ιουλίου 2009, δυνάμει των άρθρων 27 επ. του νέου BBesG, όπως ίσχυε στις 5 Φεβρουαρίου 2009, το εν λόγω σύστημα βασίζεται στα κλιμάκια που καλούνται «κλιμάκια με κριτήριο την κτηθείσα πείρα» και τα οποία καθορίζονται σε συνάρτηση με τις περιόδους υπηρεσίας που έχουν συμπληρωθεί σύμφωνα με τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. |
II – Τα πραγματικά περιστατικά των διαφορών της κύριας δίκης
|
26. |
Τα πραγματικά περιστατικά των διαφορών της κύριας δίκης μπορούν να συνοψισθούν κατά τον ακόλουθο τρόπο. Οι Th. Specht (υπόθεση C‑501/12), J. Schombera (υπόθεση C‑502/12), Al. Wieland (υπόθεση C‑503/12), U. Schönefeld (υπόθεση C‑504/12), An. Wilke (υπόθεση C‑505/12) και G. Schini (υπόθεση C‑506/12), αφενός, καθώς και οι R. Schmeel (υπόθεση C‑540/12) και R. Schuster (υπόθεση C‑541/12), αφετέρου (στο εξής, από κοινού: προσφεύγοντες της κύριας δίκης), διορίσθηκαν, αντιστοίχως, μόνιμοι υπάλληλοι του Land Berlin και μόνιμοι υπάλληλοι της Bundesrepublik Deutschland. |
|
27. |
Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης κατατάχθηκαν αρχικώς στο πλαίσιο του μισθολογικού συστήματος σύμφωνα με τον παλαιό BBesG, δηλαδή βάσει της ηλικίας τους αναφοράς κατά την ημερομηνία του διορισμού τους. |
|
28. |
Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης αμφισβητούν τον υπολογισμό της αμοιβής τους και ισχυρίζονται, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ότι αποτελούν αντικείμενο δυσμενούς διακρίσεως λόγω ηλικίας. |
|
29. |
Στις υποθέσεις C‑502/12 και C‑506/12, οι J. Schombera και G. Schini ζητούν να τους καταβληθεί αναδρομικώς ποσό αντίστοιχο με τη διαφορά μεταξύ του μισθού που θα είχαν λάβει αν είχαν καταταχθεί στο ανώτατο κλιμάκιο και αυτού που πράγματι έλαβαν για ολόκληρη την περίοδο μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2008 και της 1ης Αυγούστου 2011, ημερομηνία μεταβάσεως στο νέο μισθολογικό σύστημα που βασίζεται στην πείρα. |
|
30. |
Στις υποθέσεις C‑501/12, C‑503/12 και C‑505/12, οι Th. Specht και Al. Wieland καθώς και η An. Wilke ζητούν, αντιστοίχως, να τους καταβληθεί, για την χρονική περίοδο μεταξύ του Σεπτεμβρίου 2006 και της 31ης Ιουλίου 2011 (υπόθεση C‑501/12) καθώς και για τη χρονική περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2008 και 31ης Ιουλίου 2011 (υποθέσεις C‑503/12 και C‑505/12), ο μισθός που αντιστοιχεί στο ανώτατο μισθολογικό κλιμάκιο. Για τη μεταγενέστερη της 31ης Ιουλίου 2011 περίοδο, ημερομηνία της μεταβάσεως στο νέο μισθολογικό σύστημα, ζητούν να λαμβάνουν αμοιβή αντίστοιχη με αυτή που θα ελάμβαναν αν η νέα μισθολογική κατάταξη βάσει του BerlBesÜG είχε πραγματοποιηθεί βάσει του ανώτατου κλιμακίου του παλαιού τους μισθολογικού βαθμού. |
|
31. |
Στην υπόθεση C‑504/12, ο U. Schönefeld αμφισβητεί τον τρόπο κατατάξεώς του στο νέο μισθολογικό σύστημα και ζητεί να του καταβληθεί αναδρομικώς ποσό αντίστοιχο με την διαφορά μεταξύ του μισθού που πράγματι έλαβε και εκείνου που έπρεπε να έχει λάβει, κατ’ αυτόν, από 1ης Αυγούστου 2011. |
|
32. |
Τέλος, στις υποθέσεις C‑540/12 και C‑541/12, η R. Schmeel και ο R. Schuster αμφισβητούν τον υπολογισμό του μισθού τους και ζητούν να τους καταβληθεί αναδρομικώς ποσό αντίστοιχο με τη διαφορά μεταξύ του μισθού που θα είχαν λάβει αν είχαν καταταχθεί στο ανώτατο κλιμάκιο και εκείνου που πράγματι έχουν λάβει για την περίοδο μεταξύ του Ιανουαρίου 2008 και του Ιουλίου 2009, ημερομηνία μεταβάσεως στο νέο μισθολογικό σύστημα. |
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
|
33. |
Τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των υποθέσεων C‑501/12, C‑503/12 και C‑505/12 είναι πανομοιότυπα. Εκείνα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των υποθέσεων C‑502/12 και C‑506/12 είναι πανομοιότυπα με το πρώτο και πέμπτο ερώτημα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των υποθέσεων C‑501/12, C‑503/12 και C‑505/12. Το πρώτο έως και το έκτο ερώτημα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της υποθέσεως C‑504/12 αντιστοιχούν στο πρώτο, στο δεύτερο, στο τρίτο, στο έκτο, στο έβδομο και στο όγδοο ερώτημα των υποθέσεων C‑501/12, C‑503/12 και C‑505/12. Τέλος, τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των υποθέσεων C‑540/12 και C‑541/12 είναι επίσης πανομοιότυπα με το πρώτο έως και το πέμπτο ερώτημα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο στο πλαίσιο των υποθέσεων C‑501/12, C‑503/12 και C‑505/12, με μόνη διαφορά την αναφορά στον μισθό των ομοσπονδιακών δημοσίων υπαλλήλων και όχι σε εκείνον των δημοσίων υπαλλήλων του Land Berlin. |
|
34. |
Επομένως, θα επαναλάβω τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των υποθέσεων C‑501/12, C‑503/12 και C‑505/12, δεδομένου ότι οι υποθέσεις αυτές περιλαμβάνουν όλα τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των υποθέσεων των οποίων έχουμε εν προκειμένω επιληφθεί. |
|
35. |
Το Verwaltungsgericht Berlin αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
IV – Ανάλυση
Α – Επί του κύρους του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχειό γʹ, της οδηγίας 2000/78 και της εφαρμογής του στους όρους αμοιβής των υπαλλήλων
|
36. |
Το πρώτο ερώτημα, το οποίο αφορά την εφαρμογή της οδηγίας 2000/78 στις επίμαχες καταστάσεις, περιλαμβάνει, κατά τη γνώμη μου, δύο μέρη. Κατ’ αρχάς, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή στους όρους αμοιβής των υπαλλήλων. Συναφώς, έχει αμφιβολίες ως προς το κύρος της διατάξεως αυτής έναντι της Συνθήκης ΛΕΕ. |
|
37. |
Υπό την έννοια αυτή, υπενθυμίζει ότι η εν λόγω οδηγία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 19 ΣΛΕΕ (που αντιστοιχεί στο πρώην άρθρο 13 ΕΚ), το οποίο προβλέπει στην παράγραφο 1 ότι, «[μ]ε την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων των συνθηκών και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που παρέχουν στην Ένωση, το Συμβούλιο [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] […] μπορεί να αναλάβει δράση για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω […] ηλικίας» ( 3 ). Όμως, κατά το αιτούν δικαστήριο, το ζήτημα της εξαλείψεως ενδεχόμενης διακρίσεως λόγω ηλικίας στο σύστημα μισθοδοσίας των υπαλλήλων θίγει επίσης το ζήτημα της αμοιβής αυτής καθεαυτήν, στον τομέα της οποίας το πρωτογενές δίκαιο δεν απονέμει, κατ’ αρχήν, καμία αρμοδιότητα στην Ένωση, σύμφωνα με το άρθρο 153, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ. Επειδή το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2000/78 προβλέπει ρητώς ότι αυτή εφαρμόζεται στους όρους αμοιβών, το κύρος του θα μπορούσε να αμφισβητηθεί λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της Συνθήκης ΛΕΕ. |
|
38. |
Ακολούθως, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας ως γενική αρχή του δικαίου ή το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 4 ) μπορούν, σε περίπτωση που το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2000/78 κριθεί άκυρο, να εφαρμοστούν αυτοτελώς στις περιπτώσεις που αποτελούν αντικείμενο των υπό κρίση διαφορών. |
|
39. |
Η Γερμανική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρούν ότι η εν λόγω οδηγία είναι έγκυρη και ότι έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Συμμερίζομαι την άποψη αυτή, αυτό δε για τους ακολούθους λόγους. |
|
40. |
Ασφαλώς, είναι γεγονός ότι η χρήση του άρθρου 19 ΣΛΕΕ ως βάση κανονιστικής ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης περιορίζεται στους τομείς που εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Υπό την έννοια αυτή, ο νομοθέτης της Ένωσης οφείλει, οσάκις εκδίδει κείμενο για την καταπολέμηση των διακρίσεων που οφείλονται σε έναν εκ των λόγων που απαριθμούνται στο άρθρο αυτό, να εξακριβώνει ότι ο οικείος τομέας περιλαμβάνεται στους τομείς ως προς τους οποίους η Ένωση διαθέτει αρμοδιότητα να ενεργεί, σύμφωνα με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, ΣΕΕ, με κίνδυνο, σε αντίθετη περίπτωση, να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής των Συνθηκών. |
|
41. |
Όμως, το άρθρο 153 ΣΛΕΕ, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο X σχετικά με την κοινωνική πολιτική και το οποίο επιτρέπει στον νομοθέτη της Ένωσης να νομοθετεί στον τομέα των όρων εργασίας, αποκλείει ρητώς, στην παράγραφο 5, τις αμοιβές από το πεδίο εφαρμογής του. |
|
42. |
Ωστόσο, πρέπει το Δικαστήριο να απέχει από κάθε έλεγχο εφόσον η επίδικη εθνική νομοθεσία έχει οιαδήποτε σχέση με την αμοιβή; Είναι άκυρο το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2000/78 λόγω της εξαιρέσεως αυτής που προβλέπει το άρθρο 153, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ; Δεν το πιστεύω. |
|
43. |
Υπάρχει μια διαφορά η οποία θα μπορούσε, είναι γεγονός, να φαίνεται τεχνητή εκ πρώτης όψεως, αλλά η οποία είναι εντούτοις ουσιώδης, μεταξύ του όρου «αμοιβές», όπως αυτός που χρησιμοποιείται στην εν λόγω διάταξη, και της φράσεως «όρους των αμοιβών» του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2000/78. |
|
44. |
Πράγματι, με την απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso ( 5 ), το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν μπορεί να ερμηνεύεται συσταλτικώς, επισήμανε ότι, αφού η παράγραφος 5 του άρθρου 153 ΣΛΕΕ αποτελεί εξαιρετική διάταξη έναντι των παραγράφων 1 έως 4 του ίδιου άρθρου, τα ζητήματα που αφορά η παράγραφος αυτή πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς ώστε να μη θίγεται ανεπίτρεπτα το περιεχόμενο των εν λόγω παραγράφων 1 έως 4 ούτε να αμφισβητούνται οι επιδιωκόμενοι από το άρθρο 151 ΣΛΕΕ σκοποί ( 6 ). Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι, ειδικότερα, η εξαίρεση των «αμοιβών» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 153, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο καθορισμός του ύψους των μισθών εμπίπτει στη συμβατική αυτονομία των κοινωνικών εταίρων σε εθνικό επίπεδο και στην οικεία αρμοδιότητα των κρατών μελών. Υπό τις περιστάσεις αυτές, κρίθηκε σκόπιμο, στην παρούσα κατάσταση του δικαίου της Ένωσης, να αποκλεισθεί ο καθορισμός του ύψους των μισθών από την εναρμόνιση βάσει των άρθρων 151 ΣΛΕΕ επ. ( 7 ). |
|
45. |
Είναι επομένως σαφές ότι ο όρος «αμοιβές», κατά την έννοια του άρθρου 153, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ, δεν περιλαμβάνει τους όρους των αμοιβών. Οι τελευταίοι αποτελούν μέρος των όρων απασχόλησης. Δεν αφορούν άμεσα τον καθορισμό του ύψους των αμοιβών, αλλά τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο μισθωτός θα λάβει κάποια αμοιβή, αμοιβή η οποία καθορίζεται προηγουμένως από τα ενδιαφερόμενα μέρη, είτε μεταξύ των προσώπων του ιδιωτικού τομέα είτε μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και του Δημοσίου. |
|
46. |
Το επίμαχο σύστημα μισθοδοσίας των Γερμανών δημοσίων υπαλλήλων δείχνει σαφώς, κατά τη γνώμη μου, τη διαφορά αυτή μεταξύ αμοιβής και όρων των αμοιβών. Πράγματι, το ύψος του μισθού των Γερμανών δημοσίων υπαλλήλων καθορίζεται από τους βαθμούς, ακολούθως δε από τα κλιμάκια. Το ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε βαθμό και το ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε κλιμάκιο καθορίζονται ελεύθερα από τα αρμόδια όργανα και, κατά κανένα τρόπο, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν μπορεί, βάσει του άρθρου 153, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ, να παρέμβει κατά τον καθορισμό των ποσών αυτών επιβάλλοντας, για παράδειγμα, ελάχιστο κατώτατο όριο. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών ( 8 ). Οι διαφορές μισθού που υφίστανται εντός της Ένωσης δεν μπορούν, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου, να αποτελέσουν αντικείμενο κανονιστικής ρυθμίσεως της Ένωσης. |
|
47. |
Αντιθέτως, οι εθνικές διατάξεις που διέπουν τους τρόπους κατατάξεως στους εν λόγω βαθμούς και τα εν λόγω κλιμάκια δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα δυσμενή διάκριση των δημοσίων υπαλλήλων λόγω, μεταξύ άλλων, της ηλικίας τους. |
|
48. |
Όπως επισήμανε το Συμβούλιο με τις γραπτές παρατηρήσεις του, η αμοιβή συνιστά ουσιώδες στοιχείο των όρων εργασίας ( 9 ), ίσως μάλιστα το πιο σημαντικό και αυτό που υπόκειται περισσότερο σε διακρίσεις ( 10 ). Επομένως, αν οι όροι των αμοιβών έπρεπε να περιληφθούν στην εξαίρεση του άρθρου 153, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ, αυτό θα καθιστούσε σε μεγάλο βαθμό άνευ αντικειμένου το άρθρο 19 ΣΛΕΕ το οποίο, υπενθυμίζω, αποσκοπεί στην καταπολέμηση των διακρίσεων. |
|
49. |
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2000/78 είναι επομένως έγκυρο. Ως προς την εφαρμογή της διατάξεως αυτής στις αμοιβές των υπαλλήλων, αρκεί να υπομνηστεί ότι, δυνάμει αυτής, η εν λόγω οδηγία εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα, τόσο στον δημόσιο τομέα όσο και στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων φορέων, όσον αφορά τις εργασιακές συνθήκες και τους όρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων των απολύσεων και των αμοιβών ( 11 ). |
|
50. |
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2000/78 πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται στους όρους αμοιβής των υπαλλήλων. |
|
51. |
Κατόπιν των προεκτεθέντων, κατά τη γνώμη μου, η απάντηση στο δεύτερο μέρος του πρώτου ερωτήματος παρέλκει. |
Β – Επί της διακρίσεως λόγω ηλικίας
|
52. |
Πριν από την εξέταση του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος είναι σκόπιμο, κατά τη γνώμη μου, να επανέλθω στο επίδικο σύστημα μισθοδοσίας και να το εξηγήσω με τη βοήθεια συγκεκριμένων παραδειγμάτων, προκειμένου να γίνει καλύτερα κατανοητή η λειτουργία του. |
|
53. |
Βάσει του παλαιού BBesG, η αρχική κατάταξη του υπαλλήλου σε μισθολογικό κλιμάκιο ενός βαθμού καθορίζεται από την ηλικία αναφοράς η οποία αρχίζει την πρώτη ημέρα των εικοστών πρώτων γενεθλίων του υπαλλήλου. Μέχρι τη συμπλήρωση του 31ου έτους της ηλικίας, ο υπάλληλος προσλαμβάνεται επομένως στο κλιμάκιο στο οποίο θα είχε καταταχθεί αν είχε προσληφθεί στην ηλικία των 21 ετών. Υπό ορισμένες περιστάσεις, αυτή η ηλικία αναφοράς καθυστερεί λόγω των χρονικών περιόδων μετά τη συμπλήρωση του 31ου έτους της ηλικίας, κατά το ένα τέταρτο της χρονικής περιόδου μέχρι τη συμπλήρωση της ηλικίας των 35 ετών και κατά το ήμισυ της περιόδου μετά την ηλικία αυτή. |
|
54. |
Τα επόμενα παραδείγματα δείχνουν συγκεκριμένα τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται η ηλικία αναφοράς ( 12 ). |
|
55. |
Κάποιος που έχει γεννηθεί την 1η Απριλίου 1977 και έχει διορισθεί ως δημόσιος υπάλληλος την 1η Οκτωβρίου 1994 συμπλήρωσε το 21ο έτος της ηλικίας του την 31η Μαρτίου 1998. Η ηλικία του αναφοράς καθορίζεται επομένως την 1η Μαρτίου 1998. |
|
56. |
Κάποιος που έχει γεννηθεί την 1η Απριλίου 1967 και ο οποίος έχει προσληφθεί ως δημόσιος υπάλληλος στις 16 Οκτωβρίου 2000 συμπλήρωσε το 21ο έτος της ηλικίας του την 31η Μαρτίου 1988. Επειδή κατά τον χρόνο της προσλήψεώς του ήταν 33 ετών, η ηλικία αναφοράς δεν θα είναι η 1η Μαρτίου 1988. Η χρονική περίοδος μεταξύ της 31ης Μαρτίου 1998 (συμπλήρωση της ηλικίας των 31 ετών) και της 16ης Οκτωβρίου 2000 (ημερομηνία προσλήψεως) ανέρχεται σε δύο έτη, έξι μήνες και 16 ημέρες. Σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 2, του παλαιού BBesG, η ηλικία αναφοράς καθυστερεί για χρονικό διάστημα που αντιστοιχεί στο ένα τέταρτο της περιόδου αυτής, ήτοι για διάστημα επτά μηνών και 19 ημερών, στρογγυλευόμενο στους επτά μήνες. Η ηλικία αναφοράς, επομένως, καθορίζεται επτά μήνες μετά την 1η Μαρτίου 1988, δηλαδή την 1η Οκτωβρίου 1988. |
|
57. |
Κάποιος που έχει γεννηθεί στις 10 Σεπτεμβρίου 1964 και έχει προσληφθεί ως δημόσιος υπάλληλος την 1η Μαΐου 2001 συμπλήρωσε το 21 έτος της ηλικίας του στις 9 Σεπτεμβρίου 1985. Η ηλικία αναφοράς θα έπρεπε να έχει καθοριστεί την 1η Σεπτεμβρίου 1985. Εντούτοις, κατά τον χρόνο της προσλήψεώς του, το πρόσωπο αυτό ήταν 36 ετών. Η ίδια διάταξη έχει επομένως εφαρμογή. Συνεπώς, το ένα τέταρτο της χρονικής περιόδου των τεσσάρων ετών μεταξύ της 9ης Σεπτεμβρίου 1995 (συμπλήρωση της ηλικίας των 31 ετών) και της 9ης Σεπτεμβρίου 1999 (συμπλήρωση της ηλικίας των 35 ετών) λαμβάνεται υπόψη, δηλαδή ένα έτος. Κατόπιν, το ήμισυ της περιόδου ενός έτους, επτά μηνών και 21 ημερών, μεταξύ της 9ης Σεπτεμβρίου 1999 (συμπλήρωση της ηλικίας των 35 ετών) και της 30ής Απριλίου 2001 (ημερομηνία προσλήψεως) λαμβάνεται υπόψη, ήτοι 9 μήνες. Η ηλικία αναφοράς καθυστερεί, επομένως, κατά ένα έτος και εννέα μήνες και καθορίζεται την 1η Ιουνίου 1987. |
|
58. |
Επομένως, με το δεύτερο και τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν τα άρθρα 2 και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν εθνική νομοθεσία, όπως η επίδικη στο πλαίσιο των κύριων δικών, δυνάμει της οποίας το ύψος του βασικού μισθού ενός δημοσίου υπαλλήλου, κατά τον διορισμό του στη δημόσια διοίκηση, εξαρτάται πρωταρχικώς από την ηλικία του και αυξάνει ακολούθως κυρίως βάσει της αρχαιότητάς του στη δημόσια διοίκηση. |
|
59. |
Εξάλλου, με το έκτο και έβδομο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι ίδιες διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι απαγορεύουν μεταβατικό σύστημα, όπως το επίδικο στο πλαίσιο των κύριων δικών, το οποίο, για την κατάταξη των παλαιών δημοσίων υπαλλήλων στα κλιμάκια του νέου μισθολογικού συστήματος διατηρεί μόνο τον προγενέστερο βασικό μισθό και το οποίο, για την ανέλιξη στα κλιμάκια, λαμβάνει υπόψη μόνο την από την μετά την έναρξη ισχύος του μεταβατικού αυτού συστήματος κτηθείσα πείρα, ανεξαρτήτως της συνολικής διάρκειας της πείρας του δημοσίου υπαλλήλου. |
1. Επί του συστήματος μισθοδοσίας κατά τον παλαιό BBesG
|
60. |
Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/78 αναφέρει ότι άμεση διάκριση συντρέχει όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 της ίδιας οδηγίας και στους οποίους περιλαμβάνεται η ηλικία, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο. |
|
61. |
Λαμβανομένης υπόψη της λειτουργίας του συστήματος μισθοδοσίας που είχε θεσπιστεί με τον παλαιό BBesG, όπως περιεγράφη προηγουμένως, δεν υπάρχει αμφιβολία, κατά τη γνώμη μου, ότι αυτό εισάγει σαφώς διάκριση λόγω ηλικίας, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου. |
|
62. |
Πράγματι, όπως είδαμε, το σύστημα αυτό προβλέπει αρχική κατάταξη σε κλιμάκιο ενός βαθμού βάσει ενός μόνο κριτηρίου, δηλαδή αυτού της ηλικίας. Ως εκ τούτου, δύο δημόσιοι υπάλληλοι που υπάγονται σε διαφορετική βαθμίδα ηλικίας αλλά που έχουν ισοδύναμη επαγγελματική πείρα, προσληφθέντες στον ίδιο βαθμό, θα λαμβάνουν διαφορετική αμοιβή εφόσον θα έχουν καταταχθεί σε διαφορετικά κλιμάκια που αντιστοιχούν μόνο στη βαθμίδα της ηλικίας τους. Οι δύο αυτοί υπάλληλοι, αν και βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση, θα τύχουν διαφορετικής μεταχειρίσεως, δεδομένου ότι ο ένας εκ των δύο θα έχει λιγότερο ευνοϊκό βασικό μισθό απ’ ό,τι ο άλλος, μόνον επειδή είναι νεότερος. |
|
63. |
Το σύστημα αμοιβών που είχε θεσπισθεί με τον παλαιό BBesG καθιερώνει επομένως διαφορετική μεταχείριση βάσει του κριτηρίου της ηλικίας, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/78. Κατά τα λοιπά, το εν λόγω σύστημα μισθοδοσίας είναι ανάλογο με εκείνο για το οποίο επρόκειτο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, C‑297/10 και C‑298/10, Hennigs και Mai ( 13 ), και ως προς το οποίο το Δικαστήριο έκρινε ότι εισήγε διακρίσεις ( 14 ). |
|
64. |
Εντούτοις, το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78 προβλέπει ότι τέτοιες διαφορετικές μεταχειρίσεις λόγω ηλικίας δεν συνιστούν διάκριση εφόσον δικαιολογούνται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από ένα θεμιτό σκοπό, ιδίως δε από θεμιτούς σκοπούς της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του σκοπού αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία. |
|
65. |
Συναφώς, η Γερμανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι, ακόμη και αν το Δικαστήριο διαπιστώσει διάκριση λόγω ηλικίας, αυτή θα δικαιολογείται επειδή το σύστημα μισθοδοσίας υπό τον παλαιό BBesG, που έχει ως αρχή την αμοιβή βάσει της ηλικίας αναφοράς, επεδίωξε τον κατ’ αρχήν θεμιτό σκοπό να λαμβάνονται υπόψη κατά προσέγγιση, κατά την πρόσληψη νέων υπαλλήλων, τα προσόντα και η επαγγελματική πείρα που έχουν αποκτηθεί εντός και εκτός της δημοσίας διοικήσεως. Εξάλλου, το σύστημα αυτό είχε σχεδιαστεί ως η εγγύηση ενιαίας πρακτικής σε όλες τις περιπτώσεις προσλήψεως. Εθεωρείτο ότι αποσκοπούσε στην καταστολή των μειονεκτημάτων προηγούμενης πρακτικής κατατάξεως, ασφαλώς ορθής, κατά περίπτωση, αλλά περίπλοκης και, συνεπώς, εφαρμοζόμενης κατά τρόπο μη ενιαίο. Τέλος, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, το εν λόγω σύστημα είχε ως σκοπό να ενισχυθεί η ελκυστικότητα της δημόσιας διοίκησης για τους υποψηφίους για μια δεύτερη σταδιοδρομία. |
|
66. |
Δεν θεωρώ ότι οι σκοποί αυτοί είναι θεμιτοί κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78. |
|
67. |
Πράγματι, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι σκοποί που μπορούν να θεωρηθούν θεμιτοί και, κατά συνέπεια, ικανοί να δικαιολογήσουν την παρέκκλιση από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω φύλου, είναι σκοποί που εμπίπτουν στην κοινωνική πολιτική, όπως οι σκοποί που συνδέονται με την πολιτική της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας ή της επαγγελματικής κατάρτισης ( 15 ). |
|
68. |
Όσον αφορά τον συνυπολογισμό της επαγγελματικής πείρας, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι ο σκοπός αυτός πρέπει, κατ’ αρχήν, να θεωρείται ότι δικαιολογεί «αντικειμενικά και λογικά», στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου, διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78 ( 16 ). Πράγματι, η επιβράβευση της κτηθείσας πείρας, η οποία παρέχει στον εργαζόμενο τη δυνατότητα να εκπληροί καλύτερα τα καθήκοντά του, αναγνωρίζεται κατά κανόνα ως θεμιτός σκοπός μισθολογικής πολιτικής ( 17 ). |
|
69. |
Εν προκειμένω, δεν θεωρώ ότι τα μέτρα που θεσπίστηκαν για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού είναι πρόσφορα και αναγκαία. Είναι γεγονός ότι η χρησιμοποίηση του κριτηρίου της αρχαιότητας είναι, κατά κανόνα, πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού αυτού, διότι η αρχαιότητα συνδυάζεται με την επαγγελματική πείρα ( 18 ). |
|
70. |
Πάντως, δεδομένου ότι το σύστημα μισθοδοσίας των Γερμανών δημοσίων υπαλλήλων υπό το καθεστώς του παλαιού BBesG βασίζεται μόνο στην ηλικία του υπαλλήλου, αυτό δεν επιτρέπει να λαμβάνεται πραγματικά υπόψη η κτηθείσα πείρα. Συγκεκριμένα, δημόσιος υπάλληλος ηλικίας 30 ετών κατά την ημέρα της προσλήψεώς του σε συγκεκριμένο βαθμό, χωρίς καμία επαγγελματική πείρα, θα καταταχθεί απευθείας στο κλιμάκιο 5. Θα λάβει επομένως βασική αμοιβή ισοδύναμη με αυτήν που λαμβάνει υπάλληλος προσληφθείς στην ηλικία των 21 ετών και ο οποίος, αντίθετα προς αυτόν, έχει αρχαιότητα και επαγγελματική πείρα εννέα ετών στον ίδιο βαθμό. Ομοίως, ο υπάλληλος ηλικίας 30 ετών κατά την ημερομηνία της προσλήψεώς του θα έχει την ίδια εξέλιξη στα κλιμάκια, μέχρι να φθάσει στο τελευταίο κλιμάκιο, με τον υπάλληλο ηλικίας 21 ετών κατά την ημερομηνία της προσλήψεώς του, αν και ο τελευταίος έχει μεγαλύτερη επαγγελματική πείρα στον βαθμό. |
|
71. |
Ασφαλώς, το άρθρο 27 του παλαιού BBesG προβλέπει προαγωγή βάσει προσόντων για τους δημοσίους υπαλλήλους που επιδεικνύουν εξέχουσα και διαρκή επίδοση. Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά τη διάταξη αυτή, ο αριθμός των προσώπων που τυγχάνουν, υπό την έννοια αυτή, κλιμακίου επιδόσεως, χορηγουμένου από έναν και τον αυτό εργοδότη, δεν μπορεί, κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους, να υπερβαίνει το 15 % του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων και των στρατιωτικών που εμπίπτουν στο μισθολογικό καθεστώς Α και που δεν έχουν ακόμη φθάσει στον τελευταίο βασικό μισθό. Το μέτρο αυτό όχι μόνο δεν επιτρέπει σε όλους τους υπαλλήλους που έχουν τα προσόντα να τύχουν προαγωγής, αλλά επιπλέον δεν διορθώνει την απουσία επαγγελματικής πείρας κατατάσσοντας τους υπαλλήλους σε κατώτερο κλιμάκιο του οικείου βαθμού, το οποίο αντιστοιχεί στο πραγματικό τους επίπεδο πείρας. |
|
72. |
Συνεπώς, θεωρώ ότι το σύστημα μισθοδοσίας που θεσπίστηκε με τον παλαιό BBesG βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο και πρόσφορο για την επίτευξη του θεμιτού σκοπού που επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση, ήτοι του συνυπολογισμού της επαγγελματικής πείρας. |
|
73. |
Όπως έχει επισημάνει το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Hennigs και Mai, κριτήριο το οποίο θα στηριζόταν, επίσης, στην αρχαιότητα ή την κτηθείσα επαγγελματική πείρα, χωρίς αναφορά στην ηλικία, θα παρίστατο, υπό το πρίσμα της οδηγίας 2000/78, καλύτερα προσαρμοσμένο στην υλοποίηση του εν λόγω σκοπού ( 19 ). |
|
74. |
Ως προς το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως που αντλείται από τον σκοπό της διοικητικής απλοποιήσεως, θεωρώ ότι δεν μπορεί να δικαιολογήσει διάκριση λόγω ηλικίας. Πράγματι, είδαμε ότι οι σκοποί που μπορούν να θεωρηθούν «θεμιτοί» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 είναι σκοποί της κοινωνικής πολιτικής. Η Γερμανική Κυβέρνηση δεν μπορεί επομένως να επικαλείται μόνο τον περίπλοκο χαρακτήρα μιας πρακτικής η οποία, όπως και το αναγνωρίζει, θα ήταν εντούτοις δικαιότερη, για να δικαιολογήσει διάκριση λόγω ηλικίας. |
|
75. |
Τέλος, η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλείται τον σκοπό της ενισχύσεως της προσελκυστικότητας της δημοσίας διοικήσεως για τους υποψηφίους για δεύτερη σταδιοδρομία προκειμένου να δικαιολογήσει τη διάκριση που καθιέρωνε ο παλαιός BBesG. Είναι μεν γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι η προώθηση των προσλήψεων συνιστά αναμφισβήτητα θεμιτό σκοπό της κοινωνικής πολιτικής των κρατών μελών ή της πολιτικής τους στον τομέα της απασχόλησης ( 20 ), όμως, έχω τη γνώμη ότι, εν προκειμένω, ο παλαιός BBesG βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο και πρόσφορο για την επίτευξη του σκοπού αυτού, στο μέτρο που ο συνυπολογισμός μόνον της αρχαιότητας ή της κτηθείσας επαγγελματικής πείρας, χωρίς αναφορά στην ηλικία, θα αρκούσε για να ενθαρρύνει τα πρόσωπα που έχουν ήδη σταδιοδρομήσει στον ιδιωτικό τομέα να θέσουν υποψηφιότητα για μια θέση στη γερμανική δημόσια διοίκηση. |
|
76. |
Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, έχω τη γνώμη ότι τα άρθρα 2 και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι απαγορεύουν εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίδικη στο πλαίσιο των κύριων δικών, δυνάμει της οποίας το ύψος του βασικού μισθού ενός δημοσίου υπαλλήλου, κατά τον διορισμό του στη δημόσια διοίκηση, εξαρτάται κυρίως από την ηλικία του και αυξάνει στη συνέχεια ουσιαστικά σε συνάρτηση με την αρχαιότητά του στη δημόσια διοίκηση. |
2. Επί του μεταβατικού συστήματος
|
77. |
Με το έκτο και έβδομο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, επίσης, αν το μεταβατικό σύστημα που έχει εφαρμογή στους παλαιούς δημοσίους υπαλλήλους είναι αντίθετο προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας. |
|
78. |
Συγκεκριμένα, υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του BerlBesÜG, για τη νέα κατάταξη των παλαιών υπαλλήλων σε κλιμάκιο του νέου μισθολογικού συστήματος, λαμβάνεται υπόψη μόνον ο προηγούμενος βασικός μισθός. Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 3 του BerlBesÜG, μόνον η από της ενάρξεως της ισχύος του τελευταίου κτηθείσα πείρα λαμβάνεται υπόψη για την ανέλιξη στα κλιμάκια. |
|
79. |
Με την προπαρατεθείσα απόφαση Hennigs και Mai, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι, λαμβάνοντας ως βάση καθορισμού της αμοιβής αναφοράς –ήτοι της αμοιβής της νέας κατατάξεως για τη μετάβαση σε νέο μισθολογικό σύστημα, που καθιερώνεται με σύμβαση– την προηγουμένως εισπραττόμενη αμοιβή, το μεταβατικό σύστημα συνέχισε την πρακτική κατά την οποία ορισμένοι υπάλληλοι λαμβάνουν χαμηλότερο μισθό από εκείνον τον οποίον λαμβάνουν άλλοι υπάλληλοι μολονότι τελούν σε συγκρίσιμες καταστάσεις, και τούτο αποκλειστικά λόγω της ηλικίας που είχαν συμπληρώσει κατά την πρόσληψή τους ( 21 ). |
|
80. |
Το ίδιο συμβαίνει στις υπό κρίση υποθέσεις, στο μέτρο που, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, η δυσμενής διάκριση που υπήρχε υπό το καθεστώς του παλαιού BBesG εξακολουθεί κατά την εφαρμογή του μεταβατικού συστήματος για τους παλαιούς υπαλλήλους, δεδομένου ότι ο προηγούμενος βασικός μισθός καθορίστηκε βάσει κριτηρίου που εισάγει διακρίσεις, δηλαδή εκείνου της ηλικίας. |
|
81. |
Αντίθετα προς τον ισχυρισμό της Γερμανικής Κυβερνήσεως, οι όροι της νέας κατατάξεως δεν εξαφανίζουν προοδευτικώς τις διακρίσεις λόγω ηλικίας που υπήρχαν στο μισθολογικό σύστημα του παλαιού BBesG. |
|
82. |
Πράγματι, ακόμη και αν δυνάμει του άρθρου 3 του BerlBesÜG λαμβάνεται υπόψη για την ανέλιξη στα κλιμάκια μόνον η κτηθείσα από της ενάρξεως ισχύος αυτού πείρα, εντούτοις, κατά βάση, η νέα κατάταξη στα κλιμάκια του νέου συστήματος μισθοδοσίας αναφέρεται αρχικά στον προηγούμενο βασικό μισθό, ο οποίος κρίθηκε ότι εισάγει διακρίσεις. Υπό την έννοια αυτή, σε περίπτωση ισότιμης πείρας, η ανέλιξη στα κλιμάκια θα συνεπάγεται πάντοτε διακρίσεις για τον νεότερο δημόσιο υπάλληλο. |
|
83. |
Αν πάρουμε το παράδειγμα δύο υπαλλήλων με ισότιμη πείρα, τον υπάλληλο A ηλικίας 20 ετών και τον υπάλληλο B ηλικίας 30 ετών, αντιστοίχως, κατά την ημερομηνία της προσλήψεώς τους ο τελευταίος θα τύχει νέας κατατάξεως, κατά τη μετάβαση στο μεταβατικό σύστημα, σε ανώτερο κλιμάκιο από αυτό στο οποίο θα καταταχθεί ο υπάλληλος A, δεδομένου ότι μόνον ο προηγούμενος βασικός μισθός, βασιζόμενος στην ηλικία, λαμβάνεται υπόψη. Εξάλλου, η ανέλιξη στα κλιμάκια του νέου συστήματος θα είναι για τον υπάλληλο B πάντοτε ευνοϊκότερη απ’ ό,τι για τον υπάλληλο A, στο μέτρο που ο υπάλληλος B θα ανέλθει νωρίτερα στα εν λόγω κλιμάκια και θα τύχει επομένως ευνοϊκότερης μεταχειρίσεως. |
|
84. |
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Γερμανική Κυβέρνηση επισήμανε ότι η διάκριση δεν υφίσταται με το μεταβατικό σύστημα, στο μέτρο που οι παλαιοί υπάλληλοι, οι οποίοι υφίσταντο διάκριση υπό το παλαιό σύστημα, θα ανέλθουν ταχύτερα στο ανώτατο κλιμάκιο απ’ ό,τι αν είχαν εξακολουθήσει να εξελίσσονται υπό το καθεστώς του παλαιού αυτού συστήματος. Εντούτοις, υπάλληλος μεγαλύτερης ηλικίας, με ισότιμη πείρα, θα έχει το ανώτατο κλιμάκιο για μεγαλύτερη χρονική περίοδο, επομένως θα έχει ευνοϊκότερο βασικό μισθό σε σχέση με τον νεότερο υπάλληλο. Η δυσμενής διάκριση, αντί να εξαφανίζεται διαχρονικώς, διαιωνίζεται. |
|
85. |
Επί του παρόντος πρέπει να εξετασθεί αν η εν λόγω διάκριση μπορεί να δικαιολογηθεί λόγω θεμιτού σκοπού, όπως αυτός τον οποίο επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση και ο οποίος συνίσταται στην προστασία των κεκτημένων δικαιωμάτων κατά την ημερομηνία αναφοράς για τη μετάβαση στο νέο σύστημα. |
|
86. |
Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει στο πλαίσιο της εξετάσεως περιορισμού της ελευθερίας εγκαταστάσεως, ότι η προστασία κεκτημένων δικαιωμάτων μιας κατηγορίας προσώπων αποτελεί επιτακτική ανάγκη γενικού συμφέροντος η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό αυτόν, υπό τον όρο πάντως το περιοριστικό μέτρο να μη βαίνει πέραν των ορίων που είναι αναγκαία για την προστασία αυτή ( 22 ). |
|
87. |
Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, η απώλεια μισθού για τους παλαιούς υπαλλήλους σε περίπτωση εφαρμογής του νέου μισθολογικού συστήματος, χωρίς εφαρμογή του μεταβατικού συστήματος, θα ισοδυναμούσε με ένα κλιμάκιο, αυτό δε αντιστοιχεί σε ένα ποσό μεταξύ 80 και 150 ευρώ. |
|
88. |
Εντούτοις, αντίθετα προς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Hennigs και Mai, ως προς τα οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το μεταβατικό μέτρο δεν έβαινε πέραν του αναγκαίου για την προστασία των κεκτημένων δικαιωμάτων ( 23 ), είδαμε ότι τα εισάγοντα διακρίσεις αποτελέσματα δεν τείνουν, εν προκειμένω, να εξαφανιστούν παράλληλα με την εξέλιξη της αμοιβής των υπαλλήλων. |
|
89. |
Το εισάγον διακρίσεις μεταβατικό σύστημα διαιωνίζεται επομένως χωρίς χρονικό περιορισμό. Κατά συνέπεια, το εν λόγω μεταβατικό σύστημα μπορεί μεν, πράγματι, να θεωρηθεί κατάλληλο για την αποφυγή της απώλειας εισοδημάτων των παλαιών υπαλλήλων, θεωρώ όμως ότι βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας των κεκτημένων δικαιωμάτων. Ο Γερμανός νομοθέτης θα μπορούσε πράγματι να έχει προβλέψει ένα μεταβατικό σύστημα που να εξαφανίζει διαχρονικώς τα εισάγοντα διακρίσεις αποτελέσματα προσεγγίζοντας βήμα προς βήμα το νέο μισθολογικό σύστημα που βασίζεται στην επαγγελματική πείρα χωρίς συνυπολογισμό της ηλικίας. |
|
90. |
Όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, θα ήταν δυνατή η εφαρμογή μεταβατικού συστήματος που να εγγυάται στον παλαιό υπάλληλο, ο οποίος ευνοήθηκε αδικαιολογήτως, το προηγούμενο επίπεδο αμοιβής για όσο χρονικό διάστημα δεν θα έχει αποκτήσει την πείρα που απαιτείται από το νέο μισθολογικό σύστημα για να ανέλθει σε υψηλότερη μισθολογική βαθμίδα. Υπό την έννοια αυτή, η διάκριση θα εξαλειφόταν εκ παραλλήλου, χωρίς οι παλαιοί υπάλληλοι, οι οποίοι απολάμβαναν πλεονεκτήματος σε σχέση με τους νεότερους, να υποστούν απότομη μείωση της αμοιβής τους. |
|
91. |
Το αιτούν δικαστήριο ερωτά επίσης αν οι εκτιμήσεις σχετικά με τη βαριά επιβάρυνση που θα συνεπαγόταν μια λύση όπως αυτή που περιγράφηκε προηγουμένως, ήτοι η νέα, ατομική κατάταξη των παλαιών υπαλλήλων σε συνάρτηση με τη χρονική διάρκεια της επαγγελματικής τους πείρας, μπορούν να δικαιολογήσουν διάκριση λόγω ηλικίας. Δεν το πιστεύω. Όπως ήδη ανέφερα, οι στόχοι που μπορούν να θεωρηθούν «θεμιτοί» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 είναι στόχοι κοινωνικής πολιτικής. Εκτιμήσεις πρακτικής σημασίας για τη διοίκηση δεν μπορούν, αυτές καθεαυτές, να αποτελούν σκοπό επιδιωκόμενο από την πολιτική αυτή και δυνάμενο να δικαιολογήσει παραβίαση θεμελιώδους αρχής, όπως είναι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, αφού άλλωστε η έναρξη ισχύος του νέου μισθολογικού συστήματος των δημοσίων υπαλλήλων αποδεικνύει σαφώς τη σκοπιμότητα που έχει για τη διοίκηση η ατομική κατάταξη των υπαλλήλων σε συνάρτηση με την επαγγελματική τους πείρα. |
|
92. |
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι τα άρθρα 2 και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν μεταβατικό σύστημα, όπως το επίμαχο στο πλαίσιο των κύριων δικών, το οποίο για την κατάταξη των παλαιών δημοσίων υπαλλήλων στα κλιμάκια του νέου μισθολογικού συστήματος λαμβάνει υπόψη μόνο τον προηγούμενο βασικό μισθό και το οποίο για την προοδευτική ανέλιξη στα κλιμάκια λαμβάνει υπόψη μόνο την επαγγελματική πείρα που αποκτήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω μεταβατικού συστήματος, ανεξαρτήτως της συνολικής διάρκειας της επαγγελματικής πείρας του υπαλλήλου. |
Γ– Επί των εννόμων συνεπειών της διαπιστώσεως παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας
|
93. |
Με το τέταρτο και το όγδοο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά ποιες είναι οι έννομες συνέπειες της παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, την οποία συνιστούν διατάξεις όπως αυτές που προβλέπονται από τον παλαιό BBesG και τον BerlBesÜG. |
|
94. |
Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, ακόμη και αν λάβει υπόψη όλο το εσωτερικό δίκαιο, του είναι αδύνατον να εφαρμόσει τη μέθοδο της σύμφωνης ερμηνείας. |
|
95. |
Εξάλλου, θεωρεί ότι δεν μπορεί να εφαρμόσει ούτε την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία απόκειται στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί διαφοράς που αφορά την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, να διασφαλίζει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, την έννομη προστασία που απορρέει για τους ιδιώτες από το δίκαιο της Ένωσης και να εγγυάται την πλήρη αποτελεσματικότητα αυτού, μη εφαρμόζοντας οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη του εθνικού δικαίου ( 24 ). |
|
96. |
Το αιτούν δικαστήριο εξηγεί, υπό την έννοια αυτή, ότι ο αποκλεισμός των λυσιτελών διατάξεων του παλαιού BBesG, του παλαιού BBesG Bln ή του BerlBesÜG θα είχε ως συνέπεια να στερούνται νομίμου βάσεως οι αμοιβές των υπαλλήλων και, επομένως, ο υπάλληλος να μην αμείβεται. |
|
97. |
Στο μέτρο που η λύση αυτή θα δημιουργούσε νομικό κενό που δεν μπορεί να καλύψει το γερμανικό εθνικό δίκαιο, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, ειδικότερα, αν η λύση που προκύπτει από τις αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 1999, C‑18/95, Terhoeve ( 25 ), και της 22ας Ιουνίου 2011, C‑399/09, Landtová ( 26 ), έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, με τις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο επισήμανε, αφού διαπίστωσε παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, ότι, όταν συντρέχουν δυσμενείς διακρίσεις αντίθετες προς το δίκαιο της Ένωσης, για όσο διάστημα δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως, η τήρηση της αρχής της ισότητας μπορεί να διασφαλιστεί μόνο με τη χορήγηση στα πρόσωπα που ανήκουν στην ευρισκόμενη σε δυσμενέστερη θέση κατηγορία των ιδίων πλεονεκτημάτων με εκείνα που χορηγούνται στα πρόσωπα της ευνοημένης κατηγορίας το καθεστώς αυτό, ελλείψει ορθής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, είναι το μόνο έγκυρο σύστημα αναφοράς ( 27 ). |
|
98. |
Εν προκειμένω, αυτό θα σήμαινε, κατά το αιτούν δικαστήριο, αναδρομική εξίσωση των αμοιβών εκ των άνω, δεδομένου ότι ο μόνος τρόπος θεραπείας όσον αφορά παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας είναι να καταβληθεί, κατόπιν εορτής, στους υπαλλήλους που έχουν υποστεί τη δυσμενή διάκριση η αμοιβή που αντιστοιχεί στο πιο υψηλό κλιμάκιο. |
|
99. |
Εν προκειμένω, το κύριο ζήτημα είναι πώς να καταπολεμηθούν αποτελεσματικώς οι δυσμενείς διακρίσεις λόγω ηλικίας που είναι αντίθετες προς το δίκαιο της Ένωσης. Αποτελεί η στοιχειοθέτηση της ευθύνης του κράτους μέλους λόγω παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης τη μόνη δυνατή λύση, όπως προτείνει η Επιτροπή, παρόλον ότι η λύση αυτή απαιτεί την άσκηση νέας προσφυγής ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και, επομένως, πρόσθετη επιβάρυνση για τα πρόσωπα που υπόκεινται στη δυσμενή διάκριση; |
|
100. |
Συμμερίζομαι μεν την άποψη της Επιτροπής ότι η αναδρομική νέα κατάταξη των υφισταμένων τη διάκριση προσώπων στο ανώτερο κλιμάκιο του βαθμού στον οποίον ανήκουν θα δημιουργούσε άλλες διακρίσεις και, επομένως, δεν είναι η κατάλληλη λύση, εντούτοις πιστεύω ότι είναι δυνατή η εφαρμογή της προπαρατεθείσας νομολογίας Landtová στις υπό κρίση διαφορές. |
|
101. |
Όπως είδαμε, η νομολογία του Δικαστηρίου προβλέπει ότι, για την αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως, ενόσω δεν έχει ληφθεί κανένα εθνικό μέτρο προς την κατεύθυνση αυτή, πρέπει να χορηγείται στα πρόσωπα της κατηγορίας που βρίσκεται σε δυσμενέστερη κατάσταση ο ίδιος μισθός με αυτόν που παίρνουν τα πρόσωπα της ευνοούμενης κατηγορίας. Ως εκ τούτου, οι οικείες δύο κατηγορίες πρέπει επομένως να αναγνωρίζονται επ’ ακριβώς. |
|
102. |
Είναι γεγονός ότι η δυσκολία που υπάρχει στις υπό κρίση υποθέσεις οφείλεται στο ότι η αναγνώριση των δύο αυτών κατηγοριών δεν είναι τόσο εύκολη όσο στις υποθέσεις που το Δικαστήριο έχει εξετάσει μέχρι τώρα. Οι οικείες κατηγορίες, για παράδειγμα, δεν είναι οι άνδρες, αφενός, και οι γυναίκες, αφετέρου ( 28 ). |
|
103. |
Στις διαφορές της κύριας δίκης δεν υφίστανται ομογενείς κατηγορίες των προσώπων που υφίστανται διάκριση και των ευνοουμένων προσώπων. Πράγματι η διάκριση την οποία εισήγαγε το βασιζόμενο στον παλαιό BBesG μισθολογικό σύστημα γίνεται σε πλείονα επίπεδα. Όπως είδαμε, η διάκριση θίγει, σε περίπτωση ισότιμης επαγγελματικής πείρας, τα νεότερα πρόσωπα ( 29 ). Οι προς σύγκριση κατηγορίες είναι επομένως πολλαπλές, εφόσον μπορούν να υπάρχουν τόσες όσα και τα πρόσωπα διαφορετικών ηλικιών με ισότιμη επαγγελματική πείρα. |
|
104. |
Ωστόσο, δεν βλέπω για ποιον λόγο να μην εφαρμόζεται η νομολογία, όπως αυτή επαναλαμβάνεται με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Terhoeve και Landtová, παγιωθείσα ήδη προ πολλού ( 30 ), στις διαφορές των κύριων δικών. Πράγματι, η νομολογία αυτή επιδιώκει να διασφαλίζει, ανυπερθέτως, στον υφιστάμενο διάκριση πολίτη της Ένωσης τον σεβασμό των δικαιωμάτων που αντλεί από το δίκαιο της Ένωσης. Σε περίπτωση εθνικής νομοθεσίας αντίθετης προς το δίκαιο της Ένωσης και ενόσω δεν έχουν ληφθεί εθνικά μέτρα για την αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως, απόκειται στον εθνικό δικαστή να προστατεύσει τα εν λόγω δικαιώματα. |
|
105. |
Εν προκειμένω, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης αντλούν από την οδηγία 2000/78 το δικαίωμα να μην υφίστανται διάκριση λόγω της ηλικίας τους. Η άνευ χρονοτριβής αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθόσον μάλιστα η διάκριση έχει συνέπειες με αντίκτυπο στους όρους των αμοιβών και, ως εκ τούτου, σε μέρος της αμοιβής των δημοσίων υπαλλήλων. Η εφαρμογή της νομολογίας Francovich κ.λπ. ( 31 ) θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να υποχρεωθούν οι προσφεύγοντες σε άσκηση νέας προσφυγής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων με όλες τις συνέπειες, ιδίως χρηματικές και χρονικές, που αυτό συνεπάγεται. |
|
106. |
Το γεγονός ότι, στις υπό κρίση υποθέσεις, οι οικείες κατηγορίες δεν είναι πλήρως ομογενείς δεν μου φαίνεται ότι αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο. Πράγματι, θεωρώ ότι, για να αποκατασταθεί η ίση μεταχείριση, δεν πρέπει να εξασφαλιστεί στους υφιστάμενους τη διάκριση υπαλλήλους η κατάταξη στο πιο υψηλό κλιμάκιο του βαθμού, αλλά η κατάταξη στο ίδιο κλιμάκιο με αυτό στο οποίο κατατάχθηκε ο υπάλληλος μεγαλύτερης ηλικίας ο οποίος έχει ισότιμη επαγγελματική πείρα. Εξάλλου, η Γερμανική Κυβέρνηση θίγει μια τέτοια λύση στις γραπτές παρατηρήσεις της, σύμφωνα με την οποία, αν τυχόν το δίκαιο της Ένωσης απαιτήσει διόρθωση, θα πρέπει να ληφθούν περισσότερο υπόψη οι ατομικές καταστάσεις. Υπό την έννοια αυτή, η Γερμανική Κυβέρνηση συνεχίζει αναφέροντας ότι μια ατομικώς πρόσφορη αντιστάθμιση προϋποθέτει ότι θα εξεταστεί ποιοι υποψήφιοι, στη συγκεκριμένη περίπτωση προσλήψεων, προσελήφθησαν, επειδή ήσαν μεγαλύτερης ηλικίας, υπό ευνοϊκότερους όρους απ’ ό,τι άλλοι, αν και είχαν παρόμοιο προφίλ ( 32 ). |
|
107. |
Η λύση αυτή, η οποία μου φαίνεται η πλέον δίκαιη, έχει το προσόν ότι επιτρέπει στον εθνικό δικαστή να βασιστεί σε ένα υπαρκτό σύστημα αναφοράς, ήτοι το παλαιό σύστημα αμοιβών, και να εξαφανίσει υπό την έννοια αυτή ταχέως τη διάκριση που έχει υποστεί ο υπάλληλος. Είναι γεγονός ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο εθνικός δικαστής μπορεί ενδεχομένως να βρεθεί αντιμέτωπος με τη μη ύπαρξη προφίλ ισότιμου με εκείνο του υπαλλήλου που έχει υποστεί διάκριση λόγω της ηλικίας του. Σ’ αυτή την περίπτωση, στον εθνικό δικαστή απόκειται να αποφασίσει κατά δίκαιη κρίση ποια είναι κατ’ αυτόν η καταλληλότερη λύση για να ληφθεί υπόψη κατά τον ορθότερο δυνατό τρόπο η σταδιοδρομία αυτού του υπαλλήλου. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να βασιστεί, συναφώς, στο νέο σύστημα μισθοδοσίας το οποίο και καθιστά δυνατή την κατάταξη σε συνάρτηση με την επαγγελματική πείρα. |
|
108. |
Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη τα προεκτεθέντα στοιχεία, έχω τη γνώμη ότι, στο μέτρο που έχει διαπιστωθεί διάκριση αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης και για το χρονικό διάστημα που δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως, η τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μπορεί να διασφαλίζεται μόνο με την κατάταξη των υπαλλήλων που έχουν υποστεί διάκριση στο ίδιο κλιμάκιο με αυτό στο οποίο έχει καταταχθεί υπάλληλος μεγαλύτερης ηλικίας ο οποίος διαθέτει ισότιμη επαγγελματική πείρα. |
Δ – Επί του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής
|
109. |
Με το πέμπτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο αν εθνικές διατάξεις, όπως αυτές στο πλαίσιο της κύριας δίκης, που εξαρτούν την άσκηση του δικαιώματος των προσφευγόντων για ίση μεταχείριση από την προϋπόθεση ότι αυτοί το διεκδίκησαν από τους εργοδότες τους εντός σχετικώς σύντομης προθεσμίας, δηλαδή πριν από το τέλος του τρέχοντος δημοσιονομικού έτους, προσβάλλουν το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής. Ο προϋπολογισμός, διευκρινίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, καταρτίζεται και εγκρίνεται με τον νόμο περί δημοσίων οικονομικών επί ετησίας βάσεως. |
|
110. |
Υπενθυμίζω, πρώτον, ότι το άρθρο 47, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη προβλέπει ότι «κάθε πρόσωπο του οποίου εθίγησαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που του διασφαλίζει το δίκαιο της Ένωσης έχει δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής στη δικαιοσύνη, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο οικείο άρθρο». |
|
111. |
Δεύτερον, όπως το Δικαστήριο έχει κρίνει με την απόφαση της 8ης Ιουλίου 2010, C‑246/09, Bulicke ( 33 ), το άρθρο 9 της οδηγίας 2000/78 ορίζει, αφενός, ότι τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε πρόσωπο που θεωρεί εαυτό ζημιωθέν από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως έχει πρόσβαση σε δικαστικές ή/και διοικητικές διαδικασίες για την πραγμάτωση των υποχρεώσεων εκ της παρούσας οδηγίας και, αφετέρου, ότι οι υποχρεώσεις αυτές των κρατών μελών δεν θίγουν τις εθνικές διατάξεις περί των προθεσμιών ασκήσεως αγωγής σχετιζομένης με την εν λόγω αρχή. Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει ότι το ζήτημα των προθεσμιών για την κίνηση διαδικασίας, προκειμένου να τηρηθούν οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω οδηγία, δεν ρυθμίζεται από το δίκαιο της Ένωσης ( 34 ). |
|
112. |
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ελλείψει σχετικής ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης, ο καθορισμός των αρμόδιων δικαστηρίων και η θέσπιση των λεπτομερών δικονομικών κανόνων για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων που αποσκοπούν στη διασφάλιση της προστασίας των παρεχόμενων από το δίκαιο της Ένωσης δικαιωμάτων των ιδιωτών είναι, κατ’ εφαρμογή της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών, ζήτημα της εσωτερικής έννομης τάξεως καθενός από αυτά, όμως, τα κράτη μέλη έχουν, σε κάθε περίπτωση, την ευθύνη της διασφαλίσεως της αποτελεσματικής προστασίας αυτών των δικαιωμάτων ( 35 ). Εντούτοις, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η οποία αποτυπώνεται πλέον στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, οι δικονομικές ρυθμίσεις σχετικά με τα ένδικα βοηθήματα που αποσκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοια ένδικα βοηθήματα του εσωτερικού δικαίου (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν πρέπει να καθιστούν πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) ( 36 ). |
|
113. |
Όσον αφορά την αρχή της ισοδυναμίας, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η τήρηση της αρχής αυτής προϋποθέτει ότι ο επίμαχος εθνικός κανόνας εφαρμόζεται αδιακρίτως τόσο στις ένδικες προσφυγές που στηρίζονται στα δικαιώματα τα οποία οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης όσο και σ’ εκείνες που στηρίζονται σε μη τήρηση του εσωτερικού δικαίου, εφόσον έχουν παρόμοιο αντικείμενο και παρόμοια αιτία. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει άμεση γνώση των εφαρμοστέων δικονομικών ρυθμίσεων, να εξακριβώσει την ομοιότητα των εν λόγω ενδίκων προσφυγών από την άποψη του αντικειμένου τους, της αιτίας τους και των ουσιωδών στοιχείων τους ( 37 ). |
|
114. |
Εν προκειμένω, από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι, δυνάμει γερμανικής νομολογιακής αρχής, ο υπάλληλος οφείλει να προβάλει αξίωση για χρηματικές παροχές που δεν απορρέουν απευθείας από τον νόμο εντός σχετικώς σύντομης προθεσμίας, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, πριν από το τέλος του τρέχοντος δημοσιονομικού έτους. Το αιτούν δικαστήριο εξηγεί στη συνέχεια ότι οι ιδιαιτερότητες της υπηρεσιακής καταστάσεως του υπαλλήλου, με την αμοιβαία υποχρέωση έντιμης συνεργασίας που αυτή συνεπάγεται, έχουν ως συνέπεια να περιορίζουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη δυνατότητα των υπαλλήλων να προβάλουν τέτοιες αξιώσεις. |
|
115. |
Η απαίτηση σχετικώς σύντομης προθεσμίας, ήτοι πριν από το τέλος του δημοσιονομικού έτους, φαίνεται επομένως να αφορά τόσο τις προσφυγές των υπαλλήλων που είναι θύματα παραβιάσεως του εθνικού δικαίου όσο και τους υπαλλήλους που είναι θύματα παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης. Φαίνεται, επομένως, ότι αυτός ο εθνικός κανόνας σέβεται την αρχή της ισοδυναμίας ( 38 ). Εν πάση περιπτώσει, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να διαπιστώσει αν αυτό πράγματι συμβαίνει. |
|
116. |
Ως προς την τήρηση της αρχής της αποτελεσματικότητας, πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει, στο πλαίσιο αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως εντός του νομικού πλαισίου της οδηγίας 2000/78, ότι η θεσμοθέτηση δίμηνης προθεσμίας για την γραπτή υποβολή των αξιώσεων στον εργοδότη δεν φαίνεται να είναι ικανή να καταστήσει πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από την έννομη τάξη της Ένωσης ( 39 ). |
|
117. |
Επομένως, κατά μείζονα λόγο, η υποχρέωση του υπαλλήλου να προβάλει αξίωση για χρηματικές παροχές που δεν απορρέουν απευθείας από τον νόμο πριν από το τέλος του τρέχοντος δημοσιονομικού έτους δεν μου φαίνεται, καταρχήν, ικανή να καταστήσει πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από την έννομη τάξη της Ένωσης, στο μέτρο που το δημοσιονομικό έτος αντιστοιχεί σε ένα ημερολογιακό έτος ( 40 ). |
|
118. |
Πάντως, το ζήτημα της αποτελεσματικότητας μιας τέτοιας προσφυγής τίθεται οσάκις ο υπάλληλος λαμβάνει γνώση της προσβολής του δικαιώματός του να μη υφίσταται διάκριση στο τέλος του δημοσιονομικού έτους. Πράγματι, αν, για παράδειγμα, ο εν λόγω υπάλληλος έλαβε γνώση της διακρίσεως που υφίσταται λίγες ημέρες πριν από το τέλος του δημοσιονομικού έτους, θα έχει σχεδόν απολέσει το δικαίωμά του να ασκήσει προσφυγή. |
|
119. |
Επομένως, φαίνεται ότι υπάλληλος ευρισκόμενος σε κατάσταση όπως αυτή που περιεγράφη προηγουμένως μπορεί να στερηθεί αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου για να υπερασπίσει τα δικαιώματα που αντλεί από το δίκαιο της Ένωσης. |
|
120. |
Στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο, αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει με το Δικαστήριο στο πλαίσιο του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, είναι αρμόδιο για να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά των διαφορών της κύριας δίκης και για να ερμηνεύσει το γερμανικό δίκαιο, απόκειται να εξετάσει αν η επίμαχη στο πλαίσιο των εν λόγω διαφορών εθνική διάταξη, η οποία προβλέπει ότι ο υπάλληλος υποχρεούται να προβάλει αξίωση για χρηματικές παροχές που δεν απορρέουν απευθείας από τον νόμο πριν από το τέλος του τρέχοντος δημοσιονομικού έτους, παραβιάζει την αρχή της αποτελεσματικότητας. |
|
121. |
Κατόπιν των προεκτεθέντων, έχω τη γνώμη ότι το δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας καθώς και το άρθρο 47 του Χάρτη, δεν απαγορεύει εθνική διάταξη, όπως η επίμαχη στο πλαίσιο των διαφορών της κύριας δίκης, η οποία προβλέπει ότι ο υπάλληλος υποχρεούται να προβάλει αξίωση για οικονομικές παροχές που δεν απορρέουν απευθείας από τον νόμο πριν από το τέλος του τρέχοντος δημοσιονομικού έτους, υπό την προϋπόθεση ότι οι προσφυγές που αποσκοπούν στην προστασία των δικαιωμάτων που οι ιδιώτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης δεν ασκούνται υπό συνθήκες λιγότερο ευνοϊκές απ’ ό,τι αυτές που προβλέπονται για τις προσφυγές που αποσκοπούν στην προστασία των οικονομικής φύσεως δικαιωμάτων που αντλούνται από το εσωτερικό δίκαιο και ότι αυτή η εθνική διάταξη δεν προξενεί στους ιδιώτες δικονομικές δυσχέρειες που έχουν σχέση με την αποκλειστική προθεσμία, δυνάμενες να καταστήσουν υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που αντλούνται από το δίκαιο της Ένωσης, πράγμα το οποίο απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει. |
V – Πρόταση
|
122. |
Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Verwaltungsgericht Berlin ως εξής:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 303, σ. 16.
( 3 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 4 ) Στο εξής: Χάρτης.
( 5 ) Συλλογή 2007, σ. I‑7109.
( 6 ) Σκέψεις 37 έως 39.
( 7 ) Σκέψη 40.
( 8 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Del Cerro Alonso (σκέψη 46).
( 9 ) Βλ. σημείο 21 των παρατηρήσεων αυτών. Επιπλέον, το Δικαστήριο τόνισε τη σημασία που έχει η αμοιβή στη σκέψη 33 της αποφάσεως της 11ης Νοεμβρίου 2004, C‑425/02, Delahaye (Συλλογή 2004, σ. I‑10823).
( 10 ) Βλ. σ. 10 της προτάσεως οδηγίας του Συμβουλίου περί διαμόρφωσης γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και το επάγγελμα [COM(1999) 565 τελικό].
( 11 ) Βλ., για την εφαρμογή των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας στους δημοσίους υπαλλήλους, αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 2009, C‑88/08, Hütter (Συλλογή 2009, σ. I‑5325) της 12ης Ιανουαρίου 2010, C‑229/08, Wolf (Συλλογή 2010, σ. I‑1) της 21ης Ιουλίου 2011, C‑159/10 και C‑160/10, Fuchs και Köhler (Συλλογή 2011, σ. I‑6919), καθώς και της 6ης Δεκεμβρίου 2012, C‑124/11, C‑125/11 και C‑143/11, Dittrich κ.λπ.
( 12 ) Τα παραδείγματα αυτά έχουν ληφθεί από τους ακόλουθους ιστοτόπους του διαδικτύου: http://www.dz-portal.de/003_menue_links/008_bezuege/BDA.html και http://www.pc-gehalt.de/Seiten/Besoldungsdienstalter.htm.
( 13 ) Συλλογή 2001, σ. I‑7965.
( 14 ) Σκέψεις 54 έως 59.
( 15 ) Βλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2012, C‑286/12, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 16 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Hennigs και Mai (σκέψη 72).
( 17 ) Όπ.π.
( 18 ) Όπ.π. (σκέψη 74).
( 19 ) Όπ.π. (σκέψη 77).
( 20 ) Βλ. αποφάσεις Fuchs και Köhler, προπαρατεθείσα (σκέψη 49 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 11ης Απριλίου 2013, C‑335/11 και C‑337/11, HK Danmark (σκέψη 82 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 21 ) Σκέψη 84 της εν λόγω αποφάσεως.
( 22 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Hennigs και Mai (σκέψη 90 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 23 ) Όπ.π. (σκέψεις 96 έως 98).
( 24 ) Βλ. αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2005, C-144/04, Mangold (Συλλογή 2005, σ. I-9981, σκέψη 77), και της 12ης Ιανουαρίου 2010, C-341/08, Petersen (Συλλογή 2010, σ. I-47, σκέψη 81).
( 25 ) Συλλογή 1999, σ. I‑345.
( 26 ) Συλλογή 2011, σ. I‑5573.
( 27 ) Προπαρατεθείσες αποφάσεις Terhoeve (σκέψη 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) καθώς και Landtová (σκέψη 51).
( 28 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Απριλίου 2013, C‑401/11, Soukupová.
( 29 ) Βλ. σημείο 62 των προτάσεών μου.
( 30 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 71/85, Federatie Nederlandse Vakbeweging (Συλλογή 1986, σ. 3855) της 24ης Μαρτίου 1987, 286/85, McDermott και Cotter (Συλλογή 1987, σ. 1453) της 13ης Δεκεμβρίου 1989, C‑102/88, Ruzius-Wilbrink (Συλλογή 1989, σ. 4311) της 27ης Ιουνίου 1990, C-33/89, Kowalska (Συλλογή 1990, σ. Ι-2591), και της 7ης Φεβρουαρίου 1991, C-184/89, Nimz (Συλλογή 1991, σ. Ι-297).
( 31 ) Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, C-6/90 και C-9/90 (Συλλογή 1991, σ. I-5357).
( 32 ) Βλ. σημείο 78 των γραπτών παρατηρήσεων της Γερμανικής Κυβερνήσεως.
( 33 ) Συλλογή 2010, σ. I‑7003.
( 34 ) Σκέψη 24.
( 35 ) Βλ. απόφαση της 27ης Ιουνίου 2013, C‑93/12, Agrokonsulting-04 (σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 36 ) Όπ.π. (σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 37 ) Όπ.π. (σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 38 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2010, C-429/09, Rec. Fuß (Συλλογή 2010, σ. I-12167, σκέψη 73).
( 39 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Bulicke (σκέψεις 38 και 39). Βλ., επίσης, διάταξη της 18ης Ιανουαρίου 2011, C‑272/10, Βερζίκη-Νικολακάκη (Συλλογή 2011, σκέψη 51).
( 40 ) Πράγματι, το άρθρο 4 του ομοσπονδιακού δημοσιονομικού κανονισμού (Bundeshaushaltsordnung) προβλέπει ότι το δημοσιονομικό έτος είναι το ημερολογιακό έτος και ότι ο Υπουργός Οικονομικών μπορεί να καθορίζει διαφορετικούς κανόνες για ειδικούς τομείς.