Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-539/10 P και C-550/10 P
Stichting Al-Aqsa
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
και
Βασίλειο των Κάτω Χωρών
κατά
Stichting Al-Aqsa
«Αίτηση αναιρέσεως — Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας — Καταπολέμηση της τρομοκρατίας — Περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων — Δέσμευση κεφαλαίων — Κοινή θέση 2001/931/ΚΕΠΠΑ — Άρθρο 1, παράγραφοι 4 και 6 — Κανονισμός (ΕΚ) 2580/2001 — Άρθρο 2, παράγραφος 3 — Εγγραφή και διατήρηση του ονόματος οργανώσεως στον κατάλογο των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων που ενέχονται σε τρομοκρατικές πράξεις — Προϋποθέσεις — Απόφαση ληφθείσα από αρμόδια αρχή — Κατάργηση εθνικού μέτρου — Προσφυγή ακυρώσεως — Παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως — Δικαίωμα σεβασμού της ιδιοκτησίας — Αρχή της αναλογικότητας — Άρθρο 253 ΕΚ — Υποχρέωση αιτιολογήσεως»
Περίληψη — Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 15ης Νοεμβρίου 2012
Αναίρεση – Λόγοι – Αιτήματα με σκοπό την αντικατάσταση του σκεπτικού – Απαράδεκτο
(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 113 § 1)
Ένδικη διαδικασία – Δεδικασμένο – Περιεχόμενο
Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – Συγκεκριμένα περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας – Απόφαση για τη δέσμευση κεφαλαίων – Αρμόδια αρχή
(Κοινή θέση 2001/931 του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 4· κανονισμός 2580/2001 του Συμβουλίου)
Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – Συγκεκριμένα περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας – Απόφαση για τη δέσμευση κεφαλαίων – Κατάργηση της εθνικής αποφάσεως για τη δέσμευση κεφαλαίων – Δεν ασκεί επιρροή επί της δεσμεύσεως κεφαλαίων που έχει διαταχθεί με κανονισμό της Ένωσης
(Κοινή θέση 2001/931 του Συμβουλίου, άρθρο 1 §§ 4 και 6)
Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άμεσο αποτέλεσμα – Υποχρεώσεις των κρατών μελών
Αναίρεση – Ανταναίρεση – Αντικείμενο – Εν όλω ή εν μέρει ακύρωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως για λόγο μη προβληθέντα με την αίτηση αναιρέσεως
(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 117 § 2)
Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – Συγκεκριμένα περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας – Απόφαση για τη δέσμευση κεφαλαίων οργανώσεως εμπλεκόμενης σε τρομοκρατικές πράξεις – Περιορισμοί του δικαιώματος ιδιοκτησίας – Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας – Δεν υφίσταται
(Κοινή θέση 2001/931 του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 4· κανονισμός 2580/2001 του Συμβουλίου, άρθρα 5 και 6)
Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρχές – Αναλογικότητα – Ανάλογος χαρακτήρας ενός μέτρου – Κριτήρια εκτιμήσεως
Πράξεις των οργάνων – Αιτιολογία – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Περιεχόμενο – Απόφαση για τη δέσμευση κεφαλαίων ορισμένων προσώπων, ομάδων και οντοτήτων που συμμετέχουν σε τρομοκρατικές πράξεις
(Άρθρο253 ΕΚ· κοινή θέση 2001/931 του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 4· κανονισμός 2580/2001 του Συμβουλίου, άρθρο 2 §§ 1 και 3)
Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.
(βλ. σκέψεις 43-45)
Το δεδικασμένο καταλαμβάνει μόνον εκείνα τα σημεία του σκεπτικού της αποφάσεως επί των οποίων λογικώς στηρίζεται το διατακτικό της με το οποίο είναι, ως εκ τούτου, αρρήκτως συνδεδεμένα.
(βλ. σκέψη 49)
Το άρθρο 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσεως 2001/931, για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, παρέχει στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να στηριχθεί σε απόφαση, η οποία, κατόπιν έρευνας περί της συμμετοχής του οικείου προσώπου στη χρηματοδότηση τρομοκρατικών δραστηριοτήτων, επιβάλλει τη λήψη προληπτικών μέτρων όπως τη δέσμευση κεφαλαίων.
Συγκεκριμένα, από τις αιτιολογικές σκέψεις της κοινής αυτής θέσεως καθώς και από τον κανονισμό 2580/2001, για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, προκύπτει ότι ο κύριος σκοπός και το αντικείμενο τους είναι η καταστολή της διεθνούς τρομοκρατίας, ιδίως η αποκοπή των πηγών χρηματοδοτήσεώς της, με τη δέσμευση των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων εκείνων των προσώπων ή οντοτήτων ως προς τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι εμπλέκονται σε σχετικές δραστηριότητες. Επομένως, σκοπός τους δεν είναι να πλαισιώσουν και να στηρίξουν εθνικές ποινικές διαδικασίες, αλλά να αποτρέψουν την τέλεση νέων τρομοκρατικών πράξεων.
Εξάλλου, από τη μνεία περί εθνικής αποφάσεως ληφθείσας από αρμόδια αρχή καθώς και τη μνεία των «συγκεκριμένων πληροφοριών» και «αποδείξεων ή σοβαρών και αξιόπιστων ενδείξεων» που περιλαμβάνονται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσεως 2001/931, προκύπτει ότι το άρθρο αυτό έχει σκοπό την προστασία των οικείων προσώπων διασφαλίζοντας ότι η εγγραφή τους στον κατάλογο των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων που συμμετέχουν σε τρομοκρατικές πράξεις λαμβάνει χώρα μόνον όταν θεμελιούται σε επαρκώς βάσιμα στοιχεία, και η εν λόγω κοινή θέση αποσκοπεί στην επίτευξη του σκοπού αυτού με την προϋπόθεση να έχει ληφθεί απόφαση από εθνική αρχή. Η προστασία αυτή των οικείων προσώπων δεν διακυβεύεται αν η ληφθείσα από την εθνική αρχή απόφαση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο διαδικασίας αποσκοπούσας στην επιβολή ποινικών κυρώσεων, αλλά στο πλαίσιο διαδικασίας με αντικείμενο τη λήψη προληπτικών μέτρων. Η εν λόγω προστασία των οικείων προσώπων διασφαλίζεται επίσης όταν η ληφθείσα από εθνική αρχή απόφαση δεν αφορά την κίνηση της έρευνας, αλλά αντλεί τις συνέπειες από διεξαχθείσα έρευνα επιβάλλοντας προληπτικό μέτρο στο οικείο πρόσωπο, χωρίς να αποτελεί ποινική καταδίκη. Η κρίση αυτή επιρρωννύεται από το γεγονός ότι η εγγραφή στον κατάλογο των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων που συμμετέχουν σε τρομοκρατικές πράξεις μπορεί επίσης να θεμελιούται σε κύρωση επιβληθείσα από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Συγκεκριμένα, καθόσον τέτοιου είδους κυρώσεις δεν έχουν, γενικώς, ποινικό χαρακτήρα, δέσμευση κεφαλαίων όπως η εν προκειμένω επιβληθείσα με την εθνική απόφαση είναι απολύτως συγκρίσιμη με κύρωση την οποία αποφασίζει το Συμβούλιο Ασφαλείας.
(βλ. σκέψεις 67, 68, 70-73, 104)
Στο γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσεως 2001/931, για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, γίνεται μνεία της ληφθείσας από εθνική αρχή αποφάσεως υπό την προϋπόθεση υπάρξεως επακριβών πληροφοριών και στοιχείων του σχετικού φακέλου από τα οποία προκύπτει ότι έχει ληφθεί τέτοια απόφαση. Ωστόσο, ούτε από το γράμμα της διατάξεως αυτής ούτε από το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 6, της κοινής θέσεως 2001/931 προκύπτει ότι, πέραν της προϋποθέσεως αυτής, η ληφθείσα στο παρελθόν απόφαση πρέπει οπωσδήποτε να ισχύει ακόμα ή να παραγάγει έννομα αποτελέσματα κατά τον χρόνο που το Συμβούλιο αποφασίζει τη διατήρηση του ονόματος προσώπου στον κατάλογο ο οποίος περιλαμβάνεται σε παράρτημα της εν λόγω κοινής θέσεως. Εξάλλου, πρέπει να ληφθεί υπόψη η σημασία της μνείας περί εθνικής αποφάσεως, ληφθείσας βάσει σοβαρών και αξιόπιστων αποδεικτικών στοιχείων και ενδείξεων, σκοπός της οποίας είναι να διασφαλισθεί ότι η απόφαση του Συμβουλίου θα ληφθεί βάσει επαρκών στοιχείων, εκ των οποίων το Συμβούλιο θα είναι σε θέση να συναγάγει ότι ενδέχεται, σε περίπτωση που δεν ληφθούν ανασταλτικά μέτρα, το οικείο πρόσωπο να εξακολουθήσει να μετέχει σε τρομοκρατικές δραστηριότητες. Υπό τις περιστάσεις αυτές, κατά την εξέταση της διατηρήσεως του ονόματος προσώπου στον επίμαχο κατάλογο σημασία έχει κατά πόσον, μετά την εγγραφή του ονόματος του εν λόγω προσώπου στον κατάλογο αυτό ή μετά την προγενέστερη επανεξέταση, μεταβλήθηκε η πραγματική κατάσταση ούτως ώστε δεν μπορεί πλέον να αντλείται το ίδιο συμπέρασμα περί της αναμίξεως του εν λόγω προσώπου σε τρομοκρατικές δραστηριότητες.
Εφόσον η κατάργηση της εθνικής αποφάσεως για τη δέσμευση των κεφαλαίων ουδόλως στηρίζεται στην επέλευση νέων γεγονότων ή την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων, σύμφωνα με τα οποία το πρόσωπο που αποτελεί το αντικείμενο δεσμεύσεως κεφαλαίων δεν συμμετέχει πλέον στη χρηματοδότηση τρομοκρατικών δραστηριοτήτων ή σε μεταβολή της εκτιμήσεως των αρμόδιων εθνικών αρχών περί της συμμετοχής του σε τέτοιες δραστηριότητες, αλλά δικαιολογήθηκε μόνον από τον σκοπό αποφυγής της αλληλεπικαλύψεως μεταξύ του επιβληθέντος εθνικού μέτρου δεσμεύσεως κεφαλαίων και του μέτρου δεσμεύσεως κεφαλαίων που επιβάλλεται στο επίπεδο της Ένωσης, η εν λόγω κατάργηση δεν αρκεί για να καταστήσει τη διατήρηση του ονόματος του προσώπου στον επίδικο κατάλογο ασυμβίβαστη με τις παραγράφους 4 και 6 του εν λόγω άρθρου 1 της κοινής θέσεως 2001/931.
(βλ. σκέψεις 79-84, 89)
Τα κράτη μέλη δεν δύνανται να εκδίδουν πράξη με την οποία αποκρύβουν από τα υποκείμενα δικαίου την κοινοτική φύση νομικού κανόνα και τα εξ αυτού απορρέοντα αποτελέσματα.
(βλ. σκέψη 87)
Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.
(βλ. σκέψη 94)
Το δικαίωμα ιδιοκτησίας δεν απολαύει, στο δίκαιο της Ένωσης, απόλυτης προστασίας. Κατά συνέπεια, μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται πράγματι σε σκοπούς γενικού συμφέροντος τους οποίους επιδιώκει η Ένωση και δεν συνιστούν, από απόψεως του επιδιωκόμενου σκοπού, δυσανάλογη και ανεπίτρεπτη επέμβαση που να θίγει την ίδια την υπόσταση των ούτως κατοχυρωμένων δικαιωμάτων. Από απόψεως του τόσο θεμελιώδους για τη διεθνή κοινότητα σκοπού γενικού συμφέροντος όπως είναι η αντιμετώπιση, με όλα τα μέσα, σύμφωνα με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, των απειλών κατά της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας από τρομοκρατικές πράξεις, η δέσμευση κεφαλαίων, χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και λοιπών οικονομικών πόρων προσώπων τα οποία έχουν αναγνωρισθεί κατά τους κανόνες του κανονισμού 2580/2001, για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, και της κοινής θέσεως 2001/931, για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, δεν δύναται, καθεαυτή, να θεωρηθεί απρόσφορη.
Όσον αφορά τον φερόμενο ως δυσανάλογο χαρακτήρα της διατηρήσεως του ονόματος οργανώσεως στον κατάλογο των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων που συμμετέχουν σε τρομοκρατικές πράξεις, τα άρθρα 5 και 6 του κανονισμού 2580/2001 προβλέπουν τη δυνατότητα, αφενός, να επιτρέπεται η χρήση των δεσμευμένων κεφαλαίων για την κάλυψη βασικών αναγκών ή την εκπλήρωση ορισμένων υποχρεώσεων και, αφετέρου, να χορηγούνται συγκεκριμένες άδειες για την αποδέσμευση κεφαλαίων, άλλων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών πόρων. Εξάλλου, η διατήρηση αυτή αποτελεί το αντικείμενο περιοδικής επανεξετάσεως ώστε να διασφαλίζεται ότι θα διαγράφονται τα πρόσωπα και οι οντότητες που δεν πληρούν πλέον τα κριτήρια για να περιλαμβάνονται στον επίδικο κατάλογο.
(βλ. σκέψεις 121, 123, 127, 129)
Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.
(βλ. σκέψη 122)
Tο άρθρο 253 ΕΚ, το οποίο προβλέπει ότι οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης πρέπει να είναι αιτιολογημένες, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει στο Συμβούλιο να απαντά λεπτομερώς στις παρατηρήσεις που υποβάλλει πρόσωπο κατά τη διοικητική διαδικασία πριν από την έκδοση αποφάσεως η οποία το αφορά. Εφόσον η κοινοποιηθείσα στο πρόσωπο αυτό αιτιολογική έκθεση επισημαίνει τους ατομικούς και συγκεκριμένους λόγους που οδήγησαν το Συμβούλιο να κρίνει, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσεως 2001/931, για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, βάσει πληροφοριών, τις οποίες θεώρησε αξιόπιστες η εθνική αρχή, ότι το εν λόγω πρόσωπο ενέχεται στη χρηματοδότηση τρομοκρατικών πράξεων, το πρόσωπο αυτό ήταν σε θέση να αντιληφθεί όσα του προσάπτονταν.
Από την παράγραφο 1, στοιχείο c, του ψηφίσματος 1373 (2001) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 2580/2001, για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, προκύπτει ότι η δέσμευση κεφαλαίων των προσώπων που συμμετέχουν σε τρομοκρατικές πράξεις αποτελεί τον κανόνα. Επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Συμβούλιο ότι δεν επισήμανε πρόσθετους λόγους βάσει των οποίων μπόρεσε να κρίνει ότι το οικείο πρόσωπο πρέπει, όντως, να αποτελέσει αντικείμενο μέτρου δεσμεύσεως κεφαλαίων.
(βλ. σκέψεις 141, 142, 144)
Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-539/10 P και C-550/10 P
Stichting Al-Aqsa
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
και
Βασίλειο των Κάτω Χωρών
κατά
Stichting Al-Aqsa
«Αίτηση αναιρέσεως — Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας — Καταπολέμηση της τρομοκρατίας — Περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων — Δέσμευση κεφαλαίων — Κοινή θέση 2001/931/ΚΕΠΠΑ — Άρθρο 1, παράγραφοι 4 και 6 — Κανονισμός (ΕΚ) 2580/2001 — Άρθρο 2, παράγραφος 3 — Εγγραφή και διατήρηση του ονόματος οργανώσεως στον κατάλογο των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων που ενέχονται σε τρομοκρατικές πράξεις — Προϋποθέσεις — Απόφαση ληφθείσα από αρμόδια αρχή — Κατάργηση εθνικού μέτρου — Προσφυγή ακυρώσεως — Παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως — Δικαίωμα σεβασμού της ιδιοκτησίας — Αρχή της αναλογικότητας — Άρθρο 253 ΕΚ — Υποχρέωση αιτιολογήσεως»
Περίληψη — Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 15ης Νοεμβρίου 2012
Αναίρεση — Λόγοι — Αιτήματα με σκοπό την αντικατάσταση του σκεπτικού — Απαράδεκτο
(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 113 § 1)
Ένδικη διαδικασία — Δεδικασμένο — Περιεχόμενο
Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας — Συγκεκριμένα περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας — Απόφαση για τη δέσμευση κεφαλαίων — Αρμόδια αρχή
(Κοινή θέση 2001/931 του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 4· κανονισμός 2580/2001 του Συμβουλίου)
Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας — Συγκεκριμένα περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας — Απόφαση για τη δέσμευση κεφαλαίων — Κατάργηση της εθνικής αποφάσεως για τη δέσμευση κεφαλαίων — Δεν ασκεί επιρροή επί της δεσμεύσεως κεφαλαίων που έχει διαταχθεί με κανονισμό της Ένωσης
(Κοινή θέση 2001/931 του Συμβουλίου, άρθρο 1 §§ 4 και 6)
Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Άμεσο αποτέλεσμα — Υποχρεώσεις των κρατών μελών
Αναίρεση — Ανταναίρεση — Αντικείμενο — Εν όλω ή εν μέρει ακύρωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως για λόγο μη προβληθέντα με την αίτηση αναιρέσεως
(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 117 § 2)
Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας — Συγκεκριμένα περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας — Απόφαση για τη δέσμευση κεφαλαίων οργανώσεως εμπλεκόμενης σε τρομοκρατικές πράξεις — Περιορισμοί του δικαιώματος ιδιοκτησίας — Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας — Δεν υφίσταται
(Κοινή θέση 2001/931 του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 4· κανονισμός 2580/2001 του Συμβουλίου, άρθρα 5 και 6)
Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Αρχές — Αναλογικότητα — Ανάλογος χαρακτήρας ενός μέτρου — Κριτήρια εκτιμήσεως
Πράξεις των οργάνων — Αιτιολογία — Υποχρέωση αιτιολογήσεως — Περιεχόμενο — Απόφαση για τη δέσμευση κεφαλαίων ορισμένων προσώπων, ομάδων και οντοτήτων που συμμετέχουν σε τρομοκρατικές πράξεις
(Άρθρο253 ΕΚ· κοινή θέση 2001/931 του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 4· κανονισμός 2580/2001 του Συμβουλίου, άρθρο 2 §§ 1 και 3)
Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.
(βλ. σκέψεις 43-45)
Το δεδικασμένο καταλαμβάνει μόνον εκείνα τα σημεία του σκεπτικού της αποφάσεως επί των οποίων λογικώς στηρίζεται το διατακτικό της με το οποίο είναι, ως εκ τούτου, αρρήκτως συνδεδεμένα.
(βλ. σκέψη 49)
Το άρθρο 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσεως 2001/931, για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, παρέχει στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να στηριχθεί σε απόφαση, η οποία, κατόπιν έρευνας περί της συμμετοχής του οικείου προσώπου στη χρηματοδότηση τρομοκρατικών δραστηριοτήτων, επιβάλλει τη λήψη προληπτικών μέτρων όπως τη δέσμευση κεφαλαίων.
Συγκεκριμένα, από τις αιτιολογικές σκέψεις της κοινής αυτής θέσεως καθώς και από τον κανονισμό 2580/2001, για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, προκύπτει ότι ο κύριος σκοπός και το αντικείμενο τους είναι η καταστολή της διεθνούς τρομοκρατίας, ιδίως η αποκοπή των πηγών χρηματοδοτήσεώς της, με τη δέσμευση των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων εκείνων των προσώπων ή οντοτήτων ως προς τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι εμπλέκονται σε σχετικές δραστηριότητες. Επομένως, σκοπός τους δεν είναι να πλαισιώσουν και να στηρίξουν εθνικές ποινικές διαδικασίες, αλλά να αποτρέψουν την τέλεση νέων τρομοκρατικών πράξεων.
Εξάλλου, από τη μνεία περί εθνικής αποφάσεως ληφθείσας από αρμόδια αρχή καθώς και τη μνεία των «συγκεκριμένων πληροφοριών» και «αποδείξεων ή σοβαρών και αξιόπιστων ενδείξεων» που περιλαμβάνονται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσεως 2001/931, προκύπτει ότι το άρθρο αυτό έχει σκοπό την προστασία των οικείων προσώπων διασφαλίζοντας ότι η εγγραφή τους στον κατάλογο των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων που συμμετέχουν σε τρομοκρατικές πράξεις λαμβάνει χώρα μόνον όταν θεμελιούται σε επαρκώς βάσιμα στοιχεία, και η εν λόγω κοινή θέση αποσκοπεί στην επίτευξη του σκοπού αυτού με την προϋπόθεση να έχει ληφθεί απόφαση από εθνική αρχή. Η προστασία αυτή των οικείων προσώπων δεν διακυβεύεται αν η ληφθείσα από την εθνική αρχή απόφαση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο διαδικασίας αποσκοπούσας στην επιβολή ποινικών κυρώσεων, αλλά στο πλαίσιο διαδικασίας με αντικείμενο τη λήψη προληπτικών μέτρων. Η εν λόγω προστασία των οικείων προσώπων διασφαλίζεται επίσης όταν η ληφθείσα από εθνική αρχή απόφαση δεν αφορά την κίνηση της έρευνας, αλλά αντλεί τις συνέπειες από διεξαχθείσα έρευνα επιβάλλοντας προληπτικό μέτρο στο οικείο πρόσωπο, χωρίς να αποτελεί ποινική καταδίκη. Η κρίση αυτή επιρρωννύεται από το γεγονός ότι η εγγραφή στον κατάλογο των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων που συμμετέχουν σε τρομοκρατικές πράξεις μπορεί επίσης να θεμελιούται σε κύρωση επιβληθείσα από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Συγκεκριμένα, καθόσον τέτοιου είδους κυρώσεις δεν έχουν, γενικώς, ποινικό χαρακτήρα, δέσμευση κεφαλαίων όπως η εν προκειμένω επιβληθείσα με την εθνική απόφαση είναι απολύτως συγκρίσιμη με κύρωση την οποία αποφασίζει το Συμβούλιο Ασφαλείας.
(βλ. σκέψεις 67, 68, 70-73, 104)
Στο γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσεως 2001/931, για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, γίνεται μνεία της ληφθείσας από εθνική αρχή αποφάσεως υπό την προϋπόθεση υπάρξεως επακριβών πληροφοριών και στοιχείων του σχετικού φακέλου από τα οποία προκύπτει ότι έχει ληφθεί τέτοια απόφαση. Ωστόσο, ούτε από το γράμμα της διατάξεως αυτής ούτε από το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 6, της κοινής θέσεως 2001/931 προκύπτει ότι, πέραν της προϋποθέσεως αυτής, η ληφθείσα στο παρελθόν απόφαση πρέπει οπωσδήποτε να ισχύει ακόμα ή να παραγάγει έννομα αποτελέσματα κατά τον χρόνο που το Συμβούλιο αποφασίζει τη διατήρηση του ονόματος προσώπου στον κατάλογο ο οποίος περιλαμβάνεται σε παράρτημα της εν λόγω κοινής θέσεως. Εξάλλου, πρέπει να ληφθεί υπόψη η σημασία της μνείας περί εθνικής αποφάσεως, ληφθείσας βάσει σοβαρών και αξιόπιστων αποδεικτικών στοιχείων και ενδείξεων, σκοπός της οποίας είναι να διασφαλισθεί ότι η απόφαση του Συμβουλίου θα ληφθεί βάσει επαρκών στοιχείων, εκ των οποίων το Συμβούλιο θα είναι σε θέση να συναγάγει ότι ενδέχεται, σε περίπτωση που δεν ληφθούν ανασταλτικά μέτρα, το οικείο πρόσωπο να εξακολουθήσει να μετέχει σε τρομοκρατικές δραστηριότητες. Υπό τις περιστάσεις αυτές, κατά την εξέταση της διατηρήσεως του ονόματος προσώπου στον επίμαχο κατάλογο σημασία έχει κατά πόσον, μετά την εγγραφή του ονόματος του εν λόγω προσώπου στον κατάλογο αυτό ή μετά την προγενέστερη επανεξέταση, μεταβλήθηκε η πραγματική κατάσταση ούτως ώστε δεν μπορεί πλέον να αντλείται το ίδιο συμπέρασμα περί της αναμίξεως του εν λόγω προσώπου σε τρομοκρατικές δραστηριότητες.
Εφόσον η κατάργηση της εθνικής αποφάσεως για τη δέσμευση των κεφαλαίων ουδόλως στηρίζεται στην επέλευση νέων γεγονότων ή την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων, σύμφωνα με τα οποία το πρόσωπο που αποτελεί το αντικείμενο δεσμεύσεως κεφαλαίων δεν συμμετέχει πλέον στη χρηματοδότηση τρομοκρατικών δραστηριοτήτων ή σε μεταβολή της εκτιμήσεως των αρμόδιων εθνικών αρχών περί της συμμετοχής του σε τέτοιες δραστηριότητες, αλλά δικαιολογήθηκε μόνον από τον σκοπό αποφυγής της αλληλεπικαλύψεως μεταξύ του επιβληθέντος εθνικού μέτρου δεσμεύσεως κεφαλαίων και του μέτρου δεσμεύσεως κεφαλαίων που επιβάλλεται στο επίπεδο της Ένωσης, η εν λόγω κατάργηση δεν αρκεί για να καταστήσει τη διατήρηση του ονόματος του προσώπου στον επίδικο κατάλογο ασυμβίβαστη με τις παραγράφους 4 και 6 του εν λόγω άρθρου 1 της κοινής θέσεως 2001/931.
(βλ. σκέψεις 79-84, 89)
Τα κράτη μέλη δεν δύνανται να εκδίδουν πράξη με την οποία αποκρύβουν από τα υποκείμενα δικαίου την κοινοτική φύση νομικού κανόνα και τα εξ αυτού απορρέοντα αποτελέσματα.
(βλ. σκέψη 87)
Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.
(βλ. σκέψη 94)
Το δικαίωμα ιδιοκτησίας δεν απολαύει, στο δίκαιο της Ένωσης, απόλυτης προστασίας. Κατά συνέπεια, μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται πράγματι σε σκοπούς γενικού συμφέροντος τους οποίους επιδιώκει η Ένωση και δεν συνιστούν, από απόψεως του επιδιωκόμενου σκοπού, δυσανάλογη και ανεπίτρεπτη επέμβαση που να θίγει την ίδια την υπόσταση των ούτως κατοχυρωμένων δικαιωμάτων. Από απόψεως του τόσο θεμελιώδους για τη διεθνή κοινότητα σκοπού γενικού συμφέροντος όπως είναι η αντιμετώπιση, με όλα τα μέσα, σύμφωνα με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, των απειλών κατά της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας από τρομοκρατικές πράξεις, η δέσμευση κεφαλαίων, χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και λοιπών οικονομικών πόρων προσώπων τα οποία έχουν αναγνωρισθεί κατά τους κανόνες του κανονισμού 2580/2001, για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, και της κοινής θέσεως 2001/931, για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, δεν δύναται, καθεαυτή, να θεωρηθεί απρόσφορη.
Όσον αφορά τον φερόμενο ως δυσανάλογο χαρακτήρα της διατηρήσεως του ονόματος οργανώσεως στον κατάλογο των προσώπων, ομάδων και οντοτήτων που συμμετέχουν σε τρομοκρατικές πράξεις, τα άρθρα 5 και 6 του κανονισμού 2580/2001 προβλέπουν τη δυνατότητα, αφενός, να επιτρέπεται η χρήση των δεσμευμένων κεφαλαίων για την κάλυψη βασικών αναγκών ή την εκπλήρωση ορισμένων υποχρεώσεων και, αφετέρου, να χορηγούνται συγκεκριμένες άδειες για την αποδέσμευση κεφαλαίων, άλλων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή οικονομικών πόρων. Εξάλλου, η διατήρηση αυτή αποτελεί το αντικείμενο περιοδικής επανεξετάσεως ώστε να διασφαλίζεται ότι θα διαγράφονται τα πρόσωπα και οι οντότητες που δεν πληρούν πλέον τα κριτήρια για να περιλαμβάνονται στον επίδικο κατάλογο.
(βλ. σκέψεις 121, 123, 127, 129)
Βλ. το κείμενο της αποφάσεως.
(βλ. σκέψη 122)
Tο άρθρο 253 ΕΚ, το οποίο προβλέπει ότι οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης πρέπει να είναι αιτιολογημένες, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει στο Συμβούλιο να απαντά λεπτομερώς στις παρατηρήσεις που υποβάλλει πρόσωπο κατά τη διοικητική διαδικασία πριν από την έκδοση αποφάσεως η οποία το αφορά. Εφόσον η κοινοποιηθείσα στο πρόσωπο αυτό αιτιολογική έκθεση επισημαίνει τους ατομικούς και συγκεκριμένους λόγους που οδήγησαν το Συμβούλιο να κρίνει, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, της κοινής θέσεως 2001/931, για την εφαρμογή ειδικών μέτρων για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, βάσει πληροφοριών, τις οποίες θεώρησε αξιόπιστες η εθνική αρχή, ότι το εν λόγω πρόσωπο ενέχεται στη χρηματοδότηση τρομοκρατικών πράξεων, το πρόσωπο αυτό ήταν σε θέση να αντιληφθεί όσα του προσάπτονταν.
Από την παράγραφο 1, στοιχείο c, του ψηφίσματος 1373 (2001) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 2580/2001, για τη λήψη ειδικών περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, προκύπτει ότι η δέσμευση κεφαλαίων των προσώπων που συμμετέχουν σε τρομοκρατικές πράξεις αποτελεί τον κανόνα. Επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Συμβούλιο ότι δεν επισήμανε πρόσθετους λόγους βάσει των οποίων μπόρεσε να κρίνει ότι το οικείο πρόσωπο πρέπει, όντως, να αποτελέσει αντικείμενο μέτρου δεσμεύσεως κεφαλαίων.
(βλ. σκέψεις 141, 142, 144)