ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
NILS WAHL
της 16ης Απριλίου 2013 ( 1 )
Υπόθεση C‑64/12
Anton Schlecker, ασκών εμπορία υπό την επωνυμία Firma Anton Schlecker,
κατά
Melitta Josefa Boedeker
[αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Σύμβαση της Ρώμης για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές — Σύμβαση εργασίας — Εφαρμοστέο δίκαιο ελλείψει επιλογής εκ μέρους των συμβαλλομένων — Δίκαιο της χώρας όπου ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του — Δυνατότητα μη εφαρμογής του νόμου αυτού λόγω του ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα — Έκταση»
I – Εισαγωγή
|
1. |
Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει το άρθρο 6, παράγραφος 2, της Συμβάσεως για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, η οποία άνοιξε προς υπογραφή στη Ρώμη στις 19 Ιουνίου 1980 (στο εξής: Σύμβαση της Ρώμης) ( 2 ), διάταξη που διέπει τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου στη σύμβαση εργασίας ελλείψει επιλογής εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών. Τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε εν προκειμένω το Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) αφορούν ένδικη διαφορά που ανέκυψε λόγω μονομερούς τροποποιήσεως του τόπου εργασίας, μεταξύ της Melitta Josefa Boedeker, Γερμανίδας υπηκόου διαμένουσας στη Γερμανία, η οποία άσκησε την επαγγελματική δραστηριότητά της αδιάλειπτα και αποκλειστικώς στις Κάτω Χώρες για περισσότερα από ένδεκα έτη, και του εργοδότη της, της εγκατεστημένης στη Γερμανία εταιρίας Firma Anton Schlecker (στο εξής: Schlecker) ( 3 ). |
|
2. |
Το Δικαστήριο καλείται ειδικότερα να αποφανθεί επί της εκτάσεως εφαρμογής της ακροτελεύτιας ρήτρας της διατάξεως αυτής, βάσει της οποίας καθίσταται δυνατή η μη εφαρμογή του νόμου που καθορίζεται βάσει των συνδέσμων που προβλέπονται ρητώς στα στοιχεία αʹ και βʹ της διατάξεως, σε περίπτωση κατά την οποία «από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα», και, ως εκ τούτου, να συμπληρώσει τη νομολογία που διατυπώθηκε με τις αποφάσεις Koelzsch ( 4 ) και Voogsgeerd ( 5 ). Μολονότι το Δικαστήριο έχει πράγματι αποφανθεί, με την απόφασή του επί της υποθέσεως ICF ( 6 ), επί των προϋποθέσεων εφαρμογής της καλούμενης ρήτρας «εξαιρέσεως» γενικής ισχύος, την οποία προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 5, δεύτερη περίοδος, της Συμβάσεως της Ρώμης, και μολονότι είχε επίσης την ευκαιρία, με τις προμνημονευθείσες αποφάσεις Koelzsch και Voogsgeerd, να παράσχει σημαντικές διευκρινίσεις όσον αφορά την ιεράρχηση των συνδέσμων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, είναι η πρώτη φορά που ερωτάται σχετικά με την έκταση εφαρμογής της καλούμενης ρήτρας «διαφυγής» («escape clause») ( 7 ) η οποία περιλαμβάνεται στην τελευταία περίοδο της εν λόγω διατάξεως και ισχύει ειδικώς για τις ατομικές συμβάσεις εργασίας. |
|
3. |
Το ζήτημα είναι αναμφιβόλως σημαντικό ( 8 ), διότι συνδέεται, σε περιβάλλον διεθνούς κινητικότητας των εργαζομένων, με προβληματική που εγείρεται εξ αφορμής ορισμένων διαφορών σχετικών με τις ατομικές σχέσεις εργασίας. Η ποικιλομορφία των λύσεων που έχουν προκρίνει σχετικώς τα εθνικά δικαστήρια καταδεικνύει, εξάλλου, ότι πρόκειται για δυσεπίλυτο ζήτημα. Στην υπό κρίση υπόθεση, είναι αναγκαίο να ακολουθηθεί προσέγγιση η οποία λαμβάνει υπόψη τόσο τις απαιτήσεις περί προβλεψιμότητας των λύσεων και περί ασφάλειας δικαίου, οι οποίες καθόρισαν τη θέσπιση των σχετικών κανόνων ( 9 ), όσο και αυτές περί εγγύτητας και προστασίας του εργαζομένου, οι οποίες έχουν ορισμένη βαρύτητα, σύμφωνα με τη βούληση των συντακτών της Συμβάσεως της Ρώμης ( 10 ) αλλά και ευρύτερα σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που έχει εν γένει δεχθεί το Δικαστήριο ( 11 ). |
II – Το νομικό πλαίσιο
|
4. |
Το άρθρο 3 της Συμβάσεως της Ρώμης, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ελεύθερη επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου», ορίζει τα εξής: «Η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη. Η επιλογή πρέπει να γίνεται ρητώς ή να συνάγεται σαφώς από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης. Με την επιλογή τους τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να επιλέγουν το εφαρμοστέο δίκαιο στο σύνολο ή σε μέρος μόνο της σύμβασης. […]» |
|
5. |
Ελλείψει επιλογής, η Σύμβαση της Ρώμης, στο άρθρο της 4, θέτει κοινό για όλες τις συμβάσεις κριτήριο καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου, συγκεκριμένα δε το δίκαιο της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα η σύμβαση, που συνοδεύεται από ορισμένα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων τεκμαίρεται η χώρα με την οποία συνδέεται στενότερα η σύμβαση. Το άρθρο αυτό έχει ως εξής: «1. Στο μέτρο που το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο δεν έχει επιλεγεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα. […] […] 5. Η παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται όταν η χαρακτηριστική παροχή δεν μπορεί να προσδιορισθεί. Τα τεκμήρια των παραγράφων 2, 3 και 4 δεν ισχύουν όταν από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα». |
|
6. |
Με το άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης θεσπίζονται ειδικοί κανόνες συγκρούσεως για την ατομική σύμβαση εργασίας, οι οποίοι παρεκκλίνουν από τους γενικούς κανόνες των άρθρων 3 και 4, περί ελεύθερης επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου και περί κριτηρίων καθορισμού του ελλείψει τέτοιας επιλογής, αντιστοίχως. Το εν λόγω άρθρο ορίζει τα εξής: «1. Παρά τις διατάξεις του άρθρου 3, στη σύμβαση εργασίας η επιλογή από τους συμβαλλόμενους του εφαρμοστέου δικαίου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερήσει τον εργαζόμενο από την προστασία που του εξασφαλίζουν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του δικαίου που θα ήταν εφαρμοστέο σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που δεν είχε γίνει επιλογή. 2. Παρά τις διατάξεις του άρθρου 4 και εφόσον δεν έχει γίνει επιλογή σύμφωνα με το άρθρο 3, η σύμβαση εργασίας διέπεται:
εκτός αν από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα, οπότε εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της άλλης αυτής χώρας». |
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η κύρια δίκη
|
7. |
Η Schlecker είναι εταιρία γερμανικού δικαίου η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας καθαριστικών ειδών, χρωμάτων και συναφών προϊόντων. Μολονότι εγκατεστημένη στη Γερμανία, διαθέτει πολυάριθμα υποκαταστήματα σε πλείονα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. |
|
8. |
Η M. Boedeker, Γερμανίδα υπήκοος και κάτοικος Γερμανίας, βάσει της αρχικής συμβάσεως εργασίας, εργάσθηκε για λογαριασμό της Schlecker στη Γερμανία από την 1η Δεκεμβρίου 1979 έως την 1η Ιανουαρίου 1994. |
|
9. |
Βάσει νέας συμβάσεως, η οποία συνάφθηκε στις 30 Νοεμβρίου 1994, η M. Boedeker προσελήφθη από τη Schlecker και εργάσθηκε, από την 1η Μαρτίου 1995 μέχρι το θέρος του 2006, ως υπεύθυνη διανομής («Geschäftsführerin/Vertrieb») για το σύνολο της ολλανδικής επικράτειας, και, με την ιδιότητα αυτή, άσκησε πράγματι τα καθήκοντά της στις Κάτω Χώρες. |
|
10. |
Με την από 19 Ιουνίου 2006 επιστολή, η εταιρία Schlecker γνωστοποίησε, μεταξύ άλλων, στη M. Boedeker την κατάργηση της θέσεώς της ως υπευθύνου για τις Κάτω Χώρες από 30ής Ιουνίου 2006 και την κάλεσε να αναλάβει, με τους ίδιους συμβατικούς όρους, καθήκοντα προϊσταμένου του τομέα επιθεώρησης («Bereichsleiterin Revision») στο Ντόρτμουντ (Γερμανία), από 1ης Ιουλίου 2006. |
|
11. |
Έχοντας εναντιωθεί, από 4ης Ιουλίου 2006, στη μονομερή τροποποίηση αυτή του τόπου εργασίας της («Änderungskündigung»), η M. Boedeker παρουσιάσθηκε στη θέση της του περιφερειακού υπευθύνου στο Ντόρτμουντ. |
|
12. |
Στις 5 Ιουλίου 2006 δήλωσε ότι παύει να παρέχει εργασία λόγω ασθενείας. |
|
13. |
Από της 16ης Αυγούστου 2006 λαμβάνει επίδομα από το γερμανικό ταμείο ασφαλίσεως υγείας. |
|
14. |
Ακολούθως, οι διάδικοι ενεπλάκησαν σε σειρά ενδίκων διαφορών. |
|
15. |
Στο πλαίσιο μίας εξ αυτών, ο Kantonrechter te Tiel, αποφαινόμενος επί της ουσίας, δέχθηκε το αίτημα της M. Boedeker να κριθεί το ολλανδικό δίκαιο ως εφαρμοστέο στη σύμβαση εργασίας που σύναψαν η ίδια και η εταιρία Schlecker, ακύρωσε τη σύμβαση αυτή αναδρομικώς από 15ης Δεκεμβρίου 2007 και δέχθηκε την αξίωση της M. Boedeker να λάβει αποζημίωση ύψους 557651,52 ευρώ (μικτά). |
|
16. |
Κατόπιν εφέσεως που άσκησε η εταιρία Schlecker, το Gerechtshof te Arnhem, με απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2009, επικύρωσε την απόφαση του Kantonrechter te Tiel όσον αφορά τον καθορισμό του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου. Επεσήμανε, ιδίως, ότι οι συμβαλλόμενοι δεν είχαν, ή τουλάχιστον δεν είχαν σε επαρκή βαθμό, επίγνωση, κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως, του ενδεχόμενου διασυνοριακού στοιχείου που μπορούσε να ενέχει η σύμβαση εργασίας και ότι δεν ήταν δυνατό να ερμηνευθούν τα πραγματικά περιστατικά ως ένδειξη σιωπηρής επιλογής του γερμανικού δικαίου. Το δικαστήριο αυτό έκρινε, επίσης, ότι, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της Συμβάσεως της Ρώμης, το ολλανδικό δίκαιο είναι καταρχήν εφαρμοστέο στη σύμβαση που συνάφθηκε μεταξύ της Schlecker και της M. Boedeker και ότι βάσει των διαφόρων στοιχείων που προέβαλε η Schlecker δεν αποδεικνύεται ότι η σύμβαση εργασίας συνδεόταν στενότερα με τη Γερμανία και όχι με τις Κάτω Χώρες. |
|
17. |
Αποφαινόμενο επί αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της οριστικής αποφάσεως του Gerechtshof te Arnhem, επί του εφαρμοστέου δικαίου στη σύμβαση εργασίας, το Hoge Raad der Nederlanden αποφάνθηκε ότι διατηρεί αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του περιεχομένου της ρήτρας που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 2, τελευταία περίοδος, της Συμβάσεως της Ρώμης, η οποία καθιστά δυνατή τη μη εφαρμογή του δικαίου που καθορίζεται βάσει των συνδέσμων τους οποίους προβλέπει ρητώς το άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, της Συμβάσεως αυτής σε περίπτωση κατά την οποία από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα. |
IV – Τα προδικαστικά ερωτήματα και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
|
18. |
Υπό τις συνθήκες αυτές το Hoge Raad der Nederlanden αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
|
19. |
Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Αυστρίας και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δεν υποβλήθηκε αίτημα προσδιορισμού ημερομηνίας για επ’ ακροατηρίου συζήτηση. |
V – Νομική ανάλυση
|
20. |
Για να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, τα οποία αφορούν, κατ’ ουσίαν, την έκταση εφαρμογής της εξαιρέσεως που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως της Ρώμης, φρονώ ότι απαιτείται να παρασχεθούν ορισμένες διευκρινίσεις ως προς αυτό που συνιστά, κατά τη γνώμη μου, την εν γένει οικονομία του μηχανισμού που τέθηκε σε εφαρμογή με τη Σύμβαση αυτή, όπως την ερμηνεύει το Δικαστήριο, με σκοπό τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου στις ατομικές συμβάσεις εργασίας. |
Α – Επί της εν γένει οικονομίας του μηχανισμού καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου στις ατομικές συμβάσεις εργασίας κατά τη Σύμβαση της Ρώμης
|
21. |
Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 3 της Συμβάσεως της Ρώμης, η αρχή της αυτονομίας της βουλήσεως των συμβαλλομένων κατισχύει όσον αφορά τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου στις συμβατικές ενοχές. Ελλείψει επιλογής εκ μέρους των συμβαλλομένων, το άρθρο 4 της Συμβάσεως αυτής προβλέπει ως κριτήριο και γενική αρχή ( 12 ) καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου το κριτήριο της χώρας με την οποία η σύμβαση «συνδέεται στενότερα», το οποίο συνοδεύεται, στις παραγράφους 2 έως 4, από ορισμένα τεκμήρια. Η παράγραφος 5 του εν λόγω άρθρου 4 προβλέπει ρήτρα εξαιρέσεως, βάσει της οποίας καθίσταται δυνατή η μη εφαρμογή των τεκμηρίων αυτών. Αυτοί οι κανόνες συγκρούσεως πρέπει να θεωρηθούν γενικοί και ουδέτεροι, καθόσον δεν σκοπούν να ευνοήσουν τον ένα εκ των συμβαλλομένων σε βάρος του άλλου. Ως εκ τούτου, κατά τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου δεν λαμβάνεται υπόψη το ουσιαστικό περιεχόμενο των εμπλεκομένων δικαίων. |
|
22. |
Εντούτοις, όπως προβλέπεται και όσον αφορά τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου στις συμβάσεις καταναλωτών (άρθρο 5), η Σύμβαση της Ρώμης θέτει, στο άρθρο της 6, ειδικούς κανόνες συγκρούσεως νόμων για τις ατομικές συμβάσεις εργασίας. Σύμφωνα με τον σκοπό που επιδίωξαν οι συντάκτες της Συμβάσεως της Ρώμης ( 13 ), είναι κοινώς αποδεκτό ότι, αντιθέτως προς τους γενικούς κανόνες των άρθρων 3 και 4 της Συμβάσεως αυτής, οι κανόνες που διέπουν τις συγκρούσεις νόμων στον σχετικό τομέα δεν είναι εντελώς ουδέτεροι, αλλά στηρίζονται στην ιδέα της προστασίας του εργαζομένου. Βασιζόμενο στις αρχές που διατυπώθηκαν κατά την ερμηνεία της Συμβάσεως των Βρυξελλών, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης σκοπεί να διασφαλίσει την προσήκουσα προστασία του εργαζομένου ( 14 ). |
|
23. |
Η ιδιαιτερότητα αυτή εκδηλώνεται στο άρθρο 6 της εν λόγω Συμβάσεως μέσω δύο ουσιωδών στοιχείων. |
|
24. |
Πρώτον, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Ρώμης μετριάζει ουσιωδώς την αρχή της ελευθερίας της βουλήσεως. Η διάταξη αυτή προβλέπει συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 3, ότι οι συμβαλλόμενοι δεν μπορούν, με τη συμφωνία τους, να στερήσουν από τον εργαζόμενο την προστασία η οποία του παρέχεται βάσει των διατάξεων αναγκαστικού δικαίου που περιέχονται στο δίκαιο το οποίο θα ήταν εφαρμοστέο ελλείψει επιλογής. Σε περίπτωση συμβάσεως ως προς την οποία οι συμβαλλόμενοι εξεδήλωσαν την επιλογή τους όσον αφορά το εφαρμοστέο σ’ αυτήν δίκαιο, το δικαστήριο πρέπει, καταρχάς, να καθορίσει το δίκαιο που θα ήταν εφαρμοστέο, βάσει των παραμέτρων που καθορίζονται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου 6, στη σύμβαση εργασίας ελλείψει επιλογής εκ μέρους των συμβαλλομένων, εν συνεχεία να εξετάσει αν το δίκαιο αυτό περιλαμβάνει διατάξεις αναγκαστικού δικαίου περί προστασίας των εργαζομένων και, τέλος, να εφαρμόσει, μεταξύ αυτών, τις διατάξεις εκείνες που είναι ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους από τις εφαρμοστέες διατάξεις του επιλεγέντος δικαίου, το οποίο εξακολουθεί να είναι εφαρμοστέο κατά τα λοιπά. |
|
25. |
Φρονώ ότι με τη διάταξη αυτή εκφράζεται ειδικότερα ο, επιδιωκόμενος από τους συντάκτες της Συμβάσεως της Ρώμης ( 15 ), σκοπός προστασίας του εργαζομένου, ο οποίος θεωρείται κατά παράδοση ο ασθενέστερος εκ των συμβαλλομένων από κοινωνικοοικονομικής απόψεως. Πράγματι, λαμβανομένου υπόψη του δεσμού υπαγωγής που χαρακτηρίζει την εργασιακή σχέση, ο εργαζόμενος διατρέχει τον κίνδυνο να του επιβάλει ο εργοδότης την εφαρμογή του δικαίου χώρας με την οποία η υπόσταση της εργασιακής σχέσεως που τους συνδέει δεν έχει αντικειμενικό δεσμό. |
|
26. |
Όπως έχει επισημανθεί, ο επιλεγείς σύνδεσμος όσον αφορά τις συμβάσεις εργασίας είναι σύνδεσμος εγγύτητας, δεδομένου ότι με τη Σύμβαση της Ρώμης επιχειρείται να καθορισθεί η χώρα με την οποία συνδέεται στενότερα η σύμβαση εργασίας ( 16 ). Σκοπός δεν είναι να ευνοείται κατά σύστημα ο εργαζόμενος, αλλά να προστατεύεται μέσω της υπέρ αυτού δυνατότητας εφαρμογής των αναγκαστικών διατάξεων του δικαίου που αντιστοιχεί στον ουσιωδέστερο σύνδεσμο, δηλαδή του δικαίου του κοινωνικού περιβάλλοντος στο οποίο εντάσσεται η σχέση εργασίας ( 17 ). |
|
27. |
Ως εκ τούτου, σε περίπτωση επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου από τα συμβαλλόμενα μέρη, απόκειται στο δικαστήριο να διασφαλίσει ότι το δίκαιο αυτό δεν θα στερήσει από τον εργαζόμενο την προστασία που θα του διασφάλιζαν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του δικαίου με το οποίο η σύμβαση εργασίας εμφανίζει τη μεγαλύτερη εγγύτητα, δικαίου το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «αντικειμενικώς εφαρμοστέο». |
|
28. |
Δεύτερον, το άρθρο 6, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Ρώμης προβλέπει συνδέσμους που καθιστούν δυνατό, ελλείψει επιλογής εκ μέρους των συμβαλλομένων, τον καθορισμό του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου. |
|
29. |
Οι εν λόγω σύνδεσμοι είναι είτε αυτός της χώρας όπου ο εργαζόμενος «παρέχει συνήθως την εργασία του» [άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ], είτε, ελλείψει τέτοιου συνδέσμου, αυτός της έδρας της «[επιχειρήσεως] που προσέλαβε τον εργαζόμενο» [άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ], με τη διευκρίνιση πάντως ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο πρώτος σύνδεσμος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά προτεραιότητα ( 18 ). Επιπλέον, η εν λόγω παράγραφος 2 προβλέπει ότι ουδείς εκ των δύο συνδέσμων έχει εφαρμογή οσάκις από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα, οπότε εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της άλλης αυτής χώρας ( 19 ). |
|
30. |
Από το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Ρώμης προκύπτει, επομένως, ότι το εθνικό δικαστήριο, οσάκις καλείται να καθορίσει το εφαρμοστέο επί συμβάσεως δίκαιο, ελλείψει επιλογής εκ μέρους των συμβαλλομένων, πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της εγγύτητας, να προσδιορίσει ποιο είναι το δίκαιο που αντικειμενικώς συνδέεται στενότερα με τη σύμβαση. |
|
31. |
Προς τούτο, απόκειται στο δικαστήριο να προσδιορίσει τον τόπο, ο οποίος, κατ’ αυτό, αποτελεί το κέντρο βάρους της συμβατικής σχέσεως, κάνοντας χρήση των κριτηρίων που καθορίζονται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ (τόπος συνήθους παροχής της εργασίας) και βʹ (τόπος προσλήψεως), αλλά όχι μόνον, καθόσον από το γράμμα του άρθρου αυτού συνάγεται σαφώς ότι το δικαστήριο δύναται να μην εφαρμόσει τους διαλαμβανομένους στις διατάξεις αυτές συνδέσμους εφόσον από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα. |
|
32. |
Αντιθέτως προς ό,τι επισημάνθηκε στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Ρώμης, η αρχή της προστασίας του κρινόμενου ως ασθενέστερου εκ των συμβαλλομένων δεν επιβάλλει στο δικαστήριο, κατά την εφαρμογή των διαλαμβανομένων στην παράγραφο 2 του ιδίου αυτού άρθρου κριτηρίων καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου, να προβεί σε σύγκριση του ουσιαστικού περιεχομένου των διατάξεων αναγκαστικού δικαίου των ευρισκόμενων σε σύγκρουση δικαίων και να εφαρμόσει αυτό που, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστάσεων της προκειμένης υποθέσεως, θεωρεί ευνοϊκότερο. Η τήρηση της αρχής περί εύνοιας προς τον εργαζόμενο διασφαλίζεται μέσω της εφαρμογής των αναγκαστικών διατάξεων του δικαίου το οποίο, μεταξύ των δυνητικώς εφαρμοστέων, συνδέεται στενότερα με τη σύμβαση εργασίας και όχι κατ’ ανάγκη αυτού που αποδεικνύεται ευνοϊκότερο για τον εργαζόμενο ( 20 ). Συγκεκριμένα, φρονώ ότι το άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης πρέπει να κατατείνει εκ παραλλήλου στην επίτευξη δύο σκοπών, συγκεκριμένα δε, αφενός, στη μέριμνα για την κατάλληλη προστασία του εργαζομένου η οποία, βάσει της αρχής της εγγύτητας, συνηγορεί υπέρ της εφαρμογής του δικαίου που συνδέεται στενότερα με τη σύμβαση εργασίας, και, αφετέρου, τον σκοπό ασφάλειας δικαίου ο οποίος επιτάσσει τον καθορισμό κριτηρίων που καθιστούν δυνατό τον καθορισμό του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου ελλείψει επιλογής εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών. |
|
33. |
Προκειμένου να καταδειχθούν οι περιπτώσεις που διαλαμβάνονται, αντιστοίχως, σε καθεμία από τις παραγράφους του άρθρου 6 της Συμβάσεως της Ρώμης, θα παραπέμψω, χάριν παραδείγματος, στην περίπτωση συμβάσεως εργασίας συναφθείσας μεταξύ εταιρίας εγκατεστημένης στη Σουηδία και κατοίκου Λουξεμβούργου και εκτελούμενης κατά συνήθη και διαρκή τρόπο στο Λουξεμβούργο. |
|
34. |
Ας υποθέσουμε καταρχάς ότι τα συμβαλλόμενα μέρη, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 3 της Συμβάσεως της Ρώμης, επέλεξαν ρητώς και μετά βεβαιότητος την εφαρμογή του σουηδικού δικαίου στη σύμβαση εργασίας. Ελλείψει της επιλογής αυτής, θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι το αντικειμενικώς εφαρμοστέο δίκαιο, βάσει των κριτηρίων της παραγράφου 2, είναι το λουξεμβουργιανό. Κατά συνέπεια, εάν ανακύψει διαφορά κατόπιν, για παράδειγμα, της απολύσεως του εργαζομένου, θα απόκειται στο επιληφθέν της υποθέσεως δικαστήριο να καθορίσει, κατόπιν συγκριτικής εξετάσεως των δικαϊκών στοιχείων που σχετίζονται άμεσα με τη διαφορά, αν το λουξεμβουργιανό δίκαιο περιέχει διατάξεις αναγκαστικού δικαίου περί προστασίας του εργαζομένου οι οποίες είναι ευνοϊκότερες από αυτές του σουηδικού, όπως οι σχετικές, μεταξύ άλλων, με την προθεσμία καταγγελίας ή τη χορήγηση αποζημιώσεως στο πλαίσιο της αποφάσεως περί απολύσεως. Εάν συμβαίνει αυτό, θα απόκειται στο δικαστήριο να μην εφαρμόσει τις σχετικές διατάξεις του σουηδικού δικαίου, αλλά αυτές του λουξεμβουργιανού. Σε αντίθετη περίπτωση, το σουηδικό δίκαιο εξακολουθεί να είναι εφαρμοστέο, δεδομένου ότι τα συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση εργασίας μπορούν πάντα να συμφωνήσουν την υπέρ του εργαζομένου εφαρμογή των διατάξεων νόμου που είναι ευνοϊκότερες για αυτόν. |
|
35. |
Στην περίπτωση, αντιθέτως, κατά την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη δεν επέλεξαν ρητώς και σαφώς την εφαρμογή ορισμένου δικαίου, εφαρμοστέο είναι, εν πάση περιπτώσει, το δίκαιο που καθορίζεται αντικειμενικώς βάσει των κριτηρίων του άρθρου 6, παράγραφος 2, δηλαδή το λουξεμβουργιανό. Στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος δεν μπορεί να επικαλεσθεί την εφαρμογή των ενδεχομένως ευνοϊκότερων για αυτόν σουηδικών διατάξεων. |
|
36. |
Επιθυμώ να επισημάνω, εν τέλει, ότι, μολονότι οι κανόνες καθορισμού του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου λαμβάνουν υπόψη την ιδιαιτερότητα της σχέσεως εργασίας, φρονώ ότι οι κανόνες αυτοί δεν πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα, σε όλες τις περιπτώσεις και ανεξαρτήτως της φύσεως της διαφοράς, να παρέχουν στον εργαζόμενο το ευεργέτημα του εθνικού δικαίου το οποίο, μεταξύ όλων των εν συγκρούσει δικαίων και λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιστάσεων της υποθέσεως, αποδεικνύεται ως το ευνοϊκότερο. Αντιθέτως προς ό,τι μπορεί να συναχθεί, εκ πρώτης όψεως, από τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκαν οι προμνημονευθείσες αποφάσεις Koelzsch και Voogsgeerd, το Δικαστήριο έκρινε ότι «πρέπει να διασφαλίζεται, στο μέτρο του δυνατού, η τήρηση των κανόνων προστασίας της εργασίας τους οποίους προβλέπει το δίκαιο της χώρας αυτής» ( 21 ) βάσει της σαφώς εκπεφρασμένης μέριμνας για την «κατάλληλη» προστασία, και όχι κατ’ ανάγκη για τη βέλτιστη ή την ευνοϊκότερη, και λαμβάνοντας υπόψη αρχές που είχε ήδη διατυπώσει στο πλαίσιο της ερμηνείας των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας της Συμβάσεως των Βρυξελλών. |
|
37. |
Φρονώ ότι τυχόν άλλη ερμηνεία θα έθιγε ουσιωδώς την ασφάλεια δικαίου και την προβλεψιμότητα των λύσεων που έχουν προκριθεί στο πλαίσιο του μηχανισμού καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου στην ατομική σύμβαση εργασίας, υπό την έννοια ότι, αναλόγως της φύσεως της διαφοράς και του χρονικού σημείου κατά το οποίο καλείται να αποφανθεί το δικαστήριο, το δίκαιο που θα χαρακτηρισθεί ως το ευνοϊκότερο δεν θα είναι κατ’ ανάγκη το ίδιο. Συναφώς, δεν πρέπει πράγματι να λησμονηθεί ότι μια σύμβαση εργασίας δύναται, αναλόγως του τόπου συνάψεώς της, της ιθαγένειας ή του τόπου εγκαταστάσεως των συμβαλλομένων ή ακόμη της υπάρξεως πλειόνων τόπων εκτελέσεώς της, να συνδέεται με πλείονες χώρες ( 22 ). Επιπλέον, η υποχρέωση του δικαστηρίου να προβεί σε συγκριτική εξέταση των διατάξεων περί προστασίας του εργαζομένου μπορεί να αποδειχθεί όχι μόνον εξαιρετικά επίπονο έργο, αλλά και ιδιαιτέρως αβέβαιο. Λαμβανομένου υπόψη του αφηρημένου χαρακτήρα των συνδέσμων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Ρώμης, είναι δυσχερές να καθορισθεί, εκ των προτέρων, το δίκαιο που θα αποδειχθεί τελικώς ως το πλέον ευνοϊκό. |
|
38. |
Φρονώ εξάλλου ότι, μολονότι οι κανόνες της Συμβάσεως της Ρώμης σκοπούν καταρχάς να αποτρέψουν τη σε βάρος των εργαζομένων δημιουργία καταστάσεων εξομοιούμενων με «law shopping», δεν πρέπει πάντως να έχουν ως αποτέλεσμα την παροχή στον εργαζόμενο απεριόριστης επιλογής όσον αφορά τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που θεωρεί εφαρμοστέες και να ενέχουν επομένως σοβαρό κίνδυνο αβεβαιότητας ως προς τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου. |
|
39. |
Θα εξετάσω τα προδικαστικά ερωτήματα με γνώμονα τις σκέψεις αυτές. |
Β – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
|
40. |
Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις ως προς τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στον σύνδεσμο του άρθρου 6, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της Συμβάσεως της Ρώμης, όσον αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται στο δικαστήριο, βάσει της τελευταίας περιόδου της διατάξεως αυτής, να καθορίσει ως εφαρμοστέο δίκαιο στη σύμβαση εργασίας το δίκαιο της χώρας που συνδέεται στενότερα με τη σύμβαση αυτή. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί ειδικότερα να μάθει την έκταση και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της τελευταίας αυτής διατάξεως στην ιδιαίτερη περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος παρείχε εργασία συνήθως, επί μακρόν και αδιαλείπτως σε μία και μόνο χώρα. |
1. Έκταση εφαρμογής της ρήτρας του άρθρου 6, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως της Ρώμης
|
41. |
Το Δικαστήριο καλείται εν προκειμένω να λάβει θέση επί μιας παλαιάς ήδη διχογνωμίας ( 23 ), η οποία παρατηρείται τόσο στο πλαίσιο της νομικής θεωρίας όσο και μεταξύ ορισμένων εθνικών δικαστηρίων, σχετικής με την ιεράρχηση των συνδέσμων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως της Ρώμης και της ρήτρας διαφυγής που περιέχεται στην τελευταία περίοδο της διατάξεως αυτής. |
|
42. |
Δύο αντιλήψεις αντιπαρατίθενται κατ’ ουσίαν. Κατά την πρώτη, υφίσταται σχέση αρχής προς εξαίρεση μεταξύ των δύο αυτών διατάξεων, στοιχείο που συνεπάγεται ότι η αναζήτηση ενδεχόμενων στενότερων δεσμών με άλλη χώρα διενεργείται μόνο κατ’ εξαίρεση, συγκεκριμένα δε στην περίπτωση κατά την οποία η εφαρμογή των τεκμηρίων έχει ως αποτέλεσμα τον καθορισμό ως εφαρμοστέου ενός δικαίου προδήλως ακατάλληλου για τη σύμβαση. Κατά τη δεύτερη ερμηνεία, δεν υφίσταται ιεραρχική σχέση μεταξύ των επίμαχων διατάξεων, οπότε το δικαστήριο διαθέτει ορισμένη ευχέρεια για να καθορίσει το δίκαιο που συνδέεται στενότερα με την οικεία σύμβαση. |
|
43. |
Προκειμένου να γίνει αντιληπτή η σημασία της διχογνωμίας και να καταστεί σαφής η άποψή μου, θα παραθέσω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, παρεμφερές της υπό κρίση υποθέσεως. Πρόκειται για την περίπτωση συμβάσεως που συνάφθηκε στη Γαλλία μεταξύ γαλλικής εταιρίας και Γαλλίδας υπηκόου, σύμβαση η οποία, κατά πάσα πιθανότητα, έπρεπε να εκτελεσθεί στη Γαλλία, πλην όμως, στο πλαίσιο ιδιαιτέρως μακροχρόνιας μεταθέσεως (υπερβαίνουσας σε διάρκεια τη δεκαετία), εκτελέσθηκε κυρίως και συνεχώς στη Σαουδική Αραβία. Εάν γίνει δεκτή η άποψη ότι η ρήτρα εξαιρέσεως του άρθρου 6, παράγραφος 2, τελευταία περίοδος, της Συμβάσεως της Ρώμης μπορεί να τύχει εφαρμογής μόνον κατά τρόπο όλως επικουρικό και κατ’ εξαίρεση, δηλαδή οσάκις ο σύνδεσμος του τόπου εκτελέσεως της συμβάσεως εργασίας είναι εντελώς ακατάλληλος, κάτι που προδήλως δεν ισχύει στην περίπτωση μακροχρόνιας εκτελέσεως σε έναν και μόνο τόπο, τότε θα πρέπει χωρίς κανέναν ενδοιασμό να εφαρμοσθεί το δίκαιο της Σαουδικής Αραβίας. Αντιθέτως, εάν γίνει δεκτό ότι, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία ο τόπος εκτελέσεως της συμβάσεως μπορεί να προσδιορισθεί με ιδιαίτερη ευχέρεια, το δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διακριβώσει αν η σύμβαση αυτή συνδέεται ενδεχομένως στενότερα με άλλη χώρα, η απάντηση είναι κατά πολύ λιγότερο προφανής, δεδομένου ότι, μολονότι ο τόπος συνήθους εκτελέσεως της συμβάσεως είναι η Σαουδική Αραβία, πολλά στοιχεία σχετικά με την εν λόγω σύμβαση συνηγορούν μάλλον υπέρ του καθορισμού του γαλλικού δικαίου ως εφαρμοστέου. |
|
44. |
Φρονώ ότι πρέπει να κατισχύσει η δεύτερη ερμηνεία, τούτο δε για τους εξής λόγους. |
|
45. |
Πρώτον, το γεγονός ότι ο κανόνας, τον οποίο θέτει το άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της Συμβάσεως της Ρώμης και κατά τον οποίο, ελλείψει επιλογής εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών, εφαρμόζεται το δίκαιο του τόπου εκτελέσεως της συμβάσεως, πρέπει, κατά τη νομολογία των προμνημονευθεισών αποφάσεων Koelzsch και Voogsgeerd, να ερμηνεύεται διασταλτικά, δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ότι η ρήτρα διασφαλίσεως που προβλέπει η τελευταία περίοδος της διατάξεως αυτής πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής μόνον κατ’ εξαίρεση, και μάλιστα στην περίπτωση κατά την οποία ο συνήθης τόπος παροχής της εργασίας δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση, να μην εφαρμόζεται καθόλου. |
|
46. |
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, στην προμνημονευθείσα απόφασή του Koelzsch, το Δικαστήριο απλώς αποφάνθηκε ότι, καθόσον το άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης σκοπεί στη διασφάλιση της κατάλληλης προστασίας του εργαζομένου, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται ως διασφαλίζουσα την εφαρμογή του δικαίου του κράτους εντός του οποίου ο εργαζόμενος ασκεί τις επαγγελματικές δραστηριότητές του και όχι αυτού του κράτους της έδρας του εργοδότη ( 24 ). Έκρινε εξ αυτού ότι το, κατά την παράγραφο 2, στοιχείο αʹ, του άρθρου αυτού, κριτήριο της χώρας εντός της οποίας ο εργαζόμενος «παρέχει συνήθως την εργασία του», πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά, ενώ το κριτήριο της έδρας της «[επιχειρήσεως] που προσέλαβε τον εργαζόμενο», το οποίο προβλέπεται στην παράγραφο 2, στοιχείο βʹ, του ιδίου άρθρου, πρέπει να εφαρμόζεται οσάκις το επιληφθέν της υποθέσεως δικαστήριο δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει τη χώρα συνήθους παροχής της εργασίας ( 25 ). |
|
47. |
Φρονώ ότι παρεμφερής προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην προμνημονευθείσα απόφαση Voogsgeerd, καθόσον το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το κριτήριο του τόπου συνήθους παροχής εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου πρέπει να εφαρμόζεται κατά προτεραιότητα ( 26 ). |
|
48. |
Επισημαίνεται επίσης ότι οι υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι εν λόγω υποθέσεις αφορούσαν ακριβώς περιπτώσεις κατά τις οποίες τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν επιλέξει την εφαρμογή του δικαίου ορισμένης χώρας (του λουξεμβουργιανού), πλην όμως αποδεικνυόταν ότι το αντικειμενικώς εφαρμοστέο δίκαιο, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Ρώμης, περιείχε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου περισσότερο προστατευτικές για τα συμφέροντα των εργαζομένων απ’ ό,τι το αρχικώς επιλεγέν δίκαιο. Στην πρώτη υπόθεση, υποστηρίχθηκε ότι οι διατάξεις του γερμανικού δικαίου που είχαν εφαρμογή σε περίπτωση απολύσεως των μελών συμβουλίου εκπροσωπήσεως του προσωπικού, στο οποίο μετείχε ο H. Koelzsch, ήταν πιο προστατευτικές για τον εργαζόμενο. Στη δεύτερη υπόθεση, η αγωγή αποζημιώσεως που είχε ασκήσει ο J. Voogsgeerd, λόγω της, κατ’ αυτόν, καταχρηστικής καταγγελίας της συμβάσεως ναυτικής εργασίας που είχε συνάψει με τον πρώην εργοδότη του, έπρεπε να ασκηθεί, κατά το λουξεμβουργιανό δίκαιο, εντός τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, προθεσμία η οποία δεν προβλεπόταν από το βελγικό δίκαιο και αντέβαινε σ’ αυτό. |
|
49. |
Φρονώ ότι, μολονότι από τη νομολογία που διατυπώθηκε με τις προμνημονευθείσες αποφάσεις Koelzsch και Voogsgeerd, συνάγεται σαφώς ότι ο σύνδεσμος που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της Συμβάσεως της Ρώμης, δηλαδή αυτός του τόπου συνήθους παροχής της εργασίας, πρέπει να εφαρμόζεται, κατά το μέτρο του δυνατού, κατά προτεραιότητα έναντι αυτού του τόπου προσλήψεως που διαλαμβάνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ ( 27 ), δεν συνάγεται εντούτοις από τη νομολογία αυτή ότι η ρήτρα της τελευταίας περιόδου του άρθρου αυτού 6, παράγραφος 2, πρέπει επίσης να καταστεί περιθωριακή, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει χρήση της παρά μόνον όλως κατ’ εξαίρεση. |
|
50. |
Φρονώ ότι η, κατά το δικαστήριο, ιεράρχηση των κριτηρίων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου αφορά αποκλειστικώς τους συνδέσμους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, της Συμβάσεως της Ρώμης, δηλαδή τον σύνδεσμο του τόπου εκτελέσεως και αυτόν του τόπου προσλήψεως, και όχι τη δυνατότητα του δικαστηρίου να εφαρμόζει το δίκαιο της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα η σύμβαση, δυνάμει του δευτέρου εδαφίου του εν λόγω άρθρου 6, παράγραφος 2. |
|
51. |
Ως εκ τούτου, μολονότι για να διασφαλισθεί ορισμένη προβλεψιμότητα απόκειται στο δικαστήριο να προβεί στον καθορισμό του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου βάσει των συνδέσμων του άρθρου 6, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως της Ρώμης και ειδικότερα του συνδέσμου του τόπου παροχής της εργασίας, κατά την εν λόγω παράγραφο 2, στοιχείο αʹ, φρονώ ότι το δικαστήριο έχει πάντα τη δυνατότητα, σύμφωνα με τη σαφή διατύπωση του δευτέρου εδαφίου της ιδίας αυτής παραγράφου, να κρίνει ότι δεν πρέπει να εφαρμόσει το δίκαιο σε περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα. Η τελευταία αυτή διάταξη πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να εκλαμβάνεται ως ανοικτός κανόνας συγκρούσεως δυνάμενος να αντικαθιστά τόσο το δίκαιο του τόπου συνήθους παροχής της εργασίας όσο και το δίκαιο του τόπου προσλήψεως ( 28 ). Επιθυμώ, επίσης, να επισημάνω ότι το Δικαστήριο, στη σκέψη 51 της προμνημονευθείσας αποφάσεως Voogsgeerd, υπενθύμισε ακριβώς ότι το αιτούν δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη άλλα στοιχεία της σχέσεως εργασίας, οσάκις συνάγεται ότι τα στοιχεία, τα οποία έχουν σχέση με τους δύο συνδέσμους που προβλέπονται από το άρθρο αυτό και είναι, αντιστοίχως, ο τόπος παροχής της εργασίας και ο τόπος εγκαταστάσεως της επιχειρήσεως που απασχολεί τον εργαζόμενο, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με κράτος άλλο από εκείνα που υποδεικνύονται από τα κριτήρια αυτά. |
|
52. |
Δεύτερον, φρονώ ότι η ερμηνεία αυτή είναι συνεπής προς τη λύση που προέκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προμνημονευθείσα απόφαση ICF, υπόθεση που αφορούσε βεβαίως τη γενικής ισχύος ρήτρα εξαιρέσεως –η διατύπωση της οποίας είναι πανομοιότυπη αυτής της επίμαχης ρήτρας στην υπόθεση της κύριας δίκης– η οποία διαλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 5, της Συμβάσεως της Ρώμης, πλην όμως, για λόγους που θα υπενθυμίσω κατωτέρω, και παρά τους ειδικούς κανόνες καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου στις ατομικές συμβάσεις εργασίας, πρέπει να ληφθεί σε ορισμένο βαθμό υπόψη. |
|
53. |
Υπενθυμίζεται ότι, μεταξύ των ερωτημάτων που είχε υποβάλει το Hoge Raad der Nederlanden στην υπόθεση εκείνη, το πέμπτο σκοπούσε ακριβώς στην παροχή διευκρινίσεων όσον αφορά τη σημασία την οποία έχουν οι σύνδεσμοι που διαλαμβάνονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 2 έως 4, της Συμβάσεως της Ρώμης και, επομένως, τη δυνατότητα μη εφαρμογής των εν λόγω τεκμηρίων δυνάμει της παραγράφου 5, δεύτερη περίοδος, της ιδίας αυτής διατάξεως «σε περίπτωση κατά την οποία προκύπτει από το σύνολο των περιστάσεων αυτών ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα» ( 29 ). |
|
54. |
Το αιτούν δικαστήριο ερωτούσε επομένως το Δικαστήριο αν η εξαίρεση που εισάγεται με το άρθρο 4, παράγραφος 5, δεύτερη περίοδος, της Συμβάσεως της Ρώμης έχει την έννοια ότι τα τεκμήρια που προβλέπει το εν λόγω άρθρο 4, παράγραφοι 2 έως 4, δεν πρέπει να εφαρμόζονται μόνον εφόσον προκύπτει από το σύνολο των περιστάσεων ότι οι σύνδεσμοι που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές δεν είναι ουσιώδεις ή αν το δικαστήριο δεν πρέπει να τα εφαρμόζει και σε περίπτωση κατά την οποία από τις περιστάσεις αυτές προκύπτει ότι υφίσταται σημαντικότερος σύνδεσμος με άλλη χώρα. Στο πλαίσιο αυτό και όπως συμβαίνει και στην υπόθεση της κύριας δίκης, υπήρχαν δύο δυνατότητες. Η πρώτη, κατά την οποία η προσφυγή στο άρθρο 4, παράγραφος 5, της Συμβάσεως της Ρώμης επιτρέπεται μόνον κατ’ εξαίρεση, καθιστά δυνατή τη μη εφαρμογή των γενικών τεκμηρίων μόνον οσάκις δεν αποτελούν ουσιώδεις συνδέσμους με την οικεία σύμβαση. Η δεύτερη δυνατότητα, που παρέχει στο δικαστήριο σαφώς μεγαλύτερη ευελιξία, του επιτρέπει να μην εφαρμόζει τα τεκμήρια του άρθρου 4, παράγραφοι 2 έως 4, απλώς διαπιστώνοντας ότι η οικεία σύμβαση συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα ( 30 ). |
|
55. |
Παραπέμποντας στην έκθεση Giuliano και Lagarde και κρίνοντας ότι έπρεπε, εν τέλει, να συμβιβασθούν οι απαιτήσεις περί προβλεψιμότητας του εφαρμοστέου δικαίου, επομένως δε περί ασφάλειας δικαίου στις συμβατικές σχέσεις, με την ανάγκη να υπάρχει ορισμένη ευελιξία ως προς τον καθορισμό του δικαίου, το Δικαστήριο, αφού εξέτασε την υπόθεση, αποφάνθηκε ότι το άρθρο 4, παράγραφος 5, της Συμβάσεως της Ρώμης έχει την έννοια ότι, οσάκις προκύπτει σαφώς από το σύνολο των περιστάσεων ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με διαφορετική χώρα από αυτήν της οποίας το δίκαιο καθορίζεται ως εφαρμοστέο βάσει ενός από τους συνδέσμους που προβλέπουν οι εν λόγω παράγραφοι 2 έως 4, απόκειται στο δικαστήριο να μην εφαρμόσει τους συνδέσμους αυτούς και να καθορίσει ως εφαρμοστέο το δίκαιο της χώρας με την οποία η σύμβαση αυτή συνδέεται στενότερα. Το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα αυτή, κατά το Δικαστήριο, μολονότι πρέπει πάντα να καθορίζει το εφαρμοστέο δίκαιο βάσει των τεκμηρίων του άρθρου 4, παράγραφοι 2 έως 4, της Συμβάσεως της Ρώμης, τα οποία πληρούν τη γενική προϋπόθεση της προβλεψιμότητας του εφαρμοστέου δικαίου και, επομένως, όσα επιτάσσει η αρχή της ασφάλειας δικαίου στις συμβατικές σχέσεις ( 31 ). |
|
56. |
Μολονότι η μέριμνα για την προστασία του εργαζομένου οδήγησε τους συντάκτες της Συμβάσεως της Ρώμης στην πρόβλεψη, όσον αφορά τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, κανόνων συγκρούσεως νόμων που διαφοροποιούνται από τους γενικούς κανόνες των άρθρων 3 και 4 της Συμβάσεως αυτής, η μέριμνα αυτή εκδηλώνεται πρωτίστως, όπως προανέφερα, όχι με συνδέσμους εύνοιας, στο άρθρο 6, παράγραφος 2, αλλά με την εφαρμογή του δικαίου της χώρας που συνδέεται στενότερα με τη σύμβαση εργασίας. Ακριβώς όπως επισημάνθηκε και στην περίπτωση του άρθρου 4 της Συμβάσεως της Ρώμης, και οι οικείοι κανόνες του άρθρου 6 στηρίζονται επομένως στην ιδέα της εγγύτητας. |
2. Προϋποθέσεις εφαρμογής της ρήτρας του άρθρου 6, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως της Ρώμης
|
57. |
Ένα πρώτο ζήτημα εξακολουθεί να υφίσταται ως προς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το δικαστήριο δύναται να μην εφαρμόσει το δίκαιο που καθορίζεται βάσει του συνδέσμου του τόπου εκτελέσεως της συμβάσεως εργασίας. Τούτο οφείλεται στο ότι το Δικαστήριο, ενώ προέκρινε μετριοπαθή προσέγγιση, αποφάνθηκε, στην προμνημονευθείσα απόφαση ICF, ότι πρέπει να προκύπτει «σαφώς» από το σύνολο των περιστάσεων ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με διαφορετική χώρα από αυτήν της οποίας το δίκαιο καθορίζεται ως εφαρμοστέο βάσει ενός από τους συνδέσμους που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφοι 2 έως 4, της Συμβάσεως της Ρώμης ( 32 ). Πρέπει η προϋπόθεση αυτή να ισχύει και στην περίπτωση της ρήτρας του άρθρου 6 της Συμβάσεως της Ρώμης; Φρονώ πως όχι, τούτο δε για δύο λόγους. |
|
58. |
Πρώτον, επισημαίνεται ότι, μολονότι η γενική ρήτρα εξαιρέσεως που περιέχεται πλέον και στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού Ρώμη Ι περιλαμβάνει ρητώς στο γράμμα της το επίρρημα «προδήλως» ( 33 ), δεν συμβαίνει το ίδιο και στην περίπτωση της ειδικής διατάξεως για τις συμβάσεις εργασίας που περιέχεται στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του ιδίου κανονισμού ( 34 ). Φρονώ ότι η βούληση αυτή να οριοθετηθεί η προσφυγή στη γενική ρήτρα εξαιρέσεως που προβλέπει το άρθρο 4 της Συμβάσεως της Ρώμης είναι κατά μείζονα λόγο αποδεδειγμένη, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες, είχε κάποτε εξετασθεί ακόμη και η κατάργησή της ( 35 ). Μολονότι, βεβαίως, η υπόθεση της κύριας δίκης δεν εμπίπτει στο χρονικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Ρώμη Ι, φρονώ, πάντως, ακολουθώντας το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην προμνημνευθείσα απόφαση Koelzsch ( 36 ), ότι ο κανονισμός αυτός αποτελεί στοιχείο που ενισχύει την ερμηνεία της Συμβάσεως της Ρώμης που πρέπει να προκριθεί. |
|
59. |
Δεύτερον, η προϋπόθεση περί του ότι πρέπει να συνάγεται «σαφώς» από τις περιστάσεις ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα εξηγείται, κατά τη γνώμη μου, από το ότι, αντιθέτως προς του κανόνες του άρθρου 6 της Συμβάσεως της Ρώμης, που διέπονται τόσο από την αρχή της εγγύτητας όσο και από αυτήν της προστασίας του εργαζομένου, το άρθρο 4 θέτει εντελώς ουδέτερο κανόνα συγκρούσεως νόμων με τον οποίο επιδιώκεται, κυρίως και πρωτίστως, σκοπός προβλεψιμότητας και ασφάλειας δικαίου ( 37 ). |
|
60. |
Φρονώ ότι, ως εκ τούτου, αν υποτεθεί ότι δεν αμφισβητείται ότι η σύμβαση εκτελούνταν επί μακρόν, συνεχώς και αδιαλείπτως σε μία και μόνο χώρα, στοιχείο που συνεπάγεται, καταρχήν, ότι πρέπει να εφαρμοσθεί το δίκαιο της χώρας αυτής, η διάταξη του άρθρου 6, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως δεν καθίσταται άνευ αντικειμένου. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση κατά την οποία σύμβαση προσδιορίζεται κατά τόπον προδήλως σε κράτος άλλο από αυτό της συνήθους παροχής της εργασίας, εξακολουθεί να υφίσταται η δυνατότητα εφαρμογής της διατάξεως αυτής. |
|
61. |
Το ζήτημα εν προκειμένω δεν έγκειται στην περιθωριοποίηση του ουσιώδους συνδέσμου τον οποίο συνιστά εν γένει ( 38 ) ο τόπος της συνήθους παροχής της εργασίας, αλλά στο να παρασχεθεί στο εθνικό δικαστήριο η δυνατότητα να μην τον εφαρμόσει ενδεχομένως στην περίπτωση κατά την οποία από τις περιστάσεις της υποθέσεως προκύπτει ότι το κέντρο βάρους της σχέσεως εργασίας δεν βρίσκεται στη χώρα παροχής της εργασίας. Πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως της Ρώμης αποτελεί μηχανισμό διασφαλίσεως. Δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα να επισκιάσει τους συνδέσμους που προβλέπει το άρθρο αυτό, ιδίως δε τον ισχυρό σύνδεσμο τον οποίο αποτελεί ο νόμος του τόπου εργασίας, αναιρώντας, ταυτόχρονα, την όποια προβλεψιμότητα ως προς τις τελικώς επιλεγόμενες λύσεις. |
|
62. |
Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο δέχεται, κατά τα φαινόμενα, ότι, εκτός του τόπου όπου η M. Boedeker παρείχε αδιαλείπτως επί ένδεκα και πλέον έτη την εργασία της βάσει της συμβάσεως εργασίας που είχε συνάψει με την εταιρία Schlecker, το σύνολο των λοιπών περιστάσεων συνηγορεί υπέρ της υπάρξεως στενότερων δεσμών με τη Γερμανία. Το δικαστήριο αυτό επισημαίνει, ειδικότερα, ότι ο εργοδότης είναι γερμανικό νομικό πρόσωπο· ότι η εργαζόμενη διέμενε, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο ήταν μισθωτή της ως άνω επιχειρήσεως, στη Γερμανία· ότι τα έξοδα για τη μετάβαση από την οικία της εργαζόμενης στον τόπο εργασίας και αντίστροφα καταβάλλονταν από τον εργοδότη· ότι, πριν την εισαγωγή του ευρώ, ο μισθός καταβαλλόταν σε γερμανικά μάρκα· ότι γερμανικός ασφαλιστικός φορέας διαχειριζόταν το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα στο οποίο είχε υπαχθεί η εργαζόμενη· ότι οι κοινωνικοασφαλιστικές εισφορές καταβάλλονταν στη Γερμανία και ότι η σύμβαση εργασίας, η οποία είχε καταρτισθεί στη γερμανική γλώσσα, παρέπεμπε σε αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της γερμανικής νομοθεσίας. |
|
63. |
Ως εκ τούτου, όπως σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση του πρώτου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο δεν είχε την πρόθεση να ζητήσει την παροχή διευκρινίσεων ως προς τα στοιχεία τα οποία καθιστούν, ενδεχομένως, δυνατή τη μη εφαρμογή του τεκμηρίου που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της Συμβάσεως της Ρώμης. |
|
64. |
Εξάλλου, έχω επίγνωση του γεγονότος ότι απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει το σύνολο των στοιχείων που αφορούν τη σύμβαση και να κρίνει αυτό ή αυτά που, κατά τη γνώμη του, είναι τα πλέον σημαντικά. |
|
65. |
Είναι, πάντως, σκόπιμο, προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, να παρασχεθούν ορισμένες ενδείξεις όσον αφορά τις παραμέτρους που πρέπει ενδεχομένως να λάβει υπόψη το εθνικό δικαστήριο για να καθορίσει τη χώρα με την οποία συνδέεται στενότερα η σύμβαση. |
|
66. |
Φρονώ, συναφώς, ότι το δικαστήριο, κληθέν να αποφανθεί επί συγκεκριμένης περιπτώσεως, δεν μπορεί να κρίνει άνευ άλλου τινός ότι το δίκαιο του τόπου εκτελέσεως της συμβάσεως, το οποίο υποδεικνύεται ως εφαρμοστέο βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της Συμβάσεως της Ρώμης, δεν πρέπει να εφαρμοστεί απλώς και μόνον επειδή είναι πολλές οι λοιπές κρίσιμες περιστάσεις των οποίων έλαβε γνώση το δικαστήριο αυτό και οι οποίες υποδεικνύουν άλλη χώρα, αλλά πρέπει να λάβει υπόψη τη σημασία καθεμίας από τις περιστάσεις αυτές για να προσδιορισθεί το κέντρο βάρους της σχέσεως εργασίας. |
|
67. |
Συγκεκριμένα, μεταξύ του συνόλου των αντικειμενικών στοιχείων που έχουν υποβληθεί στην κρίση του δικαστηρίου, ορισμένα πρέπει να θεωρηθούν μικρότερης σημασίας από άλλα για να γίνει δεκτή η ύπαρξη στενότερων δεσμών. |
|
68. |
Χωρίς η παράθεση αυτή στοιχείων να είναι εξαντλητική, φρονώ ότι αποτελούν ουσιώδεις συνδέσμους, καταρχάς, η χώρα όπου ο εργαζόμενος καταβάλλει τους σχετικούς φόρους και τέλη για τα εισοδήματα που πραγματοποιεί λόγω της δραστηριότητάς του, καθώς και η χώρα όπου ο εργαζόμενος έχει υπαχθεί σε φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως και στα διάφορα προγράμματα συνταξιοδοτήσεως, ασφαλίσεως ασθενείας και αναπηρίας. Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε η Ολλανδική Κυβέρνηση, ανεξαρτήτως των ειδικών κανόνων που έχουν εφαρμογή στην περίπτωση ορισμένων κατηγοριών εργαζομένων, η αρχή που επικρατεί σε θέματα υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως είναι, εκτός της ειδικής περιπτώσεως αποσπάσεως του εργαζομένου, αυτή της lex loci laboris ( 39 ), η οποία συνεπάγεται ότι μισθωτός εργαζόμενος υπάγεται στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους εντός του οποίου εργάζεται συνήθως. Εξαιρούμενα από την εφαρμογή του κανόνα αυτού, όπως επιτρέπει η ισχύουσα σχετική νομοθεσία ( 40 ), τα οικεία συμβαλλόμενα μέρη είχαν, κατά τη γνώμη μου, την πρόθεση να μετατοπίσουν το κέντρο βάρους της σχέσεώς τους σε άλλη χώρα. Εντούτοις, με σκοπό πάντα να διασφαλισθεί η κατάλληλη προστασία του συμβαλλομένου μέρους που θεωρείται το ασθενέστερο από οικονομική και κοινωνική άποψη, πρέπει να εξετασθεί αν η υπαγωγή σε σύστημα κοινωνικής προστασίας έγινε με κοινή συμφωνία των μερών ή επιβλήθηκε από τον εργοδότη. |
|
69. |
Φρονώ επίσης ότι πρέπει να θεωρηθούν σε ορισμένο βαθμό σημαντικές οι παράμετροι οι οποίες ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό των αποδοχών και των όρων εργασίας, Ειδικότερα, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει βάσει ποίας συλλογικής συμβάσεως ή ποίου εθνικού πίνακα περί καθορισμού μισθών καθορίσθηκαν οι αποδοχές και οι λοιποί όροι εργασίας. Φρονώ ότι η εξέταση αυτή μπορεί να διενεργηθεί βάσει των ενδείξεων που περιέχονται στη σύμβαση εργασίας και στα έγγραφα που επισυνάφθηκαν ενδεχομένως σε αυτήν ή στα οποία παραπέμπει ρητώς η εν λόγω σύμβαση. |
|
70. |
Αποτελούν, αντιθέτως, λιγότερο σημαντικές παραμέτρους περιστάσεις όπως το ότι τα συμβαλλόμενα μέρη σύναψαν τη σύμβαση σε ορισμένη χώρα, το ότι έχουν ορισμένη ιθαγένεια ή επέλεξαν να διαμένουν στη μία ή την άλλη χώρα. Επίσης, η γλώσσα στην οποία καταρτίσθηκε η σύμβαση ή το γεγονός ότι αυτή μνημονεύει το ένα ή το άλλο νόμισμα, μολονότι ενδέχεται να συνιστούν κρίσιμα στοιχεία, δεν πρέπει να θεωρηθούν καθοριστικής σημασίας. |
|
71. |
Με γνώμονα το σύνολο των ανωτέρω, προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Ρώμης έχουν την έννοια ότι, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία που αποτελεί αντικείμενο της σχετικής συμβάσεως όχι απλώς συνήθως, αλλά επί μακρόν και αδιαλείπτως εντός της ιδίας χώρας, το εθνικό δικαστήριο δύναται, κατ’ εφαρμογήν του δευτέρου εδαφίου της διατάξεως αυτής, να μην εφαρμόσει το ισχύον στη χώρα αυτή δίκαιο εφόσον από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η εν λόγω σύμβαση συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα. |
Γ – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
|
72. |
Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν, για να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, απαιτείται τα συμβαλλόμενα μέρη της συμβάσεως εργασίας να είχαν ως σκοπό ή να είχαν επίγνωση –κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως ή, τουλάχιστον, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο άρχισε να παρέχεται εργασία– ότι η εργασία θα παρέχεται εντός της ιδίας χώρας επί μακρόν και αδιαλείπτως. |
|
73. |
Δεδομένου ότι στο πρώτο ερώτημα δίδεται αρνητική απάντηση, μπορεί να γίνει δεκτό ότι παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα. Συγκεκριμένα, είναι σαφές ότι το δεύτερο αυτό ερώτημα αφορούσε το ζήτημα αν, για να μην εφαρμοσθεί ευθύς εξαρχής στην υπόθεση της κύριας δίκης η ρήτρα εξαιρέσεως που διαλαμβάνεται στην τελευταία περίοδο του άρθρου 6 της Συμβάσεως της Ρώμης, σε περίπτωση κατά την οποία ο τόπος εκτελέσεως της συμβάσεως δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, απαιτείται οι διάδικοι της κύριας δίκης να είχαν επίγνωση του τόπου πραγματικής παροχής της εργασίας και της μακροχρόνιας διάρκειας ισχύος της συμβάσεως εργασίας. |
|
74. |
Εντούτοις, καθόσον το ερώτημα αυτό αφορά δυνητικώς και κατά γενικότερο τρόπο το αν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών ή η εκ μέρους τους επίγνωση –κατά τη σύναψη της συμβάσεως εργασίας ή, τουλάχιστον, κατά τον χρόνο ενάρξεως της εκτελέσεώς της– για τον καθορισμό του εφαρμοστέου στη σύμβαση εργασίας δικαίου βάσει της Συμβάσεως της Ρώμης, φρονώ ότι ενδέχεται να έχει ορισμένη χρησιμότητα. |
|
75. |
Επιθυμώ να αναφέρω συναφώς εν συντομία τα ακόλουθα στοιχεία. |
|
76. |
Είναι αρκετά σαφές, κατά τη γνώμη μου, ότι αυτή η επίγνωση ή η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών μπορεί δυσχερώς να ληφθεί υπόψη όσον αφορά το ζήτημα αν τα στοιχεία αυτά συνεπάγονται την καθ’ οιονδήποτε τρόπο επιλογή, εκ μέρους των συμβαλλομένων, ορισμένου δικαίου ως εφαρμοστέου. Συγκεκριμένα, το άρθρο 3 της Συμβάσεως της Ρώμης, στο οποίο παραπέμπει ρητώς το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συμβάσεως αυτής, ορίζει ότι «[η] επιλογή [αυτή] πρέπει να γίνεται ρητώς ή να συνάγεται σαφώς από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης». Απλώς η πρόθεση ή η κοινή βούληση των συμβαλλομένων δεν πληροί προδήλως τις προϋποθέσεις αυτές, αλλά δύναται μόνον να εκληφθεί ως δήλωση σιωπηρής επιλογής, η οποία δεν πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι ισχύουσες διατάξεις. |
|
77. |
Φρονώ, αντιθέτως, ότι οι συγκεκριμένες ενδείξεις των οποίων έλαβαν γνώση οι συμβαλλόμενοι όσον αφορά τον τόπο εκτελέσεως της συμβάσεως μπορούν να έχουν ορισμένη χρησιμότητα. Συνεπώς, η πρόθεση ή η επίγνωση των συμβαλλομένων μερών κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως ή ενδεχομένως κατά τον χρόνο ενάρξεως της εκτελέσεώς της, εφόσον στηρίζεται σε συγκεκριμένα και αντικειμενικά στοιχεία, μπορεί να αποτελεί κρίσιμη ένδειξη για τον προσδιορισμό της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα η σύμβαση εργασίας. |
|
78. |
Το δικαστήριο δύναται, επομένως, κατά την εκ μέρους του εξέταση του συνόλου των περιστάσεων βάσει των οποίων θα προσδιορίσει τη χώρα με την οποία συνδέεται στενότερα η σύμβαση, να λάβει υπόψη στοιχεία σχετικά με την εκτέλεσή της των οποίων είχαν πράγματι λάβει γνώση τα συμβαλλόμενα μέρη. |
|
79. |
Κατά συνέπεια, προτείνω να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση ότι μπορούν να ληφθούν υπόψη, για να εφαρμοσθεί το δίκαιο της χώρας του τόπου συνήθους παροχής της εργασίας, συγκεκριμένα στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο εργοδότης και ο εργαζόμενος, κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως εργασίας ή, τουλάχιστον, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο ο εργαζόμενος άρχισε να εργάζεται, είχαν την πρόθεση η εργασία να παρέχεται εντός της ιδίας χώρας επί μακρόν και αδιαλείπτως ή, τουλάχιστον, είχαν επίγνωση του γεγονότος αυτού. |
VI – Πρόταση
|
80. |
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω, προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ 1984, L 146, σ. 7.
( 3 ) Σύμφωνα με το άρθρο 1 του πρώτου πρωτοκόλλου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για την ερμηνεία από το Δικαστήριο της Συμβάσεως του 1980 (ΕΕ 1998, C 27, σ. 47), το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου 2004, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως που αφορούν την ερμηνεία των διατάξεων της εν λόγω Συμβάσεως. Επιπλέον, βάσει του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, του πρωτοκόλλου αυτού, το Hoge Raad der Nederlanden δύναται να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς επί ζητήματος που εγείρεται στο πλαίσιο υποθέσεως η οποία εκκρεμεί ενώπιον αυτού του εθνικού δικαστηρίου και αφορά την ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων. Όσον αφορά το χρονικό πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως της Ρώμης, αρκεί να υπομνησθεί ότι ο κανονισμός (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (ΕΕ L 177, σ. 6) (στο εξής: κανονισμός Ρώμη Ι), ο οποίος αντικατέστησε τη Σύμβαση της Ρώμης, έχει εφαρμογή μόνο στις συμβάσεις που συνάφθηκαν από 17ης Δεκεμβρίου 2009 (βλ. άρθρο 28 του κανονισμού αυτού). Όπως, όμως, προκύπτει σαφώς από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σύμβαση εργασίας συνάφθηκε μετά βεβαιότητος πριν την ημερομηνία αυτή και συγκεκριμένα στις 30 Νοεμβρίου 1994.
( 4 ) Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2011, C-29/10, Koelzsch (Συλλογή 2011, σ. I-1595).
( 5 ) Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2011, C-384/10, Voogsgeerd (Συλλογή 2011, σ. Ι-13275).
( 6 ) Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2009, C-133/08, ICF (Συλλογή 2009, σ. I-9687).
( 7 ) Φρονώ ότι, στο παρόν στάδιο, ο όρος αυτός, ο οποίος απαντά σε ορισμένα συγγράμματα και άρθρα της νομικής θεωρίας, πρέπει να προτιμηθεί από τον όρο της ρήτρας εξαιρέσεως, ο οποίος κατά τα φαινόμενα προκαταλαμβάνει τον κατ’ εξαίρεση χαρακτήρα των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη αυτή.
( 8 ) Το ενδιαφέρον αυτό εξακολουθεί να υφίσταται παρά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού Ρώμη Ι. Όχι μόνον ο κανονισμός αυτός έχει εφαρμογή μόνον επί των συμβάσεων που συνάφθηκαν μετά τις 17 Δεκεμβρίου 2009, αλλά και οι εφαρμοστέοι στις ατομικές συμβάσεις εργασίας κανόνες συγκρούσεως νόμων τους οποίους περιλαμβάνει ο κανονισμός αυτός (βλ. άρθρο 8) είναι, κατ’ ουσίαν, όμοιοι με αυτούς της Συμβάσεως. Το Δικαστήριο έχει επισημάνει σχετικώς τη συνάφεια μεταξύ των δύο αυτών νομοθετημάτων (βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Koelzsch, σκέψη 46).
( 9 ) Όσον αφορά τους σκοπούς των οποίων η επίτευξη επιδιώκεται με τη Σύμβαση αυτή, παραπέμπω ιδίως στην προμνημονευθείσα απόφαση ICF (σκέψεις 22 και 23).
( 10 ) Όπως επισημαίνεται στην έκθεση περί της Συμβάσεως για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, των Mario Giuliano, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, και Paul Lagarde, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Paris I (ΕΕ 1987, C 199, σ. 1, στο εξής: έκθεση Giuliano και Lagarde, βλ. ιδίως σ. 25 και 26) σκοπός ήταν να θεσπισθεί «πιο κατάλληλη ρύθμιση σε τομείς όπου τα συμφέροντα ενός εκ των συμβαλλομένων δεν [συμπίπτουν] με εκείνα του αντισυμβαλλομένου του και [να διασφαλισθεί εκ παραλλήλου, βάσει της ρυθμίσεως αυτής, η πλέον προσήκουσα] προστασία του συμβαλλομένου που πρέπει να λογίζεται, από κοινωνικοοικονομικής πλευράς, ως το ασθενέστερο μέρος στη συμβατική σχέση».
( 11 ) Η αντίληψη ότι είναι σκόπιμο να προστατεύεται ο ασθενέστερος εκ των συμβαλλομένων μέσω κανόνων ευνοϊκότερων για τα συμφέροντά του απ’ ό,τι οι γενικοί απαντά γενικώς στο σύνολο των νομοθετημάτων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, εκδηλώνεται δε ιδιαιτέρως στο πλαίσιο της ερμηνείας των διατάξεων της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τη Σύμβαση της 29ης Νοεμβρίου 1996 για την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας (ΕΕ 1997, C 15, σ. 1, στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών) (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 26ης Μαΐου 1982, 133/81, Ivenel, Συλλογή 1982, σ. 1891, σκέψη 14· της 13ης Ιουλίου 1993, C-125/92, Mulox IBC, Συλλογή 1993, σ. I-4075, σκέψη 18· της 9ης Ιανουαρίου 1997, C-383/95, Rutten, Συλλογή 1997, σ. I-57, σκέψη 22· της 27ης Φεβρουαρίου 2002, C-37/00, Weber, Συλλογή 2002, σ. I-2013, σκέψη 40· και της 10ης Απριλίου 2003, C-437/00, Pugliese, Συλλογή 2003, σ. I-3573, σκέψη 18) και του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1) (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 19ης Ιουλίου 2012, C‑154/11, Mahamdia, σκέψεις 44 και 46).
( 12 ) Βλ. προμνημονευθείσα απόφαση ICF (σκέψη 26).
( 13 ) Βλ., ιδίως, έκθεση Giuliano και Lagarde, σ. 25.
( 14 ) Βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Koelzsch (σκέψη 42).
( 15 ) Βλ. τη συλλογιστική που παρατίθεται στην έκθεση Giuliano και Lagarde, σ. 25 και 26.
( 16 ) Βλ., σχετικώς, Lagarde, P., «Convention de Rome», Répertoire de droit communautaire Dalloz, 1992, σημείο 85.
( 17 ) Pataut, É., «Conflits de loi en droit du travail», Jurisclasseur droit international, φάκ. 573-10, Νοέμβριος 2008, σημείο 14.
( 18 ) Βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Voogsgeerd (σκέψη 32).
( 19 ) Βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Koelzsch (σκέψη 36).
( 20 ) Έχει επισημανθεί σχετικώς ότι, βάσει της αρχής της εγγύτητας, το πλέον «δίκαιο» δίκαιο είναι το «εγγύτερο» και όχι το «βέλτιστο» από απόψεως του ουσιαστικού περιεχομένου του (Ballarino, T., και Romano, G. P., «Le principe de proximité chez Paul Lagarde», Le droit international privé: esprit et méthodes – Mélanges en l’honneur de Paul Lagarde, Dalloz, 2005, σ. 2).
( 21 ) Βλ. προμνημονευθείσα απόφαση Koelzsch (σκέψεις 41 και 42).
( 22 ) Τούτο καταδεικνύεται, για παράδειγμα, από τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προμνημονευθείσα απόφαση Voogsgeerd, τα οποία αφορούσαν ένδικη διαφορά μεταξύ Ολλανδού υπηκόου και εταιρίας εγκατεστημένης στο Λουξεμβούργο σχετικά με σύμβαση εργασίας συναφθείσα στο Βέλγιο. Κατά την εκτέλεση της συμβάσεως, ο J. Voogsgeerd ελάμβανε οδηγίες από άλλη εταιρία, στενά συνδεδεμένη με την εργοδότριά του, αλλά εγκατεστημένη στο Βέλγιο.
( 23 ) Πρόκειται για διχογνωμία κατά πολύ παρεμφερή αυτής που παρατηρείται όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των τεκμηρίων που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφοι 2 και 4, της Συμβάσεως της Ρώμης και της προβλεπόμενης στο άρθρο 4, παράγραφος 5, της Συμβάσεως αυτής δυνατότητας μη εφαρμογής τους οσάκις από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα (βλ. προτάσεις της 19ης Μαΐου 2009 του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προμνημονευθείσα απόφαση ICF, σημεία 71 έως 73).
( 24 ) Βλ. σκέψη 42 της αποφάσεως.
( 25 ) Όπ.π. (σκέψη 43).
( 26 ) Βλ. σκέψεις 31 έως 41 της αποφάσεως.
( 27 ) Αυτή η «περιθωριοποίηση» του τόπου προσλήψεως ως συνδέσμου εξηγείται, κατά τη γνώμη μου, από τον τυχαίο και επίπλαστο χαρακτήρα που ενδέχεται να έχει ο τόπος αυτός, πρωτίστως, όμως, από το ότι ο εργοδότης έχει εν γένει τον απόλυτο έλεγχο όσον αφορά τον καθορισμό του τόπου αυτού, γεγονός που δύναται να παραβιάζει την αρχή της προστασίας του εργαζομένου.
( 28 ) Είναι ενδιαφέρουσα η επισήμανση ότι, στο Πράσινο Βιβλίο σχετικά με τη μετατροπή σε κοινοτική πράξη και τον εκσυγχρονισμό της Σύμβασης της Ρώμης του 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές [COM(2002) 654 τελικό, σ. 38)], μνημονεύεται ότι «είτε ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του στην ίδια χώρα είτε όχι, ο αντικειμενικός σύνδεσμος που καθορίζει η σύμβαση μπορεί να παρακαμφθεί μέσω ειδικής ρήτρας εξαίρεσης (άρθρο 6 παράγραφος 2, in fine), πράγμα που επιτρέπει στον εργαζόμενο να αποφύγει τις επιζήμιες συνέπειες που έχει γι’ αυτόν η αυστηρή σύνδεση της σύμβασης με το δίκαιο του τόπου εκτέλεσης της σύμβασης».
( 29 ) Βλ. σκέψη 19 της αποφάσεως.
( 30 ) Για μια συνοπτική παρουσίαση των επιχειρημάτων που παρατίθενται στο σημείο αυτό βλ. σκέψεις 50 έως 52 της προμνημονευθείσας αποφάσεως ICF.
( 31 ) Όπ.π. (σκέψεις 58 έως 62).
( 32 ) Όπ.π. (σκέψη 64).
( 33 ) Κατά τη διάταξη αυτή, «[ό]ταν από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης προκύπτει ότι η σύμβαση συνδέεται προδήλως στενότερα με χώρα άλλη από εκείνη στην οποία αναφέρονται οι παράγραφοι 1 ή 2, εφαρμόζεται το δίκαιο αυτής της άλλης χώρας».
( 34 ) Τούτο δε μολονότι υποστηρίχθηκε ότι η διαφοροποίηση αυτή ως προς το γράμμα των διατάξεων οφειλόταν πιθανώς, ελλείψει επεξηγήσεως στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού, σε παραδρομή (βλ. Gaudemet-Tallon, H., Jurisclasseur Droit international, φάκελλος 552-15, 2009, σημείο 84).
( 35 ) Βλ. το προμνημονευθέν Πράσινο Βιβλίο σχετικά με τη μετατροπή σε κοινοτική πράξη και τον εκσυγχρονισμό της Σύμβασης της Ρώμης του 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, σ. 28.
( 36 ) Βλ. σκέψη 46 της αποφάσεως.
( 37 ) Βλ. τις σκέψεις που εκτέθηκαν στα σημεία 21 και 22 ανωτέρω.
( 38 ) Όπως προκύπτει από την προμνημονευθείσα απόφαση Koelzsch (σκέψη 42), η οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα του εργαζομένου εντοπίζεται στο κράτος παροχής της εργασίας.
( 39 ) Βλ., μεταξύ άλλων, άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1)· άρθρο 11, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166, σ. 1), και άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, περί καθορισμού της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 284, σ. 1).
( 40 ) Συναφώς, το άρθρο 18 του κανονισμού 987/2009 ορίζει ότι «[οι] αιτήσεις του εργοδότη ή του ενδιαφερομένου για εξαιρέσεις από τα άρθρα 11 έως 15 του βασικού κανονισμού υποβάλλονται, ει δυνατόν εκ των προτέρων, στην αρμόδια αρχή ή τον οργανισμό που έχει ορίσει η αρχή του κράτους μέλους, του οποίου τη νομοθεσία ζητεί ο μισθωτός ή ο ενδιαφερόμενος να εφαρμοσθεί».