|
16.7.2011 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 211/7 |
Διάταξη του Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 7ης Απριλίου 2011 [αίτηση του Arbeidshof te Antwerpen (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] — Dai Cugini NV κατά Rijksdienst voor Sociale Zekerheid
(Υπόθεση C-151/10) (1)
(Άρθρο 104, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας - Οδηγία 97/81/ΕΚ - Ίση μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων με μερική απασχόληση και εργαζομένων με πλήρη απασχόληση - Δυσμενής διάκριση - Εμπόδιο διοικητικής φύσεως ικανό να περιορίσει τις δυνατότητες εργασίας μερικής απασχόλησης - Υποχρεωτική δημοσιότητα και διατήρηση των συμβάσεων και των ωραρίων εργασίας)
2011/C 211/12
Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική
Αιτούν δικαστήριο
Arbeidshof te Antwerpen
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Dai Cugini NV
κατά
Rijksdienst voor Sociale Zekerheid
Αντικείμενο
Αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως — Arbeidshof te Antwerpen (Afdeling Hasselt) — Ερμηνεία της οδηγίας 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και τη CES (ΕΕ 1998, L 14, σ. 9) — Εθνική νομοθεσία προβλέπουσα ένα σύστημα γνωστοποιήσεως και ελέγχου των ωραρίων των εργαζομένων με μερική απασχόληση, συνιστάμενο στην υποχρεωτική κατάρτιση και διατήρηση, με απειλή ποινικών ή διοικητικών κυρώσεων, εγγράφων που αναφέρουν το ακριβές ωράριο εργασίας κάθε εργαζόμενου
Διατακτικό
Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης, η οποία περιέχεται στο παράρτημα της οδηγίας 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και τη CES, έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει εθνική νομοθετική ρύθμιση βάσει της οποίας οι εργοδότες υπέχουν υποχρεώσεις διατηρήσεως και δημοσιοποιήσεως των συμβάσεων και των ωραρίων εργασίας των εργαζομένων με μερική απασχόληση, εφόσον αποδεικνύεται ότι η ρύθμιση αυτή δεν συνεπάγεται δυσμενέστερη μεταχείριση των τελευταίων σε σχέση προς τους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση οι οποίοι βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση ή, αν υπάρχει τέτοια διαφορά μεταχειρίσεως, εφόσον αποδεικνύεται ότι η διαφορά αυτή δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους και δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των επιδιωκομένων σκοπών.
Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να προβεί στις απαραίτητες πραγματικές και νομικές εξακριβώσεις, ιδίως από πλευράς εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί.
Σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική νομοθετική ρύθμιση δεν συνάδει προς τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης, η οποία περιέχεται στο παράρτημα της οδηγίας 97/81, θα πρέπει η ρήτρα 5, σημείο 1, της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επίσης απαγορεύει μια τέτοια ρύθμιση.