ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JÁN MAZÁK
της 29ης Μαρτίου 2012 ( 1 )
Υπόθεση C-544/10
Deutsches Weintor eG
κατά
Land Rheinland-Pfalz
[αίτηση του Bundesverwaltungsgericht (Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1924/2006, σχετικά με τους ισχυρισμούς περί διατροφικών και υγιεινών ιδιοτήτων που διατυπώνονται στα τρόφιμα — Περιγραφή οίνου ως χωνευτικού λόγω μειωμένης οξύτητας — Απαγόρευση ισχυρισμών περί υγιεινών ιδιοτήτων οι οποίοι αφορούν ποτά που περιέχουν άνω του 1,2 % κατ’ όγκο αιθανόλη — Έννοια του όρου “ισχυρισμοί περί υγιεινών ιδιοτήτων”»
I – Εισαγωγή
|
1. |
Με διάταξη της 23ης Σεπτεμβρίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Νοεμβρίου 2010, το Bundesverwaltungsgericht (Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο, Γερμανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 2, παράγραφος 2, στοιχείο 5, 4, παράγραφος 3, και 10, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1924/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τους ισχυρισμούς διατροφής και υγείας που διατυπώνονται στα τρόφιμα ( 2 ), όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΕ) 116/2010 της Επιτροπής, της 9ης Φεβρουαρίου 2010 ( 3 ) (στο εξής: κανονισμός 1924/2006 ή κανονισμός). |
|
2. |
Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο δίκης μεταξύ του συνεταιρισμού οινοπαραγωγών Deutsches Weintor και του Land Rheinland-Pfalz (ομόσπονδο κράτος Ρηνανίας-Παλατινάτου), με αντικείμενο διαφήμιση με την οποία ο χαρακτηρισμός ενός οίνου ως «bekömmlich» (χωνευτικού, υγιεινού, θρεπτικού) συσχετίζεται με αναφορά σε ήπια οξύτητα. |
|
3. |
Το αιτούν δικαστήριο, προκειμένου να αποφανθεί αν η περιγραφή αυτή συνιστά «ισχυρισμό περί υγιεινών ιδιοτήτων» —του οποίου η χρήση, καταρχήν, απαγορεύεται για αλκοολούχα ποτά όπως, εν προκειμένω, ο οίνος, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006—, ζητεί να διευκρινιστεί η έννοια του όρου αυτού. |
|
4. |
Επιπλέον, εφόσον κριθεί ότι η περιγραφή αυτή όντως συνιστά ισχυρισμό περί υγιεινών ιδιοτήτων, τον οποίο, κατά τον κανονισμό 1924/2006, απαγορεύεται να χρησιμοποιεί ο παραγωγός ή ο έμπορος στην παρουσίαση και στη διαφήμιση του οίνου, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η απαγόρευση αυτή προσκρούει στο δικαίωμα επιλογής επαγγέλματος και στο δικαίωμα ασκήσεως επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπως αυτά κατοχυρώνονται, αντιστοίχως, με τα άρθρα 15, παράγραφος 1, και 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης). |
II – Νομικό πλαίσιο
|
5. |
Κατά το μέρος που ασκεί επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση, ο σκοπός και το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1924/2006 περιγράφονται στο άρθρο 1 αυτού ως εξής: «1. Ο παρών κανονισμός έχει ως στόχο την εναρμόνιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων στα κράτη μέλη που έχουν σχέση με τη χρήση ισχυρισμών θρεπτικών και υγιεινών ιδιοτήτων για τρόφιμα έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και ταυτόχρονα η παροχή υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή. 2. Ο κανονισμός εφαρμόζεται στους ισχυρισμούς επί θεμάτων διατροφής και υγείας οι οποίοι διατυπώνονται στις εμπορικές ανακοινώσεις, είτε στην επισήμανση, είτε την παρουσίαση ή τη διαφήμιση των τροφίμων που διατίθενται στον τελικό καταναλωτή. […]» |
|
6. |
Η παράγραφος 2 του άρθρου 2 του κανονισμού 1924/2006, με τίτλο «Ορισμοί», έχει ως εξής: «Επίσης, ισχύουν και οι ακόλουθοι ορισμοί […]:
[…]
[…]» |
|
7. |
Η παράγραφος 3 του άρθρου 4 του κανονισμού 1924/2006, με τίτλο «Προϋποθέσεις για τη χρήση των ισχυρισμών [περί] διατροφής και υγείας», έχει ως εξής: «Για ποτά που περιέχουν οινόπνευμα άνω του 1.2 % ανά όγκο δεν χρησιμοποιούνται ισχυρισμοί [περί] υγείας. […]» |
|
8. |
Το άρθρο 5 του κανονισμού 1924/2006, με τίτλο «Γενικοί όροι», έχει ως εξής: «1. Η χρήση ισχυρισμών [περί] θρεπτικών και υγιεινών ιδιοτήτων επιτρέπεται μόνον εάν πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:
[…]». |
|
9. |
Η παράγραφος 1 του άρθρου 6 του κανονισμού 1924/2006, με τίτλο «Επιστημονική τεκμηρίωση των ισχυρισμών», έχει ως εξής: «Οι ισχυρισμοί για τις θρεπτικές και υγιεινές ιδιότητες βασίζονται σε και αποδεικνύονται από γενικά αποδεκτά επιστημονικά στοιχεία.» |
|
10. |
Ειδικότερες διατάξεις σχετικά με τους ισχυρισμούς περί υγιεινών ιδιοτήτων περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο IV του κανονισμού 1924/2006. Στο κεφάλαιο αυτό, το άρθρο 10, με τίτλο «Ειδικοί όροι», ορίζει τα εξής: «1. Οι ισχυρισμοί αυτοί απαγορεύονται, εκτός εάν συνάδουν προς τις γενικές απαιτήσεις του κεφαλαίου ΙΙ και τις ειδικές απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου και έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τον κανονισμό και περιλαμβάνονται στους καταλόγους εγκεκριμένων ισχυρισμών που προβλέπονται στα άρθρα 13 και 14. […] 3. Η μνεία γενικών, μη προσδιοριζομένων, ευεργετικών αποτελεσμάτων της θρεπτικής ουσίας ή του τροφίμου στο σύνολο της υγείας ή στην ευεξία ως αποτέλεσμα καλής υγείας είναι δυνατή μόνον εάν συνοδεύεται από συγκεκριμένο ισχυρισμό επί θεμάτων υγείας, ο οποίος περιλαμβάνεται στους καταλόγους των άρθρων 13 ή 14. […]» |
III – Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικό ερώτημα
|
11. |
Ο Deutsches Weintor είναι συνεταιρισμός οινοπαραγωγών, ιδρυθείς στο Ilbesheim του Land Rheinland-Pfalz. Εμπορεύεται οίνους παραγόμενους από αμπέλια της ποικιλίας Dornfelder ή Grauer/Weißer Burgunder, με την περιγραφή «Edition Mild», της οποίας έπεται η αναφορά «sanfte Säure» (ήπια οξύτητα). |
|
12. |
Στην ετικέτα αναγράφονται, ειδικότερα, τα εξής: «Η ηπιότητά του οφείλεται στην εφαρμογή της ειδικής προστατευτικής μεθόδου LO3 για τη βιολογική μείωση της οξύτητας». Στην ετικέτα στον λαιμό της φιάλης αναγράφονται τα εξής: «Edition Mild bekömmlich» (Edition Mild υγιεινός/εύπεπτος). Στον τιμοκατάλογο, ο οίνος περιγράφεται ως «Edition Mild — sanfte Säure/bekömmlich» (Edition Mild — ήπιας οξύτητας/υγιεινός). |
|
13. |
Οι διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης διαφωνούν ως προς το αν η διαφήμιση, η οποία εμπεριέχει περιγραφή του οίνου ως «bekömmlich» (υγιεινού, εύπεπτου), συσχετίζοντάς την με την ήπια οξύτητα, συνιστά ισχυρισμό περί υγιεινών ιδιοτήτων κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο 5, του κανονισμού 1924/2006, ο οποίος απαγορεύεται, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, για τα αλκοολούχα ποτά. |
|
14. |
Η αρχή που είναι αρμόδια για την εποπτεία της αγοράς των αλκοολούχων ποτών στο Land Rheinland-Pfalz προέβαλε αντιρρήσεις κατά της χρήσεως του περιγραφικού όρου «bekömmlich», με το αιτιολογικό ότι συνιστά ισχυρισμό περί υγιεινών ιδιοτήτων κατά την έννοια του κανονισμού 1924/2006, και ο Deutsches Weintor προσέφυγε στο Verwaltungsgericht (διοικητικό δικαστήριο), ζητώντας να επιτραπεί η χρήση των στοιχείων αυτών στην ετικέτα και στη διαφήμιση. |
|
15. |
Ο Deutsches Weintor υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι ο περιγραφικός όρος δεν αναφέρεται στην υγεία, αλλά στην εν γένει ευεξία. Τέτοιοι ισχυρισμοί δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού και ο όρος «ισχυρισμός περί υγιεινών ιδιοτήτων» πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά. |
|
16. |
Με απόφαση της 23ης Απριλίου 2009 το Verwaltungsgericht απέρριψε την προσφυγή. |
|
17. |
Με απόφαση της 19ης Αυγούστου 2009 το Oberverwaltungsgericht (δευτεροβάθμιο διοικητικό δικαστήριο) του Land Rheinland-Pfalz απέρριψε το ένδικο βοήθημα κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Δέχθηκε ότι η έννοια της υγείας καλύπτει, σε κάθε περίπτωση, τις συνδεόμενες με το τρόφιμο συνέπειες επί του σώματος του καταναλωτή και των λειτουργιών του. Ωστόσο, κατ’ αντίθεση προς τα φάρμακα, το αν η επίδραση επί των σωματικών λειτουργιών είναι ή όχι σκόπιμη δεν έχει καθοριστική σημασία. |
|
18. |
Το Oberverwaltungsgericht έκρινε ότι η περιγραφή του οίνου ως «bekömmlich» δημιουργεί συσχετισμούς με τις σωματικές λειτουργίες και δεν αποτελεί απλή αναφορά στην εν γένει ευεξία. Μολονότι ο όρος μπορεί να ερμηνευθεί και υπό τη γενική έννοιά του, εντούτοις κρίθηκε συνώνυμος προς τους όρους «υγιεινός», «εύπεπτος» και «ήπιος για το στομάχι». |
|
19. |
Το Oberverwaltungsgericht έκρινε ότι τούτο είναι σημαντικό όσον αφορά την κατανάλωση οίνου, διότι με αυτή συνδέονται συχνά πονοκέφαλοι και στομαχικές διαταραχές· σε ορισμένες περιπτώσεις, ο οίνος μπορεί να έχει ακόμη και βλαβερές συνέπειες για τον ανθρώπινο οργανισμό και να οδηγήσει σε εθισμό. Λόγω της χρήσεως του όρου «bekömmlich» σε συνδυασμό με την αναφορά σε ειδική διαδικασία για τον περιορισμό των οξέων και σε ήπια οξύτητα, ο καταναλωτής συσχετίζει τον οίνο με την έλλειψη δυσάρεστων συνεπειών στην πεπτική λειτουργία, οι οποίες ενίοτε οφείλονται στην κατανάλωση οίνου. |
|
20. |
Ο Deutsches Weintor προέβαλε κατ’ αναίρεση, ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht, ότι ο κανονισμός εφαρμόστηκε εσφαλμένα. |
|
21. |
Όσον αφορά, πρώτον, τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, το Bundesverwaltungsgericht αναφέρει, στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, ότι το Oberverwaltungsgericht δέχθηκε ότι ο ενημερωμένος και επιμελής μέσος καταναλωτής θα σχηματίσει την αντίληψη ότι το περιγραφικό στοιχείο που χρησιμοποιεί ο Deutsches Weintor στην ετικέτα της φιάλης και στη διαφήμιση αποτελεί μνεία στην οξύτητα των οίνων. Οι συγκεκριμένοι οίνοι παρουσιάζονται ως ιδιαίτερα «bekömmlich» (υγιεινός), διότι έχουν «ήπια» οξύτητα, λόγω εφαρμογής της ειδικής μεθόδου μειώσεως της οξύτητας. Με τον τρόπο αυτό τονίζεται για τους καταναλωτές ότι πρόκειται για οίνους που είναι ιδιαίτερα ήπιοι για το στομάχι. |
|
22. |
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι δεσμεύεται, όπως και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από τις διαπιστώσεις των πραγματικών περιστατικών στις οποίες προέβη το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσον αφορά το περιγραφικό στοιχείο «bekömmlich». Κρίνει, περαιτέρω, μη πειστικές τις σχετικές αιτιάσεις του Deutsches Weintor. |
|
23. |
Το αιτούν δικαστήριο έχει, ωστόσο, αμφιβολίες, όσον αφορά την ευρύτητα με την οποία το πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσαν τον όρο «ισχυρισμός περί υγιεινών ιδιοτήτων» και, συνεπώς, όσον αφορά το αν η παραδοχή ότι αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως είναι «ισχυρισμός περί υγιεινών ιδιοτήτων» στηρίζεται στα πραγματικά περιστατικά. |
|
24. |
Το Bundesverwaltungsgericht κρίνει, συναφώς, ότι δεν συνιστά ισχυρισμό περί υγιεινών ιδιοτήτων, κατά την έννοια του κανονισμού 1924/2006, ο ισχυρισμός ότι διατηρούνται ή ότι επηρεάζονται προσωρινά οι σωματικές λειτουργίες. Αντιθέτως, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι υφίσταται σχέση με την υγεία μόνον όταν αναφέρονται μακροπρόθεσμες, έντονες επιδράσεις στη σωματική ή την ψυχική κατάσταση και όχι μόνον παροδικές επιδράσεις σε διαδικασίες μεταβολισμού που αφήνουν την κράση —και, συνεπώς, την πραγματική κατάσταση της υγείας— ανεπηρέαστη. |
|
25. |
Κατά το Bundesverwaltungsgericht, ο χαρακτηρισμός των οίνων που εμπορεύεται ο Deutsches Weintor ως «bekömmlich», λόγω της ήπιας οξύτητάς τους, συσχετίζεται μόνο με την πεπτικότητα των προϊόντων αυτών και συνίσταται απλώς στον ισχυρισμό ότι, κατά την πέψη, ο οίνος είτε δεν προκαλεί στομαχικές διαταραχές είτε προκαλεί λιγότερες από τις αναμενόμενες για οίνους τέτοιου είδους και ποιότητας. Θα ήταν υπερβολικό να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για συγκεκριμένη αναφορά στην υγεία ή, έστω, για μη συγκεκριμένη δήλωση ότι η κατανάλωση οίνου συμβάλλει εν γένει στην «υγιεινή» διατροφή. |
|
26. |
Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, με το πρώτο ερώτημα, να διευκρινιστεί αν υφίσταται σχέση με την υγεία, κατά την έννοια του κανονισμού 1924/2006, και στην περίπτωση των προσωρινών ευεργετικών αποτελεσμάτων, τα οποία συνδέονται μόνο με το χρονικό διάστημα της κατανάλωσης και της πέψης ενός τροφίμου. |
|
27. |
Με το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά την κρίση του, ο κανονισμός καλύπτει μόνον εκείνους τους ισχυρισμούς περί υγιεινών ιδιοτήτων με τους οποίους αποδίδεται σε τρόφιμο ή σε συστατικό κάποια ευεργετική επίδραση, και, ως εκ τούτου, στην έννοια αυτή εμπίπτουν μόνον οι ισχυρισμοί με τους οποίους προβάλλεται ότι η κατανάλωση του τροφίμου βελτιώνει την υγεία. |
|
28. |
Το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει ως προς το αν προκύπτει βελτίωση της υγείας εκ του γεγονότος και μόνον ότι ένα τρόφιμο είναι λιγότερο βλαβερό σε σχέση με άλλα παρεμφερή προϊόντα της ίδιας κατηγορίας, δηλαδή έχει σχετική μόνον ευεργετική επίδραση. Αν ένα τρόφιμο περιέχει ουσίες δυνάμενες να επιφέρουν αποτελέσματα που ευρέως θεωρούνται ως δυσμενή (εν προκειμένω: οξέα στον οίνο), δεν είναι λογικό να υποθέσει κανείς, με βάση την συνήθη έννοια των λέξεων, ότι η κατανάλωση ενός τέτοιου προϊόντος προάγει την υγεία, απλώς και μόνον επειδή οι επιπτώσεις του είναι λίγο μικρότερες από αυτές των παρεμφερών προϊόντων. |
|
29. |
Τέλος, κατά το Bundesverwaltungsgericht, πρέπει επίσης να εξεταστεί αν μια απαγόρευση είναι συμβατή με τα θεμελιώδη δικαιώματα και, ειδικότερα, με το δικαίωμα επιλογής επαγγέλματος και το δικαίωμα ασκήσεως επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπως αυτά κατοχυρώνονται με τα άρθρα 15, παράγραφος 1, και 16 του Χάρτη. Αν η παραδοσιακή περιγραφή ενός ποτού ως «bekömmlich» χαρακτηριστεί ως ισχυρισμός περί υγιεινών ιδιοτήτων, ο οποίος εμπίπτει στη σχετική με τον οίνο απαγόρευση του κανονισμού 1924/2006, συντρέχει —κατά την κρίση του Bundesverwaltungsgericht— υπέρβαση του σκοπού του κανονισμού και, ενδεχομένως, δυσανάλογος περιορισμός των προαναφερθέντων θεμελιωδών δικαιωμάτων. |
|
30. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesverwaltungsgericht αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
IV – Ανάλυση
Α — Επί του πρώτου και του δεύτερου ερωτήματος: η έννοια του όρου «ισχυρισμός περί υγιεινών ιδιοτήτων» στον κανονισμό 1924/2006
|
31. |
Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν ο όρος «ισχυρισμός περί υγιεινών ιδιοτήτων», κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο 5, του κανονισμού 1924/2006, καλύπτει και ισχυρισμό περί παροδικής μόνον ευεργετικής επιδράσεως στη σωματική κατάσταση, περιοριζόμενης στη διάρκεια της κατανάλωσης και της πέψης του τροφίμου, υπονοουμένου ότι οι βλαπτικές συνέπειες του συγκεκριμένου τροφίμου στη σωματική κατάσταση δεν έχουν την έκταση που συνήθως έχουν οι βλαπτικές συνέπειες τέτοιων τροφίμων. |
1. Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
|
32. |
Στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, έγγραφες παρατηρήσεις υπέβαλαν ο Deutsches Weintor, το Land Rheinland-Pfalz, η Τσεχική, η Εσθονική, η Γαλλική, η Ουγγρική και η Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Επιτροπή. Με εξαίρεση την Εσθονική, τη Γαλλική, την Ουγγρική και τη Φινλανδική Κυβέρνηση, οι διάδικοι αυτοί παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία διεξήχθη στις 19 Ιανουαρίου 2012. |
|
33. |
Ο Deutsches Weintor και η Τσεχική Κυβέρνηση προβάλλουν ότι ο όρος «ισχυρισμός περί υγιεινών ιδιοτήτων», κατά την έννοια του κανονισμού 1924/2006, πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά. Προτείνουν, κατ’ ουσίαν, να δοθεί στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση ότι η συγκεκριμένη έννοια προϋποθέτει διατροφική ή ψυχολογική ευεργετική επίδραση, αποσκοπούσα στη μόνιμη και όχι απλώς στην παροδική βελτίωση της σωματικής καταστάσεως. Περαιτέρω, κατά τον Deutsches Weintor, δεν αρκεί ο ισχυρισμός ότι οι βλαπτικές συνέπειες του συγκεκριμένου τροφίμου είναι περιορισμένες σε σύγκριση με άλλα τέτοιου είδους τρόφιμα. |
|
34. |
Αντιθέτως, όλοι οι λοιποί διάδικοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις επί του πρώτου ερωτήματος —ειδικότερα, το Land Rheinland-Pfalz, η Γαλλική, η Εσθονική, η Φινλανδική και η Ουγγρική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή— τάχθηκαν υπέρ της ευρείας ερμηνείας, υποστηρίζοντας ότι η παροδική επίδραση στη σωματική κατάσταση, η οποία χρονικά συμπίπτει με τη διάρκεια της κατανάλωσης και της πέψης του τροφίμου, αρκεί ενδεχομένως για να γίνει δεκτό ότι μια περιγραφή όπως η επίμαχη συνιστά ισχυρισμό περί υγιεινών ιδιοτήτων, κατά την έννοια του κανονισμού 1924/2006. |
|
35. |
Ως προς το δεύτερο ερώτημα, σχετικά με τον ισχυρισμό ότι ένα τρόφιμο είναι λιγότερο βλαπτικό για την υγεία απ’ ό,τι τα παρεμφερή προϊόντα, οι εν λόγω διάδικοι είτε προτείνουν απαντήσεις αντίθετες από αυτές που προτείνει ο Deutsches Weintor είτε υποστηρίζουν ότι η —χωριστή— απάντηση στο ερώτημα αυτό παρίσταται περιττή ή άνευ σημασίας. |
2. Εκτίμηση
|
36. |
Σημειωτέον, εξαρχής, ότι, στο πλαίσιο της εκδικαζόμενης αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να αποφανθεί τι ακριβώς σημαίνει η περιγραφή ενός οίνου ως «bekömmlich», σε συνδυασμό με την αναφορά σε ήπια οξύτητα —ή με τα λοιπά πληροφοριακά στοιχεία που αναγράφονται στην ετικέτα, σχετικά με την ειδική μέθοδο περιορισμού της οξύτητας—, για τον μέσο καταναλωτή, κατά την έννοια της αιτιολογικής σκέψεως 16 του κανονισμού 1924/2006· επίσης, δεν ζητείται από το Δικαστήριο να κρίνει οριστικά, επί της βάσεως αυτής, αν η συγκεκριμένη περιγραφή συνιστά «ισχυρισμό περί υγιεινών ιδιοτήτων», κατά την έννοια του κανονισμού. |
|
37. |
Αντιθέτως, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προβεί στις προαναφερθείσες εκτιμήσεις, υπό το πρίσμα των σχετικών κανόνων του κανονισμού 1924/2006, όπως αυτοί έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο. |
|
38. |
Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρει στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ότι, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Verwaltungsgericht —βάσει των οποίων πρέπει, καταρχήν, να εκδικάσει την υπόθεση—, ο ενημερωμένος και επιμελής μέσος καταναλωτής δεν αντιλαμβάνεται (αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει ο Deutsches Weintor) τη συγκεκριμένη περιγραφή ως αναφορά στην εν γένει ευεξία και μόνον ή στα γενικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου οίνου, όπως είναι η γεύση του, αλλά ως αναφορά στην ήπια οξύτητα, με έμφαση στην ήπια επίδραση των οίνων στο στομάχι και, ως εκ τούτου, στην πεπτικότητά τους. |
|
39. |
Αυτό είναι το πλαίσιο εντός του οποίου το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει τα υποβληθέντα ερωτήματα ερμηνευτικής φύσεως, με τα οποία ζητείται να διευκρινιστεί, πρώτον, κατ’ ουσίαν, αν ο όρος «ισχυρισμός περί υγιεινών ιδιοτήτων», κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο 5, του κανονισμού 1924/2006, καλύπτει και περιγραφικά στοιχεία ή ισχυρισμούς περί παροδικής μόνον ευεργετικής επιδράσεως στη σωματική κατάσταση, όπως είναι η επίδραση στο στομάχι η οποία διαρκεί μόνον όσο διαρκεί η κατανάλωση και η πέψη του οίνου. |
|
40. |
Συναφώς, επισημαίνεται, καταρχάς, ότι, σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο 5, του κανονισμού 1924/2006, ισχυρισμός περί υγιεινών ιδιοτήτων είναι εν γένει κάθε ισχυρισμός που δηλώνει, υπονοεί ή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι «υπάρχει σχέση μεταξύ μιας κατηγορίας τροφίμων, ενός τροφίμου ή ενός συστατικού του και της υγείας». |
|
41. |
Όπως επισήμαναν πολλοί διάδικοι, ο κανονισμός όντως δεν ορίζει τον όρο «υγεία»· μπορεί, όμως, να γίνει δεκτό ότι ο όρος αυτός αναφέρεται κατά κανόνα στη σωματική και πνευματική κατάσταση ενός προσώπου τόσο υπό την έννοια ενός συγκεκριμένου επιπέδου σωματικής και πνευματικής λειτουργίας —έστω και αν δεν πρόκειται για απολύτως σαφείς όρους— (οπότε γίνεται λόγος για πρόσωπο που έχει «καλή» ή «κακή» υγεία) όσο και υπό την έννοια μιας ιδεατής καταστάσεως πλήρους σωματικής και πνευματικής ευεξίας ( 4 ). Ειδικότερα, από το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1924/2006 προκύπτει ότι η έννοια της υγείας, που αποτελεί το θεμέλιο του κανονισμού, καλύπτει όχι μόνον τις σωματικές λειτουργίες, αλλά και τις ψυχικές λειτουργίες, καθώς και τη συμπεριφορά ενός προσώπου. |
|
42. |
Δεύτερον, όσον αφορά τη σημασία του όρου «ισχυρισμός περί υγιεινών ιδιοτήτων», από διάφορες διατάξεις του κανονισμού 1924/2006 προκύπτει ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός στηρίζεται στην παραδοχή ότι το προϊόν ωφελεί τη σωματική κατάσταση του ανθρώπου (ή την πνευματική κατάστασή του, αν και τούτο δεν έχει εν προκειμένω σημασία). |
|
43. |
Συναφώς, στην αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού 1924/2006 αναφέρεται ρητώς, σχετικά με τους ισχυρισμούς περί θρεπτικών ιδιοτήτων, ότι στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού εμπίπτουν μόνον οι ισχυρισμοί περί θρεπτικών ιδιοτήτων οι οποίοι αναφέρονται σε ευεργετικές συνέπειες. Φρονώ, ωστόσο, ότι, τόσο από τον γενικό σκοπό του κανονισμού, ο οποίος συνίσταται στην προστασία του καταναλωτή (βλ. ιδίως αιτιολογική σκέψη 1), όσο και από άλλες διατάξεις —ιδίως από την αιτιολογική σκέψη 10, όπου γίνεται λόγος για «θρεπτικά, φυσιολογικά ή άλλα πλεονεκτήματα», την αιτιολογική σκέψη 14, η οποία αφορά μόνον ουσίες για τις οποίες προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι έχουν ευεργετικά αποτελέσματα, και το άρθρο 5, παράγραφοι 1, στοιχείο αʹ, και 2, όπου επίσης γίνεται λόγος για ισχυρισμό περί ευεργετικών αποτελεσμάτων— προκύπτει ότι ο «ισχυρισμός περί υγιεινών ιδιοτήτων», κατά την έννοια του κανονισμού, προϋποθέτει ευεργετική επίδραση στις σωματικές λειτουργίες. |
|
44. |
Τρίτον, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι από τον ορισμό του όρου «ισχυρισμός» στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο 1, του κανονισμού 1924/2006 προκύπτει ότι, για να υπάρχει ισχυρισμός περί υγιεινών ιδιοτήτων, κατά την έννοια του κανονισμού αυτού, πρέπει η περιγραφή του προϊόντος να υπονοεί ότι το συγκεκριμένο τρόφιμο έχει «ιδιαίτερα χαρακτηριστικά», δηλαδή έχει συγκεκριμένη ευεργετική επίδραση στην υγεία ή στη σωματική κατάσταση. Κατά συνέπεια, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, οι μη συγκεκριμένες ευεργετικές επιδράσεις στις σωματικές λειτουργίες ή στον μεταβολισμό (όπως αναφέρονται στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως), οι οποίες σχετίζονται κατά γενικό τρόπο με την κατανάλωση τροφίμων ή του συγκεκριμένου είδους τροφίμων —όπως είναι η διατροφή του ανθρώπινου οργανισμού, η οποία είναι εκ φύσεως απαραίτητη για τη διατήρηση των σωματικών λειτουργιών—, εξ ορισμού δεν εμπίπτουν στην έννοια του όρου «ισχυρισμός περί υγιεινών ιδιοτήτων». |
|
45. |
Θεωρώ, ωστόσο, ότι δεν στηρίζεται στις διατάξεις του κανονισμού 1924/2006 και δεν είναι πειστική η θέση ότι, πέραν των προαναφερθέντων στοιχείων, η διάρκεια της (ευεργετικής) επιδράσεως στη σωματική κατάσταση ή στις σωματικές λειτουργίες αποτελεί ή θα μπορούσε να αποτελεί εννοιολογικό στοιχείο του όρου «ισχυρισμός περί υγιεινών ιδιοτήτων», κατά την έννοια του κανονισμού. |
|
46. |
Πρώτον, από εννοιολογικής απόψεως, θα ήταν τεχνητός ο διαχωρισμός των παροδικών επιδράσεων στη σωματική ευεξία από την έννοια του όρου «υγεία». Η γενική κατάσταση της υγείας, αφενός, και οι παροδικές καταστάσεις ευεξίας —ή ασθένειας—, αφετέρου, είναι, στην πραγματικότητα, στενά συνδεδεμένες. Εξάλλου, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, πολλά φαρμακευτικά προϊόντα παρέχουν παροδική μόνον ανακούφιση ή έχουν παροδικές μόνον επιδράσεις στο ανθρώπινο σώμα, χωρίς, όμως, να αμφισβητείται ότι τα φάρμακα αυτά έχουν σχέση με την υγεία. |
|
47. |
Δεύτερον, όπως προαναφέρθηκε, ο νομοθέτης προφανώς επέλεξε να ορίσει κατά τρόπο ευρύ τον όρο «ισχυρισμός περί υγιεινών ιδιοτήτων», προς επίτευξη υψηλού βαθμού προστασίας του καταναλωτή, στην οποία αποσκοπεί ο κανονισμός 1924/2006, όπως προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική σκέψη αυτού. |
|
48. |
Ειδικότερα, λόγω του ότι οι ισχυρισμοί περί υγιεινών ιδιοτήτων προσδίδουν θετική εικόνα στα τρόφιμα και, ως εκ τούτου, παρακινούν τους καταναλωτές να τα καταναλώσουν, ο κανονισμός, αποσκοπώντας στην προστασία του καταναλωτή από ισχυρισμούς οι οποίοι είναι παραπλανητικοί και/ή ψευδείς, επιτάσσει την επιστημονική τεκμηρίωση των ισχυρισμών ( 5 ). |
|
49. |
Όσον αφορά τα αλκοολούχα ποτά που περιέχουν άνω του 1,2 % κατ’ όγκο αιθανόλη, το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006 επιβάλλει γενική απαγόρευση —δηλαδή, ανεξαρτήτως του αν η υπονοούμενη ωφέλιμη επίδραση είναι αληθής και επιστημονικά τεκμηριωμένη— της χρήσεως ισχυρισμών περί υγιεινών ιδιοτήτων, καθώς και (δεδομένου ότι προϋποθέτουν συγκεκριμένο ισχυρισμό περί υγιεινών ιδιοτήτων) των αναφορών σε γενικά, μη προσδιοριζόμενα, ευεργετικά αποτελέσματα της θρεπτικής ουσίας ή του τροφίμου στο σύνολο της υγείας ή στην ευεξία ως αποτέλεσμα καλής υγείας, κατά την έννοια, του άρθρου 10, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού. Λόγω των κινδύνων εξαρτήσεως και καταχρήσεως που συνδέονται με την κατανάλωση αιθανόλης, ο απώτερος σκοπός του κανονισμού είναι προδήλως η αποφυγή κάθε θετικής, σχετικής με την υγεία, μνείας που θα μπορούσε να ενθαρρύνει την κατανάλωση αλκοολούχων ποτών. |
|
50. |
Κατά την άποψή μου, δεν θα συμβάδιζε με τους σκοπούς αυτούς του κανονισμού 1924/2006 η ερμηνεία του όρου «ισχυρισμός περί υγιεινών ιδιοτήτων» κατά τρόπο τόσο περιοριστικό, ώστε να μην καλύπτονται από αυτόν ισχυρισμοί περί παροδικών ωφέλιμων επιδράσεων στη σωματική κατάσταση. Όπως τόνισαν ορισμένοι εκ των διαδίκων, μια τέτοια ερμηνεία θα συνεπαγόταν την εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού μεγάλου αριθμού προϊόντων και σχετικών ισχυρισμών, οι οποίοι, ενώ απλώς υπονοούν κάποια ωφέλιμη —παροδική έστω— σωματική επίδραση, είναι, ωστόσο, πιθανό να ενθαρρύνουν την κατανάλωση του τροφίμου ή της ουσίας την οποία αφορούν. |
|
51. |
Τέλος, και από πρακτικής απόψεως, η διάκριση που προτείνεται με το πρώτο ερώτημα θα δημιουργούσε επιπλέον ζητήματα καθορισμού του πεδίου εφαρμογής —όσον αφορά το πότε η προβαλλόμενη επίδραση στις σωματικές λειτουργίες παύει να είναι προσωρινή και αρχίζει να είναι πιο μακροχρόνια ή διαρκής—, με συνέπεια να είναι δυσχερέστερη η εφαρμογή του κανονισμού 1924/2006 κατά τρόπο συνεπή και προβλέψιμο. |
|
52. |
Περαιτέρω, όσον αφορά το ζήτημα αν ο όρος «ισχυρισμός περί υγιεινών ιδιοτήτων», κατά την έννοια του κανονισμού 1924/2006, καλύπτει ισχυρισμό με τον οποίον απλώς υπονοείται ότι, λόγω χαμηλότερης περιεκτικότητας σε μια ουσία, η βλαπτική επίδραση ενός τροφίμου στη σωματική ευεξία είναι μικρότερη σε σχέση με τη συνήθη επίδραση των τροφίμων αυτού του είδους, επισημαίνεται, καταρχάς, ότι, —όπως ορθώς έκρινε το αιτούν δικαστήριο— από την δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1924/2006 και, ειδικότερα, από το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, αυτού, προκύπτει ότι ο όρος καλύπτει και ισχυρισμούς με τους οποίους υπονοείται κάποια επίδραση στην υγεία, η οποία οφείλεται στην έλλειψη μιας ουσίας ή στη χαμηλή περιεκτικότητα ενός τροφίμου στην ουσία αυτή, όπως είναι η μειωμένη περιεκτικότητα των επίμαχων οίνων σε όξινες ουσίες. |
|
53. |
Δεύτερον, όσον αφορά, ειδικότερα, το αν ένας τέτοιος ισχυρισμός μπορεί να συνίσταται στην ευθεία ή έμμεση δήλωση ότι ένα τρόφιμο είναι λιγότερο βλαβερό από παρεμφερή προϊόντα της ίδιας κατηγορίας ή του ίδιου τύπου —εν προκειμένω οι οίνοι—, επισημάνθηκε, προηγουμένως, ότι ο όρος αυτός προϋποθέτει την ύπαρξη συγκεκριμένης, ευεργετικής ή βλαπτικής επιδράσεως στην υγεία ή στις σωματικές λειτουργίες. Για να είναι συγκεκριμένη η δηλούμενη με τον ισχυρισμό ωφέλεια απαιτείται κάποιο σημείο συγκρίσεως ή κάποιο όριο αναφοράς, δηλαδή απαιτείται να υπάρχει συγκρίσιμο προϊόν. |
|
54. |
Είναι, κατά την άποψή μου, απολύτως δυνατόν η δηλούμενη με τον ισχυρισμό σωματική ωφέλεια να συνίσταται στην ύπαρξη σχετικού μόνον πλεονεκτήματος από απόψεως υγείας, περιλαμβανομένου του πλεονεκτήματος που απορρέει από το γεγονός ότι ένα τρόφιμο είναι απλώς και μόνο λιγότερο βλαβερό για τις σωματικές λειτουργίες, απ’ ό,τι άλλα τρόφιμα του ίδιου είδους. |
|
55. |
Πρέπει να υπομνησθεί, στο πλαίσιο αυτό, ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο όρος «ισχυρισμός περί υγιεινών ιδιοτήτων» πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως· ωστόσο, το γεγονός ότι η ύπαρξη τέτοιου ισχυρισμού προϋποθέτει ευθεία ή έμμεση δήλωση μιας θετικής ή ωφέλιμης επιδράσεως από απόψεως υγείας δεν σημαίνει ότι ο ισχυρισμός πρέπει να αφορά πραγματική βελτίωση στη γενική κατάσταση της υγείας ή συγκεκριμένα θεραπευτικά αποτελέσματα όπως στην περίπτωση των φαρμακευτικών προϊόντων. |
|
56. |
Θεωρώ την ερμηνεία αυτή σύμφωνη προς τον προαναφερθέντα σκοπό του κανονισμού 1924/2006, ο οποίος συνίσταται στην επίτευξη υψηλού βαθμού προστασίας του καταναλωτή. |
|
57. |
Συναφώς, είναι επίσης αληθές ότι ο ισχυρισμός περί σχετικού μόνον πλεονεκτήματος από απόψεως υγείας, ο οποίος συνίσταται στην υπόσχεση ότι η επίδραση σε ορισμένες σωματικές λειτουργίες, όπως η πεπτική, θα είναι λιγότερο βλαπτική, ενδέχεται να επηρεάσει τις καταναλωτικές συνήθειες και να ενθαρρύνει την κατανάλωση του συγκεκριμένου τροφίμου. Επομένως, στην περίπτωση των εξεταζομένων εν προκειμένω οίνων, εκτός του ενδεχομένου η δήλωση περί βελτιωμένης πεπτικότητας να προκαλέσει μεταβολή των καταναλωτικών προτιμήσεων σε βάρος άλλων παρεμφερών ποτών, τα οποία είναι κατά τα άλλα συγκρίσιμα μεταξύ τους, ενδέχεται επίσης ο εν λόγω ισχυρισμός, αυτός καθαυτόν, να ενθαρρύνει την κατανάλωση του συγκεκριμένου ποτού, ακόμη και να προσελκύσει νέους καταναλωτές, ιδίως αυτούς που έχουν ευαισθησία στο στομάχι. |
|
58. |
Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση ότι ο όρος «ισχυρισμός περί υγιεινών ιδιοτήτων», κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο 5, του κανονισμού 1924/2006, καλύπτει και ισχυρισμούς με τους οποίους υπονοείται παροδική ευεργετική επίδραση στη σωματική κατάσταση, όπως είναι η ευεργετική επίδραση που συμπίπτει χρονικά με την κατανάλωση και την πέψη του τροφίμου, περιλαμβανομένων των ισχυρισμών με τους οποίους υπονοείται ότι, λόγω μειωμένης περιεκτικότητας σε μια ουσία, το συγκεκριμένο τρόφιμο δεν έχει τόσες βλαπτικές συνέπειες στη σωματική ευεξία όσες έχουν συνήθως τα τρόφιμα αυτού του είδους. |
Β — Τρίτο ερώτημα: συμβατότητα με τον Χάρτη
|
59. |
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η γενική απαγόρευση που επιβάλλεται από το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006, όσον αφορά τη χρήση ισχυρισμών περί υγιεινών ιδιοτήτων όπως οι επίμαχοι, για αλκοολούχα ποτά όπως ο οίνος, είναι συμβατή με τον Χάρτη και, ειδικότερα, με το δικαίωμα επιλογής επαγγέλματος και το δικαίωμα ασκήσεως επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπως αυτά κατοχυρώνονται με το άρθρο 15, παράγραφος 1, και το άρθρο 16 του Χάρτη. |
1. Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
|
60. |
Κατά τον Deutsches Weintor, η απάντηση στο τρίτο ερώτημα πρέπει να είναι αρνητική. Κατά την άποψή του, η απαγόρευση της χρήσεως ισχυρισμού περί υγιεινών ιδιοτήτων όπως ο επίμαχος συνιστά δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος των παραγωγών και των εμπόρων οίνων στην επιλογή επαγγέλματος και στην άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. |
|
61. |
Αντιθέτως, οι λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία οι οποίοι υπέβαλαν παρατηρήσεις επί του τρίτου ερωτήματος προτείνουν να δοθεί στο τρίτο ερώτημα η απάντηση ότι η γενική απαγόρευση που επιβάλλεται από το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006, όσον αφορά τη χρήση ισχυρισμών περί υγιεινών ιδιοτήτων για αλκοολούχα ποτά, είναι —ιδίως λόγω κινδύνων που συνδέονται με την κατανάλωση αλκοολούχων ποτών— δικαιολογημένη και εύλογη και, επομένως, πληροί τις απαιτήσεις του Χάρτη. Ομοίως, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο επικεντρώνει τις παρατηρήσεις του στο τρίτο ερώτημα, καταλήγει ότι δεν προκύπτει από την εξέταση του ερωτήματος αυτού στοιχείο που να θίγει το κύρος του κανονισμού 1924/2006. |
2. Εκτίμηση
|
62. |
Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στον Χάρτη «ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες». |
|
63. |
Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί αν —στον βαθμό που το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού επιβάλλει γενική απαγόρευση της χρήσεως των «ισχυρισμών περί υγιεινών ιδιοτήτων», κατά την προεκτεθείσα έννοια, για ποτά που περιέχουν αιθανόλη άνω του 1,2 % κατ’ όγκο— ο κανονισμός 1924/2006 είναι συμβατός με τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται με τον Χάρτη και, ειδικότερα, με τα άρθρα 15, παράγραφος 1, και 16 αυτού. |
|
64. |
Με τα άρθρα 15, παράγραφος 1, και 16 του Χάρτη κατοχυρώνονται το δικαίωμα ασκήσεως επαγγέλματος και το δικαίωμα ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, τα οποία αποτελούν, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, γενικές αρχές του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 6 ). Κατά τη συγκεκριμένη νομολογία, το δικαίωμα ασκήσεως επιχειρηματικής δραστηριότητας ουσιαστικά ταυτίζεται με το δικαίωμα ασκήσεως επαγγέλματος ( 7 ). |
|
65. |
Επισημαίνεται, συναφώς, ότι η απαγόρευση της χρήσεως των επίμαχων ισχυρισμών περί υγιεινών ιδιοτήτων σε ετικέτες, στη διαφήμιση και ως πληροφοριακών στοιχείων για αλκοολούχα ποτά θέτει ορισμένους περιορισμούς στην επιχειρηματική δραστηριότητα των παραγωγών και των εμπόρων τέτοιων προϊόντων και, συνεπώς, ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στο δικαίωμα ασκήσεως επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας ( 8 ). |
|
66. |
Ωστόσο, το Δικαστήριο παγίως αποφαίνεται ότι θεμελιώδη δικαιώματα όπως τα προαναφερθέντα δεν έχουν απόλυτο χαρακτήρα, αλλά εξετάζονται σε σχέση με την κοινωνική λειτουργία που επιτελούν. Κατά συνέπεια, επιτρέπεται η επιβολή περιορισμών στην άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, ιδίως στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως αγοράς, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω περιορισμοί όντως ανταποκρίνονται σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση και δεν αποτελούν, ενόψει του επιδιωκομένου σκοπού, υπέρμετρη και επαχθή επέμβαση που προσβάλλει την ουσία των εν λόγω δικαιωμάτων ( 9 ). |
|
67. |
Ομοίως, κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, επιτρέπεται η επιβολή περιορισμών στην άσκηση δικαιωμάτων, όπως αυτών που κατοχυρώνονται με τα άρθρα 15 και 16 αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί προβλέπονται από τον νόμο, σέβονται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών και ότι, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. |
|
68. |
Υπό το πρίσμα των κριτηρίων αυτών, επισημαίνεται ότι, εν προκειμένω, σκοπός του κανονισμού 1924/2006 —όπως προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική σκέψη αυτού και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα— είναι η διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή· ειδικότερα, όσον αφορά την απαγόρευση του άρθρου 4, παράγραφος 3, ο κανονισμός αποσκοπεί —όπως προκύπτει και από τις αιτιολογικές σκέψεις 10 και 18— στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της δημόσιας υγείας, καθώς απαγορεύει, λόγω των ενδεχόμενων βλαπτικών συνεπειών και των κινδύνων που συνεπάγεται η κατανάλωση αιθανόλης, κάθε θετικό συσχετισμό μεταξύ της υγείας και της καταναλώσεως αλκοολούχων ποτών, ανεξαρτήτως της επιστημονικής ορθότητας τέτοιων ισχυρισμών περί υγιεινών ιδιοτήτων. |
|
69. |
Συναφώς, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι μέτρα που περιορίζουν τη διαφήμιση αλκοολούχων ποτών, με σκοπό την καταπολέμηση του αλκοολισμού, υπηρετούν ανάγκες αναγόμενες στην προστασία της δημόσιας υγείας και ότι η προστασία της δημόσιας υγείας αποτελεί, όπως άλλωστε προκύπτει και από το άρθρο 9 ΣΛΕΕ, σκοπό γενικού συμφέροντος σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 10 ). |
|
70. |
Σημειωτέον, επίσης, ότι, μολονότι τα δικαιώματα αυτά ενδέχεται να θιγούν από την επίμαχη απαγόρευση, εντούτοις, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι προσβάλλεται το περιεχόμενο και η ουσία του δικαιώματος ασκήσεως επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας, διότι η απαγόρευση της χρήσεως ισχυρισμών περί υγιεινών ιδιοτήτων, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο 5, του κανονισμού 1924/2006, για αλκοολούχα ποτά όπως οι οίνοι θέτει περιορισμούς μόνον όσον αφορά τις σαφώς καθορισμένες δραστηριότητες των παραγωγών ή των εμπόρων τέτοιων ποτών ( 11 ). |
|
71. |
Τέλος, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006 απαγόρευση είναι, κατά την άποψή μου, πρόσφορη για την προστασία της δημόσιας υγείας, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, και, δεδομένων των κινδύνων εθισμού και καταχρήσεως, καθώς και των ενδεχόμενων βλαπτικών συνεπειών της κατανάλωσης αιθανόλης, δεν υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο. |
|
72. |
Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η σοβαρότητα των σκοπών που επιδιώκονται στον τομέα της δημόσιας υγείας μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμούς που έχουν αρνητικές, και μάλιστα σημαντικές, συνέπειες για ορισμένους επιχειρηματίες ( 12 ). |
|
73. |
Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι, εν τέλει, η επίμαχη απαγόρευση περιορίζεται στη χρήση ισχυρισμών περί υγιεινών ιδιοτήτων, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο 5, του κανονισμού 1924/2006, δηλαδή σε περιγραφικά ή πληροφοριακά στοιχεία με τα οποία δηλώνεται, ειδικότερα, θετική επίδραση στην υγεία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Αντιθέτως, επιτρέπεται να αναγράφονται στην ετικέτα δηλώσεις ή πληροφοριακά στοιχεία τα οποία δεν έχουν τέτοιο περιεχόμενο —π.χ. στοιχεία σχετικά με αντικειμενικά χαρακτηριστικά του προϊόντος ή ισχυρισμοί περί θρεπτικών ιδιοτήτων— ακόμη και για αλκοολούχα ποτά. |
|
74. |
Επομένως, παρά την εκτίμηση του αιτούντος δικαστηρίου ότι ο μέσος καταναλωτής ενδέχεται να εκλάβει την επίμαχη περιγραφή των οίνων —δηλαδή τον συσχετισμό του όρου «bekömmlich» με την αναφορά σε ήπια οξύτητα και σε συγκεκριμένη μέθοδο παραγωγής— ως έχουσα θετικές επιδράσεις στις σωματικές λειτουργίες, με συνέπεια η περιγραφή αυτή να συνιστά «ισχυρισμό περί υγιεινών ιδιοτήτων», κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006, εντούτοις, τούτο δεν θα ίσχυε αν, π.χ., στην ετικέτα υπήρχε μόνον η αναφορά σε χαμηλή οξύτητα. |
|
75. |
Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η επιβαλλόμενη από το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1924/2006 γενική απαγόρευση της χρήσεως ισχυρισμών περί υγιεινών ιδιοτήτων όπως οι επίμαχοι εν προκειμένω, για αλκοολούχα ποτά όπως ο οίνος, είναι συμβατή με το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το δικαίωμα επιλογής επαγγέλματος και το δικαίωμα ασκήσεως επιχειρηματικής δραστηριότητας, τα οποία κατοχυρώνονται με τα άρθρα 15, παράγραφος 1, και 16 του Χάρτη. |
V – Πρόταση
|
76. |
Για τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω να δοθούν στα ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht οι εξής απαντήσεις:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) ΕΕ 2006, L 404, σ. 9.
( 3 ) ΕΕ 2010, L 37, σ. 16.
( 4 ) Όσον αφορά τη δεύτερη σημασία, βλ. τον ευρύ ορισμό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) —ο οποίος καλύπτει, επιπλέον, την κοινωνική ευεξία— κατά τον οποίο υγεία είναι η «κατάσταση πλήρους σωματικής, πνευματικής και κοινωνικής ευεξίας και όχι απλώς η απουσία ασθένειας ή αναπηρίας».
( 5 ) Συναφώς, βλ., ειδικότερα, τις αιτιολογικές σκέψεις 10, 14, 16 και 17, καθώς και τα άρθρα 5 και 6 του κανονισμού 1924/2006.
( 6 ) Βλ. απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2004, C-184/02 και C-223/02, Βασίλειο της Ισπανίας και Δημοκρατία της Φινλανδίας κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2004, σ. I-7789, σκέψη 51)· βλ., επίσης, τις επεξηγήσεις όσον αφορά τα άρθρα 15 και 16 του Χάρτη.
( 7 ) Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση Βασίλειο της Ισπανίας και Δημοκρατία της Φινλανδίας κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου και την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-143/88 και C-92/89, Zuckerfabrik Süderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest (Συλλογή 1991, σ. I-415, σκέψεις 72 έως 77).
( 8 ) Βλ., ιδίως όσον αφορά τις ετικέτες οίνων, απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1986, 234/85, Εισαγγελική Αρχή κατά Keller (Συλλογή 1986, σ. 2897, σκέψη 9).
( 9 ) Βλ. αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 2003, C-20/00 και C-64/00, Booker Aquaculture και Hydro Seafood (Συλλογή 2003, σ. I-7411, σκέψη 68), της 15ης Ιουλίου 2004, C-37/02 και C-38/02, Di Lenardo Adriano και Dilexport (Συλλογή 2004, σ. I-6911, σκέψη 82), και της 15ης Απριλίου 1997, C-22/94, The Irish Farmers Association κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-1809, σκέψη 27).
( 10 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 2004, C-429/02, Bacardi France (Συλλογή 2004, σ. I-6613, σκέψη 37), και της 8ης Μαρτίου 2001, C-405/98, Gourmet International Products (Συλλογή 2001, σ. I-1795, σκέψη 27).
( 11 ) Βλ. απόφαση Keller (παρατίθεται στην υποσημείωση 8, σκέψη 9).
( 12 ) Βλ. αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 2010, C-570/07 και C-571/07, José Manuel Blanco Pérez και María del Pilar Chao Gómez (Συλλογή 2010, σ. I-4629, σκέψη 90), και της 17ης Ιουλίου 1997, C-183/95, Αffish BV (Συλλογή 1997, σ. I-4315, σκέψεις 42 και 43).