ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PEDRO CRUZ VILLALÓN
της 8ης Δεκεμβρίου 2011 ( 1 )
Υπόθεση C-533/10
Compagnie internationale pour la vente à distance (CIVAD) SA
κατά
Receveur des douanes de Roubaix
Directeur régional des douanes et droits indirects de Lille
Administration des douanes
[αίτηση του tribunal d’instance de Roubaix (Γαλλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας — Κανονισμός περί επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ — Επιστροφή καταβληθέντων δασμών δυνάμει κανονισμού κηρυχθέντος μεταγενεστέρως ανίσχυρου — Ανωτέρα βία — Χρόνος γενέσεως της αυτεπάγγελτης υποχρεώσεως για επιστροφή των δασμών — Αναδρομικά αποτελέσματα του διαπιστωθέντος με απόφαση του Δικαστηρίου παράνομου χαρακτήρα»
|
1. |
Με το πρώτο από τα δύο ερωτήματα της υπό εξέταση προδικαστικής παραπομπής —το οποίο αποτελεί σαφώς αίτημα ερμηνείας του όρου «ανωτέρα βία» υπό την έννοια του άρθρου 236, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ( 2 )—, διαφαίνεται ότι, για τους λόγους που θα εκθέσω, τίθεται ζήτημα ευρύτερου περιεχομένου, καθώς ζητείται να καθορισθεί το ενδεχόμενο πεδίο εφαρμογής της προβλεπόμενης στην εν λόγω διάταξη του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα τριετούς προθεσμίας για την επιστροφή ή διαγραφή των δασμών αντιντάμπινγκ που αποδεικνύεται ότι δεν οφείλονταν νομίμως, σε περίπτωση όπως αυτή της υπό κρίση προδικαστικής παραπομπής. Εν πάση περιπτώσει, κύριο ζήτημα της υποθέσεως αυτής είναι τα αποτελέσματα της κηρύξεως ανίσχυρου του κανονισμού (ΕΚ) 2398/97 του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 1997, περί επιβολής οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές βαμβακερών πανικών κρεβατιού, καταγωγής Αιγύπτου, Ινδίας και Πακιστάν ( 3 ), όπως κρίθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, Ikea Wholesale ( 4 ). |
I – Νομικό πλαίσιο
Α — Διεθνείς ρυθμίσεις
|
2. |
Την 15η Απριλίου 1994, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα υπέγραψε την τελική πράξη ολοκληρώσεως των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, τη συμφωνία για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στο εξής: ΠΟΕ) και τις συμφωνίες και τα μνημόνια που προσαρτώνται στα παραρτήματα 1 έως 4. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου του 1994 (στο εξής: GATT του 1994) και το μνημόνιο συμφωνίας περί των κανόνων και διαδικασιών που διέπουν τη διευθέτηση διαφορών (στο εξής: μνημόνιο συμφωνίας) ( 5 ). |
|
3. |
Όπως προκύπτει από το προοίμιο της συμφωνίας για την ίδρυση του ΠΟΕ, τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν την πρόθεση να συνάψουν συμφωνίες «προβαίνοντας σε αμοιβαίες και ευνοϊκές για όλα τα μέρη διευθετήσεις με σκοπό την ουσιαστική μείωση των δασμών και άλλων φραγμών στο εμπόριο και την κατάργηση της διακριτικής μεταχείρισης στις διεθνείς εμπορικές σχέσεις». |
|
4. |
Κατά το άρθρο III, παράγραφος 2, της προαναφερθείσας συμφωνίας, ο ΠΟΕ αποτελεί τον «χώρο για τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών του, όσον αφορά τις πολυμερείς εμπορικές τους σχέσεις [...]». |
|
5. |
Το άρθρο II, παράγραφος 2, της ως άνω συμφωνίας ορίζει ότι «οι συμφωνίες και οι συναφείς νομικές πράξεις που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα 1, 2 και 3 [...] αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας συμφωνίας και δεσμεύουν όλα τα μέρη». |
|
6. |
Ακολούθως, το άρθρο XVI, παράγραφος 4, της συμφωνίας ορίζει ότι «κάθε κράτος μέλος υποχρεούται να διασφαλίζει ότι οι νόμοι, οι ρυθμίσεις και οι διοικητικές του διαδικασίες συμβαδίζουν με τις υποχρεώσεις του, όπως αυτές προβλέπονται στις επισυναπτόμενες συμφωνίες». |
|
7. |
Η GATT του 1994 ορίζει, στο άρθρο VI, παράγραφος 1, ότι το ντάμπινγκ, «στο πλαίσιο του οποίου τα προϊόντα μιας χώρας εισάγονται στην αγορά άλλης χώρας σε τιμή κατώτερη από την κανονική αξία, είναι καταδικαστέο εφόσον προξενεί ή απειλεί να προξενήσει σοβαρή ζημία σε εγχώριο κλάδο παραγωγής ενός συμβαλλομένου μέρους ή εφόσον καθυστερεί σημαντικά τη δημιουργία εγχώριου κλάδου παραγωγής». |
|
8. |
Στο πλαίσιο αυτό, μπορούν να θεσπιστούν μέτρα αντιντάμπινγκ σύμφωνα με τους όρους και τις περιστάσεις που μνημονεύονται στη συμφωνία αντιντάμπινγκ, το άρθρο 18, παράγραφος 4, της οποίας υποχρεώνει κάθε συμβαλλόμενο μέρος να λάβει «όλα τα αναγκαία μέτρα γενικής ή ειδικής φύσεως, ώστε να διασφαλίσει ότι […] οι εσωτερικοί του νόμοι, κανονισμοί και διοικητικές διαδικασίες θα συνάδουν με τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας [...]». |
|
9. |
Το μνημόνιο συμφωνίας αποσκοπεί, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, αυτού, «στη διατήρηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μελών στο πλαίσιο των καλυπτόμενων συμφωνιών και στην αποσαφήνιση των υφιστάμενων διατάξεων των συγκεκριμένων συμφωνιών, βάσει των συνήθων κανόνων ερμηνείας του δημοσίου διεθνούς δικαίου». |
|
10. |
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 7, του εν λόγω μνημονίου, ελλείψει αμοιβαία αποδεκτών λύσεων μεταξύ των μερών, σκοπός του μηχανισμού επιλύσεως διαφορών θα είναι «η εξασφάλιση της ανάκλησης των σχετικών μέτρων, εάν αυτά αποδεικνύεται ότι αντιβαίνουν στις διατάξεις οποιασδήποτε από τις καλυπτόμενες συμφωνίες». |
|
11. |
Εφόσον δεν είναι δυνατή η άμεση ανάκληση του ασύμβατου μέτρου, το άρθρο 21, παράγραφος 3, του μνημονίου συμφωνίας ορίζει ότι το οικείο κράτος προβλέπει εύλογη προθεσμία για την επέλευση της ανακλήσεως. Σε αντίθετη περίπτωση, το άρθρο 22, παράγραφος 2, του μνημονίου συμφωνίας του παρέχει τη δυνατότητα να κινήσει διαπραγματεύσεις εντός συγκεκριμένης προθεσμίας με οποιοδήποτε από τα εμπλεκόμενα στη διαφορά μέρη, με σκοπό την εξεύρεση αμοιβαίως αποδεκτού αντισταθμιστικού ανταλλάγματος. Άλλως, οποιοδήποτε μέρος μπορεί να ζητήσει από το Όργανο Επιλύσεως Διαφορών (στο εξής: ΟΕΔ) την άδεια να αναστείλει προσωρινώς την εφαρμογή των δασμολογικών παραχωρήσεων και των λοιπών υποχρεώσεων έναντι του οικείου κράτους. |
Β — Κοινοτικές ρυθμίσεις
1. Ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας
|
12. |
Το άρθρο 236 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ορίζει τα εξής: «1. Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών πραγματοποιείται εφόσον αποδεικνύεται ότι κατά τη στιγμή της πληρωμής τους το ποσό τους δεν οφειλόταν νομίμως ή ότι το ποσό βεβαιώθηκε κατά παράβαση του άρθρου 220, παράγραφος 2. Η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών πραγματοποιείται εφόσον αποδεικνύεται ότι κατά τη στιγμή της βεβαίωσής τους το ποσό τους δε οφειλόταν νομίμως ή ότι το ποσό βεβαιώθηκε κατά παράβαση του άρθρου 220, παράγραφος 2. Δεν χορηγείται επιστροφή ή διαγραφή δασμών, όταν τα γεγονότα που οδήγησαν στην πληρωμή ή τη βεβαίωση ποσού το οποίο δεν οφειλόταν νομίμως προκύπτουν από δόλιο τέχνασμα του ενδιαφερομένου. 2. Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών παραχωρείται κατόπιν υποβολής αιτήσεως στο αρμόδιο τελωνείο πριν από την εκπνοή προθεσμίας τριών ετών από την ημερομηνία της γνωστοποίησης των εν λόγω δασμών στον οφειλέτη. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται αν ο ενδιαφερόμενος αποδείξει ότι δεν κατέθεσε την αίτησή του μέσα στην προθεσμία αυτή λόγω τυχαίου γεγονότος ή ανωτέρας βίας. Οι τελωνειακές αρχές προβαίνουν αυτεπαγγέλτως στην επιστροφή ή τη διαγραφή δασμών όταν οι ίδιες διαπιστώνουν, μέσα στην προθεσμία αυτή, την ύπαρξη μιας από τις καταστάσεις που περιγράφονται στην παράγραφο 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο.» |
2. Ο κανονισμός 2398/97 και οι συνέπειές του
|
13. |
Ο κανονισμός 2398/97 επέβαλε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές βαμβακερών πανικών κρεβατιού, καταγωγής Αιγύπτου, Ινδίας και Πακιστάν. |
|
14. |
Λίγους μήνες αργότερα, κατόπιν καταγγελίας υποβληθείσας από την Ινδία στις 3 Αυγούστου 1998 ενώπιον του ΟΕΔ, ξεκίνησε μία σειρά διαβουλεύσεων με την Κοινότητα όσον αφορά τον κανονισμό 2398/97. |
|
15. |
Καθόσον δεν επιτεύχθηκε αμοιβαία συμφωνία, η Ινδία ζήτησε από το ΟΕΔ, στις 7 Σεπτεμβρίου 1999, να συσταθεί ειδική επιτροπή για την εξέταση της συμμορφώσεως του κανονισμού 2398/97 προς τις διατάξεις του ΠΟΕ. |
|
16. |
Η εν λόγω ειδική επιτροπή, η οποία συστήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1999, εξέδωσε στις 30 Οκτωβρίου 2000 έκθεση ( 6 ), ως προς το ζήτημα που εξετάζουμε, όπου διαπίστωσε ότι η Κοινότητα είχε ενεργήσει κατά τρόπο αντιβαίνοντα στις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της συμφωνίας αντιντάμπινγκ. Ειδικότερα, επισήμανε, αφενός, ότι η Κοινότητα είχε παραβεί το άρθρο 2, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, της συμφωνίας αντιντάμπινγκ, διότι εφάρμοσε τη μέθοδο του «μηδενισμού» των αρνητικών περιθωρίων ντάμπινγκ για τον καθορισμό του μέσου σταθμισμένου περιθωρίου ντάμπινγκ, και, αφετέρου, ότι η Κοινότητα είχε ενεργήσει κατά τρόπο αντιβαίνοντα στο άρθρο 3, παράγραφος 4, της ίδιας συμφωνίας, προκειμένου να διαπιστώσει αν προκλήθηκε ζημία στην κοινοτική βιομηχανία, διότι έλαβε υπόψη στοιχεία σχετικά με παραγωγούς που δεν αποτελούσαν τμήμα του εγχώριου κλάδου παραγωγής, όπως αυτός είχε οριστεί από τις αρμόδιες για την έρευνα αρχές, και δεν αξιολόγησε όλους τους κρίσιμους για την κατάσταση του εν λόγω κλάδου παράγοντες. |
|
17. |
Τα συμπεράσματα της ειδικής επιτροπής επιβεβαιώθηκαν από το δευτεροβάθμιο όργανο του ΠΟΕ με την έκθεση αξιολογήσεως της 1ης Μαρτίου 2001 ( 7 ). Η εν λόγω έκθεση εγκρίθηκε από το ΟΕΔ στις 12 Μαρτίου 2001. |
|
18. |
Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 19, παράγραφος 1, του μνημονίου συμφωνίας, το ΟΕΔ ζήτησε από την Κοινότητα να καταστήσει τα μέτρα αντιντάμπινγκ συμβατά με τη συμφωνία αντιντάμπινγκ. |
|
19. |
Δυνάμει του άρθρου 21, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του μνημονίου συμφωνίας, οι Κοινότητες και η Ινδία όρισαν, στις 26 Απριλίου 2001, προθεσμία πέντε μηνών και δύο ημερών για τη θέση σε ισχύ των συστάσεων και αποφάσεων του ΟΕΔ. Η προθεσμία αυτή έληξε στις 14 Αυγούστου 2001. |
3. Τα ληφθέντα από τις Κοινότητες μέτρα μετά την έκθεση του ΟΕΔ
|
20. |
Στις 23 Ιουλίου 2001 εκδόθηκε ο κανονισμός (ΕΚ) 1515/2001 του Συμβουλίου, που θεσπίζει τα μέτρα που μπορεί να λάβει η Κοινότητα μετά από έκθεση που εγκρίνει το ΟΕΔ σχετικά με μέτρα αντιντάμπινγκ και αντεπιδοτήσεων ( 8 ). Τα μέτρα αυτά, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, αυτού, μπορούν να συνίστανται σε «κατάργηση ή τροποποίηση του αμφισβητούμενου μέτρου» (στοιχείο αʹ) ή σε «θέσπιση άλλων ειδικών μέτρων που κρίνονται κατάλληλα για τις περιστάσεις» (στοιχείο βʹ), είναι δε δυνατό να λαμβάνονται αμφότερα τα είδη μέτρων ταυτοχρόνως. |
|
21. |
Κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 1515/2001, «τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, αρχίζουν να παράγουν αποτελέσματα από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος τους και δεν χρησιμεύουν ως βάση για την επιστροφή δασμών που έχουν εισπραχθεί πριν από την ημερομηνία αυτή, εκτός αν άλλως ορίζεται». |
|
22. |
Όσον αφορά τις εισαγωγές από την Ινδία, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1644/2001, της 7ης Αυγούστου 2001 ( 9 ), για την αναστολή της εφαρμογής των δασμών αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές καταγωγής Ινδίας. |
|
23. |
Όσον αφορά τις εισαγωγές από το Πακιστάν, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 160/2002 του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002 ( 10 ), περατώθηκε η διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές αυτές, στο μέτρο που από τον αναθεωρημένο υπολογισμό προέκυψε ότι δεν υπήρξε πρακτική ντάμπινγκ κατά τις εξαγωγές του εν λόγω προϊόντος από οποιαδήποτε εταιρία του Πακιστάν. |
|
24. |
Πέντε έτη αργότερα, βάσει της προπαρατεθείσας αποφάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, Ikea, το Δικαστήριο έκρινε, αφενός, ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 2398/97 ήταν ανίσχυρο καθόσον το Συμβούλιο εφάρμοσε τη μέθοδο «μηδενισμού» και, αφετέρου, ότι εισαγωγέας ο οποίος προσφεύγει κατά των αποφάσεων με τις οποίες του επιβλήθηκε η καταβολή δασμών αντιντάμπινγκ κατ’ εφαρμογή του κανονισμού 2398/97 δύναται, κατ’ αρχήν, να επικαλεσθεί την κήρυξη του εν λόγω κανονισμού ως ανίσχυρου προκειμένου να επιτύχει την επιστροφή των δασμών αυτών σύμφωνα με το άρθρο 236, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα. |
II – Πραγματικά περιστατικά. Οι ενέργειες της CIVAD
|
25. |
Η ανώνυμη εταιρία CIVAD, εγκατεστημένη στη Γαλλία, εταιρικός σκοπός της οποίας είναι η πώληση εμπορευμάτων δι’ αλληλογραφίας, εμπορεύεται βαμβακερά πανικά κρεβατιού καταγωγής Πακιστάν. Από τις 15 Δεκεμβρίου 1997 κατέβαλε τους προβλεπόμενους με τον κανονισμό 2398/97 δασμούς αντιντάμπινγκ. |
|
26. |
Κατόπιν της εκδόσεως του κανονισμού 160/2002, με έγγραφα της 26ης Ιουλίου 2002 και της 28ης Οκτωβρίου 2002, η CIVAD ζήτησε την επιστροφή των δασμών αντιντάμπινγκ που είχε καταβάλει για τις εισαγωγές βαμβακερών πανικών κρεβατιού καταγωγής Πακιστάν που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 15ης Δεκεμβρίου 1997 και 23ης Ιουλίου 1999. |
|
27. |
Έξι έτη αργότερα, και μετά την απόφαση Ikea, με έγγραφο της 17ης Μαρτίου 2008, η Direction régionale des douanes et droits indirects de Lille απέρριψε τις αιτήσεις της CIVAD για επιστροφή των καταβληθέντων δασμών αντιντάμπινγκ βάσει διασαφήσεων για τις εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Δεκεμβρίου 1997 και Ιανουαρίου 1999 και, ακολούθως, μεταξύ Φεβρουαρίου 1999 και Ιανουαρίου 2002. Κατά την εν λόγω Direction régionale, η τριετής προθεσμία για την επιστροφή του άρθρου 236, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα μπορεί να παραταθεί μόνον εφόσον ο ενδιαφερόμενος αποδείξει ότι δεν μπόρεσε να υποβάλει την αίτησή του εμπροθέσμως λόγω τυχαίου γεγονότος ή ανωτέρας βίας, η δε ακύρωση κοινοτικού κανονισμού, στον οποίο βασίσθηκε η επιβολή του δασμού, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει σε μία από αυτές τις δύο περιπτώσεις. |
|
28. |
Η αίτηση επανεξετάσεως που υπέβαλε η CIVAD στις 24 Απριλίου 2008, όπου υποστήριξε ότι της ήταν αδύνατο να υποβάλει τις αιτήσεις επιστροφής προ της δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της περατώσεως της διαδικασίας αντιντάμπινγκ, απορρίφθηκε από την τελωνειακή αρχή με έγγραφο της 14ης Αυγούστου 2008. |
|
29. |
Με δικόγραφο της 2ας Ιουλίου 2009, η CIVAD στράφηκε ενώπιον του tribunal d’instance de Roubaix κατά των Receveur des douanes de Roubaix C.R.D., Directeur régional des douanes et droits indirects de Lille και Administration des douanes, με αίτημα την επιστροφή των δασμών αντιντάμπινγκ βάσει των διατάξεων του άρθρου 243 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα. |
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
|
30. |
Κατόπιν των ανωτέρω, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να υποβάλει τα ακόλουθα ερωτήματα:
|
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
|
31. |
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Νοεμβρίου 2010. |
|
32. |
Υπέβαλαν παρατηρήσεις η CIVAD, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Τσεχική Κυβέρνηση και η Γαλλική Κυβέρνηση. |
|
33. |
Οι εκπρόσωποι της CIVAD, της Γαλλικής Δημοκρατίας και της Επιτροπής παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση, που διεξήχθη στις 6 Οκτωβρίου 2011, και ανέπτυξαν προφορικά τις θέσεις τους. Κατά τη συζήτηση, ο εκπρόσωπος της CIVAD προσκόμισε ως αποδεικτικό στοιχείο έγγραφο της Επιτροπής της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, σχετικά με την επιστροφή καταβληθέντων δασμών κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 261/2008 του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 2008, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων συμπιεστών καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας ( 11 ). Οι λοιποί μετέχοντες στη διαδικασία δεν προέβαλαν αντιρρήσεις ως προς τη συμπερίληψη του εν λόγω εγγράφου στη δικογραφία. |
V – Προβληθέντα επιχειρήματα
|
34. |
Η εταιρία CIVAD υποστηρίζει κατ’ ουσία ότι η διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα ενός κανονισμού συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του άρθρου 236, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, καθόσον αποτελεί ασυνήθη, απρόβλεπτη και ξένη προς τη σφαίρα ευθύνης των ενδιαφερόμενων οικονομικών παραγόντων. Αυτός ο παράνομος χαρακτήρας, πέραν του ότι αποτελεί αποτέλεσμα διαδικασίας στην οποία δεν μπορούν να λάβουν μέρος ιδιώτες, μπορούσε να τους καταστεί γνωστός αποκλειστικώς επ’ ευκαιρία της δημοσιεύσεως μεταγενέστερου κανονισμού (του κανονισμού 160/2002), μόνο δε μετά από αυτό το χρονικό σημείο τους ήταν δυνατό να υποβάλουν αίτηση επιστροφής. Ούτως ή άλλως, η CIVAD εκτιμά ότι, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, η Επιτροπή όφειλε να ορίσει προθεσμία για την υποβολή αιτήσεων επιστροφής αφότου κατέστη γνωστός ο παράνομος χαρακτήρας του κανονισμού 2398/97. Υποστηρίζει, τέλος, ότι το άρθρο 236, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα επιβάλλει στα κράτη υποχρέωση για αυτεπάγγελτη επιστροφή των δασμών αντιντάμπινγκ από την ημερομηνία της πρώτης εκθέσεως της ειδικής επιτροπής του ΠΟΕ (30 Οκτωβρίου 2000). |
|
35. |
Η Τσεχική Δημοκρατία και η Γαλλική Δημοκρατία, όπως και η Επιτροπή, συγκλίνουν στην άποψη ότι ο παράνομος χαρακτήρας του κανονισμού 2398/97 δεν αποτελεί περίπτωση ανωτέρας βίας, καθώς δεν είναι ασύνηθες, στο πλαίσιο μίας έννομης τάξεως όπως η Ένωση, ένας κανονισμός να κηρυχθεί ανίσχυρος. Όσον αφορά τη συμπεριφορά της, η CIVAD δεν είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα έναντι του ενδεχόμενου παράνομου χαρακτήρα του προαναφερθέντος κανονισμού, καθώς είχε τη δυνατότητα να ζητήσει σε εύθετο χρόνο την επιστροφή των δασμών επικαλούμενη τον εν λόγω παράνομο χαρακτήρα ενώπιον των εθνικών αρχών και, στην περίπτωσή της, ζητώντας από τα γαλλικά δικαστήρια να υποβάλουν στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. |
|
36. |
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, αμφότερες οι κυβερνήσεις και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η έκθεση του ΟΕΔ δεν επιτρέπει στις εθνικές αρχές να μην εφαρμόσουν έναν κανονισμό ή να προβούν αυτεπαγγέλτως σε επιστροφή, δεδομένου ότι ο κανονισμός 160/2002 δεν περιλάμβανε διάταξη περί επιστροφής των ήδη καταβληθέντων δασμών. |
VI – Εκτίμηση
|
37. |
Το αιτούν δικαστήριο, με το πρώτο ερώτημα, μας θέτει προ μίας περίπλοκης καταστάσεως όπου ιδιώτης, ο οποίος είναι αντιμέτωπος με κοινοτικό κανονισμό που τον αφορά άμεσα, 1) δεν μπορεί, εντός ευθέτου χρόνου, να στραφεί εναντίον του κανονισμού με προσφυγή ακυρώσεως και 2) μπορεί να επωφεληθεί μερικώς της διαπιστώσεως, μετά από αρκετά έτη, του παράνομου χαρακτήρα ενός κανονισμού μόνο αν η διοίκηση εφαρμόσει στην περίπτωσή του την προθεσμία του άρθρου 236, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα. Συνεπώς, το αιτούν δικαστήριο ζητεί ειδικότερα από το Δικαστήριο να διευκρινιστεί αν το ενδεχόμενο αυτό μπορεί να συνιστά ανωτέρα βία κατά την έννοια της εξαιρέσεως που προβλέπει η παράγραφος 2 για την εφαρμογή της προαναφερθείσας προθεσμίας. |
|
38. |
Το πρώτο εκ των υποβληθέντων από το αιτούν δικαστήριο ερωτημάτων, νοούμενο υπό την έννοια αυτή, εκτιμώ ότι μπορεί να τύχει μόνο αρνητικής απαντήσεως. Πάντως, ανάλογα με τη νομική βάση επί της οποίας θα στηριχθεί η απάντηση, τα αποτελέσματά της είναι πολύ διαφορετικά, ενίοτε μάλιστα αντιφατικά. Ακολούθως προβαίνω στην εξέταση αυτών των διαφορετικών ενδεχόμενων νομικών βάσεων. |
Α — Η κατά το άρθρο 236, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα προθεσμία των τριών ετών δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση διαπιστώσεως του παράνομου χαρακτήρα ενός κανονισμού
|
39. |
Το αιτούν δικαστήριο εκκινεί, κατά την άποψή μου, από μία εσφαλμένη παραδοχή, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 236 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα εφαρμόζεται εφόσον διαπιστώνεται ο παράνομος χαρακτήρας του κανονισμού 2398/97, με αποτέλεσμα να τυγχάνει εφαρμογής η σε αυτό προβλεπόμενη προθεσμία των τριών ετών και, ως εκ τούτου, η εξαίρεση της ανωτέρας βίας. Εκτιμώ, όμως, ότι η παραδοχή αυτή είναι εσφαλμένη, διότι δεν συντρέχει η εξαίρεση της ανωτέρας βίας. |
|
40. |
Υπό την έννοια αυτή, προτείνω στο Δικαστήριο να εξετάσει την ερμηνεία του άρθρου 236 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα εκκινώντας από δύο ειδών επιχειρήματα τα οποία αφορούν, αφενός, την προσήκουσα άσκηση της δικαστικής εξουσίας εκ μέρους του Δικαστηρίου και, αφετέρου, τις επιταγές που απορρέουν από το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία ως διακηρύσσεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 12 ). |
|
41. |
Ως προς την πρώτη ομάδα επιχειρημάτων, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατ’ αρχήν, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου περί ακυρότητας δεν έχουν ως τέτοιες πρωτογενή αξία, οπότε τα αποτελέσματά τους ανατρέχουν κατά κανόνα στην ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της διατάξεως που ερμηνεύθηκε (απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, C-89/10 και C-96/10, Q-Beef και Bosschaert) ( 13 ). |
|
42. |
Πάντως, ο εν λόγω κανόνας μπορεί να έχει εξαιρέσεις όταν η εφαρμογή του σε συγκεκριμένη περίπτωση ενδέχεται να προκαλέσει κίνδυνο σοβαρών οικονομικών επιπτώσεων ( 14 ). |
|
43. |
Απόκειται, όμως, αποκλειστικά στο δικαιοδοτικό όργανο που προβαίνει στη διαπίστωση του ανίσχυρου να αποφανθεί σχετικά με την εξαίρεση από την αναδρομική ισχύ της εν λόγω αποφάσεως. Τούτο ισχύει, σαφώς, στην περίπτωση των απευθείας προσφυγών ακυρώσεως, καθώς και, κατά τη νομολογία και δυνάμει αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 264 ΣΛΕΕ, στην περίπτωση της διαπιστώσεως του ανίσχυρου στο πλαίσιο αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ( 15 ). Απόκειται δε αποκλειστικώς στο Δικαστήριο να προσαρμόζει το γενικό περιεχόμενο των αποτελεσμάτων της αποφάσεως με την οποία δέχεται την προσφυγή, ήτοι της αποφάσεως με την οποία διαπιστώνει ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι «άκυρη και άνευ νομίμου αποτελέσματος». |
|
44. |
Εξετάζοντας πλέον το άρθρο 236 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα είναι προφανές ότι, στην παράγραφο 1 αυτού, προβλέπεται ρητώς η επιστροφή ή διαγραφή των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών εφόσον αποδεικνύεται ότι το ποσό αυτό «δεν οφειλόταν νομίμως». |
|
45. |
Αυτή η «έλλειψη νομικής βάσεως», κατά την άποψή μου, περιλαμβάνει αναμφιβόλως τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες, μολονότι ο κανόνας δυνάμει του οποίου επιβλήθηκαν οι εισαγωγικοί ή εξαγωγικοί δασμοί θεωρείται ισχυρός, η εφαρμογή του ήταν εσφαλμένη· δηλαδή, «παράνομη» έναντι του εφαρμοσθέντα κανόνα. Διαφορετικό, όμως, είναι το συμπέρασμα ως προς τον καθαυτό παράνομο χαρακτήρα του εφαρμοσθέντος κανόνα. |
|
46. |
Προφανώς, η διαπίστωση του ανίσχυρου του κανονισμού 2398/97 συνεπάγεται ότι οι επιβληθέντες δυνάμει αυτού δασμοί δεν «οφείλονταν νομίμως». Δεν πρόκειται, όμως, στην περίπτωση αυτή για μία οποιαδήποτε παρανομία ανάλογη με την προηγούμενη, καθώς οφείλεται ακριβώς στο ανίσχυρο του κανονισμού 2398/97, ως απορρέει από τους κανόνες στους οποίους υπόκειται, βάσει των οποίων μπορεί να κριθεί το ανίσχυρό του, είτε πρόκειται για τις Συνθήκες είτε για λοιπούς κανόνες του παράγωγου δικαίου. Περαιτέρω, όπως ήδη επισημάνθηκε, τα αποτελέσματα της διαπιστώσεως του ανίσχυρου ενός κανόνα του παράγωγου δικαίου ρυθμίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 264 ΣΛΕΕ και από τη νομολογία η οποία εκτείνει τις διατάξεις αυτές και στη διαπίστωση του ανίσχυρου με απόφαση εκδοθείσα κατόπιν προδικαστικής παραπομπής. |
|
47. |
Κατά συνέπεια, οι περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 236 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, και ειδικότερα στην παράγραφο 2, έχουν νόημα, κατά την άποψή μου, μόνον αν περιοριστούν σε εκείνες όπου η έλλειψη νομικής βάσεως για την επιβολή των δασμών απορρέει από την εσφαλμένη εφαρμογή του νομικού κανόνα που θεμελιώνει την παράβαση. Εκκινεί, για τον λόγο αυτό, πάντοτε από την προϋπόθεση ότι ο εφαρμοζόμενος κανόνας είναι ισχυρός, ενώ μόνο η νομιμότητα της εφαρμογής του παραμένει εν αμφιβόλω. |
|
48. |
Αυτή η ερμηνεία της διατάξεως, και με αυτήν ακολούθως περνώ στον δεύτερο από τους αναφερόμενους στο σημείο 40 λόγους, επιβάλλεται επίσης από απόψεως των δικαιωμάτων των ιδιωτών. |
|
49. |
Εφόσον ο «παράνομος χαρακτήρας» στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 236 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα προκύπτει αποκλειστικώς από το ασύμβατο μεταξύ του εφαρμοσθέντος νομικού κανόνα και της συγκεκριμένης πράξεως επιβολής εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, πρόκειται στην περίπτωση αυτή για παράνομο χαρακτήρα ο οποίος μπορεί να εξετασθεί ευθύς εξαρχής και, για τον λόγο αυτό, δύναται να γίνει επίκλησή του με απευθείας προσφυγή κατά της πράξεως εφαρμογής. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η προθεσμία των τριών ετών της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου αποκτά μία όλως διακριτή διάσταση, καθώς εννοείται πλέον ως περιορισμός, για λόγους διασφαλίσεως των φορολογικών εσόδων που προσδοκά η διοίκηση, του δικαιώματος το οποίο «μπορούσε να ασκηθεί» ευθύς εξαρχής. |
|
50. |
Σε αντίθετη περίπτωση, ήτοι, εφόσον θεωρηθεί ότι η διάταξη εφαρμόζεται όταν διαπιστώνεται το ανίσχυρο του νομικού κανόνα που χρησιμοποιείται ως νομική βάση για την παράβαση, η προθεσμία παραγραφής των τριών ετών προκαλεί δυσμενείς συνέπειες όσον αφορά την ασφάλεια και τα δικαιώματα των πολιτών, καθώς το ενδεχόμενο επιστροφής μη οφειλόμενου δασμού εξαρτάται από την επέλευση μίας απρόβλεπτης περιστάσεως και κυρίως ξένης προς την σφαίρα επιρροής των ενδιαφερομένων. |
|
51. |
Συγκεκριμένα, βάσει της προαναφερθείσας ερμηνείας, το άρθρο 236 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα νοείται ως κανόνας ορίζων a priori μέγιστη προθεσμία τριών ετών για το δικαίωμα επιστροφής, ανεξαρτήτως του χρόνου γενέσεως του δικαιώματος αυτού. Δεδομένου ότι η διαδικασία για τη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα μπορεί να διαρκέσει πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, εξαιτίας, μεταξύ άλλων, των δυσχερειών που αφορούν, ως είναι γνωστό, το κριτήριο του άμεσου επηρεασμού, όπως ερμηνεύει το Δικαστήριο την απαίτηση αυτή ( 16 ), είναι προφανές ότι η εφαρμογή του άρθρου 236 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ως προς τα διαχρονικά αποτελέσματα της διαπιστώσεως του ανίσχυρου ενός κανονισμού μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να συνεπάγεται καταστάσεις μη συμμορφούμενες προς τις βασικές αρχές του κράτους δικαίου. Στις περιπτώσεις αυτές, μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη η προσφυγή σε τόσο βεβιασμένες λύσεις, όπως να χαρακτηρισθεί ως περίπτωση ανωτέρας βίας η διαπίστωση εκ μέρους δικαστηρίου του ανίσχυρου ενός νομικού κανόνα. |
|
52. |
Πρέπει περαιτέρω να ληφθεί υπόψη ότι η ίδια η Επιτροπή διαφαίνεται ότι εκκινεί από την ίδια παραδοχή, καθώς όπως επισημάνθηκε στο σημείο 33, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, καλεί τους ενδιαφερομένους να ζητήσουν, χωρίς να θέτει προθεσμία, την επιστροφή των δασμών που τους επιβλήθηκαν βάσει κανονισμών των οποίων ο παράνομος χαρακτήρας διαπιστώθηκε δικαστικώς ( 17 ). |
|
53. |
Κατόπιν των ανωτέρω, εκτιμώ ότι το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει το ενδεχόμενο να μην ισχύει η προθεσμία των τριών ετών του άρθρου 236, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα για εκείνες τις περιπτώσεις όπου η έλλειψη νομικής βάσεως για την επιβολή του εισαγωγικού ή εξαγωγικού δασμού απορρέει από τον ίδιο τον παράνομο χαρακτήρα του κανόνα δυνάμει του οποίου επιβλήθηκε ο επίμαχος δασμός. |
|
54. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, συνάγεται αναμφισβήτητα ότι οι περιστάσεις της κύριας δίκης δεν συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας υπό την έννοια του άρθρου 236, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, οπότε η παραδοχή στην οποία στηρίχθηκε το αιτούν δικαστήριο —ότι η περίπτωση του παράνομου χαρακτήρα του ίδιου του κανονισμού 2398/97 εμπίπτει στην εν λόγω διάταξη— πρέπει να θεωρηθεί εσφαλμένη. Και στο μέτρο που αυτή η παραδοχή σχετικά με τον κανόνα είναι εσφαλμένη, η έκταση της εξαιρέσεώς του, ήτοι της ανωτέρας βίας, δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω. |
Β — Εναλλακτικώς: η διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα ενός κανονισμού δεν αποτελεί περίπτωση ανωτέρας βίας υπό την έννοια του άρθρου 236, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα
|
55. |
Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το άρθρο 236 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα καλύπτει την περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται ο παράνομος χαρακτήρας ενός κανονισμού και ότι, κατά συνέπεια, τυγχάνει εφαρμογής η προθεσμία των τριών ετών, εκτιμώ ότι σε κάθε περίπτωση δεν συντρέχει η εξαίρεση περί ανωτέρας βίας που προβλέπει η ίδια διάταξη στην παράγραφο 2. Η δικαιολόγηση είναι σχετικώς απλή. |
|
56. |
Είναι προφανές, κατά τα προβαλλόμενα από την Επιτροπή, ότι το ενδεχόμενο διαπιστώσεως του ανίσχυρου εκ μέρους του Δικαστηρίου, ανεξαρτήτως της μεγαλύτερης ή μικρότερης δυσκολίας για την άσκηση δικαστικής προσφυγής προς τον σκοπό αυτό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μία ασυνήθης, εξαιρετική ή μη αναμενόμενη περίσταση στο πλαίσιο μίας έννομης τάξεως η οποία, όπως αυτή της Ένωσης, συνιστά κράτος δικαίου, διαπνεόμενο, για τον λόγο αυτό, από την αρχή της νομιμότητας και τη διασφάλιση του ελέγχου της εκ μέρους των δικαστικών οργάνων. Πράγματι, εκ της φύσεως του δικαίου της Ένωσης οι κανόνες που το αποτελούν είναι δυνατό να κηρυχθούν ανίσχυροι. |
|
57. |
Διαφαίνεται ότι το αιτούν δικαστήριο, χωρίς να το αναφέρει ρητώς, θεωρεί ότι η «ανωτέρα βία» προκαλείται από τους περιορισμούς που αντιμετωπίζουν οι ιδιώτες όταν στρέφονται κατά κανονισμού που τους αφορά άμεσα. Καίτοι τούτο δεν αμφισβητείται, είναι πάντως σαφές ότι η διαμόρφωση της έννομης τάξεως, και δη της δικονομικής, εξαιτίας του εγγενούς χαρακτηριστικού του προβλέψιμου που τη διακρίνει, δεν μπορεί να νοηθεί υπό την έννοια της «ανωτέρας βίας». Καίτοι ενδεχομένως η εν λόγω έννομη τάξη εμφανίζει προβληματικές συνέπειες από ορισμένες απόψεις, αυτές δυσχερώς μπορεί να αντιμετωπισθούν με προσφυγή στην προαναφερθείσα έννοια της ανωτέρας βίας. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι βρισκόμαστε ενώπιον περιπτώσεως ανωτέρας βίας. |
|
58. |
Πάντως, εφόσον το Δικαστήριο δεχτεί αυτήν την προσέγγιση, φρονώ ότι δεν πρέπει να σταματήσει στο σημείο αυτό. Αμφιβάλλω, ειδικότερα, αν μία τέτοια απάντηση δύναται να κατευθύνει επαρκώς, και κυρίως, ορθώς, την απόφαση την οποία καλείται να λάβει το tribunal d’instance de Roubaix. Με άλλα λόγια, εκτιμώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφύγει με κάποιον τρόπο, εξαιτίας παραλείψεως εκ μέρους του, να θεωρηθεί ότι επιβεβαιώνεται η ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως υπό την έννοια ότι σύμφωνα με αυτήν, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας, η προθεσμία του άρθρου 236, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα πρέπει να εφαρμόζεται απαρεγκλίτως. Στην πραγματικότητα, κατά τη διενέργεια της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως καταδείχθηκε ότι το ζήτημα το οποίο τέθηκε στο πλαίσιο της κύριας δίκης δεν αφορά αυστηρώς το αν πρόκειται για περίπτωση ανωτέρας βίας ή όχι. |
Γ — Όλως εναλλακτικώς: πιθανή ερμηνεία των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Ikea
|
59. |
Συναφώς, θα εκκινήσω αναπόφευκτα από την απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε ο κανονισμός 2398/97, ήτοι, από την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, Ikea Wholesale, και, πιο συγκεκριμένα, από τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο αναφέρθηκε στα αποτελέσματά της. |
|
60. |
Με την εν λόγω απόφαση, όπως υπομνήσθηκε στο σημείο 24 των προτάσεων, το Δικαστήριο, αφενός, διαπίστωσε ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 2398/97 ήταν παράνομο στο μέτρο που το Συμβούλιο εφάρμοσε τη μέθοδο του «μηδενισμού» και, αφετέρου, όρισε τα αποτελέσματα της διαπιστώσεως αυτής, ότι, δηλαδή, εισαγωγέας ο οποίος άσκησε προσφυγή κατά των αποφάσεων με τις οποίες του ζητήθηκε η καταβολή δασμών αντιντάμπινγκ κατ’ εφαρμογή του κανονισμού 2398/97 δύναται, κατ’ αρχήν, να επικαλεστεί την ακυρότητα του εν λόγω κανονισμού προκειμένου να επιτύχει την επιστροφή των δασμών αυτών σύμφωνα με το άρθρο 236, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα. |
|
61. |
Κατ’ αρχάς, όπως ήδη έχει επισημάνει η Επιτροπή στην παράγραφο 36 των παρατηρήσεών της, από την απόφαση Ikea προκύπτει εκ πρώτης όψεως ότι τα αποτελέσματα της ακυρότητας του κανονισμού δεν συνεπάγονται εξαίρεση από τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 236, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα για την επιστροφή των ποσών που δεν οφείλονταν νομίμως κατά τον χρόνο καταβολής τους. |
|
62. |
Το Δικαστήριο έκρινε, συγκεκριμένα, στη σκέψη 67 της εν λόγω αποφάσεως, ότι «[α]πόκειται στις εθνικές αρχές να συμμορφωθούν προς τα έννομα αποτελέσματα που έχει στην έννομη τάξη τους η διαπίστωση περί ακυρότητας στο πλαίσιο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως με αίτημα την εκτίμηση του κύρους (απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1975, 23/75, Rey Soda, Συλλογή τόμος 1975, σ. 399, σκέψη 51), διαπίστωση που έχει ως συνέπεια ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ που καταβλήθηκαν δυνάμει του κανονισμού 2398/97 δεν ήταν νομίμως οφειλόμενοι κατά την έννοια του άρθρου 236, παράγραφος 1, του κανονισμού 2913/92 και πρέπει, καταρχήν, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, να επιστραφούν από τις τελωνειακές αρχές, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις επιστροφής στις οποίες καταλέγεται και αυτή της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου [ ( 18 ) ], των οποίων τη συνδρομή θα εξετάσει το αιτούν δικαστήριο». |
|
63. |
Πάντως, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι στο διατακτικό της αποφάσεως δεν γίνεται αναφορά στην παράγραφο 2 του άρθρου 236 του κανονισμού 2913/92, αλλά αποκλειστικώς στην παράγραφο 1 αυτού. Στο σημείο 2 του διατακτικού της αποφάσεως αναφέρεται ότι «ένας εισαγωγέας, όπως ο προσφεύγων της κύριας δίκης, ο οποίος άσκησε ενώπιον εθνικού δικαστηρίου προσφυγή κατά αποφάσεων με τις οποίες του ζητείται η καταβολή δασμών αντιντάμπινγκ κατ’ εφαρμογή του κανονισμού 2398/97, που κηρύχθηκε άκυρος με την παρούσα απόφαση, δύναται, καταρχήν, να προβάλει την ακυρότητα αυτή στο πλαίσιο της κύριας δίκης [ ( 19 ) ], προκειμένου να επιτύχει την επιστροφή των δασμών αυτών σύμφωνα με το άρθρο 236, παράγραφος 1, του κανονισμού 2913/92 […]». |
|
64. |
Υπογράμμισα τη φράση «στο πλαίσιο της κύριας δίκης» διότι, κατά την άποψή μου, με αυτές τις δύο διαφορετικές διαπιστώσεις, το Δικαστήριο διέκρινε μεταξύ δύο επίσης διαφορετικών καταστάσεων προκειμένου να προσδιορίσει την έκταση των αποτελεσμάτων της διαπιστώσεως του ανίσχυρου σε σχέση με το παρελθόν. Από τη μία πλευρά, η κατάσταση εκείνων οι οποίοι, αφότου κατέβαλαν τους επιβληθέντες δασμούς κατ’ εφαρμογή του κηρυχθέντος παράνομου κανονισμού, συμμορφώθηκαν προς αυτόν και δεν προσέβαλαν τις πράξεις εφαρμογής του ενώπιον των εθνικών αρχών. Από την άλλη, η κατάσταση εκείνων, όπως η Ikea και, όπως θα δούμε, και η CIVAD, οι οποίοι στράφηκαν κατά της εφαρμογής του κανονισμού και συνέβαλαν, σε τελική ανάλυση, στη διαπίστωση του ανίσχυρου εκ μέρους του Δικαστηρίου. Καίτοι, ως προς τους πρώτους, ο κατά το άρθρο 236, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα περιορισμός τυγχάνει εφαρμογής, αντιθέτως, ως προς τους δεύτερους, δεν υπάρχει οποιοσδήποτε περιορισμός σε σχέση με την αναδρομική ισχύ, η οποία είναι εγγενής στις δικαστικές αποφάσεις περί ακυρότητας. |
|
65. |
Ο χρονικός περιορισμός που θέτει το άρθρο 236, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα αποκλείει, σαφώς, τη δυνατότητα υποβολής αιτήσεως για επιστροφή μη οφειλόμενων ποσών πέραν της προθεσμίας των τριών ετών από την ημερομηνία βεβαιώσεώς τους, με μόνη εξαίρεση τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας. |
|
66. |
Πάντως, αυτή η προσέγγιση μπορεί να γίνει δεκτή μόνο για την περίπτωση εκείνων που δεν προσέβαλαν, με τα ένδικα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους, τον κανονισμό που τελικώς κηρύχθηκε παράνομος. Δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτή για εκείνους που, δικαίως, συνέβαλαν στη διαπίστωση αυτή, δηλαδή, για εκείνους που, προσβάλλοντας τις πράξεις εφαρμογής του κανονισμού, κατέστησαν δυνατή την παρέμβαση του Δικαστηρίου. Ως προς αυτούς, αντιθέτως, πρέπει να τύχει εφαρμογής, πλην εξαιρετικής και προσηκόντως αιτιολογημένης αποφάσεως του Δικαστηρίου, η αρχή της αναδρομικότητας των δικαστικών αποφάσεων περί διαπιστώσεως της ακυρότητας ( 20 ). |
|
67. |
Το αντίθετο ενδεχόμενο, ήτοι ο χρονικός περιορισμός των αποτελεσμάτων αυτής της διαπιστώσεως λόγω της εφαρμογής προθεσμίας της οποίας το σημείο εκκινήσεως (dies a quo) είναι παρόμοιο με εκείνο που προβλέπει το άρθρο 236, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, θα συνεπαγόταν εν προκειμένω αποτέλεσμα ελάχιστα συμμορφούμενο προς το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία (άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Συγκεκριμένα, οι δυσκολίες που απαντούν οι ιδιώτες, όπως ο επίμαχος εισαγωγέας, προκειμένου να έχουν πρόσβαση στον δικαστικό έλεγχο ενός κανονισμού όπως ο κανονισμός 2398/97 ( 21 ), θα εντείνονταν αδικαιολόγητα από τη μη ικανοποίησή τους από τα ουσιαστικά και πρακτικά αποτελέσματα της εν λόγω διαπιστώσεως της ακυρότητας. |
|
68. |
Επομένως, θεωρώ ότι το Δικαστήριο παρέλειψε στο διατακτικό της αποφάσεως Ikea κάθε μνεία στην παράγραφο 2 του άρθρου 236 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, υπό την έννοια ότι, «στο πλαίσιο της κύριας δίκης», η Ikea Wholesale Ltd μπορούσε να επικαλεσθεί τη συνήθη διάρκεια ισχύος των αποτελεσμάτων της κηρυχθείσας ακυρότητας στο πλαίσιο της παρεμπίπτουσας διαδικασίας της οποίας επιλήφθηκε το Δικαστήριο. |
|
69. |
Τούτο, όμως, δεν ισχύει ως προς εκείνους που δεν κίνησαν οποιαδήποτε διαδικασία κατά των πράξεων εφαρμογής του κανονισμού 2398/97, οπότε ως προς αυτούς, σύμφωνα με τη σκέψη 67 της αποφάσεως Ikea, ισχύει πλήρως ο χρονικός περιορισμός της προαναφερθείσας παραγράφου 2 του άρθρου 236. |
|
70. |
Τι ισχύει, όμως, ως προς τη CIVAD; Κατά την άποψή μου, εφόσον στην κύρια δίκη αποδειχθεί ότι η δικονομική συμπεριφορά της CIVAD μπορεί να θεωρηθεί αντίστοιχη με εκείνη της Ikea Wholesale Ltd ως προς την επιμέλεια που επέδειξε να στραφεί δικαστικώς κατά του κανονισμού 2398/97, τα αποτελέσματα της διαπιστώσεως της ακυρότητας του εν λόγω κανονισμού δεν θα πρέπει να διαφέρουν για τις δύο αυτές εταιρίες ( 22 ). Το γεγονός ότι ενδεχομένως το εθνικό δικαστήριο δεν ενήργησε κατά τρόπο ώστε να επιτρέψει την έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως εκ μέρους του Δικαστηρίου σχετικά με το κύρος του εφαρμοζόμενου κανονισμού ( 23 ) δεν μπορεί να βλάψει τη CIVΑD έως του σημείου ώστε να εξομοιωθεί πρακτικώς η κατάστασή της με εκείνη όσων δέχθηκαν την εφαρμογή κανόνα τον παράνομο χαρακτήρα του οποίου η CIVAD προσέβαλε αμέσως μόλις είχε τη δυνατότητα, επικαλούμενη τα μέσα που είχε κατά νόμο στη διάθεσή της. |
|
71. |
Συμπερασματικώς, θεωρώ ότι στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει εναλλακτικώς να δοθεί η απάντηση ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν συνιστά ανωτέρα βία, ανεξαρτήτως του ότι η διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα ενός κανονισμού, όπως στην απόφαση Ikea σχετικά με τον κανονισμό 2398/97, δεν γεννά δικαίωμα επιστροφής ή διαγραφής υποκείμενο στον χρονικό περιορισμό του άρθρου 236, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, στη συγκεκριμένη περίπτωση εισαγωγέα ο οποίος, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, έχει στραφεί κατά του κανονισμού προβάλλοντας τον παράνομο χαρακτήρα αυτού, τον οποίο καλείται να εξετάσει το δικαστήριο της παραπομπής. |
Δ — Το δεύτερο ερώτημα το οποίο υποβλήθηκε επικουρικώς από το tribunal d’instance de Roubaix
|
72. |
Ακολούθως θα εξετάσω το δεύτερο επικουρικώς υποβληθέν ερώτημα, εφόσον το Δικαστήριο επιλέξει να περιορίσει την απάντησή του στο πρώτο ερώτημα κρίνοντας ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν συνιστά ανωτέρα βία: όφειλε η τελωνειακή αρχή να ενεργήσει αμέσως μόλις ο ΠΟΕ διαπίστωσε ότι ο κανονισμός 2398/97 δεν συμμορφώνεται προς τη συμφωνία αντιντάμπινγκ ( 24 ); |
|
73. |
Εκτιμώ ότι η γαλλική διοίκηση δεν μπορούσε να προβεί σε επιστροφή των ήδη καταβληθέντων δασμών στηριζόμενη μόνο σε αυτή τη βάση. Τούτο απλώς διότι ο κανονισμός 1515/2001 αναθέτει στην Κοινότητα την αρμοδιότητα εκδόσεως των μέτρων που πρέπει να ληφθούν μετά την έκθεση σχετικά με τα μέτρα αντιντάμπινγκ και κατά των επιδοτήσεων την οποία ενέκρινε το ΟΕΔ. Αυτά τα μέτρα, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, αυτού, μπορούν να συνίστανται σε «κατάργηση ή τροποποίηση του αμφισβητούμενου μέτρου» (στοιχείο αʹ) ή σε «θέσπιση άλλων ειδικών μέτρων που κρίνονται κατάλληλα για τις περιστάσεις» (στοιχείο βʹ), επιτρεπομένης της δυνατότητας λήψεως αμφότερων των ειδών μέτρων ταυτοχρόνως. |
|
74. |
Η ενδεχόμενη αντίδραση όταν διαπιστώνεται η μη συμμόρφωση ενός κανονισμού της Ένωσης προς τη συμφωνία αντιντάμπινγκ απόκειται, επομένως, στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, με αποτέλεσμα απόφαση εθνικής αρχής για λήψη οποιουδήποτε σχετικού μέτρου να συνεπάγεται νόσφιση των κοινοτικών αρμοδιοτήτων. Αρκεί η υπόμνηση ότι η αυτόβουλη επιστροφή από την εθνική αρχή θα ήταν αντίθετη προς τον κανονισμό ο οποίος, για τον λόγο αυτό, πέραν της μη συμμορφώσεώς του προς τη συμφωνία αντιντάμπινγκ, είναι καθ’ όλα ισχυρός για τους σκοπούς της Ένωσης. |
|
75. |
Δεν πρέπει, βέβαια, να παραβλέπεται και το γεγονός ότι η οφειλόμενη εκ μέρους της Ένωσης αντίδραση δεν συνεπάγεται αναγκαίως την επιστροφή των καταβληθέντων δασμών. Πρώτον, διότι η μη συμμόρφωση προς τη συμφωνία αντιντάμπινγκ, όπως ήδη επισήμανα, σημαίνει στο πλαίσιο του ΠΟΕ απλώς υποχρέωση διαβουλεύσεως και διαπραγματεύσεως, με αποτέλεσμα να μην αποκλείεται η κατάληξη της εν λόγω διαδικασίας σε λύσεις μη συνεπαγόμενες αναγκαίως την επιστροφή των εν λόγω δασμών. Δεύτερον, στο μέτρο που οι δυνατότητες επιλογής που προβλέπει ο κανονισμός 1515/2001 συνίστανται σε κατάργηση ή τροποποίηση του κανονισμού ή σε «θέσπιση άλλων ειδικών μέτρων που κρίνονται κατάλληλα για τις περιστάσεις», επίσης δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι, κατόπιν επανεξετάσεως βάσει της εκθέσεως του ΟΕΔ, δασμοί, οι οποίοι ενδεχομένως δεν οφείλονταν για τους μνημονευόμενους στην εν λόγω έκθεση λόγους, είναι παρά ταύτα απαιτητοί δυνάμει νομικής βάσεως διαφορετικής από την ακυρωθείσα από τον ΠΟΕ. |
VII – Πρόταση
|
76. |
Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 2 ) ΕΕ L 302, σ. 1· στο εξής: κοινοτικός τελωνειακός κώδικας.
( 3 ) ΕΕ L 332, σ. 1.
( 4 ) Υπόθεση C-351/04 (Συλλογή 2004, σ. I-7723, στο εξής: απόφαση Ikea).
( 5 ) ΕΕ L 336, σ. 234.
( 6 ) WT/DS 141/R Ευρωπαϊκές Κοινότητες — Δασμός αντιντάμπινγκ σε εισαγωγές βαμβακερών πανικών κρεβατιού καταγωγής Ινδίας, έκθεση της Ειδικής Επιτροπής της 30ής Οκτωβρίου 2000.
( 7 ) WT/DS 141/AB/R Ευρωπαϊκές Κοινότητες — Δασμός αντιντάμπινγκ σε εισαγωγές βαμβακερών πανικών κρεβατιού καταγωγής Ινδίας, έκθεση του δευτεροβάθμιου οργάνου της 1ης Μαρτίου 2001.
( 8 ) ΕΕ L 201, σ. 10.
( 9 ) Κανονισμός για την τροποποίηση του κανονισμού 2398/97 και για την αναστολή της εφαρμογής του όσον αφορά τις εισαγωγές καταγωγής Ινδίας (ΕΕ L 219, σ. 1).
( 10 ) Κανονισμός για την τροποποίηση του κανονισμού 2398/97 και για την περάτωση της διαδικασίας όσον αφορά τις εισαγωγές καταγωγής Πακιστάν (ΕΕ L 26, σ. 1).
( 11 ) ΕΕ L 81, σ. 1.
( 12 ) Πρόκειται για την ερμηνεία που επελέγη, ειδικότερα, στην απόφαση Ikea καθώς και, για παράδειγμα, στην απόφαση της 10ης Μαΐου 2001, C-463/98, Cabletron (Συλλογή 2001, σ. I-3495, σκέψη 26).
( 13 ) Συλλογή 2011, σ. I-7819 (σκέψη 48).
( 14 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Οκτωβρίου 2010, C-242/09, Albron Catering (Συλλογή 2010, σ. I-10309, σκέψεις 35 έως 37).
( 15 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1985, 112/83, Société de produits de maïs (Συλλογή 1985, σ. 719, σκέψεις 16 έως 18), και της 26ης Απριλίου 1994, C-228/92, Roquette Frères (Συλλογή 1994, σ. I-1445, σκέψεις 17 έως 20 και 25 έως 30). Βλ., συναφώς, Cremer, W., Art. 231, Rn. 6, σε Callies, C. και Ruffert, Μ., EUV/EGV Kommentar, C. H. Beck, Μόναχο, 2007, 3η έκδ., καθώς και Wegener, W. B., Art.234, Rn. 39-42, σε Callies, C., και Ruffert, M., όπ.π.
( 16 ) Βλ., συναφώς, Haltern, U., Europarecht. — Dogmatik im Kontext, 2η έκδ., Mohr Siebeck, 2007, σημεία 509 έως 543.
( 17 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση του Πρωτοδικείου της 17ης Νοεμβρίου 2009, T-143/06, MTZ Polyfilms κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2009, σ. II-4133), με την οποία διαπιστώθηκε το ανίσχυρο του κανονισμού (ΕΚ) 366/2006 του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 2006, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 1676/2001 για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ταινιών τερεφθαλικού πολυαιθυλενίου (PET), καταγωγής, μεταξύ άλλων, Ινδίας (ΕΕ L 68, σ. 6). Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή, και μεταξύ άλλων μέτρων, η Επιτροπή, με την ανακοίνωση σχετικά με τα μέτρα αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές ταινιών τερεφθαλικού καταγωγής Ινδίας και την έναρξη μερικού εκ νέου ανοίγματος της έρευνας ενδιάμεσης επανεξέτασης των μέτρων αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές ταινιών τερεφθαλικού πολυαιθυλενίου καταγωγής Ινδίας (EE 2010, C 131, σ. 3), συμφώνησε να καλέσει τους ενδιαφερόμενους να ζητήσουν, εντός των κατά το δυνατό συντομότερων προθεσμιών, τις αντίστοιχες επιστροφές, προβλέποντας ρητώς ότι δεν θα τύγχανε εφαρμογής η εφαρμοστέα κατά την τελωνειακή νομοθεσία προθεσμία. Υπό άλλη διατύπωση, στο πλαίσιο του κανονισμού 261/2008, με το έγγραφο που προσκόμισε η CIVAD κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και στο οποίο έχει ήδη γίνει αναφορά στο σημείο 33, η Επιτροπή επέτρεψε την επιστροφή χωρίς να υποχρεωθεί προς τούτο από δικαστική απόφαση περί ακυρότητας.
( 18 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 19 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 20 ) Για μία ολοκληρωμένη ανάλυση, οφείλω πάντως να επισημάνω ότι, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, σε προηγούμενη απόφαση (Cabletron, προπαρατεθείσα) επιλέχθηκε ρητώς η προταθείσα από τον γενικό εισαγγελέα F. G. Jacobs λύση, ο οποίος στο σημείο 115 των προτάσεών του επισήμαινε ότι «δεν βλέπω λόγο που να δικαιολογεί τον περιορισμό των αναδρομικών αποτελεσμάτων της διαπιστώσεως της ακυρότητας στην οποία προτείνω στο Δικαστήριο να προβεί. Επισημαίνω, εν πάση περιπτώσει, ότι η απόφαση θα είχε πρακτικές συνέπειες μόνο για τον προ της 1ης Ιανουαρίου 2000 χρόνο και ότι το άρθρο 236, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα προβλέπει τριετή παραγραφή ως προς την επιστροφή καταβληθέντων ή την απαλλαγή από την καταβολή μη νομίμως οφειλομένων δασμών».
( 21 ) Πράγματι, δεν φαίνεται ότι θα μπορούσε με ευχέρεια να αποδείξει ότι ο αναφερόμενος κανονισμός τον αφορούσε «ατομικώς» κατά την έννοια που αποδίδει η νομολογία στον όρο αυτό. Βλ., συναφώς, Lenaerts, K., Le traité de Lisbonne et la protection juridictionnelle des particuliers en droit de l’Union, Cahiers de droit européen, 2009, σημεία 5 και 6, σ. 711 έως 745.
( 22 ) Ορισμένα στοιχεία αξιολογήσεως σχετικά με τη διάδικο κατέστη δυνατό να προβληθούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Συγκεκριμένα, η CIVAD, μαζί με άλλες εταιρίες, ήδη από την 2α Μαρτίου 1998 προσέβαλε τον κανονισμό 2398/97, ασκώντας προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, για ελαττώματα ως προς την εκπροσώπηση των διαδίκων, με την απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2000, T-37/98, FTA κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2000, σ. II-373). Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω προσφυγή δεν στηριζόταν στους λόγους που ακολούθως θα περιλαμβάνονταν στην απόφαση Ikea, καθώς κατά τον χρόνο ασκήσεώς της (Μάρτιος 1998) δεν είχαν ακόμη ξεκινήσει οι διαβουλεύσεις στο πλαίσιο του ΠΟΕ κατόπιν της καταγγελίας που υπέβαλε η Ινδία (Αύγουστος 1998). Στο πλαίσιο της αποτυχημένης αυτής πρώτης ακυρωτικής απόπειρας (έναντι της οποίας τόσο το Συμβούλιο όσο και η Επιτροπή επικαλέστηκαν το απαράδεκτο λόγω έλλειψης νομιμοποιήσεως), θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω το ενδιαφέρον και την επιμέλεια της CIVAD να προσφύγει δικαστικώς κατά του κανονισμού 2398/97.
( 23 ) Τονίζεται ότι η ίδια η CIVAD επισήμανε στις εθνικές αρχές ότι ήταν σκόπιμο να αναμείνουν την απόφαση του Δικαστηρίου επί του ερωτήματος.
( 24 ) Το αιτούν δικαιοδοτικό όργανο επισημαίνει στο ερώτημά του τρεις διαφορετικούς χρόνους στο πλαίσιο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε από τον ΠΟΕ σχετικά με τη διαπίστωση της συμβατότητας του κανονισμού 2398/97 προς τη συμφωνία αντιντάμπινγκ. Όπως εξηγώ στη συνέχεια, ούτε η διεξαγωγή της διαδικασίας αυτής ούτε τα συμπεράσματά της θα μπορούσαν να αποτελέσουν επαρκή βάση, κατά το δίκαιο της Ένωσης, ώστε οι εθνικές αρχές να ενεργήσουν κατά τον τρόπο που ζήτησε η CIVAD. Φρονώ, για τον λόγο αυτό, ότι δεν ενδιαφέρει η διάκριση μεταξύ των τριών διαδικαστικών χρονικών σημείων τα οποία επισήμανε το αιτούν δικαστήριο.