ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 30ής Μαΐου 2013 ( 1 )
Υπόθεση C‑58/12 P
Groupe Gascogne SA
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως — Ανταγωνισμός — Σύμπραξη — Τομέας των πλαστικών βιομηχανικών σάκων — Πρόστιμα — Προσβολή εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου προθεσμίας»
Πρόλογος
|
1. |
Στις 16 Νοεμβρίου 2011 το Γενικό Δικαστήριο εξέδωσε τρεις αποφάσεις ( 2 ) με τις οποίες απέρριψε τρεις αντίστοιχες προσφυγές με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής στην υπόθεση COMP/38354-Βιομηχανικοί σάκοι ( 3 ). Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη σοβαρής και μακροχρόνιας παραβάσεως του τότε άρθρου 81 ΕΚ (νυν άρθρο 101 ΣΛΕΕ)· επέβαλε δε υψηλά πρόστιμα σε ορισμένες θυγατρικές εταιρίες και στις αντίστοιχες μητρικές τους. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά μία από τις αιτήσεις αναιρέσεως κατά των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου ( 4 ). |
|
2. |
Με τις αιτήσεις αναιρέσεως, πέρα από τα τιθέμενα καινοφανή ζητήματα δικαίου του ανταγωνισμού, προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (στο εξής: Χάρτης) ( 5 ) επειδή δεν αποφάνθηκε εντός ευλόγου προθεσμίας. Για τον λόγο αυτόν, σαφώς εναπόκειται στο Δικαστήριο να επιχειρήσει τη χωρίς χρονοτριβή εκδίκαση των αιτήσεων αναιρέσεως. Τόσο για την τήρηση της προϋποθέσεως αυτής όσο και λόγω της ανάγκης να υπάρξει επαρκής χρόνος για τη μετάφραση, έχω κατανείμει τα εξεταζόμενα ζητήματα μεταξύ των τριών προτάσεων ως εξής. |
|
3. |
Οι ουσιώδεις νομοθετικές διατάξεις, η περιγραφή της συμπράξεως, η διαδικασία ως την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής καθώς και τα επιβληθέντα πρόστιμα εκτίθενται στα σημεία 6 έως 34 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως Gascogne Sack Deutschland ( 6 ). Επειδή με τις αιτήσεις αναιρέσεως προβάλλονται ελαφρώς διαφορετικά επιχειρήματα όσον αφορά τις περιστάσεις υπό τις οποίες οι μητρικές εταιρίες ευθύνονται ή όχι για τις πράξεις των θυγατρικών τους που τους ανήκουν εξ ολοκλήρου, το ζήτημα αυτό εξετάζεται και στις τρεις προτάσεις. Στα σημεία 70 έως 150 των παρουσών προτάσεων θα προβώ σε ανάλυση των ζητημάτων σχετικά με το επιχείρημα ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε εντός ευλόγου προθεσμίας (ιδίως, τα κριτήρια καθορισμού του κατά πόσον έχει υπάρξει υπερβολική καθυστέρηση και τα πιθανά μέσα ένδικης προστασίας στην περίπτωση που αυτό έχει συμβεί). Στις αντίστοιχες για κάθε μία αίτηση αναιρέσεως προτάσεις εξετάζονται τα λεπτομερή επιχειρήματα που προβλήθηκαν από κάθε αναιρεσείουσα όσον αφορά (για παράδειγμα) την επάρκεια της αιτιολογίας των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου ( 7 ). |
Εισαγωγή
|
4. |
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Groupe Gascogne αμφισβητεί την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ερμηνεία δύο εννοιών του δικαίου του ανταγωνισμού: της έννοιας της επιχειρήσεως και της αρχής ότι η μητρική εταιρία ευθύνεται για παράβαση που διαπράττεται από θυγατρική που της ανήκει εξ ολοκλήρου. Η Groupe Gascogne υποστηρίζει ότι, στην περίπτωση που επιβάλλεται πρόστιμο για τέτοια παράβαση επί τη βάσει εις ολόκληρον ευθύνης, για τον καθορισμό του ανωτάτου ορίου (στο εξής: όριο του 10 %) του προστίμου βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 ( 8 ) θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το άθροισμα του κύκλου εργασιών της θυγατρικής και της μητρικής της και όχι ο κύκλος εργασιών που πραγματοποιείται παγκοσμίως από όλες τις εταιρίες που συναποτελούν τον επιχειρηματικό όμιλο ( 9 ). |
Το νομικό πλαίσιο
Η οδηγία για τους ενοποιημένους λογαριασμούς
|
5. |
Μεταξύ των σκοπών της οδηγίας για τους ενοποιημένους λογαριασμούς ( 10 ) είναι ο συντονισμός των εθνικών νομοθεσιών για τους ετήσιους λογαριασμούς ορισμένων μορφών εταιριών και, ιδίως, ομίλων εταιριών που αποτελούν μια επιχείρηση ( 11 ). Περαιτέρω σκοπός της ως άνω οδηγίας είναι να διασφαλισθεί ότι οικονομικές πληροφορίες για τέτοιες επιχειρήσεις θα είναι στη διάθεση των μετόχων και των τρίτων ( 12 ). Οι επιχειρήσεις που έχουν την υποχρέωση καταρτίσεως ενοποιημένων λογαριασμών ορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2. Σε αυτές περιλαμβάνεται η μητρική επιχείρηση που:
|
|
6. |
Το άρθρο 16 της οδηγίας για τους ενοποιημένους λογαριασμούς ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Οι ενοποιημένοι λογαριασμοί περιλαμβάνουν τον ενοποιημένο ισολογισμό, τα ενοποιημένα αποτελέσματα χρήσεως, καθώς και το προσάρτημα. […] 3. Οι ενοποιημένοι λογαριασμοί πρέπει να δίνουν πραγματική εικόνα του ενεργητικού, του παθητικού, της οικονομικής θέσης, καθώς και των αποτελεσμάτων του συνόλου των επιχειρήσεων που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση.» |
Περίληψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
|
7. |
Η Groupe Gascogne ζήτησε πρωτοδίκως ( 13 ) από το Γενικό Δικαστήριο:
|
|
8. |
Προς στήριξη του αιτήματος ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως η Groupe Gascogne προέβαλε τρεις λόγους ακυρώσεως. Πρώτον, κατά τη Groupe Gascogne η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 101 ΣΛΕΕ κρίνοντας εσφαλμένως ότι έφερε ευθύνη για την παράβαση την οποία διέπραξε η GSD. Δεύτερον, η Groupe Gascogne υποστήριξε ότι η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, επειδή ερμήνευσε εσφαλμένα την έννοια του όρου «επιχείρηση» στο άρθρο 81 ΕΚ· ως εκ τούτου, παρέβη το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 επιβάλλοντας στην Groupe Gascogne πρόστιμο το οποίο υπολογίστηκε επί τη βάσει του παγκόσμιου κύκλου εργασιών της Groupe Gascogne και όχι βάσει του κύκλου εργασιών που πραγματοποιούσαν αθροιστικώς η Groupe Gascogne (προφανώς, λαμβάνοντας υπόψη τον κύκλο εργασιών της εταιρίας χαρτοφυλακίου, Groupe Gascogne, και όχι εκείνον των θυγατρικών της) και η GSD. Τρίτον, η Groupe Gascogne προέβαλε ότι με το πρόστιμο που επιβλήθηκε αλληλεγγύως και εις ολόκληρον στην ίδια και στην GSD παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας καθόσον η Επιτροπή δεν διασφάλισε την ύπαρξη ευλόγου σχέσεως μεταξύ της κυρώσεως που επιβλήθηκε και του κύκλου εργασιών που πραγματοποιήθηκε στον τομέα των πλαστικών σάκων. |
|
9. |
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, πρωτοδίκως, η Groupe Gascogne προέβαλε τρεις αιτιάσεις επικαλούμενη προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει ο Χάρτης. Πρώτον, προέβαλε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και του τεκμηρίου αθωότητας που κατοχυρώνει το άρθρο 48 του Χάρτη. Δεύτερον, υποστήριξε ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ήταν ανεπαρκής και, ως εκ τούτου, εμποδίζεται ο έλεγχος της νομιμότητάς της. Τρίτον, επικαλέστηκε τα άρθρα 47 και 49 του Χάρτη υποστηρίζοντας ότι το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να ασκήσει τη πλήρη δικαιοδοσία του και να επιβάλει αναλογική κύρωση. |
|
10. |
Στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η πρώτη αιτίαση, που αφορούσε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Groupe Gascogne και του τεκμηρίου αθωότητας, είχε προβληθεί οψίμως και, ως εκ τούτου, ήταν απαράδεκτη. |
|
11. |
Το Γενικό Δικαστήριο στη συνέχεια απέρριψε και τους τρεις λόγους ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, την προσφυγή στο σύνολό της. |
Λόγοι αναιρέσεως
|
12. |
Η Groupe Gascogne προβάλλει τέσσερις λόγους αναιρέσεως. |
|
13. |
Πρώτον, η Groupe Gascogne υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αρνούμενο να εξετάσει τον αντίκτυπο των μεταβολών που επέφερε στην έννομη τάξη της Ένωσης η θέση σε ισχύ, την 1η Δεκεμβρίου 2009, του άρθρου 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ, ιδίως όσον αφορά το άρθρο 48 του Χάρτη. |
|
14. |
Δεύτερον, η Groupe Gascogne προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 48 του Χάρτη: (i) κρίνοντάς την εσφαλμένως αλληλεγγύως υπεύθυνη για τις παραβάσεις που διέπραξε η GSD από την 1η Ιανουαρίου 1994 έως την 26η Ιουνίου 2002 στηριζόμενο αποκλειστικώς στη διαπίστωση ότι η GSD ήταν κατά 100 % θυγατρική της Groupe Gascogne, και (ii) επικυρώνοντας την προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον έκρινε ότι η Groupe Gascogne ευθύνεται εις ολόκληρον για την καταβολή του προστίμου που επεβλήθη στην GSD, ύψους 9,90 εκατομμυρίων ευρώ. |
|
15. |
Τρίτον, η Groupe Gascogne υποστηρίζει, επικουρικώς, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ερμηνεύοντας εσφαλμένα την έννοια του όρου «επιχείρηση» και καθορίζοντας, κατά συνέπεια, το ανώτατο όριο του 10 % για τον υπολογισμό του προστίμου λαμβάνοντας υπόψη τον παγκόσμιο κύκλο εργασιών της Groupe Gascogne και όχι τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιούσαν αθροιστικώς η GSD και η μητρική της εταιρία. |
|
16. |
Τέταρτον, η Groupe Gascogne υποστηρίζει, επίσης επικουρικώς, ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 47 του Χάρτη επειδή δεν εκδίκασε την υπόθεση εντός ευλόγου προθεσμίας. |
Πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως – προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων και ασύμβατο του τεκμηρίου καθοριστικής επιρροής – Άρθρο 48 του Χάρτη
|
17. |
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η Groupe Gascogne προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε απαράδεκτη την αιτίαση που προβλήθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση σχετικά με την αλλαγή που επήλθε ως προς την ισχύ του Χάρτη κατόπιν της θέσεως σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η Groupe Gascogne υποστηρίζει ότι το τεκμήριο καθοριστικής επιρροής ( 14 ) βάσει του οποίου η παράβαση την οποία διέπραξε η GSD καταλογίστηκε σε αυτήν δεν συνάδει προς το θεμελιώδες δικαίωμά της σε δίκαιη δίκη, επειδή το τεκμήριο αυτό στην πραγματικότητα λειτουργεί ως τεκμήριο ενοχής. |
|
18. |
Θα εξετάσω τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από κοινού επειδή αμφότεροι θέτουν ζητήματα θεμελιωδών δικαιωμάτων. |
Συνοπτική παρουσίαση των επιχειρημάτων των διαδίκων
Η αίτηση αναιρέσεως της Groupe Gascogne
|
19. |
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η Groupe Gascogne υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο επειδή δεν έλαβε υπόψη τα αποτελέσματα της Συνθήκης της Λισσαβώνας, η οποία προσέδωσε στον Χάρτη ισχύ όμοια με αυτή των Συνθηκών. Επιπλέον, μολονότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα δικαιώματα άμυνας και το τεκμήριο αθωότητας ήταν κατοχυρωμένα στο δίκαιο της Ένωσης πριν την 1η Δεκεμβρίου 2009 ως γενικές αρχές του δικαίου, εντούτοις οι αρχές αυτές δεν έχουν την ίδια νομική ισχύ με τις Συνθήκες. Συνεπώς, η μεταβολή στη νομική ισχύ του Χάρτη σημαίνει ότι τα δικαιώματα που κατοχυρώνει πρέπει να εφαρμόζονται με αυξημένη αυστηρότητα από τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης. |
|
20. |
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η Groupe Gascogne προβάλλει ότι το άρθρο 48 του Χάρτη πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΣΔΑ). Το Γενικό Δικαστήριο κατά την ερμηνεία του άρθρου 48 του Χάρτη πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τα Συντάγματα και τις νομικές παραδόσεις των κρατών μελών. Η εφαρμογή του τεκμηρίου καθοριστικής επιρροής κατ’ αποτέλεσμα λειτουργεί ως τεκμήριο ενοχής και, συνεπώς, απαγορεύεται. |
|
21. |
Επιπλέον, η αιτιολογία της κρίσεως του Γενικού Δικαστηρίου περί του ότι η Groupe Gascogne όντως ασκούσε καθοριστική επιρροή επί της θυγατρικής της GSD είναι ελλιπής. Η Groupe Gascogne ουδόλως ασκούσε έλεγχο των δραστηριοτήτων της GSD στον τομέα των πλαστικών σάκων. Το Γενικό Δικαστήριο, συνεπώς, υπέπεσε σε πλάνη καταλογίζοντας τις πρακτικές της GSD στην Groupe Gascogne. |
Η απάντηση της Επιτροπής
|
22. |
Κατά την Επιτροπή, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι προδήλως αβάσιμος. |
|
23. |
Κατά την έγγραφη διαδικασία δεν προβλήθηκε καμία αιτίαση σχετικά με την προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας ή των δικαιωμάτων άμυνας. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο δεν αρνήθηκε να εξετάσει τις συνέπειες της μεταβολής της νομικής ισχύος του Χάρτη. Έκρινε απλώς ότι η μεταβολή αυτή δεν ασκούσε νομική επιρροή εν προκειμένω, δεδομένου ότι το τεκμήριο αθωότητας και τα δικαιώματα άμυνας αποτελούσαν ήδη τμήμα της έννομης τάξης της Ένωσης. Το επιχείρημα ότι οι γενικές αρχές του δικαίου δεν έχουν την ίδια νομική ισχύ με τη Συνθήκη είναι αλυσιτελές. |
|
24. |
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως της Groupe Gascogne είναι, κατ’ αρχήν, απαράδεκτος, άλλως αλυσιτελής και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος. |
|
25. |
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, καθόσον αφορά επιχειρήματα που δεν προβλήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος. Η Groupe Gascogne ουδόλως αναφέρθηκε με τις γραπτές παρατηρήσεις της πρωτοδίκως στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: Δικαστήριο του Στρασβούργου) για το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ ή στη νομολογία του γαλλικού conseil constitutionnel (συνταγματικό συμβούλιο). Η άποψη της Groupe Gascogne στηρίζεται σε εσφαλμένη κατανόηση της νομολογίας για τον καταλογισμό στη μητρική εταιρία παραβάσεως που έχει διαπραχθεί από τη θυγατρική της. Η Επιτροπή παραπέμπει στις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Alliance One ( 15 ). |
|
26. |
Η Επιτροπή προβάλλει ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής επειδή, για να κρίνει ότι η Groupe Gascogne ήταν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνη με την GSD, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο τεκμήριο καθοριστικής επιρροής. Το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε λεπτομερώς τα πρόσθετα στοιχεία που προέβαλε η Επιτροπή από τα οποία αποδεικνυόταν ότι η Groupe Gascogne είχε όντως ασκήσει καθοριστική επιρροή επί της συμπεριφοράς της GSD. |
|
27. |
Από την απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Elf Aquitaine ( 16 ) προκύπτει ότι το τεκμήριο καθοριστικής επιρροής είναι συμβατό με το τεκμήριο αθωότητας που κατοχυρώνει το άρθρο 48 του Χάρτη. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. |
Εκτίμηση
Θεμελιώδη δικαιώματα – παραδεκτό πρωτοδίκως
|
28. |
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 44, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, και 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αιτίαση της Groupe Gascogne σχετικά με το άρθρο 48 του Χάρτη ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ θα ήταν παραδεκτή μόνο αν στηριζόταν σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. |
|
29. |
Από το αίτημα της Groupe Gascogne περί επαναλήψεως της έγγραφης διαδικασίας (που υποβλήθηκε με έγγραφο της 20ής Οκτωβρίου 2010) για το λόγο ότι ανέκυψε νέο νομικό ζήτημα κατά τη διαδικασία προκύπτει ότι κατά τη γνώμη των νομικών της συμβούλων με το επιχείρημα περί θεμελιωδών δικαιωμάτων ετίθεντο νέα ζητήματα τα οποία δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της προσφυγής. |
|
30. |
Από τη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι η αιτίαση της Groupe Gascogne σχετικά με το άρθρο 48 του Χάρτη δεν αποτελούσε τμήμα του δικογράφου της προσφυγής ακυρώσεως. Κατά το Γενικό Δικαστήριο: «Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι αιτιάσεις που αντλεί η προσφεύγουσα από παραβίαση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας που κατοχυρώνονται στο άρθρο 48 του Χάρτη, προστίθενται στα επιχειρήματα τα οποία αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των λόγων ακυρώσεων που προβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής και δεν έχουν επαρκώς στενό σύνδεσμο με τα αρχικώς αναπτυχθέντα επιχειρήματα ώστε να μπορεί να γίνει δεκτό ότι είναι αποτέλεσμα της κανονικής εξελίξεως της συζητήσεως στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλία διαδικασίας. Συνεπώς, οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να θεωρηθούν νέες.» ( 17 ) |
|
31. |
Επιπλέον, η αιτίαση αυτή είχε διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με εκείνη που αφορά το άρθρο 49 ως προς την αναλογικότητα της επιβληθείσας κυρώσεως. Συνεπώς, τα προβαλλόμενα από την Groupe Gascogne δεν συνδέονταν επαρκώς με το επιχείρημα αυτό ώστε να μπορούσε να γίνει δεκτό ότι αποτελούσαν ανάπτυξη ήδη προβληθέντων επιχειρημάτων. |
|
32. |
Ως εκ τούτου, φρονώ ότι η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου ήταν ορθή. |
|
33. |
Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας απαράδεκτη την αιτίαση περί παραβάσεως του άρθρου 48 του Χάρτη την οποία προέβαλε η Groupe Gascogne κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. |
Θεμελιώδη δικαιώματα – συμβατό του τεκμηρίου καθοριστικής επιρροής με το άρθρο 48 του Χάρτη
|
34. |
Η αιτίαση της Groupe Gascogne έχει τρία σκέλη: (i) κατά την ερμηνεία του άρθρου 48 του Χάρτη το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και τις νομικές παραδόσεις των κρατών μελών· (ii) το τεκμήριο καθοριστικής επιρροής εφαρμόστηκε ως τεκμήριο ενοχής και (iii) το Γενικό Δικαστήριο δεν παρέθεσε επαρκή αιτιολογία από την οποία να προκύπτει ότι η Groupe Gascogne ασκούσε τέτοια επιρροή επί της GSD. |
|
35. |
Αν η Groupe Gascogne είχε τη δυνατότητα να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό που δεν προέβαλε εγκαίρως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, τούτο θα είχε ως συνέπεια η υποβαλλόμενη στην κρίση του Δικαστηρίου διαφορά να έχει περιεχόμενο ευρύτερο της διαφοράς που εκδικάστηκε πρωτοδίκως. Εντούτοις, σε περίπτωση ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται κατ’ αρχήν στον έλεγχο της εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτιμήσεως των ισχυρισμών που συζητήθηκαν ενώπιόν του ( 18 ). |
|
36. |
Επισήμανα ήδη κατά την εξέταση του πρώτου λόγου αναιρέσεως ότι η Groupe Gascogne δεν προέβαλε πρωτοδίκως επιχειρήματα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 48 του Χάρτη υπό το πρίσμα του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ ή των νομικών παραδόσεων των κρατών μελών ( 19 ). Ως εκ τούτου, καθόσον το επιχείρημα της Groupe Gascogne αφορά ζητήματα τα οποία τίθενται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, η αιτίασή της είναι απαράδεκτη ( 20 ). |
|
37. |
Τα ζητήματα αυτά θα μπορούσαν να έχουν προβληθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά την έγγραφη διαδικασία. Πρώτον, τα εν λόγω δικαιώματα αποτελούσαν τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης. Δεύτερον, μολονότι ο Χάρτης δεν ήταν νομικά δεσμευτικός, το Δικαστήριο είχε χρησιμοποιήσει συχνά τις διατάξεις του Χάρτη ως κατευθυντήρια γραμμή κατά την έκδοση αποφάσεων πριν τη θέση σε ισχύ του άρθρου 6 ΣΕΕ ( 21 ). Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η Συνθήκη της Λισσαβώνας απλώς κωδικοποιεί τον Χάρτη ( 22 ). |
|
38. |
Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το τεκμήριο καθοριστικής επιρροής δεν είναι ασύμβατο με το άρθρο 48 του Χάρτη ( 23 ). Επιπλέον, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Groupe Gascogne, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το εν λόγω τεκμήριο δεν λειτουργεί κατ’ αποτέλεσμα ως τεκμήριο ενοχής ( 24 ). |
|
39. |
Όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το επιχείρημα της Groupe Gascogne περί ανεπαρκούς αιτιολογήσεως εκ μέρους της Επιτροπής προβλήθηκε «[…] κατ’ ουσίαν, προς στήριξη της απόψεως ότι η προσφεύγουσα δεν παρενέβη στη λειτουργία της [GSD] όταν εξαγόρασε την εταιρία αυτή το 1994. Το εμπορικό ενδιαφέρον της εξαγοράς αυτής ήταν κυρίως η απόκτηση προσβάσεως σε αγορά για το παραγόμενο από τον όμιλο της προσφεύγουσας χαρτί αλλά με αυτήν δεν υπήρχε καμία πρόθεση παρεμβάσεως στην εμπορική συμπεριφορά της [GSD] ούτε, ειδικότερα, στον τομέα των πλαστικών βιομηχανικών σάκων, στον οποίο η προσφεύγουσα δεν είχε παρουσία και ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, είχε μικρή οικονομική σημασία» ( 25 ). |
|
40. |
Η υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων την οποία υπέχει το Γενικό Δικαστήριο (δυνάμει των άρθρων 36 και 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου) δεν συνεπάγεται ότι οφείλει να παραθέσει αιτιολογία που να ακολουθεί σε όλη τους την έκταση και ένα προς ένα όλα τα επιχειρήματα που διατύπωσαν οι διάδικοι. Η αιτιολογία μπορεί, ως εκ τούτου, να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει στους μεν ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να γνωρίσουν τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στο δε Δικαστήριο επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον αναιρετικό του έλεγχο ( 26 ). |
|
41. |
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο προέβη στις εξής διαπιστώσεις όσον αφορά την καθοριστική επιρροή της Groupe Gascogne επί της GSD:
[…]
|
|
42. |
Στις ως άνω σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τα αποδεικτικά στοιχεία και έκρινε ότι η Groupe Gascogne είχε σε τέτοιο βαθμό ενεργό ανάμιξη στη λειτουργία της GSD ώστε να ασκεί πραγματικό έλεγχο επί της θυγατρικής της. |
|
43. |
Φρονώ, συνεπώς, ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που προέβαλε η Groupe Gascogne είναι αβάσιμος. Η αιτιολογία του Γενικού Δικαστηρίου είναι επαρκής προκειμένου να παράσχει στους μεν ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να γνωρίσουν τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, στο δε Δικαστήριο επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον αναιρετικό του έλεγχο. Ως εκ τούτου, η απόφαση ουδόλως πάσχει έλλειψη αιτιολογίας, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Groupe Gascogne. |
|
44. |
Κατά συνέπεια, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν. |
Τρίτος λόγος αναιρέσεως: ερμηνεία του όρου «επιχείρηση» για την εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003
Συνοπτική παρουσίαση των επιχειρημάτων των διαδίκων
Η αίτηση αναιρέσεως της Groupe Gascogne
|
45. |
Η Groupe Gascogne υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε κατά την ερμηνεία του όρου «επιχείρηση» του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. Σκοπός της εν λόγω διατάξεως είναι να διασφαλιστεί ότι τα επιβαλλόμενα πρόστιμα δεν θα είναι υπερβολικά. Κατά την ερμηνεία της το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε διττώς. Πρώτον, υπέπεσε σε σύγχυση της έννοιας της «επιχειρήσεως» με την έννοια της «προσωπικής ευθύνης». Η έννοια «επιχείρηση» στο δίκαιο του ανταγωνισμού είναι πολύ συγκεκριμένη· δεν ερμηνεύεται δε με τον ίδιο τρόπο όπως η έννοια της «προσωπικής ευθύνης». Η επιχείρηση πρέπει να οριστεί με αναφορά στην οντότητα στην οποία μπορεί να καταλογιστεί η αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτική. |
|
46. |
Δεύτερον, η Groupe Gascogne υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη συγχέοντας την έννοια της επιχειρήσεως με την έννοια του επιχειρηματικού ομίλου. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου μόνο στην περίπτωση που ο όλος επιχειρηματικός όμιλος αποτελεί μία και μόνη επιχείρηση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο παγκόσμιος κύκλος εργασιών της για τον υπολογισμό του ορίου του 10 % προκειμένου να καθοριστεί το ανώτατο όριο του προστίμου για την εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. Από την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (ή της προσβαλλομένης αποφάσεως) δεν προκύπτει η ύπαρξη τέτοιου ομίλου. |
|
47. |
Το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην GSD με την προσβαλλόμενη απόφαση ανέρχεται σε 13,2 εκατομμύρια ευρώ, ενώ η Groupe Gascogne ευθύνεται εις ολόκληρον μέχρι του ποσού των 9,9 εκατομμυρίων ευρώ. Η Groupe Gascogne υποστηρίζει ότι το ανώτατο όριο του προστίμου δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των 2070400 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 10 % του κύκλου εργασιών της GSD. Το ποσό αυτό προβάλλεται υπό την προϋπόθεση της ευδοκιμήσεως του δεύτερου λόγου αναιρέσεως της Groupe Gascogne, δηλαδή ότι δεν είναι δυνατόν να της καταλογισθεί η παράβαση που διέπραξε η GSD. |
Η απάντηση της Επιτροπής
|
48. |
Κατά την Επιτροπή ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά πάγια νομολογία ο κύκλος εργασιών όλης της επιχειρήσεως αποτελεί ένδειξη για την οικονομική της σημασία και την επιρροή της στην αγορά. Η Groupe Gascogne θεωρείται υπεύθυνη για την παράβαση της GSD. Η Επιτροπή μπορούσε συνεπώς να καθορίσει το ανώτατο όριο του προστίμου αναφερόμενη στο 10 % του κύκλου εργασιών που πραγματοποιεί ο όμιλος παγκοσμίως. |
Εκτίμηση
|
49. |
Πώς πρέπει να καθορίζεται το όριο του 10 % (το ανώτατο όριο του προστίμου) στην περίπτωση που καταλογίζεται ευθύνη στη μητρική εταιρία για παράβαση που διαπράττει η κατά 100 % θυγατρική της; Η Groupe Gascogne αμφισβητεί την πάγια νομολογία ότι υπό τις περιστάσεις αυτές το προβλεπόμενο στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 όριο του 10 % υπολογίζεται βάσει του παγκόσμιου κύκλου εργασιών των εταιριών που συναποτελούν τον όμιλο. Υποστηρίζει ότι στην υπό κρίση υπόθεση ο υπολογισμός του ορίου του 10 % θα πρέπει να γίνει βάσει του κύκλου εργασιών που πραγματοποίησαν αθροιστικώς η ίδια και η GSD. Κατ’ αποτέλεσμα το ανώτατο όριο του προστίμου θα ήταν μικρότερο, δεδομένου ότι το 10 % του κύκλου εργασιών που πραγματοποιούν η Groupe Gascogne (δηλαδή ο κύκλος εργασιών της μητρικής εταιρίας χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι θυγατρικές της) και η GSD θα ήταν μικρότερο ποσό από το 10 % του παγκόσμιου κύκλου εργασιών ολόκληρου του ομίλου. |
|
50. |
Δεν συμφωνώ με την Groupe Gascogne. |
|
51. |
Η έννοια του όρου «επιχείρηση» κατά το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 ερμηνεύεται διασταλτικώς. Είναι ευρύτερη από την έννοια ενός φορέα που ασκεί οικονομική δραστηριότητα. Ποιος είναι ο φορέας που αποτελεί επιχείρηση για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής; |
|
52. |
Το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 αναφέρεται στις «[…] επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση […]». |
|
53. |
Στην έννοια της επιχειρήσεως περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε φορέας ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό του καθεστώς και τον τρόπο χρηματοδοτήσεώς του. Με τον όρο αυτό νοείται μια οικονομική οντότητα, έστω και αν από νομική άποψη η οικονομική αυτή οντότητα αποτελείται από περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Στην περίπτωση που ο οικονομικός αυτός φορέας παραβιάζει τους κανόνες του ανταγωνισμού, φέρει, κατά την αρχή της προσωπικής ευθύνης, την ευθύνη της παραβιάσεως αυτής ( 28 ). |
|
54. |
Στην περίπτωση που η ευθύνη καταλογίζεται σε μητρική εταιρία, θεωρείται ότι αυτή είχε μετάσχει στην παράβαση. Επομένως, επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 είναι η μητρική και η θυγατρική. |
|
55. |
Σκοπός του ανωτάτου ορίου του 10 % είναι να αποφευχθεί η επιβολή προστίμων για τα οποία μπορεί να προβλεφθεί ότι οι επιχειρήσεις, ενόψει του μεγέθους τους, όπως αυτό καθορίζεται από τον παγκόσμιο κύκλο εργασιών τους, δεν θα είναι σε θέση να τα καταβάλουν ( 29 ). Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ερμηνεύοντας το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 ( 30 ) ότι η αποτροπή είναι ένα από τα στοιχεία που συνεκτιμώνται κατά τον υπολογισμό του ποσού του προστίμου. |
|
56. |
Φρονώ, συνεπώς, ότι, στην περίπτωση που η μητρική εταιρία κρίνεται ότι ευθύνεται εις ολόκληρον με τη θυγατρική της για την παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού, ο καθορισμός του ορίου του 10 % για τα επιβαλλόμενα πρόστιμα βάσει του παγκόσμιου κύκλου εργασιών ολόκληρου του ομίλου συνάδει τόσο με το γράμμα όσο και με τον σκοπό του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. Κατά το δίκαιο της Ένωσης ουδόλως απαιτείται οι υπόλοιπες θυγατρικές του ομίλου να δραστηριοποιούνται στην ίδια αγορά ή να συνδέονται με την παράβαση προκειμένου ο κύκλος εργασιών τους να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό του προστίμου που θα επιβληθεί. |
|
57. |
Η Επιτροπή καλεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ορισμένες πράξεις του παραγώγου δικαίου οι οποίες διέπουν τους εταιρικούς λογαριασμούς και ιδίως την οδηγία για τους ενοποιημένους λογαριασμούς. Ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται προς στήριξη του επιχειρήματός της ότι το ανώτατο όριο του 10 % πρέπει να καθορίζεται βάσει του παγκόσμιου κύκλου εργασιών της επίμαχης επιχειρήσεως. Κατά την εκτίμησή μου δεν έλαβα υπόψη τις πράξεις αυτές. |
|
58. |
Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει προφανής αναλογία με την οδηγία για τους ενοποιημένους λογαριασμούς. Ο ορισμός της επιχειρήσεως κατά το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής δεν ταυτίζεται με τον ορισμό του οποίου γίνεται εφαρμογή στο δίκαιο του ανταγωνισμού στην περίπτωση που καταλογίζεται στη μητρική εταιρία η ευθύνη για παράβαση την οποία διέπραξε η θυγατρική της. Μάλιστα, ο ορισμός των «ενοποιημένων λογαριασμών» δεν είναι ίδιος με τον ορισμό του παγκόσμιου κύκλου εργασιών σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. |
|
59. |
Τέλος, όσον αφορά την προβαλλόμενη έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ( 31 ), επισημαίνω ότι το Γενικό Δικαστήριο εκθέτει τα επιχειρήματα της Groupe Gascogne στις σκέψεις 96 έως 104 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Από τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη στις σκέψεις 107 έως 110 προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα αυτά. Πράγματι, έκρινε ότι η Groupe Gascogne και η GSD συναποτελούσαν μία επιχείρηση και ότι κατά τους κανόνες του δικαίου του ανταγωνισμού ο υπολογισμός του ανωτάτου ορίου του 10 % έπρεπε να γίνει βάσει του παγκόσμιου κύκλου εργασιών όλων των εταιριών του ομίλου Groupe Gascogne. |
|
60. |
Στη σκέψη 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε τα εξής: «[…] το όριο του 10 % πρέπει να υπολογίζεται επί του συνολικού κύκλου εργασιών όλων των εταιριών που απαρτίζουν τον όμιλο επικεφαλής του οποίου τίθεται η μητρική εταιρία, διότι μόνον ο συνολικός κύκλος εργασιών των εταιριών που απαρτίζουν τον όμιλο μπορεί να αποτελέσει ένδειξη περί του μεγέθους και της οικονομικής ισχύος της εν λόγω επιχειρήσεως (Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 90[ ( 32 )])» ( 33 ). |
|
61. |
Στη σκέψη 111 το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι: «[…] για να ληφθεί υπόψη ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών της μητρικής εταιρίας όσον αφορά την εφαρμογή του ορίου του 10 % του κύκλου εργασιών της επίμαχης επιχειρήσεως δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι κάθε θυγατρική από αυτές από τις οποίες απαρτίζεται ο όμιλος δεν καθορίζει αυτοτελώς τη συμπεριφορά της στην αγορά.» ( 34 ) |
|
62. |
Επιπλέον, στη σκέψη 112 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, δεχόμενο τον καθορισμό του ορίου του 10 % βάσει του παγκόσμιου κύκλου εργασιών, δεν καταλόγιζε ευθύνη για την παράβαση στις λοιπές, πλην της GSD, θυγατρικές οι οποίες απάρτιζαν τον όμιλο της Groupe Gascogne. |
|
63. |
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 113 ότι, για να ληφθεί υπόψη ο παγκόσμιος κύκλος εργασιών της τελικής μητρικής εταιρίας (Groupe Gascogne) προκειμένου να υπολογισθεί το όριο του 10 %, δεν απαιτείται οι θυγατρικές οι οποίες απαρτίζουν τον όμιλο να αναπτύσσουν δραστηριότητα στην ίδια αγορά, ούτε να υπάρχει σύνδεσμος μεταξύ της παραβάσεως και των θυγατρικών αυτών. |
|
64. |
Στις σκέψεις αυτές το Γενικό Δικαστήριο καθιστά σαφή την κρίση του ότι η Groupe Gascogne και η GSD συναποτελούν την ίδια επιχείρηση για την εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 και ότι κατά τον υπολογισμό του ορίου του 10 % πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο παγκόσμιος κύκλος εργασιών των εταιριών που συναποτελούν την επιχείρηση αυτή. Δεν έκρινε ότι η συμπεριφορά των υπολοίπων θυγατρικών του ομίλου ήταν κρίσιμη όσον αφορά το ζήτημα του καθορισμού του προστίμου. Ούτε έκρινε ότι οι θυγατρικές αυτές συνδέονταν με την παράβαση ( 35 ). |
|
65. |
Δεδομένου ότι οι ως άνω σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως παρέχουν στους μεν ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να γνωρίσουν τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στο δε Δικαστήριο επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον αναιρετικό του έλεγχο εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ουδόλως πάσχει έλλειψη αιτιολογίας. |
|
66. |
Εκτιμώ, συνεπώς, ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. |
|
67. |
Προσθέτω ότι, στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει διαφορετικά (ήτοι ότι το όριο του 10 % πρέπει να καθορίζεται βάσει του αθροίσματος του κύκλου εργασιών και όχι βάσει του παγκόσμιου κύκλου εργασιών) αλλά δεχθεί ότι η Groupe Gascogne ευθύνεται εις ολόκληρον για το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην GSD μέχρι του ποσού των 9,9 εκατομμυρίων ευρώ, θα αντιμετωπίσει τη δυσχέρεια της ανυπαρξίας πληροφοριών ενώπιόν του σχετικά με τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιούσαν αθροιστικώς οι δύο εταιρίες κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Δεν είναι επομένως δυνατόν να γίνει υπολογισμός του 10 % του ποσού αυτού και να διαπιστωθεί αν θα είχε ως συνέπεια μείωση του καταβλητέου από την Groupe Gascogne προστίμου και, σε καταφατική περίπτωση, το μέγεθος της μειώσεως αυτής. Η υπόθεση θα πρέπει σε μία τέτοια περίπτωση να αναπεμφθεί στο Γενικό Δικαστήριο. |
Αδυναμία καταβολής των επιβληθέντων προστίμων
|
68. |
Η Groupe Gascogne, όπως και η θυγατρική της GSD, ανέπτυξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου επιχειρήματα σχετικά με την τρέχουσα οικονομική της κατάσταση, προβάλλοντας αδυναμία καταβολής του προστίμου που επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Αντίστοιχα επιχειρήματα δεν προβλήθηκαν πρωτοδίκως ούτε έγινε επίκληση οποιασδήποτε διατάξεως της Συνθήκης, του Οργανισμού ή του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου για τη θεμελίωσή τους. |
|
69. |
Φρονώ ότι τα επιχειρήματα της Groupe Gascogne σχετικά με την αδυναμία της να καταβάλει το πρόστιμο είναι απαράδεκτα για τους ίδιους τρεις λόγους που εξέθεσα στα σημεία 121 έως 124 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως Gascogne Sack Deutschland. |
Υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης
|
70. |
Οι καθυστερήσεις των ένδικων διαδικασιών έχουν δώσει κατά καιρούς στους λογοτέχνες άφθονες ευκαιρίες για πνευματώδη σχόλια. Ως παράδειγμα σχετικό με τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, θα αρκεστώ στην παράθεση του εξής αποσπάσματος από τον πρόλογο του Charles Dickens στην πρώτη έκδοση του Bleak House [Ζοφερός οίκος]: «Πριν από λίγους μήνες, ένας δικαστής του Court of Chancery είχε την καλοσύνη να ενημερώσει δημοσίως εμένα μεταξύ άλλων περίπου εκατόν πενήντα ανδρών και γυναικών, τους οποίους δεν βάρυνε καμία υποψία τρέλας, ότι το Court of Chancery, παρότι λαμπρό αντικείμενο της προκαταλήψεως του κοινού (στο οποίο σημείο είχα την εντύπωση ότι το βλέμμα του δικαστή στράφηκε προς εμένα), ήταν σχεδόν ανεπίληπτο. Παραδέχθηκε, βεβαίως, την ύπαρξη μικρού ελαττώματος ως προς τους ρυθμούς του, αλλά σε αυτό δινόταν, αφενός, υπερβολική σημασία και, αφετέρου, το ελάττωμα αυτό οφειλόταν πλήρως στη “φειδωλία του κοινού”· το οποίο ένοχο κοινό, κατά τα φαινόμενα, είχε μέχρι πρόσφατα μετ’ επιτάσεως επιμείνει ώστε με κανένα τρόπο να μην αυξηθεί ο αριθμός των δικαστών του Court of Chancery που είχε οριστεί –νομίζω από τον Ριχάρδο τον Βʹ ή οποιονδήποτε άλλον βασιλιά, δεν νομίζω ότι το όνομα έχει σημασία. [ελεύθερη μετάφραση]» |
|
71. |
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η Groupe Gascogne προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 47 του Χάρτη επειδή δεν αποφάνθηκε επί της υποθέσεως εντός ευλόγου προθεσμίας. Δεν είναι η πρώτη φορά που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου το ζήτημα του τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα για την εκδίκαση υποθέσεων ανταγωνισμού ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ( 36 ). Εντούτοις, η υπόθεση αυτή δίνει τη δυνατότητα αλλά και απαιτεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει ορισμένα ζητήματα αρχής ( 37 ). Πότε και ενώπιον ποιου δικαιοδοτικού οργάνου (του Γενικού Δικαστηρίου ή του Δικαστηρίου κατ’ αναίρεση) πρέπει να προβληθεί η αδικαιολόγητη καθυστέρηση; Ποια είναι τα εφαρμοστέα κριτήρια για να διαπιστωθεί τι συνιστά «αδικαιολόγητη» ή «υπερβολική» καθυστέρηση; Και, εάν γίνει δεκτό ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ποιό είναι το πρόσφορο μέσο ένδικης προστασίας; |
Το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου προθεσμίας
|
72. |
Η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας είναι γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου που απορρέει από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών. Έχει κατοχυρωθεί με τα άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ και επιβεβαιωθεί με το άρθρο 47 του Χάρτη ( 38 ). Το άρθρο 47 προβλέπει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και εκδικάσεως της υποθέσεώς του εντός ευλόγου προθεσμίας. Κατά το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, δεδομένου ότι τα δικαιώματα που κατοχυρώνει το άρθρο 47 αντιστοιχούν σε δικαιώματα που διασφαλίζονται στην ΕΣΔΑ, η έννοια και η εμβέλειά τους πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα των άρθρων 6, παράγραφος 1, και 13 της ΕΣΔΑ ( 39 ). Συνεπώς, τα κριτήρια που διαμορφώνει το Δικαστήριο του Στρασβούργου κατά την ερμηνεία των διατάξεων αυτών θα πρέπει να εφαρμόζονται προκειμένου να διαπιστωθεί αν ορισμένη υπόθεση έχει εκδικασθεί εντός ευλόγου προθεσμίας και να καθοριστεί ο τρόπος επανορθώσεως της παραβιάσεως της αρχής ( 40 ). Το ως άνω δικαστήριο έκρινε με την απόφασή του επί της υποθέσεως Sürmeli ( 41 ) ότι τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν την υποχρέωση να οργανώνουν τα νομικά τους συστήματα κατά τέτοιο τρόπο ώστε τα δικαστήριά τους να έχουν τη δυνατότητα να εκπληρώνουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, συμπεριλαμβανομένης της υποχρεώσεως εκδικάσεως των υποθέσεων εντός ευλόγου προθεσμίας. |
|
73. |
Βεβαίως, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ακόμη συμβαλλόμενο μέρος στην ΕΣΔΑ. Εντούτοις, καθόσον τα κράτη μέλη έχουν ήδη ορίσει ότι ο Χάρτης έχει κύρος αντίστοιχο με τις Συνθήκες, έχουν δεσμευθεί να διασφαλίζουν ότι, στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, τα δικαιώματα που κατοχυρώνει ο Χάρτης θα τηρούνται με αποτελεσματικό τρόπο. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Ένωση ευρίσκεται στο στάδιο των αναγκαίων διαπραγματεύσεων για την προσχώρησή της στην ΕΣΔΑ. Εκτιμώ, συνεπώς, ότι τα κράτη μέλη έχουν, κατ’ αρχήν, ήδη δεσμευθεί να εξασφαλίζουν ότι τα δικαιοδοτικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν τη δυνατότητα να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 47 του Χάρτη και του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ και να διασφαλίζουν δίκαιη δίκη εντός ευλόγου προθεσμίας για τις υποθέσεις που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία τους. |
Προβολή της αδικαιολόγητης καθυστερήσεως
|
74. |
Είναι προφανές ότι ο βέλτιστος τρόπος για την αποτροπή της προσβολής του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου προθεσμίας είναι να διασφαλιστεί η λήψη μέτρων προτού η καθυστέρηση στην εξέταση της υποθέσεως καταστεί υπερβολική. Η αποτελεσματική διαχείριση των υποθέσεων από το ίδιο το δικαιοδοτικό όργανο είναι φυσικά η προτιμώμενη διαδικασία. Φρονώ, όμως, ότι είναι απολύτως πρέπον και εύλογο να εκφράζει ένας διάδικος την ανησυχία του για την αδικαιολόγητη επιμήκυνση της διάρκειας της διαδικασίας, χωρίς απαραίτητα να αναμείνει την έκδοση της αποφάσεως. Αυτό μπορεί (για παράδειγμα) να το πράξει επικοινωνώντας με τη γραμματεία μετά από παρατεταμένο χρονικό διάστημα φαινομενικής απραξίας προκειμένου να ζητήσει πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο της υποθέσεως. Δεν θεωρώ ότι οι διάδικοι υπέχουν οποιαδήποτε υποχρέωση να προβούν σε τέτοιες ενέργειες ενώπιον του δικαιοδοτικού οργάνου· αλλά το πλεονέκτημα της προληπτικής δράσεως του διαδίκου μπορεί να είναι το ενδεχόμενο αντιμετωπίσεως του προβλήματος εν τη γενέσει του. Το δικαιοδοτικό όργανο μπορεί να προβεί σε ενέργειες προκειμένου να διασφαλίσει την επιτάχυνση του υπολοίπου της διαδικασίας ώστε, συνολικά, να γίνει σεβαστό το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου προθεσμίας. |
|
75. |
Το κατά πόσον ο διάδικος προβάλλει το ζήτημα αυτό ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δεν επηρεάζει, κατά τη γνώμη μου, καθόλου το επακόλουθο δικαίωμά του να το προβάλλει κατ’ αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου. |
|
76. |
Η αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Ως λόγοι αναιρέσεως επιτρέπεται να προβάλλονται διαδικαστικές πλημμέλειες που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος ( 42 ). Κατά πάγια νομολογία η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης αποτελεί διαδικαστική πλημμέλεια για την οποία το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι παραδεκτώς προβάλλεται ( 43 ). |
Η υπερβολική διάρκεια των ένδικων διαδικασιών: μια μετρήσιμη έννοια;
|
77. |
Το Δικαστήριο του Στρασβούργου εκτιμά τον εύλογο χαρακτήρα της διάρκειας της διαδικασίας υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων περιστάσεων της ενώπιόν του υποθέσεως και συνεκτιμά τα εξής τέσσερα κριτήρια τα οποία έχει θέσει με τη νομολογία του: τα διακυβευόμενα με τη δίκη συμφέροντα του διαδίκου, την περιπλοκότητα της υποθέσεως, τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος και τη συμπεριφορά των αρμοδίων αρχών ( 44 ). |
|
78. |
Στην απόφαση Baustahlgewebe το Δικαστήριο υπολόγισε τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (την οποία χαρακτήρισε ως «πολύ μεγάλη») λαμβάνοντας ως αφετηρία της την ημερομηνία καταθέσεως της προσφυγής ακυρώσεως και ως χρονικό σημείο περατώσεώς της την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου (στην υπόθεση εκείνη, περίπου πέντε έτη και έξι μήνες) ( 45 ). Μεταξύ του πέρατος της έγγραφης διαδικασίας και της αποφάσεως περί ενάρξεως της προφορικής διαδικασίας είχαν παρέλθει 32 μήνες. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα αποφασίστηκε η συνένωση 11 υποθέσεων προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας. Κατά το Δικαστήριο ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν κάθε υπόθεση και εφάρμοσε τα κριτήρια που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου και τα οποία μόλις εξέθεσα (στο εξής: κριτήρια της αποφάσεως Baustahlgewebe). Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ορισμένους περιορισμούς οι οποίοι είναι συμφυείς με τη διαδικασία ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης. Ειδικότερα, έκρινε ότι πρέπει να συνεκτιμώνται οι κανόνες σχετικά με το γλωσσικό καθεστώς της διαδικασίας ( 46 ). |
|
79. |
Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Der Grüne Punkt ( 47 ) η συνολική διάρκεια της διαδικασίας ήταν 5 έτη και 10 μήνες, στην οποία περιλαμβάνονται 3 έτη και 9 μήνες μεταξύ του πέρατος της έγγραφης διαδικασίας και της ενάρξεως της προφορικής διαδικασίας. Το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη σε διαδικαστικές ενέργειες κατά το χρονικό αυτό διάστημα. Το Δικαστήριο εκτίμησε κατ’ αναίρεση το χρονικό διάστημα μεταξύ της καταθέσεως της προσφυγής και της δημοσιεύσεως της αποφάσεως υπό το πρίσμα των κριτηρίων της αποφάσεως Baustahlgewebe. |
|
80. |
Τόσο στην υπόθεση Baustahlgewebe όσο και στην υπόθεση Der Grüne Punkt το Δικαστήριο, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν είχε εκδικάσει την υπόθεση εντός ευλόγου προθεσμίας. Εντούτοις, η προσέγγιση που έχει ακολουθηθεί έως τώρα για να διαπιστωθεί η ύπαρξη αδικαιολόγητης επιμηκύνσεως της διάρκειας της διαδικασίας είναι ίσως περισσότερο πραγματιστική παρά επιστημονική. |
|
81. |
Θεωρώ σημαντική την αποφυγή του πειρασμού της γενικεύσεως σχετικά με το τι είναι «υπερβολικό» με αποκλειστική επικέντρωση στη συνολική διάρκεια της διαδικασίας. Αντιθέτως, φρονώ ότι το ορθό σημείο αφετηρίας είναι η περιγραφή της δραστηριότητας του Γενικού Δικαστηρίου και οι περιορισμοί υπό τους οποίους λειτουργεί, προκειμένου να γίνει αντιληπτή η επίδραση των στοιχείων αυτών ως προς τον απαιτούμενο χρόνο για την εκδίκαση των υποθέσεων και, επ’ αυτής της βάσεως, να προσδιοριστούν σαφέστερα τα χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια του χειρισμού ορισμένης υποθέσεως τα οποία πρέπει να είναι αντικείμενο ιδιαίτερου ελέγχου. |
|
82. |
Οι αρμοδιότητες του Γενικού Δικαστηρίου έχουν αυξηθεί σημαντικά από την ίδρυσή του το 1989 ( 48 ). Αφήνοντας κατά μέρος τους κλάδους του δικαίου που δεν αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο δικαστικός έλεγχος που ασκεί επί των αποφάσεων της Επιτροπής σε υποθέσεις ανταγωνισμού δεν μπορεί να εξομοιωθεί απλώς με τον ασκούμενο από εθνικό δικαστήριο που δικάζει υποθέσεις ανταγωνισμού. Στις υποθέσεις συμπράξεων στην Ένωση συχνά εμπλέκονται επιχειρήσεις από διάφορα κράτη, οι οποίες ασκούν προσφυγές ακυρώσεως στη γλώσσα της επιλογής τους μεταξύ των 23 (σύντομα 24) επισήμων γλωσσών που έχουν στη διάθεσή τους. Μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας, πρέπει τα δικόγραφα να μεταφραστούν στην κοινή γλώσσα εργασίας προκειμένου οι δικαστές και οι εισηγητές των γραφείων τους να αρχίσουν τη μελέτη της δικογραφίας. Το Γενικό Δικαστήριο εξυπηρετεί η ίδια διεύθυνση μεταφράσεως που εξυπηρετεί και το Δικαστήριο. Υπάρχουν συγκρουόμενες απαιτήσεις για τους μεταφραστικούς πόρους· και δεν είναι ρεαλιστικό να υποτεθεί ότι όλες οι μεταφράσεις για κάθε υπόθεση ανταγωνισμού ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου μπορούν να έχουν (ή θα έπρεπε να έχουν) την ίδια προτεραιότητα όπως (για παράδειγμα) μια επείγουσα προδικαστική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με προσφεύγοντα υπό κράτηση. Στην περίπτωση που έχει κατατεθεί πλήρης σειρά εκτενών δικογράφων (προσφυγή, υπόμνημα αντικρούσεως, απαντήσεως και ανταπαντήσεως), πιθανώς με χορήγηση παρατάσεως για όλα πλην της αρχικής προσφυγής, και κάθε ένα από τα έγγραφα αυτά πρέπει να μεταφραστεί, δεν είναι απίθανο να παρέλθει χρονικό διάστημα περίπου 20 με 22 μηνών πριν την ύπαρξη οποιασδήποτε ουσιαστικής δυνατότητας ενάρξεως της μελέτης της δικογραφίας ( 49 ). Επισημαίνω, δηλαδή, ότι η διασυνοριακός και πολύγλωσσος χαρακτήρας του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης θα τείνει κατ’ αποτέλεσμα στην επιμήκυνση του χρόνου που θα παρέρχεται προτού να είναι δυνατή η έναρξη της εξετάσεως ορισμένης υποθέσεως ( 50 ). |
|
83. |
Πιθανώς, όμως, δεν υπάρχει «μέση» υπόθεση ανταγωνισμού. Ορισμένες ενδέχεται να είναι σχετικά απλές, μετά από την εξέταση της ουσίας των προβαλλόμενων επιχειρημάτων. Σε άλλες μπορεί να προκύπτουν σύνθετα, πολύπλοκα και καινοφανή ζητήματα. Σε ορισμένες υποθέσεις, ο όγκος και μόνο των εγγράφων και των τεχνικών στοιχείων που πρέπει να εξεταστούν αποτελεί αξιοσέβαστο εγχείρημα. Στην περίπτωση που πολλές επιχειρήσεις αμφισβητούν απόφαση της Επιτροπής που τους επιβάλλει πρόστιμο για τη συμμετοχή τους σε σύμπραξη είναι λογικό οι υποθέσεις τους να συνεκδικάζονται. Αυτό όμως σημαίνει ότι οι επιμέρους υποθέσεις δεν μπορούν να έχουν ταχύτερη πρόοδο από εκείνη της υποθέσεως με τη βραδύτερη εξέλιξη στην ομάδα αυτή υποθέσεων. |
|
84. |
Εφόσον το Γενικό Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο, προκειμένου να εξετάσει προσηκόντως ορισμένη υπόθεση να προβεί σε ενέργειες οργανώσεως της διαδικασίας (για παράδειγμα, συγκαλώντας άτυπη σύσκεψη για την οργάνωση της διαδικασίας, ή ζητώντας εγγράφως περαιτέρω πληροφορίες από τους διαδίκους), ο χρόνος αυτός σαφώς δεν θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη εξέταση του χρόνου που απαιτήθηκε για την εκδίκαση της υποθέσεως. Ο χρόνος που δαπανάται για να διασφαλισθεί η διεξαγωγή δίκαιης δίκης είναι χρόνος που έχει διανυθεί ευλόγως. |
|
85. |
Τι συμβαίνει όμως με το επιχείρημα ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι υπερφορτωμένο με σημαντικό αριθμό εκκρεμών υποθέσεων και ότι τούτο έχει αναπόφευκτα ως συνέπεια ο χρόνος που είναι αναγκαίος προκειμένου το Γενικό Δικαστήριο να εκδικάσει τις ενώπιόν του υποθέσεις να αυξάνεται ουσιωδώς σε σχέση με τον χρόνο που θα ήταν άλλως αναγκαίος; |
|
86. |
Μολονότι κατανοώ βεβαίως τη δυσχερή θέση στην οποία βρίσκεται το Γενικό Δικαστήριο, φρονώ εντούτοις ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει επίκληση γενικώς του φόρτου των υποθέσεων προκειμένου να δικαιολογηθεί υπερβολική καθυστέρηση στην εκδίκασή τους η οποία έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου προθεσμίας. |
|
87. |
Κατά το μέτρο που οι αναθεωρημένες εσωτερικές διαδικασίες και οι ενέργειες οργανώσεως της διαδικασίας μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα τη βελτιωμένη χρήση των υφιστάμενων πόρων, είναι αυτονόητο ότι πρόκειται για σκοπό που πρέπει να επιδιώκεται ενεργώς. Όντως, το Γενικό Δικαστήριο ήδη αναθεωρεί τον Κανονισμό του Διαδικασίας προς την κατεύθυνση αυτή. Η προσπάθεια, όμως, για ταχύτερη εκδίκαση των υποθέσεων δεν πρέπει να καταστεί σκοπός που παραμερίζει κάθε άλλο σκοπό. Το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου προθεσμίας περιλαμβάνει δύο κύρια στοιχεία και όχι ένα. Η λήψη κάθε μέτρου συντομεύσεως προκειμένου να γίνει ταχύτερα η εκδίκαση των υποθέσεων δεν θα ήταν συμβατή με την τήρηση του συνολικά δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας. Ούτε, γενικότερα, θα ήταν πρόσφορος τρόπος για τη διεξαγωγή των ένδικων διαδικασιών. Οι υπό κρίση συναφείς αιτήσεις αναιρέσεως αφορούν υποθέσεις εταιριών στις οποίες επιβλήθηκαν σημαντικά πρόστιμα λόγω των, κατά την εκτίμηση της Επιτροπής, πολύ σοβαρών παραβιάσεων των κανόνων του ανταγωνισμού. Οι επιχειρήσεις αυτές έχουν το δικαίωμα να προβάλουν τα επιχειρήματά τους κατά της ως άνω αποφάσεως και αυτά τα επιχειρήματα να αποτελέσουν αντικείμενο επιμελούς εξετάσεως και να έχουν επίσης την πεποίθηση, είτε δικαιωθούν είτε όχι, ότι το Γενικό Δικαστήριο τήρησε τις διαδικαστικές εγγυήσεις κατά την εξέταση της υποθέσεώς τους. Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, ο έλεγχος πλήρους δικαιοδοσίας εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου είναι αναγκαίος για τη διασφάλιση του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας στην περίπτωση που η Επιτροπή ενεργεί ως αρχή αρμόδια για την έρευνα, τη δίωξη και την επιβολή προστίμων ( 51 ). Όπως επισήμανα ήδη, ο χρόνος που απαιτείται για αυτή την ενδελεχή εξέταση δεν είναι «υπερβολικός» ή «χαμένος». Είναι το θεμέλιο της νομιμοποιήσεως των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
88. |
Κατά το μέτρο που οι διαθέσιμοι πόροι του Γενικού Δικαστηρίου είναι ανεπαρκείς για τη δέουσα αντιμετώπιση του υπάρχοντος και του ευλόγως αναμενόμενου μελλοντικού φόρτου υποθέσεων, την ευθύνη πρέπει να φέρουν τα κράτη μέλη. |
|
89. |
Έχω ήδη αναφερθεί ( 52 ) στην υποχρέωση που υπέχουν τα συμβαλλόμενη κράτη στην ΕΣΔΑ να διασφαλίζουν ότι τα δικαστήριά τους είναι οργανωμένα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να γίνεται σεβαστό το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου προθεσμίας. Δεν θεωρώ ότι συντρέχει οποιοσδήποτε πειστικός λόγος για άλλη προσέγγιση όσον αφορά τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης. Οι αρμοδιότητες του Γενικού Δικαστηρίου (και μαζί τους, ταυτόχρονα, ο φόρτος εργασίας του δικαιοδοτικού αυτού οργάνου) έχουν αυξηθεί σημαντικά με την πάροδο των ετών. Το πρόβλημα που σχετίζεται με τον αριθμό των εκκρεμών υποθέσεων ενώπιον του δικαστηρίου αυτού είναι παγκοίνως γνωστό. Ζητήθηκε η αύξηση του αριθμού των δικαστών ( 53 ) –έως τώρα χωρίς αποτέλεσμα. Ακόμη και στο πλαίσιο του υφιστάμενου καθεστώτος ανακύπτουν ενίοτε δυσχέρειες. Ο νυν Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου επέστησε δημόσια την προσοχή στη μείωση που παρουσιάζει η παραγωγικότητα του Γενικού Δικαστηρίου στην περίπτωση που η διαδικασία αναδιορισμού των δικαστών δεν γίνεται ομαλώς (συνεκτιμωμένου του ελέγχου που ασκεί η επιτροπή του άρθρου 255) και υπάρχει μακρά περίοδος αβεβαιότητας μέχρι την ημερομηνία ανανεώσεως των μελών ( 54 ). Πρόκειται για ειλικρινείς ανησυχίες ( 55 ). Τα πρόσωπα που υπάγονται στη δικαιοδοσία ορισμένου κράτους μέλους έχουν δικαίωμα να προσδοκούν ότι το κράτος αυτό θα οργανώσει το εθνικό δικαστικό του σύστημα κατά επαρκή και αποτελεσματικό τρόπο, διορίζοντας δικαστές με επάρκεια προσόντων, ανανεώνοντας τη θητεία τους (υπό την προϋπόθεση ότι είναι ικανοί), προκειμένου να διατηρεί σταθερό και αποτελεσματικό δικαστικό σώμα, και παρέχοντας επαρκές διοικητικό προσωπικό. Τα πρόσωπα των οποίων οι υποθέσεις άγονται ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης έχουν επίσης δικαίωμα να λαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία του δικαιώματός τους σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου προθεσμίας. |
|
90. |
Κατά συνέπεια, οι δυσχέρειες που προκαλούνται από τον υπερβολικό φόρτο υποθέσεων, καίτοι πραγματικές, θα πρέπει να μη λαμβάνονται υπόψη όταν εκτιμάται το κατά πόσον υπήρξε υπερβολική καθυστέρηση στην εκδίκαση ορισμένης υποθέσεως. |
|
91. |
Συνοψίζοντας όσα έχω εκθέσει μέχρι στιγμής, φρονώ ότι είναι θεμιτό, πρώτον, να μη λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος μεταξύ της καταθέσεως της προσφυγής και του πέρατος της έγγραφης διαδικασίας· δεύτερον, να γίνεται αποδεκτό εύλογο πρόσθετο χρονικό διάστημα (λαμβάνω ως γενικό κανόνα τους τέσσερις μήνες, διάστημα όμως που μπορεί να είναι μεγαλύτερο σε περίπτωση σοβαρής υποθέσεως ή ιδιαίτερου φόρτου εργασίας των υπηρεσιών μεταφράσεως κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο) από το πέρας της έγγραφης διαδικασίας προκειμένου να γίνει η μετάφραση και του τελευταίου δικογράφου και, τρίτον, να μη λαμβάνονται υπόψη τα χρονικά διαστήματα τα οποία οφείλονται στις ενέργειες οργανώσεως της διαδικασίας. Πρέπει, συνεπώς, να δίνεται έμφαση στα χρονικά διαστήματα προφανούς αδράνειας, αλλά να επιδεικνύεται όμως εύλογη ανοχή ως προς τον χρόνο που πραγματικά πρέπει να μεσολαβήσει από τη στιγμή που είναι διαθέσιμα τα δικόγραφα στη γλώσσα εργασίας του θεσμικού οργάνου ως τον χρόνο που είναι εύλογα δυνατή η κλήση των διαδίκων για την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ( 56 ). |
|
92. |
Τονίζω και πάλι ότι δεν μπορούμε να βγάλουμε από το μυαλό μας ένα μαγικό αριθμό ο οποίος θα αντιστοιχεί στην «ορθή» διάρκεια του χρονικού διαστήματος μεταξύ της ημερομηνίας που καθίσταται διαθέσιμη η μετάφραση της δικογραφίας και της κλήσεως για την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκειμένου να τηρηθεί το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου προθεσμίας ( 57 ). Για μια σχετικά απλή υπόθεση μπορεί να απαιτούνται έξι μήνες για αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Για μια υπόθεση σημαντικά περιπλοκότερη (ή, παραδείγματος χάριν, για μια σύμπραξη επί της οποίας έχουν ασκηθεί πολλές συναφείς μεταξύ τους προσφυγές) μπορεί να απαιτείται το διπλάσιο αυτού του χρονικού διαστήματος, ενδεχομένως δε και περισσότερο. Γενικώς, συνοψίζοντας τα βασικά στοιχεία της αναλύσεώς μου, εκτιμώ ότι σε υπόθεση όπου το δικαστήριο δεν έχει προβεί σε ενέργειες οργανώσεως της διαδικασίας, θα πρέπει να σημαίνει συναγερμός εάν έχουν παρέλθει περισσότεροι από 18 μήνες από το πέρας της έγγραφης διαδικασίας (ήτοι, στη γλώσσα διαδικασίας) και οι διάδικοι δεν έχουν ακόμη ενημερωθεί για την ημερομηνία της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Αυτό το χρονικό διάστημα υπερβαίνει το, κατά τη γνώμη μου, εύλογο όριο που, κατά κανόνα, απαιτείται για την εκδίκαση των υποθέσεων. |
|
93. |
Σημαίνει αυτό ότι μόλις παρέλθει το (ομολογουμένως αυθαίρετο) χρονικό αυτό σημείο συντρέχει υπερβολική καθυστέρηση; |
|
94. |
Δεν το νομίζω. Κατά τη γνώμη μου, υπάρχει μεταβατικό στάδιο, κατά τη διάρκεια του οποίου μολονότι υπάρχει αναμφισβήτητα καθυστέρηση, η καθυστέρηση αυτή δεν είναι ακόμα «υπερβολική». Και πάλι αυτό ανάγεται στο πεδίο της υποκειμενικής κρίσεως και δεν είναι αποτέλεσμα διεξοδικής αναλύσεως. Προσωπικά, θα μπορούσα να δεχθώ ότι είναι δυνατόν να παρέλθουν ακόμα έξι μήνες πριν η καθυστέρηση καταστεί υπερβολική (ή, για να το θέσω πιο απλά, πριν το «αργά» γίνει «απαράδεκτα αργά»). Άλλοι ενδέχεται να προτείνουν διαφορετικής διάρκειας χρονικά διαστήματα για το κάθε στάδιο. Στην περίπτωση, όμως, που έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών από το πέρας της έγγραφης διαδικασίας, χωρίς ενέργειες που να ανάγονται στην οργάνωση της διαδικασίας και χωρίς να έχει γίνει κλήση των διαδίκων για επ’ ακροατηρίου συζήτηση, θα έτεινα να θεωρήσω την καθυστέρηση υπερβολική και θα απαιτούσα πειστικά επιχειρήματα περί του αντιθέτου. |
|
95. |
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω θα εξετάσω αν υπήρξε υπερβολική καθυστέρηση στην υπό κρίση υπόθεση. |
Συνοπτική παρουσίαση των επιχειρημάτων των διαδίκων
|
96. |
Η Groupe Gascogne υποστηρίζει ότι, κατά τον χρόνο της καταθέσεως της προσφυγής της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως και του επιβληθέντος προστίμου, έλαβε τραπεζική εγγύηση για να καλύψει την καταβολή του προστίμου και των τυχόν τόκων επ’ αυτού, μέχρις ότου περατωθεί η πρωτόδικη διαδικασία. Κατά την Groupe Gascogne η διάρκεια της ως άνω διαδικασίας (σχεδόν έξι έτη) ήταν υπερβολική ( 58 ). Η Groupe Gascogne προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 47 του Χάρτη, επειδή δεν εκδίκασε την υπόθεση εντός ευλόγου προθεσμίας. Ως εκ τούτου, η Groupe Gascogne ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή, επικουρικώς, να μειώσει το ποσό του επιβληθέντος προστίμου λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική επιβάρυνσή της λόγω της προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματός της. |
|
97. |
Η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι η αιτίαση της Groupe Gascogne είναι απαράδεκτη δεδομένου ότι το ζήτημα της μη εκδικάσεως εντός ευλόγου προθεσμίας δεν προβλήθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Δεύτερον, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της δεδομένου ότι η Groupe Gascogne δεν προέβαλε προσβολή των δικαιωμάτων της άμυνας επειδή το Γενικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της υποθέσεως της Groupe Gascogne εντός ευλόγου προθεσμίας. Τρίτον, ακόμη και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου είχε υπερβολικά μεγάλη διάρκεια, η Groupe Gascogne δεν υπέστη περιουσιακή ζημία λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας αυτής. Τέταρτον, το κατάλληλο μέσο ένδικης προστασίας υπό τις συνθήκες αυτές είναι η άσκηση εκ μέρους της Groupe Gascogne χωριστής αγωγής αποζημιώσεως. Πέμπτον, επικουρικώς, εάν το Δικαστήριο επιδικάσει αποζημίωση κατ’ αναίρεση, η τυχόν αποζημίωση θα πρέπει να είναι συμβολική. |
Εκτίμηση: το Γενικό Δικαστήριο εκδίκασε εντός ευλόγου προθεσμίας;
|
98. |
Εκτιμώ ότι η Groupe Gascogne δεν εμποδίζεται να προβάλει το πρώτον κατ’ αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου το ζήτημα της υπερβάσεως εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου της εύλογης διάρκειας της δίκης ( 59 ), για τους ίδιους λόγους που εξέθεσα στα σημεία 128 έως 130 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως Gascogne Sack Deutschland. |
|
99. |
Η Groupe Gascogne υποστηρίζει ότι υπήρξε καθυστέρηση μεταξύ του πέρατος της έγγραφης διαδικασίας και της ημερομηνίας κατά την οποία της γνωστοποιήθηκε η διεξαγωγή της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ( 60 ). Εντούτοις, η Groupe Gascogne συνομολογεί ότι η διαδικασία κινήθηκε με ταχύ ρυθμό μετά την ανάθεση της υποθέσεώς της σε νέο εισηγητή δικαστή τον Σεπτέμβριο του 2010 ( 61 ). |
|
100. |
Η Groupe Gascogne κατέθεσε την προσφυγή ακυρώσεως στις 23 Φεβρουαρίου 2006. Η έγγραφη διαδικασία περατώθηκε στις 23 Ιουλίου 2007. Στις 23 Σεπτεμβρίου 2010 η Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου ενημέρωσε την Groupe Gascogne ότι η υπόθεση είχε ανατεθεί στο τέταρτο τμήμα (σε εκείνο το στάδιο, είχε ήδη υπάρξει χρονικό διάστημα αδράνειας περίπου τριών ετών και δύο μηνών). Στις 20 Οκτωβρίου 2010 η Groupe Gascogne ζήτησε την επανάληψη της έγγραφης διαδικασίας ( 62 ). Στις 14 Δεκεμβρίου 2010 η εταιρία ενημερώθηκε ότι είχε οριστεί δικάσιμος. Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση διεξήχθη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στις 2 Φεβρουαρίου 2011 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 16 Νοεμβρίου του ίδιου έτους. |
|
101. |
Τι γνωρίζουμε που μπορεί να δικαιολογήσει το (μεγάλης διάρκειας) χρονικό διάστημα μεταξύ του πέρατος της έγγραφης διαδικασίας και την κλήση στις διάφορες επ’ ακροατηρίου συζητήσεις; |
|
102. |
Όσον αφορά τις σχετικές με τη συγκεκριμένη σύμπραξη υποθέσεις, μεταξύ των αποδεκτών της προσβαλλομένης αποφάσεως, τουλάχιστον 15 άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ( 63 ). Μία από τις υποθέσεις αυτές διαγράφηκε από το πρωτόκολλο του Γενικού Δικαστηρίου ( 64 ). Η απόφαση επί δύο υποθέσεων δημοσιεύθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 2010 ( 65 ). Η απόφαση επί εννέα υποθέσεων (περιλαμβανομένης και της υπό κρίση υποθέσεως) δημοσιεύθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2011. Τρεις υποθέσεις εκκρεμούν ακόμη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Εκτός από την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, την υπόθεση Gascogne Sack Deutschland και την υπόθεση Kendrion, εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο ακόμη αιτήσεις αναιρέσεως ( 66 ). |
|
103. |
Η υπόθεση της Groupe Gascogne συνδέεται στενά με την υπόθεση της θυγατρικής της, GSD. Η υπόθεση όμως αυτή κινήθηκε με τους ίδιους ρυθμούς περίπου όπως και η υπόθεση της μητρικής και δεν παρακώλυσε, συνεπώς, την υπό κρίση διαδικασία. |
|
104. |
Εφαρμόζοντας τα τέσσερα κριτήρια της αποφάσεως Baustahlgewebe, είναι προφανές ότι, δεδομένου ότι η Groupe Gascogne ευθύνεται εις ολόκληρον για πρόστιμο 9,9 εκατομμυρίων ευρώ, διακυβεύονται συμφέροντα της επιχειρήσεως ( 67 ). Είναι επίσης φανερό ότι η υπόθεση θέτει πολύπλοκα ζητήματα. |
|
105. |
Κατά τη γνώμη μου η διάρκεια της διαδικασίας δεν οφείλεται σε συμπεριφορά της Groupe Gascogne. Ομολογουμένως, στις 20 Οκτωβρίου 2010, η Groupe Gascogne ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο την επανάληψη της έγγραφης διαδικασίας προκειμένου να προβάλει επιχειρήματα σχετικά με την ισχύ του Χάρτη μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας (βλ. σημεία 19 έως 21 ανωτέρω). Εντούτοις, σαφώς προκύπτει από το γεγονός ότι η Groupe Gascogne ενημερώθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 2010 σχετικά με τον ορισμό δικασίμου για την υπόθεσή της ότι το αίτημα αυτό είχε ελάχιστη, ή ακόμη και μηδαμινή, επίδραση στη συνολική διάρκεια της διαδικασίας. |
|
106. |
Εξ όσων δύναμαι να γνωρίζω, το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη σε ενέργειες οργανώσεως της διαδικασίας κατά τη διάρκεια της περιόδου προφανούς αδράνειας (τριών ετών και δύο μηνών) μεταξύ του πέρατος της έγγραφης διαδικασίας και του αιτήματος της Groupe Gascogne για επανάληψη της έγγραφης διαδικασίας. |
|
107. |
Απορρίπτω ως απλή ρητορεία το επιχείρημα της Groupe Gascogne ότι το γεγονός ότι ορίστηκε δικάσιμος για την υπόθεσή της περίπου τρεις μήνες μετά την ανάθεσή της σε νέο εισηγητή δικαστή σημαίνει ότι ήταν δυνατή η εξέτασή της εξ υπαρχής εντός του χρονικού αυτού διαστήματος. Αφενός, δεν είναι ούτε θεμιτό ούτε εύλογο να συναχθεί ότι ο νέος εισηγητής έλαβε δικογραφία την οποία ο προκάτοχος του δεν είχε επεξεργαστεί καθόλου και, αφετέρου, είναι απολύτως σαφές ότι ο δικαστής M. van der Woude και οι συνεργάτες του κατέβαλαν εξαιρετική προσπάθεια προκειμένου να προετοιμάσουν την υπόθεση των πλαστικών βιομηχανικών σάκων προς συζήτηση. Θα ήταν εντελώς εσφαλμένο και μη ρεαλιστικό να ληφθεί ο χρόνος που χρειάστηκαν ως γνώμονας βάσει του οποίου θα κριθεί ο εύλογος «κανονικός» χρόνος για την εξέταση της υπό κρίση υποθέσεως. |
|
108. |
Είναι επίσης αναγκαίο (όπως ήδη ανέφερα) να συνεκτιμηθούν δεόντως ο αναγκαίος χρόνος για τη μετάφραση και την επιμελή μελέτη πολλών συναφών μεταξύ τους δικογραφιών –υπομνημάτων και λεπτομερών (συνήθως αμετάφραστων) παραρτημάτων– οι οποίες αφορούσαν την ίδια σύμπραξη και την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής και οι οποίες έθεταν πολύπλοκα πραγματικά και νομικά ζητήματα. Δεν υπήρχαν, εξ όσων μπορώ να συμπεράνω βάσει της δικογραφίας, ιδιαίτεροι λόγοι για εξ αρχής εξαιρετικώς επείγουσα εξέταση των προσφυγών που αφορούσαν τη συγκεκριμένη σύμπραξη [ή λόγοι για εξ αρχής χωριστή εξέταση, μεταξύ των 15 προσφυγών κατά της αποφάσεως της Επιτροπής, των 3 υποθέσεων τις οποίες αφορούν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως των Groupe Gascogne, GSD και Kendrion –δεν υπήρξαν (για παράδειγμα) τεκμηριωμένες αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων οι οποίες τελικά δεν ευδοκίμησαν]. Με άλλη διατύπωση: οι αναιρεσείουσες είχαν το δικαίωμα η εξέταση των υποθέσεών τους να γίνει με εύλογη ταχύτητα, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. |
|
109. |
Εκτιμώμενο υπό το κριτήριο αυτό και βάσει των γενικών παραμέτρων που εξέθεσα στα σημεία 72 έως 95 ανωτέρω, το αναπόφευκτο συμπέρασμα είναι εντούτοις ότι η διάρκεια της δίκης επί της υποθέσεως αυτής ήταν πολύ μεγάλη. |
|
110. |
Κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο δεν πρέπει να υποκύψει στον πειρασμό να προσδιορίσει, με την απόφασή του, ένα και μόνο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σε μήνες ως κανόνα για τον χρόνο που πρέπει να μεσολαβεί μεταξύ του πέρατος της έγγραφης διαδικασίας (στη γλώσσα διαδικασίας) και του χρονικού σημείου που ορίζεται δικάσιμος για τη μέση υπόθεση συμπράξεως. Μολονότι είναι δυνατόν και πρέπει να τίθενται εσωτερικοί στόχοι, αυτοί έχουν μόνο κατευθυντήριο χαρακτήρα. Η υπέρβασή τους μπορεί να είναι καθόλα εύλογη σε ορισμένη προσφυγή ή σειρά προσφυγών. Κατά συνέπεια, όπως ήδη εξέθεσα ( 68 ), η καθυστέρηση μπορεί να εκτιμηθεί μόνο κατά περίπτωση. |
|
111. |
Ταυτοχρόνως, δέχομαι ότι δεν αρκεί η διαπίστωση ότι «στην υπόθεση αυτή έχει υπάρξει υπερβολική καθυστέρηση». Αφενός, είναι σημαντικό να δοθεί ένδειξη σχετικά με την ένταση της προσβολής του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου προθεσμίας. Αφετέρου, αν οποιαδήποτε από τις αναιρεσείουσες έχει την πρόθεση να ασκήσει χωριστή αγωγή αποζημιώσεως ( 69 ), θα είναι αναγκαίος ο ποσοτικός προσδιορισμός της προσβολής προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκτίμηση της αξιώσεως αυτής. |
|
112. |
Θα ήθελα να τονίσω ότι ο ποσοτικός προσδιορισμός της καθυστερήσεως δεν είναι θετική επιστήμη. Κάθε εκτίμηση γίνεται κατά προσέγγιση. Εξετάζοντας τα χαρακτηριστικά της υπό κρίση υποθέσεως, εντός του πλαισίου όλων των προσφυγών κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως η οποία επέβαλε κυρώσεις για τη σύμπραξη στον τομέα των πλαστικών βιομηχανικών σάκων, και επικεντρώνοντας την προσοχή μου στο χρονικό διάστημα μεταξύ του πέρατος της έγγραφης διαδικασίας και της κλήσεως για την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, φρονώ ότι εύλογα θα μπορούσε να έχει απαιτηθεί χρόνος δύο ετών για το στάδιο αυτό της διαδικασίας χωρίς κατ’ ανάγκην να έχει υπάρξει καθυστέρηση η οποία να μπορεί να χαρακτηριστεί δικαίως ως «υπερβολική». Κατά συνέπεια, στρογγυλεύοντας, η δίκη επί της υποθέσεως αυτής πρωτοδίκως διήρκεσε περίπου ενάμισι έτος παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. |
|
113. |
Τι πρέπει να πράττει το Δικαστήριο στην περίπτωση που το ζήτημα της μη εκδικάσεως εντός ευλόγου προθεσμίας προβάλλεται στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως; |
Μέσα ένδικης προστασίας
|
114. |
Στην περίπτωση που ορισμένη υπόθεση δεν εκδικάζεται εντός ευλόγου προθεσμίας τα μέσα ένδικης προστασίας όσον αφορά την παράβαση αυτή πρέπει να είναι αποτελεσματικά ( 70 ). Στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ, το Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει κρίνει ότι πρέπει να υπάρχει ειδική διαδικασία στην έννομη τάξη των συμβαλλομένων μερών για τις υποθέσεις αυτές ( 71 ). |
|
115. |
Το Δικαστήριο, αφενός, στην απόφαση Baustahlgewebe (μείωση του προστίμου) και, αφετέρου, στην απόφαση Der Grüne Punkt (χωριστή αγωγή αποζημιώσεως) έχει ακολουθήσει δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Καμία από τις δύο δεν είναι τέλεια. |
|
116. |
Η Groupe Gascogne ζητεί από το Δικαστήριο να ακολουθήσει την προσέγγιση της αποφάσεως Baustahlgewebe ( 72 ). Η προσέγγιση αυτή παρουσιάζει το προφανές πλεονέκτημα της οικονομίας της δίκης. Όπως θα εξηγήσω, όμως, έχω αμφιβολίες ως προς τη νομική βάση της προσεγγίσεως αυτής και ως προς το κατά πόσον μπορεί όντως να γίνει δεκτό ότι παρέχει αποτελεσματική και πρόσφορη προστασία ( 73 ). |
|
117. |
Κατά την προσέγγιση που έγινε δεκτή με την απόφαση Der Grüne Punkt απαιτείται η άσκηση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου χωριστής αγωγής αποζημιώσεως. Απόκειται στο δικαστήριο αυτό να εξετάσει αν ο ενάγων έχει υποστεί βλάβη ή ζημία, εάν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της βλάβης και της υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της δίκης και να προσδιορίσει ποσοτικά τη ζημία. Κατά συνέπεια, η επιδικαζόμενη αποζημίωση θα αντιστοιχεί στη ζημία που όντως υπέστη ο ενάγων. Κατά τη προσέγγιση που έγινε δεκτή με την απόφαση Baustahlgewebe δεν γίνεται τέτοια εξέταση. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε εξέταση αναλυτικά διατυπωμένου αιτήματος αποζημιώσεως στην περίπτωση που προβάλλεται αδικαιολόγητη καθυστέρηση με την αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου με την οποία επικυρώνεται η απόφαση της Επιτροπής που επιβάλλει κύρωση για παραβίαση των κανόνων του ανταγωνισμού. Αντιθέτως προβαίνει σε γενική εκτίμηση της ενδεδειγμένης ποσοστιαίας μειώσεως του αρχικού προστίμου. Εξ ορισμού, όμως, αυτή η προσέγγιση είναι διαδικαστικώς επαχθέστερη, επειδή απαιτείται η άσκηση χωριστής αγωγής αποζημιώσεως. Επιπλέον, η αγωγή αποζημιώσεως θα πρέπει να ασκηθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ενώ θα αφορά ακριβώς τον χειρισμό εκ μέρους του ίδιου δικαιοδοτικού οργάνου της προσφυγής ακυρώσεως. Αυτή η αγωγή πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ; |
|
118. |
Στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν φαίνεται να ακολουθείται κοινή προσέγγιση ως προς τα μέσα ένδικης προστασίας όσον αφορά τη μη εκδίκαση εντός ευλόγου προθεσμίας των υποθέσεων ανταγωνισμού. Ορισμένα κράτη μέλη προβαίνουν σε μείωση της επιβαλλομένης κυρώσεως ή απαλύνουν την εκτέλεσή της στην περίπτωση υπερβολικής καθυστερήσεως ( 74 ). Σε άλλα κράτη μέλη παρέχεται μόνο χρηματική αποζημίωση και δεν γίνεται μείωση του προστίμου ( 75 ). Ορισμένα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει ειδικές διατάξεις σχετικά με την αποκατάσταση της προσβολής του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου προθεσμίας ( 76 ). Σε άλλα κράτη μέλη γίνεται δεκτό ότι η δικαστική απόφαση που διαπιστώνει ότι όντως η υπόθεση δεν εκδικάστηκε εντός ευλόγου προθεσμίας αρκεί ως δίκαιη ικανοποίηση ( 77 ). Σε ένα τουλάχιστον κράτος μέλος ( 78 ) υπάρχουν ειδικοί κανόνες για την ποσοστιαία μείωση της κυρώσεως η οποία πρέπει να γίνει στις υποθέσεις ανταγωνισμού στην περίπτωση μη εκδικάσεως εντός ευλόγου προθεσμίας. |
|
119. |
Το Δικαστήριο κάλεσε τα 27 κράτη μέλη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να διατυπώσουν εγγράφως τις απόψεις τους σχετικά με τις προσεγγίσεις που έγιναν δεκτές στις αποφάσεις Baustahlgewebe και Der Grüne Punkt, αντιστοίχως. Επτά κράτη μέλη δήλωσαν την προτίμησή τους υπέρ της πρώτης, τρία τάχθηκαν υπέρ της δεύτερης και έξι κράτη μέλη δεν εξέφρασαν προτίμηση. Το Συμβούλιο προέκρινε την προσέγγιση της αποφάσεως Baustahlgewebe, αναγνωρίζοντας όμως ότι τα δύο μέσα ένδικης προστασίας συνυπάρχουν και ότι κανένα τους δεν είναι τέλειο. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκρινε προτιμότερη την προσέγγιση που έγινε δεκτή με την απόφαση Der Grüne Punkt. |
|
120. |
Το Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει κρίνει ότι, κατά περίπτωση, η δικαστική απόφαση μπορεί να αποτελεί εύλογη ικανοποίηση σε περιπτώσεις όπου στοιχειοθετείται η ύπαρξη διαδικαστικής πλημμέλειας ( 79 ). Το άρθρο 41 της ΕΣΔΑ προβλέπει επιπροσθέτως ότι το ως άνω δικαστήριο μπορεί να χορηγήσει, εφόσον είναι αναγκαίο, δίκαιη ικανοποίηση. Δεν υπάρχει όμως καμία αντίστοιχη διάταξη στο δίκαιο της Ένωσης η οποία να παρέχει ρητώς στο Δικαστήριο παρόμοια εξουσία χορηγήσεως «δίκαιης ικανοποιήσεως». |
|
121. |
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου, την ΕΣΔΑ όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο του Στρασβούργου και τις νομικές παραδόσεις των κρατών μελών συνάγω τις εξής αρχές. Πρώτον, δεν υπάρχει ομοιόμορφη προσέγγιση. Δεύτερον, κάθε προσέγγιση είναι πιθανό να είναι ατελής, με την έννοια ότι θα έχει τόσο πλεονεκτήματα όσο και μειονεκτήματα. Τρίτον, κάθε μέσο ένδικης προστασίας πρέπει να είναι αποτελεσματικό προκειμένου να τηρείται το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ και συνακόλουθα το άρθρο 47 του Χάρτη. |
|
122. |
Ας επανέλθουμε στις βασικές αρχές. |
|
123. |
Μια επιχείρηση ασκεί προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου με αίτημα την ακύρωση αποφάσεως σχετικής με τον ανταγωνισμό. Κατατίθεται η συνήθης σειρά υπομνημάτων και η έγγραφη διαδικασία περατώνεται. Αρχικώς, η πάροδος του χρόνου δεν ανησυχεί τους εκπροσώπους της επιχειρήσεως: χωρίς αμφιβολία το δικαστήριο εξετάζει τη δικογραφία. Μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα, ζητούνται πληροφορίες από τη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την πρόοδο της υποθέσεως. Ελλείψει οποιασδήποτε ενδείξεως σύντονων ενεργειών οργανώσεως της διαδικασίας, ίσως συνταχθεί ευγενική επίσημη επιστολή προς το Γενικό Δικαστήριο στην οποία θα εκφράζεται ανησυχία σχετικά με τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος που έχει ήδη μεσολαβήσει, θα προσδιορίζονται ενδεχόμενες ζημίες (πρόσθετο κόστος της τραπεζικής εγγυήσεως το οποίο δεν έχει προβλεφθεί, αβεβαιότητα η οποία έχει δυσμενείς συνέπειες ως προς την τιμή της μετοχής και η οποία καθιστά δυσχερείς τους μελλοντικούς σχεδιασμούς, κ.ο.κ.) και θα γίνεται επιφύλαξη του δικαιώματος του πελάτη να προβάλει ότι έχει υπάρξει αδικαιολόγητη καθυστέρηση κατά τον χειρισμό της υποθέσεως και είτε να ζητήσει μείωση του προστίμου είτε αποζημίωση. Αν το Γενικό Δικαστήριο αντιδράσει επιταχύνοντας τη διαδικασία, τότε όλα καλά –το πρόβλημα λύνεται εν τη γενέσει του και δεν απαιτείται περαιτέρω μέσο ένδικης προστασίας. Εάν υποτεθεί, όμως, ότι αυτό δεν συμβαίνει τότε το επιχείρημα σχετικά με την αδικαιολόγητη καθυστέρηση ενδέχεται να προβληθεί εκ νέου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
124. |
Ποια θα είναι η τύχη του επιχειρήματος αυτού ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου; Στο σημείο αυτό θα ήθελα να προβώ σε σαφή διάκριση μεταξύ των υποθέσεων όπου ο προσφεύγων έχει ακόμα τη δυνατότητα να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματα άμυνάς του και τις υποθέσεις εκείνες, ελπίζω σπάνιες, στις οποίες η πάροδος και μόνο του χρόνου έχει καταστήσει αδύνατο για τον προσφεύγοντα να έχει δίκαιη δίκη ( 80 ). Υπό τις περιστάσεις αυτές, η μόνη αποτελεσματική ένδικη προστασία όσον αφορά την προσβολή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου προθεσμίας είναι όντως η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Στις υπό κρίση τρεις αιτήσεις αναιρέσεως όμως ουδόλως προβάλλεται ότι η Groupe Gascogne, η GSD ή η Kendrion εμποδίστηκαν να αναπτύξουν αποτελεσματικά τα σχετικά με τις προσφυγές τους επιχειρήματα. |
|
125. |
Το προσβαλλόμενο ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πρόστιμο επιβλήθηκε για συγκεκριμένη παραβίαση των κανόνων του ανταγωνισμού. Αν υποτεθεί ότι κανένας από τους λόγους προσφυγής δεν ευδοκιμήσει, τότε ποια είναι η λογική στην οποία στηρίζεται η μείωση του προστίμου; Φρονώ ότι δεν υπάρχει. Καθόσον οι επιχειρήσεις μπορούν να προβάλλουν συγκεκριμένες απώλειες –ζημία την οποία υπέστησαν λόγω του υπερβάλλοντος χρονικού διαστήματος που απαιτήθηκε για να εκδικασθεί η προσφυγή τους το οποίο μπορεί να θεωρηθεί «αδικαιολόγητο» ή «υπερβολικό»–, μπορεί να στηριχθεί νομίμως (χωριστή) αγωγή αποζημιώσεως δυνάμει του άρθρου 340 ΣΛΕΕ. Η καθυστέρηση, όμως, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου είναι εννοιολογικά σαφώς διακριτή από την αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά που οδήγησε κατ’ αρχάς την Επιτροπή στην επιβολή του προστίμου. Για τον λόγο αυτόν, το επιχείρημα σχετικά με την αδικαιολόγητη καθυστέρηση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί ευλόγως να χαρακτηρισθεί ως αλυσιτελές. Ακόμα και αν είναι καλά τεκμηριωμένο νομικά και επιβεβαιώνεται από τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, δεν μπορεί να ασκήσει επιρροή στην έκβαση της δίκης επί της προσφυγής ( 81 ). |
|
126. |
Αν όμως το επιχείρημα αυτό είναι αλυσιτελές ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου είναι ομοίως αλυσιτελές όταν προβάλλεται ενώπιον του Δικαστηρίου κατ’ αναίρεση; |
|
127. |
Αυτός είναι ο λόγος της διαφωνίας μου με την προσέγγιση που έγινε δεκτή με την απόφαση Baustahlgewebe. Η επιβολή προστίμου σε επιχείρηση για παραβίαση των κανόνων του ανταγωνισμού δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής σε φυσικό πρόσωπο, όπου η καθυστέρηση στην ένδικη διαδικασία μπορεί όντως να επανορθωθεί (αν το φυσικό πρόσωπο κριθεί ένοχο και τιμωρητέο με στέρηση της ελευθερίας) με μείωση της ποινής που πρέπει να εκτιθεί. Αντιθέτως, αν η επιχείρηση έχει υποστεί ζημία λόγω της καθυστερήσεως, αυτή η ζημία μπορεί να χωριστεί σε συγκεκριμένα κεφάλαια συνδεόμενα αιτιωδώς με τον υπερβολικό χρόνο που απαιτήθηκε για την εκδίκαση της προσφυγής. Είναι δυνατή η προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων και σε περίπτωση αποδείξεως ζημίας μπορεί να επιδικαστεί κατάλληλη αποζημίωση. Στο πλαίσιο της έννομης τάξεως της Ένωσης, το δικαιοδοτικό όργανο που επιλαμβάνεται της ενδελεχούς εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών και της σταθμίσεως των αποδεικτικών στοιχείων είναι το Γενικό Δικαστήριο και όχι το Δικαστήριο. Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι ένα επιπλέον στοιχείο υπέρ του συμπεράσματος ότι μια αυτοτελής αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου είναι προτιμότερη από το να επιχειρείται η παροχή αποτελεσματικής ένδικης προστασίας με την κατ’ αναίρεση μείωση των προστίμων. |
|
128. |
Ένας Lord Chancellor of England του 18ου αιώνα έθεσε κάποτε το ρητορικό ερώτημα «Πως μπορείτε να αναμένετε να έχει συνείδηση μια επιχείρηση, αφού δεν έχει ψυχή για να τιμωρηθεί ούτε σώμα για να δεχθεί κλωτσιές» ( 82 ); Μια πλευρά της ελλείψεως αυτών των ιδιοτήτων είναι ότι οι επιχειρήσεις, σε αντίθεση με τα φυσικά πρόσωπα, δεν μπορούν να προβάλλουν ότι έχουν υποστεί ψυχολογικό τραύμα λόγω της ανησυχίας που προκαλεί εκκρεμής δίκη ( 83 ). Εάν έχει υποστεί απώλειες στην αγορά εξαιτίας της υπερβολικής καθυστερήσεως, ευλόγως μπορεί να αναμένεται ότι θα επιχειρήσει τον προσδιορισμό των απωλειών αυτών σε χρήμα και ότι θα προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία προς στοιχειοθέτηση των προβαλλόμενων ποσών ( 84 ). |
|
129. |
Προσθέτω ότι η δυσκολία να αποδεχθώ την προσέγγιση που έγινε δεκτή με την απόφαση Baustahlgewebe επιτείνεται από την αίσθηση αβεβαιότητας ως προς την ακριβή νομική βάση της μειώσεως του προστίμου υπό αυτές τις περιστάσεις. Είναι στο σημείο αυτό και πάλι χρήσιμο να επανέλθουμε στις βασικές αρχές. |
|
130. |
Όταν η Επιτροπή επιβάλλει πρόστιμο, έχει διακριτική ευχέρεια ως προς το ποσό. Δεν υπάρχει καμία διάταξη στο κανονισμό 1/2003 η οποία να της παρέχει νομική βάση για τη μείωση του προστίμου που θα είχε άλλως επιβάλλει λόγω της πολύ μακράς διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας. Η Επιτροπή, όμως, ενήργησε με αυτό τον τρόπο στην υπόθεση Dutch Beer ( 85 ). Δικάζοντας επί της προσφυγής, το Γενικό Δικαστήριο μείωσε περαιτέρω το πρόστιμο κατά 5 %, παρά το ότι δεν είχε ευδοκιμήσει κανένας από τους λόγους προσφυγής που αφορούσαν την ουσία της υποθέσεως. |
|
131. |
Δεν μπορώ να κατανοήσω κατά ποιο τρόπο το άρθρο 261 ΣΛΕΕ (επί του οποίου στηρίχθηκε το Γενικό Δικαστήριο) παρέχει ικανοποιητική βάση για τη μείωση προστίμου στην περίπτωση που δεν υπάρχουν λόγοι σχετιζόμενοι με την ουσία της υποθέσεως για την τροποποίηση της εκτιμήσεως στην οποία προέβη η Επιτροπή σχετικά με το πρόστιμο που ήταν κατάλληλο για την παράβαση. Ομολογουμένως, το άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003 και το άρθρο 261 ΣΛΕΕ παρέχουν στο Γενικό Δικαστήριο (και στο Δικαστήριο κατ’ αναίρεση) «πλήρη δικαιοδοσία»· η πλήρης όμως αυτή δικαιοδοσία συνδέεται στενά με την καταλληλότητα (ή μη) του επιβαλλόμενου προστίμου σε σχέση με τη διαπραχθείσα παράβαση. Η καθυστέρηση μιας διαδικασίας –είτε πρόκειται για την καθυστέρηση της Επιτροπής κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας ή του Γενικού Δικαστηρίου κατά το στάδιο της ένδικης διαδικασίας– ουδεμία σχέση έχει με τη συμπεριφορά της επιχειρήσεως ή τη βαρύτητα της παραβάσεως. |
|
132. |
Γνωρίζω ότι η αυστηρότητα της προσεγγίσεως αυτής δεν συμπίπτει με τη στάση του Γενικού Δικαστηρίου όταν κρίνει επί αιτιάσεων αντλούμενων από υπερβολική καθυστέρηση ( 86 ). Ούτε ταυτίζεται με την προσέγγιση που έγινε δεκτή από το Δικαστήριο με την απόφαση Baustahlgewebe. Εντούτοις, φρονώ ότι το Δικαστήριο μπορεί και πρέπει να κρίνει ποιος από τους δύο τρόπους παροχής ένδικης προστασίας είναι προτιμότερος. Κατανοώ τον πειρασμό που δημιουργεί η επιλογή της «οικονομίας της δίκης» μέσω της μειώσεως του προστίμου (κατά απροσδιόριστο ποσοστό, το οποίο υπολογίζεται επί αγνώστου βάσεως) ( 87 ) στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως. Εκτιμώ ότι το θεωρητικό θεμέλιο της προσεγγίσεως αυτής (σχέση μεταξύ προστίμου και συμπεριφοράς, δικαιοδοσία, διαφάνεια) δεν είναι ικανοποιητικό και ότι αυτή μπορεί να καταστεί, στη χειρότερη περίπτωση, εντελώς αυθαίρετη. (Προσθέτω ότι το ζήτημα θα ήταν πολύ διαφορετικό αν ο νομοθέτης αποφάσιζε τη θέσπιση ειδικών κανόνων σχετικά με τις συνέπειες ως προς το ύψος των προστίμων στην περίπτωση αδικαιολόγητης καθυστερήσεως είτε κατά τη διοικητική είτε κατά την ένδικη διαδικασία επί των υποθέσεων ανταγωνισμού, αλλά έως τώρα δεν έχει, εξ όσων γνωρίζω, εξεταστεί αυτή η διέξοδος.) |
Ο ποσοτικός προσδιορισμός της ζημίας
|
133. |
Η Groupe Gascogne υποστηρίζει ότι υπέστη ζημία εξαιτίας της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Δεν προσδιόρισε όμως, ως αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας, τη βλάβη που αποδίδει στην προσβολή του δικαιώματός της σε δίκαιη δίκη εντός ευλόγου προθεσμίας ( 88 ). Και στο σημείο αυτό μπορεί να είναι, εκ νέου, χρήσιμο να επανέλθουμε στις βασικές αρχές. |
|
134. |
Όταν η Επιτροπή επιβάλλει πρόστιμο για παραβίαση των κανόνων του ανταγωνισμού, η επιχείρηση που είναι αποδέκτρια της σχετικής αποφάσεως, αν αποφασίσει να προσβάλει την απόφαση της Επιτροπής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, έχει τις εξής επιλογές. Μπορεί είτε να καταβάλει το πρόστιμο είτε να λάβει τραπεζική εγγύηση η οποία να καλύπτει τόσο το ίδιο το πρόστιμο όσο και τους τόκους επί του ποσού αυτού ( 89 ). Αντιλαμβάνομαι ότι πάγια πρακτική των επιχειρήσεων είναι να επιλέγουν με επιχειρηματικά κριτήρια τη δεύτερη λύση, επειδή κατά κανόνα εκτιμούν ότι αυτή τις συμφέρει οικονομικά. Σε κάθε περίπτωση, αυτή ήταν η επιλογή της Groupe Gascogne ( 90 ). |
|
135. |
Οι προσφυγές ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Ούτε προβλέπεται ασφαλιστικό μέτρο για την προστασία του προσφεύγοντος από καθαρά περιουσιακή ζημία κατά τον χρόνο της εκκρεμοδικίας ( 91 ). Συνεπώς, ακόμα και στην περίπτωση που μια επιχείρηση προσβάλλει επιτυχώς απόφαση της Επιτροπής με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο και εκδίδεται δικαστική απόφαση η οποία είτε ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής στο σύνολό της είτε, τουλάχιστον, μειώνει το πρόστιμο, συνεχίζει να φέρει το χρηματοδοτικό κόστος της τραπεζικής εγγυήσεως και πρέπει, επίσης, να καταβάλει το πρόστιμο και τους γεγενημένους τόκους επί του ποσού του. Αυτό το κόστος δεν αποδίδεται. |
|
136. |
Αντιθέτως, αν η επιχείρηση επιλέξει να καταβάλει το πρόστιμο και στη συνέχεια προσβάλει επιτυχώς την απόφαση που το επιβάλλει, έχει δικαίωμα επιστροφής των καταβεβλημένων ποσών εντόκως. Ο καταβαλλόμενος τόκος αντισταθμίζει το ότι ο προσφεύγων δεν είχε στη διάθεσή του τα χρήματα αυτά κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας. |
|
137. |
Στην περίπτωση που η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου εκδικάζεται εντός ευλόγου προθεσμίας, γίνεται επομένως δεκτό ότι η επιχείρηση που επιλέγει να εξασφαλίσει την καταβολή του προστίμου με τραπεζική εγγύηση οφείλει να καλύψει το οικονομικό κόστος που προκύπτει εξαιτίας της αποφάσεώς της να μην προβεί σε άμεση καταβολή του προστίμου. Στην περίπτωση που η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου είναι αδικαιολογήτως μακρά, η επιχείρηση αυτή αντιμετωπίζει i) αβεβαιότητα και ii) πρόσθετο κόστος, δεδομένου ότι βαρύνεται με τις χρηματοδοτικές δαπάνες που σχετίζονται με την τραπεζική εγγύηση για μεγαλύτερο του αναμενόμενου χρονικό διάστημα. Στο μέτρο, όμως, που υπάρχει υλική ζημία για το χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την «εύλογη προθεσμία» για την εκδίκαση της προσφυγής, αυτό παραμένει χωριστό ζήτημα σε σχέση με την παραβίαση των κανόνων του ανταγωνισμού την οποία διέπραξε η εν λόγω επιχείρηση και το πρόστιμο που επιβάλλεται ως κύρωση της παραβιάσεως αυτής. Και, όπως θα εξηγήσω κατωτέρω, το κόστος αυτό δεν αποτελεί πάντοτε κατ’ ανάγκη υλική ζημία, δεδομένου ότι η εταιρία επέλεξε τον συγκεκριμένο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή της για καταβολή του προστίμου ( 92 ). |
|
138. |
Συνεπώς, στην περίπτωση που επιβάλλεται πρόστιμο σε επιχείρηση για παραβίαση των κανόνων του ανταγωνισμού, ο χρόνος που απαιτείται για την εκδίκαση της υποθέσεώς της ουδόλως επηρεάζει το ίδιο το πρόστιμο. |
|
139. |
Προτού διατυπώσω οριστικά τη γνώμη μου υπέρ της προσεγγίσεως που συνίσταται στην άσκηση χωριστής αγωγής αποζημιώσεως, υπάρχουν δύο προφανή πιθανά μειονεκτήματα τα οποία είναι αναγκαίο να εξετάσω. Πρώτον, σε μία περίπτωση όπου ήδη έχει υπάρξει τόσο μεγάλη απώλεια χρόνου, τι συμβαίνει με τον πρόσθετο χρόνο που θα απαιτηθεί για τη χωριστή αγωγή αποζημιώσεως; Δεύτερον, υπάρχουν προβλήματα που ανακύπτουν επειδή η αγωγή αυτή πρέπει να ασκηθεί ενώπιον του δικαστηρίου κατά του οποίου προβάλλεται η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα επειδή το ίδιο δεν εκδίκασε την προσφυγή του κατά της αποφάσεως της Επιτροπής εντός ευλόγου προθεσμίας; |
|
140. |
Όσον αφορά την πρώτη αντίρρηση, είναι αυτονόητο ότι το Γενικό Δικαστήριο θα πρέπει να διασφαλίσει την ταχεία εκδίκαση της τυχόν χωριστής αγωγής αποζημιώσεως. Αν το πράξει, η πρώτη πιθανή αντίρρηση δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να γίνει δεκτή. |
|
141. |
Η δεύτερη πιθανή αντίρρηση έχει μεγαλύτερο βάρος. Το Γενικό Δικαστήριο έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για την εκδίκαση των αγωγών αποζημιώσεως κατά θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Το εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο θα πρέπει κατ’ ανάγκη να εξετάσει τα πραγματικά ζητήματα που προκύπτουν στο πλαίσιο τέτοιας αγωγής αποζημιώσεως, όπως το κατά πόσον υπήρξε υλική ή/και μη περιουσιακή ζημία και κατά πόσον η ζημία αυτή προκλήθηκε λόγω της παραβάσεως του άρθρου 47 του Χάρτη. (Εάν δεν υπάρχει ήδη διαπίστωση του Δικαστηρίου κατ’ αναίρεση σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικής καθυστερήσεως της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ένα από τα πραγματικά ζητήματα που θα πρέπει να εξεταστούν είναι αν έχει, όντως, υπάρξει υπερβολική καθυστέρηση.) |
|
142. |
Μολονότι η διαδικασία αυτή υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου, το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο θα είναι τόσο ο διάδικος κατά του οποίου προβάλλεται η εκ μέρους του προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων όσο και το δικαιοδοτικό όργανο ενώπιον του οποίου ασκείται η αγωγή σημαίνει ότι δεν αποτελεί «ανεξάρτητo και αμερόληπτo δικαστήριο» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ ( 93 ); |
|
143. |
Το Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει κρίνει ότι οι έννοιες της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας συνδέονται στενά. Τα εξής στοιχεία είναι κρίσιμα σε κάθε εκτίμηση σχετικά με την ανεξαρτησία: ο τρόπος διορισμού των μελών του οικείου δικαιοδοτικού οργάνου, η θητεία τους, η ύπαρξη εγγυήσεων κατά των εξωτερικών πιέσεων και αν το οικείο όργανο εμφανίζεται ως ανεξάρτητο. Όσον αφορά την αμεροληψία, το Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει κρίνει, πρώτον, ότι το δικαιοδοτικό όργανο πρέπει να είναι υποκειμενικώς απαλλαγμένο από προσωπική προκατάληψη ή μεροληψία και, δεύτερον, ότι πρέπει να είναι από αντικειμενικής απόψεως αμερόληπτο: ήτοι, πρέπει να παρέχει επαρκή εχέγγυα τα οποία να αποκλείουν οποιαδήποτε συναφή αμφιβολία ( 94 ). |
|
144. |
Από το άρθρο 252 ΣΛΕΕ και τα άρθρα 2 και 3 του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα μέλη του Γενικού Δικαστηρίου υπέχουν υποχρεώσεις που σκοπό έχουν να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία και αμεροληψία τους. Είναι επίσης σαφές ότι η ανεξαρτησία τους είναι απίθανο να τεθεί εν αμφιβόλω κατά την εξέταση αγωγών αποζημιώσεως, δεδομένου ότι δεν υπόκεινται στην επίβλεψη οποιουδήποτε οργανισμού ή οργάνου που θα μπορούσε να έχει συμφέρον ως προς την έκβαση των δικών αυτών. |
|
145. |
Φρονώ ότι το κύριο ζήτημα είναι αν το Γενικό Δικαστήριο θα θεωρείται αμερόληπτο στην περίπτωση που αποφαίνεται επί αγωγής με την οποία προβάλλεται ότι το εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο ευθύνεται για την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ενάγοντος. |
|
146. |
Κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν επαρκή στοιχεία προκειμένου η πλάστιγγα να γείρει υπέρ της απόψεως ότι το Γενικό Δικαστήριο μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί επαρκώς αμερόληπτο. |
|
147. |
Πρώτον, η τυχόν καταβλητέα αποζημίωση δεν θα καταβάλλεται από το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο. Θα προέρχεται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης και, άρα, το Γενικό Δικαστήριο δεν θα έχει άμεσο συμφέρον για τις οικονομικές συνέπειες της διαδικασίας ( 95 ). Δεύτερον, προκειμένου να πληροί τη δεύτερη υποκειμενική προϋπόθεση, να είναι, δηλαδή, απαλλαγμένο από προσωπική μεροληψία ( 96 ), το Γενικό Δικαστήριο θα πρέπει να διασφαλίσει ότι αυτή η αγωγή αποζημιώσεως θα εκδικάζεται από άλλο τμήμα και όχι από εκείνο που εκδίκασε την προσφυγή. Τρίτον, καθόσον το επιχείρημα περί υπάρξεως παραβάσεως του άρθρου 47 του Χάρτη είναι πιθανό να προβληθεί κατ’ αναίρεση και όχι ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο θα προβαίνει στις διαπιστώσεις σχετικά με το κατά πόσον υπήρξε υπερβολική καθυστέρηση. Ο ρόλος του Γενικού Δικαστηρίου θα περιορίζεται στην εξέταση των αποδείξεων σχετικά με τη ζημία και στην εκτίμηση του ύψους της αποζημιώσεως. Τέταρτον, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που οδηγούν στην κίνηση ένδικων διαδικασιών λόγω παραβάσεως του άρθρου 47 του Χάρτη εμπίπτουν στο πεδίο δραστηριότητας του Γενικού Δικαστηρίου, θα πρέπει η Επιτροπή στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της προς προαγωγή του κοινού συμφέροντος της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ, να αναλάβει τον ρόλο του καθού ενώπιον του εν λόγω δικαιοδοτικού οργάνου ( 97 ). Πέμπτον, οι αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου θα υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο ενώπιον του Δικαστηρίου. |
|
148. |
Συνεπώς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, καθόσον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι υπέστη ζημία λόγω του ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εκδίκασε την υπόθεσή της εντός ευλόγου προθεσμίας, η αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου είναι καταλληλότερο και αποτελεσματικότερο μέσο ένδικης προστασίας για τους σκοπούς του άρθρου 47 του Χάρτη, όπως ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των άρθρων 6, παράγραφος 1, και 13 της ΕΣΔΑ, σε σχέση με τη μείωση του ποσού του προστίμου ( 98 ). Καθόσον είναι πρέπον να αναγνωριστεί η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου προσβολή δικαιώματος κατά ορισμένο τρόπο, εκτιμώ ότι η σχετική διαπίστωση εκ μέρους του Δικαστηρίου αποτελεί δίκαιη ικανοποίηση. |
|
149. |
Πρέπει να εξεταστεί ένα τελευταίο ζήτημα: ποιο θα είναι «το ζημιογόνο γεγονός» από το οποίο προκύπτει η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου; Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός αυτό πρέπει να είναι η διαπίστωση εκ μέρους του Δικαστηρίου της υπάρξεως υπερβολικής καθυστερήσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ( 99 ). Κατά συνέπεια η πενταετής προθεσμία παραγραφής για την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως θα αρχίσει να τρέχει από την απόφαση του Δικαστηρίου επί της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. |
|
150. |
Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι υπήρξε υπερβολική καθυστέρηση της τάξεως των 18 μηνών ως προς την εκδίκαση της προσφυγής της Groupe Gascogne ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και να καταστήσει σαφές ότι η Groupe Gascogne μπορεί να ασκήσει χωριστή αγωγή αποζημιώσεως, αν το επιλέξει. |
Δικαστικά έξοδα
|
151. |
Εάν το Δικαστήριο δεχθεί την άποψή μου σχετικά με την αίτηση αναιρέσεως, τότε, σύμφωνα με τα συνδυασμένα άρθρα 137, 138, 140 και 184 του Κανονισμού Διαδικασίας, η Groupe Gascogne η οποία ηττήθηκε ως προς όλους τους λόγους αναιρέσεως πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα. |
Πρόταση
|
152. |
Για αυτούς τους λόγους προτείνω στο Δικαστήριο:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Αποφάσεις της 16ης Νοεμβρίου 2011, T‑54/06, Kendrion κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), T‑72/06, GroupeGascogne κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), και T‑79/06, Sachsa Verpackung GmbH κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή). Στην ελληνική έχει δημοσιευθεί περίληψη των τριών αναιρεσιβαλλόμενων αποφάσεων. Στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου διατίθεται το πλήρες κείμενο και των τριών αποφάσεων στη γαλλική γλώσσα. Για την απόφαση στην υπόθεση Kendrion διατίθεται επίσης πλήρες κείμενο στην ολλανδική γλώσσα.
( 3 ) Απόφαση C(2005) 4634 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2005 σχετικά με διαδικασία του άρθρου 81 ΕΚ (Υπόθεση COMP/38354‑Βιομηχανικοί σάκοι) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). Περίληψη έχει δημοσιευθεί στην ΕΕ 2007 L 282, σ. 41.
( 4 ) Υποθέσεις C‑40/12 P, Gascogne Sack Deutschland κατά Επιτροπής, C‑50/12 P, Kendrion κατά Επιτροπής, και C‑58/12 P, Groupe Gascogne κατά Επιτροπής (η υπό κρίση υπόθεση). Για πλήρη εικόνα των προσφυγών κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και των αιτήσεων αναιρέσεως που ασκήθηκαν στη συνέχεια ενώπιον του Δικαστηρίου βλ. σημείο 102 κατωτέρω.
( 5 ) ΕΕ 2010, C 83, σ. 2.
( 6 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4.
( 7 ) Η ανάπτυξη των προτάσεων επί των τριών αιτήσεων αναιρέσεως γίνεται στις 30 Μαΐου 2013.
( 8 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ L 1, σ. 1). Ο κανονισμός 17 καταργήθηκε με το άρθρο 43, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003. Στο μέρος 6 της προσβαλλομένης αποφάσεως η Επιτροπή επικαλέστηκε ως νομική βάση των επιβληθέντων προστίμων και τους δύο κανονισμούς. Οι κρίσιμες διατάξεις του κανονισμού 17 είναι τα άρθρα 15, παράγραφος 2, και 17. Αυτές αντιστοιχούν στα άρθρα 23, παράγραφοι 2 και 3, και 31 του κανονισμού 1/2003. Στις παρούσες προτάσεις θα αναφέρομαι στις διατάξεις του κανονισμού 1/2003, η αναφορά στις οποίες θα καλύπτει επίσης και τα άρθρα 15, παράγραφος 2, και 17 του κανονισμού 17, δεδομένου ότι αυτά δεν τροποποιήθηκαν ουσιωδώς καθόσον αφορούν τα ζητήματα που τίθενται με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
( 9 ) Απόφαση της 17ης Ιουνίου 2010, C-413/08 P, Lafarge κατά Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. I-5361, σκέψη 102). Στις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ (ΕΕ 1998 C 9, σ. 3) που διατύπωσε η Επιτροπή το 1998, επίσης γίνεται μνεία του παγκόσμιου κύκλου εργασιών κατά την αναφορά στο όριο του 10 % που προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. Στις παρούσες προτάσεις θα χρησιμοποιώ τον όρο «παγκόσμιος κύκλος εργασιών», όταν αναφέρομαι στον κύκλο εργασιών ολόκληρου του επιχειρηματικού ομίλου.
( 10 ) Έβδομη οδηγία 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, βασιζόμενη στο άρθρο 54, παράγραφος 3, περίπτωση ζʹ, της Συνθήκης για τους ενοποιημένους λογαριασμούς (ΕΕ L 193, σ.1).
( 11 ) Βλ. την πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας για τους ενοποιημένους λογαριασμούς.
( 12 ) Βλ. την τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας για τους ενοποιημένους λογαριασμούς.
( 13 ) Υπόθεση T-72/06, GroupeGascogne (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
( 14 ) Κατά πάγια νομολογία η συμπεριφορά μιας θυγατρικής εταιρίας μπορεί να καταλογισθεί στη μητρική εταιρία, ιδίως, όταν η θυγατρική δεν καθορίζει κατά τρόπο αυτόνομο την εμπορική της πολιτική. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η μητρική και η θυγατρική εταιρία συνιστούν ενιαία επιχείρηση όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. Η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να απευθύνει απόφαση περί επιβολής προστίμου στη μητρική εταιρία χωρίς να απαιτείται να αποδείξει την εμπλοκή της μητρικής εταιρίας στην παράβαση. Στην περίπτωση που η μητρική εταιρία κατέχει το 100 % του μετοχικού κεφαλαίου θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα ασκήσεως καθοριστικής επιρροής στη θυγατρική της και υπάρχει μαχητό τεκμήριο υπέρ του ότι όντως ασκεί τέτοια επιρροή (στο εξής: τεκμήριο καθοριστικής επιρροής). Βλ. απόφαση της 19ης Ιουλίου 2012, C‑628/10 P και C‑14/11 P, Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής (σκέψεις 42 έως 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, στο εξής: απόφαση Alliance One).
( 15 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14.
( 16 ) Απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, C‑521/09 P, Elf Aquitaine κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 59 έως 62, στο εξής: απόφαση Elf Aquitaine).
( 17 ) Σκέψη μεταφραζόμενη επ’ ευκαιρία των παρουσών προτάσεων.
( 18 ) Απόφαση Alliance One (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 111 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 19 ) Βλ. σημείο 29 ανωτέρω.
( 20 ) Βλ. σημεία 30 έως 32 ανωτέρω.
( 21 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, C-402/05 P και C-415/05 P, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I-6351, σκέψη 335, στο εξής: απόφαση Kadi).
( 22 ) Απόφαση της 3ης Μαΐου 2012, C-289/11 P, Legris Industries κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 36).
( 23 ) Απόφαση Alliance One (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 113).
( 24 ) Απόφαση Elf Aquitaine (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψεις 59 έως 62).
( 25 ) Χωρίο μεταφραζόμενο επ’ ευκαιρία των παρουσών προτάσεων.
( 26 ) Απόφαση AllianceOne (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 64).
( 27 ) Σκέψεις μεταφραζόμενες επ’ ευκαιρία των παρουσών προτάσεων.
( 28 ) Απόφαση Alliance One (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 42).
( 29 ) Απόφαση της 28ης Ιουνίου 2005, C-189/02 P, C-202/02 P, C-205/02 P έως C-208/02 P και C-213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I-5425, σκέψεις 280 και 281).
( 30 ) Διάταξη που αντιστοιχεί στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003.
( 31 ) Οι κρίσιμες αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου έχουν ήδη εκτεθεί στο σημείο 40 ανωτέρω.
( 32 ) Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2007, T-112/05 (Συλλογή 2007, σ. II-5049).
( 33 ) Χωρίο μεταφραζόμενο επ’ ευκαιρία των παρουσών προτάσεων.
( 34 ) Χωρίο μεταφραζόμενο επ’ ευκαιρία των παρουσών προτάσεων.
( 35 ) Βλ. σημείο 56 ανωτέρω.
( 36 ) Αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-8417, στο εξής: απόφαση Baustahlgewebe), της 16ης Ιουλίου 2009, C-385/07 P, Der Grüne Punkt - Duales System Deutschland κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. I-6155, στο εξής: απόφαση Der Grüne Punkt), και της 25ης Οκτωβρίου 2012, C‑110/10 P, Solvay κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, στο εξής: απόφαση Solvay). Η τελευταία αυτή υπόθεση αφορούσε, αφενός, την υπέρβαση εκ μέρους της Επιτροπής της εύλογης διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας και, αφετέρου, την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου μη εκδίκαση της υποθέσεως εντός ευλόγου προθεσμίας.
( 37 ) Βλ. επίσης τις προτάσεις μου επί των υποθέσεων Gascogne Sack Deutschland (σημεία 125 έως 141) και Kendrion (σημεία 108 έως 134).
( 38 ) Απόφαση Kadi (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 335).
( 39 ) Το άρθρο 47 του Χάρτη περιλαμβάνει και τα δύο δικαιώματα. Ειδικότερα, το άρθρο 47, παράγραφος 1, κατοχυρώνει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και το άρθρο 47, παράγραφος 2, το δικαίωμα σε δίκαιη, δημόσια και εντός εύλογης προθεσμίας δίκη.
( 40 ) Απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2013, C‑334/12 RX, Arango Jaramillo κ.λπ. (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 28, στο εξής: απόφαση Jaramillo).
( 41 ) ΕΔΔΑ, απόφαση Sürmeli κατά Γερμανίας [GC], αριθ. 75529/01, § 137, CEDH 2006-VII.
( 42 ) Άρθρο 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
( 43 ) Βλ. απόφαση Baustahlgewebe (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψη 19), βλ. επίσης απόφαση Der Grüne Punkt (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψη 176).
( 44 ) ΕΔΔΑ, απόφαση Pélissier και Sassi κατά Γαλλίας [GC], αριθ. 25444/94, § 67, CEDH 1999-II.
( 45 ) Απόφαση Baustahlgewebe (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψεις 28 και 29).
( 46 ) Απόφαση Baustahlgewebe (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψη 43). Βλ. επίσης τα άρθρα 36 και 37 του Κανονισμού Διαδικασίας που αφορούν τον καθορισμό της γλώσσας διαδικασίας.
( 47 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36.
( 48 ) Για μια χρήσιμη συνοπτική παρουσίαση, βλ. Έκθεση Πεπραγμένων του Δικαστηρίου, δραστηριότητα του Γενικού Δικαστηρίου και στατιστικά στοιχεία σχετικά με τη δικαιοδοτική δραστηριότητα του Γενικού Δικαστηρίου που είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα http:/curia.europa.eu/jcms/jcms/J02_7000/.
( 49 ) Στηρίζομαι στο σημείο αυτό στην κατά τα φαινόμενα συνήθη πορεία της έγγραφης διαδικασίας για τις υποθέσεις ανταγωνισμού γενικώς ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Θα ήταν, βεβαίως, δυνατόν να επανασχεδιασθεί το σύστημα προκειμένου να γίνεται κάπως διαφορετικός χειρισμός των υποθέσεων ανταγωνισμού καθόλη τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας. Επισημαίνω, όμως, ότι το ζήτημα στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως [όπως και στις υποθέσεις Kendrion και GSD καθώς και στην υπόθεση C‑578/11 P, Deltafina (εκκρεμούσα ως προς την οποία έχει ανασταλεί επί του παρόντος η διαδικασία)] είναι η ύπαρξη ή μη υπερβολικής καθυστερήσεως κατά τον χειρισμό συγκεκριμένης υποθέσεως και όχι αν ενδείκνυται ο ριζικός επανασχεδιασμός του υπάρχοντος συστήματος.
( 50 ) Τούτο με την επιφύλαξη της παρατηρήσεως που έγινε στην προηγούμενη υποσημείωση: ακόμα και υπό ένα διαφορετικού σχεδιασμού σύστημα, η πραγματικότητα των συμπράξεων που εκτείνονται σε περισσότερα κράτη μέλη και ο πολύγλωσσος χαρακτήρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα δυσχεραίνουν, κατά τη γνώμη μου, τον εξίσου ταχύ με τις εγχώριες υποθέσεις ανταγωνισμού χειρισμό των υποθέσεων ανταγωνισμού στο επίπεδο της ΕΕ.
( 51 ) Απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2012, C‑272/09 P, KME Germany κ.λπ. κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 102 έως 106 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), βλ. επίσης τις προτάσεις μου επί της ιδίας υποθέσεως (σημεία 68 και 69 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 52 ) Βλ. σημείο 72.
( 53 ) Βλ. μέρος II της ιστοσελίδας http://curia.europa.eu/jcms/upload/docs/application/pdf/2011-04/projet_el.pdf.
( 54 ) Επιστολή του Προέδρου M. Jaeger προς την Ιρλανδική Προεδρία με ημερομηνία 12 Μαρτίου 2013, δημοσιοποιημένη στην ιστοσελίδα http://register.consilium.europa.eu/pdf/en/13/st07/st07758.en13.pdf. Ο Πρόεδρος M. Jaeger είχε προηγουμένως αποστείλει επιστολή (στις 23 Μαΐου 2012) προς το Συμβούλιο, στην οποία ανέφερε τα ονόματα των δικαστών των οποίων η θητεία θα έληγε στις 31 Αυγούστου 2013 και ζητούσε από τις κυβερνήσεις να προβούν σε σχετική πρόταση πριν τη 15η Νοεμβρίου 2012: http://www.parlament.gv.at/PAKT/EU/XXIV/EU/08/82/EU_88277/imfname_10037088.pdf. Βλ. επίσης 16η έκθεση της συνόδου 2012-2013 της Επιτροπής Ευρωπαϊκής Ένωσης του House of Lords [Βουλή των Λόρδων], «Workload of the Court of Justice of the European Union: Follow-up Report», και ιδίως σημεία 59 και 67: http://www.publications.parliament.uk/pa/ld201213/ldselect/ldeucom/163/163.pdf. Βλ. ακόμη, την επιστολή με ημερομηνία 26 Μαρτίου 2013 εκ μέρους της CCBE [Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων της Ευρωπαϊκής Ένωσης] προς τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου σχετικά με τον διορισμό δικαστών στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης: http://www.ccbe.eu/fileadmin/user_upload/NTCdocument/260313_EN__EU_Repsp1_1364893059.pdf.
( 55 ) Κατά τον χρόνο καταρτίσεως των παρουσών προτάσεων, φαίνεται ότι είναι πιθανό (υπό την προϋπόθεση ότι όλες οι διαδικασίες διορισμού θα περατωθούν εγκαίρως) να υπάρξουν έως εννέα νέοι δικαστές κατά τη μερική ανανέωση των μελών του Γενικού Δικαστηρίου τον Σεπτέμβριο του 2013. Αυτό σημαίνει ότι, δεδομένου ότι τόσο στο Γενικό Δικαστήριο όσο και στο Δικαστήριο θα προστεθεί ένας δικαστής με την ένταξη της Κροατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση από την 1η Ιουλίου 2013, λίγο παραπάνω από το ένα τρίτο των μελών του Γενικού Δικαστηρίου θα ασκούν για πρώτη φορά τα σχετικά καθήκοντα.
( 56 ) Αυτή είναι η προσέγγιση που ακολουθεί το Δικαστήριο του Στρασβούργου, βλ., για παράδειγμα, απόφαση Findlay κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 25ης Φεβρουαρίου1997, §§ 73 και 74, Recueil des arrêts et décisions 1997-I.
( 57 ) Απόφαση Jaramillo (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 40, σκέψεις 43 και 44).
( 58 ) Η προσφυγή ακυρώσεως κατατέθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2006 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2011.
( 59 ) Βλ. σημείο 75 ανωτέρω.
( 60 ) Αυτό είναι κοινό στοιχείο και των τριών αιτήσεων αναιρέσεως, βλ. επίσης Gascogne Sack Deutschland και Kendrion.
( 61 ) Η GSD και η Kendrion δηλώνουν επίσης ότι οι υποθέσεις τους κινήθηκαν ταχέως μετά την ανάθεσή τους σε νέο εισηγητή δικαστή.
( 62 ) Βλ. σημείο 17.
( 63 ) Υπήρχαν συνολικά έξι διαφορετικές γλώσσες διαδικασίας μεταξύ των δεκαπέντε υποθέσεων.
( 64 ) Διάταξη της 6ης Ιουλίου 2006, T-43/06, Cofira Sac κατά Επιτροπής. Το πλήρες κείμενο της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου διατίθεται στη γαλλική και την ιταλική γλώσσα στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου.
( 65 ) (i) Απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2010, T-26/06, Trioplast Wittenheim SA κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή). Το πλήρες κείμενο είναι διαθέσιμο στη γαλλική και στη σουηδική στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου. (ii) Απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2010, T-40/06, Trioplast Industrier κατά Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. II-4893).
( 66 ) Υποθέσεις C‑35/12 P, Plásticos Españoles (ASPLA) κατά Επιτροπής, και C‑36/12 P, Armando Álvarez κατά Επιτροπής. Η εκδίκαση των δύο αυτών υποθέσεων έχει ανασταλεί έως ότου εκδοθεί απόφαση επί των υποθέσεων Groupe Gascogne, Gascogne Sack Deutschland και Kendrion.
( 67 ) Το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην GSD ανέρχεται στο ποσό των 13,2 εκατομμυρίων ευρώ. Η Groupe Gascogne ευθύνεται εις ολόκληρον μέχρι του ποσού των 9,9 εκατομμυρίων ευρώ για το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην κατά 100 % θυγατρική της.
( 68 ) Βλ. σημεία 81 έως 84 ανωτέρω.
( 69 ) Βλ. σημεία 133 και επ. κατωτέρω.
( 70 ) ΕΔΔΑ, απόφαση Kudta κατά Πολωνίας [GC], αριθ. 30210/96, § 156, CEDH 2000-XI.
( 71 ) Απόφαση Kudła κατά Πολωνίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 70, § 157).
( 72 ) Οι αναιρεσείουσες στις υποθέσεις Gascogne Sack Deutschland και Kendrion ακολουθούν παρόμοια προσέγγιση.
( 73 ) Βλ. σημεία 130 και 131 κατωτέρω σχετικά με τα πρόστιμα.
( 74 ) Αυστρία, Βέλγιο, Γερμανία, Φινλανδία, Κάτω Χώρες, Ισπανία και Ηνωμένο Βασίλειο.
( 75 ) Γαλλία, Ιταλία, Πολωνία και Ρουμανία.
( 76 ) Γερμανία, Φινλανδία, Ιταλία και Πολωνία.
( 77 ) Γερμανία και Ελλάδα.
( 78 ) Στη νομολογία των δικαστηρίων των Κάτω Χωρών έχουν διαμορφωθεί οι εξής κανόνες σχετικά με τις υποθέσεις ανταγωνισμού. Η διάρκεια της διαδικασίας κρίνεται ότι δεν είναι εύλογη στην περίπτωση που η συνολική διάρκεια του διοικητικού σταδίου και της ένδικης διαδικασίας υπερβαίνει τα πέντε έτη και έξι μήνες. Στην περίπτωση που το υπερβάλλον χρονικό διάστημα είναι μικρότερο από έξι μήνες είναι δυνατή η μείωση του προστίμου μέχρι 5 %. Η μείωση μπορεί να είναι μέχρι 10 % (έως ενός ορίου 10000 ευρώ) στην περίπτωση που το υπερβάλλον χρονικό διάστημα είναι μεταξύ 6 και 12 μηνών. Για χρονικά διαστήματα άνω των 12 μηνών ο καθορισμός της μειώσεως του προστίμου εναπόκειται στην εκτίμηση του δικαστηρίου.
( 79 ) ΕΔΔΑ, απόφαση Hauschildt κατά Δανίας της 24ης Μαΐου 1989, σειρά A αριθ. 154, § 58.
( 80 ) Αυτό είναι ίσως πιο πιθανό να συμβεί στην περίπτωση φυσικού προσώπου και όχι επιχειρήσεως, αλλά το ενδεχόμενο θανάτου ή αδυναμίας εντοπισμού ενός βασικού μάρτυρα στο πλαίσιο διαδικασίας με υπερβολική διάρκεια δεν μπορεί να αποκλειστεί.
( 81 ) Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2000, C-46/98 P, EFMA κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-7079, σκέψη 38), και, πιο πρόσφατα, απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, C-520/09 P, Arkema κατά Επιτροπής (Συλλογή 2011, σ. I-8901, σκέψη 31).
( 82 ) Edward, First Baron Thurlow, ο οποίος διετέλεσε Lord Chancellor of England μεταξύ του 1778 και του 1783 και μεταξύ του 1783 και του 1792, το δε παράθεμα αντλείται από τον John Poynder, Literary Extracts (1844), τόμος 1, σ. 268.
( 83 ) Το Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει σε ορισμένες περιπτώσεις επιδικάσει αποζημίωση για μη περιουσιακή ζημία στις περιπτώσεις που κρίνει ότι ο προσφεύγων έχει υποστεί ψυχική στενοχώρια και ταλαιπωρία λόγω της καθυστερήσεως στην εκδίκαση της υποθέσεως: βλ., για παράδειγμα, ΕΔΔΑ, απόφαση Barry κατά Ιρλανδίας, αριθ. 18273/04, της 15ης Δεκεμβρίου 2005 (§ 61 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Αν όμως δεν στοιχειοθετείται βλάβη οφειλόμενη στην καθυστέρηση το ως άνω δικαστήριο δεν επιδικάζει τέτοια αποζημίωση: βλ., για παράδειγμα, απόφαση Hauschildt κατά Δανίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 79, § 58).
( 84 ) Καθόσον ενδέχεται να έχει ωφεληθεί από την καθυστέρηση, είναι αναγκαίο να συνεκτιμήσει την ωφέλεια αυτή κατά τον ποσοτικό προσδιορισμό των απωλειών της.
( 85 ) Απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, T-235/07, Bavaria κατά Επιτροπής (Συλλογή 2011, σ. II-3229, στο εξής: απόφαση Dutch Beer).
( 86 ) Βλ., πέρα από την απόφαση Dutch Beer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 85), αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 30ής Απριλίου 2009, T-18/03, CD-Contact Data κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. II-1021), και της 5ης Ιουνίου 2012, T‑214/06, Imperial Chemical Industries κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
( 87 ) Γνωρίζω ότι, στο σημείο 198 των προτάσεών της στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Solvay, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36 ανωτέρω, η γενική εισαγγελέας J. Kokott διατύπωσε την άποψη ότι στην υπόθεση εκείνη μπορεί να ήταν ενδεδειγμένη η μείωση του επιβληθέντος προστίμου κατά 50 %. Εάν δεν απατώμαι, δεν ανέφερε συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους αυτό ήταν το κατάλληλο ποσοστό –ενδεχομένως η προσέγγισή της ήταν ότι «λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υποθέσεως, το ορθό ποσοστό είναι X». Για τους λόγους που εξέθεσα, έχω ενδοιασμούς ως προς την προσέγγιση αυτή.
( 88 ) Το ίδιο συμβαίνει στις υποθέσεις GSD και Kendrion.
( 89 ) Βλ. την επιστολή της Επιτροπής προς την Groupe Gascogne με ημερομηνία 13 Δεκεμβρίου 2005 (παράρτημα 3 του δικογράφου της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε η Groupe Gascogne ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου με αίτημα την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως).
( 90 ) Καθώς επίσης και των GSD και Kendrion.
( 91 ) Βλ., για παράδειγμα, διάταξη του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαρτίου 2011, T‑392/09 R, 1. garantovaná κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή).
( 92 ) Βλ. σημεία 134 έως 138.
( 93 ) Κατά τον χρόνο της αποφάσεως Baustahlgewebe ο γενικός εισαγγελέας P. Léger είχε προτείνει την εκδίκαση των υποθέσεων αυτών από το Δικαστήριο. Αυτό όμως δεν είναι πλέον δυνατό δεδομένων των αλλαγών που επέφερε στους κανόνες σχετικά με την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου η Συνθήκη της Νίκαιας. Βλ. σημείο 321 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Der Grüne Punkt (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 36).
( 94 ) Απόφαση Findlay (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 56, § 73).
( 95 ) Τα πρόστιμα αποτελούν ίδιους πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
( 96 ) Βλ. σημεία 143 και 144 ανωτέρω.
( 97 ) Βλ. επίσης άρθρο 335 ΣΛΕΕ.
( 98 ) Φρονώ ότι ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως της Groupe Gascogne με τον οποίο ζητείται μείωση του προστίμου βασίζεται σαφώς στην απόφαση Baustahlgewebe: δεν προβλήθηκε ως χωριστό αίτημα που αφορά περιουσιακή ή/και μη περιουσιακή ζημία, ούτε εξάλλου το Δικαστήριο θα είχε την αρμοδιότητα να εξετάσει τέτοιο αίτημα.
( 99 ) Αν το «γεγονός» ήταν το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο εύλογος χειρισμός της υποθέσεως γίνεται αδικαιολόγητη καθυστέρηση, α) θα υπήρχε σημαντική νομική αβεβαιότητα ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της πενταετούς παραγραφής και β) η πραγματικά υπέρμετρη καθυστέρηση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου θα είχε ως αποτέλεσμα την παραγραφή της αξιώσεως πριν το Γενικό Δικαστήριο εκδώσει την απόφασή του. Αυτό δεν μπορεί να είναι ορθό.