1. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Εργαζόμενοι – Ίση μεταχείριση – Καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής – Αποδοχές – Έννοια – Προσαύξηση η οποία καταβάλλεται συμπληρωματικά προς την αμοιβή που παρέχεται στους εργαζομένους υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης ενόψει συνταξιοδότησης – Εμπίπτει
(Άρθρο 45 ΣΛΕΕ· κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου, άρθρο 7 § 4)
2. Δίκαιο της Ένωσης – Αρχές – Ίση μεταχείριση – Δυσμενής διάκριση λόγω ιθαγενείας – Έννοια – Έμμεση διάκριση – Εμπίπτει – Απαγόρευση
3. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Εργαζόμενοι – Ίση μεταχείριση – Κοινωνικά πλεονεκτήματα – Προσαύξηση η οποία καταβάλλεται στους εργαζομένους που τελούν υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης ενόψει της συνταξιοδότησής τους – Εφαρμογή στην περίπτωση εργαζομένου ο οποίος υπόκειται σε φόρο εισοδήματος στο κράτος μέλος της κατοικίας του μιας μεθόδου που στηρίζεται στην πλασματική αφαίρεση, κατά τον υπολογισμό της ως άνω προσαύξησης, του φόρου εισοδήματος στο κράτος μέλος απασχόλησης, ενώ υπάρχει διμερής συμφωνία για την αποφυγή διπλής φορολογίας – Έμμεση διάκριση – Δεν επιτρέπεται – Δικαιολογητικός λόγος – Δεν υφίσταται
(Άρθρο 45 ΣΛΕΕ· κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου, άρθρο 7 § 4)
4. Θεμελιώδη δικαιώματα – Δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης – Συμβιβασμός του με τις απαιτήσεις που απορρέουν από τις θεμελιώδεις ελευθερίες τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη
1. Μια παροχή όπως η προσαύξηση η οποία καταβάλλεται συμπληρωματικά προς την αμοιβή που παρέχεται στους εργαζομένους υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης ενόψει συνταξιοδότησης, εμπίπτει, ως στοιχείο της αμοιβής, στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 45 ΣΛΕΕ και του άρθρου 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 1612/68, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, το οποίο συγκεκριμενοποιεί και κατοχυρώνει ορισμένα δικαιώματα που οι διακινούμενοι εργαζόμενοι αντλούν από το άρθρο 45 ΣΛΕΕ, ανεξαρτήτως του ότι, βάσει της εθνικής ρύθμισης για το καθεστώς μερικής απασχόλησης ενόψει συνταξιοδότησης, η προσαύξηση χρηματοδοτείται εν μέρει από το Δημόσιο υπό τη μορφή της επιστροφής ορισμένου ποσού στον εργοδότη.
(βλ. σκέψεις 37-38)
2. Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.
(βλ. σκέψεις 39-40)
3. Αντιβαίνουν στο άρθρο 45 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 1612/68, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, ρήτρες που περιέχονται σε ατομικές συμφωνίες και σε συλλογικές συμβάσεις και προβλέπουν ότι η προσαύξηση, την οποία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο που τελεί υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης ενόψει της συνταξιοδότησής του, πρέπει να υπολογίζεται κατά τρόπο ώστε ο οφειλόμενος από τον εργαζόμενο φόρος εισοδήματος από μισθωτές δραστηριότητες στο κράτος μέλος της απασχόλησής του να αφαιρείται πλασματικά κατά τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της προσαύξησης αυτής, ενώ, σύμφωνα με τη σχετική διμερή συμφωνία για την αποφυγή της διπλής φορολογίας, οι προσαυξήσεις, οι μισθοί και οι αμοιβές που καταβάλλονται στους εργαζόμενους οι οποίοι δεν διαμένουν στο κράτος μέλος της απασχόλησης φορολογούνται στο κράτος μέλος της κατοικίας τους. Κατά το ως άνω άρθρο 7, παράγραφος 4, τέτοιες ρήτρες είναι αυτοδικαίως άκυρες. Το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και οι διατάξεις του κανονισμού 1612/68 παρέχουν στα κράτη μέλη και στους κοινωνικούς εταίρους την ευχέρεια να επιλέξουν μεταξύ των διαφόρων λύσεων που προσφέρονται για την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει καθεμία από τις διατάξεις αυτές.
Συγκεκριμένα, εκτός από την περίπτωση που δικαιολογείται αντικειμενικά και είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, μια διάταξη του εθνικού δικαίου ή μια συμβατική ρήτρα πρέπει να θεωρείται ότι εισάγει εμμέσως διάκριση, όταν είναι ικανή, εκ της φύσεώς της, να θίξει περισσότερο τους διακινούμενους εργαζομένους απ’ ό,τι τους ημεδαπούς εργαζομένους και ενέχει, συνεπώς, τον κίνδυνο να αποβεί δυσμενής ειδικότερα για την πρώτη κατηγορία εργαζομένων.
(βλ. σκέψεις 41, 54 και διατακτ.)
4. Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.
(βλ. σκέψη 50)
Υπόθεση C-172/11
Georges Erny
κατά
Daimler AG - Werk Wörth
(αίτηση του Arbeitsgericht Ludwigshafen am Rhein για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων — Άρθρο 45 ΣΛΕΕ — Κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68 — Άρθρο 7, παράγραφος 4 — Αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων — Προσαύξηση η οποία καταβάλλεται στους εργαζομένους που τελούν υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης ενόψει της συνταξιοδότησής τους — Μεθοριακοί εργαζόμενοι οι οποίοι υπόκεινται στον φόρο εισοδήματος στο κράτος μέλος της κατοικίας — Πλασματικός συνυπολογισμός του φόρου εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες ο οποίος επιβάλλεται εντός του κράτους μέλους της απασχόλησης»
Περίληψη της αποφάσεως
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Εργαζόμενοι – Ίση μεταχείριση – Καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής – Αποδοχές – Έννοια – Προσαύξηση η οποία καταβάλλεται συμπληρωματικά προς την αμοιβή που παρέχεται στους εργαζομένους υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης ενόψει συνταξιοδότησης – Εμπίπτει
(Άρθρο 45 ΣΛΕΕ· κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου, άρθρο 7 § 4)
Δίκαιο της Ένωσης – Αρχές – Ίση μεταχείριση – Δυσμενής διάκριση λόγω ιθαγενείας – Έννοια – Έμμεση διάκριση – Εμπίπτει – Απαγόρευση
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Εργαζόμενοι – Ίση μεταχείριση – Κοινωνικά πλεονεκτήματα – Προσαύξηση η οποία καταβάλλεται στους εργαζομένους που τελούν υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης ενόψει της συνταξιοδότησής τους – Εφαρμογή στην περίπτωση εργαζομένου ο οποίος υπόκειται σε φόρο εισοδήματος στο κράτος μέλος της κατοικίας του μιας μεθόδου που στηρίζεται στην πλασματική αφαίρεση, κατά τον υπολογισμό της ως άνω προσαύξησης, του φόρου εισοδήματος στο κράτος μέλος απασχόλησης, ενώ υπάρχει διμερής συμφωνία για την αποφυγή διπλής φορολογίας – Έμμεση διάκριση – Δεν επιτρέπεται – Δικαιολογητικός λόγος – Δεν υφίσταται
(Άρθρο 45 ΣΛΕΕ· κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου, άρθρο 7 § 4)
Θεμελιώδη δικαιώματα – Δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης – Συμβιβασμός του με τις απαιτήσεις που απορρέουν από τις θεμελιώδεις ελευθερίες τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη
Μια παροχή όπως η προσαύξηση η οποία καταβάλλεται συμπληρωματικά προς την αμοιβή που παρέχεται στους εργαζομένους υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης ενόψει συνταξιοδότησης, εμπίπτει, ως στοιχείο της αμοιβής, στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 45 ΣΛΕΕ και του άρθρου 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 1612/68, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, το οποίο συγκεκριμενοποιεί και κατοχυρώνει ορισμένα δικαιώματα που οι διακινούμενοι εργαζόμενοι αντλούν από το άρθρο 45 ΣΛΕΕ, ανεξαρτήτως του ότι, βάσει της εθνικής ρύθμισης για το καθεστώς μερικής απασχόλησης ενόψει συνταξιοδότησης, η προσαύξηση χρηματοδοτείται εν μέρει από το Δημόσιο υπό τη μορφή της επιστροφής ορισμένου ποσού στον εργοδότη.
(βλ. σκέψεις 37-38)
Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.
(βλ. σκέψεις 39-40)
Αντιβαίνουν στο άρθρο 45 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 1612/68, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, ρήτρες που περιέχονται σε ατομικές συμφωνίες και σε συλλογικές συμβάσεις και προβλέπουν ότι η προσαύξηση, την οποία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο που τελεί υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης ενόψει της συνταξιοδότησής του, πρέπει να υπολογίζεται κατά τρόπο ώστε ο οφειλόμενος από τον εργαζόμενο φόρος εισοδήματος από μισθωτές δραστηριότητες στο κράτος μέλος της απασχόλησής του να αφαιρείται πλασματικά κατά τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της προσαύξησης αυτής, ενώ, σύμφωνα με τη σχετική διμερή συμφωνία για την αποφυγή της διπλής φορολογίας, οι προσαυξήσεις, οι μισθοί και οι αμοιβές που καταβάλλονται στους εργαζόμενους οι οποίοι δεν διαμένουν στο κράτος μέλος της απασχόλησης φορολογούνται στο κράτος μέλος της κατοικίας τους. Κατά το ως άνω άρθρο 7, παράγραφος 4, τέτοιες ρήτρες είναι αυτοδικαίως άκυρες. Το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και οι διατάξεις του κανονισμού 1612/68 παρέχουν στα κράτη μέλη και στους κοινωνικούς εταίρους την ευχέρεια να επιλέξουν μεταξύ των διαφόρων λύσεων που προσφέρονται για την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει καθεμία από τις διατάξεις αυτές.
Συγκεκριμένα, εκτός από την περίπτωση που δικαιολογείται αντικειμενικά και είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, μια διάταξη του εθνικού δικαίου ή μια συμβατική ρήτρα πρέπει να θεωρείται ότι εισάγει εμμέσως διάκριση, όταν είναι ικανή, εκ της φύσεώς της, να θίξει περισσότερο τους διακινούμενους εργαζομένους απ’ ό,τι τους ημεδαπούς εργαζομένους και ενέχει, συνεπώς, τον κίνδυνο να αποβεί δυσμενής ειδικότερα για την πρώτη κατηγορία εργαζομένων.
(βλ. σκέψεις 41, 54 και διατακτ.)
Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.
(βλ. σκέψη 50)