1. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Υποχρέωση συνεκτιμήσεως του πραγματικού αντίκτυπου στην αγορά – Ζήτημα κατά πόσον μπορεί να μετρηθεί – Περιεχόμενο
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής, σημείο 1 A, εδ. 1)
2. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Συνολικός κύκλος εργασιών της οικείας επιχειρήσεως – Κύκλος εργασιών που έχει πραγματοποιηθεί με τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο της παραβάσεως – Συνεκτιμώνται αμφότεροι – Όρια
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2)
3. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Σοβαρότητα και διάρκεια της παραβάσεως – Προσαύξηση του προστίμου λόγω διάρκειας της παραβάσεως – Δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί η ύπαρξη άμεσης σχέσης μεταξύ της διάρκειας αυτής και της σοβαρής παράβασης των κανόνων ανταγωνισμού
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ· κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής, σημείο 1 B)
4. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Ελαφρυντικές περιστάσεις – Συμπεριφορά που αποκλίνει από τη συμφωνηθείσα στο πλαίσιο της συμπράξεως – Εκτίμηση
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής, σημείο 3, δεύτερη περίπτωση)
5. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Οικονομική κατάσταση της οικείας επιχειρήσεως – Συνεκτίμηση – Δεν υπάρχει υποχρέωση
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15)
6. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Περίπλοκη οικονομική εκτίμηση – Περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής – Δικαστικός έλεγχος – Έλεγχος της νομιμότητας – Περιεχόμενο
(Άρθρο 263 ΣΛΕΕ· κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής)
7. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Σοβαρότητα και διάρκεια της παραβάσεως
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2)
8. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Εφαρμογή των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων – Αιτιολόγηση της αποφάσεως – Περιεχόμενο
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής)
9. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής – Δικαστικός έλεγχος – Πλήρης δικαιοδοσία του δικαστή της Ένωσης – Περιεχόμενο
(Άρθρο 261 ΣΛΕΕ· κανονισμοί του Συμβουλίου 17, άρθρο 17, και 1/2003, άρθρο 31)
10. Δίκαιο της Ένωσης – Αρχές – Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Δικαστικός έλεγχος των αποφάσεων που εκδίδει η Επιτροπή στον τομέα του ανταγωνισμού – Έλεγχος νομιμότητας πλήρους δικαιοδοσίας, που εκτείνεται τόσο στα νομικά όσο και στα πραγματικά ζητήματα – Παραβίαση – Δεν υφίσταται
(Άρθρο 263 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47· κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 31)
1. Κατά το σημείο 1 Α των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑX, για να αξιολογηθεί η σοβαρότητα της παραβάσεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο πραγματικός της αντίκτυπος επί της αγοράς εφόσον αυτός είναι δυνατό να εκτιμηθεί. Ο καθορισμός του πραγματικού αντίκτυπου μιας συμπράξεως στην αγορά προϋποθέτει στην πράξη αντιπαραβολή της καταστάσεως της αγοράς που προκύπτει από τη σύμπραξη με εκείνη που θα επικρατούσε αν ίσχυαν συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού. Η αντιπαραβολή αυτή συνεπάγεται αναγκαστικά την προσφυγή σε υποθέσεις, δεδομένου του πλήθους των μεταβλητών που δύνανται να έχουν αντίκτυπο στην αγορά.
(βλ. σκέψεις 38-39)
2. Μολονότι είναι δυνατό, στο πλαίσιο καθορισμού του προστίμου λόγω παραβάσεων των κανόνων ανταγωνισμού, να λαμβάνεται υπόψη τόσο ο συνολικός κύκλος εργασιών της επιχειρήσεως, που αποτελεί ένδειξη του μεγέθους και της οικονομικής ισχύος της, όσο και το ποσοστό του κύκλου εργασιών που προέρχεται από τα εμπορεύματα που συνιστούν το αντικείμενο της παραβάσεως και που μπορεί, ως εκ τούτου, να είναι ενδεικτικό της έκτασής της, εντούτοις, ο συνολικός κύκλος εργασιών μιας επιχειρήσεως αποτελεί απλώς μια κατά προσέγγιση και ατελή ένδειξη του μεγέθους της εν λόγω επιχειρήσεως. Επιπλέον, δεν πρέπει να αποδίδεται ούτε στο ένα ούτε στο άλλο από τα αριθμητικά αυτά στοιχεία δυσανάλογη σημασία σε σχέση με τα άλλα στοιχεία στα οποία βασίζεται η εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως.
(βλ. σκέψεις 59-60)
3. Όταν, σύμφωνα με το σημείο 1 Β των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑX, το ποσό που καθορίζεται για τη σοβαρότητα της παραβάσεως προσαυξάνεται για να ληφθεί υπόψη η διάρκεια της παραβάσεως αυτής, δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί συγκεκριμένα η ύπαρξη άμεσης σχέσης μεταξύ της διάρκειας αυτής και της σοβαρής διακινδυνεύσεως των σκοπών που επιδιώκουν οι κανόνες ανταγωνισμού της Ένωσης. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, η συνεκτίμηση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων μιας συμφωνίας είναι άνευ σημασίας όταν είναι προφανές ότι η συμφωνία αυτή έχει ως σκοπό την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού. Τούτο ισχύει, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις συμφωνιών συνεπαγόμενων κατάφωρους περιορισμούς του ανταγωνισμού, όπως είναι ο καθορισμός των τιμών και η κατανομή της αγοράς.
(βλ. σκέψεις 74-75)
4. Προκειμένου να αναγνωριστεί στις παραβαίνουσες επιχειρήσεις το προνόμιο του σημείου 3, δεύτερη περίπτωση, των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑX, οι επιχειρήσεις αυτές πρέπει να αποδείξουν ότι η συμπεριφορά που υιοθέτησαν στην αγορά είναι σύμφωνη με τον ανταγωνισμό ή, τουλάχιστον, ότι παρέβησαν σαφώς και σε σημαντικό βαθμό τις υποχρεώσεις που αποσκοπούσαν στην εφαρμογή της συμπράξεως μέχρι σημείου ώστε να διαταράξουν την ίδια τη λειτουργία της και ότι δεν προσχώρησαν φαινομενικά στη συμφωνία και, ως εκ τούτου, παρακίνησαν άλλες επιχειρήσεις να θέσουν την εν λόγω σύμπραξη σε εφαρμογή.
Συγκεκριμένα, μια επιχείρηση η οποία, παρά τη συνεννόηση με τους ανταγωνιστές της, ακολουθεί μια κατά το μάλλον ή ήττον ανεξάρτητη πολιτική στην αγορά ενδέχεται απλώς να επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τη σύμπραξη προς όφελός της. Αν αναγνωρίζονταν ελαφρυντικές περιστάσεις σε μια τέτοια περίπτωση, θα ήταν υπερβολικά ευχερές για τις επιχειρήσεις να ελαχιστοποιούν τον κίνδυνο να υποχρεωθούν να καταβάλουν βαρύ πρόστιμο, δεδομένου ότι θα μπορούσαν να επωφελούνται από παράνομη σύμπραξη και να επιτυγχάνουν στη συνέχεια μείωση του προστίμου με την αιτιολογία ότι δεν διαδραμάτισαν παρά περιορισμένο ρόλο στην υλοποίηση της παραβάσεως, ενώ η στάση τους παρότρυνε άλλες επιχειρήσεις να συμπεριφερθούν κατά τρόπο επιβλαβέστερο για τον ανταγωνισμό.
Επομένως, η επιχείρηση που παύει να συμμετέχει σε σύμπραξη δεν βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση με εκείνη της επιχειρήσεως που προσχωρεί μεν στη σύμπραξη αλλά δεν τη θέτει σε εφαρμογή ή, τουλάχιστον, παύει να τη θέτει σε εφαρμογή. Συγκεκριμένα, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η επιχείρηση εξακολουθεί να βλάπτει τον ανταγωνισμό τόσο λόγω της συμμετοχής της στις ενδεχόμενες συζητήσεις όσο και λόγω του ότι η συμμετοχή της στη σύμπραξη ενδέχεται να παρακινήσει και άλλες επιχειρήσεις να υιοθετήσουν βλαπτική για τον ανταγωνισμό συμπεριφορά.
Επιπλέον, κατά γενικό κανόνα, οι συμπράξεις δημιουργούνται όταν ένας οικονομικός τομέας αντιμετωπίζει δυσχέρειες και οι δυσχέρειες αυτές δεν μπορούν, καταρχήν, να συνιστούν ελαφρυντικές περιστάσεις.
(βλ. σκέψεις 93-95, 97)
5. Η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη, στο πλαίσιο καθορισμού του ποσού του προστίμου, να λαμβάνει υπόψη την ελλειμματική οικονομική κατάσταση μιας επιχειρήσεως, καθόσον η αναγνώριση μιας τέτοιας υποχρεώσεως θα κατέληγε να παράσχει αδικαιολόγητο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις που είναι οι λιγότερο προσαρμοσμένες στις συνθήκες της αγοράς. Η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη φερόμενη αδυναμία πληρωμών οφειλόμενη σε χρηματοοικονομική κύρωση επιβληθείσα λόγω άλλης παραβάσεως του δικαίου του ανταγωνισμού κατά μείζονα λόγο καθόσον η οικεία επιχείρηση φέρει το κύριο μερίδιο ευθύνης για μια κατάσταση την οποία η ίδια προκάλεσε με παράνομη συμπεριφορά.
Επιπλέον, η δυσκολία να συγκριθεί το ύψος των προστίμων που επιβλήθηκαν σε επιχειρήσεις που μετείχαν σε διάφορες συμφωνίες, σχετικές με διαφορετικές αγορές, σε περιόδους που χρονικά απέχουν ενίοτε πολύ μεταξύ τους, μπορεί να είναι απόρροια των αναγκαίων προϋποθέσεων για την εφαρμογή αποτελεσματικής πολιτικής ανταγωνισμού. Επομένως, το γεγονός ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη, σε προηγούμενες υποθέσεις, τη δύσκολη οικονομική κατάσταση μιας επιχειρήσεως δεν σημαίνει ότι πρέπει να προβεί στην ίδια εκτίμηση στο πλαίσιο μεταγενέστερης υποθέσεως.
(βλ. σκέψεις 103-105)
6. Μολονότι η Επιτροπή διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως σε οικονομικά ζητήματα, όπως είναι ο καθορισμός του ποσού των προστίμων που επιβάλλονται για παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού, τούτο δεν σημαίνει ότι ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να απέχει από τον έλεγχο της εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνείας στοιχείων οικονομικής φύσεως. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει, ειδικότερα, όχι μόνο να ελέγχει την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων των οποίων γίνεται επίκληση, την αξιοπιστία και τη συνοχή τους, αλλά και να ελέγχει αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων δεδομένων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για να αξιολογηθεί μια περίπλοκη κατάσταση και αν τεκμηριώνουν τα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτά.
Στον δικαστή της Ένωσης απόκειται να προβαίνει στον έλεγχο της νομιμότητας που εμπίπτει στην αρμοδιότητά του και ο οποίος διενεργείται βάσει των στοιχείων που προσκομίζει ο προσφεύγων προς στήριξη των λόγων που προβάλλει. Στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού, ο δικαστής δεν μπορεί να στηρίζεται στο περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή όσον αφορά την επιλογή των συνεκτιμώμενων στοιχείων κατά την εφαρμογή των κριτηρίων που προβλέπουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑX, ή την αξιολόγηση των στοιχείων αυτών προκειμένου να αρνηθεί τη διενέργεια διεξοδικού ελέγχου των νομικών και των πραγματικών ζητημάτων.
(βλ. σκέψεις 121, 129)
7. Για τον καθορισμό του ποσού των προστίμων λόγω παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια των παραβάσεων, καθώς και όλα τα στοιχεία που προσφέρονται για την εκτίμηση της σοβαρότητάς τους, όπως η συμπεριφορά της κάθε επιχειρήσεως, η λειτουργία εκάστης εξ αυτών κατά τον καθορισμό των συμφωνημένων πρακτικών, το όφελος που άντλησαν από τις πρακτικές αυτές, το μέγεθός τους και η αξία των εμπορευμάτων που αφορά η σύμπραξη, καθώς και ο κίνδυνος που αντιπροσωπεύουν παραβάσεις τέτοιου είδους για τους σκοπούς της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Αντικειμενικά στοιχεία όπως το περιεχόμενο των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορών, ο αριθμός και η έντασή τ ους, η έκταση της επηρεασθείσας αγοράς και η επιδείνωση που υπέστη η δημόσια οικονομική τάξη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Στην ανάλυση πρέπει επίσης να συνεκτιμώνται το σχετικό μέγεθος των ευθυνόμενων επιχειρήσεων και το μερίδιο της αγοράς που κατέχουν, καθώς και η τυχόν καθ’ υποτροπή υιοθέτηση τέτοιων συμπεριφορών.
(βλ. σκέψεις 123-124)
8. Για λόγους διαφάνειας, η Επιτροπή εξέδωσε τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑX, με τις οποίες γνωστοποιεί υπό ποιες συνθήκες θα λαμβάνει υπόψη τις διάφορες περιστάσεις της παραβάσεως, καθώς και τις συνέπειες που τούτο μπορεί να έχει για τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες περιέχουν κανόνα συμπεριφοράς που υποδεικνύει την ακολουθητέα τακτική από την οποία η διοίκηση δεν μπορεί να παρεκκλίνει σε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση χωρίς να προσδιορίσει λόγους που να συνάδουν με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, αρκούνται στην περιγραφή της μεθόδου που χρησιμοποιεί η Επιτροπή για να ελέγξει την παράβαση και των κριτηρίων που το θεσμικό αυτό όργανο οφείλει να λαμβάνει υπόψη για τον καθορισμό του ποσού του προστίμου. Επομένως, η Επιτροπή οφείλει να αιτιολογεί τις αποφάσεις διευκρινίζοντας, μεταξύ άλλων, τον τρόπο κατά τον οποίο στάθμισε και αξιολόγησε τα στοιχεία τα οποία έλαβε υπόψη.
(βλ. σκέψεις 126-128)
9. Όσον αφορά τον καθορισμό του ποσού των προστίμων που επιβάλλονται λόγω παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού, η πλήρης δικαιοδοσία που αναγνωριζόταν στον δικαστή της Ένωσης από το άρθρο 17 του κανονισμού 17, εξασφαλίζεται σήμερα από το άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΣΛΕΕ. Η εν λόγω πλήρης δικαιοδοσία παρέχει στον δικαστή την εξουσία, πέραν του απλού ελέγχου νομιμότητας της κυρώσεως, να υποκαθιστά την Επιτροπή προβαίνοντας στη δική του εκτίμηση και, κατ’ επέκταση, να μειώνει ή να αυξάνει το πρόστιμο ή τη χρηματική ποινή που επιβλήθηκαν.
Παρά ταύτα, η άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας δεν ισοδυναμεί με αυτεπάγγελτο έλεγχο και υπενθυμίζεται ότι η διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης διεξάγεται κατ’ αντιμωλία. Με την εξαίρεση των λόγων δημοσίας τάξεως που ο δικαστής οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως, όπως είναι η απουσία αιτιολογίας της επίδικης αποφάσεως, απόκειται στον προσφεύγοντα να επικαλεστεί λόγους ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής και να προσκομίσει τα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη των λόγων αυτών. Η κατά τα ανωτέρω δικονομικής φύσεως απαίτηση δεν προσκρούει στον κανόνα σύμφωνα με τον οποίο, όσον αφορά τις παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού, απόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει τις παραβάσεις που διαπιστώνει και να προσκομίσει τα στοιχεία που μπορούν να αποδείξουν, επαρκώς κατά νόμον, την ύπαρξη των περιστατικών που στοιχειοθετούν την παράβαση. Αυτό που ουσιαστικά ζητείται από τον προσφεύγοντα στο πλαίσιο δικαστικής προσφυγής είναι να προσδιορίσει τα αμφισβητούμενα στοιχεία της επίδικης αποφάσεως, να διατυπώσει τις σχετικές αιτιάσεις και να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία μπορεί να συνίστανται σε σοβαρές ενδείξεις, πρόσφορες να αποδείξουν το βάσιμο των αιτιάσεων.
(βλ. σκέψεις 130-132)
10. Ο έλεγχος των αποφάσεων που εκδίδει η Επιτροπή στον τομέα του ανταγωνισμού τον οποίο προβλέπουν οι Συνθήκες συνεπάγεται ότι ο δικαστής της Ένωσης διενεργεί έλεγχο τόσο των νομικών όσο και των πραγματικών ζητημάτων και ότι έχει εξουσία να εκτιμά τα αποδεικτικά στοιχεία, να ακυρώνει την επίδικη απόφαση και να τροποποιεί το ποσό των προστίμων. Κατά συνέπεια, δεν προκύπτει ότι ο έλεγχος νομιμότητας του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, που συμπληρώνεται από την κατά το άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003 πλήρη δικαιοδοσία όσον αφορά το ποσό του προστίμου, είναι αντίθετος προς τις απαιτήσεις που επιβάλλει η περιλαμβανόμενη στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(βλ. σκέψη 133)