ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 12ης Σεπτεμβρίου 2013 ( *1 )
«Κοινωνική πολιτική — Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών — Οδηγία 76/207/ΕΟΚ — Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήφθη πριν από την προσχώρηση του κράτους μέλους — Λήξη της διάρκειας ισχύος της σύμβασης μετά από την προσχώρηση — Εργασιακή ρύθμιση που καθορίζει ως ημερομηνία λήξης της ισχύος της σύμβασης την τελευταία ημέρα του έτους κατά το οποίο συμπληρώνεται η ηλικία συνταξιοδότησης — Διαφορετική ηλικία αφενός για τους άνδρες και αφετέρου για τις γυναίκες»
Στην υπόθεση C‑614/11,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Oberster Gerichtshof (Αυστρία) με απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2011, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Νοεμβρίου 2011, στο πλαίσιο της δίκης
Niederösterreichische Landes-Landwirtschaftskammer
κατά
Anneliese Kuso,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο τμήματος, A. Rosas (εισηγητή), E. Juhász, D. Šváby και C. Vajda, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Wahl
γραμματέας: A. Impellizzeri, υπάλληλος διοίκησης,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 31ης Ιανουαρίου 2013,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
|
— |
το Niederösterreichische Landes-Landwirtschaftskammer, εκπροσωπούμενο από τον B. Hainz, Rechtsanwalt, |
|
— |
η A. Kuso, εκπροσωπούμενη από τους C. Henseler, H. Pflaum, P. Karlberger, W. Opetnik, Rechtsanwälte, και την P. Rindler, Rechtsanwältin, |
|
— |
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον V. Kreuschitz και την C. Gheorghiu, |
κατόπιν της απόφασης που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Η αίτηση προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και γʹ, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 (ΕΕ L 269, σ. 15, στο εξής: οδηγία 76/207). |
|
2 |
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Niederösterreichische Landes‑Landwirtschaftskammer (Γεωργικού Επιμελητηρίου του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Αυστρίας, στο εξής: NÖ-LLWK) και της A. Kuso, αντικείμενο της οποίας είναι η λύση της σχέσης εργασίας της ενδιαφερόμενης. |
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
|
3 |
Το άρθρο 2 της οδηγίας 76/207 ορίζει τα εξής: «1. Κατά την έννοια των κατωτέρω διατάξεων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό, ιδίως, με την οικογενειακή κατάσταση. 2. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
[...]» |
|
4 |
Το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής: «1. Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως σημαίνει ότι δεν υφίσταται άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όσον αφορά:
[...]
[...]» |
|
5 |
Η οδηγία 76/207 καταργήθηκε με την οδηγία 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (ΕΕ L 204, σ. 23), η οποία άρχισε να ισχύει, όπως πρόβλεπε το άρθρο της 34, στις 15 Αυγούστου 2009. Η οδηγία 2006/54 δεν έχει εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης της κύριας δίκης. |
Το αυστριακό δίκαιο
|
6 |
Ο αυστριακός νόμος για την ίση μεταχείριση (Gleichbehandlungsgesetz, BGBl. I, 66/2004), ο οποίος μεταφέρει, μεταξύ άλλων, την οδηγία 76/207 στην αυστριακή νομοθεσία, προβλέπει στο άρθρο 3, το οποίο επιγράφεται «Ισότητα μεταχείρισης στις εργασιακές σχέσεις», τα εξής: «Κανείς δεν επιτρέπεται να υφίσταται, στις εργασιακές σχέσεις, άμεσες ή έμμεσες διακρίσεις λόγω φύλου, και ιδίως λόγω της οικογενειακής του κατάστασης, και ειδικότερα:
[…]
[…]
|
|
7 |
Η σχέση εργασίας της A. Kuso διέπεται από τις διατάξεις του νόμου περί υπαλλήλων του 1921 (Angestelltengesetz 1921). Ειδικότερα, το άρθρο 19, παράγραφος 1, του νόμου αυτού προβλέπει ότι η σύμβαση εργασίας λήγει μόλις παρέλθει ο χρόνος για τον οποίο έχει συναφθεί. |
|
8 |
Από την αίτηση προδικαστικής απόφασης προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου της A. Kuso διεπόταν από τον κανονισμό εργασίας και αποδοχών του Niederösterreichische Landes-Landwirtschaftskammer (Dienst- und Besoldungsordnung der Niederösterreichischen Landes-Landwirtschaftskammer, στο εξής: DO). Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο κανονισμός αυτός πρέπει να θεωρηθεί ως μέρος της όλης εθνικής ρύθμισης σε σχέση με την οποία το εν λόγω δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το δίκαιο της Ένωσης. |
|
9 |
Ο κανονισμός αυτός περιορίζει το δικαίωμα του εργοδότη ως προς τις απολύσεις, διότι περιλαμβάνει μια ειδική ρύθμιση, κατά την οποία η απόλυση των εργαζομένων επιτρέπεται για ορισμένους μόνο λόγους, εκτός αν έχουν διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα. |
|
10 |
Ο DO περιλαμβάνει τις ακόλουθες διατάξεις: «Άρθρο 25 – Λύση της σχέσης εργασίας 1) Η σχέση εργασίας των εργαζομένων που έχουν θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης λύεται:
[...] 2) Η σχέση εργασίας των εργαζομένων που ανήκουν στην κατηγορία των εργαζομένων των οποίων δεν επιτρέπεται η απόλυση λύεται:
[...] 3) Ο εργοδότης μπορεί επίσης να καταγγείλει τη σχέση εργασίας εργαζομένου που ανήκει στην κατηγορία των εργαζομένων των οποίων δεν επιτρέπεται η απόλυση, [...]
Άρθρο 26 – Αναγκαστική συνταξιοδότηση 1) Η διευθύνουσα επιτροπή του [NÖ-LLWK] είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίζει την αναγκαστική προσωρινή ή μόνιμη συνταξιοδότηση εργαζομένου με βάση τις διατάξεις του κανονισμού περί συντάξεων. [...] Άρθρο 65 – Μετάβαση στο καθεστώς μόνιμης συνταξιοδότησης Στο καθεστώς μόνιμης συνταξιοδότησης υπάγονται στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους οι άνδρες εργαζόμενοι που κατά το εν λόγω έτος συμπλήρωσαν το 65ο έτος της ηλικίας τους και οι γυναίκες εργαζόμενες που κατά το εν λόγω έτος συμπλήρωσαν το 60ό έτος της ηλικίας τους.» |
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
|
11 |
Η A. Kuso εργαζόταν στο NÖ-LLWK από την 1η Μαρτίου 1967 βάσει σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου. Την 1η Ιανουαρίου 1980 συμφώνησε, συνάπτοντας την τυποποιημένη σύμβαση που προβλέπει ο DO, να υπαχθεί στην κατηγορία των εργαζομένων των οποίων δεν επιτρέπεται η απόλυση, πράγμα που συνεπάγεται τον περιορισμό της διάρκειας ισχύος της σύμβασης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 25, παράγραφος 2, του DO. |
|
12 |
Η Α. Kuso συμπλήρωσε το 60ό έτος της ηλικίας της το 2008. Στις 18 Ιουλίου 2008 ο προϊστάμενος του τμήματος προσωπικού την πληροφόρησε τηλεφωνικώς ότι το προεδρείο του NÖ-LLWK είχε απορρίψει, κατά τη συνεδρίασή του της 14ης Ιουλίου 2008, την αίτησή της να εξακολουθήσει να εργάζεται και μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδότησης. Ως εκ τούτου, το NÖ-LLWK θεωρούσε ότι η σχέση εργασίας θα έληγε στο τέλος του 2008. Με επιστολή της 25ης Ιουλίου 2008 η A. Kuso ενημερώθηκε ότι δεν είχε γίνει δεκτή η παράταση της σχέσης εργασίας της πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2008 και ότι συνεπώς η σχέση αυτή θα έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 2008. |
|
13 |
Η Α. Kuso άσκησε αγωγή ενώπιον του Landesgericht Korneuburg, ισχυριζόμενη ότι η λύση της σχέσης εργασίας της ήταν παράνομη. Η απόφαση που εξέδωσε το δικαστήριο αυτό στις 21 Ιανουαρίου 2009 ήταν δυσμενής για την ενάγουσα, αλλά μεταρρυθμίστηκε από την απόφαση που εξέδωσε στις 18 Μαρτίου 2010 το Oberlandesgericht Wien, δικάζοντας ως εφετείο σε υποθέσεις εργατικού δικαίου και δικαίου της κοινωνικής ασφάλισης. Κατόπιν αυτού, το NÖ-LLWK άσκησε αναίρεση ενώπιον του Oberster Gerichtshof. |
|
14 |
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει καταρχάς ότι ο DO, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης εργασίας της A. Kuso, προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι η σχέση εργασίας λύεται την τελευταία ημέρα του έτους κατά το οποίο ο μισθωτός συμπληρώνει την ηλικία συνταξιοδότησης. Η ηλικία αυτή διαφέρει όμως ανάλογα με το φύλο του μισθωτού, είναι δηλαδή το 60ό έτος για τις γυναίκες και το 65ο για τους άνδρες. Επιπλέον, η επίμαχη εν προκειμένω σύμβαση εργασίας συνήφθη πριν από την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η σύμβαση αυτή έπαυσε να ισχύει μετά από την προσχώρηση. Το αιτούν δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και τη θέση που κατέχει το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, θέτει το ζήτημα του κατά χρόνο και καθ’ ύλη πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 76/207. |
|
15 |
Το Oberster Gerichtshof επισημαίνει στη συνέχεια ότι η υπόθεση της κύριας δίκης, αν και εμφανίζει ορισμένες ομοιότητες με την υπόθεση στην οποία εκδόθηκε η απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2010, C-356/09, Kleist (Συλλογή 2010, σ. I-11939), εντούτοις διαφέρει σε δύο τουλάχιστον σημεία. |
|
16 |
Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, στην υπόθεση στην οποία εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Kleist, η σχέση εργασίας της ενδιαφερόμενης είχε λυθεί βάσει μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας, η οποία θεωρούνταν ως ρύθμιση γενικής ισχύος, ενώ η σχέση εργασίας της A. Kuso διέπεται από ατομική σύμβαση εργασίας, η οποία έχει συναφθεί για ορισμένο χρόνο. |
|
17 |
Δεύτερον, στην υπόθεση εκείνη η λύση της σχέσης εργασίας οφειλόταν σε απόλυση. Στην περίπτωση όμως της A. Kuso δεν υπήρξε καμία απόλυση. Στην υπόθεση της κύριας δίκης η σχέση εργασίας στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και η λύση της οφείλεται στη λήξη της διάρκειας ισχύος της σύμβασης αυτής. Δεδομένου ότι αυτές οι σχέσεις εργασίας λύονται κανονικά με τη λήξη του ορισμένου χρόνου, χωρίς να χρειάζεται καμία σχετική δήλωση, το αιτούν δικαστήριο θέτει συνεπώς το ζήτημα αν οι περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης διαφέρουν από τις περιστάσεις της προπαρατεθείσας υπόθεσης Kleist ή, αντίθετα, είναι δυνατή η κατ’ αναλογία εφαρμογή στην προκείμενη υπόθεση της λύσης στην οποία κατέληξε το Δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη. |
|
18 |
Το Oberster Gerichtshof, κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί εξαρτάται από την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Αντιβαίνει στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και γʹ, της οδηγίας 76/207 […] η εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι το ζήτημα της δυσμενούς διάκρισης λόγω φύλου σε σχέση με τη λύση εργασιακής σχέσης που επέρχεται, σύμφωνα με ατομική σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήφθη πριν από την έναρξη της ισχύος της εν λόγω οδηγίας (εν προκειμένω: πριν από την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση), αποκλειστικά και μόνο λόγω της παρόδου του ορισμένου χρόνου δεν κρίνεται, με βάση τη συμβατική συμφωνία περί ορισμένου χρόνου, η οποία συνήφθη πριν από την προσχώρηση, ως “όρος απόλυσης”, αλλά μόνο ως “όρος πρόσληψης” σε σχέση με την απόρριψη της αίτησης παράτασης της σύμβασης;» |
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
|
19 |
Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ ή γʹ, της οδηγίας 76/207 έχει την έννοια ότι μια εθνική ρύθμιση η οποία, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, συνίσταται σε ένα εργασιακό καθεστώς που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας σύμβασης εργασίας που συνήφθη πριν από την προσχώρηση του οικείου κράτους μέλους στην Ένωση και η οποία προβλέπει ότι η σχέση εργασίας λύεται λόγω της συμπλήρωσης της ηλικίας συνταξιοδότησης, η οποία διαφέρει ανάλογα με το φύλο του εργαζομένου, συνιστά απαγορευόμενη από την εν λόγω οδηγία διάκριση, όταν ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος συμπληρώνει την ηλικία αυτή μετά από την εν λόγω προσχώρηση. |
Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
|
20 |
Το NÖ-LLWK εκτιμά ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η πάροδος και μόνο του χρόνου ισχύος της σύμβασης αρκεί για να λυθεί η σχέση εργασίας. Η σχέση εργασίας της A. Kuso δεν έληξε όμως λόγω απόλυσης, αλλά λόγω της λήξης του χρόνου ισχύος της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 76/207 αφορά μόνο τις απολύσεις και επομένως δεν είναι δυνατή η επίκλησή του. Επιπλέον, αφού το εργασιακό καθεστώς που διέπει την επίμαχη στην κύρια δίκη σύμβαση εργασίας είναι προγενέστερο της προσχώρησης της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ένωση, μια εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν μπορεί να συνιστά διάκριση, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής. Το NÖ-LLWK θεωρεί συνεπώς ότι το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να εξεταστεί μόνο ως «όρος απόλυσης», δηλαδή να εξεταστεί από την άποψη του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 76/207. |
|
21 |
Αντίθετα, η A. Kuso και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να εξεταστεί μόνο από την άποψη της λύσης της σχέσης εργασίας. Δεδομένου ότι η σύμβαση εργασίας αποτελεί διαρκή σύμβαση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα αποτελέσματα των συμβάσεων αυτών εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/207 ήδη από την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ένωση. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα ότι η σύναψη της επίμαχης στην κύρια δίκη σύμβασης εργασίας είναι προγενέστερη της προσχώρησης αυτής και να εξεταστεί το προδικαστικό ερώτημα από την άποψη του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής. |
Απάντηση του Δικαστηρίου
|
22 |
Πρέπει να εξακριβωθεί αν, όπως υποστηρίζουν η A. Kuso και η Επιτροπή, η λύση της σχέσης εργασίας βάσει του άρθρου 25, παράγραφος 2, στοιχείο a, του DO εμπίπτει στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 76/207. |
|
23 |
Πρώτον, πρέπει να τεθεί το ερώτημα αν η τελευταία αυτή διάταξη μπορεί να εφαρμοστεί rationae temporis σε μια περίπτωση όπως αυτή την οποία αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης. |
|
24 |
Οι ουσιαστικοί κανόνες του δικαίου της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύονται, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, υπό την έννοια ότι αφορούν καταστάσεις που έχουν διαμορφωθεί πριν από την έναρξη της ισχύος τους μόνο στον βαθμό που προκύπτει σαφώς από το γράμμα τους, τους σκοπούς τους ή την οικονομία τους ότι πρέπει να παράγουν τέτοια αποτελέσματα (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2002, C-162/00, Pokrzeptowicz-Meyer, Συλλογή 2002, σ. I-1049, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). |
|
25 |
Υπενθυμίζεται πάντως ότι ένας νέος κανόνας εφαρμόζεται πάραυτα στα μελλοντικά αποτελέσματα μιας κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό το κράτος του προγενέστερου κανόνα (αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1986, 270/84, Licata κατά CES, Συλλογή 1986, σ. 2305, σκέψη 31, και Pokrzeptowicz-Meyer, προπαρατεθείσα, σκέψη 50). Το Δικαστήριο έχει δεχτεί επίσης ότι οι διατάξεις των αρχικών Συνθηκών δεσμεύουν τα νέα κράτη μέλη ήδη από την προσχώρησή τους και εφαρμόζονται έναντι αυτών υπό τους όρους που προβλέπονται από τις εν λόγω Συνθήκες και από την οικεία Πράξη Προσχώρησης (βλ. απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1997, C-122/96, Saldanha και MTS, Συλλογή 1997, σ. I-5325, σκέψη 13). |
|
26 |
Όσον αφορά την οδηγία 76/207 και την υπόθεση της κύριας δίκης, η Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 1994, C 241, σ. 21, και ΕΕ 1995, L 1, σ. 1) άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1995. Το άρθρο 2 της εν λόγω Πράξης ορίζει ότι, «από την προσχώρηση, οι διατάξεις των αρχικών Συνθηκών και οι πριν την προσχώρηση πράξεις των οργάνων δεσμεύουν τα νέα κράτη [μέλη] και εφαρμόζονται έναντι αυτών υπό τους όρους που προβλέπονται στις Συνθήκες αυτές και στην παρούσα Πράξη». Το δε παράρτημα XV της εν λόγω Πράξης, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 151 της Πράξης αυτής, αναφέρει ρητά την οδηγία 76/207. |
|
27 |
Αφού οι διατάξεις της εν λόγω Πράξης δεν έχουν προβλέψει ειδικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της οδηγίας 76/207, εκτός από την προσωρινή παρέκκλιση που προβλέφθηκε στο παράρτημα XV, σημείο V, της ανωτέρω Πράξης Προσχώρησης σχετικά με τη νυκτερινή εργασία των γυναικών, η οποία όμως δεν αποτελεί το αντικείμενο της υπόθεσης της κύριας δίκης, η εν λόγω οδηγία δεσμεύει συνεπώς τη Δημοκρατία της Αυστρίας από την ημερομηνία της προσχώρησής της στην Ένωση, οπότε έχει εφαρμογή στα μελλοντικά αποτελέσματα των καταστάσεων που είχαν διαμορφωθεί πριν από την προσχώρηση του κράτους μέλους αυτού στην Ένωση (βλ. επ’ αυτού προπαρατεθείσα απόφαση Saldanha και MTS, σκέψη 14). |
|
28 |
Στη συνέχεια, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα του NÖ-LLWK ότι η A. Kuso, επικαλούμενη την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας 76/207 ήδη από την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ένωση, προκειμένου να προσβάλει τη λύση της εργασιακής της σχέσης, επιχειρεί να αμφισβητήσει δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί πριν από την προσχώρηση αυτή και προσβάλλει την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του εργοδότη της. |
|
29 |
Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι μια σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία είχε συναφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας Σύνδεσης μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Πολωνίας, αφετέρου, η οποία συνήφθη και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 93/743/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΚ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1993 (ΕΕ L 348, σ. 1), δεν εξάντλησε τα έννομα αποτελέσματά της κατά την ημερομηνία υπογραφής της, αλλ’ αντίθετα εξακολούθησε να παράγει κανονικά τα αποτελέσματά της καθ’ όλη τη διάρκεια της ισχύος της (βλ. επ’ αυτού προπαρατεθείσα απόφαση Pokrzeptowicz-Meyer, σκέψη 52). |
|
30 |
Επιπλέον, το πεδίο εφαρμογής της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν μπορεί να επεκταθεί τόσο ώστε να παρακωλύει γενικά την εφαρμογή των νέων ρυθμίσεων επί των μελλοντικών αποτελεσμάτων καταστάσεων που έχουν δημιουργηθεί υπό την προγενέστερη ρύθμιση (βλ. επ’ αυτού προπαρατεθείσα απόφαση Pokrzeptowicz-Meyer, σκέψη 55). |
|
31 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το NÖ-LLWK δεν μπορούσε ευλόγως να αναμένει ότι η οδηγία 76/207 δεν θα επηρέαζε καθόλου τους κανόνες που ρύθμιζαν τη σύμβαση που είχε συναφθεί το 1980 και που δεν επρόκειτο να εφαρμοστούν παρά μόνο κατά τη λύση της σύμβασης. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας ήδη από το χρονικό σημείο της προσχώρησης της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ένωση, προκειμένου να αμφισβητηθεί η νομιμότητα της λύσης της επίμαχης στην κύρια δίκη σχέσης εργασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει μια κατάσταση που είχε παγιωθεί πριν από την προσχώρηση αυτή. |
|
32 |
Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει δεχτεί επανειλημμένα αφενός ότι το άρθρο 3 της οδηγίας 76/207, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 5 της οδηγίας υπό την αρχική της μορφή, είναι ανεπιφύλακτο και επαρκώς σαφές, ώστε να μπορούν οι ιδιώτες να το επικαλούνται έναντι του κράτους (βλ. αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall, Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 52, και της 12ης Ιουλίου 1990, C-188/89, Foster κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. I-3313, σκέψη 21), και αφετέρου ότι μεταξύ των φορέων κατά των οποίων χωρεί επίκληση των διατάξεων οδηγίας που μπορούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα καταλέγονται και οι φορείς στους οποίους, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής τους, έχει ανατεθεί, δυνάμει πράξης της δημόσιας αρχής, η παροχή υπηρεσίας δημόσιου συμφέροντος, υπό την εποπτεία της αρχής αυτής, και οι οποίοι έχουν, προς τούτο, μεγαλύτερες εξουσίες από αυτές που προκύπτουν από τους εφαρμοστέους στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών κανόνες (βλ. επ’ αυτού προπαρατεθείσα απόφαση Foster κ.λπ., σκέψη 22). Όπως εκθέτει το αιτούν δικαστήριο και χωρίς αυτό να αμφισβητείται από τους διαδίκους ή από την Επιτροπή, το NÖ-LLWK καταλέγεται στους φορείς που έχουν μεγαλύτερες εξουσίες από αυτές που προκύπτουν από τους εφαρμοστέους στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών κανόνες. |
|
33 |
Τρίτον, πρέπει να εξακριβωθεί αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 76/207 έχει την έννοια ότι η εθνική ρύθμιση που προβλέπει ότι η σχέση εργασίας λύεται λόγω της λήξης του χρόνου ισχύος της σύμβασης εργασίας, λήξης που συναρτάται προς την ηλικία του εργαζομένου, η οποία είναι διαφορετική για τους άνδρες από ό,τι για τις γυναίκες, συνιστά διάκριση κατά την έννοια της οδηγίας αυτής. |
|
34 |
Υπενθυμίζεται αφενός ότι το χρονικό σημείο της λύσης της επίμαχης στην κύρια δίκη σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου καθορίζεται βάσει ενός εργασιακού καθεστώτος, του DO, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εν λόγω σύμβασης εργασίας, και αφετέρου ότι το εργασιακό καθεστώς αυτό προβλέπει διαφορετική ηλικία για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος για τους εργαζόμενους άνδρες από ό,τι για τις εργαζόμενες γυναίκες. |
|
35 |
Το Δικαστήριο έχει βέβαια δεχτεί ότι η μη ανανέωση σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά τη λήξη του προβλεπόμενου χρόνου δεν εξομοιώνεται καταρχήν με απόλυση (βλ. επ’ αυτού απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2001, C-438/99, Jiménez Melgar, Συλλογή 2001, σ. I-6915, σκέψη 45). |
|
36 |
Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, όταν πρόκειται για ισότητα μεταχείρισης, ο όρος «απόλυση» έχει ευρεία έννοια (βλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1982, 19/81, Burton, Συλλογή 1982, σ. 555, σκέψη 9, προπαρατεθείσα απόφαση Marshall, σκέψη 34, απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 262/84, Beets-Proper, Συλλογή 1986, σ. 773, σκέψη 36, απόφαση της 21ης Ιουλίου 2005, C-207/04, Vergani, Συλλογή 2005, σ. I-7453, σκέψη 27, και προπαρατεθείσα απόφαση Kleist, σκέψη 26). |
|
37 |
Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί αφενός ότι, στο πλαίσιο της οδηγίας 76/207, η έννοια «απόλυση» πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο ώστε να καλύπτει τη λύση της σχέσης εργασίας μεταξύ του εργαζομένου και του εργοδότη του, ακόμη και όταν πρόκειται για σύστημα εθελούσιας εξόδου (προπαρατεθείσα απόφαση Burton, σκέψη 9), και αφετέρου ότι μια γενική πολιτική απολύσεων, η οποία συνεπάγεται την απόλυση μιας γυναίκας με μόνη αιτιολογία ότι έχει συμπληρώσει ή υπερβεί την ηλικία κατά την οποία έχει δικαίωμα να λάβει σύνταξη του Δημοσίου και η οποία είναι, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, διαφορετική για τους άνδρες από ό,τι για τις γυναίκες, συνιστά διάκριση λόγω φύλου, η οποία απαγορεύεται από την οδηγία αυτή (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Marshall, σκέψη 38, και Kleist, σκέψη 28). |
|
38 |
Όπως όμως επισημαίνει η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, το επίμαχο στην κύρια δίκη εργασιακό καθεστώς είναι παρεμφερές, τόσο λόγω του υποχρεωτικού χαρακτήρα του όσο και λόγω του καθορισμού διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδότησης για τους εργαζόμενους άνδρες από ό,τι για τις εργαζόμενες γυναίκες, με το εργασιακό καθεστώς που εξέτασε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Kleist. |
|
39 |
Κατά συνέπεια, η λύση της σχέσης εργασίας της A. Kuso που επήλθε στην υπόθεση της κύριας δίκης δυνάμει του άρθρου 25, παράγραφος 2, στοιχείο a, του DO εξομοιώνεται με απόλυση, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 76/207. |
|
40 |
Στη συνέχεια πρέπει να εξακριβωθεί αν η εν λόγω λύση της σχέσης εργασίας συνιστά απαγορευόμενη απόλυση κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 76/207. Προς τούτο, πρέπει να εξεταστεί αν ο λόγος της απόλυσης αυτής συνιστά άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας αυτής. |
|
41 |
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 76/207, υπάρχει «άμεση διάκριση», όταν ένα πρόσωπο υφίσταται, για λόγους φύλου, μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο ένα άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση. |
|
42 |
Εν προκειμένω, από το άρθρο 25 του DO προκύπτει ότι η σχέση εργασίας των εργαζομένων λύεται όταν οι εργαζόμενοι συμπληρώνουν την ηλικία συνταξιοδότησης. Δυνάμει όμως των άρθρων 26 και 65 του DO, η ηλικία συνταξιοδότησης είναι το 65ο έτος για τους εργαζόμενους άνδρες, ενώ είναι το 60ό για τις εργαζόμενες γυναίκες. |
|
43 |
Δεδομένου ότι το κριτήριο που προβλέπουν ρητά οι εν λόγω διατάξεις είναι το φύλο των εργαζομένων, πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι μια εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης συνιστά διαφορετική μεταχείριση βασιζόμενη άμεσα στο φύλο. |
|
44 |
Για να εξακριβωθεί αν η εν λόγω διαφορετική μεταχείριση συνιστά απαγορευόμενη διάκριση, κατά την έννοια της οδηγίας 76/207, είναι αναγκαίο να εξεταστεί κατά πόσον, υπό περιστάσεις παρόμοιες με τις περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης, οι άνδρες εργαζόμενοι και οι γυναίκες εργαζόμενες τελούν σε ανάλογες καταστάσεις. |
|
45 |
Αποτελεί πάγια νομολογία ότι η ομοιότητα των καταστάσεων μπορεί να εξετάζεται από την άποψη ιδίως του αντικειμένου της εθνικής ρύθμισης που προβλέπει τη διαφορετική μεταχείριση (βλ. επ’ αυτού απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2004, C-19/02, Hlozek, Συλλογή 2004, σ. I-11491, σκέψη 46, και προπαρατεθείσα απόφαση Kleist, σκέψη 34). |
|
46 |
Στην υπόθεση της κύριας δίκης, τα άρθρα 25, 26 και 65 του DO, που προβλέπουν τη διαφορετική μεταχείριση αφενός των ανδρών και αφετέρου των γυναικών, αφορούν τις συνθήκες υπό τις οποίες μπορεί να λύεται η σχέση εργασίας των μισθωτών. |
|
47 |
Το πλεονέκτημα που παρέχεται στις εργαζόμενες γυναίκες, δηλαδή η δυνατότητά τους να συνταξιοδοτούνται σε μικρότερη ηλικία κατά πέντε έτη από ό,τι οι εργαζόμενοι άνδρες, δεν έχει άμεση σχέση με το αντικείμενο της ρύθμισης που προβλέπει τη διαφορετική μεταχείριση. |
|
48 |
Το εν λόγω πλεονέκτημα δεν περιάγει τις γυναίκες εργαζόμενες σε ειδική κατάσταση έναντι των ανδρών εργαζομένων, δεδομένου ότι οι άνδρες και οι γυναίκες τελούν στην ίδια κατάσταση όσον αφορά τις προϋποθέσεις λύσης της εργασιακής σχέσης (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Kleist, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). |
|
49 |
Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι οι άνδρες εργαζόμενοι και οι γυναίκες εργαζόμενες τελούν σε ανάλογες καταστάσεις. |
|
50 |
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/207, το οποίο κάνει διάκριση μεταξύ άμεσων και έμμεσων διακρίσεων, μόνο οι έμμεσες διακρίσεις μπορούν να μη χαρακτηρίζονται ως διακρίσεις, εφόσον «δικαιολογούνται αντικειμενικώς από νόμιμο στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία». Αντίθετα, καμία τέτοια δυνατότητα δεν προβλέπεται για τις άμεσες διακρίσεις. |
|
51 |
Δεδομένου ότι μια εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης συνιστά, όπως προκύπτει από τη σκέψη 43 της παρούσας απόφασης, διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται άμεσα στο φύλο, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι για τη διάκριση που δημιουργεί η εν λόγω ρύθμιση υπάρχει αντικειμενικός δικαιολογητικός λόγος. |
|
52 |
Υπό τις περιστάσεις αυτές, αφού το Δικαστήριο επισήμανε αφενός ότι η διαφορετική μεταχείριση την οποία δημιουργεί μια ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης βασίζεται άμεσα στο φύλο και ότι οι άνδρες εργαζόμενοι και οι γυναίκες εργαζόμενες τελούν σε ανάλογες καταστάσεις και αφετέρου ότι η οδηγία 76/207 δεν προβλέπει καμία εξαίρεση για τις άμεσες διακρίσεις, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου, η οποία απαγορεύεται από την εν λόγω οδηγία. |
|
53 |
Στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει συνεπώς να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 76/207 έχει την έννοια ότι μια εθνική ρύθμιση η οποία, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, συνίσταται σε ένα εργασιακό καθεστώς που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας σύμβασης εργασίας που συνήφθη πριν από την προσχώρηση του οικείου κράτους μέλους στην Ένωση και η οποία προβλέπει ότι η σχέση εργασίας λύεται λόγω της συμπλήρωσης της ηλικίας συνταξιοδότησης, η οποία διαφέρει ανάλογα με το φύλο του εργαζομένου, συνιστά άμεση διάκριση, απαγορευόμενη από την εν λόγω οδηγία, όταν ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος συμπληρώνει την ηλικία αυτή μετά από την εν λόγω προσχώρηση. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
54 |
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται: |
|
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, έχει την έννοια ότι μια εθνική ρύθμιση η οποία, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, συνίσταται σε ένα εργασιακό καθεστώς που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας σύμβασης εργασίας που συνήφθη πριν από την προσχώρηση του οικείου κράτους μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η οποία προβλέπει ότι η σχέση εργασίας λύεται λόγω της συμπλήρωσης της ηλικίας συνταξιοδότησης, η οποία διαφέρει ανάλογα με το φύλο του εργαζομένου, συνιστά άμεση διάκριση, απαγορευόμενη από την εν λόγω οδηγία, όταν ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος συμπληρώνει την ηλικία αυτή μετά από την εν λόγω προσχώρηση. |
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.