ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 21ης Μαρτίου 2013 ( *1 )
«Τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες — Οδηγία 2002/20/ΕΚ — Άρθρα 3 και 12 έως 14 — Δικαιώματα χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων — Τέλη για τα δικαιώματα χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων — Κατ’ αποκοπήν τέλη για την παραχώρηση και την ανανέωση των δικαιωμάτων χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων — Μέθοδος υπολογισμού — Τροποποιήσεις υφιστάμενων δικαιωμάτων»
Στην υπόθεση C-375/11,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Cour constitutionnelle (Βέλγιο) με απόφαση της 16ης Ιουνίου 2011, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Ιουλίου 2011, στο πλαίσιο της δίκης
Belgacom SA,
Mobistar SA,
KPN Group Belgium SA
κατά
État belge,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, προεδρεύοντα του τετάρτου τμήματος, J.-C. Bonichot, C. Toader, A. Prechal, και E. Jarašiūnas (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Jääskinen
γραμματέας: R. Şereş, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Ιουνίου 2012,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
|
— |
η Belgacom SA, εκπροσωπούμενη από τους N. Cahen και I. Mathy, avocates, |
|
— |
η Mobistar SA, εκπροσωπούμενη από τον V. Vanden Acker, avocate, |
|
— |
η KPN Group Belgium SA, εκπροσωπούμενη από τους A. Verheyden και K. Stas, avocats, |
|
— |
η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον T. Materne και την M. Jacobs, επικουρούμενους από τον D. Lagasse, avocat, |
|
— |
η Κυπριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη Δ. Καλλή, |
|
— |
η Λιθουανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον D. Kriaučiūnas και την A. Svinkūnaitė, |
|
— |
η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις C. Wissels και C. Schillemans, |
|
— |
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις C. Vrignon και L. Nicolae και από τον G. Braun, |
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Οκτωβρίου 2012,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 3 και 12 έως 14 της οδηγίας 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση) (ΕΕ L 108, σ. 21). |
|
2 |
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Belgacom SA (στο εξής: Belgacom), της Mobistar SA (στο εξής: Mobistar) και της KPN Group Belgium SA (στο εξής: KPN Group Belgium) και, αφετέρου, του État belge [Βελγικού Δημοσίου], με αντικείμενο τη συμβατότητα των τελών που οφείλουν οι εν λόγω εταιρίες κινητής τηλεφωνίας κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 2 και 3 του νόμου της 15ης Μαρτίου 2010 (Moniteur belge της 25ης Μαρτίου 2010, σ. 18849, στο εξής: νόμος της 15ης Μαρτίου 2010), με τον οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 30 του νόμου της 13ης Ιουνίου 2005 για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες (Moniteur belge της 20ής Ιουνίου 2005, σ. 28070, στο εξής: νόμος της 13ης Ιουνίου 2005), με το προβλεπόμενο στην οδηγία για την αδειοδότηση σύστημα τελών. |
Το νομικό πλαίσιο
Η νομοθεσία της Ένωσης
|
3 |
Η οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία πλαίσιο) (ΕΕ L 108, σ. 33, στο εξής: οδηγία-πλαίσιο) προβλέπει στο άρθρο 8, το οποίο φέρει τον τίτλο «Στόχοι πολιτικής και κανονιστικές αρχές», τα εξής: «1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, κατά την άσκηση των κανονιστικών καθηκόντων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και τις ειδικές οδηγίες, οι εθνικές κανονιστικές αρχές λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο που στοχεύει στην επίτευξη των στόχων των παραγράφων 2, 3 και 4. Τα εν λόγω μέτρα είναι ανάλογα προς τους στόχους αυτούς. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, κατά την άσκηση των κανονιστικών καθηκόντων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και τις ειδικές οδηγίες, ιδίως εκείνων που αποσκοπούν στην εξασφάλιση πραγματικού ανταγωνισμού, οι εθνικές κανονιστικές αρχές λαμβάνουν ιδιαίτερα υπόψη το επιθυμητό της τεχνολογικής ουδετερότητας των κανονιστικών ρυθμίσεων. […] 2. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές προάγουν τον ανταγωνισμό στην παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών ευκολιών και υπηρεσιών, μεταξύ άλλων: […]
[…]» |
|
4 |
Οι αιτιολογικές σκέψεις 32 και 33 της οδηγίας για την αδειοδότηση εκθέτουν τα εξής:
|
|
5 |
Το άρθρο 3 της οδηγίας για την αδειοδότηση, με τίτλο «Γενική άδεια δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών», έχει ως εξής: «1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ελευθερία παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, με την επιφύλαξη των όρων που θέτει η παρούσα οδηγία. Προς τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη δεν εμποδίζουν μια επιχείρηση να παρέχει δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός εάν τούτο είναι απαραίτητο για τους λόγους που εκτίθενται στο άρθρο 46, παράγραφος 1, της Συνθήκης. 2. Η παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή η παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών επιτρέπεται, με την επιφύλαξη των ειδικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, ή των δικαιωμάτων χρήσης που αναφέρονται στο άρθρο 5, μόνον έπειτα από χορήγηση γενικής άδειας. […]» |
|
6 |
Το άρθρο 12 της οδηγίας για την αδειοδότηση, με τίτλο «Διοικητικές επιβαρύνσεις», ορίζει τα εξής: «1. Κάθε διοικητική επιβάρυνση που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις οι οποίες παρέχουν δίκτυο ή υπηρεσία βάσει γενικής άδειας ή στις οποίες έχει χορηγηθεί δικαίωμα χρήσης:
2. Όταν οι εθνικές κανονιστικές αρχές επιβάλλουν διοικητικές επιβαρύνσεις, δημοσιεύουν ετήσια ανασκόπηση των διοικητικών δαπανών τους και του συνολικού ποσού των επιβαρύνσεων που συγκεντρώνονται. Ανάλογα με τη διαφορά μεταξύ του συνολικού ποσού των επιβαρύνσεων και των διοικητικών δαπανών, γίνονται κατάλληλες αναπροσαρμογές.» |
|
7 |
Το άρθρο 13 της ανωτέρω οδηγίας, με τίτλο «Τέλη για δικαιώματα χρήσης και δικαιώματα εγκατάστασης διευκολύνσεων», προβλέπει τα εξής: «Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στην αρμόδια αρχή να επιβάλει τέλη για δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ή αριθμών ή δικαιώματα εγκατάστασης διευκολύνσεων υπεράνω ή υποκάτω, δημοσίου ή ιδιωτικού ακινήτου, τα οποία αντανακλούν την ανάγκη διασφάλισης της βέλτιστης χρήσης των πόρων αυτών. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω τέλη είναι αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και λαμβάνουν υπόψη τους στόχους του άρθρου 8 της [οδηγίας-πλαίσιο].» |
|
8 |
Το άρθρο 14 της οδηγίας για την αδειοδότηση, με τίτλο «Τροποποίηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων», ορίζει τα εξής: «1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα δικαιώματα, οι όροι και οι διαδικασίες που αφορούν γενικές άδειες και δικαιώματα χρήσης ή δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών μπορούν να τροποποιούνται μόνο σε αντικειμενικά αιτιολογημένες περιπτώσεις και με αναλογικό τρόπο. Η πρόθεση της διενέργειας των σχετικών τροποποιήσεων γνωστοποιείται καταλλήλως και παρέχεται στους ενδιαφερομένους, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών και των καταναλωτών, επαρκές χρονικό διάστημα, το οποίο, εκτός εκτάκτων περιπτώσεων, είναι τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, για να μπορέσουν να διατυπώσουν τις απόψεις τους επί των προτεινόμενων τροποποιήσεων. 2. Τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν ούτε αίρουν δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών πριν από τη λήξη του διαστήματος για το οποίο αυτά έχουν χορηγηθεί, εκτός αιτιολογημένων περιπτώσεων και, όπου αυτό τυγχάνει εφαρμογής, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διατάξεις όσον αφορά την παροχή αντισταθμιστικού ανταλλάγματος λόγω ανάκλησης δικαιώματος.» |
|
9 |
Το μέρος B του παραρτήματος της οδηγίας για την αδειοδότηση προβλέπει τα εξής: «Όροι που δύνανται να συνοδεύουν δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων […]
[…]» |
|
10 |
Το άρθρο 14 της οδηγίας για την αδειοδότηση, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/140/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ L 337, σ. 37), προβλέπει τα εξής: «1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα δικαιώματα, οι όροι και οι διαδικασίες που αφορούν γενικές άδειες και δικαιώματα χρήσης ή δικαιώματα για εγκατάσταση ευκολιών μπορούν να τροποποιηθούν μόνο σε αντικειμενικά αιτιολογημένες περιπτώσεις και κατά αναλογικό τρόπο, συνεκτιμώντας, κατά περίπτωση, τις ειδικές συνθήκες που ισχύουν για μεταβιβάσιμα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων. Με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι ήσσονος σημασίας και έχουν συμφωνηθεί με τον κάτοχο των δικαιωμάτων ή της γενικής άδειας, η πρόθεση διενέργειας των σχετικών τροποποιήσεων γνωστοποιείται καταλλήλως και παρέχεται στους ενδιαφερομένους, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών και των καταναλωτών, επαρκές χρονικό διάστημα, το οποίο, εκτός εκτάκτων περιπτώσεων, είναι τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες, ώστε να μπορέσουν να διατυπώσουν τις απόψεις τους επί των προτεινόμενων τροποποιήσεων. 2. Τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν ούτε καταργούν δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών ή δικαι[ώματα] χρήσης ραδιοσυχνοτήτων πριν από τη λήξη της χρονικής περιόδου για την οποία αυτά έχουν χορηγηθεί, εκτός αιτιολογημένων περιπτώσεων και, κατά περίπτωση, σύμφωνα με το παράρτημα και τις σχετικές εθνικές διατάξεις όσον αφορά την παροχή αντισταθμιστικού ανταλλάγματος λόγω ανακλήσεως δικαιώματος.» |
|
11 |
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/140 ορίζει τα εξής: «Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, το αργότερο στις 25 Μαΐου 2011, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων. Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από τις 26 Μαΐου 2011. […]» |
Η βελγική νομοθεσία
|
12 |
Το άρθρο 30 του νόμου της 13ης Ιουνίου 2005 όριζε τα εξής: «§ 1 Επιτρέπεται η επιβολή τελών για τα δικαιώματα χρήσεως των άρθρων 11 [δικαιώματα χρήσεως αριθμού] και 18 [δικαιώματα χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων] προκειμένου να διασφαλιστεί η βέλτιστη χρήση των μέσων αυτών. Τα τέλη εισπράττονται από το [Βελγικό Ινστιτούτο ταχυδρομικών υπηρεσιών και τηλεπικοινωνιών, στο εξής: IBPT]. § 2 Το ύψος των τελών της παραγράφου 1 και οι σχετικοί κανόνες εφαρμογής καθορίζονται με βασιλικό διάταγμα εκδιδόμενο κατόπιν γνωμοδοτήσεως του [IBPT].» |
|
13 |
Το άρθρο 2 του νόμου της 15ης Μαρτίου 2010 προβλέπει τα εξής: «Το άρθρο 30 του νόμου της 13ης Ιουνίου 2005 […] τροποποιείται ως ακολούθως: 1o Μεταξύ των παραγράφων 1 και 2 προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 1/1, 1/2, 1/3 και 1/4:
Το κατ’ αποκοπήν τέλος καθορίζεται κατά την παραχώρηση των συχνοτήτων. Το κατ’ αποκοπήν τέλος ανέρχεται σε:
Κατά την παραχώρηση των συχνοτήτων [κατόπιν] δημοπρασίας, το ελάχιστο ύψος του κατ’ αποκοπήν τέλους που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο 1/1 αποτελεί την τιμή εκκινήσεως της δημοπρασίας για τους υποψηφίους.
Το ύψος του κατ’ αποκοπήν τέλους αντιστοιχεί στο κατ’ αποκοπήν τέλος που προβλέπει το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1/1. Για τον υπολογισμό του ύψους του κατ’ αποκοπήν τέλους λαμβάνονται υπόψη τα συγκεκριμένα δικαιώματα χρήσεως που επιθυμεί να διατηρήσει ο φορέας εκμεταλλεύσεως μετά την ανανέωση. Εάν ο φορέας εκμεταλλεύσεως επιθυμεί να εκχωρήσει μέρος του ραδιοφάσματος, τούτο πρέπει να αποτελεί συνεχόμενη δέσμη.
Κατά παρέκκλιση από το προηγούμενο εδάφιο, ο φορέας εκμεταλλεύσεως έχει τη δυνατότητα να καταβάλει το τέλος ως εξής:
Ο φορέας εκμεταλλεύσεως γνωστοποιεί στο [IBPT] την επιλογή του εντός δύο εργασίμων ημερών από την έναρξη της περιόδου ισχύος που προβλέπει το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1/1 ή, ανάλογα με την περίπτωση, από την έναρξη της περιόδου ανανεώσεως που προβλέπει το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1/2. Το κατ’ αποκοπήν τέλος δεν επιστρέφεται σε καμία περίπτωση ούτε πλήρως ούτε μερικώς.
2o Στην παράγραφο 2 προστίθεται η φράση “εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις παραγράφους 1/1, 1/2, και 1/3.”» |
|
14 |
Το άρθρο 3 του νόμου της 15ης Μαρτίου 2010 ορίζει τα εξής: «Ο φορέας εκμεταλλεύσεως μπορεί, εντούτοις, για μια μεταβατική περίοδο, εάν η προθεσμία παραιτήσεως από τη σιωπηρή ανανέωση της άδειάς του έχει παρέλθει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, να παραιτηθεί από την ανανέωση των δικαιωμάτων του χρήσεως έως την πρώτη ημέρα της νέας παραταθείσας περιόδου των δικαιωμάτων χρήσεως χωρίς να υποχρεούται στην καταβολή του κατ’ αποκοπήν τέλους για τη νέα αυτή περίοδο.» |
|
15 |
Το άρθρο 4 του νόμου της 15ης Μαρτίου 2010 προβλέπει τα εξής: «Ο παρών νόμος τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεώς του στο Moniteur belge [Moniteur belge της 25ης Μαρτίου 2010, σ. 18849].» |
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
|
16 |
Οι εταιρίες Belgacom, Mobistar και KPN Group Belgium είναι φορείς δικτύων κινητής τηλεφωνίας που κατέχουν διάφορες άδειες και δικαιώματα χρήσεως των ραδιοσυχνοτήτων 900 MHz, 1800 MHz και 2000 έως 2600 MHz στο Βέλγιο. |
|
17 |
Ο νόμος της 12ης Δεκεμβρίου 1994 απελευθέρωσε τον τομέα της κινητής τηλεφωνίας στο Βέλγιο, παρέχοντας στο υπουργικό συμβούλιο τη δυνατότητα χορηγήσεως, σε άλλους φορείς πλην του πρώην κρατικού φορέα εκμεταλλεύσεως, ατομικών αδειών για την παροχή υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας στη ζώνη συχνοτήτων των 900 MHz για δεκαπέντε έτη από την ημερομηνία εκδόσεώς τους. |
|
18 |
Στις 27 Νοεμβρίου 1995 το υπουργικό συμβούλιο χορήγησε άδεια στη Mobistar, στις δε 2 Ιουλίου 1996 η Belgacom Mobile έλαβε άδεια, με αναδρομική ισχύ από τις 8 Απριλίου 1995, για την εκμετάλλευση ενός δικτύου καναλιών των 900 MHz, το οποίο χρησιμοποιούσε ήδη βάσει συμβάσεως διαχειρίσεως που είχε συνάψει με το Βελγικό Δημόσιο. Οι δύο φορείς εκμεταλλεύσεως όφειλαν να καταβάλουν έκαστος ως αντάλλαγμα από ένα κατ’ αποκοπήν τέλος παραχωρήσεως ύψους περίπου 9 δισεκατομμυρίων βελγικών φράγκων (BEF) (ήτοι 223104172,30 ευρώ) και ετήσια τέλη στο IBPT για τη χρήση των συχνοτήτων. |
|
19 |
Το 1997 η Βελγική Κυβέρνηση αποφάσισε να διαθέσει προς εκμετάλλευση τη ζώνη DCS 1800 MHz για να προετοιμάσει την είσοδο στην αγορά ενός τρίτου ή και τέταρτου φορέα εκμεταλλεύσεως. Το βασιλικό διάταγμα της 24ης Οκτωβρίου 1997 σχετικά με την εγκατάσταση και εκμετάλλευση δικτύων κινητής τηλεφωνίας DCS-1800 όρισε τη διαδικασία αδειοδοτήσεως για τη σύσταση και την εκμετάλλευση ενός δικτύου κινητής τηλεφωνίας DCS-1800, προβλέποντας ότι μια τέτοια άδεια θα ίσχυε για δεκαπέντε έτη από την ημερομηνία εκδόσεως της άδειας εκμεταλλεύσεως. Στις 2 Ιουλίου 1998 η KPN Group Belgium (πρώην KPN Orange, ακολούθως BASE SA) έλαβε άδεια στη ζώνη των 1800 MHz, έναντι καταβολής ενός κατ’ αποκοπήν τέλους παραχωρήσεως ύψους 8,005 δισεκατομμυρίων BEF (ήτοι 198438766,50 ευρώ) και ετήσιων τελών για τη χρήση των συχνοτήτων. |
|
20 |
Λαμβανομένων υπόψη των μειονεκτημάτων που ενείχε η χρήση των συχνοτήτων των 1800 MHz σε σχέση με τις συχνότητες των 900 MHz, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν η μικρότερη εμβέλεια των σταθμών βάσεως που καθιστούσε αναγκαία την εγκατάσταση μεγαλύτερου αριθμού κεραιών για την εξασφάλιση της ίδιας καλύψεως, το IBPT αποφάσισε το 2003 να παραχωρήσει στην KPN Group Belgium ορισμένα κανάλια των 900 MHz και να παραχωρήσει επίσης, ως αντάλλαγμα, ορισμένα κανάλια των 1800 MHz στη Belgacom και στη Mobistar. Κατά συνέπεια, από το 2003 η KPN Group Belgium επωφελούνταν από τις συμπληρωματικές συχνότητες των 900 MHz που της είχαν χορηγηθεί ως αντάλλαγμα για τη χορήγηση στη Belgacom και στη Mobistar συχνοτήτων στη ζώνη των 1800 MHz. Η ισορροπία του αριθμού των καναλιών που είχαν παραχωρηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο σε καθέναν από τους τρεις φορείς εκμεταλλεύσεως έπρεπε να διαρκέσει έως το 2015. |
|
21 |
Το βασιλικό διάταγμα της 18ης Ιανουαρίου 2001 έθεσε σε εφαρμογή τη διαδικασία χορηγήσεως αδειών για τα συστήματα της τρίτης γενιάς «UMTS» που χρησιμοποιούν τις ζώνες συχνοτήτων μεταξύ 1885-2025 MHz και 2110-2200 MHz. Οι εταιρίες Belgacom, Mobistar και KPN Group Belgium υπέβαλαν υποψηφιότητα και έλαβαν άδεια εκμεταλλεύσεως των εν λόγω συστημάτων για μια εικοσαετία, έναντι καταβολής από καθεμιά εξ αυτών ενός κατ’ αποκοπήν τέλους παραχωρήσεως ύψους 150 εκατομμυρίων ευρώ, με τη δυνατότητα πενταετών ανανεώσεων διά βασιλικού διατάγματος. |
|
22 |
Κατά τον χρόνο χορηγήσεως καθεμιάς εκ των ανωτέρω αδειών, οι εταιρίες Belgacom, Mobistar και KPN Group Belgium όφειλαν να καταβάλλουν ως αντάλλαγμα:
|
|
23 |
Με απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2008, το IBPT ήρε τη σιωπηρή ανανέωση των αδειών χρήσεως των ραδιοσυχνοτήτων της δεύτερης γενιάς (2G) που είχαν χορηγηθεί στους τρεις φορείς εκμεταλλεύσεως Belgacom, Mobistar και KPN Group Belgium, προκειμένου να επιβάλει ένα νέο τέλος και να θέσει σε εφαρμογή την αποτελεσματικότερη δυνατή πολιτική στον τομέα του ραδιοφάσματος. |
|
24 |
Οι εταιρίες Belgacom, Mobistar και KPN Group Belgium προσέβαλαν την απόφαση αυτή ενώπιον του cour d’appel de Bruxelles (εφετείου Βρυξελλών), το οποίο ακύρωσε την ανωτέρω απόφαση με αποφάσεις της 20ής Ιουλίου 2009, όσον αφορά τη Belgacom, και της 22ας Σεπτεμβρίου 2009, όσον αφορά τη Mobistar. Μετά την έκδοση των εν λόγω δύο αποφάσεων, το IBPT αποφάσισε να ανακαλέσει την απόφασή του της 25ης Νοεμβρίου 2008 σχετικά με την KPN Group Belgium, προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση των τριών φορέων. |
|
25 |
Μετά την έκδοση των εν λόγω αποφάσεων του cour d’appel de Bruxelles, ο Βέλγος νομοθέτης εξέδωσε στις 15 Μαρτίου 2010 νόμο, με τον οποίο τροποποίησε το άρθρο 30 του νόμου της 13ης Ιουνίου 2005. Όπως προκύπτει από τα άρθρα 2 και 3 του νόμου της 15ης Μαρτίου 2010, τα οποία παρατίθενται στις σκέψεις 13 και 14 της παρούσας αποφάσεως, ο νόμος αυτός προβλέπει τα εξής:
|
|
26 |
Οι εταιρίες Belgacom, Mobistar και KPN Group Belgium άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Cour constitutionnelle με αίτημα την ακύρωση των άρθρων 2 και 3 του νόμου της 15ης Μαρτίου 2010. Προς στήριξη των αιτημάτων τους, υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, ότι οι διατάξεις αυτές είναι αντίθετες προς τα άρθρα 3 και 12 έως 14 της οδηγίας για την αδειοδότηση. Αμφισβητούν, ειδικότερα, το γεγονός ότι το κατ’ αποκοπήν τέλος οφείλεται όχι μόνον κατά τη χορήγηση της άδειας, αλλά και κατά την ανανέωσή της, και ότι πρόκειται για πρόσθετο τέλος πέραν του τέλους που καταβάλλεται ετησίως για τη διάθεση των συχνοτήτων. Οι εταιρίες Belgacom, Mobistar και KPN Group Belgium αμφισβητούν, επίσης, το ύψος και τη μέθοδο υπολογισμού του κατ’ αποκοπήν τέλους, διότι δεν θα έπρεπε να υπολογίζεται βάσει της οικονομικής αξίας των συχνοτήτων, αλλά βάσει της αγοραίας αξίας των φορέων εκμεταλλεύσεως. |
|
27 |
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου της 15ης Μαρτίου 2010, το κατ’ αποκοπήν τέλος αποτελεί αντισταθμιστικό αντάλλαγμα για τη χρήση των συχνοτήτων και επιδιώκει σκοπό πανομοιότυπο με τον σκοπό των ετήσιων τελών για τη διάθεση των συχνοτήτων χωρίς να υποκαθιστά την καταβολή των τελών αυτών. Επισημαίνει δε ότι από τις εν λόγω προπαρασκευαστικές εργασίες προκύπτει, επίσης, ότι ο νομοθέτης έκρινε ότι τα άρθρα 2 και 3 του νόμου της 15ης Μαρτίου 2010, των οποίων η εγκυρότητα αμφισβητείται ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, συνάδουν προς την οδηγία για την αδειοδότηση, δεδομένου ότι προβλέπουν τον επιμερισμό των αντισταθμιστικών τελών που οφείλονται για δικαιώματα χρήσεως σε κατ’ αποκοπήν και ετήσια τέλη. Πράγματι, το κατ’ αποκοπήν τέλος καλύπτει το δικαίωμα χρήσεως των συχνοτήτων και αντιστοιχεί στην αξία του ραδιοφάσματος ως πόρου εν ανεπαρκεία, ενώ το ετήσιο τέλος καλύπτει το κόστος χρήσεως των συχνοτήτων, δηλαδή τον έλεγχο, τον συντονισμό, την εξέταση και άλλες δραστηριότητες της αρμόδιας αρχής. |
|
28 |
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Cour constitutionnelle αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί των δύο πρώτων ερωτημάτων
Επί του παραδεκτού
|
29 |
Η Κυπριακή Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, υποστηρίζοντας ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι αντικειμενικώς αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς στην υπόθεση της κύριας δίκης. Πράγματι, το δεύτερο ερώτημα αφορά την παραχώρηση νέων δικαιωμάτων χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων, ενώ από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η διαφορά αφορά την ανανέωση δικαιωμάτων χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων. |
|
30 |
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που έχει υποβάλει το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου που αυτό έχει προσδιορίσει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, απολαύουν τεκμηρίου λυσιτέλειας. Το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει αίτηση που υπέβαλε εθνικό δικαστήριο μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η αιτούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή επίσης όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Ιουλίου 2012, C-378/10, VALE Építési, σκέψη 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). |
|
31 |
Εν προκειμένω, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αφορά την ερμηνεία της οδηγίας για την αδειοδότηση σε σχέση με τη δυνατότητα των κρατών μελών να επιβάλλουν κατ’ αποκοπήν τέλος στους φορείς κινητής τηλεφωνίας που είναι υποψήφιοι για την κτήση νέων δικαιωμάτων χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι τα άρθρα 2 και 3 του νόμου της 15ης Μαρτίου 2010, τα οποία αποτελούν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως στην υπόθεση της κύριας δίκης, προβλέπουν ένα κατ’ αποκοπήν τέλος όχι μόνο για την ανανέωση των δικαιωμάτων χρήσεως των ραδιοσυχνοτήτων, αλλά και για την κτήση νέων δικαιωμάτων χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων. |
|
32 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, η αιτούμενη ερμηνεία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης. Κατά συνέπεια, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να κριθεί παραδεκτό. |
Επί της ουσίας
|
33 |
Με τα δύο πρώτα ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 3, 12 και 13 της οδηγίας για την αδειοδότηση έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στους φορείς κινητής τηλεφωνίας, που κατέχουν δικαιώματα χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων, ένα κατ’ αποκοπήν τέλος τόσο για την κτήση νέων δικαιωμάτων χρήσεως των ραδιοσυχνοτήτων όσο και για την ανανέωση των εν λόγω δικαιωμάτων, το οποίο συμπληρώνει όχι μόνον το ετήσιο τέλος διαθέσεως των συχνοτήτων με πρωταρχικό σκοπό την κάλυψη των εξόδων διαθέσεώς τους, και την εν μέρει παράλληλη αξιοποίηση των εν λόγω συχνοτήτων (σκοπός των δύο τελών είναι να προάγουν τη βέλτιστη χρήση των ραδιοσυχνοτήτων ως πόρου εν ανεπαρκεία), αλλά και το τέλος που καλύπτει τα έξοδα διαχειρίσεως της άδειας. |
|
34 |
Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, επίσης, να διευκρινιστεί, εάν συνάδουν προς τις εν λόγω διατάξεις της οδηγίας για την αδειοδότηση οι λεπτομερείς κανόνες καθορισμού του ύψους του κατ’ αποκοπήν τέλους για τα δικαιώματα χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων, είτε βάσει του προγενέστερου κατ’ αποκοπήν τέλους παραχωρήσεως, το οποίο υπολογιζόταν αναλόγως του αριθμού των συχνοτήτων και των μηνών τους οποίους αφορούσαν τα δικαιώματα χρήσεως, είτε κατόπιν δημοπρασίας για την παραχώρηση των συχνοτήτων. |
|
35 |
Καταρχάς επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα άρθρα 3 και 12 της οδηγίας αυτής, τα οποία αφορούν αντιστοίχως την υποχρέωση των κρατών μελών να εξασφαλίζουν την ελευθερία παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τους λεπτομερείς κανόνες για την επιβολή «διοικητικών επιβαρύνσεων», δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής επί ενός τέλους, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης, το οποίο δεν εμπίπτει σε καμία από τις εν λόγω δύο περιπτώσεις. |
|
36 |
Όπως προκύπτει από τα δύο πρώτα ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να προβεί σε ερμηνεία της οδηγίας για την αδειοδότηση όσον αφορά, αφενός, τη δυνατότητα των κρατών μελών να επιβάλλουν ένα κατ’ αποκοπήν τέλος στους φορείς κινητής τηλεφωνίας και, αφετέρου, τον τρόπο καθορισμού του ύψους του κατ’ αποκοπήν τέλους τόσο για την παραχώρηση όσο και για την ανανέωση των δικαιωμάτων χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων. |
|
37 |
Όσον αφορά την επιβολή ενός κατ’ αποκοπήν τέλους, επιβάλλεται η διαπίστωση, καταρχάς, ότι η οδηγία για την αδειοδότηση αφορά μόνον τη διαδικασία παραχωρήσεως των δικαιωμάτων χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων και δεν περιέχει καμία ειδική διάταξη για τον καθορισμό των προϋποθέσεων που διέπουν τη διαδικασία ανανεώσεως των δικαιωμάτων χρήσεως των ραδιοσυχνοτήτων που έχουν ήδη παραχωρηθεί. |
|
38 |
Εντούτοις, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 40 των προτάσεών του, καθόσον τα ατομικά δικαιώματα χρήσεως παραχωρούνται από τα κράτη μέλη για περιορισμένο χρονικό διάστημα, η ανανέωση της άδειας αυτής πρέπει να θεωρείται ως παραχώρηση νέων δικαιωμάτων για μια νέα χρονική περίοδο. |
|
39 |
Κατά συνέπεια, πρέπει να διαπιστωθεί ότι, σύμφωνα με την οδηγία για την αδειοδότηση, η διαδικασία παραχωρήσεως των δικαιωμάτων χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων και η διαδικασία ανανεώσεως των εν λόγω δικαιωμάτων πρέπει να υπόκεινται στους ίδιους κανόνες. Συνεπώς, το άρθρο 13 της οδηγίας για την αδειοδότηση πρέπει να εφαρμόζεται καθ’ όμοιο τρόπο και στις δύο διαδικασίες. |
|
40 |
Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της οδηγίας για την αδειοδότηση, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν άλλες επιβαρύνσεις ή τέλη για την παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών πέραν των προβλεπομένων στην οδηγία αυτή (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2006, C-339/04, Nuova società di telecomunicazioni, Συλλογή 2006, σ. I-6917, σκέψη 35, της 10ης Μαρτίου 2011, C-85/10, Telefónica Móviles España, Συλλογή 2011, σ. I-1575, σκέψη 21, και της 12ης Ιουλίου 2012, C-55/11, C-57/11 και C-58/11,Vodafone España και France Telecom España, σκέψη 28). |
|
41 |
Στην υπόθεση της κύριας δίκης, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 13 της οδηγίας για την αδειοδότηση έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στους φορείς εκμεταλλεύσεως ένα κατ’ αποκοπήν τέλος για τα «δικαιώματα χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων», όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης, ενώ τους έχει ήδη επιβληθεί, αφενός, ένα ετήσιο τέλος για τη διάθεση των συχνοτήτων και, αφετέρου, ένα τέλος για την κάλυψη των εξόδων διαχειρίσεως της άδειας. |
|
42 |
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 13 της οδηγίας για την αδειοδότηση, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν, πέρα από τα τέλη που αποσκοπούν στην κάλυψη των διοικητικών δαπανών, πρόσθετα τέλη για τα δικαιώματα χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων, σκοπός των οποίων είναι η διασφάλιση της βέλτιστης χρήσεως του πόρου αυτού (βλ., συναφώς, απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005, C-327/03 και C-328/03, ISIS Multimedia Net και Firma O2, Συλλογή 2005, σ. I-8877, σκέψη 23, και προπαρατεθείσα απόφαση Telefónica Móviles España, σκέψη 24). |
|
43 |
Το άρθρο 13 της οδηγίας για την αδειοδότηση δεν ορίζει ρητώς ούτε τη συγκεκριμένη μορφή που πρέπει να έχει το εν λόγω τέλος, το οποίο επιβάλλεται για τη χρήση των ραδιοσυχνοτήτων, ούτε τη συχνότητα επιβολής του. |
|
44 |
Αντιθέτως, από την αιτιολογική σκέψη 32 της οδηγίας για την αδειοδότηση προκύπτει ότι τα τέλη για τη χρήση ραδιοσυχνοτήτων μπορούν να συνίστανται σε κατ’ αποκοπήν ή σε περιοδικώς καταβαλλόμενο ποσό. |
|
45 |
Εξάλλου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η οδηγία για την αδειοδότηση δεν προδικάζει τον σκοπό για τον οποίο επιβάλλονται τα τέλη αυτά (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Telefónica Móviles España, σκέψη 33). |
|
46 |
Εντούτοις, το άρθρο 13 της οδηγίας αυτής επιβάλλει στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι τα τέλη για τη χρήση ραδιοσυχνοτήτων είναι αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και λαμβάνουν υπόψη τους σκοπούς του άρθρου 8 της οδηγίας-πλαισίου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η προαγωγή του ανταγωνισμού και η αποτελεσματική χρήση των ραδιοσυχνοτήτων. |
|
47 |
Από το εν λόγω άρθρο 13 και από την αιτιολογική σκέψη 32 της οδηγίας για την αδειοδότηση προκύπτει, επίσης, ότι με το επιβαλλόμενο στους παροχείς τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών τέλος για τη χρήση πόρων πρέπει να επιδιώκεται η διασφάλιση της βέλτιστης χρήσεως των πόρων αυτών και να μην παρακωλύεται η ανάπτυξη των καινοτόμων υπηρεσιών και του ανταγωνισμού στην αγορά. |
|
48 |
Δεν αντιβαίνει, συνεπώς, στα άρθρα 12 και 13 της οδηγίας για την αδειοδότηση εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία προβλέπει την επιβολή ενός τέλους με σκοπό την προαγωγή της βέλτιστης χρήσεως των συχνοτήτων, ακόμη και στην περίπτωση που το τέλος αυτό συμπληρώνει άλλο ετήσιο τέλος προοριζόμενο επίσης, εν μέρει, για την επίτευξη του ίδιου σκοπού, υπό την επιφύλαξη ότι το σύνολο των εν λόγω τελών πληροί τις προϋποθέσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 46 και 47 της παρούσας αποφάσεως, γεγονός το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διακριβώσει. |
|
49 |
Όσον αφορά τον τρόπο καθορισμού του ύψους του κατ’ αποκοπήν τέλους για τα δικαιώματα χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης, πρέπει να επισημανθεί ότι η οδηγία για την αδειοδότηση ορίζει τις απαιτήσεις που πρέπει να τηρούν τα κράτη μέλη κατά τον καθορισμό του ύψους των τελών χρήσεως των ραδιοσυχνοτήτων, χωρίς πάντως να προβλέπει ρητώς συγκεκριμένο τρόπο καθορισμού του ύψους αυτού (προπαρατεθείσα απόφαση Telefónica Móviles España, σκέψη 25). |
|
50 |
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η χορήγηση άδειας χρήσεως ενός δημοσίου αγαθού που αποτελεί πόρο εν ανεπαρκεία δίδει στον κάτοχο της άδειας τη δυνατότητα να αποκομίσει σημαντικά οικονομικά οφέλη και του παρέχει πλεονεκτήματα έναντι των άλλων φορέων εκμεταλλεύσεως που θα ήθελαν, επίσης, να χρησιμοποιούν και να εκμεταλλεύονται τον πόρο αυτό, πράγμα που δικαιολογεί την επιβολή τέλους, το οποίο αντανακλά, μεταξύ άλλων, την αξία της χρήσεως του οικείου πόρου εν ανεπαρκεία (προπαρατεθείσα απόφαση Telefónica Móviles España, σκέψη 27). |
|
51 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, ο σκοπός διασφαλίσεως της βέλτιστης χρήσεως των πόρων εν ανεπαρκεία από τους φορείς εκμεταλλεύσεως που έχουν το δικαίωμα προσβάσεως στους πόρους αυτούς συνεπάγεται ότι το ύψος του εν λόγω τέλους πρέπει να καθορίζεται στο ενδεδειγμένο επίπεδο, ώστε να αντανακλά κυρίως την αξία της χρήσεως των πόρων αυτών, οπότε απαιτείται να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική και τεχνολογική κατάσταση που επικρατεί στην οικεία αγορά (προπαρατεθείσα απόφαση Telefónica Móviles España, σκέψη 28). |
|
52 |
Εκ των ανωτέρω προκύπτει, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 54 και 55 των προτάσεών του, ότι ο καθορισμός ενός τέλους για τα δικαιώματα χρήσεως των ραδιοσυχνοτήτων, είτε βάσει του ύψους του προγενέστερου κατ’ αποκοπήν τέλους παραχωρήσεως, το οποίο υπολογιζόταν αναλόγως του αριθμού των συχνοτήτων και των μηνών τους οποίους αφορούσαν τα δικαιώματα χρήσεως των συχνοτήτων, είτε βάσει των ποσών που προκύπτουν από δημοπρασία, μπορεί να αποτελεί ενδεδειγμένη μέθοδο για τον προσδιορισμό της αξίας των ραδιοσυχνοτήτων. |
|
53 |
Πράγματι, λαμβανομένων υπόψη των αρχών βάσει των οποίων το Βασίλειο του Βελγίου καθόρισε το ύψος του προγενέστερου κατ’ αποκοπήν τέλους παραχωρήσεως, είναι προφανές ότι οι δύο αυτές μέθοδοι παρέχουν τη δυνατότητα συναγωγής ποσών, τα οποία συνδέονται με την προσδοκώμενη αποδοτικότητα των οικείων ραδιοσυχνοτήτων. Η χρήση ενός τέτοιου κριτηρίου για τον καθορισμό του ύψους των ανωτέρω τελών δεν αντιβαίνει στην οδηγία για την αδειοδότηση. |
|
54 |
Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, στα δύο πρώτα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 12 και 13 της οδηγίας για την αδειοδότηση έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στους φορείς κινητής τηλεφωνίας, που κατέχουν δικαιώματα χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων, ένα κατ’ αποκοπήν τέλος τόσο για την κτήση νέων δικαιωμάτων χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων όσο και για την ανανέωση των εν λόγω δικαιωμάτων, το οποίο συμπληρώνει το ετήσιο τέλος διαθέσεως των συχνοτήτων με σκοπό την προαγωγή της βέλτιστης χρήσεως των πόρων, αλλά και το τέλος που καλύπτει τα έξοδα διαχειρίσεως της άδειας, υπό την επιφύλαξη ότι τα εν λόγω τέλη σκοπούν όντως στη διασφάλιση της βέλτιστης χρήσεως των ραδιοσυχνοτήτων που αποτελούν τον πόρο αυτό, ότι είναι αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά λαμβανομένης υπόψη της χρήσεως για την οποία προορίζονται και ότι λαμβάνουν υπόψη τους σκοπούς του άρθρου 8 της οδηγίας πλαισίου, γεγονός το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διακριβώσει. |
|
55 |
Υπό την ίδια επιφύλαξη, ο καθορισμός του ύψους ενός κατ’ αποκοπήν τέλους για τα δικαιώματα χρήσεως των ραδιοσυχνοτήτων, είτε βάσει του ύψους του προγενέστερου κατ’ αποκοπήν τέλους παραχωρήσεως, το οποίο υπολογιζόταν αναλόγως του αριθμού των συχνοτήτων και των μηνών τους οποίους αφορούσαν τα δικαιώματα χρήσεως των συχνοτήτων, είτε βάσει των ποσών που προκύπτουν από δημοπρασία, μπορεί να αποτελεί ενδεδειγμένη μέθοδο για τον προσδιορισμό της αξίας των ραδιοσυχνοτήτων. |
Επί του τετάρτου ερωτήματος
|
56 |
Με το τέταρτο ερώτημα, το οποίο πρέπει να εξεταστεί πριν από το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αδειοδότηση έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν σε φορείς κινητής τηλεφωνίας τέλη, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης. |
|
57 |
Πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αδειοδότηση προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να τροποποιούν τα δικαιώματα, τους όρους και τις διαδικασίες που αφορούν τα δικαιώματα χρήσεως των ραδιοσυχνοτήτων σε αντικειμενικά αιτιολογημένες περιπτώσεις και κατά αναλογικό τρόπο. Επιπροσθέτως, το άρθρο αυτό προβλέπει ότι η πρόθεση διενέργειας των σχετικών τροποποιήσεων γνωστοποιείται προσηκόντως και παρέχεται στους ενδιαφερομένους επαρκές χρονικό διάστημα τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων για να διατυπώσουν τις απόψεις τους. |
|
58 |
Επιπροσθέτως, από το μέρος Β, σημείο 6, του παραρτήματος της οδηγίας για την αδειοδότηση προκύπτει ότι η επιβολή τελών για τα δικαιώματα χρήσεως των συχνοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 13 της οδηγίας αυτής, είναι ένας από τους όρους που μπορεί να διέπει τα δικαιώματα χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων. |
|
59 |
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η επιβολή ενός κατ’ αποκοπήν τέλους, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης, συνιστά τροποποίηση των προϋποθέσεων που ισχύουν για τους φορείς εκμεταλλεύσεως που κατέχουν δικαιώματα χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν την τήρηση των προϋποθέσεων που τίθενται για την τροποποίηση του συστήματος τελών, τα οποία επιβάλλονται στους φορείς κινητής τηλεφωνίας για τα δικαιώματα χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων. |
|
60 |
Συνεπώς, πρέπει να επισημανθεί ότι το κράτος μέλος που επιθυμεί να τροποποιήσει τα ισχύοντα τέλη για τα δικαιώματα χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων που έχουν παραχωρηθεί στο παρελθόν πρέπει να μεριμνά ώστε η τροποποίηση αυτή να πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αδειοδότηση, δηλαδή να δικαιολογείται αντικειμενικώς, να είναι αναλογική και να έχει γνωστοποιηθεί προηγουμένως σε όλους τους ενδιαφερομένους παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να διατυπώσουν τις απόψεις τους. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να διακριβώσει εάν, υπό το πρίσμα των περιστάσεων της υποθέσεως της κύριας δίκης, τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 14, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αδειοδότηση. |
|
61 |
Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η επιβολή τέλους σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 13 της οδηγίας για την αδειοδότηση, οι οποίες εκτίθενται στις σκέψεις 46 και 47 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δικαιολογείται αντικειμενικώς και ότι δεν εκφεύγει των ορίων της αναλογικότητας. |
|
62 |
Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αδειοδότηση έχει την έννοια ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν σε φορείς κινητής τηλεφωνίας τέλη, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης, υπό την επιφύλαξη ότι η τροποποίηση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικώς, δεν εκφεύγει των ορίων της αναλογικότητας και έχει γνωστοποιηθεί προηγουμένως σε όλους τους ενδιαφερομένους παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να διατυπώσουν τις απόψεις τους, γεγονός το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διακριβώσει, υπό το πρίσμα των περιστάσεων της υποθέσεως της κύριας δίκης. |
Επί του τρίτου ερωτήματος
|
63 |
Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να διευκρινιστεί, εάν το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αδειοδότηση έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν σε φορείς κινητής τηλεφωνίας τέλη, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης. |
|
64 |
Πρέπει να επισημανθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αδειοδότηση, τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν ούτε καταργούν δικαιώματα χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων, εκτός αιτιολογημένων περιπτώσεων και, όπου αυτό τυγχάνει εφαρμογής, σύμφωνα με τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις για την παροχή αντισταθμιστικού ανταλλάγματος λόγω ανακλήσεως δικαιώματος. |
|
65 |
Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, με την παράγραφο 2 του άρθρου 14 της οδηγίας για την αδειοδότηση, αντιθέτως προς την παράγραφο 1, οι έννοιες του περιορισμού και της καταργήσεως των δικαιωμάτων χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων αφορούν μόνον τις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι δυνατή η τροποποίηση του περιεχομένου και της εκτάσεως των δικαιωμάτων αυτών. |
|
66 |
Ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι η οδηγία για την αδειοδότηση τυγχάνει εφαρμογής στην υπόθεση της κύριας δίκης, λαμβανομένης υπόψη της προθεσμίας για τη μεταφορά της στην εθνική έννομη τάξη, εν πάση περιπτώσει, η επιβολή στους φορείς κινητής τηλεφωνίας τελών, όπως τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν μπορεί να επηρεάσει το περιεχόμενο και την έκταση των δικαιωμάτων χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων που έχουν παραχωρηθεί στους φορείς αυτούς. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η τροποποίηση του συστήματος τελών δεν συνιστά περιορισμό ή κατάργηση των δικαιωμάτων χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων, κατά την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αδειοδότηση. |
|
67 |
Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 14, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αδειοδότηση έχει την έννοια ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν σε φορείς κινητής τηλεφωνίας τέλη, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
68 |
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται: |
|
|
|
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.