ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 7ης Φεβρουαρίου 2013 ( *1 )
«Γεωργία — ΕΓΤΠΕ — Κανονισμοί (ΕΚ) 1257/1999 και 817/2004 — Υποστήριξη της αγροτικής αναπτύξεως — Αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθέντος — Εθνική νομοθετική ρύθμιση εξαρτώσα τη χορήγηση της γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως από την κατ’ έτος υποβολή αιτήσεως συνοδευόμενης από διάφορα έγγραφα — Δικαιούχος που έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις του σχετικά με την εκμετάλλευση της επίμαχης εκτάσεως, αλλά δεν υπέβαλε αίτηση σύμφωνα με την εν λόγω νομοθετική ρύθμιση — Ανάκληση της ενισχύσεως, χωρίς ακρόαση του δικαιούχου, σε περίπτωση μη τηρήσεως εκ μέρους του των διατάξεων περί υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως»
Στην υπόθεση C-454/11,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Augstākās Tiesas Senāts (Λεττονία) με απόφαση της 22ας Αυγούστου 2011, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Σεπτεμβρίου 2011, στο πλαίσιο της δίκης
Gunārs Pusts
κατά
Lauku atbalsta dienests,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, προεδρεύουσα του τρίτου τμήματος, K. Lenaerts, Γ. Αρέστη (εισηγητή), J. Malenovský και D. Šváby, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
|
— |
ο G. Pusts, αυτοπροσώπως, |
|
— |
η Λεττονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. Kalniņš και την I. Ņesterova, |
|
— |
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους G. von Rintelen και A. Sauka, |
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 1257/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών (ΕΕ L 160, σ. 80), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1783/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ L 270, σ. 70, στο εξής: κανονισμός 1257/1999), του κανονισμού (ΕΚ) 817/2004 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του κανονισμού 1257/1999 (ΕΕ L 153, σ. 30, και –διορθωτικό– ΕΕ 2004, L 231, σ. 24), καθώς και του κανονισμού (ΕΚ) 796/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς (ΕΕ L 141, σ. 18). |
|
2 |
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του G. Pusts, γεωργού, και της Lauku atbalsta dienests (λεττονικής υπηρεσίας υποστηρίξεως της αγροτικής οικονομίας, στο εξής: LAD) σχετικά με την επιστροφή των γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων που του χορηγήθηκαν από τις λεττονικές αρχές κατά τη διάρκεια της πενταετούς περιόδου δεσμεύσεως. |
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
|
3 |
Το άρθρο 22 του κανονισμού 1257/1999, το οποίο εντάσσεται στο κεφάλαιο VI του τίτλου II, που τιτλοφορείται «Γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα και καλή διαβίωση των ζώων», προβλέπει τα ακόλουθα: «Η στήριξη μεθόδων γεωργικής παραγωγής που αποσκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντος, στη διατήρηση του φυσικού χώρου (γεωργοπεριβάλλον) ή στη βελτίωση της καλής διαβίωσης των ζώων πρέπει να συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων της κοινοτικής πολιτικής που αφορούν τη γεωργία, το περιβάλλον και την καλή διαβίωση των ζώων. [...]» |
|
4 |
Το άρθρο 23 του κανονισμού 1257/1999 ορίζει τα εξής: «1. Στους γεωργούς που αναλαμβάνουν γεωργοπεριβαλλοντικές υποχρεώσεις ή υποχρεώσεις καλής διαβίωσης των ζώων χορηγείται ενίσχυση επί πέντε τουλάχιστον έτη. Εν ανάγκη καθορίζεται μεγαλύτερη περίοδος για ιδιαίτερους τύπους ανάληψης υποχρεώσεων, λόγω των επιπτώσεών τους για το περιβάλλον ή την καλή διαβίωση των ζώων. 2. Οι αναλαμβανόμενες γεωργοπεριβαλλοντικές υποχρεώσεις και υποχρεώσεις για την καλή διαβίωση των ζώων δεν πρέπει να περιορίζονται στην εφαρμογή της συνήθους ορθής γεωργικής πρακτικής και της ορθής ζωοτεχνικής πρακτικής. Πρέπει να προβλέπουν υπηρεσίες που δεν καλύπτονται από άλλα μέτρα στήριξης, όπως μέτρα στήριξης της αγοράς ή αντισταθμιστικές αποζημιώσεις.» |
|
5 |
Το άρθρο 24 του κανονισμού αυτού έχει ως ακολούθως: «1. Η ενίσχυση για την ανάληψη γεωργοπεριβαλλοντικών υποχρεώσεων [ή υποχρεώσεων για την καλή διαβίωση των ζώων] χορηγείται κατ’ έτος και υπολογίζεται με βάση:
2. Τα μέγιστα ετήσια ποσά που είναι επιλέξιμα για την παροχή κοινοτικής ενίσχυσης αναφέρονται στο παράρτημα. Όταν η ενίσχυση υπολογίζεται βάσει της έκτασης, τα ποσά αυτά βασίζονται στην περιοχή της εκμετάλλευσης την οποία αφορούν οι γεωργοπεριβαλλοντικές αναλήψεις υποχρεώσεων.» |
|
6 |
Το άρθρο 37, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα εξής: «Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν πρόσθετους ή περισσότερο περιοριστικούς όρους για τη χορήγηση κοινοτικής στήριξης για την αγροτική ανάπτυξη, εφόσον οι όροι αυτοί έχουν συνοχή με τους στόχους και τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.» |
|
7 |
Το άρθρο 66 του κανονισμού 817/2004, περιλαμβανόμενο στο τμήμα 6 του κεφαλαίου ΙΙ, που τιτλοφορείται «Αιτήσεις, έλεγχοι και κυρώσεις», ορίζει τα ακόλουθα: «1. Στις αιτήσεις για στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης, οι οποίες αφορούν εκτάσεις ή ζώα και υποβάλλονται χωριστά από τις αιτήσεις χορήγησης ενισχύσεων του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΚ) 2419/2001 [της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2001, τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου για ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου (ΕΕ L 327, σ. 11)], αναφέρονται όλες οι εκτάσεις και όλα τα ζώα της εκμετάλλευσης που καλύπτει ο έλεγχος της εφαρμογής του εκάστοτε μέτρου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων για τα οποία δεν ζητείται στήριξη. 2. Όταν ένα μέτρο στήριξης της αγροτικής ανάπτυξης εφαρμόζεται σε εκτάσεις, τα αγροτεμάχια αναγνωρίζονται ένα προς ένα. Κατά την περίοδο εκπλήρωσης της ανειλημμένης υποχρέωσης, τα αγροτεμάχια που καλύπτονται από τη στήριξη δεν είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο ανταλλαγής, εκτός ειδικών περιπτώσεων, προβλεπόμενων από το έγγραφο προγραμματισμού. 3. Όταν η αίτηση πληρωμής επισυνάπτεται σε αίτηση ενίσχυσης βάσει της έκτασης στο πλαίσιο του ολοκληρωμένου συστήματος ελέγχου, το κράτος μέλος βεβαιώνεται ότι τα αγροτεμάχια για τα οποία ζητείται στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης δηλώνονται χωριστά. 4. Τα ζώα και οι εκτάσεις αναγνωρίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 20 του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003. 5. Σε περίπτωση πολυετούς στήριξης, οι επόμενες πληρωμές μετά την πληρωμή κατά το πρώτο έτος υποβολής της αίτησης διενεργούνται βάσει ετήσιας αίτησης καταβολής της στήριξης, εκτός εάν το κράτος μέλος προβλέπει διαδικασία η οποία επιτρέπει την αποτελεσματική ετήσια εξακρίβωση που αναφέρεται στο άρθρο 67, παράγραφος 1, του παρόντος κανονισμού.» |
|
8 |
Το άρθρο 67 του κανονισμού 817/2004 ορίζει τα ακόλουθα: «1. Οι αρχικές αιτήσεις υπαγωγής στο καθεστώς, καθώς και οι μετέπειτα αιτήσεις πληρωμής ελέγχονται κατά τρόπο που διασφαλίζει την αποτελεσματική εξακρίβωση της τήρησης των όρων χορήγησης της στήριξης. Ανάλογα με τη φύση των μέτρων στήριξης, τα κράτη μέλη καθορίζουν τις μεθόδους και τα μέσα που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο των μέτρων, καθώς και τα πρόσωπα που υπόκεινται στους ελέγχους. Όπου ενδείκνυται, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003. 2. Οι έλεγχοι συνίστανται σε διοικητικούς και επιτόπιους ελέγχους.» |
|
9 |
Το άρθρο 71, παράγραφος 2, του κανονισμού 817/2004 έχει ως εξής: «Σε περίπτωση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, ο δικαιούχος του υπό εξέταση μέτρου αγροτικής ανάπτυξης υποχρεούται να επιστρέψει τα ποσά αυτά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 49 του κανονισμού (ΕΚ) 2419/2001.» |
|
10 |
Το άρθρο 73 του κανονισμού 817/2004 προβλέπει τα ακόλουθα: «Τα κράτη μέλη καθορίζουν το σύστημα κυρώσεων που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την εφαρμογή του. Οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες των παραβάσεων και αποτρεπτικές.» |
|
11 |
Ο κανονισμός 796/2004 κατάργησε τον κανονισμό 2419/2001. Κατά τον κανονισμό 796/2004, ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται στις αιτήσεις ενισχύσεως οι οποίες αφορούν περιόδους εμπορίας ή πριμοδοτήσεως μετά την 1η Ιανουαρίου 2005, οι δε παραπομπές στον κανονισμό 2419/2001 νοούνται ως παραπομπές στον κανονισμό 796/2004. |
|
12 |
Το άρθρο 73 του κανονισμού 796/2004, το οποίο διαδέχθηκε το άρθρο 49 του κανονισμού 2419/2001, έχει ως εξής: «1. Σε περίπτωση αχρεώστητης πληρωμής, ο κάτοχος της εκμετάλλευσης επιστρέφει το σχετικό ποσό, προσαυξημένο κατά τους τόκους που υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3. [...] 3. Οι τόκοι υπολογίζονται για το χρονικό διάστημα από την κοινοποίηση της υποχρέωσης επιστροφής στον κάτοχο της εκμετάλλευσης έως την επιστροφή ή την αφαίρεση. Το εφαρμοστέο επιτόκιο υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, αλλά δεν πρέπει να είναι χαμηλότερο από εκείνο που εφαρμόζεται για την ανάκτηση ποσών βάσει των εθνικών διατάξεων. [...]» |
Το λεττονικό δίκαιο
|
13 |
Το διάταγμα αριθ. 255 του υπουργικού συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2007, σχετικά με το καθεστώς χορηγήσεως των εθνικών ενισχύσεων και των ενισχύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προώθηση της αγροτικής ανάπτυξης, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (Latvijas Vēstnesis,2007, αριθ. 70), προβλέπει ότι, για τη χορήγηση ενισχύσεως στην ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας, ο υποψήφιος για την ενίσχυση αυτή οφείλει να υποβάλλει στη LAD, έως τις 11 Ιουνίου του τρέχοντος έτους, αίτηση δεόντως συμπληρωμένη μέσω εντύπου αιτήσεως καταβολής στρεμματικής ενισχύσεως καθώς και σχέδιο κατόψεως των γεωτεμαχίων, χορηγούμενο από τη LAD, στο οποίο να προσδιορίζονται τα καλλιεργούμενα γεωτεμάχια. Το διάταγμα αυτό διευκρινίζει, εξάλλου, ότι ο υποψήφιος αναλαμβάνει, καθ’ όλη την πενταετή περίοδο δεσμεύσεως, την υποχρέωση να υποβάλλει κατ’ έτος στη LAD αίτηση στηρίξεως για τις δηλωθείσες δραστηριότητες καθώς και να μη μειώσει την έκταση για την οποία έχει δεσμευθεί ούτε να αλλάξει την τοποθεσία της. Σε περίπτωση μη τηρήσεως αυτών των επιταγών, το εν λόγω διάταγμα επιβάλλει στον εν λόγω υποψήφιο την υποχρέωση να επιστρέψει στη LAD την καταβληθείσα ενίσχυση. |
|
14 |
Το παράρτημα 10 του διατάγματος αριθ. 1002 του υπουργικού συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2004, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του εγγράφου προγραμματισμού «Σχέδιο αγροτικής αναπτύξεως της Λεττονίας για την εκτέλεση του προγράμματος αναπτύξεως της υπαίθρου για τα έτη 2004 έως 2006» (Latvijas Vēstnesis,2004, αριθ. 193), προσδιορίζει τα έγγραφα που πρέπει να υποβάλλονται στη LAD για τη χορήγηση ενισχύσεως στην ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας. Ειδικότερα, το παράρτημα αυτό αναφέρει ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου δεσμεύσεως, ο υποψήφιος για την ενίσχυση οφείλει να υποβάλλει για το τρέχον έτος αίτηση καθώς και σχέδιο κατόψεως των γεωτεμαχίων. |
|
15 |
Το παράρτημα 11 του διατάγματος αριθ. 1002 προβλέπει ότι, σε περίπτωση αναστολής της δεσμεύσεως, κάθε ληφθείσα ενίσχυση επιστρέφεται στη LAD. |
|
16 |
Εξάλλου, πρέπει να διευκρινιστεί ότι το έντυπο αιτήσεως στο οποίο αναφέρεται το διάταγμα αριθ. 255 εγκρίθηκε με το διάταγμα 265 του υπουργικού συμβουλίου της 17ης Απριλίου 2007, περί του καθεστώτος χορηγήσεως τν εθνικών ενισχύσεων και των ενισχύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τη γεωργία στο πλαίσιο των καθεστώτων άμεσης στηρίξεως (Latvijas Vēstnesis,2007, αριθ. 69). Το έντυπο αυτό επιτρέπει στον αιτούντα να υποβάλει αίτηση ταυτοχρόνως και για πληρωμές βάσει της εκτάσεως και για άλλες πληρωμές, όπως οι γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις. Στην αρχή του εν λόγω εντύπου αναφέρονται, εξαντλητικώς, τα καθεστώτα ενισχύσεων στα οποία δικαιούται να υπαχθεί ο αιτών και περιλαμβάνεται πρόκληση προς τους ενδιαφερομένους να λάβουν γνώση των οδηγιών για τη χορήγηση πληρωμών βάσει της εκτάσεως όσον αφορά το συγκεκριμένο έτος. Τέλος, το έντυπο αυτό περιέχει, επάνω από τη θέση που προορίζεται για την υπογραφή, την ακόλουθη προειδοποίηση: «Κατά την υποβολή αιτήσεως γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως […] αποστέλλεται το παράρτημα συμπληρωμένο. Σε αντίθετη περίπτωση, η γεωργοπεριβαλλοντική ενίσχυση δεν θα καταβληθεί. Ο υπογράφων βεβαιώνω ότι ανέγνωσα τις απαιτήσεις και τους όρους που προβλέπονται από τις κανονιστικές πράξεις όσον αφορά το σύστημα ενιαίας πληρωμής [ενισχύσεως] βάσει της εκτάσεως […] και των γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων και έλαβα γνώση αυτών των απαιτήσεων και όρων, δηλώνω ότι θα τους τηρήσω πλήρως και βεβαιώνω ότι έχω ενημερωθεί για το σύνολο των προϋποθέσεων χορηγήσεως των ενισχύσεων και για το ότι η ενίσχυση θα καταβληθεί μερικώς ή δεν θα καταβληθεί σε περίπτωση που παρασχεθούν ηθελημένα ή εξ αμελείας ανακριβείς πληροφορίες.» |
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
|
17 |
Στις 21 Απριλίου 2006, ο G. Pusts υπέβαλε στη LAD αίτηση ενισχύσεως βάσει της εκτάσεως για το έτος 2006 καθώς και αίτηση γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως με πενταετή δέσμευση για έκταση γεωργικών γαιών 18,85 εκταρίων. |
|
18 |
Στις 9 Μαΐου 2007, ο G. Pusts υπέβαλε αίτηση ενισχύσεως βάσει της εκτάσεως για το έτος 2007, μετά την υποβολή της οποίας έλαβε, στις 11 Ιουνίου 2007, επιστολή της LAD η οποία ανέφερε ότι τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν στην αίτηση αυτή θα εξετάζονταν προσεκτικά και ότι, αν διαπιστώνονταν λάθη, θα ενημερωνόταν σχετικά προκειμένου να μπορέσει να τα διορθώσει. |
|
19 |
Στις 3 Ιουλίου 2007, η LAD χορήγησε στον G. Pusts γεωργοπεριβαλλοντική ενίσχυση ύψους 1826,77 λεττονικών λατ (LVL), για το έτος 2006, αντιστοιχούσα σε γεωργική έκταση 18,85 εκταρίων που αποτελούσε το αντικείμενο πενταετούς δεσμεύσεως. Στις 30 Ιουλίου 2007, ο G. Pusts έλαβε πιστοποιητικό σχετικά με το συμβατό των δραστηριοτήτων της εκμεταλλεύσεώς του κατά την περίοδο μεταβάσεως προς τη βιολογική παραγωγή. |
|
20 |
Με απόφαση της 25ης Απριλίου 2008, η LΑD ζήτησε από τον G. Pusts να επιστρέψει το σύνολο της καταβληθείσας γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως για το έτος 2006, με το αιτιολογικό ότι η έκταση των 18,85 εκταρίων αγροτικών γαιών που είχε υπαχθεί στην πενταετή δέσμευση είχε μειωθεί το 2007. Η απόφαση αυτή στηριζόταν στο ότι, κατά την εξέταση της αιτήσεως ενισχύσεως του 2007, η LAD διαπίστωσε ότι ο G. Pusts, συμπληρώνοντας την αίτηση ενισχύσεως βάσει της εκτάσεως για το έτος αυτό, δεν είχε διευκρινίσει ότι ζητούσε και γεωργοπεριβαλλοντική ενίσχυση για τα δηλωθέντα γεωτεμάχια, καθόσον δεν είχε συμπληρώσει τη στήλη 9 του μέρους «C» της εν λόγω αιτήσεως στην οποία εγγράφονται τα δηλούμενα γεωτεμάχια ούτε είχε επισυνάψει στην αίτηση αυτή το παράρτημα που επιγράφεται «αίτηση ενισχύσεως για γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα», όπως απαιτεί η συναφής εθνική νομοθετική ρύθμιση. Η LAD εκτίμησε ότι αυτό δεν μπορούσε να θεωρηθεί λάθος του G. Pusts. Συμπέρανε, συνεπώς, ότι ο τελευταίος είχε παύσει να τηρεί τις σχετικές με την εν λόγω έκταση των 18,85 εκταρίων γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις που είχε αναλάβει το 2006 και, ως εκ τούτου, όφειλε να επιστρέψει την ήδη εισπραχθείσα ενίσχυση, σύμφωνα με την ίδια αυτή νομοθετική ρύθμιση. |
|
21 |
Με απόφαση της 11ης Ιουνίου 2008, η LAD επιβεβαίωσε την προγενέστερη απόφασή της. Κατά συνέπεια, προέβη σε παρακράτηση ποσού 1228,87 LVL επί των επόμενων πληρωμών της ενισχύσεως και κάλεσε τον G. Pusts να επιστρέψει το υπόλοιπο των 597,90 LVL. |
|
22 |
Ο G. Pusts άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής της 11ης Ιουνίου 2008 ενώπιον του Administratīvā rajona tiesa (πρωτοβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου). Με την προσφυγή αυτή, ζήτησε την καταβολή του παρακρατηθέντος από τη LAD ποσού καθώς και τη χορήγηση της γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως που δεν του χορηγήθηκε για το 2007. Ο G. Pusts παραδέχεται μεν ότι υπέβαλε μη πλήρη αίτηση, δηλώνει ωστόσο ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της ενισχύσεως αυτής και ότι δεν μείωσε τη γεωργική έκταση που αφορούσαν οι γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις ούτε άλλαξε την τοποθεσία της, διέπραξε όμως σφάλμα εκ παραδρομής κατά την υποβολή της αιτήσεως. Υποστηρίζοντας ότι συνεχίζει πράγματι να τηρεί τις εν λόγω δεσμεύσεις, ο G. Pusts προσάπτει, επιπλέον, στη LAD ότι δεν τον ενημέρωσε για το παράτυπο της αιτήσεώς του ούτε του ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες. |
|
23 |
Με απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2009, το δικαστήριο αυτό απέρριψε την εν λόγω προσφυγή. Το δικαστήριο παρατηρεί ότι, σύμφωνα με τη συναφή εθνική νομοθετική ρύθμιση, ο G. Pusts είχε δεσμευθεί, για πέντε έτη, να υποβάλλει κατ’ έτος αίτηση γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως για τις δηλωθείσες δραστηριότητες. Εξάλλου, το δικαστήριο αυτό υπενθυμίζει ότι, για τη χορήγηση γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως, ο G. Pusts όφειλε, όπως για το έτος 2006, να υποβάλει για το έτος 2007 αίτηση δεόντως συμπληρωμένη συνοδευόμενη από σχέδιο κατόψεως των επίμαχων γεωτεμαχίων. Δεδομένου ότι ο G. Pusts δεν διευκρίνισε με την αίτησή του για χορήγηση ενισχύσεως βάσει της εκτάσεως για το έτος 2007 ότι ζητούσε και γεωργοπεριβαλλοντική ενίσχυση για το έτος αυτό ούτε επισύναψε το αντίστοιχο παράρτημα, το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι η LAD δικαίως συμπέρανε ότι ο ίδιος είχε θέσει τέρμα στις γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις που είχε αναλάβει το 2006 και, ως εκ τούτου, ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει την καταβληθείσα ενίσχυση. |
|
24 |
Εξάλλου, το Administratīvā rajona tiesa διευκρίνισε στην απόφασή του ότι ο μη πλήρης χαρακτήρας της αιτήσεως του G. Pusts δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα σφάλματος, αλλά έπρεπε να εκληφθεί μάλλον ως έκφραση της μη τηρήσεως των προϋποθέσεων επιλεξιμότητας για τη χορήγηση γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως που προβλέπονται από τη συναφή εθνική νομοθετική ρύθμιση. Λόγω της μη τηρήσεως αυτής, ο G. Pusts όφειλε να επιστρέψει την αδικαιολογήτως εισπραχθείσα ενίσχυση, έστω και αν εξακολουθούσε να τηρεί τις λοιπές δεσμεύσεις του. Ομοίως, το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι η LAD δεν είχε υποχρέωση να ενημερώσει τον G. Pusts για τον παράτυπο χαρακτήρα της αιτήσεώς του και δεν είχε, εξάλλου, στοιχεία ώστε να επιστήσει την προσοχή του επί του ζητήματος αυτού, δεδομένου ότι η στήλη 9 του μέρους «C» της αιτήσεως δεν ανέφερε κανένα γεωτεμάχιο και δεν συνοδευόταν από το αντίστοιχο παράρτημα. Τέλος, το δικαστήριο αυτό παρατήρησε ότι η LAD είχε στηρίξει την απόφασή της στα πληροφοριακά στοιχεία που της είχε διαβιβάσει ο G. Pusts, ήτοι τις αιτήσεις του για τα έτη 2006 και 2007. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι, διαθέτοντας συνεπώς όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για να λάβει απόφαση, η LAD δεν ήταν πλέον υποχρεωμένη να ακούσει την άποψη του G. Pusts, η οποία δεν μπορούσε να ασκήσει επιρροή στο περιεχόμενο των διοικητικών πράξεων. |
|
25 |
Ο G. Pusts άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως του Administratīvā rajona tiesa ενώπιον του Administratīvā apgabaltiesa (περιφερειακού διοικητικού εφετείου). Με απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2010, το τελευταίο αυτό δικαστήριο απέρριψε την έφεση και επικύρωσε το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, προσθέτοντας ότι ο G. Pusts, με τις αιτήσεις ενισχύσεως, είχε πιστοποιήσει ότι είχε λάβει γνώση των απαιτήσεων που προβλέπει η συναφής εθνική νομοθετική ρύθμιση για τη χορήγηση της επίμαχης γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως. |
|
26 |
Ο G. Pusts άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Με την αίτηση αναιρέσεως, υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η εν λόγω απόφαση παρανόησε το περιεχόμενο ορισμένων συναφών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης. |
|
27 |
Εκτιμώντας ότι η επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης εξαρτάται από την ερμηνεία των κανονισμών 1257/1999, 817/2004 και 796/2004, το Augstākās Tiesas Senāts αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
|
28 |
Με τα τρία ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν μαζί, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν οι κανονισμοί 1257/1999, 817/2004 και 796/2004 έχουν την έννοια ότι αντίκειται σ’ αυτούς εθνική νομοθετική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία ο δικαιούχος ενισχύσεως χορηγηθείσας σε αντιστάθμιση των γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει για πλείονα έτη υποχρεούται να επιστρέψει το σύνολο της ενισχύσεως που έχει ήδη καταβληθεί για τα προηγούμενα έτη για τον λόγο ότι δεν υπέβαλε την ετήσια αίτηση σύμφωνα με τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις, στην περίπτωση που ο δικαιούχος αυτός διατείνεται ότι εξακολούθησε να τηρεί τις υποχρεώσεις του σχετικά με την εκμετάλλευση των συγκεκριμένων γεωργικών γαιών, δεν έτυχε ακροάσεως από την αρμόδια διοικητική αρχή και δεν είναι πλέον δυνατή η διενέργεια επιτόπιου ελέγχου των επίμαχων γεωργικών γαιών λόγω παρελεύσεως του συγκεκριμένου έτους. |
|
29 |
Επιβάλλεται, ευθύς εξαρχής, η διαπίστωση ότι κανένας από τους κανονισμούς αυτούς δεν περιέχει διάταξη απαγορεύουσα ρητώς μια τέτοια εθνική νομοθετική ρύθμιση. |
|
30 |
Τα άρθρα 22 έως 24 του κανονισμού 1257/1999 καθορίζουν τις γενικές προϋποθέσεις χορηγήσεως της στηρίξεως για τη χρησιμοποίηση μεθόδων γεωργικής παραγωγής οι οποίες αποσκοπούν, ιδίως, στη διατήρηση του φυσικού χώρου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις χαρακτηρίζονται από την εκ μέρους των ενδιαφερομένων γεωργών ανάληψη πενταετούς δεσμεύσεως για άσκηση των δραστηριοτήτων τους κατά τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον. Σε αντιστάθμιση της αναλήψεως γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων για πέντε τουλάχιστον έτη, τα κράτη χορηγούν ετησίως ενίσχυση ανάλογη προς το διαφυγόν εισόδημα ή το πρόσθετο κόστος που συνεπάγονται οι υποχρεώσεις αυτές (βλ. αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2009, C-241/07, JK Otsa Talu, Συλλογή 2009, σ. I-4323, σκέψη 36, καθώς και της 24ης Μαΐου 2012, C-188/11, Hehenberger, σκέψη 30). |
|
31 |
Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 37, παράγραφος 4, του κανονισμού 1257/1999 επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν πρόσθετους ή περισσότερο περιοριστικούς όρους για τη χορήγηση της στηρίξεως της Ένωσης για την αγροτική ανάπτυξη, υπό την προϋπόθεση ότι οι όροι αυτοί συνάδουν προς τους στόχους και τις απαιτήσεις που καθορίζονται από τον κανονισμό αυτό. |
|
32 |
Όσον αφορά τις αιτήσεις στηρίξεως των γεωργοπεριβαλλοντικών μεθόδων παραγωγής που υποβάλλονται δυνάμει των άρθρων 22 έως 24 του κανονισμού 1257/1999, το άρθρο 66, παράγραφος 5, του κανονισμού 817/2004 προβλέπει ότι, σε περίπτωση πολυετούς στηρίξεως, οι επόμενες πληρωμές μετά την πληρωμή κατά το πρώτο έτος υποβολής της αιτήσεως διενεργούνται βάσει ετήσιας αιτήσεως καταβολής της στηρίξεως, εκτός εάν το κράτος μέλος προβλέπει διαδικασία η οποία επιτρέπει την αποτελεσματική ετήσια εξακρίβωση που αναφέρεται στο άρθρο 67, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού. Από αυτό το άρθρο 66, παράγραφος 5, προκύπτει ότι, εκτός της περιπτώσεως υπάρξεως τέτοιας εθνικής διαδικασίας, καμία πληρωμή δεν γίνεται προς τους γεωργούς αν αυτοί δεν υποβάλουν ετήσια αίτηση πληρωμής. Η υποβολή τέτοιας ετήσιας αιτήσεως αποτελεί, συνεπώς, προϋπόθεση επιλεξιμότητας για τη λήψη των γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων βάσει των εν λόγω άρθρων 22 έως 24. |
|
33 |
Η σημασία της υποβολής ετήσιας αιτήσεως καταβολής γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων υπογραμμίζεται και στο άρθρο 67, παράγραφος 1, του κανονισμού 817/2004, το οποίο ορίζει, προκειμένου για τον έλεγχο της πολυετούς στηρίξεως στις γεωργοπεριβαλλοντικές μεθόδους παραγωγής, ότι οι αρχικές αιτήσεις υπαγωγής στο καθεστώς καθώς και οι μετέπειτα αιτήσεις πληρωμής ελέγχονται κατά τρόπο που διασφαλίζει την αποτελεσματική εξακρίβωση της τηρήσεως των προϋποθέσεων χορηγήσεως των στηρίξεων. Η κατάθεση αυτής της ετήσιας αιτήσεως επιτρέπει, συνεπώς, την εξακρίβωση της τηρήσεως των αναληφθεισών γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων. Στηριζόμενος σ’ αυτή την ετήσια αίτηση, ο οργανισμός πληρωμών είναι σε θέση να ελέγχει αποτελεσματικά, κάθε έτος, κατά πόσον αυτές οι αφορώσες πλείονα έτη δεσμεύσεις εξακολουθούν να τηρούνται και, κατά περίπτωση, να προβαίνει στην καταβολή των ενισχύσεων. |
|
34 |
Επομένως, εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία απαιτεί, ως μία από τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας για τη χορήγηση των γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων, να δεσμευθεί ο υποψήφιος για τις ενισχύσεις αυτές ότι, καθ’ όλη την πενταετία της δεσμεύσεως, θα υποβάλλει κάθε έτος στον οργανισμό πληρωμών αίτηση σχετικά με τις δηλωθείσες γεωργοπεριβαλλοντικές δραστηριότητες συμβιβάζεται με τις προμνησθείσες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Μια τέτοια εθνική νομοθετική ρύθμιση εντάσσεται, συνεπώς, στο περιθώριο χειρισμών το οποίο διαθέτουν τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 37, παράγραφος 4, του κανονισμού 1257/1999. |
|
35 |
Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όσον αφορά τις γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις που χαρακτηρίζονται από την ανάληψη πολυετούς δεσμεύσεως, οι όροι χορηγήσεως της στηρίξεως πρέπει να πληρούνται καθ’ όλη την περίοδο δεσμεύσεως για την οποία χορηγήθηκαν οι ενισχύσεις αυτές (βλ. προμνησθείσα απόφαση Hehenberger, σκέψη 34). Συνεπώς, αν ένας από αυτούς τους όρους χορηγήσεως των εν λόγω ενισχύσεων, όπως η κατάθεση ετήσιας αιτήσεως καταβολής της στηρίξεως την οποία επιβάλλει η επίδικη στην κύρια δίκη εθνική νομοθετική ρύθμιση, δεν τηρηθεί, έστω και μία και μοναδική φορά, καθ’ όλη τη διάρκεια του γεωργοπεριβαλλοντικού σχεδίου για το οποίο ο δικαιούχος των ενισχύσεων αυτών δεσμεύθηκε, οι ενισχύσεις αυτές δεν μπορούν να χορηγηθούν. |
|
36 |
Συναφώς, το γεγονός ότι ο δικαιούχος των γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων εξακολούθησε να πληροί τους λοιπούς όρους χορηγήσεως αυτών των ενισχύσεων, και ιδίως να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του σχετικά με την εκμετάλλευση των επίμαχων γεωργικών γαιών, δεν εμποδίζει τον αποκλεισμό του από τις εν λόγω ενισχύσεις τον οποίο συνεπάγεται η μη τήρηση ενός από τους όρους αυτούς. Πράγματι, η χορήγηση αυτών των ενισχύσεων εξαρτάται από την τήρηση του συνόλου των όρων επιλεξιμότητας καθ’ όλη τη διάρκεια του γεωργοπεριβαλλοντικού σχεδίου για το οποίο ο εν λόγω δικαιούχος δεσμεύθηκε, οπότε η μη τήρηση ενός από τους όρους αυτούς αρκεί, από μόνη της, για να επιφέρει τον εν λόγω αποκλεισμό. |
|
37 |
Σε περίπτωση αποκλεισμού από τις γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις λόγω μη τηρήσεως των όρων χορηγήσεως των ενισχύσεων αυτών, από το άρθρο 71, παράγραφος 2, του κανονισμού 817/2004, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 73 του κανονισμού 796/2004, προκύπτει ότι ο δικαιούχος των εν λόγω ενισχύσεων υποχρεούται να επιστρέψει το σύνολο των ποσών που του έχουν ήδη καταβληθεί και αφορούν τις ενισχύσεις από τις οποίες αυτός αποκλείστηκε (βλ. προμνησθείσα απόφαση Hehenberger, σκέψη 36). |
|
38 |
Επιπλέον, ο δικαιούχος γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων που δεν υπέβαλε αίτηση ενισχύσεως σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις οι οποίες εξαρτούν τη χορήγηση της εν λόγω ενισχύσεως από την υποβολή ετήσιας αιτήσεως δεν μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα ακροάσεως ως προς το ζήτημα αυτό. Καμία διάταξη των κανονισμών 1257/1999, 817/2004 και 796/2004 δεν καθιερώνει τέτοιο δικαίωμα υπέρ του γεωργού ο οποίος δεν υπέβαλε νομότυπη αίτηση γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων. Εν πάση περιπτώσει, έστω και αν υποτεθεί ότι ένας γεωργός που δεν υπέβαλε τέτοια αίτηση μπορεί να τύχει ακροάσεως ως προς ζήτημα αυτό, μια τέτοια ακρόαση δεν μπορεί να ασκήσει επιρροή στις συνέπειες που απορρέουν από τη μη τήρηση των όρων χορηγήσεως των γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων για την τήρηση των οποίων δεσμεύθηκε. Πράγματι, ο γεωργός αυτός δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εκ μέρους του παράβαση των όρων αυτών. |
|
39 |
Ομοίως, ούτε το ότι η διενέργεια του επιτόπιου ελέγχου των επίμαχων γεωργικών γαιών δεν είναι πλέον δυνατή λόγω παρελεύσεως του συγκεκριμένου έτους μπορεί να επηρεάσει τον αποκλεισμό από τις γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις λόγω μη τηρήσεως των όρων χορηγήσεως των ενισχύσεων αυτών και τη συνακόλουθη επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών των εν λόγω ενισχύσεων. Πράγματι, έστω και αν η διενέργεια αυτού του ελέγχου είναι εφικτή, η μη τήρηση ενός από τους όρους αυτούς αρκεί, από μόνη της, για να επιφέρει έναν τέτοιο αποκλεισμό και, ως εκ τούτου, για να δημιουργήσει υποχρέωση επιστροφής. |
|
40 |
Βάσει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στα τρία υποβληθέντα ερωτήματα προσήκει η απάντηση ότι οι κανονισμοί 1257/1999, 817/2004 και 796/2004 έχουν την έννοια ότι δεν αντίκειται σ’ αυτούς εθνική νομοθετική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία ο δικαιούχος ενισχύσεως χορηγηθείσας σε αντιστάθμιση των γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει για πλείονα έτη υποχρεούται να επιστρέψει το σύνολο της ενισχύσεως που έχει ήδη καταβληθεί για τα προηγούμενα έτη για τον λόγο ότι δεν υπέβαλε ετήσια αίτηση σύμφωνα με τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις, στην περίπτωση που ο δικαιούχος αυτός διατείνεται ότι εξακολούθησε να τηρεί τις υποχρεώσεις του σχετικά με την εκμετάλλευση των συγκεκριμένων γεωργικών γαιών, δεν έτυχε ακροάσεως από την αρμόδια διοικητική αρχή και δεν είναι πλέον δυνατή η διενέργεια επιτόπιου ελέγχου των επίμαχων γεωργικών γαιών λόγω παρελεύσεως του συγκεκριμένου έτους. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
41 |
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται: |
|
Ο κανονισμός (ΕΚ) 1257/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1783/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, ο κανονισμός (ΕΚ) 817/2004 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του κανονισμού 1257/1999, καθώς και ο κανονισμός (ΕΚ) 796/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, έχουν την έννοια ότι δεν αντίκειται σ’ αυτούς εθνική νομοθετική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία ο δικαιούχος ενισχύσεως χορηγηθείσας σε αντιστάθμιση των γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει για πλείονα έτη υποχρεούται να επιστρέψει το σύνολο της ενισχύσεως που έχει ήδη καταβληθεί για τα προηγούμενα έτη για τον λόγο ότι δεν υπέβαλε ετήσια αίτηση σύμφωνα με τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις, στην περίπτωση που ο δικαιούχος αυτός διατείνεται ότι εξακολούθησε να τηρεί τις υποχρεώσεις του σχετικά με την εκμετάλλευση των συγκεκριμένων γεωργικών γαιών, δεν έτυχε ακροάσεως από την αρμόδια διοικητική αρχή και δεν είναι πλέον δυνατή η διενέργεια επιτόπιου ελέγχου των επίμαχων γεωργικών γαιών λόγω παρελεύσεως του συγκεκριμένου έτους. |
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η λεττονική.
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Στην υπόθεση C-454/11,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Augstākās Tiesas Senāts (Λεττονία) με απόφαση της 22ας Αυγούστου 2011, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Σεπτεμβρίου 2011, στο πλαίσιο της δίκης
Gunārs Pusts
κατά
Lauku atbalsta dienests,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, προεδρεύουσα του τρίτου τμήματος, K. Lenaerts, Γ. Αρέστη (εισηγητή), J. Malenovský και D. Šváby, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο G. Pusts, αυτοπροσώπως,
– η Λεττονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. Kalniņš και την I. Ņesterova,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους G. von Rintelen και A. Sauka,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 1257/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών (ΕΕ L 160, σ. 80), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1783/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ L 270, σ. 70, στο εξής: κανονισμός 1257/1999), του κανονισμού (ΕΚ) 817/2004 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του κανονισμού 1257/1999 (ΕΕ L 153, σ. 30, και –διορθωτικό– ΕΕ 2004, L 231, σ. 24), καθώς και του κανονισμού (ΕΚ) 796/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς (ΕΕ L 141, σ. 18).
2. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του G. Pusts, γεωργού, και της Lauku atbalsta dienests (λεττονικής υπηρεσίας υποστηρίξεως της αγροτικής οικονομίας, στο εξής: LAD) σχετικά με την επιστροφή των γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων που του χορηγήθηκαν από τις λεττονικές αρχές κατά τη διάρκεια της πενταετούς περιόδου δεσμεύσεως.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3. Το άρθρο 22 του κανονισμού 1257/1999, το οποίο εντάσσεται στο κεφάλαιο VI του τίτλου II, που τιτλοφορείται «Γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα και καλή διαβίωση των ζώων», προβλέπει τα ακόλουθα:
«Η στήριξη μεθόδων γεωργικής παραγωγής που αποσκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντος, στη διατήρηση του φυσικού χώρου (γεωργοπεριβάλλον) ή στη βελτίωση της καλής διαβίωσης των ζώων πρέπει να συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων της κοινοτικής πολιτικής που αφορούν τη γεωργία, το περιβάλλον και την καλή διαβίωση των ζώων.
[...]»
4. Το άρθρο 23 του κανονισμού 1257/1999 ορίζει τα εξής:
«1. Στους γεωργούς που αναλαμβάνουν γεωργοπεριβαλλοντικές υποχρεώσεις ή υποχρεώσεις καλής διαβίωσης των ζώων χορηγείται ενίσχυση επί πέντε τουλάχιστον έτη. Εν ανάγκη καθορίζεται μεγαλύτερη περίοδος για ιδιαίτερους τύπους ανάληψης υποχρεώσεων, λόγω των επιπτώσεών τους για το περιβάλλον ή την καλή διαβίωση των ζώων.
2. Οι αναλαμβανόμενες γεωργοπεριβαλλοντικές υποχρεώσεις και υποχρεώσεις για την καλή διαβίωση των ζώων δεν πρέπει να περιορίζονται στην εφαρμογή της συνήθους ορθής γεωργικής πρακτικής και της ορθής ζωοτεχνικής πρακτικής.
Πρέπει να προβλέπουν υπηρεσίες που δεν καλύπτονται από άλλα μέτρα στήριξης, όπως μέτρα στήριξης της αγοράς ή αντισταθμιστικές αποζημιώσεις.»
5. Το άρθρο 24 του κανονισμού αυτού έχει ως ακολούθως:
«1. Η ενίσχυση για την ανάληψη γεωργοπεριβαλλοντικών υποχρεώσεων [ή υποχρεώσεων για την καλή διαβίωση των ζώων] χορηγείται κατ’ έτος και υπολογίζεται με βάση:
α) το διαφυγόν εισόδημα·
β) το πρόσθετο κόστος που προκύπτει από την ανάληψη της υποχρέωσης και
γ) την ανάγκη παροχής κινήτρου.
Οι δαπάνες που συνδέονται με επενδύσεις δεν λαμβάνονται υπ’ όψη κατά τον υπολογισμό του επιπέδου της ετήσιας ενίσχυσης. Για τον υπολογισμό του επιπέδου της ετήσιας ενίσχυσης είναι δυνατόν να λαμβάνονται υπ’ όψη οι δαπάνες για μη παραγωγικές επενδύσεις οι οποίες είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των αναλαμβανομένων υποχρεώσεων.
2. Τα μέγιστα ετήσια ποσά που είναι επιλέξιμα για την παροχή κοινοτικής ενίσχυσης αναφέρονται στο παράρτημα. Όταν η ενίσχυση υπολογίζεται βάσει της έκτασης, τα ποσά αυτά βασίζονται στην περιοχή της εκμετάλλευσης την οποία αφορούν οι γεωργοπεριβαλλοντικές αναλήψεις υποχρεώσεων.»
6. Το άρθρο 37, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν πρόσθετους ή περισσότερο περιοριστικούς όρους για τη χορήγηση κοινοτικής στήριξης για την αγροτική ανάπτυξη, εφόσον οι όροι αυτοί έχουν συνοχή με τους στόχους και τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.»
7. Το άρθρο 66 του κανονισμού 817/2004, περιλαμβανόμενο στο τμήμα 6 του κεφαλαίου ΙΙ, που τιτλοφορείται «Αιτήσεις, έλεγχοι και κυρώσεις», ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Στις αιτήσεις για στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης, οι οποίες αφορούν εκτάσεις ή ζώα και υποβάλλονται χωριστά από τις αιτήσεις χορήγησης ενισχύσεων του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΚ) 2419/2001 [της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2001, τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου για ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου (ΕΕ L 327, σ. 11)], αναφέρονται όλες οι εκτάσεις και όλα τα ζώα της εκμετάλλευσης που καλύπτει ο έλεγχος της εφαρμογής του εκάστοτε μέτρου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων για τα οποία δεν ζητείται στήριξη.
2. Όταν ένα μέτρο στήριξης της αγροτικής ανάπτυξης εφαρμόζεται σε εκτάσεις, τα αγροτεμάχια αναγνωρίζονται ένα προς ένα. Κατά την περίοδο εκπλήρωσης της ανειλημμένης υποχρέωσης, τα αγροτεμάχια που καλύπτονται από τη στήριξη δεν είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο ανταλλαγής, εκτός ειδικών περιπτώσεων, προβλεπόμενων από το έγγραφο προγραμματισμού.
3. Όταν η αίτηση πληρωμής επισυνάπτεται σε αίτηση ενίσχυσης βάσει της έκτασης στο πλαίσιο του ολοκληρωμένου συστήματος ελέγχου, το κράτος μέλος βεβαιώνεται ότι τα αγροτεμάχια για τα οποία ζητείται στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης δηλώνονται χωριστά.
4. Τα ζώα και οι εκτάσεις αναγνωρίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 20 του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003.
5. Σε περίπτωση πολυετούς στήριξης, οι επόμενες πληρωμές μετά την πληρωμή κατά το πρώτο έτος υποβολής της αίτησης διενεργούνται βάσει ετήσιας αίτησης καταβολής της στήριξης, εκτός εάν το κράτος μέλος προβλέπει διαδικασία η οποία επιτρέπει την αποτελεσματική ετήσια εξακρίβωση που αναφέρεται στο άρθρο 67, παράγραφος 1, του παρόντος κανονισμού.»
8. Το άρθρο 67 του κανονισμού 817/2004 ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Οι αρχικές αιτήσεις υπαγωγής στο καθεστώς, καθώς και οι μετέπειτα αιτήσεις πληρωμής ελέγχονται κατά τρόπο που διασφαλίζει την αποτελεσματική εξακρίβωση της τήρησης των όρων χορήγησης της στήριξης.
Ανάλογα με τη φύση των μέτρων στήριξης, τα κράτη μέλη καθορίζουν τις μεθόδους και τα μέσα που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο των μέτρων, καθώς και τα πρόσωπα που υπόκεινται στους ελέγχους.
Όπου ενδείκνυται, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003.
2. Οι έλεγχοι συνίστανται σε διοικητικούς και επιτόπιους ελέγχους.»
9. Το άρθρο 71, παράγραφος 2, του κανονισμού 817/2004 έχει ως εξής:
«Σε περίπτωση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, ο δικαιούχος του υπό εξέταση μέτρου αγροτικής ανάπτυξης υποχρεούται να επιστρέψει τα ποσά αυτά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 49 του κανονισμού (ΕΚ) 2419/2001.»
10. Το άρθρο 73 του κανονισμού 817/2004 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Τα κράτη μέλη καθορίζουν το σύστημα κυρώσεων που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την εφαρμογή του. Οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες των παραβάσεων και αποτρεπτικές.»
11. Ο κανονισμός 796/2004 κατάργησε τον κανονισμό 2419/2001. Κατά τον κανονισμό 796/2004, ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται στις αιτήσεις ενισχύσεως οι οποίες αφορούν περιόδους εμπορίας ή πριμοδοτήσεως μετά την 1η Ιανουαρίου 2005, οι δε παραπομπές στον κανονισμό 2419/2001 νοούνται ως παραπομπές στον κανονισμό 796/2004.
12. Το άρθρο 73 του κανονισμού 796/2004, το οποίο διαδέχθηκε το άρθρο 49 του κανονισμού 2419/2001, έχει ως εξής:
«1. Σε περίπτωση αχρεώστητης πληρωμής, ο κάτοχος της εκμετάλλευσης επιστρέφει το σχετικό ποσό, προσαυξημένο κατά τους τόκους που υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3.
[...]
3. Οι τόκοι υπολογίζονται για το χρονικό διάστημα από την κοινοποίηση της υποχρέωσης επιστροφής στον κάτοχο της εκμετάλλευσης έως την επιστροφή ή την αφαίρεση.
Το εφαρμοστέο επιτόκιο υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, αλλά δεν πρέπει να είναι χαμηλότερο από εκείνο που εφαρμόζεται για την ανάκτηση ποσών βάσει των εθνικών διατάξεων.
[...]»
Το λεττονικό δίκαιο
13. Το διάταγμα αριθ. 255 του υπουργικού συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2007, σχετικά με το καθεστώς χορηγήσεως των εθνικών ενισχύσεων και των ενισχύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προώθηση της αγροτικής ανάπτυξης, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης ( Latvijas Vēstnesis, 2007, αριθ. 70), προβλέπει ότι, για τη χορήγηση ενισχύσεως στην ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας, ο υποψήφιος για την ενίσχυση αυτή οφείλει να υποβάλλει στη LAD, έως τις 11 Ιουνίου του τρέχοντος έτους, αίτηση δεόντως συμπληρωμένη μέσω εντύπου αιτήσεως καταβολής στρεμματικής ενισχύσεως καθώς και σχέδιο κατόψεως των γεωτεμαχίων, χορηγούμενο από τη LAD, στο οποίο να προσδιορίζονται τα καλλιεργούμενα γεωτεμάχια. Το διάταγμα αυτό διευκρινίζει, εξάλλου, ότι ο υποψήφιος αναλαμβάνει, καθ’ όλη την πενταετή περίοδο δεσμεύσεως, την υποχρέωση να υποβάλλει κατ’ έτος στη LAD αίτηση στηρίξεως για τις δηλωθείσες δραστηριότητες καθώς και να μη μειώσει την έκταση για την οποία έχει δεσμευθεί ούτε να αλλάξει την τοποθεσία της. Σε περίπτωση μη τηρήσεως αυτών των επιταγών, το εν λόγω διάταγμα επιβάλλει στον εν λόγω υποψήφιο την υποχρέωση να επιστρέψει στη LAD την καταβληθείσα ενίσχυση.
14. Το παράρτημα 10 του διατάγματος αριθ. 1002 του υπουργικού συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2004, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του εγγράφου προγραμματισμού «Σχέδιο αγροτικής αναπτύξεως της Λεττονίας για την εκτέλεση του προγράμματος αναπτύξεως της υπαίθρου για τα έτη 2004 έως 2006» ( Latvijas Vēstnesis, 2004, αριθ. 193), προσδιορίζει τα έγγραφα που πρέπει να υποβάλλονται στη LAD για τη χορήγηση ενισχύσεως στην ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας. Ειδικότερα, το παράρτημα αυτό αναφέρει ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου δεσμεύσεως, ο υποψήφιος για την ενίσχυση οφείλει να υποβάλλει για το τρέχον έτος αίτηση καθώς και σχέδιο κατόψεως των γεωτεμαχίων.
15. Το παράρτημα 11 του διατάγματος αριθ. 1002 προβλέπει ότι, σε περίπτωση αναστολής της δεσμεύσεως, κάθε ληφθείσα ενίσχυση επιστρέφεται στη LAD.
16. Εξάλλου, πρέπει να διευκρινιστεί ότι το έντυπο αιτήσεως στο οποίο αναφέρεται το διάταγμα αριθ. 255 εγκρίθηκε με το διάταγμα 265 του υπουργικού συμβουλίου της 17ης Απριλίου 2007, περί του καθεστώτος χορηγήσεως τν εθνικών ενισχύσεων και των ενισχύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τη γεωργία στο πλαίσιο των καθεστώτων άμεσης στηρίξεως ( Latvijas Vēstnesis, 2007, αριθ. 69). Το έντυπο αυτό επιτρέπει στον αιτούντα να υποβάλει αίτηση ταυτοχρόνως και για πληρωμές βάσει της εκτάσεως και για άλλες πληρωμές, όπως οι γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις. Στην αρχή του εν λόγω εντύπου αναφέρονται, εξαντλητικώς, τα καθεστώτα ενισχύσεων στα οποία δικαιούται να υπαχθεί ο αιτών και περιλαμβάνεται πρόκληση προς τους ενδιαφερομένους να λάβουν γνώση των οδηγιών για τη χορήγηση πληρωμών βάσει της εκτάσεως όσον αφορά το συγκεκριμένο έτος. Τέλος, το έντυπο αυτό περιέχει, επάνω από τη θέση που προορίζεται για την υπογραφή, την ακόλουθη προειδοποίηση:
«Κατά την υποβολή αιτήσεως γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως […] αποστέλλεται το παράρτημα συμπληρωμένο. Σε αντίθετη περίπτωση, η γεωργοπεριβαλλοντική ενίσχυση δεν θα καταβληθεί. Ο υπογράφων βεβαιώνω ότι ανέγνωσα τις απαιτήσεις και τους όρους που προβλέπονται από τις κανονιστικές πράξεις όσον αφορά το σύστημα ενιαίας πληρωμής [ενισχύσεως] βάσει της εκτάσεως […] και των γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων και έλαβα γνώση αυτών των απαιτήσεων και όρων, δηλώνω ότι θα τους τηρήσω πλήρως και βεβαιώνω ότι έχω ενημερωθεί για το σύνολο των προϋποθέσεων χορηγήσεως των ενισχύσεων και για το ότι η ενίσχυση θα καταβληθεί μερικώς ή δεν θα καταβληθεί σε περίπτωση που παρασχεθούν ηθελημένα ή εξ αμελείας ανακριβείς πληροφορίες.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
17. Στις 21 Απριλίου 2006, ο G. Pusts υπέβαλε στη LAD αίτηση ενισχύσεως βάσει της εκτάσεως για το έτος 2006 καθώς και αίτηση γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως με πενταετή δέσμευση για έκταση γεωργικών γαιών 18,85 εκταρίων.
18. Στις 9 Μαΐου 2007, ο G. Pusts υπέβαλε αίτηση ενισχύσεως βάσει της εκτάσεως για το έτος 2007, μετά την υποβολή της οποίας έλαβε, στις 11 Ιουνίου 2007, επιστολή της LAD η οποία ανέφερε ότι τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν στην αίτηση αυτή θα εξετάζονταν προσεκτικά και ότι, αν διαπιστώνονταν λάθη, θα ενημερωνόταν σχετικά προκειμένου να μπορέσει να τα διορθώσει.
19. Στις 3 Ιουλίου 2007, η LAD χορήγησε στον G. Pusts γεωργοπεριβαλλοντική ενίσχυση ύψους 1826,77 λεττονικών λατ (LVL), για το έτος 2006, αντιστοιχούσα σε γεωργική έκταση 18,85 εκταρίων που αποτελούσε το αντικείμενο πενταετούς δεσμεύσεως. Στις 30 Ιουλίου 2007, ο G. Pusts έλαβε πιστοποιητικό σχετικά με το συμβατό των δραστηριοτήτων της εκμεταλλεύσεώς του κατά την περίοδο μεταβάσεως προς τη βιολογική παραγωγή.
20. Με απόφαση της 25ης Απριλίου 2008, η LΑD ζήτησε από τον G. Pusts να επιστρέψει το σύνολο της καταβληθείσας γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως για το έτος 2006, με το αιτιολογικό ότι η έκταση των 18,85 εκταρίων αγροτικών γαιών που είχε υπαχθεί στην πενταετή δέσμευση είχε μειωθεί το 2007. Η απόφαση αυτή στηριζόταν στο ότι, κατά την εξέταση της αιτήσεως ενισχύσεως του 2007, η LAD διαπίστωσε ότι ο G. Pusts, συμπληρώνοντας την αίτηση ενισχύσεως βάσει της εκτάσεως για το έτος αυτό, δεν είχε διευκρινίσει ότι ζητούσε και γεωργοπεριβαλλοντική ενίσχυση για τα δηλωθέντα γεωτεμάχια, καθόσον δεν είχε συμπληρώσει τη στήλη 9 του μέρους «C» της εν λόγω αιτήσεως στην οποία εγγράφονται τα δηλούμενα γεωτεμάχια ούτε είχε επισυνάψει στην αίτηση αυτή το παράρτημα που επιγράφεται «αίτηση ενισχύσεως για γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα», όπως απαιτεί η συναφής εθνική νομοθετική ρύθμιση. Η LAD εκτίμησε ότι αυτό δεν μπορούσε να θεωρηθεί λάθος του G. Pusts. Συμπέρανε, συνεπώς, ότι ο τελευταίος είχε παύσει να τηρεί τις σχετικές με την εν λόγω έκταση των 18,85 εκταρίων γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις που είχε αναλάβει το 2006 και, ως εκ τούτου, όφειλε να επιστρέψει την ήδη εισπραχθείσα ενίσχυση, σύμφωνα με την ίδια αυτή νομοθετική ρύθμιση.
21. Με απόφαση της 11ης Ιουνίου 2008, η LAD επιβεβαίωσε την προγενέστερη απόφασή της. Κατά συνέπεια, προέβη σε παρακράτηση ποσού 1228,87 LVL επί των επόμενων πληρωμών της ενισχύσεως και κάλεσε τον G. Pusts να επιστρέψει το υπόλοιπο των 597,90 LVL.
22. Ο G. Pusts άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής της 11ης Ιουνίου 2008 ενώπιον του Administratīvā rajona tiesa (πρωτοβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου). Με την προσφυγή αυτή, ζήτησε την καταβολή του παρακρατηθέντος από τη LAD ποσού καθώς και τη χορήγηση της γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως που δεν του χορηγήθηκε για το 2007. Ο G. Pusts παραδέχεται μεν ότι υπέβαλε μη πλήρη αίτηση, δηλώνει ωστόσο ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της ενισχύσεως αυτής και ότι δεν μείωσε τη γεωργική έκταση που αφορούσαν οι γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις ούτε άλλαξε την τοποθεσία της, διέπραξε όμως σφάλμα εκ παραδρομής κατά την υποβολή της αιτήσεως. Υποστηρίζοντας ότι συνεχίζει πράγματι να τηρεί τις εν λόγω δεσμεύσεις, ο G. Pusts προσάπτει, επιπλέον, στη LAD ότι δεν τον ενημέρωσε για το παράτυπο της αιτήσεώς του ούτε του ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες.
23. Με απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2009, το δικαστήριο αυτό απέρριψε την εν λόγω προσφυγή. Το δικαστήριο παρατηρεί ότι, σύμφωνα με τη συναφή εθνική νομοθετική ρύθμιση, ο G. Pusts είχε δεσμευθεί, για πέντε έτη, να υποβάλλει κατ’ έτος αίτηση γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως για τις δηλωθείσες δραστηριότητες. Εξάλλου, το δικαστήριο αυτό υπενθυμίζει ότι, για τη χορήγηση γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως, ο G. Pusts όφειλε, όπως για το έτος 2006, να υποβάλει για το έτος 2007 αίτηση δεόντως συμπληρωμένη συνοδευόμενη από σχέδιο κατόψεως των επίμαχων γεωτεμαχίων. Δεδομένου ότι ο G. Pusts δεν διευκρίνισε με την αίτησή του για χορήγηση ενισχύσεως βάσει της εκτάσεως για το έτος 2007 ότι ζητούσε και γεωργοπεριβαλλοντική ενίσχυση για το έτος αυτό ούτε επισύναψε το αντίστοιχο παράρτημα, το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι η LAD δικαίως συμπέρανε ότι ο ίδιος είχε θέσει τέρμα στις γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις που είχε αναλάβει το 2006 και, ως εκ τούτου, ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει την καταβληθείσα ενίσχυση.
24. Εξάλλου, το Administratīvā rajona tiesa διευκρίνισε στην απόφασή του ότι ο μη πλήρης χαρακτήρας της αιτήσεως του G. Pusts δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα σφάλματος, αλλά έπρεπε να εκληφθεί μάλλον ως έκφραση της μη τηρήσεως των προϋποθέσεων επιλεξιμότητας για τη χορήγηση γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως που προβλέπονται από τη συναφή εθνική νομοθετική ρύθμιση. Λόγω της μη τηρήσεως αυτής, ο G. Pusts όφειλε να επιστρέψει την αδικαιολογήτως εισπραχθείσα ενίσχυση, έστω και αν εξακολουθούσε να τηρεί τις λοιπές δεσμεύσεις του. Ομοίως, το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι η LAD δεν είχε υποχρέωση να ενημερώσει τον G. Pusts για τον παράτυπο χαρακτήρα της αιτήσεώς του και δεν είχε, εξάλλου, στοιχεία ώστε να επιστήσει την προσοχή του επί του ζητήματος αυτού, δεδομένου ότι η στήλη 9 του μέρους «C» της αιτήσεως δεν ανέφερε κανένα γεωτεμάχιο και δεν συνοδευόταν από το αντίστοιχο παράρτημα. Τέλος, το δικαστήριο αυτό παρατήρησε ότι η LAD είχε στηρίξει την απόφασή της στα πληροφοριακά στοιχεία που της είχε διαβιβάσει ο G. Pusts, ήτοι τις αιτήσεις του για τα έτη 2006 και 2007. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι, διαθέτοντας συνεπώς όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για να λάβει απόφαση, η LAD δεν ήταν πλέον υποχρεωμένη να ακούσει την άποψη του G. Pusts, η οποία δεν μπορούσε να ασκήσει επιρροή στο περιεχόμενο των διοικητικών πράξεων.
25. Ο G. Pusts άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως του Administratīvā rajona tiesa ενώπιον του Administratīvā apgabaltiesa (περιφερειακού διοικητικού εφετείου). Με απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2010, το τελευταίο αυτό δικαστήριο απέρριψε την έφεση και επικύρωσε το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, προσθέτοντας ότι ο G. Pusts, με τις αιτήσεις ενισχύσεως, είχε πιστοποιήσει ότι είχε λάβει γνώση των απαιτήσεων που προβλέπει η συναφής εθνική νομοθετική ρύθμιση για τη χορήγηση της επίμαχης γεωργοπεριβαλλοντικής ενισχύσεως.
26. Ο G. Pusts άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Με την αίτηση αναιρέσεως, υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η εν λόγω απόφαση παρανόησε το περιεχόμενο ορισμένων συναφών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης.
27. Εκτιμώντας ότι η επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης εξαρτάται από την ερμηνεία των κανονισμών 1257/1999, 817/2004 και 796/2004, το Augstākās Tiesas Senāts αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει οι διατάξεις του δικαίου της […] Ένωσης που διέπουν την επιστροφή των ενισχύσεων να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι η καταβολή ενισχύσεως δεν δικαιολογείται όταν ο δικαιούχος της ενισχύσεως εξακολούθησε μεν να τηρεί τις δεσμεύσεις, δεν τήρησε όμως τη διαδικασία που ισχύει για την υποβολή της αιτήσεως καταβολής της ενισχύσεως;
2) Συνάδει προς το δίκαιο της […] Ένωσης που διέπει την επιστροφή των ενισχύσεων κανόνας δυνάμει του οποίου οι δεσμεύσεις τις οποίες έχει αναλάβει ο δικαιούχος ενισχύσεως θεωρούνται μη τηρηθείσες όταν η εν λόγω μη τήρηση συνάγεται απλώς από το γεγονός ότι ο δικαιούχος δεν υπέβαλε σχετική αίτηση, χωρίς να του παρασχεθεί η δυνατότητα να διατυπώσει συναφώς την άποψή του;
3) Συνάδει προς το δίκαιο της […] Ένωσης που διέπει την επιστροφή των ενισχύσεων κανόνας δυνάμει του οποίου, σε περίπτωση που δεν είναι πλέον δυνατή η διενέργεια επιτόπιου ελέγχου (διότι έχει παρέλθει το έτος) και, ως εκ τούτου, τεκμαίρεται ότι δεν τηρήθηκαν οι δεσμεύσεις που έχει αναλάβει ο δικαιούχος της ενισχύσεως, ο δικαιούχος αυτός οφείλει να επιστρέψει το σύνολο των ποσών που ήδη καταβλήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα ισχύος των δεσμεύσεων, έστω και αν τα ποσά αυτά έχουν χορηγηθεί και καταβληθεί ήδη για πλείονα έτη;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
28. Με τα τρία ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν μαζί, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν οι κανονισμοί 1257/1999, 817/2004 και 796/2004 έχουν την έννοια ότι αντίκειται σ’ αυτούς εθνική νομοθετική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία ο δικαιούχος ενισχύσεως χορηγηθείσας σε αντιστάθμιση των γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει για πλείονα έτη υποχρεούται να επιστρέψει το σύνολο της ενισχύσεως που έχει ήδη καταβληθεί για τα προηγούμενα έτη για τον λόγο ότι δεν υπέβαλε την ετήσια αίτηση σύμφωνα με τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις, στην περίπτωση που ο δικαιούχος αυτός διατείνεται ότι εξακολούθησε να τηρεί τις υποχρεώσεις του σχετικά με την εκμετάλλευση των συγκεκριμένων γεωργικών γαιών, δεν έτυχε ακροάσεως από την αρμόδια διοικητική αρχή και δεν είναι πλέον δυνατή η διενέργεια επιτόπιου ελέγχου των επίμαχων γεωργικών γαιών λόγω παρελεύσεως του συγκεκριμένου έτους.
29. Επιβάλλεται, ευθύς εξαρχής, η διαπίστωση ότι κανένας από τους κανονισμούς αυτούς δεν περιέχει διάταξη απαγορεύουσα ρητώς μια τέτοια εθνική νομοθετική ρύθμιση.
30. Τα άρθρα 22 έως 24 του κανονισμού 1257/1999 καθορίζουν τις γενικές προϋποθέσεις χορηγήσεως της στηρίξεως για τη χρησιμοποίηση μεθόδων γεωργικής παραγωγής οι οποίες αποσκοπούν, ιδίως, στη διατήρηση του φυσικού χώρου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις χαρακτηρίζονται από την εκ μέρους των ενδιαφερομένων γεωργών ανάληψη πενταετούς δεσμεύσεως για άσκηση των δραστηριοτήτων τους κατά τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον. Σε αντιστάθμιση της αναλήψεως γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων για πέντε τουλάχιστον έτη, τα κράτη χορηγούν ετησίως ενίσχυση ανάλογη προς το διαφυγόν εισόδημα ή το πρόσθετο κόστος που συνεπάγονται οι υποχρεώσεις αυτές (βλ. αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2009, C-241/07, JK Otsa Talu, Συλλογή 2009, σ. I-4323, σκέψη 36, καθώς και της 24ης Μαΐου 2012, C-188/11, Hehenberger, σκέψη 30).
31. Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 37, παράγραφος 4, του κανονισμού 1257/1999 επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν πρόσθετους ή περισσότερο περιοριστικούς όρους για τη χορήγηση της στηρίξεως της Ένωσης για την αγροτική ανάπτυξη, υπό την προϋπόθεση ότι οι όροι αυτοί συνάδουν προς τους στόχους και τις απαιτήσεις που καθορίζονται από τον κανονισμό αυτό.
32. Όσον αφορά τις αιτήσεις στηρίξεως των γεωργοπεριβαλλοντικών μεθόδων παραγωγής που υποβάλλονται δυνάμει των άρθρων 22 έως 24 του κανονισμού 1257/1999, το άρθρο 66, παράγραφος 5, του κανονισμού 817/2004 προβλέπει ότι, σε περίπτωση πολυετούς στηρίξεως, οι επόμενες πληρωμές μετά την πληρωμή κατά το πρώτο έτος υποβολής της αιτήσεως διενεργούνται βάσει ετήσιας αιτήσεως καταβολής της στηρίξεως, εκτός εάν το κράτος μέλος προβλέπει διαδικασία η οποία επιτρέπει την αποτελεσματική ετήσια εξακρίβωση που αναφέρεται στο άρθρο 67, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού. Από αυτό το άρθρο 66, παράγραφος 5, προκύπτει ότι, εκτός της περιπτώσεως υπάρξεως τέτοιας εθνικής διαδικασίας, καμία πληρωμή δεν γίνεται προς τους γεωργούς αν αυτοί δεν υποβάλουν ετήσια αίτηση πληρωμής. Η υποβολή τέτοιας ετήσιας αιτήσεως αποτελεί, συνεπώς, προϋπόθεση επιλεξιμότητας για τη λήψη των γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων βάσει των εν λόγω άρθρων 22 έως 24.
33. Η σημασία της υποβολής ετήσιας αιτήσεως καταβολής γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων υπογραμμίζεται και στο άρθρο 67, παράγραφος 1, του κανονισμού 817/2004, το οποίο ορίζει, προκειμένου για τον έλεγχο της πολυετούς στηρίξεως στις γεωργοπεριβαλλοντικές μεθόδους παραγωγής, ότι οι αρχικές αιτήσεις υπαγωγής στο καθεστώς καθώς και οι μετέπειτα αιτήσεις πληρωμής ελέγχονται κατά τρόπο που διασφαλίζει την αποτελεσματική εξακρίβωση της τηρήσεως των προϋποθέσεων χορηγήσεως των στηρίξεων. Η κατάθεση αυτής της ετήσιας αιτήσεως επιτρέπει, συνεπώς, την εξακρίβωση της τηρήσεως των αναληφθεισών γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων. Στηριζόμενος σ’ αυτή την ετήσια αίτηση, ο οργανισμός πληρωμών είναι σε θέση να ελέγχει αποτελεσματικά, κάθε έτος, κατά πόσον αυτές οι αφορώσες πλείονα έτη δεσμεύσεις εξακολουθούν να τηρούνται και, κατά περίπτωση, να προβαίνει στην καταβολή των ενισχύσεων.
34. Επομένως, εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία απαιτεί, ως μία από τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας για τη χορήγηση των γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων, να δεσμευθεί ο υποψήφιος για τις ενισχύσεις αυτές ότι, καθ’ όλη την πενταετία της δεσμεύσεως, θα υποβάλλει κάθε έτος στον οργανισμό πληρωμών αίτηση σχετικά με τις δηλωθείσες γεωργοπεριβαλλοντικές δραστηριότητες συμβιβάζεται με τις προμνησθείσες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Μια τέτοια εθνική νομοθετική ρύθμιση εντάσσεται, συνεπώς, στο περιθώριο χειρισμών το οποίο διαθέτουν τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 37, παράγραφος 4, του κανονισμού 1257/1999.
35. Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όσον αφορά τις γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις που χαρακτηρίζονται από την ανάληψη πολυετούς δεσμεύσεως, οι όροι χορηγήσεως της στηρίξεως πρέπει να πληρούνται καθ’ όλη την περίοδο δεσμεύσεως για την οποία χορηγήθηκαν οι ενισχύσεις αυτές (βλ. προμνησθείσα απόφαση Hehenberger, σκέψη 34). Συνεπώς, αν ένας από αυτούς τους όρους χορηγήσεως των εν λόγω ενισχύσεων, όπως η κατάθεση ετήσιας αιτήσεως καταβολής της στηρίξεως την οποία επιβάλλει η επίδικη στην κύρια δίκη εθνική νομοθετική ρύθμιση, δεν τηρηθεί, έστω και μία και μοναδική φορά, καθ’ όλη τη διάρκεια του γεωργοπεριβαλλοντικού σχεδίου για το οποίο ο δικαιούχος των ενισχύσεων αυτών δεσμεύθηκε, οι ενισχύσεις αυτές δεν μπορούν να χορηγηθούν.
36. Συναφώς, το γεγονός ότι ο δικαιούχος των γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων εξακολούθησε να πληροί τους λοιπούς όρους χορηγήσεως αυτών των ενισχύσεων, και ιδίως να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του σχετικά με την εκμετάλλευση των επίμαχων γεωργικών γαιών, δεν εμποδίζει τον αποκλεισμό του από τις εν λόγω ενισχύσεις τον οποίο συνεπάγεται η μη τήρηση ενός από τους όρους αυτούς. Πράγματι, η χορήγηση αυτών των ενισχύσεων εξαρτάται από την τήρηση του συνόλου των όρων επιλεξιμότητας καθ’ όλη τη διάρκεια του γεωργοπεριβαλλοντικού σχεδίου για το οποίο ο εν λόγω δικαιούχος δεσμεύθηκε, οπότε η μη τήρηση ενός από τους όρους αυτούς αρκεί, από μόνη της, για να επιφέρει τον εν λόγω αποκλεισμό.
37. Σε περίπτωση αποκλεισμού από τις γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις λόγω μη τηρήσεως των όρων χορηγήσεως των ενισχύσεων αυτών, από το άρθρο 71, παράγραφος 2, του κανονισμού 817/2004, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 73 του κανονισμού 796/2004, προκύπτει ότι ο δικαιούχος των εν λόγω ενισχύσεων υποχρεούται να επιστρέψει το σύνολο των ποσών που του έχουν ήδη καταβληθεί και αφορούν τις ενισχύσεις από τις οποίες αυτός αποκλείστηκε (βλ. προμνησθείσα απόφαση Hehenberger, σκέψη 36).
38. Επιπλέον, ο δικαιούχος γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων που δεν υπέβαλε αίτηση ενισχύσεως σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις οι οποίες εξαρτούν τη χορήγηση της εν λόγω ενισχύσεως από την υποβολή ετήσιας αιτήσεως δεν μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα ακροάσεως ως προς το ζήτημα αυτό. Καμία διάταξη των κανονισμών 1257/1999, 817/2004 και 796/2004 δεν καθιερώνει τέτοιο δικαίωμα υπέρ του γεωργού ο οποίος δεν υπέβαλε νομότυπη αίτηση γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων. Εν πάση περιπτώσει, έστω και αν υποτεθεί ότι ένας γεωργός που δεν υπέβαλε τέτοια αίτηση μπορεί να τύχει ακροάσεως ως προς ζήτημα αυτό, μια τέτοια ακρόαση δεν μπορεί να ασκήσει επιρροή στις συνέπειες που απορρέουν από τη μη τήρηση των όρων χορηγήσεως των γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων για την τήρηση των οποίων δεσμεύθηκε. Πράγματι, ο γεωργός αυτός δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εκ μέρους του παράβαση των όρων αυτών.
39. Ομοίως, ούτε το ότι η διενέργεια του επιτόπιου ελέγχου των επίμαχων γεωργικών γαιών δεν είναι πλέον δυνατή λόγω παρελεύσεως του συγκεκριμένου έτους μπορεί να επηρεάσει τον αποκλεισμό από τις γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις λόγω μη τηρήσεως των όρων χορηγήσεως των ενισχύσεων αυτών και τη συνακόλουθη επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών των εν λόγω ενισχύσεων. Πράγματι, έστω και αν η διενέργεια αυτού του ελέγχου είναι εφικτή, η μη τήρηση ενός από τους όρους αυτούς αρκεί, από μόνη της, για να επιφέρει έναν τέτοιο αποκλεισμό και, ως εκ τούτου, για να δημιουργήσει υποχρέωση επιστροφής.
40. Βάσει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στα τρία υποβληθέντα ερωτήματα προσήκει η απάντηση ότι οι κανονισμοί 1257/1999, 817/2004 και 796/2004 έχουν την έννοια ότι δεν αντίκειται σ’ αυτούς εθνική νομοθετική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία ο δικαιούχος ενισχύσεως χορηγηθείσας σε αντιστάθμιση των γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει για πλείονα έτη υποχρεούται να επιστρέψει το σύνολο της ενισχύσεως που έχει ήδη καταβληθεί για τα προηγούμενα έτη για τον λόγο ότι δεν υπέβαλε ετήσια αίτηση σύμφωνα με τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις, στην περίπτωση που ο δικαιούχος αυτός διατείνεται ότι εξακολούθησε να τηρεί τις υποχρεώσεις του σχετικά με την εκμετάλλευση των συγκεκριμένων γεωργικών γαιών, δεν έτυχε ακροάσεως από την αρμόδια διοικητική αρχή και δεν είναι πλέον δυνατή η διενέργεια επιτόπιου ελέγχου των επίμαχων γεωργικών γαιών λόγω παρελεύσεως του συγκεκριμένου έτους.
Επί των δικαστικών εξόδων
41. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Ο κανονισμός (ΕΚ) 1257/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1783/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, ο κανονισμός (ΕΚ) 817/2004 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του κανονισμού 1257/1999, καθώς και ο κανονισμός (ΕΚ) 796/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, έχουν την έννοια ότι δεν αντίκειται σ’ αυτούς εθνική νομοθετική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία ο δικαιούχος ενισχύσεως χορηγηθείσας σε αντιστάθμιση των γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει για πλείονα έτη υποχρεούται να επιστρέψει το σύνολο της ενισχύσεως που έχει ήδη καταβληθεί για τα προηγούμενα έτη για τον λόγο ότι δεν υπέβαλε ετήσια αίτηση σύμφωνα με τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις, στην περίπτωση που ο δικαιούχος αυτός διατείνεται ότι εξακολούθησε να τηρεί τις υποχρεώσεις του σχετικά με την εκμετάλλευση των συγκεκριμένων γεωργικών γαιών, δεν έτυχε ακροάσεως από την αρμόδια διοικητική αρχή και δεν είναι πλέον δυνατή η διενέργεια επιτόπιου ελέγχου των επίμαχων γεωργικών γαιών λόγω παρελεύσεως του συγκεκριμένου έτους.