30.4.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 130/9


Αναίρεση που άσκησε στις 2 Φεβρουαρίου 2011 η Deutsche Bahn AG κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) στις 12 Νοεμβρίου 2010 στην υπόθεση T-404/09, Deutsche Bahn AG κατά Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)

(Υπόθεση C-45/11 P)

2011/C 130/18

Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική

Διάδικοι

Αναιρεσείουσα: Deutsche Bahn AG (εκπρόσωπος: K. Schmidt-Hern, δικηγόρος)

Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), (εκπρόσωπος: G. Schneider)

Αιτήματα της αναιρεσείουσας

Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:

να ακυρώσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης T-404/09, της 12ης Νοεμβρίου 2010·

να ακυρώσει την απόφαση του πρώτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα), της 23ης Ιουλίου 2009 (R 379/2009-1)·

να καταδικάσει το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) στα δικαστικά έξοδα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου.

Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα

Η παρούσα αναίρεση βάλλει κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, με την οποία αυτό απέρριψε την προσφυγή της αναιρεσείουσας περί ακυρώσεως της αποφάσεως του πρώτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς, της 23ής Ιουλίου 2009, περί απορρίψεως της αιτήσεώς της για καταχώριση εικονιστικού σήματος, το οποίο αποτελείται από οριζόντιο συνδυασμό των χρωμάτων γκρι και κόκκινου.

Η αναιρεσείουσα στηρίζει την αίτηση αναιρέσεώς της σε παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009, η οποία ερείδεται σε τέσσερις λόγους.

Πρώτον, κατά την εξέταση του διακριτικού χαρακτήρα, το Γενικό Δικαστήριο βασίστηκε σε άλλο σημείο από αυτό του οποίου εζητείτο η καταχώριση. Το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε το σημείο στο σύνολό του, αλλά έλαβε απλώς ως βάση ένα κατά κάποιο τρόπο καμωμένο συνδυασμό χρωμάτων ανοιχτού γκρι/κόκκινου κυκλοφορίας. Οι ιδιαιτερότητες του συστήματος των χρωμάτων δεν ελήφθησαν υπόψη στην παρούσα περίπτωση, παρ’ όλον ότι η συγκεκριμένη διάταξη των χρωμάτων αυτών στο σήμα που αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς συνιστά μέρος της αιτήσεως καταχωρίσεως του σήματος και συγκεκριμενοποιεί το σημείο.

Δεύτερον, κατά την εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα, το Γενικό Δικαστήριο αγνόησε για ποιες συγκεκριμένες υπηρεσίες ζητήθηκε η καταχώριση του σήματος και εξέτασε τη δυνατότητα προστασίας σε σχέση με εντελώς άλλα προϊόντα. Η δήθεν έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα του σήματος συνήχθη, στο πλαίσιο της αποφάσεως, από το γεγονός ότι ορισμένα αντικείμενα ή προϊόντα συνήθως παρουσιάζονται με τα επίμαχα χρώματα (τμήματα μηχανών σιδηροδρόμων και πίνακες ελέγχου σε σιδηροδρομικές διαδρομές, πινακίδες κυκλοφοριακής σήμανσης, δρύφρακτες ισόπεδες διαβάσεις και σήματα σιδηροδρομικής κυκλοφορίας καθώς και αμαξοστοιχίες και ακμές κρηπιδωμάτων). Όμως, δεν ζητήθηκε η καταχώριση του επίμαχου σήματος για τα εν λόγω προϊόντα. Το Γενικό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε γιατί η μη δυνατότητα προστασίας του επίδικου σήματος για συγκεκριμένα προϊόντα του τομέα των μεταφορών ή των σιδηροδρομικών μεταφορών θεμελιώνει επίσης τη μη δυνατότητα προστασίας του σήματος του οποίου ζητείται εν προκειμένω η καταχώριση και το οποίο καλύπτει υπηρεσίες.

Τρίτον, κατά την εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχτηκε σε εσφαλμένες νομικές βάσεις, κρίνοντας ομοίως τον διακριτικό χαρακτήρα σημάτων που καλύπτουν προϊόντα και σημάτων που καλύπτουν υπηρεσίες. Το Γενικό Δικαστήριο αγνόησε το γεγονός ότι οι διαφορετικές κατηγορίες σημείων δεν γίνονται κατ’ ανάγκη αντιληπτές από το κοινό κατά τον ίδιο τρόπο. Ενώ ο καταναλωτής δεν είναι ίσως συνηθισμένος να συναγάγει, από το χρώμα των προϊόντων ή της συσκευασίας τους χωρίς γραφικά ή λεκτικά στοιχεία την προέλευση των προϊόντων, δεδομένου ότι προϊόντα και συσκευασίες είναι συνήθως έγχρωμες, η κατάσταση στην περίπτωση των υπηρεσιών είναι εντελώς διαφορετική. Επειδή οι υπηρεσίες είναι εκ φύσεως άχρωμες, ο καταναλωτής αντιλαμβάνεται τα χρώματα όσον αφορά τις υπηρεσίες εντελώς διαφορετικά απ’ ό,τι αντιλαμβάνεται τα χρώματα όσον αφορά τα προϊόντα. Επομένως, κατά την εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα των χρωμάτων πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ προϊόντων και υπηρεσιών.

Τέταρτον, κατά την εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα του συγκεκριμένου σήματος, το Γενικό Δικαστήριο διαστρέβλωσε τα συναφή πραγματικά περιστατικά και δεν αιτιολόγησε αρκούντως την απόφασή του. Χωρίς καμία αιτιολόγηση, το Γενικό Δικαστήριο υπέθεσε ότι οριζόντιες λωρίδες χρησιμοποιούνται συνήθως ως διακοσμητικά στοιχεία στα τραίνα. Επιπλέον, δεν ελήφθη υπόψη ότι στην παρούσα περίπτωση πρόκειται για την εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα συγκεκριμένου έγχρωμου σήματος και όχι για λωρίδες σε σιδηροδρομικά βαγόνια γενικώς. Ομοίως, το Γενικό Δικαστήριο αγνόησε το γεγονός ότι η καταχώριση του σήματος που αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς δεν ζητήθηκε για σιδηροδρομικά βαγόνια αλλά για υπηρεσίες της κλάσεως 39. Τέλος, η αναιρεσείουσα ανέφερε εκτενώς, συναφώς, ότι έγχρωμα στοιχεία στον τομέα των σιδηροδρομικών μεταφορών δεν γίνονται αντιληπτά ως διακοσμητικά στοιχεία, αλλά ως ενδείξεις προελεύσεως. Το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε τα εν λόγω επιχειρήματα της αναιρεσείουσας.